Άρθρο 397 ΠΚ: Ποινική Αντιμετώπιση Καταδολίευσης Δημοσίου

Εν συντομία:

  • Η μεταβίβαση ή απόκρυψη περιουσίας από οφειλέτη που χρωστάει στο Δημόσιο επισύρει ποινική ευθύνη για καταδολίευση δανειστών κατά το άρθρο 397 του Ποινικού Κώδικα, αυτοτελώς από την αστική διάρρηξη της απαλλοτρίωσης.
  • Το αδίκημα προϋποθέτει δόλο, δηλαδή γνώση του οφειλέτη ότι με την εκποίηση ή απόκρυψη ματαιώνει την ικανοποίηση του δανειστή και πρόθεση για αυτό.
  • Ακόμη και όταν θιγόμενος δανειστής είναι το Δημόσιο, η δίωξη ασκείται κατ’ έγκληση, με προθεσμία τριών μηνών από τότε που η αρμόδια αρχή έλαβε γνώση.
  • Το αδίκημα είναι πλημμέλημα και η ποινική ευθύνη παραγράφεται σε πέντε έτη.
  • Η πλήρης ικανοποίηση της οφειλής, με κεφάλαιο και τόκους υπερημερίας, εξαλείφει το αξιόποινο κατά τις γενικές διατάξεις του άρθρου 405 ΠΚ, ακόμη και σε προχωρημένο στάδιο της δίκης.

Κινδυνεύει ποινικά ο οφειλέτης που αποξενώνει περιουσία ενώ χρωστάει στο Δημόσιο;

Ναι. Η μεταβίβαση ή η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων από οφειλέτη που γνωρίζει ότι έτσι ματαιώνει την ικανοποίηση του δανειστή του στοιχειοθετεί το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών, δηλαδή της αποξένωσης περιουσίας προς βλάβη του δανειστή, κατά το άρθρο 397 του Ποινικού Κώδικα. Η ευθύνη αυτή γεννιέται ανεξάρτητα από την αστική διάρρηξη της πράξης και ισχύει εξίσου όταν ο θιγόμενος δανειστής είναι το Δημόσιο.

Το ποινικό σκέλος κινείται σε χωριστή τροχιά από το αστικό. Η αστική προστασία του δανειστή μέσω της διάρρηξης της απαλλοτρίωσης κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα αποσκοπεί στην ανατροπή της μεταβίβασης, ώστε το περιουσιακό στοιχείο να επανέλθει στη διάθεση του δανειστή. Το ποινικό σκέλος του 397 ΠΚ τιμωρεί τον ίδιο τον οφειλέτη, ανεξάρτητα από το αν τελικά η περιουσία ανακτηθεί.

Όταν δανειστής είναι το Δημόσιο, η ποινική διάσταση ενεργοποιείται αφού η Φορολογική Διοίκηση εντοπίσει την καταδολιευτική μεταβίβαση. Τα μέτρα διασφάλισης του Δημοσίου, από τον σχηματισμό του φακέλου της ΑΑΔΕ έως τη διαβίβασή του στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, προηγούνται και προετοιμάζουν την υποβολή της έγκλησης.

Η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε νόμιμη ρευστοποίηση περιουσίας και ποινικά κολάσιμη καταδολίευση δεν βρίσκεται στην ίδια την πράξη μεταβίβασης, αλλά στη γνώση και την πρόθεση του οφειλέτη κατά τον χρόνο τέλεσής της.

Η ίδια ακριβώς πώληση ακινήτου μπορεί να είναι ποινικά αδιάφορη ή να θεμελιώνει δόλο και η οριοθέτηση εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, δηλαδή τον χρόνο, την αιτία και το αντάλλαγμα της μεταβίβασης σε σχέση με το ύψος της οφειλής και την υπόλοιπη υπέγγυα περιουσία.

Τι τιμωρεί το άρθρο 397 ΠΚ και ποιος δόλος απαιτείται;

Το άρθρο 397 ΠΚ, όπως ισχύει μετά τον νέο Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019), τιμωρεί τον οφειλέτη που «με πρόθεση» ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, εκποιώντας ή αποκρύπτοντας στοιχεία της περιουσίας του. Το υποκειμενικό στοιχείο είναι ο δόλος, δηλαδή η συνειδητή πρόκληση αφερεγγυότητας.

Ο δόλος δεν εξαντλείται στη βούληση μεταβίβασης. Απαιτείται γνώση του οφειλέτη ότι η εκποίηση ή η απόκρυψη οδηγεί την εναπομένουσα περιουσία του σε αφερεγγυότητα, δηλαδή σε αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή. Η αφερεγγυότητα κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά στοιχεία, κατά κύριο λόγο τα ακίνητα και όχι τα αφανή.

Οι τρεις μορφές του αδικήματος

Η ισχύουσα διάταξη διακρίνει τρεις βαθμίδες, με κλιμακούμενη απαξία και ποινή. Σε όλες, ο τρίτος που επιχειρεί τις πράξεις υπέρ του οφειλέτη τιμωρείται με τις ίδιες ποινές.

ΜορφήΠροϋποθέσειςΠοινή
Βασική (παρ. 1)Ματαίωση ικανοποίησης με εκποίηση ή απόκρυψη στοιχείων της περιουσίαςΦυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή
Διακεκριμένη (παρ. 2)Βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση και, ενόψει επικείμενης εκπλήρωσης, βλάβη ή απαλλοτρίωση χωρίς ισότιμο αντάλλαγμα ή κατασκευή ψεύτικων χρεώνΦυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή
Επιβαρυντική (παρ. 3)Οποιαδήποτε από τις παραπάνω πράξεις, όταν η ζημία του δανειστή είναι ιδιαίτερα μεγάληΦυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή

Η αποξένωση μπορεί να λάβει σύνθετες μορφές σε μεταβιβάσεις επιχειρηματικών στοιχείων, όπως η αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση, όπου ο οφειλέτης διατηρεί τη χρήση των αντικειμένων ενώ αποξενώνει την κυριότητά τους.

Πράξεις τελεσμένες υπό το προγενέστερο καθεστώς κρίνονται κατά τον ευμενέστερο νόμο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 ΠΚ. Η υπαγωγή μιας συγκεκριμένης πράξης στη βασική ή στη διακεκριμένη μορφή κρίνεται κατά περίπτωση, ανάλογα με τη συνδρομή των πρόσθετων στοιχείων της παρ. 2.

Διώκεται αυτεπαγγέλτως ή κατ’ έγκληση η καταδολίευση εις βάρος του Δημοσίου;

Κατ’ έγκληση. Το άρθρο 405 ΠΚ απαριθμεί ρητά την καταδολίευση δανειστών στα εγκλήματα για τα οποία απαιτείται έγκληση, δηλαδή δήλωση του παθόντος ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη. Η ιδιότητα του Δημοσίου ως δανειστή δεν διαφοροποιεί τον κανόνα αυτόν.

Η διάκριση έχει πρακτική σημασία καθώς, στα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα, η ποινική δίωξη κινείται μόλις οι αρχές λάβουν γνώση. Στα κατ’ έγκληση διωκόμενα, η δίωξη εξαρτάται από την υποβολή έγκλησης του θιγομένου και υπόκειται σε ασφυκτική προθεσμία.

Η αυτεπάγγελτη δίωξη επιφυλάσσεται για τις κακουργηματικές μορφές ορισμένων περιουσιακών εγκλημάτων. Η καταδολίευση δανειστών δεν διαθέτει κακουργηματική μορφή και παραμένει πλημμέλημα σε όλες της τις βαθμίδες. Επομένως, ακόμη και όταν θιγόμενος είναι το Δημόσιο, εφαρμόζεται ο κοινός κανόνας της κατ’ έγκληση δίωξης.

Η προθεσμία υποβολής της έγκλησης είναι τρεις μήνες από την ημέρα που ο δικαιούμενος έλαβε γνώση της πράξης και του προσώπου που την τέλεσε (άρθρο 114 ΠΚ). Η παρέλευση της τρίμηνης αυτής προθεσμίας εξαλείφει το δικαίωμα δίωξης, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα της κατηγορίας.

Η εμπειρία από υποθέσεις καταδολίευσης δείχνει ότι η άμυνα κρίνεται πρώτα σε δικονομικό και όχι σε ουσιαστικό επίπεδο, καθώς ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου κατά τον οποίο η αρμόδια υπηρεσία έλαβε πλήρη γνώση μπορεί να κρίνει το παραδεκτό ολόκληρης της δίωξης. Για το Δημόσιο, ο χρόνος αυτός συνδέεται με τη ροή του φακέλου από την ΑΑΔΕ προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Πότε τελείται το αδίκημα και σε πόσο χρόνο παραγράφεται;

Όταν η καταδολίευση γίνεται με μεταβίβαση ακινήτου, το αδίκημα θεωρείται τελεσμένο κατά τον χρόνο μεταγραφής της μεταβιβαστικής σύμβασης και όχι κατά την κατάρτιση του συμβολαίου, καθώς μόνο με τη μεταγραφή το ακίνητο καθίσταται νομικώς απρόσιτο στην αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 1096/2016). Ως πλημμέλημα, η ποινική ευθύνη παραγράφεται σε πέντε έτη.

Επομένως, ο προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης καθορίζει:

  • την αφετηρία της πενταετούς παραγραφής κατά το άρθρο 111 ΠΚ,
  • ποιο νομοθετικό καθεστώς, παλαιό ή νέο, εφαρμόζεται ως ευμενέστερο και
  • την αφετηρία υπολογισμού των τόκων υπερημερίας που κρίνουν τη δυνατότητα απαλλαγής.

Σε μεταβιβάσεις κινητών ή σε αποκρύψεις, ο χρόνος τέλεσης μετατίθεται στην αντίστοιχη πράξη διάθεσης ή απόκρυψης.

Η παραγραφή του πλημμελήματος λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Δεν προϋποθέτει δηλαδή σχετική προβολή από τον κατηγορούμενο, αν και η ορθή τεκμηρίωση του χρόνου τέλεσης παραμένει κρίσιμη για την επίκλησή της.

Μπορεί ο οφειλέτης να αποφύγει την ποινή ικανοποιώντας το Δημόσιο;

Ναι. Η πλήρης ικανοποίηση του δανειστή λειτουργεί ως λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής από την ποινή, κατά τις γενικές διατάξεις του άρθρου 405 ΠΚ. Η δυνατότητα αυτή, γνωστή ως έμπρακτη μετάνοια, διατηρείται ακόμη και σε προχωρημένο στάδιο της ποινικής διαδικασίας.

Ο νόμος προβλέπει δύο διαβαθμίσεις. Αν ο οφειλέτης ικανοποιήσει εντελώς τον δανειστή με δική του θέληση και πριν από την πρώτη εξέτασή του ως υπόπτου ή κατηγορουμένου, το αξιόποινο εξαλείφεται. Η μερική μόνο ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μέρος.

Αν η ικανοποίηση γίνει αργότερα, ο νόμος έχει επίσης πρόβλεψη. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν καταβάλει το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, υπολογισμένους από την ημέρα τέλεσης του εγκλήματος. Επειδή η καταδολίευση είναι πλημμέλημα, η απαλλαγή αυτή χωρεί μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Για τον οφειλέτη του Δημοσίου, αυτό μεταφράζεται σε ένα συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο, καθώς η τακτοποίηση της φορολογικής οφειλής, ακόμη και μετά την άσκηση της δίωξης, μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη απαλλαγή, εφόσον προηγείται της ολοκλήρωσης της απόδειξης στον πρώτο βαθμό.

Η εμπειρία από υποθέσεις οφειλετών του Δημοσίου δείχνει ότι ο ακριβής υπολογισμός των τόκων υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης και όχι από κάποιο μεταγενέστερο σημείο, κρίνει αν η καταβολή θεωρείται «πλήρης» ικανοποίηση κατά την έννοια του νόμου.

Είναι αυτοτελής η ποινική ευθύνη από την αστική διάρρηξη;

Ναι. Η καταδολιευτική απαλλοτρίωση είναι παράνομη πράξη που στοιχειοθετεί το έγκλημα του 397 ΠΚ, χωρίς όμως να συνιστά αυτομάτως αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Συνέπειά της δεν είναι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτρίωσης (ΑΠ 1531/2013).

Η αυτοτέλεια αυτή έχει δύο όψεις. Αφενός, ο οφειλέτης μπορεί να καταδικαστεί ποινικά για καταδολίευση ακόμη και αν η αστική αγωγή διάρρηξης απορριφθεί για δικονομικούς λόγους και αντιστρόφως. Αφετέρου, η ποινική καταδίκη δεν θεμελιώνει από μόνη της αξίωση αποζημίωσης του Δημοσίου, εκτός αν συντρέχουν τα ιδιαίτερα στοιχεία της αδικοπραξίας, όπως η συμπαιγνία οφειλέτη και τρίτου.

Η διάκριση καθορίζει και τη δικονομική στρατηγική. Το Δημόσιο ασκεί παράλληλα την αστική αγωγή διάρρηξης για την ανατροπή της μεταβίβασης και την ποινική έγκληση για την τιμώρηση του οφειλέτη. Οι δύο διαδικασίες δεν προδικάζουν η μία την άλλη.

Συχνές Ερωτήσεις

Χρειάζεται να έχει προηγηθεί κατάσχεση για να ασκηθεί η έγκληση καταδολίευσης;

Όχι. Το αδίκημα του 397 ΠΚ ολοκληρώνεται με την καταδολιευτική μεταβίβαση ή απόκρυψη και τον δόλο ματαίωσης της ικανοποίησης, ανεξάρτητα από το αν έχει ξεκινήσει αναγκαστική εκτέλεση. Η ύπαρξη βέβαιης και εκκαθαρισμένης απαίτησης απαιτείται ειδικά για τη διακεκριμένη μορφή της παρ. 2 και όχι για τη βασική μορφή.

Ευθύνεται ποινικά ο αποκτών το ακίνητο από τον οφειλέτη;

Το άρθρο 397 ΠΚ τιμωρεί και τον τρίτο που επιχειρεί τις πράξεις υπέρ του οφειλέτη. Ο αποκτών που γνωρίζει τον καταδολιευτικό σκοπό μπορεί να εμπλακεί στην ποινική διαδικασία. Η ευθύνη προϋποθέτει θετική γνώση του σκοπού ματαίωσης και όχι απλή αμέλεια.

Σταματά η ποινική δίωξη αν ρυθμιστεί η οφειλή σε δόσεις;

Η ένταξη σε ρύθμιση δόσεων δεν ισοδυναμεί με πλήρη ικανοποίηση του δανειστή. Η εξάλειψη του αξιοποίνου ή η απαλλαγή κατά το άρθρο 405 ΠΚ προϋποθέτει καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων υπερημερίας. Η σταδιακή αποπληρωμή μέσω ρύθμισης παράγει αποτέλεσμα μόνο όταν ολοκληρωθεί εντός των χρονικών ορίων που θέτει ο νόμος.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χρόνος τέλεσης σε ακίνητα: Το αδίκημα τελείται κατά τη μεταγραφή της μεταβιβαστικής σύμβασης, σημείο που καθορίζει τόσο την αφετηρία της πενταετούς παραγραφής όσο και το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς.

Τρίμηνη προθεσμία έγκλησης: Για το Δημόσιο, η προθεσμία των τριών μηνών τρέχει από τη γνώση της αρμόδιας υπηρεσίας. Η εκπρόθεσμη υποβολή της έγκλησης εξαλείφει το δικαίωμα δίωξης, ανεξάρτητα από την ουσία της υπόθεσης.

Παράθυρο απαλλαγής: Η πλήρης καταβολή κεφαλαίου και τόκων υπερημερίας από την ημέρα τέλεσης οδηγεί σε απαλλαγή ακόμη και μετά την έναρξη της δίκης, εφόσον προηγείται του τέλους της απόδειξης στον πρώτο βαθμό.

Διπλή τροχιά: Η ποινική ευθύνη του 397 ΠΚ και η αστική διάρρηξη των άρθρων 939 επ. ΑΚ κινούνται αυτοτελώς. Η έκβαση της μίας δεν προδικάζει την άλλη.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ποινική αντιμετώπιση της καταδολίευσης κατά του Δημοσίου.

Διασφάλιση Οφειλών Δημοσίου: Μέτρα Κατά Της Καταδολίευσης

Ποια Εργαλεία Έχει το Δημόσιο Απέναντι σε Καταδολιευτική Μεταβίβαση

Σε συντομία:

  • Όταν οφειλέτης μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία, το Δημόσιο δεν διαθέτει ένα μόνο εργαλείο αλλά πλέγμα μέτρων: αναγκαστική εκτέλεση κατά το άρθρο 48 ΚΦΔ, εγγραφή υποθήκης, δικαστική μεσεγγύηση και αγωγή διάρρηξης κατά τα άρθρα 939–946 ΑΚ.
  • Το άρθρο 48 ΚΦΔ επιτρέπει λήψη μέτρων ακόμη και πριν τη νόμιμη ημερομηνία καταβολής της οφειλής, σε υπόνοια καταδολίευσης ή φυγής από τη χώρα.
  • Με το άρθρο 47Α ΚΦΔ (ν.5293/2026) προβλέπεται νόμιμη οδός άρσης κατάσχεσης ακινήτου για πώληση επ’ αμοιβή, με σωρευτικές προϋποθέσεις και παρακράτηση τουλάχιστον 25% του τιμήματος υπέρ του Δημοσίου.
  • Η ΑΑΔΕ σχηματίζει φάκελο με τα στοιχεία της υπόθεσης και τον διαβιβάζει στο ΝΣΚ, που αναλαμβάνει την άσκηση της αγωγής. Η πενταετής παραγραφή του δικαιώματος αρχίζει από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας.
  • Η διαφορά μεταξύ νόμιμης αποδέσμευσης και απόκρυψης καθορίζει αν η μεταβίβαση παραμένει ασφαλής ή μπορεί να προσβληθεί.

Ποια μέτρα λαμβάνει το Δημόσιο όταν υποψιάζεται καταδολίευση από οφειλέτη;

Όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι οφειλέτης αποξενώνεται περιουσιακών στοιχείων για να ματαιώσει την είσπραξη, η Φορολογική Διοίκηση ενεργοποιεί συνδυασμό μέτρων και όχι ένα μεμονωμένο. Λαμβάνει μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά το άρθρο 48 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ – ν.5104/2024) ακόμη και πριν την ημερομηνία καταβολής, εγγράφει υποθήκη, ζητεί δικαστική μεσεγγύηση και ασκεί αγωγή διάρρηξης ώστε να κατασχεθεί το μεταβιβασθέν.

Η λογική του πλέγματος είναι χρονική. Κάθε μέτρο λαμβάνεται σε διαφορετική στιγμή:

  • τα μέτρα του άρθρου 48 δρουν προληπτικά, πριν καν καταστεί απαιτητή η οφειλή.
  • η μεσεγγύηση και η υποθήκη δεσμεύουν συντηρητικά το περιουσιακό στοιχείο όσο εκκρεμεί η κύρια διαφορά.
  • η αγωγή διάρρηξης, κατά τα άρθρα 939–946 ΑΚ, αποκαθιστά εκ των υστέρων τη ζημία, καθιστώντας δυνατή την κατάσχεση στην περιουσία του οφειλέτη υπέρ του Δημοσίου ως δανειστή.

Το άρθρο 939 ΑΚ παρέχει στη Φορολογική Διοίκηση τη δυνατότητα άσκησης της αγωγής διάρρηξης όχι μόνο για χρέη που εμπίπτουν στον ΚΦΔ αλλά για κάθε οφειλή προς το Δημόσιο.

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της αγωγής, η έννοια της αφερεγγυότητας και η γνώση του τρίτου εξετάζονται αυτοτελώς ως θεσμός. Για τον επιχειρηματία που σχεδιάζει ή έχει ήδη ολοκληρώσει μια μεταβίβαση, η ουσιαστική ερώτηση είναι ποιο ενεργοποιείται και σε ποιον χρόνο.

ΜέτροΝομική βάσηΤι πετυχαίνει το ΔημόσιοΧρόνος ενεργοποίησης
Μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσηςάρθρο 48 ΚΦΔΔέσμευση και εκτέλεση επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτηΑκόμη και πριν τη νόμιμη ημερομηνία καταβολής
Εγγραφή υποθήκηςάρθρο 48 ΚΦΔΕμπράγματη εξασφάλιση της απαίτησηςΜε εκτελεστό τίτλο, σε υπόνοια καταδολίευσης
Δικαστική μεσεγγύησηάρθρα 725–726 ΚΠολΔΔέσμευση του μεταβιβασθέντος, ακυρότητα κάθε διάθεσηςΣε επικείμενο κίνδυνο, μέσω ΝΣΚ
Αγωγή διάρρηξηςάρθρα 939–946 ΑΚΚατάσχεση στην περιουσία του οφειλέτη υπέρ του δανειστήΜετά τη μεταβίβαση, εντός πενταετίας

Μπορεί το Δημόσιο να λάβει μέτρα εκτέλεσης πριν την ημερομηνία καταβολής της οφειλής;

Ναι, κατ’ εξαίρεση. Το άρθρο 48 ΚΦΔ επιτρέπει στη Φορολογική Διοίκηση, με βάση τον εκτελεστό τίτλο, να λαμβάνει μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης ακόμη και πριν τη νόμιμη ημερομηνία καταβολής, πριν την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης ή πριν την παρέλευση της προθεσμίας πληρωμής, εφόσον υπάρχουν πληροφορίες ή υπόνοιες ότι ο φορολογούμενος θα μεταβιβάσει περιουσία ή θα εγκαταλείψει τη χώρα.

Η εξαίρεση αυτή ανατρέπει τη συνήθη σειρά της είσπραξης. Κανονικά, τα μέτρα προϋποθέτουν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή οφειλή. Το άρθρο 48, όμως, επιτρέπει στη διοίκηση να προλάβει την αποξένωση, δεσμεύοντας τα στοιχεία πριν φύγουν από την περιουσία του οφειλέτη. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η εγγραφή υποθήκης, που εξασφαλίζει εμπραγμάτως την απαίτηση και προηγείται μεταγενέστερων δανειστών.

Το όριο της δυνατότητας αυτής βρίσκεται στην έννοια της «υπόνοιας». Ο νόμος δεν αρκείται σε αόριστη εκτίμηση, αλλά απαιτεί συγκεκριμένες πληροφορίες ή ενδείξεις προπαρασκευαστικών ενεργειών.

Η αξιολόγηση του αν τα διαθέσιμα στοιχεία στοιχειοθετούν τέτοια υπόνοια και άρα δικαιολογούν τη λήψη μέτρων πριν την ωρίμανση της οφειλής, κρίνεται κατά περίπτωση και αποτελεί το σημείο όπου η νομική θέση του οφειλέτη μπορεί να αμφισβητηθεί. Όταν τα μέτρα προχωρήσουν στο στάδιο της αναγκαστικής είσπραξης, εφαρμόζεται ο Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

Πότε ζητείται δικαστική μεσεγγύηση των μεταβιβασθέντων;

Η δικαστική μεσεγγύηση επιδιώκεται ως ασφαλιστικό μέτρο, κατά τα άρθρα 725–726 ΚΠολΔ και μέσω του ΝΣΚ, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις άσκησης της αγωγής διάρρηξης για μια μεταβίβαση και υπάρχει ή πιθανολογείται επικείμενος κίνδυνος ή επείγουσα περίπτωση. Σκοπός είναι η αποτροπή ανεπανόρθωτων καταστάσεων, όπως η περαιτέρω εκποίηση ή η επιβάρυνση του ακινήτου με νέα εμπράγματα βάρη.

Στη δικαστική μεσεγγύηση το αντικείμενο παραδίδεται στον μεσεγγυούχο που ορίζει το δικαστήριο. Ο τρίτος που απέκτησε το περιουσιακό στοιχείο χάνει την εξουσία διάθεσης, στην οποία περιλαμβάνεται και η επιβάρυνσή του με εμπράγματο δικαίωμα.

Κάθε διάθεση που επιχειρείται κατά παράβαση είναι αυτοδικαίως άκυρη έναντι του υπέρ ου διατάχθηκε το μέτρο. Έτσι το ακίνητο παραμένει διαθέσιμο για την κατάσχεση που θα ακολουθήσει τη διάρρηξη.

Η εμπειρία από υποθέσεις είσπραξης δημοσίων οφειλών δείχνει ότι η μεσεγγύηση επιδιώκεται κυρίως όταν το ακίνητο κινδυνεύει να μεταπωληθεί ή να επιβαρυνθεί εκ νέου πριν τελεσιδικήσει η διάρρηξη.

Η μεσεγγύηση δεν είναι το μόνο προληπτικό εργαλείο αφού, παράλληλα, υφίσταται η συντηρητική κατάσχεση ως γενικότερο ασφαλιστικό μέτρο.

Σε κάθε περίπτωση, η δέσμευση έχει χρονικά όρια. Μια κατάσχεση που δεν οδηγεί σε πλειστηριασμό υπόκειται σε ανατροπή κατά το άρθρο 1019 ΚΠολΔ, στοιχείο που καθορίζει τον πραγματικό χρόνο εξασφάλισης.

Η τεκμηρίωση του επικείμενου κινδύνου εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και αποτελεί προϋπόθεση ευδοκίμησης του αιτήματος.

Πότε αίρεται κατάσχεση ακινήτου εν όψει μεταβίβασης από επαχθή αιτία;

Από τον Απρίλιο του 2026, το άρθρο 47Α ΚΦΔ, όπως προστέθηκε με τον ν.5293/2026, παρέχει στον οφειλέτη νόμιμη οδό. Μετά από αίτησή του, η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει απόφαση άρσης κατάσχεσης που έχει επιβάλει σε ακίνητο, ενόψει μεταβίβασής του από επαχθή αιτία με τίμημα, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατά νόμο προϋποθέσεις.

Οι σωρευτικές προϋποθέσεις είναι τέσσερις:

  1. να πληρούνται οι όροι χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής κατά το άρθρο 12 ΚΦΔ,
  2. το τίμημα να μην υπολείπεται της εμπορικής αξίας του ακινήτου όπως αυτή προσδιορίστηκε κατά τον χρόνο της κατάσχεσης,
  3. να παρακρατείται και να αποδίδεται από τον συμβολαιογράφο στο Δημόσιο ποσοστό του τρέχοντος υπολοίπου της κατάσχεσης, που δεν μπορεί να υπολείπεται του 25% και
  4. κατά τον χρόνο της αποδέσμευσης να μην υφίστανται βάρη υπέρ άλλων δανειστών επί του ακινήτου.

Η διαδικασία και το έντυπο της απόφασης καθορίζονται με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ.

Η αντιπαράθεση των δύο επιλογώνείναι κρίσιμη. Η νόμιμη αποδέσμευση κατά το άρθρο 47Α εξασφαλίζει στο Δημόσιο μέρος του τιμήματος και αφήνει τη μεταβίβαση έγκυρη και απρόσβλητη.

Αντίθετα, μια αποξένωση που γίνεται για να ματαιώσει την είσπραξη ενεργοποιεί το οπλοστάσιο των μέτρων και εκθέτει τη συναλλαγή σε διάρρηξη, ενώ μπορεί να στοιχειοθετήσει και ποινική ευθύνη για καταδολίευση δανειστών.

Η προϋπόθεση περί απουσίας βαρών υπέρ άλλων δανειστών είναι το πιο λεπτό σημείο, καθώς πολλοί οφειλέτες έχουν ταυτόχρονα και ασφαλιστικές οφειλές, η ύπαρξη των οποίων μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή της διάταξης. Η εκτίμηση του αν μια συγκεκριμένη μεταβίβαση χωρά στο πλαίσιο του 47Α απαιτεί ανάγνωση της εικόνας βαρών και οφειλών πριν την κατάρτιση του συμβολαίου.

Ποια διαδικασία ακολουθεί η ΑΑΔΕ μέχρι την άσκηση της αγωγής διάρρηξης;

Η αρμόδια για την είσπραξη υπηρεσία ελέγχει τα εκκαθαριστικά σημειώματα και τις δηλώσεις του οφειλέτη, εντοπίζει μεταβιβάσεις, ζητεί από το υποθηκοφυλακείο ή το κτηματολογικό γραφείο αντίγραφα μερίδας από τα οποία προκύπτει η αιτία της μεταβίβασης και ο χρόνος κατάρτισής της, σχηματίζει φάκελο με τα στοιχεία και τους ισχυρισμούς που θεμελιώνουν την καταδολίευση και τον διαβιβάζει στο ΝΣΚ για την άσκηση της αγωγής.

Ειδικότερα, η υπηρεσία συγκρίνει τις δηλώσεις Ε9 διαδοχικών ετών για να εντοπίσει ακίνητα που έπαψαν να δηλώνονται, ελέγχει το έντυπο Ε2 και τις δηλώσεις φόρου μεταβίβασης, ενώ αναζητεί τα στοιχεία που θεμελιώνουν τον δόλο του οφειλέτη.

Τέτοιο στοιχείο αποτελεί, ιδίως, η μεταβίβαση που έγινε μετά την κοινοποίηση εντολής ελέγχου, πρόσκλησης για βιβλία ή σημειώματος διαπιστώσεων, αλλά πριν την απόκτηση εκτελεστού τίτλου. Παράλληλα διερευνάται η γνώση του τρίτου, μέσω αναζήτησης συγγενικών ή επαγγελματικών σχέσεων που τον συνδέουν με τον οφειλέτη.

Από την εμπειρία χειρισμού τέτοιων φακέλων, το κρίσιμο στοιχείο που αναζητά η υπηρεσία είναι ο χρόνος της μεταβίβασης σε σχέση με τα στάδια του ελέγχου, ζήτημα που καθορίζει αν μια επιχειρηματική μεταβίβαση καθίσταται προσβλητέα.

Δύο σημεία χρειάζονται προσοχή:

  • Πρώτον, η έρευνα και η διαβίβαση του φακέλου γίνονται ακόμη και αν η οφειλή αμφισβητείται ή τελεί σε αναστολή.
  • Δεύτερον, η πενταετής παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου αρχίζει από τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας και όχι από τη μεταγραφή του συμβολαίου, στοιχείο που η υπηρεσία ελέγχει πρώτο.

Η ακριβής αφετηρία και η εφαρμογή της παραγραφής στο φορολογικό πλαίσιο αναλύονται χωριστά.

Συχνές ερωτήσεις

Μπορεί το Δημόσιο να ασκήσει αγωγή διάρρηξης για κάθε οφειλή ή μόνο για φορολογική;

Για κάθε χρέος προς το Δημόσιο. Το άρθρο 939 ΑΚ δεν περιορίζεται στις οφειλές που εμπίπτουν στον ΚΦΔ, αλλά παρέχει το δικαίωμα διάρρηξης για κάθε απαλλοτρίωση που έγινε προς βλάβη του Δημοσίου ως δανειστή, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή του.

Μπορεί να πουληθεί νόμιμα ακίνητο που έχει κατασχεθεί από την εφορία;

Ναι, μέσω του άρθρου 47Α ΚΦΔ. Μετά από αίτηση του οφειλέτη, η Φορολογική Διοίκηση αίρει την κατάσχεση ενόψει μεταβίβασης με τίμημα, εφόσον το τίμημα δεν υπολείπεται της εμπορικής αξίας, παρακρατείται ποσοστό τουλάχιστον 25% υπέρ του Δημοσίου και δεν υφίστανται άλλα βάρη. Πρόκειται για νόμιμη πώληση, σε αντίθεση με την απόκρυψη που προσβάλλεται.

Τι ισχύει αν η οφειλή αμφισβητείται ή τελεί σε αναστολή;

Η αμφισβήτηση ή η αναστολή της οφειλής δεν αναστέλλει την έρευνα. Η αρμόδια υπηρεσία οφείλει να προβαίνει στις απαιτούμενες ενέργειες και στη διαβίβαση του φακέλου στο ΝΣΚ, εφόσον προκύπτουν υπόνοιες καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, ανεξάρτητα από το αν το χρέος βρίσκεται σε νόμιμη, δικαστική ή διοικητική αναστολή.

Σε πόσο χρόνο παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για διάρρηξη;

Σε πέντε έτη. Η αφετηρία της παραγραφής τοποθετείται στον χρόνο κατάρτισης της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και όχι στον χρόνο μεταγραφής του συμβολαίου, όταν πρόκειται για ακίνητο. Για τον λόγο αυτό η υπηρεσία ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χρόνο σύνταξης της συμβολαιογραφικής πράξης.

Πρακτικές επισημάνσεις

  • Κρίσιμος χρόνος της μεταβίβασης: μια αποξένωση μετά την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή σημειώματος διαπιστώσεων θεμελιώνει ευκολότερα δόλο, ακόμη και αν προηγείται του εκτελεστού τίτλου.
  • Η νόμιμη οδός υπάρχει και προηγείται: για κατασχεμένο ακίνητο, η διαδρομή του άρθρου 47Α αφήνει τη μεταβίβαση απρόσβλητη, ενώ η απόκρυψη ενεργοποιεί ταυτόχρονα διάρρηξη, μεσεγγύηση και ενδεχόμενη ποινική ευθύνη.
  • Τα βάρη υπέρ άλλων δανειστών μπλοκάρουν το 47Α: η ύπαρξη ασφαλιστικών ή άλλων οφειλών με εγγεγραμμένα βάρη επί του ακινήτου εμποδίζει την εφαρμογή της διάταξης και ελέγχεται πριν την κατάρτιση του συμβολαίου.
  • Η αμφισβήτηση της οφειλής δεν προστατεύει: η έρευνα για καταδολίευση και η διαβίβαση φακέλου στο ΝΣΚ προχωρούν ανεξάρτητα από τυχόν αναστολή ή ένδικη αμφισβήτηση του χρέους.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα μέτρα του Δημοσίου κατά της καταδολίευσης.

Η Δικαστική Μεσεγγύηση Ως Ασφαλιστικό Μέτρο

Δικαστική μεσεγγύηση ορίζεται η παράδοση σε κάποιον, καλούμενο μεσεγγυούχο, δυνάμει δικαστικής απόφασης, του εριζόμενου πράγματος, κινητού ή ακινήτου, για την εξασφάλιση των επ’ αυτού δικαιωμάτων ενός ή περισσοτέρων προσώπων, τα οποία (δικαιώματα) αμφισβητούνται ή είναι αβέβαια. Ο μεσεγγυούχος, δε, υποχρεούται να αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, μόνο μετά από δικαστική απόφαση (ΑΠ 1626/2017).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 725 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης, αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί μεσεγγύηση.

Τέτοια διαφορά δημιουργείται, πλην άλλων, και στην περίπτωση που διεκδικείται ακίνητο που μεταβιβάσθηκε με καταδολιευτική δικαιοπραξία.

Προϋποθέσεις Λήψης Του Ασφαλιστικού Μέτρου Της Μεσεγγύησης

Προκειμένου να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης, το οποίο αναγνωρίζεται ως αυτοτελές ασφαλιστικό μέτρο και έχει ως συνέπεια την απαγόρευση διάθεσης του πράγματος, αφού αποβλέπει στη διατήρηση του πράγματος με σκοπό απόδοσης του αυτούσιου στο δικαιούχο, πρέπει να υπάρχει, εκτός από τη βασική προϋπόθεση λήψης κάθε ασφαλιστικού μέτρου, δηλαδή επείγουσα περίπτωση και επικείμενος κίνδυνος (ΚΠολΔ 682 παρ. 1) και διαφορά για το πράγμα, στην οποία περιλαμβάνεται και η ενοχική έστω αξίωση.

Ο αιτών δικαιούται να ζητήσει αυτούσιο το πράγμα.

Η δικαστική μεσεγγύηση δεσμεύει κατ’ αρχήν νομικά το αντίστοιχο δικαίωμα (κυριότητας) και εμποδίζει την περαιτέρω διάθεση, του, στην οποία περιλαμβάνεται και η επιβάρυνση του ακινήτου με εμπράγματο δικαίωμα (άρθ. 715 παρ. 1 και 727 του ΚΠολΔ).

Δεσμεύει όμως και υλικά το πράγμα, διότι ο διοριζόμενος υποχρεωτικά, κατά το άρθρο 726 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως μεσεγγυούχος του πράγματος, φυλάει αυτό για λογαριασμό της Πολιτείας, ως δημόσιο όργανο (άρθρα 726 παρ. 5, 956 παρ. 4 ΚΠολΔ), έχοντας αυξημένη ευθύνη στα πλαίσια του λειτουργήματος του.

Ο Ρόλος Του Μεσεγγυούχου

Η δικαστική απόφαση που διατάσσει δικαστική μεσεγγύηση πρέπει να καθορίζει και το πρόσωπο, που διορίζεται ως μεσεγγυούχος. Αυτός μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, που κρίνεται κατάλληλο, χωρίς καμία δέσμευση ως προς την επιλογή του ή τον διορισμό του κατόχου του δεσμευόμενου πράγματος.

Μπορεί, όμως, να διοριστεί μεσεγγυούχος ο νομέας ή κάτοχος, οπότε παύει να κατέχει για λογαριασμό του και υπόκειται στη ρύθμιση που ισχύει για τον μεσεγγυούχο.

Μπορεί ακόμη να διοριστεί μεσεγγυούχος ο αιτών τη μεσεγγύηση, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του καθ’ ου η αίτηση.

Περαιτέρω, το δικαστήριο δεν έχει καμία δέσμευση ως προς την επιλογή του προσώπου του μεσεγγυούχου από την υποβληθείσα αίτηση, αλλά παρέχεται σε αυτό διακριτική ευχέρεια για τον διορισμό του, βάσει της οποίας μπορεί να διορίσει τον οφειλέτη στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η μεσεγγύηση. Επίσης, μπορεί να διορίσει και τρίτο πρόσωπο αν κρίνεται κατάλληλο, ανεξάρτητα αν αυτός προτείνεται από τους διαδίκους.

Ο μεσεγγυούχος όμως, στον οποίο δεν μεταβιβάζεται η νομή των υπό μεσεγγύηση διέπεται κατ’ αρχήν από τις διατάξεις που αφορούν το θεματοφύλακα στην περίπτωση της παρακαταθήκης και περιορίζεται να φυλάει τα μεσεγγυημένα αντικείμενα, χωρίς να έχει δικαίωμα χρήσης τους.

Αλλά εάν το επιβάλλει, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, η φύση του μεσεγγυημένου πράγματος, ο μεσεγγυούχος μπορεί, κατά το άρθρο 956 παρ. 4 ΚΠολΔ, που αφορά τη μεσεγγύηση στην αναγκαστική κατάσχεση και εφαρμόζεται και στη δικαστική μεσεγγύηση ως ασφαλιστικό μέτρο κατά το άρθρο 726 παρ. 5 αυτού, να ενεργεί και διαχειριστικές πράξεις μετά από άδεια του δικαστηρίου, την οποία δικαιούνται να ζητήσουν ο μεσεγγυούχος και οι έχοντες έννομο συμφέρον, πλην όμως η άδεια αυτή μόνο στο μεσεγγυούχο παρέχεται.

Στην περίπτωση δε που παρασχεθεί από το δικαστήριο η άδεια αυτή, τότε ο μεσεγγυούχος καθίσταται διαχειριστής. Τυχόν κίνδυνος μείωσης της αξίας του μεσεγγυημένου πράγματος, ως εκ της αχρησίας του, δύναται να αντιμετωπιστεί με την παροχή αδείας από μέρους του δικαστηρίου προς το μεσεγγυούχο για την εκμετάλλευση του.

Το Ταμείο Παρακαταθηκών Και Δανείων Ως Μεσεγγυούχος

Αν τα πράγματα είναι κατά νόμο δεκτικά καταθέσεως, το δικαστήριο δεν διορίζει μεσεγγυούχο αλλά διατάζει τη δημόσια κατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Η ιδιότητα του Ταμείου ως δημοσίας αρχής και ειδικότερα ως ΝΠΔΔ δεν μεταβάλλει τη σχέση της δημοσίας καταθέσεως ως συμβάσεως παρακαταθήκης του κοινού δικαίου διεπομένης από τις περί αυτής (822-832 ΑΚ) και της δημοσίας καταθέσεως (427-433 ΑΚ) διατάξεις του ΑΚ και της νομοθεσίας περί του ΤΠΔ.

Απόδοση Του Πράγματος

Επί της συμβατικής καθώς και επί της δικαστικής μεσεγγυήσεως η απόδοση του πράγματος οφείλεται μόνον σε εκείνον από τους περισσοτέρους ενδιαφερομένους, στον οποίο το πράγμα περιέρχεται όταν αρθεί η αμφισβήτηση ή η αβεβαιότητα, που θα αναγνωρισθεί ως δικαιούχος είτε με συμφωνία των μερών είτε μετά τελεσίδικη ή ανέκκλητη δικαστική απόφαση που τέμνει τη διαφορά, η οποία προκάλεσε τον διορισμό μεσεγγυούχου.

Εκ των πλειόνων δε ενδιαφερομένων διατάσσεται η απόδοση σ’ εκείνον που αναγνωρίστηκε με την απόφαση ως δικαιούχος.

Η απόδοση του πράγματος δεν μπορεί να γίνει προτού αρθεί η αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των περισσοτέρων ενδιαφερομένων επί του πράγματος.

Ισχύς Ασφαλιστικών Μέτρων

Περαιτέρω, απόφαση ασφαλιστικών μέτρων έχει, κατά το άρθρ. 695 ΚΠολΔ, προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση, δηλαδή τα ασφαλιστικά μέτρα, ως μορφή προσωρινής δικαστικής, προστασίας που αποσκοπούν στην διασφάλιση των εριζόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων μέχρι την οριστική κρίση της διαφοράς τους ή τη ρύθμιση μέχρι τότε μιας κατάστασης προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου ή λόγω συνδρομής επείγουσας περίπτωσης (άρθρ. 682 ΚΠολΔ), έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα και συνδέονται τελολογικά με την κύρια διαγνωστική δίκη και κατ’ επέκταση με το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα.

Ωστόσο η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων αποτελεί γνήσια εκδήλωση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, αφού η κρίση της είναι αυθεντική και συνεπώς δεσμευτική για το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιώματος προσωρινής δικαστικής προστασίας και αναλόγως ως προς τα ληπτέα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία διαπλάσσονται προσωρινά οι ουσιαστικές σχέσεις των διαδίκων.

Σε κάθε δηλαδή περίπτωση το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα δεν είναι αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά απλό προδικαστικό ζήτημα, που εξετάζεται παρεμπιπτόντως για να θεμελιωθεί στη συνέχεια με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 682 ΚΠολΔ το συνταγματικά κατοχυρωμένο δημόσιο δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας (αρθρ. 20 § 1 Συντ.).

Η απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα έχει μεν προσωρινή ισχύ με την έννοια ότι δεσμεύει και μπορεί να εκτελεστεί ενόσω δεν έχει καταλυθεί, όμως και μετά την κατάλυσή της καλύπτει μόνιμα με τον μανδύα της νομιμότητας τη διάπλαση που πραγματοποιήθηκε σε συμμόρφωση μ’ αυτή, αφού κατά την κρατούσα γνώμη η κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, επειδή ακριβώς δεν είναι αποτέλεσμα ένδικου μέσου (παρά μόνο στην περίπτωση του άρθρ. 734§3 ΚΠολΔ), δεν θίγει την αρχική νομιμότητα των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά την νομιμότητα της διατήρησής τους και συνεπώς δεν οδηγεί σε αναδρομική άρση των συνεπειών τους.

Αναδρομικότητα & Ανατροπή

Έτσι η κατάλυση γενικώς της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, μόνον κατ’ εξαίρεση έχει αναδρομικά αποτελέσματα, δηλαδή αν αφορά προσημείωση υποθήκης (άρθρ. 1277 σε συνδυασμό με άρθρ. 1331 και 1280 εδ. β ΑΚ) ή στην περίπτωση του άρθρ. 730§2 ΚΠολΔ και βέβαια όταν πρόκειται για απόφαση προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής που εξαφανίσθηκε ύστερα από έφεση.

Αντίστοιχα, δεν ανατρέπεται αναδρομικά, αλλά μόνον για το μέλλον και το δεδικασμένο, που απορρέει από την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και καλύπτει αυθεντικά το αντικείμενο της σχετικής δίκης.

Με την ειδικότερη αυτή έννοια η προσωρινή ισχύς της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων χαρακτηρίζει ως προσωρινό και το δεδικασμένο της, το οποίο πάντως κάμπτεται έμμεσα όταν εκτοπισθεί από το δεδικασμένο της απόφασης για την κύρια δίκη.

Ως κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νοούνται συστηματικά οι περιπτώσεις της αυτοδίκαιης αποδυνάμωσής της κατά τα άρθρα 693§2, 715§5, 727, 729§5, 730§1 ΚΠολΔ και της ανάκλησης ή μεταρρύθμισής της με δικαστική απόφαση κατά το άρθρ. 696-698, 702§2εδ. β ΚΠολΔ, όπως επίσης και η εξαφάνιση ειδικά της απόφασης προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής ύστερα από έφεση κατά το άρθρ. 734§3 ΚΠολΔ, ενώ υπό ευρεία έννοια κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων συνιστά και η ανάλωσή της κατά το περιεχόμενό της με εκούσια προς αυτή συμμόρφωση, αναγκαστική εκτέλεσή της ή και εκ των πραγμάτων.

Διαφορά Συντηρητικής Κατάσχεσης Από Δικαστική Μεσεγγύηση

Τέλος, η δικαστική μεσεγγύηση (που αντικατέστησε τη «συντηρητική κατάσχεση επί σκοπώ διεκδικήσεως» του προΐσχύσαντος δικαίου), διαφοροποιείται από το άλλο ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης (άρθρα 707 επ. ΚΠολΔ), ως προς το εξής:

Η μεν δικαστική μεσεγγύηση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση μη χρηματικών απαιτήσεων, δεσμεύει προσωρινά το πράγμα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μελλοντική άμεση αναγκαστική εκτέλεση για την παράδοση ή απόδοση αυτούσιου του δεσμευμένου πράγματος, η δε συντηρητική κατάσχεση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρα 723, 724 του ΚΠολΔ), δεσμεύει προσωρινά το περιουσιακό αντικείμενο του οφειλέτη που κατασχέθηκε, προκειμένου να καταστεί δυνατή μετά την τροπή της συντηρητικής κατάσχεσης σε αναγκαστική (άρθρο 722 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η μελλοντική έμμεση, αναγκαστική εκτέλεση, για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης του δανειστή που την επέβαλε από το προϊόν του πλειστηριασμού.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη Δικαστική Μεσεγγύηση.

Η Αλληλέγγυα Ευθύνη Του Φορολογικού Αντιπροσώπου

Σύμφωνα με την πρόσφατη Απόφαση 1343/2025 της ΔΕΔ επιβεβαιώθηκε η αλληλέγγυα ευθύνη του φορολογικού αντιπροσώπου που προβλέπει ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας. Αναλυτικά:

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Νόμοι

Το άρθρο 40 του Ν. 5144/2024 (Κώδικας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας) ορίζει ότι :

«1. Για την παράδοση αγαθών, την ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών και την παροχή υπηρεσιών, υπόχρεοι στον φόρο είναι:

γ) ο φορολογικός αντιπρόσωπος του εγκατεστημένου εκτός Ελλάδας υποκειμένου στον φόρο, για τις πραγματοποιούμενες από αυτόν πράξεις, για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, εκτός των πράξεων που αναφέρονται στις περ. ε) και στ),

δ) … ε) ο λήπτης των αγαθών, εφόσον είναι υποκείμενος στον φόρο, για τις κατωτέρω πράξεις για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, εφόσον οι πράξεις αυτές πραγματοποιούνται από μη εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενο στον φόρο:
εα) παράδοση αγαθών κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 20, και στο τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο με αυτό παραστατικό πωλήσεων που εκδίδεται, γίνεται ρητή αναφορά ότι πρόκειται για παράδοση αγαθών που πραγματοποιείται μετά από ενδοκοινοτική απόκτηση κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 20 και αναγράφεται τόσο ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΑΦΜ/ΦΠΑ), με τον οποίο ο υποκείμενος αυτός πραγματοποίησε την ενδοκοινοτική απόκτηση και τη μετέπειτα παράδοση αγαθών, όσο και ο ΑΦΜ/ΦΠΑ του παραλήπτη,

στ) ο λήπτης των υπηρεσιών, εφόσον είναι υποκείμενος στον φόρο ή μη υποκείμενο στον φόρο νομικό πρόσωπο το οποίο διαθέτει ΑΦΜ/ΦΠΑ στο εσωτερικό της χώρας, για τις παροχές υπηρεσιών για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 18, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται από μη εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενο στον φόρο, (…)»

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Ν. 5144/2024 (το οποίο αντικατέστησε τα αντίστοιχα άρθρα των νόμων 4174/2013 και 4987/2022), περί αλληλέγγυας ευθύνης των διοικούντων, ορίζονται τα εξής:

«1. Τα πρόσωπα που είναι εκτελεστικοί πρόεδροι, διευθυντές, γενικοί διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι, εντεταλμένοι στη διοίκηση και εκκαθαριστές των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τη διαχείριση ή διοίκηση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για την πληρωμή του φόρου εισοδήματος, παρακρατούμενου φόρου, κάθε επιρριπτόμενου φόρου, Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), που οφείλονται από αυτά τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής τους, όπως και για τους τόκους, πρόστιμα, προσαυξήσεις και οποιεσδήποτε διοικητικές χρηματικές κυρώσεις επιβάλλονται επ’ αυτών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

  • Τα ανωτέρω πρόσωπα είχαν μια από τις ανωτέρω ιδιότητες είτε κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας είτε κατά τον χρόνο λύσης, διάλυσης ή συγχώνευσής τους είτε κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισής τους,
  • Οι οφειλές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά τη διάρκεια της θητείας τους υπό κάποια εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων με την επιφύλαξη των επόμενων εδαφίων.

Αν οι οφειλές διαπιστώνονται μετά από έλεγχο, ως αλληλεγγύως υπεύθυνα πρόσωπα κατά την έννοια της παρούσας νοούνται μόνο τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των περ. α) και γ) κατά το φορολογικό έτος ή την περίοδο στην οποία ανάγονται οι οφειλές αυτές. Εάν οι φορολογικές οφειλές της παρούσας έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει και τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των περ. α) και γ) κατά τον χρόνο που κάθε δόση της ρύθμισης κατέστη ληξιπρόθεσμη ή η ρύθμιση απωλέσθηκε.

Για τα ποσά των τόκων, των προσαυξήσεων, των προστίμων και των λοιπών χρηματικών κυρώσεων, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει τα πρόσωπα που είναι αλληλεγγύως υπεύθυνα για την κύρια οφειλή επί της οποίας υπολογίζονται και επιβάλλονται τα ποσά αυτά.
  • Οι εν λόγω οφειλές δεν καταβλήθηκαν ή δεν αποδόθηκαν στο Δημόσιο από υπαιτιότητα των ανωτέρω προσώπων. Το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη υπαιτιότητας φέρουν τα πρόσωπα της παρούσας.
  • Ειδικά αν απωλεσθεί ρύθμιση στην οποία είχαν υπαχθεί οι εν λόγω οφειλές, τα πρόσωπα που ευθύνονται αλληλέγγυα δύνανται να επανεντάξουν, κατόπιν αίτησής τους, στο ίδιο καθεστώς ρύθμισης τις υπολειπόμενες οφειλές του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας για τις οποίες έχουν ευθύνη καταβολής. Διατάξεις και όροι που διέπουν την αρχική ρύθμιση στην οποία γίνεται επανένταξη, εξακολουθούν να ισχύουν. Στα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας, παρέχεται πληροφόρηση για τις οφειλές για τις οποίες έχουν ευθύνη καταβολής μέσω των πληροφοριακών συστημάτων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, κατά παρέκκλιση του άρθρου 21 περί φορολογικού απορρήτου…»
Εγκύκλιοι

Σύμφωνα με την ΠΟΛ. 1113/22-05-2013  «Διαδικασία χορήγησης Α.Φ.Μ. και υποβολής περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ για την καταβολή του φόρου από υποκείμενους στο φόρο που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης» προβλέπεται ότι :

«Άρθρο 1 Διαδικασία χορήγησης Α.Φ.Μ.

1. Οι υποκείμενοι στο φόρο που δεν είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα αλλά εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και πραγματοποιούν πράξεις, για τις οποίες είναι υπόχρεοι για την καταβολή του ΦΠΑ στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1.β’ του άρθρου 35 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000) υποχρεούνται, να υποβάλλουν δήλωση έναρξης εργασιών σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 36 του ίδιου Κώδικα. Στις περιπτώσεις που οι ως άνω υποκείμενοι δεν ορίζουν φορολογικό αντιπρόσωπο, ο Α.Φ.Μ. χορηγείται με την υποβολή της δήλωσης του Παραρτήματος Ι της παρούσας, η οποία αποτελεί, για τις ανάγκες εφαρμογής της και μόνο, δήλωση απόδοσης Α.Φ.Μ./έναρξης εργασιών…. 

Άρθρο 3 Ορισμός – ανάκληση φορολογικού αντιπροσώπου

  1. Στην περίπτωση που ο υποκείμενος στο φόρο έχει λάβει Α.Φ.Μ. με τις διαδικασίες της ΠΟΛ.1113/22.5.2013 Α.Υ.Ο. και επιθυμεί στο εξής να ορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο στην Ελλάδα, υποβάλλεται από τον φορολογικό αντιπρόσωπο στον αρμόδιο υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. φορολογίας του η σχετική δήλωση μεταβολής, έντυπο Μ2 ή Μ3, κατά περίπτωση, συνυποβάλλεται το έντυπο Μ7, καθώς και το σχετικό για τον ορισμό του πληρεξούσιο έγγραφο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις…
  2. Στην περίπτωση που ο υποκείμενος στο φόρο επιθυμεί την ανάκληση του φορολογικού αντιπροσώπου, προκειμένου ο ίδιος να εκπληρώνει πλέον τις φορολογικές του ως προς τον Φ.Π.Α. υποχρεώσεις, αποστέλλει στη Δ.Ο.Υ. Α’ Αθηνών τη δήλωση της παρούσας, σημειώνοντας (Χ) στις ενδείξεις «Μεταβολή» και «Ανάκληση φορολογικού αντιπροσώπου», αναγράφοντας ως ημερομηνία μεταβολής την ημερομηνία ανάκλησης του εγγράφου πληρεξουσιότητας, τον Α.Φ.Μ. που διαθέτει στην Ελλάδα μέσω του φορολογικού αντιπροσώπου και τα λοιπά στοιχεία της δήλωσης…»
Επίσης, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1125/2016 «Υποχρέωση απόκτησης ΑΦΜ ή ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου από μη εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα κατά την εισαγωγή και εξαγωγή εμπορευμάτων, καθώς και την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακά ανασταλτικά καθεστώτα» ορίζεται :

«Με αφορμή προφορικά και γραπτά ερωτήματα τελωνειακών αρχών και οικονομικών φορέων, καθώς και των τελωνειακών τους αντιπροσώπων αναφορικά με την υποχρέωση ή μη απόκτησης ΑΦΜ για εγκατεστημένα σε άλλο Κράτος Μέλος της Ε.Ε ή εκτός Ε.Ε υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας και πραγματοποιούν εισαγωγές και εξαγωγές εμπορευμάτων ή θέτουν εμπορεύματα τρίτων χωρών σε τελωνειακά ανασταλτικά καθεστώτα μέσω υποβολής των κατά περίπτωση προβλεπομένων τελωνειακών παραστατικών, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα :

i. Αριθμοί αναγνώρισης οικονομικών φορέων : για τελωνειακούς σκοπούς (αριθμός EORI) και σκοπούς ΦΠΑ (ΑΦΜ)……….. Στις υποχρεώσεις των υποκείμενων στο φόρο προσώπων, εμπίπτει, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 36 του Ν.2859/2000 “Κώδικας ΦΠΑ”, η απόκτηση μοναδικού αριθμού φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ).

Η υποχρέωση απόκτησης ΑΦΜ, μέσω ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, για τους υποκείμενους στο φόρο που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ε.Ε είναι δυνητική δεδομένου ότι τα πρόσωπα αυτά καθίσταται δυνατόν να αποκτούν ΑΦΜ στη χώρα μας με τη διαδικασία της ΠΟΛ.1113/22.5.2013 Α.Υ.Ο.

Για υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα που δεν είναι μόνιμα εγκαταστημένα στο εσωτερικό της χώρας ή στο εσωτερικό άλλου Κράτους Μέλους, η απόκτηση ΑΦΜ, μέσω ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, είναι υποχρεωτική.

Ο ορισμός φορολογικού αντιπροσώπου πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας με την κατάθεση πληρεξουσίου εγγράφου στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ που είναι αρμόδιος για τη φορολογία εισοδήματος του φορολογικού αντιπροσώπου.

Οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αυτών καθορίζονται στην ΠΟΛ.1281/26.8.1993 Α.Υ.Ο, όπως ισχύει. Ο φορολογικός αντιπρόσωπος έχει αλληλέγγυα ευθύνη με το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο (άρθρο 7 της ΠΟΛ.1282/93 Α.Υ.Ο). Ευνόητο είναι ότι, ο φορολογικός αντιπρόσωπος αποκτά ΑΦΜ για λογαριασμό κάθε εντολέα του, το οποίο δεν πρέπει να συγχέεται με το ΑΦΜ που διαθέτει ο ίδιος ως φυσικό ή νομικό πρόσωπο

Ερμηνεία

Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, για φορολογητέες πράξεις που διενεργούνται στο εσωτερικό της Ελλάδος από επιχείρηση με εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και έχουν ως τόπο φορολογίας την Ελλάδα και, εφόσον δεν υπάρχει υποχρέωση για μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα, η  επιχείρηση μπορεί  να επιλέξει είτε  να  λάβει  Α.Φ.Μ. /Φ.Π.Α. μέσω  ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, που θα ενεργεί για λογαριασμό της (καθίσταται υπόχρεος για την υποβολή δηλώσεων και την καταβολή του οφειλόμενου Φ.Π.Α. και φέρει αλληλέγγυα ευθύνη), είτε να λάβει ελληνικό Α.Φ.Μ. /Φ.Π.Α. και να εκπληρώνει η ίδια τις δηλωτικές υποχρεώσεις της,  με την καταβολή του σχετικού Φ.Π.Α.

Εφόσον, όμως αλλοδαπή εταιρία υποβάλλει δήλωση έναρξης εργασιών στην Ελλάδα ορίζοντας φορολογικό αντιπρόσωπο, ο τελευταίος υπέχει αλληλέγγυα ευθύνη.

Τούτο δε μάλιστα, ανεξάρτητα από το αν ήταν εκ του νόμου υποχρεωτικός ή όχι ο ορισμός φορολογικού αντιπροσώπου, με την έννοια ότι θα ήταν αρκετός ο ορισμός εκπροσώπου του άρθρου 8 Ν. 5104/2024 αντί αντιπροσώπου.   

ΔΙΑΦΟΡΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ

Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 5104/2024 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας- ΚΦΔ):

  1. Φορολογούμενος που είναι φορολογικός κάτοικος αλλοδαπής δύναται να ορίσει ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, φορολογικό κάτοικο Ελλάδας, ως φορολογικό εκπρόσωπο για σκοπούς συμμόρφωσης με τις τυπικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από τον Κώδικα, στον οποίο αποστέλλεται κάθε είδους αλληλογραφία σχετικά με τον φορολογούμενο.
  2. Ειδικά για τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και τον φόρο ασφαλίστρων, ισχύει η περ. δ) της παρ. 4 του άρθρου 36 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α’ 248), περί ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου.
  3. Το πρόσωπο που ορίζεται φορολογικός εκπρόσωπος δεν ευθύνεται για την εκπλήρωση ή μη των φορολογικών υποχρεώσεων του φορολογούμενου.

Επομένως, ο φορολογικός αντιπρόσωπος είναι ουσιαστικά ο αντίκλητος του φορολογικού κατοίκου αλλοδαπής, του οποίου η μοναδική ευθύνη είναι να λαμβάνει το φορολογική αλληλογραφία για λογαριασμό του τελευταίου.

Αντίθετα, όπως αναλύθηκε, ο φορολογικός αντιπρόσωπος έχει τις παραπάνω αρμοδιότητες και, επιπροσθέτως, υπέχει αλληλέγγυα ευθύνη έναντι του Δημοσίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αλληλέγγυα ευθύνη του φορολογικού αντιπροσώπου αλλοδαπής εταιρείας.

Η Ρήτρα «Claims Made Policy» Στις Συμβάσεις Ασφάλισης

H ρήτρα «Claims Made Policy» («αξιώσεις που θα προβληθούν»), ορίζει ότι δεν αρκεί μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου, κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, για να γεννηθεί η υποχρέωση του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά τη διάρκειά αυτής της περιόδου οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή.

Κατά επιεικέστερη, δε, παραλλαγή της, αρκεί να αναγγελθεί απλώς στον ασφαλιστή η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης κατά τη διάρκειά της ασφαλιστικής περιόδου («ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας»).

Η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δεν συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσής του ασφαλισμένου προς αποζημίωση.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Ν. 2496/1997:

  • «Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενό της (λήπτη ασφάλισης) ή τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)»,

ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του αυτού ως άνω Ν. 2496/1997:

  • «Αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σε καταβολή του ποσού, για το οποίο δεν υπάρχει καθυστέρηση»

και κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ίδιου νόμου:

  • «Αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από 4 χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από 5 χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν».

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 του ίδιου ως άνω νόμου:

  • «Η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη».
Σχετική Νομολογία

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή, για ζημιές όχι δικές του αλλά τρίτων, για τις οποίες δημιουργείται αποζημιωτική ενοχή του ασφαλισμένου, γεννιέται μεν, όχι από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, δηλαδή όχι από τον χρόνο που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (όπως π.χ. επί της υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης από τη λειτουργία αυτοκινήτου), αλλά όταν ο ζημιωθείς τρίτος, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο, όχι αποκλειστικά την σχετική προς αποκατάσταση της ζημιάς του αγωγή, αλλά και εξώδικη δήλωση – όχληση (“claims made policy“).

Η τελευταία αρκεί για να αρχίσει από τότε η σύνδεση του αποτελέσματος του ζημιογόνου γεγονότος (ζημίας) με την περιουσία του ασφαλισμένου και για να επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου (ΑΠ 228/2023).

Ρήτρα Ενημέρωσης

Με τη διάταξη του άρθρου 7§1 του ν. 2496/1997 ορίζεται ότι ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός 8 ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η υπαίτια παράβαση από το λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του.

Ακολούθως, με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 του ίδιου και πάλι άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.

Η υποχρέωση ειδικότερα του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (“claims made policy“) συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται όμως σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητά του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή (ΟλΑΠ 18/2025).

Ασφάλιση Επαγγελματικών Κινδύνων & Επαγγελματικής Ευθύνης

Εξάλλου, η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την «κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων», πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33§1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις “ημιαναγκαστικού” κατ’ αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν.

Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχομένη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκουμένης υπό ανίσους όρους συμβατικής ελευθερίας.

Αντίθετα στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ. 33§1 του ν. 2496/1997 είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ’ αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν. 2496/1997.

Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρ. 7§6 του ν. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού (2496/1997), που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ’ αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών.

Συνεπώς ως απαλλακτική ρήτρα μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα “claims made policy”.

Μάλιστα, με την υπ’ αριθ. 14/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έχει ήδη κριθεί ότι η ρήτρα “claims made policy” μπορεί έγκυρα να συμφωνηθεί στην ασφάλιση πίστωσης κατά επαγγελματικών κινδύνων, οπότε όμως συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος για να γίνει δεκτή η ρήτρα αυτή και στις λοιπές ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων.

Επομένως η απαλλακτική ρήτρα “claims made policy“, εφόσον γίνεται τελικά δεκτό ότι αποτελεί ευχέρεια παρεχομένη από το άρθρ. 7§6 του ν. 2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρ. 33§1 του νόμου αυτού.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Η ίδια εξάλλου ρήτρα «Claims Made Policy» δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ’ εαυτής στη ρύθμιση του άρθρ. 2§8 του ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρ. 13§3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρ. 7§6 του παραπάνω νόμου.

Ωστόσο, στη θεωρία κυρίως, υποστηρίζεται και η άποψη ότι η παρ. 6 είναι συνέχεια της παρ. 5 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997 και συνεπώς η διεύρυνση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων πρέπει να έχει τη στενότερη έννοια της απόκλισης από το βαθμό μόνο της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος όχι μόνον όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στην παρ. 5 προσώπων, αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφριά αμέλειά τους.

Γι’ αυτό, άλλωστε, κατά την ίδια άποψη, η πρόβλεψη της παρ. 6 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997 επαναλαμβάνεται και με άλλες διατάξεις του νόμου αυτού σε ανάλογες περιπτώσεις κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, που θα ήταν περιττές, αν η παρ. 6 είχε γενικευμένη ευρεία εφαρμογή.

Όμως, οι μεν διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 18 του ίδιου νόμου για την ανοικτή ασφάλιση και της παρ. 5 του άρθρ. 19 του ίδιου νόμου για την ασφάλιση πυρκαγιάς αφορούν γενικότερα τη δυνατότητα συμβατικής τροποποίησης των όρων των άρθρων αυτών, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους.

Η δε διάταξη της παρ. 4 του άρθρ. 14 του αυτού νόμου, κατά την οποία αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, μπορεί να συμφωνηθεί η απαλλαγή του ασφαλιστή στο μέτρο που από υπαιτιότητά τους ματαιώθηκε η άσκηση του αναγωγικού δικαιώματός του κατά του τρίτου που προξένησε τη ζημία, διευρύνει τις προβλεπόμενες περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή από την καταβολή του ασφαλίσματος μόνον ως προς το βαθμό υπαιτιότητας του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης αναφορικά με την απώλεια του αναγωγικού δικαιώματος του ασφαλιστή.

Το παραπάνω, όμως, δεν σημαίνει ότι ανάλογα περιορισμένη έννοια έχει και η διάταξη της παρ. 6 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997, αλλά αντίθετα αποτελεί πρόσθετο επιχείρημα ότι ο νομοθέτης, αν ήθελε να περιορίσει το εύρος των απαλλακτικών ρητρών που μπορούν να συμφωνηθούν κατά την ως άνω παρ. 6, θα όφειλε να έχει διατυπώσει την παράγραφο αυτή κατά τρόπο όμοιο με την περιοριστική διατύπωση της παρ. 4 του άρθρ. 14 του νόμου αυτού. 

Ζητήματα Καταχρηστικότητας Ρήτρας «Claims Made»

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 ως προς την προστασία των καταναλωτών, που αποτελεί εξειδίκευση του άρθρου 281 του ΑΚ στο πεδίο της προστασίας των καταναλωτών, οι γενικοί όροι των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.), ήτοι οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις και επιβάλλονται από τον προμηθευτή στον καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι αναδρομικώς (ex tunc, άρθρο 180 του ΑΚ) απολύτως άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών σε βάρος του καταναλωτή.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες τις υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται.

Η Ρήτρα «Claims Made» Ως Όρος Συναλλαγών

Αντίποδας των ΓΟΣ είναι οι ειδικοί όροι που συμφωνήθηκαν για τη συγκεκριμένη περίπτωση ύστερα από διαπραγμάτευση, επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι προστατευτικές υπέρ του καταναλωτή διατάξεις.

Συνήθης είναι η χρήση ΓΟΣ και στις ασφαλιστικές συμβάσεις του Ν. 2496/1997, διότι περιέχουν ασφαλιστικούς όρους, γενικούς και ειδικούς, τους οποίους ο ασφαλιστής επαναλαμβάνει ομοιόμορφα στις συμβάσεις του, δεν διαπραγματεύεται το περιεχόμενό τους με κάθε λήπτη ασφάλισης, αλλά τους έχει ετοιμάσει εκ των προτέρων, έτσι ώστε ο μέλλων να ασφαλιστεί ή τους δέχεται όλους και προσχωρεί στη σύμβαση ή δεν τους δέχεται και δεν συνάπτεται η σύμβαση. Ωστόσο, η ασφαλιστική σύμβαση περιέχει και όρους που έχουν συνταχθεί μετά από διαπραγμάτευση με το λήπτη.

Τέτοιοι είναι οι όροι που συνιστούν τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης, όπως είναι τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα, οι κίνδυνοι που καλύπτονται, η περιουσία ή το αντικείμενο που ασφαλίζεται και η χρηματική αξία τους, η διάρκεια της ασφάλισης, το ασφάλιστρο, ο χρόνος και ο τόπος έκδοσης του ασφαλιστηρίου, το τυχόν ασφαλιστικό ποσό, δηλαδή το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή και γενικά τα κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2496/1997 στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης και ό,τι άλλο επί πλέον στοιχείο απαιτεί η κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όπως τυχόν ποσό απαλλαγής του ασφαλιστή για ένα μέρος της κάθε ζημίας κ.λπ.

Συνεπώς, οι όροι αυτοί περιέχουν μόνο τη συγκεκριμένη κάλυψη που αγόρασε ο λήπτης, και όχι τους γενικούς όρους με τους οποίους ο ασφαλιστής παρέχει την κάλυψη ομοιόμορφα στους πελάτες του.

Έτσι δεν τίθεται γι’ αυτούς θέμα καταχρηστικότητας κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του Ν. 2251/1994 , τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, δηλαδή ότι δεν έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας.

Νομιμότητα Ειδικών Όρων Συναλλαγών

Εξάλλου, μετά τον Ν. 4512/2018 οι έννοιες του καταναλωτή και του προμηθευτή καταλαμβάνουν αντίστοιχα :

  • «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα» και
  • «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το αν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου που ενεργεί στο όνομά του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές του δραστηριότητες».

Τέλος, από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 8 του Ν. 2251/1994 συνάγεται ότι τον προσδιορισμό της αόριστης νομικής έννοιας της καταχρηστικότητας του γενικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, ο νόμος εξαρτά από ορισμένα στοιχεία, τα οποία πρέπει να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου, ώστε αυτό να κρίνει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός.

Η απαγόρευση, δηλαδή, της εφαρμογής ενός καταχρηστικού γενικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης αποτελεί εξειδικευμένη περίπτωση της θεμελιώδους αρχής του άρθρου 281 του ΑΚ.

Πρέπει, τέλος, να επισημανθεί ότι η σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης, η οποία εμπίπτει στις περιπτώσεις ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, ήτοι κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα της λήπτριας της ασφάλισης τεκμαίρεται ότι οι όροι αυτής διαμορφώνονται ελεύθερα, λαμβανομένου υπόψη ότι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δύναται να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας (ΕφΠειρ 15/2024).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη ρήτρα «Claims Made» στις ασφαλιστικές συμβάσεις.

Έκτακτος Έλεγχος ΑΕ: Ν. 4548/2018 & Όρια Για Τη Μειοψηφία

Έκτακτος Έλεγχος ΑΕ: Πότε Τον Επιλέγει Η Μειοψηφία Έναντι Άλλων Ενεργειών

Εν συντομία:

  • Ο έκτακτος έλεγχος ΑΕ είναι δικαίωμα της μειοψηφίας να ζητήσει δικαστικά έλεγχο της διαχείρισης, με σκοπό τη συγκέντρωση αποδείξεων και όχι την επιδίκαση αποζημίωσης.
  • Δύο όρια ενεργοποιούν διαφορετικό εύρος: το 1/20 του κεφαλαίου δίνει έλεγχο νομιμότητας, ενώ το 1/5 επεκτείνεται και στον έλεγχο της χρηστής διαχείρισης.
  • Η αίτηση της μικρής μειοψηφίας υποβάλλεται μέσα σε τρία έτη από την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων της επίμαχης χρήσης.
  • Η αμοιβή των ελεγκτών βαρύνει καταρχήν τον αιτούντα, με δυνατότητα του δικαστηρίου να την επιρρίψει στην εταιρεία.
  • Η επιλογή του ελέγχου έναντι ακύρωσης αποφάσεων, αγωγής ευθύνης ή μήνυσης εξαρτάται από το είδος του προβλήματος και τον επιδιωκόμενο στόχο.
Διάγραμμα ροής με τα πέντε στάδια που οδηγούν τον μέτοχο μειοψηφίας σε παραδεκτή αίτηση έκτακτου ελέγχου ΑΕ κατά τον Ν. 4548/2018.
Πότε ο μέτοχος μειοψηφίας επιλέγει τον έκτακτο έλεγχο ΑΕ έναντι άλλων ενεργειών: η διαδρομή από την υπόνοια σοβαρών παραβάσεων έως την παραδεκτή αίτηση, με βάση τα άρθρα 142-143 του Ν. 4548/2018 και τη ΜΠρΑθ 1787/2023.

Πότε ζητά η μειοψηφία έκτακτο έλεγχο ΑΕ;

Ο έκτακτος έλεγχος επιλεγεται, όταν η μειοψηφία πιθανολογεί κακοδιαχείριση ή παρανομία την οποία δεν μπορεί να αποδείξει και χρειάζεται δικαστικά αξιοποιήσιμα στοιχεία για να θεμελιώσει αγωγή κατά των διοικούντων ενώ, ταυτόχρονα, διαθέτει το απαιτούμενο ποσοστό εντός της προθεσμίας.

Πρόκειται για εργαλείο απόδειξης και πληροφόρησης, όχι για μέσο άμεσης αποζημίωσης ή ανατροπής εταιρικών αποφάσεων.

Το δικαίωμα τυποποιείται στο άρθρο 142 του Ν. 4548/2018 και εντάσσεται στα δικαιώματα της μειοψηφίας της ανώνυμης εταιρείας. Επιδιώκει τρεις σκοπούς:

  • τη συγκέντρωση στοιχείων για άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά των εταιρικών οργάνων,
  • την αναζήτηση των ευθυνών τους και
  • την ενημέρωση της γενικής συνέλευσης για τον τρόπο άσκησης της διαχείρισης.

Κρίσιμο για την απόφαση είναι ότι η άσκηση του δικαιώματος δεν εμποδίζεται ούτε από την έγκριση του ισολογισμού ούτε από την απαλλαγή του διοικητικού συμβουλίου από την ευθύνη του, ακόμη και όταν στη σχετική απόφαση συμμετείχαν οι αιτούντες μέτοχοι. Η μειοψηφία που ψήφισε υπέρ της απαλλαγής διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει τον έλεγχο, εφόσον προκύψουν νεότερες ενδείξεις.

Η εμπειρία από υποθέσεις μετοχικών διαφορών δείχνει ότι ο έκτακτος έλεγχος αποδίδει όταν προηγείται στοχευμένη προεργασία (πχ έκτακτη ΓΣ) επί συγκεκριμένων διαχειριστικών πράξεων και όχι γενικευμένη δυσαρέσκεια για την πορεία της εταιρείας. Η αίτηση που στηρίζεται σε αόριστα παράπονα απορρίπτεται, ενώ εκείνη που εξειδικεύει πράξεις, χρήσεις και πιθανολογούμενες παραβάσεις έχει σοβαρές πιθανότητες να ευδοκιμήσει.

Μικρή ή μεγάλη μειοψηφία: ποιο όριο και ποιον έλεγχο ενεργοποιεί;

Το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου ενεργοποιεί έλεγχο νομιμότητας και απαιτεί καταγγελία συγκεκριμένων πράξεων που πιθανολογούν παράβαση νόμου, καταστατικού ή αποφάσεων της γενικής συνέλευσης.

Το 1/5 επεκτείνει τον έλεγχο και στη χρηστή και συνετή διαχείριση, αποκλείεται όμως όταν η αιτούσα μειοψηφία εκπροσωπείται στο διοικητικό συμβούλιο.

Η «μικρή μειοψηφία» που αντιπροσωπεύει το 1/20 περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας, δηλαδή στην εξακρίβωση παραβάσεων όπως η απόκρυψη κερδών ή οι λογιστικές αταξίες. Η απαιτούμενη πιθανολόγηση αφορά μόνο τα γεγονότα και όχι τον νομικό χαρακτηρισμό τους, ο οποίος ανήκει στο δικαστήριο. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε τρία έτη από την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων της επίμαχης χρήσης.

Η «μεγάλη μειοψηφία» που αντιπροσωπεύει το 1/5 δεν χρειάζεται να επικαλεστεί συγκεκριμένη παράβαση. Αρκεί να προβάλει ότι, από τη συνολική πορεία των εταιρικών υποθέσεων, η διοίκηση δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση. Ο έλεγχός της εκτείνεται και στη σκοπιμότητα της διαχείρισης, που μέρος της θεωρίας προσεγγίζει ορθότερα ως έλεγχο επιμέλειας.

Η νομολογία διαφοροποιεί τον βαθμό απόδειξης. Για τη μικρή μειοψηφία αρκεί να πιθανολογηθεί ότι τελέστηκαν οι καταγγελλόμενες πράξεις, ενώ για τη μεγάλη ο έλεγχος διατάσσεται μόνο αν αποδειχθούν πλήρως η μη χρηστή διαχείριση, η κακή οικονομική πορεία και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ τους (ΑΠ 1484/2019).

Μόνη αρνητική προϋπόθεση για τη μεγάλη μειοψηφία είναι να μην εκπροσωπείται στο διοικητικό συμβούλιο. Το καταστατικό μπορεί να μειώσει το απαιτούμενο ποσοστό, όχι όμως πέραν του μισού.

Η επιλογή της δικονομικής βάσης δεν είναι απλό ζήτημα ποσοστού. Η μικρή μειοψηφία απαιτεί λιγότερες μετοχές και χαμηλότερο βαθμό απόδειξης, αλλά δεσμεύεται να εντοπίσει συγκεκριμένες παράνομες πράξεις.

Η μεγάλη μειοψηφία απαλλάσσεται από την εξειδίκευση πράξεων, επωμίζεται όμως βαρύτερο βάρος απόδειξης ως προς τη συνολική κακή διαχείριση και αποκλείεται με την παραμικρή εκπροσώπηση στο διοικητικό συμβούλιο. Η σωστή επιλογή εξαρτάται από το τι μπορεί πραγματικά να αποδειχθεί κάθε φορά.

ΚριτήριοΜικρή μειοψηφία (1/20)Μεγάλη μειοψηφία (1/5)
Απαιτούμενο ποσοστό1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου1/5 του καταβεβλημένου κεφαλαίου
Αντικείμενο ελέγχουΝομιμότητα (παραβάσεις νόμου, καταστατικού ή αποφάσεων ΓΣ)Νομιμότητα και χρηστή, συνετή διαχείριση
Τι πρέπει να προβληθείΚαταγγελία συγκεκριμένων πράξεωνΜη χρηστή διαχείριση από τη συνολική πορεία
Βαθμός απόδειξηςΠιθανολόγηση πραγματικών γεγονότωνΠλήρης απόδειξη κακής διαχείρισης, κακής πορείας και αιτιώδους συνδέσμου
ΠροθεσμίαΤριετία από την έγκριση των οικονομικών καταστάσεωνΧωρίς ρητή τριετία στον νόμο
Αρνητική προϋπόθεσηΔεν ισχύειΜη εκπροσώπηση στο ΔΣ
Καταστατική μείωση ορίουΈως το μισόΈως το μισό

Πώς διεξάγεται ο έκτακτος έλεγχος και ποιος επιβαρύνεται τα έξοδα;

Το δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αναθέτει τον έλεγχο σε έναν τουλάχιστον ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία. Σε μικρότερες υποθέσεις μπορεί να διορίσει λογιστή φοροτεχνικό Α’ τάξης, μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου, ενώ για ζητήματα νομιμότητας ή χρηστότητας μπορεί να ορίσει και πραγματογνώμονες της συγκεκριμένης ειδικότητας.

Ο διορισμός γίνεται με κριτήριο το μέγεθος της εταιρείας, τις καταγγελλόμενες πράξεις και τις αναμενόμενες ελεγκτικές εργασίες. Οι διοριζόμενοι ελεγκτές έχουν τα δικαιώματα πληροφόρησης και το καθήκον εχεμύθειας των τακτικών ελεγκτών, εκτός αν η απόφαση ορίζει διαφορετικά. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να τάξει προθεσμία για τη διενέργεια του ελέγχου και να αντικαταστήσει τους ελεγκτές που διόρισε.

Οι ελεγκτές οφείλουν να ολοκληρώσουν το έργο χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και να υποβάλουν την έκθεση στην ελεγχόμενη εταιρεία και στον αιτούντα. Το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να θέσει την έκθεση υπόψη των μετόχων το αργότερο στην αμέσως επόμενη γενική συνέλευση. Αν διαπιστωθούν παραβάσεις που τιμωρούνται ποινικά, οι ελεγκτές υποβάλλουν την έκθεση και στην αρμόδια εισαγγελική αρχή.

Ως προς το κόστος, η αμοιβή καταβάλλεται από τον αιτούντα μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου. Το δικαστήριο μπορεί ωστόσο να επιρρίψει στην εταιρεία το σύνολο ή μέρος της αμοιβής, ή να ορίσει ότι ο αιτών θα την προκαταβάλει και θα την αναζητήσει από την εταιρεία.

Η αμοιβή υπόκειται σε αναθεώρηση μετά τη διενέργεια του ελέγχου. Το οικονομικό αυτό βάρος αποτελεί πραγματικό κριτήριο στην απόφαση για την κατάθεση της αίτησης.

Τι κερδίζει, πρακτικά, η μειοψηφία από την έκθεση του ελεγκτή;

Η αξία της έκθεσης είναι κατ’ εξοχήν αποδεικτική. Παρέχει τεκμηριωμένη βάση για αγωγή αποζημίωσης κατά των διοικούντων, ενημερώνει τη γενική συνέλευση και ανοίγει τον δρόμο για κλιμάκωση σε αστικές ή ποινικές διαδικασίες. Δεν λειτουργεί ως αυτοτελής τίτλος αποζημίωσης, αλλά ως το υλικό πάνω στο οποίο στηρίζονται οι επόμενες κινήσεις.

Η εταιρική αξίωση αποζημίωσης ασκείται με την εταιρική αγωγή, όταν τη ζημία έχει υποστεί η ίδια η εταιρεία από πράξεις των οργάνων της. Όταν θεμελιώνεται προσωπική ζημία του μετόχου, χωρεί ατομική αξίωση. Η αδικοπρακτική ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου ενεργοποιείται όταν η συμπεριφορά τους συνιστά αυτοτελώς αδικοπραξία.

Όταν τα ευρήματα στοιχειοθετούν αξιόποινη πράξη, όπως απιστία σε βάρος της εταιρείας, η μειοψηφία μπορεί να προχωρήσει σε μήνυση κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου. Η έκθεση του ελεγκτή λειτουργεί τότε ως οργανωμένο αποδεικτικό υλικό ενώ, ανεξάρτητα από αυτήν, οι ίδιοι οι ελεγκτές έχουν ήδη υποχρέωση να διαβιβάσουν τυχόν ποινικές παραβάσεις στον εισαγγελέα.

Πότε η αίτηση ελέγχου απορρίπτεται ως αόριστη ή απαράδεκτη;

Η αίτηση πάσχει αοριστίας όταν δεν μνημονεύει ρητά την προσβαλλόμενη διαχειριστική πράξη ή δεν εξειδικεύει τις οικονομικές χρήσεις τις οποίες αφορά.

Η αίτηση της μικρής μειοψηφίας είναι επιπλέον απαράδεκτη όταν, παρά τη διατύπωσή της, στρέφεται στην ουσία κατά της σκοπιμότητας μιας διαχειριστικής επιλογής, αφού η μικρή μειοψηφία νομιμοποιείται μόνο σε έλεγχο νομιμότητας.

Η νομολογία έχει κρίνει αόριστη την αίτηση που δεν προσδιορίζει την επίμαχη πράξη ούτε τις χρήσεις στις οποίες αυτή ανάγεται (ΜΠρΑθ 1787/2023).

Με βάση τη διάκριση νομιμότητας και σκοπιμότητας αίτηση, για παράδειγμα, μικρής μειοψηφίας που αμφισβητεί στην πραγματικότητα την αποτίμηση της αξίας ακινήτων της εταιρείας είναι απαράδεκτη, διότι το ζήτημα ανήκει στον έλεγχο σκοπιμότητας τον οποίο μπορεί να ζητήσει μόνο η μεγάλη μειοψηφία.

Ως προς τους διαδίκους, η αίτηση μπορεί να στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας αλλά και κατά των μελών της ελεγκτέας διοίκησης, τα οποία ομοδικούν κατά το άρθρο 74 παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ως συνυποκείμενα στον έλεγχο, ευθυνόμενα είτε από την εντολή είτε από το αδίκημα (ΑΠ 1484/2019).

Η σύνταξη της αίτησης είναι καθοριστική. Η απαρίθμηση των επίμαχων πράξεων, η αντιστοίχισή τους με συγκεκριμένες χρήσεις και η ορθή επιλογή μεταξύ ελέγχου νομιμότητας και σκοπιμότητας ανάλογα με το ποσοστό, κρίνουν την τύχη της δίκης πριν από κάθε ουσιαστική εξέταση.

Η εμπειρία από υποθέσεις αιτήσεων ελέγχου δείχνει ότι η αοριστία ως προς τις χρήσεις και τις προσβαλλόμενες πράξεις είναι ο συνηθέστερος λόγος απόρριψης.

Έκτακτος έλεγχος ή άλλο ένδικο βοήθημα: ποιο εργαλείο για ποιο πρόβλημα;

Ο έκτακτος έλεγχος ταιριάζει σε υπόνοια αδιαφανούς ή παράνομης διαχείρισης που χρειάζεται απόδειξη. Όταν το πρόβλημα είναι διαφορετικό, η μειοψηφία διαθέτει άλλες εναλλακτικές: ακύρωση αποφάσεων για διαδικαστικά ή καταχρηστικά ελαττώματα, αγωγές ευθύνης για αποκατάσταση ζημίας, μήνυση για ποινικά αδικήματα ή έξοδο από την εταιρεία όταν το αδιέξοδο είναι μη αναστρέψιμο.

Όταν το ελάττωμα αφορά τη λήψη μιας απόφασης της γενικής συνέλευσης, το κατάλληλο μέσο είναι η προσβολή των άκυρων ή ακυρώσιμων αποφάσεων, αντί του ελέγχου της διαχείρισης.

Όταν η υπόνοια αφορά άντληση αξίας μέσω συναλλαγών της εταιρείας με πρόσωπα του στενού κύκλου της διοίκησης, η ανάλυση εστιάζει στις συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη και στους ειδικούς κανόνες έγκρισης και διαφάνειας.

Όταν η ζημία έχει ήδη επέλθει και είναι αποτιμητή, προτεραιότητα έχει η αγωγή αποζημίωσης. Όταν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα, ακολουθεί η μήνυση ή έγκληση.

Σε περιπτώσεις μη αναστρέψιμου αδιεξόδου, η διέξοδος μπορεί να είναι η έξοδος από την εταιρεία μέσω εξαγοράς των μετοχών, με βάση τον μηχανισμό του άρθρου 45 του Ν. 4548/2018, ή η λύση της εταιρείας για σπουδαίο λόγο κατά τις διατάξεις των άρθρων 164 επ. Καθεμία επιλογή έχει διαφορετικές προϋποθέσεις, κόστος και χρονικό ορίζοντα.

Η επιλογή της κατάλληλης αντίδρασης προϋποθέτει σύνθεση πολλών διατάξεων και ψύχραιμη αξιολόγηση του στόχου. Αίτηση ελέγχου εκεί όπου η ζημία είναι ήδη αποτιμημένη καθυστερεί την αποκατάσταση, ενώ αίτηση μικρής μειοψηφίας που στοχεύει στη σκοπιμότητα είναι εξαρχής απαράδεκτη. Η ίδια πραγματική σύγκρουση μπορεί να απαιτεί διαφορετική νομική οδό ανάλογα με το αν ζητείται απόδειξη, ακύρωση, αποκατάσταση ή έξοδος.

ΠρόβλημαΚατάλληλο εργαλείοΝομική βάσηΠότε επιλέγεται
Υπόνοια κακοδιαχείρισης χωρίς αποδείξειςΈκτακτος έλεγχοςΆρθρα 142-143 Ν. 4548/2018Όταν χρειάζονται δικαστικά αξιοποιήσιμα στοιχεία
Παράτυπη ή καταχρηστική απόφαση ΓΣΠροσβολή άκυρων ή ακυρώσιμων αποφάσεωνΔιατάξεις για τις αποφάσεις της ΓΣΌταν το ελάττωμα αφορά τη λήψη της απόφασης
Άντληση αξίας μέσω συνδεδεμένων προσώπωνΈλεγχος συναλλαγών συνδεδεμένων μερώνΚανόνες έγκρισης και διαφάνειας συναλλαγώνΌταν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων
Επελθούσα και αποτιμητή ζημίαΕταιρική ή ατομική αγωγή ευθύνηςΔιατάξεις ευθύνης οργάνων διοίκησηςΌταν επιδιώκεται αποκατάσταση ζημίας
Ποινικό αδίκημα (π.χ. απιστία)Μήνυση ή έγκλησηΠοινικές διατάξειςΌταν στοιχειοθετείται αξιόποινη πράξη
Μη αναστρέψιμο αδιέξοδοΕξαγορά μετοχών ή δικαστική λύσηΆρθρο 45 και άρθρα 164 επ. Ν. 4548/2018Όταν η συνέχιση είναι αδύνατη

Συχνές ερωτήσεις

Ποιο ποσοστό μετοχών χρειάζεται για έκτακτο έλεγχο ΑΕ;

Απαιτείται το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου για έλεγχο νομιμότητας («μικρή μειοψηφία») ή το 1/5 για έλεγχο που εκτείνεται και στη χρηστή διαχείριση («μεγάλη μειοψηφία»). Το καταστατικό μπορεί να μειώσει τα ποσοστά αυτά, όχι όμως πέραν του μισού. Η μικρή μειοψηφία οφείλει να καταγγείλει συγκεκριμένες πράξεις, ενώ η μεγάλη αρκεί να επικαλεστεί τη συνολική κακή πορεία της διαχείρισης.

Ποιος πληρώνει την αμοιβή των ελεγκτών;

Η αμοιβή βαρύνει καταρχήν τον αιτούντα μέτοχο και καταβάλλεται μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου. Το δικαστήριο μπορεί ωστόσο να επιρρίψει στην εταιρεία το σύνολο ή μέρος της αμοιβής, ή να ορίσει ότι ο αιτών θα την προκαταβάλει και θα την αναζητήσει από την εταιρεία.

Πόση προθεσμία υπάρχει για την υποβολή της αίτησης;

Για τη μικρή μειοψηφία, η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε τρία έτη από την έγκριση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της χρήσης εντός της οποίας τελέστηκαν οι καταγγελλόμενες πράξεις. Η τήρηση της προθεσμίας είναι κρίσιμη, καθώς η εκπρόθεσμη αίτηση απορρίπτεται ανεξάρτητα από τη βασιμότητα των καταγγελιών.

Μπορεί μέτοχος που μετέχει στο ΔΣ να ζητήσει έκτακτο έλεγχο;

Για τη μεγάλη μειοψηφία ισχύει αρνητική προϋπόθεση, καθώς ο έλεγχος αποκλείεται όταν η αιτούσα μειοψηφία εκπροσωπείται στο διοικητικό συμβούλιο. Για τη μικρή μειοψηφία δεν προβλέπεται τέτοιος περιορισμός.

Τι γίνεται αν ο έλεγχος αποκαλύψει ποινικά αδικήματα;

Όταν οι ελεγκτές διαπιστώνουν παραβάσεις που τιμωρούνται ποινικά, υποβάλλουν την έκθεσή τους και στην αρμόδια εισαγγελική αρχή. Παράλληλα, η έκθεση μπορεί να στηρίξει μήνυση των μετόχων κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου και αγωγή αποζημίωσης, λειτουργώντας ως οργανωμένο αποδεικτικό υλικό.

Πρακτικές επισημάνσεις

Εξειδίκευση πριν την κατάθεση: Η αίτηση οφείλει να ονομάζει τη συγκεκριμένη διαχειριστική πράξη και τις χρήσεις τις οποίες αφορά. Η αοριστία οδηγεί σε απόρριψη πριν από κάθε εξέταση της ουσίας.

Επιλογή ποσοστού και βάσης: Το 1/20 απαιτεί λιγότερες μετοχές αλλά μόνο έλεγχο νομιμότητας. Το 1/5 ανοίγει τον έλεγχο διαχείρισης, απαιτεί όμως πληρέστερη απόδειξη και αποκλείεται με εκπροσώπηση στο διοικητικό συμβούλιο.

Διαχείριση κόστους: Η αμοιβή βαρύνει καταρχήν τον αιτούντα. Η επίρριψη στην εταιρεία ή η αναζήτησή της ζητείται ρητά από το δικαστήριο.

Αξιοποίηση της έκθεσης: Η έκθεση αποτελεί αποδεικτικό υλικό για αγωγή ευθύνης ή μήνυση, όχι αυτοτελή τίτλο αποζημίωσης.

Χρονισμός σε σχέση με τη ΓΣ: Η έκθεση τίθεται υπόψη της επόμενης γενικής συνέλευσης, στοιχείο που επηρεάζει τον σχεδιασμό της κίνησης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τον έκτακτο έλεγχο της ΑΕ από τη μειοψηφία.

Το Αγοραπωλητήριο Συμβόλαιο Ως Φορολογικό Στοιχείο

Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε περίπτωση άσκησης επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων, το συμβόλαιο μεταβίβασης αποτελεί το προβλεπόμενο από τον Κ.Β.Σ. παραστατικό στοιχείο της πώλησης, αντί για το τιμολόγιο ή την απόδειξη πώλησης.

Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που το συμβόλαιο είναι ανακριβές ως προς την αναγραφόμενη επ’ αυτού αξία πώλησης, στοιχειοθετείται παράβαση του Κ.Β.Σ., για την οποία επιβάλλεται σε βάρος του επιτηδευματία πρόστιμο το οποίο έχει κριθεί επανειλημμένα ότι αποτελεί, κατά τούτο, σαφή και αρκούντως προβλέψιμη ρύθμιση για τον μέσο επιμελή επιτηδευματία (ΣτΕ 848/2025, 167/2024, 383/2022, 1365/2017 κ.ά.).

Νομικό Πλαίσιο & Ζητήματα Που Ανακύπτουν

Στο εξεταζόμενο ζήττημα, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 12 παρ. 1, 9, 11 και 16 περ. α’ και 13 παρ. 4 του Κ.Β.Σ. από τις οποίες συνάγεται το παραπάνω συμπέρασμα, περί νόμιμου φορολογικού παραστατικού του συμβολαιογραφικού εγγράφου για real estate εταιρείες και επιχειρήσεις.

Περαιτέρω, εφαρμόζονται του οι διατάξεις του Ν. 2523/1997, καθώς και του ΚΦΔ (ν. 4174/2013).

Τέλος, τα νομικά ζητήματα που έχουν αντιμετωπιστεί από τη νομολογία, μέχρι σήμερα, είναι τα εξής:

  • αν η φορολογική διοίκηση έχει δικαίωμα να αμφισβητεί το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα,
  • σε ποια αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να ερείδεται η κρίση της περί εικονικότητας και η νομιμότητα των στοιχείων αυτών.

Ειδικότερα:

Προσδιορισμός Αξίας Πώλησης

Για τον προσδιορισμό της αξίας πώλησης μεταβιβαζομένου ακινήτου, το οποίο ευρίσκεται σε περιοχή που εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη η αξία που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, ο οποίος εισήγαγε το σύστημα αυτό.

Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε, βάσει ειδικών, προκαθορισμένων και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, προς την αγοραία αξία αυτού.

Εάν όμως το αναγραφόμενο στα οικεία συμβόλαια τίμημα υπερβαίνει την αντικειμενική αξία, λαμβάνεται υπόψη το εν λόγω τίμημα, εφόσον, πάντως, είναι το αληθώς καταβληθέν, δηλαδή ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα της συναλλαγής.

Επιφυλάσσεται, πάντως, η δυνατότητα στον φορολογούμενο να ανατρέψει το ως άνω (μαχητό) τεκμήριο, εάν αποδείξει, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ότι το αληθώς καταβληθέν από αυτόν τίμημα υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Ωστόσο, η παραπομπή στις διατάξεις του ν. 1249/1982 περί αντικειμενικού προσδιορισμού της αγοραίας αξίας ουδόλως έχει την έννοια ότι η φορολογική αρχή δεσμεύεται από την εν λόγω αξία και ότι κωλύεται να αποδείξει, με ειδική αιτιολογία, ερειδόμενη σε συγκεκριμένα στοιχεία, ότι το πράγματι συνομολογηθέν και καταβληθέν από τον αγοραστή τίμημα πωληθέντος ακινήτου είναι ανώτερο από το αναγραφέν στο οικείο πωλητήριο συμβόλαιο.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως αν το τίμημα αυτό συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του ακινήτου ή την υπερβαίνει, και ότι, επομένως, το αναγραφέν τίμημα είναι εικονικό (ΣτΕ 346/2021).

Βάρος Απόδειξης

Η τέλεση φορολογικής παράβασης, όπως η ανακριβής αναγραφή του τιμήματος σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου, μπορεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας φορολογικής αρχής, όχι μόνο με βάση άμεσες αποδείξεις, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις («τεκμήρια»).

Ως τεκμήρια, δε, νοούνται οι αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες και ελλείψει άλλης εύλογης και αρκούντως τεκμηριωμένης, ενόψει των συνθηκών, εξήγησης, που ευλόγως αναμένεται από τον φορολογούμενο, είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης παράβασης.

Το παραπάνω, έχει κριθεί ότι δεν συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αλλά κανόνα που αφορά στη φύση και στον τρόπο εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων.

Ειδικότερα, τέτοια στοιχεία έμμεσης απόδειξης μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν σε περίπτωση στην οποία η φορολογική αρχή εντοπίζει ότι στον τραπεζικό λογαριασμό φορολογουμένου έχουν κατατεθεί, και μάλιστα σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, από τον αγοραστή του ακινήτου, ο οποίος ασκεί εμπορική επιχείρηση αγοραπωλησίας ακινήτων, χρηματικά ποσά που υπερβαίνουν το αναγραφόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα.

Τούτο, δε, είτε το ποσό αυτό συμπίπτει με την προκύπτουσα κατ’ εφαρμογή των αντικειμενικών κριτηρίων αξία είτε την υπερβαίνει.

Εξάλλου, τα παραπάνω στοιχεία είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι τα επίμαχα ποσά αντιστοιχούν στο αληθώς συμφωνηθέν και καταβληθέν στον δικαιούχο του λογαριασμού (δλδ του πωλητή) τίμημα πώλησης του επίμαχου ακινήτου, που συνιστά και την πραγματική αξία πώλησης αυτού (πρβλ. ΣτΕ 346/2021).

Δικαίωμα Αμφισβήτηση Τιμήματος

Ζήτημα τίθεται στο εάν η φορολογική διοίκηση έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει, ως ανακριβές ή εικονικό, το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο τίμημα, όταν αυτό συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του ακινήτου.

Πολύ περισσότερο όταν η αμφισβήτηση του κατά τα ανωτέρω τιμήματος πρέπει να στηρίζεται σε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (αντέγγραφο), ως τέτοιο όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόγραφο, όπως η τραπεζική επιταγή, ή εμπιστευτικό έγγραφο τραπέζης για τις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών.

Τούτο διότι, κατά τα προαναφερόμενα, ναι μεν κατά τον προσδιορισμό της αξίας πώλησης ακινήτου λαμβάνεται καταρχήν υπόψη η αντικειμενική αξία ή το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό (εφόσον αυτό είναι ανώτερο από την αντικειμενική αξία), ωστόσο η φορολογική αρχή δεν δεσμεύεται από τα προαναφερθέντα ποσά, δυνάμενη να αναζητά το πράγματι καταβληθέν από τον αγοραστή τίμημα, εφόσον βεβαιώνει με ειδική αιτιολογία και αποδεικνύει με συγκεκριμένα στοιχεία την πηγή από την οποία άντλησε τα σχετικά στοιχεία, επί των οποίων στηρίζει την κρίση της περί του αναληθούς του αναγραφόμενου στο πωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος.

Η κρίση δε αυτή μπορεί να συγκροτείται και από έμμεσες αποδείξεις ή και τεκμήρια στηριζόμενα, μεταξύ άλλων, στο ύψος και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των συναλλασσομένων, καθόσον τα παραπάνω στοιχεία είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι το άθροισμα των κατατεθέντων σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, χρηματικών ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή αντιστοιχεί στην πραγματική αξία πώλησης του επίδικου ακινήτου.

Κυρώσεις

Με το προϊσχύον δίκαιο του Ν. 4174/2013 (άρθρο 55 παρ. 2 περ. α) προβλέπονταν πως σε παράβαση για μη έκδοση ή για ανακριβή έκδοση παραστατικού στοιχείου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής και η αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των 5.000 ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με το 40% της αξίας της συναλλαγής ή του μέρους αυτής που αποκρύφτηκε με ελάχιστο ύψος προστίμου στην περίπτωση αυτή το ποσό των 2.500 ευρώ.

Το παραπάνω άρθρο καταργήθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 3 του Ν. 4337/2015.

Παράλληλα, ο νομοθέτης προέβλεψε κατ’ αποκοπή πρόστιμο για τη διαδικαστική παράβαση της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης απόδειξης λιανικής πώλησης ή επαγγελματικού στοιχείου, ανερχόμενο σε 500 ευρώ για κάθε παράβαση, εφόσον ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα.

Με την πρόσφατη απόφαση 848/2025 το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η νεότερη ρύθμιση του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 54 του Κ.Φ.Δ., “άγει, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της παρούσας υπόθεσης, σε ελαφρύτερη διοικητική κύρωση“, δηλαδή σε κατ’ αποκοπήν πρόστιμο 500 ευρώ για κάθε μία ανακριβή έκδοση φορολογικού στοιχείου, κατόπιν σύγκρισης όλων των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων διοικητικού δικαίου που αφορούν στο παρελθόν χρονικό διάστημα μέχρι και την εκδίκαση της παραπάνω υπόθεσης από το ΣτΕ (2025).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ως φορολογικό στοιχείο και τις έννομες συνέπειες αυτού.

Ελάχιστο Μέρισμα ΑΕ: Πότε Μπορεί Να Μην Διανεμηθεί

Πότε Υποχρεούται η Εταιρεία Να Διανείμει Μέρισμα Και Πότε Όχι

Περιληπτικά:

  • Η κερδοφόρα ανώνυμη εταιρεία υποχρεούται καταρχήν να διανείμει ως ελάχιστο μέρισμα το 35% των καθαρών κερδών, μετά την κράτηση για το τακτικό αποθεματικό (άρθρο 161 Ν. 4548/2018).
  • Η γενική συνέλευση μπορεί να μειώσει το ποσοστό έως 10% με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, ενώ μη διανομή απαιτεί πλειοψηφία 80% του εκπροσωπούμενου κεφαλαίου.
  • Καμία διανομή δεν επιτρέπεται αν η καθαρή θέση πέσει κάτω από το κεφάλαιο προσαυξημένο με τα μη διανεμητέα αποθεματικά (άρθρο 159).
  • Η αξίωση του μετόχου γεννάται με την απόφαση διανομής, καταβάλλεται εντός διμήνου και παραγράφεται στην πενταετία.
  • Η μειοψηφία που θίγεται από συστηματική παρακράτηση κερδών μπορεί να προσβάλει την απόφαση της γενικής συνέλευσης για κατάχρηση δικαιώματος.

Πότε υποχρεούται η ΑΕ να διανείμει το ελάχιστο μέρισμα;

Η ανώνυμη εταιρεία υποχρεούται να διανείμει ελάχιστο μέρισμα όταν η χρήση είναι κερδοφόρα και προκύπτουν διανεμητέα κέρδη μετά τις νόμιμες κρατήσεις. Το ελάχιστο μέρισμα ανέρχεται σε 35% των καθαρών κερδών, αφού αφαιρεθεί η κράτηση για το τακτικό αποθεματικό και τα κονδύλια που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη, σύμφωνα με το άρθρο 161 του Ν. 4548/2018.

Η υποχρέωση αυτή δεσμεύει καταρχήν τη γενική συνέλευση. Το δικαίωμα στο μέρισμα αποτελεί το κυριότερο περιουσιακό δικαίωμα που απορρέει από τη μετοχική σχέση. Ο νόμος το προστατεύει ακριβώς ώστε να μην παραμένουν τα κέρδη στη διάθεση της διοίκησης παρά την κερδοφορία της εταιρείας.

Το ελάχιστο μέρισμα καταβάλλεται σε μετρητά. Αφορά συγκεκριμένη εταιρική χρήση και υπολογίζεται επί των καθαρών κερδών όπως αυτά απεικονίζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων, χωρίς να μπορεί να υποκατασταθεί ελεύθερα από άλλη μορφή απόδοσης. Διανομή σε προνομιακή βάση ισχύει μόνο όπου το καταστατικό προβλέπει προνομιούχες μετοχές με δικαίωμα προτιμησιακού μερίσματος.

Πέρα από το ετήσιο μέρισμα, η εταιρεία μπορεί να αποδώσει ενδιάμεσα κέρδη μέσα στη χρήση. Το προσωρινό μέρισμα διανέμεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 162 και τελεί υπό την έγκριση της επόμενης τακτικής γενικής συνέλευσης.

Πώς μπορεί η γενική συνέλευση να μειώσει ή να μην διανείμει το μέρισμα;

Η γενική συνέλευση μπορεί να αποκλίνει από το ελάχιστο μέρισμα μόνο με ενισχυμένη πλειοψηφία. Μείωση του ποσοστού έως 10% των καθαρών κερδών επιτρέπεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, ενώ πλήρης μη διανομή απαιτεί πλειοψηφία 80% του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου (άρθρο 161 παρ. 2). Η αυξημένη απαρτία προσδιορίζεται από το άρθρο 130 παρ. 3 και 4.

Όσο μεγαλύτερη είναι η παρακράτηση κερδών, τόσο υψηλότερο όριο απαρτίας και πλειοψηφίας απαιτείται και τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πιθανότητα προσβολής της απόφασης από τη μειοψηφία που στερείται το μέρισμα.

Επιλογή της γενικής συνέλευσηςΑπαιτούμενη απαρτία και πλειοψηφίαΝομική βάσηΈκθεση έναντι μειοψηφίας
Διανομή πλήρους ελάχιστου μερίσματος 35%Συνήθης απαρτία και πλειοψηφίαΆρθρο 161 παρ. 1Καμία, τηρείται η νόμιμη υποχρέωση
Μείωση μερίσματος έως 10%Αυξημένη απαρτία και πλειοψηφίαΆρθρο 161 παρ. 2Περιορισμένη, εφόσον αιτιολογείται από εταιρική ανάγκη
Πλήρης μη διανομή ελάχιστου μερίσματοςΑυξημένη απαρτία, πλειοψηφία 80%Άρθρο 161 παρ. 2Υψηλή, ιδίως σε επανάληψη χωρίς εμπορική δικαιολόγηση
Κεφαλαιοποίηση ή διανομή σε μετοχέςΑυξημένη απαρτία και πλειοψηφίαΆρθρο 161 παρ. 2Μέτρια, η αξία αποδίδεται σε τίτλους αντί μετρητών
Διανομή σε είδος αντί μετρητώνΟμόφωνη απόφαση όλων των μετόχωνΆρθρο 161 παρ. 2Καμία, απαιτείται συναίνεση όλων

Η εμπειρία από υποθέσεις εταιρικών διαφορών δείχνει ότι η τυπική τήρηση της πλειοψηφίας του 80% δεν καθιστά αυτοδίκαια απρόσβλητη την απόφαση μη διανομής. Όταν η παρακράτηση επαναλαμβάνεται σε κάθε χρήση και εξυπηρετεί το συμφέρον των μετόχων της πλειοψηφίας αντί της εταιρείας, η απόφαση παραμένει δικαστικώς ελεγκτέα, ανεξάρτητα από την τήρηση του αριθμητικού ορίου.

Ποιοι περιορισμοί ισχύουν για κάθε διανομή κερδών;

Κάθε διανομή προς τους μετόχους τελεί υπό τον περιορισμό της καθαρής θέσης. Καμία διανομή δεν επιτρέπεται αν, κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας χρήσης, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων είναι ή θα γίνει μετά τη διανομή κατώτερο από το κεφάλαιο προσαυξημένο με τα μη διανεμητέα αποθεματικά και τα λοιπά κονδύλια που δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν (άρθρο 159).

Το διανεμητέο ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει τα αποτελέσματα της τελευταίας χρήσης, προσαυξημένα με αδιάθετα κέρδη προηγούμενων χρήσεων και αποθεματικά προς διανομή, μειωμένα κατά τις ζημίες προηγούμενων χρήσεων και τα ποσά που επιβάλλεται να κρατηθούν για αποθεματικά. Έτσι, μια εταιρεία με λογιστικά κέρδη χρήσης αλλά συσσωρευμένες ζημίες ενδέχεται να μη διαθέτει διανεμητέα κέρδη.

Η διάθεση των καθαρών κερδών ακολουθεί συγκεκριμένη σειρά (άρθρο 160). Αφαιρούνται πρώτα τα κονδύλια που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη, κατόπιν η κράτηση για το τακτικό αποθεματικό, στη συνέχεια κρατείται το ποσό για το ελάχιστο μέρισμα και το υπόλοιπο διατίθεται κατά τους ορισμούς του καταστατικού και την απόφαση της γενικής συνέλευσης. Ο προσδιορισμός αυτής της βάσης, ιδίως ο χειρισμός των ζημιών προηγούμενων χρήσεων, είναι σημείο όπου η λογιστική απεικόνιση και η νομική αξιολόγηση συχνά αποκλίνουν και απαιτούν κατά περίπτωση κρίση.

Πότε γεννάται και πότε παραγράφεται η αξίωση του μετόχου;

Η συγκεκριμένη αξίωση του μετόχου για καταβολή μερίσματος γεννάται όταν προκύψουν κέρδη, η τακτική γενική συνέλευση εγκρίνει τις οικονομικές καταστάσεις και αποφασίσει τη διανομή. Πριν από αυτή την απόφαση ο μέτοχος δεν είναι δανειστής για το μέρισμα, καθώς η απαίτησή του τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ύπαρξης κέρδους και της σχετικής απόφασης.

Με τη λήψη της απόφασης ο μέτοχος καθίσταται δανειστής της εταιρείας. Το προς διανομή ποσό καταβάλλεται εντός δύο μηνών από την απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης που ενέκρινε τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις (άρθρο 160 παρ. 3). Η προθεσμία αυτή αποτελεί δήλη ημέρα κατά την έννοια του άρθρου 341 παρ. 1 του Αστικού Κώδικα, οπότε η τοκοφορία αρχίζει χωρίς να απαιτείται όχληση.

Η γεννημένη αξίωση καταβολής μερίσματος μεταβιβάζεται ελεύθερα, ακόμη και όταν απορρέει από μετοχές με περιορισμούς στη μεταβίβασή τους. Μπορεί επίσης να ενεχυραστεί ή να κατασχεθεί από δανειστές του δικαιούχου μετόχου. Το στοιχείο αυτό αποκτά πρακτική σημασία όταν η απαίτηση αξιοποιείται ως αντικείμενο εξασφάλισης ή όταν τρίτοι δανειστές στρέφονται κατά της απόδοσης.

Η αξίωση για απόδοση μερίσματος υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ. Μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας τα μη αναληφθέντα μερίσματα περιέρχονται οριστικά στο Ελληνικό Δημόσιο.

Τι μπορεί να κάνει η μειοψηφία αν η πλειοψηφία αρνείται τη διανομή;

Η μειοψηφία που θίγεται από τη μη διανομή μπορεί να προσβάλει την απόφαση της γενικής συνέλευσης με αγωγή ακύρωσης, όταν η απόφαση συνιστά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας (άρθρο 137 σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ). Η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί από μετόχους που εκπροσωπούν το 2% του κεφαλαίου, εφόσον αντιτάχθηκαν στην απόφαση ή δεν παρέστησαν.

Η απόφαση κρίνεται καταχρηστική όταν η πλειοψηφία επιδιώκει αποκλειστικά την ενίσχυση της θέσης της εις βάρος της μειοψηφίας, χωρίς αποχρώντα εταιρικό λόγο ή κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας ανάμεσα στο όφελος της εταιρείας και τη βλάβη της μειοψηφίας. Η συστηματική μεταφορά κερδών σε νέα χρήση, ενώ η εταιρεία είναι κερδοφόρα, αποτελεί τυπική περίπτωση όπου τίθεται ζήτημα κατάχρησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Άρειος Πάγος με την απόφαση 1462/2023 έκρινε καταχρηστική τη μεθόδευση μη διανομής ή μειωμένης διανομής πρώτου μερίσματος μέσω διαρκούς μεταφοράς κερδών σε νέα χρήση, σε κλίμακα μη εμπορικώς δικαιολογημένη, όταν συνδυάζεται με δυσανάλογες αμοιβές των διοικούντων μετόχων. Η απόφαση κρίθηκε επί πραγματικών περιστατικών που διέπονταν από τον προϊσχύσαντα Ν. 2190/1920, η αρχή όμως της απαγόρευσης καταχρηστικής παρακράτησης κερδών μεταφέρεται και υπό το ισχύον καθεστώς του Ν. 4548/2018.

Πέρα από την προσβολή της απόφασης, η μειοψηφία διαθέτει και το δικαίωμα να ζητήσει από το Μονομελές Πρωτοδικείο τον έλεγχο της εταιρείας, όταν προκύπτει ότι η διοίκηση δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση (άρθρο 142). Η εμπειρία από υποθέσεις προσβολής εταιρικών αποφάσεων δείχνει ότι η τεκμηρίωση της καταχρηστικότητας εξαρτάται από τη σχέση κερδοφορίας, παρακράτησης και αμοιβών. Η πρόληψη τέτοιων διενέξεων περνά συχνά μέσα από την εξωεταιρική συμφωνία μετόχων που ρυθμίζει εκ των προτέρων τη μερισματική πολιτική.

Όταν η διένεξη έχει ήδη ανακύψει, η ίδια η γενική συνέλευση μπορεί υπό προϋποθέσεις να ανακαλέσει την απόφασή της για τη διανομή ή μη μερίσματος, εφόσον δεν αφορά την αμέσως προηγούμενη χρήση.

Συχνές ερωτήσεις

Ποιο είναι το ελάχιστο μέρισμα στις ανώνυμες εταιρείες;

Το ελάχιστο μέρισμα ανέρχεται σε 35% των καθαρών κερδών, αφού αφαιρεθεί η κράτηση για το τακτικό αποθεματικό και τα κονδύλια που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη (άρθρο 161 Ν. 4548/2018). Η γενική συνέλευση μπορεί να μειώσει το ποσοστό έως 10% με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.

Μπορεί μια κερδοφόρα ΑΕ να μην διανείμει καθόλου μέρισμα;

Μη διανομή του ελάχιστου μερίσματος επιτρέπεται μόνο με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία 80% του εκπροσωπούμενου κεφαλαίου. Ακόμη και τότε, συστηματική παρακράτηση χωρίς εταιρική δικαιολόγηση μπορεί να προσβληθεί ως καταχρηστική.

Σε πόσο χρόνο παραγράφεται η αξίωση για το μέρισμα;

Η αξίωση καταβολής μερίσματος παραγράφεται στην πενταετία από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκε. Η αξίωση γεννάται με την απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης που ενέκρινε τις οικονομικές καταστάσεις και αποφάσισε τη διανομή.

Τι γίνεται με το μέρισμα που δεν εισπράχθηκε εμπρόθεσμα;

Μέρισμα που έχει εγκριθεί προς διανομή και δεν αναλήφθηκε εντός της πενταετίας περιέρχεται οριστικά στο Ελληνικό Δημόσιο. Έως τότε ο μέτοχος είναι δανειστής της εταιρείας και μπορεί να αξιώσει την καταβολή, με τόκους από τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας.

Πρακτικές επισημάνσεις

Τεκμηρίωση της εταιρικής ανάγκης για παρακράτηση: Η απόφαση μη διανομής ή μειωμένης διανομής αντέχει στον δικαστικό έλεγχο όταν στηρίζεται σε καταγεγραμμένη εταιρική ανάγκη, όπως προγραμματισμένη επένδυση ή ενίσχυση ρευστότητας. Η αιτιολόγηση πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της γενικής συνέλευσης, όχι εκ των υστέρων.

Σχέση παρακράτησης και αμοιβών διοίκησης: Η ταυτόχρονη παρακράτηση κερδών και καταβολή δυσανάλογων αμοιβών στο ΔΣ είναι το στοιχείο που η νομολογία αξιολογεί ως ένδειξη κατάχρησης. Η ισορροπία ανάμεσα στα δύο κρίνεται κατά περίπτωση και αξίζει νομικής αξιολόγησης πριν τη λήψη της απόφασης.

Πρόβλεψη μερισματικής πολιτικής στο καταστατικό ή σε συμφωνία μετόχων: Η εκ των προτέρων ρύθμιση της μερισματικής πολιτικής, με ρήτρες που ορίζουν ελάχιστα ποσοστά διανομής ή προϋποθέσεις παρακράτησης, περιορίζει το πεδίο μελλοντικών διενέξεων ανάμεσα σε πλειοψηφία και μειοψηφία.

Παρακολούθηση της πενταετούς παραγραφής: Οι γεννημένες αξιώσεις μερίσματος παρακολουθούνται ως προς τον χρόνο παραγραφής. Η παράλειψη έγκαιρης άσκησης οδηγεί σε οριστική απώλεια του ποσού υπέρ του Δημοσίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη διανομή και διάθεση κερδών ΑΕ καθώς και το ελάχιστο διανεμητέο μέρισμα.

Υπαναχώρηση Σε E-shop: Πότε Υποχρεούται Σε Επιστροφή

Ποιες Επιστροφές Δέχεται ένα E-shop Και Ποιες Μπορεί Να Αρνηθεί

Εν συντομια:

  • Σε κάθε πώληση εξ αποστάσεως, ο καταναλωτής έχει δεκατέσσερις ημερολογιακές ημέρες να υπαναχωρήσει αναιτιολόγητα. Ο προμηθευτής δεν μπορεί να αποκλείσει το δικαίωμα με όρο της σύμβασης.
  • Το δικαίωμα δεν ισχύει σε περιοριστικές κατηγορίες προϊόντων, όπως τα εξατομικευμένα, τα ευπαθή, τα σφραγισμένα υγιεινής μετά την αποσφράγιση και οι πλήρως εκτελεσθείσες υπηρεσίες. Οι εξαιρέσεις ερμηνεύονται στενά.
  • Μετά από έγκυρη υπαναχώρηση, ο προμηθευτής επιστρέφει κάθε ποσό, μαζί τα βασικά έξοδα αποστολής, εντός δεκατεσσάρων ημερών, με δικαίωμα παρακράτησης μέχρι την επιστροφή ή απόδειξη αποστολής.
  • Ο Ν. 5317/2026 ενίσχυσε από τις 10 Ιουλίου 2026 τις υποχρεώσεις ενημέρωσης για την υπαναχώρηση και εισήγαγε λειτουργία υπαναχώρησης στο ηλεκτρονικό περιβάλλον.
  • Παράλειψη ενημέρωσης για το δικαίωμα παρατείνει την προθεσμία κατά δώδεκα μήνες και μπορεί να στερήσει από τον προμηθευτή κάθε αξίωση για μειωμένη αξία ή τίμημα υπηρεσίας.

Πότε δικαιούται ο πελάτης να υπαναχωρήσει από πώληση εξ αποστάσεως;

Σε κάθε σύμβαση εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος, ο καταναλωτής διαθέτει προθεσμία δεκατεσσάρων ημερολογιακών ημερών για να υπαναχωρήσει χωρίς να αναφέρει λόγο και χωρίς επιβάρυνση, πέρα από το άμεσο κόστος επιστροφής. Ο προμηθευτής δεν μπορεί να περιορίσει ή να αποκλείσει το δικαίωμα με όρο της σύμβασης, κατά το άρθρο 3ε ν. 2251/1994.

Η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο καταναλωτής αποκτά τη φυσική κατοχή των αγαθών. Σε παραγγελία με πολλά τεμάχια που παραδίδονται χωριστά, μετράει η παραλαβή του τελευταίου τεμαχίου. Σε τακτικές παραδόσεις για ορισμένο διάστημα, μετράει η παραλαβή του πρώτου. Στις συμβάσεις υπηρεσιών, η προθεσμία τρέχει από τη σύναψη της σύμβασης.

Οι γενικές υποχρεώσεις του προμηθευτή στη σύναψη της σύμβασης εξ αποστάσεως καθορίζουν πότε η σύμβαση δεσμεύει έγκυρα τον πελάτη, στοιχείο που προηγείται της υπαναχώρησης, ενώ ξεχωριστό ζήτημα είναι η ταυτότητα του αγοραστή.

Το δικαίωμα προστατεύει μόνο τον καταναλωτή, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο που ενεργεί για σκοπούς εκτός της εμπορικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας. Αγορά από επιχείρηση για επαγγελματική χρήση δεν καλύπτεται, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η 14ήμερη γενική προθεσμία υπαναχώρησης δεν πρέπει να συγχέεται με την προθεσμία των τριάντα ημερών. Η μεγαλύτερη αυτή προθεσμία αφορά ορισμένες μόνο συμβάσεις εκτός καταστήματος, που συνάπτονται στο πλαίσιο μη προγραμματισμένων επισκέψεων του προμηθευτή ή εκδρομών που ο ίδιος οργανώνει. Στις πωλήσεις μέσω ηλεκτρονικού καταστήματος ο κανόνας παραμένει οι δεκατέσσερις ημέρες.

Πότε ΔΕΝ δικαιούται υπαναχώρηση ο πελάτης; Οι εξαιρέσεις

Το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν ισχύει σε περιοριστικά απαριθμούμενες κατηγορίες του άρθρου 3ιβ ν. 2251/1994, όπως τα εξατομικευμένα ή κατά παραγγελία αγαθά, τα ευπαθή, τα σφραγισμένα για λόγους υγείας ή υγιεινής μετά την αποσφράγιση και οι πλήρως εκτελεσθείσες υπηρεσίες.

Οι εξαιρέσεις ερμηνεύονται στενά και δεν επεκτείνονται με αναλογία σε παρόμοιες περιπτώσεις.

ΚατηγορίαΓιατί εξαιρείταιΠρακτική σημείωση προμηθευτή
Εξατομικευμένα ή κατά παραγγελίαΚατασκευασμένα βάσει προδιαγραφών του πελάτηΑπαιτείται πραγματική εξατομίκευση, όχι απλή επιλογή διαθέσιμης παραλλαγής
Ευπαθή ή σύντομης λήξηςΑλλοιώνονται ή λήγουν γρήγοραΤρόφιμα, άνθη, προϊόντα με κοντινή ημερομηνία λήξης
Σφραγισμένα υγείας ή υγιεινήςΑκατάλληλα προς επιστροφή μετά την αποσφράγισηΙσχύει μόνο αν η επιστροφή είναι πράγματι αδύνατη για λόγους υγιεινής
Σφραγισμένο υλικό ήχου, εικόνας ή λογισμικούΑποσφραγισμένο μετά την παράδοσηΚαλύπτει σφραγισμένους δίσκους ή λογισμικό που αποσφραγίστηκε
Ψηφιακό περιεχόμενο χωρίς υλικό φορέαΗ εκτέλεση ξεκίνησε με ρητή συναίνεσηΧρειάζεται προηγούμενη ρητή συναίνεση και αναγνώριση απώλειας δικαιώματος
Πλήρως εκτελεσθείσες υπηρεσίεςΗ υπηρεσία ολοκληρώθηκε με ρητή αίτησηΑπαιτείται ρητή αίτηση έναρξης πριν λήξει η προθεσμία
Τιμή εξαρτώμενη από την αγοράΔιακυμάνσεις εκτός ελέγχου του προμηθευτήΑγαθά με τιμή συνδεδεμένη σε χρηματοοικονομικές διακυμάνσεις

Συχνή αιτία διαφωνιών είναι τα προϊόντα που εμπίπτουν στην κατηγορία της υγιεινής. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την απόφαση slewo (C-681/17) της 27ης Μαρτίου 2019, έκρινε ότι στρώμα από το οποίο αφαιρέθηκε η προστατευτική μεμβράνη δεν εμπίπτει στην εξαίρεση των σφραγισμένων ειδών υγιεινής, καθώς μπορεί να καθαριστεί και να επανατεθεί σε εμπορική κυκλοφορία.

Η εξαίρεση καλύπτει μόνο αγαθά για τα οποία η επαναπώληση είναι πράγματι ασυμβίβαστη με την προστασία της υγείας.

Πρακτικά, η εμπειρία από υποθέσεις επιστροφών σε ηλεκτρονικά καταστήματα, δείχνει ότι η υπαγωγή ενός προϊόντος σε εξαίρεση ή όχι κρίνεται κατά περίπτωση και δεν μπορεί να επιβληθεί οριζόντια με έναν γενικό όρο στους Όρους Χρήσης του ηλεκτρονικού καταστήματος.

Ένας προμηθευτής που αρνείται συλλήβδην κάθε επιστροφή αποσφραγισμένου προϊόντος αναλαμβάνει τον κίνδυνο η άρνηση να κριθεί παράνομη. Για τα ψηφιακά προϊόντα, η οριοθέτηση της εξαίρεσης συνδέεται και με τους κανόνες συμμόρφωσης ψηφιακού περιεχομένου και υπηρεσιών, που ακολουθούν χωριστό καθεστώς.

Σε τι υποχρεούται ο προμηθευτής αν ο πελάτης υπαναχωρήσει;

Μετά από έγκυρη υπαναχώρηση, ο προμηθευτής επιστρέφει κάθε ποσό που έλαβε, περιλαμβανομένων των βασικών εξόδων παράδοσης, εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ενημέρωσή του, με το ίδιο μέσο πληρωμής που χρησιμοποίησε ο καταναλωτής.

Διατηρεί όμως δικαίωμα να παρακρατήσει την επιστροφή μέχρι να παραλάβει τα αγαθά ή να λάβει απόδειξη αποστολής τους, σύμφωνα με τα άρθρα 3θ και 3ι ν. 2251/1994.

Δύο σημεία περιορίζουν την υποχρέωση:

  • Πρώτον, τα έξοδα παράδοσης επιστρέφονται μόνο ως το ύψος της φθηνότερης τυποποιημένης μεθόδου αποστολής που προσφέρει το κατάστημα. Αν ο πελάτης επέλεξε ακριβότερη ή ταχεία αποστολή, η διαφορά δεν επιστρέφεται.
  • Δεύτερον, το άμεσο κόστος επιστροφής των αγαθών βαρύνει τον καταναλωτή, υπό την προϋπόθεση ότι ο προμηθευτής τον ενημέρωσε εκ των προτέρων γι’ αυτό.

Ο καταναλωτής ευθύνεται για τυχόν μείωση της αξίας των αγαθών μόνο όταν αυτή προκύπτει από χειρισμό πέρα από όσο ήταν αναγκαίο για να διαπιστώσει τη φύση, τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία τους, δηλαδή πέρα από τη δοκιμή που θα ήταν δυνατή και σε φυσικό κατάστημα.

Πού ακριβώς τελειώνει η επιτρεπτή δοκιμή και πού αρχίζει η ευθύνη είναι κρίση που διαφοροποιείται κατά περίπτωση και συχνά αποτελεί το επίδικο σε διαφορές επιστροφών.

Η αναιτιολόγητη αυτή υπαναχώρηση διαφέρει ουσιωδώς από τα δικαιώματα σε πώληση ελαττωματικού πράγματος, τα οποία προϋποθέτουν ελάττωμα και ακολουθούν διαφορετικές προθεσμίες.

Τι πρέπει να προσθέσει το e-shop μετά τον Ν. 5317/2026;

Ο Ν. 5317/2026 ενίσχυσε, από τις 10 Ιουλίου 2026, τις υποχρεώσεις ενημέρωσης του προμηθευτή για το δικαίωμα υπαναχώρησης, μέσω τροποποίησης του άρθρου 3β ν. 2251/1994.

Παράλληλα εισήγαγε λειτουργία υπαναχώρησης για συμβάσεις που συνάπτονται μέσω επιγραμμικής διεπαφής, με το νέο άρθρο 3ζα. Οι υποχρεώσεις ισχύουν ήδη, νωρίτερα από την ημερομηνία εφαρμογής της ενωσιακής Οδηγίας (ΕΕ) 2024/825.

Το ενισχυμένο άρθρο 3β απαιτεί σαφή προσυμβατική ενημέρωση για το δικαίωμα υπαναχώρησης, τις προϋποθέσεις, τις προθεσμίες και τη διαδικασία άσκησής του, μαζί με το υπόδειγμα του εντύπου υπαναχώρησης.

Δύο συνέπειες είναι κρίσιμες για το e-shop:

  • η μη τήρηση των απαιτήσεων ενημέρωσης καθιστά τη σύμβαση άκυρη υπέρ του καταναλωτή, κατά την παράγραφο 9 του άρθρου και
  • το βάρος να αποδείξει ότι τήρησε τις υποχρεώσεις ενημέρωσης το φέρει ο ίδιος ο προμηθευτής, κατά την παράγραφο 8.

Το νέο άρθρο 3ζα προσθέτει την υποχρέωση ευδιάκριτης λειτουργίας υπαναχώρησης, δηλαδή σαφώς επισημασμένης επιλογής με ένδειξη του τύπου «Πατήστε εδώ για υπαναχώρηση», για κάθε σύμβαση που συνάπτεται μέσω επιγραμμικής διεπαφής.

Η διατύπωση είναι γενική και καταλαμβάνει τα ηλεκτρονικά καταστήματα λιανικής, όχι μόνο τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.

Το χρονικό σημείο έχει άμεση πρακτική σημασία. Η ίδια η Οδηγία 2024/825 προβλέπει εφαρμογή των κανόνων της από τις 27 Σεπτεμβρίου 2026, όμως ο Έλληνας νομοθέτης έθεσε τις σχετικές διατάξεις σε ισχύ από τη δημοσίευση του νόμου, στις 10 Ιουλίου 2026.

Χωριστό καθεστώς ισχύει για την υπαναχώρηση από χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εξ αποστάσεως, με τα νέα άρθρα 3ιδ έως 3ιη, καθώς και για την υπαναχώρηση από ασφαλιστική σύμβαση, που έχει δική της προθεσμία.

Τι διακινδυνεύει ο προμηθευτής αν δεν ενημερώσει για την υπαναχώρηση;

Αν ο προμηθευτής δεν ενημερώσει για το δικαίωμα υπαναχώρησης, η προθεσμία των δεκατεσσάρων ημερών παρατείνεται κατά δώδεκα μήνες, κατά το άρθρο 3στ ν. 2251/1994.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι, όταν λείπει η ενημέρωση, ο καταναλωτής δεν οφείλει τίμημα για υπηρεσία που παρασχέθηκε στο διάστημα αυτό ούτε αποζημίωση για μειωμένη αξία.

Η απόφαση DC (C-97/22) της 17ης Μαΐου 2023, ερμηνεύοντας το άρθρο 14 της Οδηγίας 2011/83/ΕΕ, δέχθηκε ότι ο καταναλωτής που υπαναχωρεί μετά την πλήρη εκτέλεση υπηρεσίας, χωρίς να έχει ενημερωθεί για το δικαίωμά του, απαλλάσσεται από κάθε κόστος.

Σε συνδυασμό με την ακυρότητα υπέρ του καταναλωτή που εισάγει η παράγραφος 9 του νέου άρθρου 3β, η έλλειψη ή η τυποποιημένη ενημέρωση μετατρέπει μια απλή επιστροφή σε πλήρη απαλλαγή του πελάτη από κάθε αντιπαροχή.

Η εμπειρία από υποθέσεις καταναλωτικών διαφορών δείχνει ότι σε αυτό ακριβώς κινδυνεύει περισσότερο ο προμηθευτής. Η δόμηση της προσυμβατικής ενημέρωσης ώστε να είναι αποδείξιμη, καθώς και η σύνταξη της ρήτρας επιστροφών ώστε να μην αποκλείει το δικαίωμα εκεί όπου ο νόμος το παρέχει, είναι το σημείο όπου συνήθως το e-shop χάνει τα δικαιώματάτου και μια κακοσχεδιασμένη διατύπωση οδηγεί σε πλήρη απώλεια αξιώσεων.

Συχνές Ερωτήσεις

Μπορεί ο προμηθευτής να αρνηθεί την επιστροφή αν ο πελάτης άνοιξε τη συσκευασία;

Εξαρτάται από την κατηγορία του προϊόντος. Το απλό άνοιγμα της συσκευασίας δεν καταργεί το δικαίωμα. Μόνο για τα σφραγισμένα είδη που εξαιρούνται για λόγους υγείας ή υγιεινής, ή για το σφραγισμένο υλικό ήχου, εικόνας και λογισμικού, έχει σημασία η αποσφράγιση. Στα υπόλοιπα αγαθά, ο καταναλωτής μπορεί να τα εξετάσει όπως θα έκανε σε κατάστημα, χωρίς να χάσει το δικαίωμα, ενώ ευθύνεται μόνο για μείωση αξίας από υπερβολικό χειρισμό.

Ισχύει το δικαίωμα υπαναχώρησης και στις B2B πωλήσεις;

Όχι. Το δικαίωμα προστατεύει μόνο τους καταναλωτές, δηλαδή τα φυσικά πρόσωπα που ενεργούν εκτός της εμπορικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Αγορά από επιχείρηση για επαγγελματικό σκοπό δεν καλύπτεται από το άρθρο 3ε ν. 2251/1994, εκτός αν τα μέρη το προβλέψουν συμβατικά. Ο προμηθευτής ενδείκνυται να επιβεβαιώνει την ιδιότητα του αγοραστή πριν εφαρμόσει το καθεστώς της υπαναχώρησης.

Πρέπει ο προμηθευτής να επιστρέψει και τα έξοδα αρχικής αποστολής;

Ναι, το βασικό κόστος παράδοσης επιστρέφεται, όμως μόνο ως το ύψος της φθηνότερης τυποποιημένης μεθόδου αποστολής που προσφέρει το κατάστημα. Αν ο πελάτης επέλεξε ακριβότερη ή ταχεία αποστολή, η επιπλέον δαπάνη δεν επιστρέφεται. Το άμεσο κόστος της επιστροφής των αγαθών βαρύνει τον καταναλωτή, εφόσον ο προμηθευτής τον είχε ενημερώσει γι’ αυτό εκ των προτέρων.

Ισχύει η υπαναχώρηση για ψηφιακά προϊόντα ή συνδρομές;

Για ψηφιακό περιεχόμενο που δεν παρέχεται σε υλικό φορέα, το δικαίωμα χάνεται μόνο αν η εκτέλεση ξεκίνησε με προηγούμενη ρητή συναίνεση του καταναλωτή και αναγνώριση ότι έτσι απόλλυται το δικαίωμα. Χωρίς αυτή τη συναίνεση, το δικαίωμα διατηρείται. Σε συνδρομές με στοιχείο υπηρεσίας, εφαρμόζονται οι κανόνες για τις μερικώς εκτελεσθείσες υπηρεσίες και την αναλογική καταβολή.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έλεγχος ιδιότητας αγοραστή: Πριν εφαρμοστεί το δικαίωμα των δεκατεσσάρων ημερών, επιβεβαιώνεται αν ο αγοραστής ενεργεί ως καταναλωτής ή για επαγγελματικό σκοπό, καθώς οι B2B πωλήσεις δεν καλύπτονται.

Αποδείξιμη ενημέρωση για την υπαναχώρηση: Η ενημέρωση για το δικαίωμα, τις προθεσμίες και τη διαδικασία, μαζί με το υπόδειγμα εντύπου, τεκμηριώνεται με τρόπο που να αποδεικνύεται, αφού το βάρος απόδειξης βαρύνει τον προμηθευτή.

Ρήτρα επιστροφών στους Όρους Χρήσης: Η ρήτρα επιστροφών συντάσσεται ώστε να αποτυπώνει τις πραγματικές εξαιρέσεις και την κατανομή του κόστους επιστροφής, χωρίς να αποκλείει το δικαίωμα εκεί όπου ο νόμος το παρέχει.

Λειτουργία υπαναχώρησης στο ηλεκτρονικό περιβάλλον: Το ηλεκτρονικό κατάστημα διαθέτει ευδιάκριτη λειτουργία υπαναχώρησης κατά το νέο άρθρο 3ζα, που ισχύει από τις 10 Ιουλίου 2026.

Διάκριση από την ευθύνη για ελαττώματα: Η αναιτιολόγητη υπαναχώρηση διαχωρίζεται από τα δικαιώματα λόγω πραγματικού ελαττώματος, τα οποία προϋποθέτουν ελάττωμα και ακολουθούν διαφορετικές προθεσμίες και προϋποθέσεις.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την υπαναχώρηση σε E-shop.

Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Εξ Αποστάσεως: Πότε Δεσμεύουν

Υποχρεώσεις Παρόχου Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών Από Απόσταση

Σε συντομία:

  • Ο Ν. 5317/2026 κατήργησε το άρθρο 4Θ του Ν. 2251/1994 και μετέφερε την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε νέο πλαίσιο (άρθρο 3α παρ. 1β και νέα άρθρα 3ζα, 3ιδ έως 3ιη), ενσωματώνοντας την Οδηγία (ΕΕ) 2023/2673.
  • Ο πάροχος (τράπεζα, εταιρεία χρηματοοικονομικής τεχνολογίας, ασφαλιστική, επενδυτική) οφείλει εκτενή προσυμβατική ενημέρωση στα ελληνικά, σε σταθερό μέσο, ικανό διάστημα πριν δεσμευτεί ο πελάτης. Οι όροι που δεν γνωστοποιήθηκαν δεν δεσμεύουν τον πελάτη.
  • Ο πελάτης υπαναχωρεί εντός 14 ημερών (30 για ατομικά συνταξιοδοτικά προϊόντα), με σημαντικές εξαιρέσεις για προϊόντα εξαρτώμενα από τις αγορές.
  • Η παράλειψη ενημέρωσης για το δικαίωμα υπαναχώρησης καταργεί το ανώτατο όριο των 12 μηνών και 14 ημερών, αφήνοντας την προθεσμία ανοιχτή.
  • Για online πώληση προστίθενται λειτουργία υπαναχώρησης «Πατήστε εδώ για υπαναχώρηση» και απαγόρευση παραπλανητικών διεπαφών. Το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης φέρει ο πάροχος.

Σε ποιες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εφαρμόζεται το νέο πλαίσιο;

Το νέο πλαίσιο εφαρμόζεται σε κάθε σύμβαση που συνάπτει πάροχος με καταναλωτή για την παροχή χρηματοοικονομικής υπηρεσίας εξ αποστάσεως, δηλαδή χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία των μερών, μέσω μέσων επικοινωνίας από απόσταση.

Ρυθμίζεται πλέον στο άρθρο 3α παρ. 1β του Ν. 2251/1994, όπως προστέθηκε με τον Ν. 5317/2026 σε ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2673. Καλύπτει υπηρεσίες τραπεζικής, πιστωτικής, ασφαλιστικής ή επενδυτικής φύσης, καθώς και ατομικές συντάξεις.

Ως χρηματοοικονομική υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία τραπεζικής, πιστωτικής, ασφαλιστικής ή επενδυτικής φύσης ή σχετική με ατομικές συντάξεις και πληρωμές.

Ο νομοθέτης αντιμετωπίζει το νέο πλαίσιο ως δίκτυο ασφαλείας (safety net), αφού εφαρμόζεται συμπληρωματικά σε όσες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εξαιρούνται από ειδικότερη τομεακή νομοθεσία ή καλύπτονται μόνο εν μέρει από αυτήν.

Έτσι ένας πάροχος που ήδη υπάγεται σε εξειδικευμένο καθεστώς οφείλει να ελέγξει πού σταματά η ειδική ρύθμιση και πού αναλαμβάνει το γενικό πλαίσιο του Ν. 2251/1994.

Η δομή αυτή διαφοροποιείται από το γενικό καθεστώς της σύμβασης από απόσταση για αγαθά και λοιπές υπηρεσίες, το οποίο ακολουθεί χωριστούς κανόνες.

Για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εφαρμόζονται αποκλειστικά συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου, μεταξύ των οποίων τα άρθρα 3ζα και 3ιδ έως 3ιη, ενώ το ασφαλιστικό σκέλος συνδέεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση.

Κρίσιμη για τον πάροχο διαρκών σχέσεων είναι η μεταχείριση των διαδοχικών πράξεων. Όταν προηγείται αρχική συμφωνία-πλαίσιο για την παροχή υπηρεσιών που ακολουθείται από σειρά διαδοχικών ή διακριτών πράξεων της ίδιας φύσης, οι υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης και το δικαίωμα υπαναχώρησης εφαρμόζονται μόνο στην αρχική συμφωνία.

Αν δεν υπάρχει αρχική συμφωνία-πλαίσιο, εφαρμόζονται μόνο στην πρώτη πράξη. Αν όμως μεσολαβήσει διάστημα άνω του ενός έτους χωρίς πράξη της ίδιας φύσης, η επόμενη πράξη θεωρείται πρώτη μιας νέας σειράς και οι υποχρεώσεις επανενεργοποιούνται.

Ο ακριβής προσδιορισμός του πότε μια σειρά συναλλαγών συνιστά ενιαία σχέση ή νέα δέσμη πράξεων απαιτεί νομική κρίση κατά περίπτωση, καθώς από αυτόν εξαρτάται αν ο πάροχος υπέχει εκ νέου πλήρη υποχρέωση ενημέρωσης.

Τι πρέπει να γνωστοποιεί ο πάροχος πριν δεσμευτεί ο πελάτης;

Ικανό διάστημα πριν δεσμευτεί ο πελάτης με εξ αποστάσεως σύμβαση ή με αντίστοιχη προσφορά, ο πάροχος παρέχει στα ελληνικά, με σαφή και κατανοητό τρόπο και σε σταθερό μέσο, εκτενή κατάλογο πληροφοριών (άρθρο 3ιδ).

Περιλαμβάνονται η ταυτότητα και η εποπτική αρχή του, τα κύρια χαρακτηριστικά και το συνολικό τίμημα της υπηρεσίας, οι κίνδυνοι, η ύπαρξη και οι όροι του δικαιώματος υπαναχώρησης, το εφαρμοστέο δίκαιο και ο τρόπος εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών.

Σταθερό μέσο (durable medium) είναι κάθε μέσο που επιτρέπει στον πελάτη να αποθηκεύει τις πληροφορίες που του απευθύνονται με τρόπο προσβάσιμο για μελλοντική αναδρομή και για επαρκές χρονικό διάστημα.

Ο νόμος ορίζει επιπλέον ότι, στην επικοινωνία φωνητικής τηλεφωνίας, ο πάροχος δηλώνει από την αρχή της κλήσης την ταυτότητά του, την εμπορική φύση της κλήσης και το ενδεχόμενο καταγραφής, ενώ με ρητή συγκατάθεση του πελάτη μπορεί να περιοριστεί προσωρινά σε ένα ελάχιστο πυρήνα πληροφοριών, με υποχρέωση πλήρους ενημέρωσης αμέσως μετά.

Για την ηλεκτρονική παροχή, ο νόμος επιτρέπει τη διαστρωμάτωση (layering) των πληροφοριών, δηλαδή τη σταδιακή πρόσβαση σε επίπεδα.

Η ευχέρεια αυτή δεν ισχύει για έναν σκληρό πυρήνα στοιχείων, όπως η ταυτότητα του παρόχου, τα κύρια χαρακτηριστικά της υπηρεσίας, το συνολικό τίμημα και το δικαίωμα υπαναχώρησης, τα οποία πρέπει να είναι πάντοτε άμεσα και ευκρινώς ορατά χωρίς πρόσθετη ενέργεια του πελάτη, όπως επιλογή ή κύλιση.

Η σωστή αρχιτεκτονική ενός τέτοιου εντύπου, που αξιοποιεί τη διαστρωμάτωση χωρίς να υποτιμά τα υποχρεωτικά στοιχεία, είναι σημείο όπου η ad hoc διατύπωση και η διάταξη περιεχομένου έχουν άμεσες νομικές συνέπειες, καθώς η εμπειρία από υποθέσεις προσυμβατικής ενημέρωσης δείχνει ότι το πιο συχνό σφάλμα δεν είναι η απουσία πληροφορίας αλλά η δυσχερής πρόσβαση σε αυτήν.

Ο πάροχος υπέχει επίσης αυτοτελή υποχρέωση παροχής επαρκών εξηγήσεων, ώστε ο πελάτης να μπορεί να αξιολογήσει αν η υπηρεσία ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στην οικονομική του κατάσταση (άρθρο 3ιζ).

Όταν χρησιμοποιούνται επιγραμμικά εργαλεία (online tools), ο πελάτης έχει δικαίωμα να ζητήσει και να λάβει ανθρώπινη παρέμβαση στο προσυμβατικό στάδιο. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει ιδίως παρόχους που στηρίζονται σε αυτοματοποιημένες πλατφόρμες και chatbots για τη διάθεση προϊόντων.

Το κρίσιμο για τη διακινδύνευση του παρόχου είναι οι έννομες συνέπειες. Το βάρος απόδειξης για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης φέρει ο πάροχος, ενώ συμβατική ρήτρα που μεταθέτει το βάρος αυτό στον πελάτη είναι άκυρη ως καταχρηστική.

Παράλληλα, όροι που δεν γνωστοποιήθηκαν κατά τα ανωτέρω δεν δεσμεύουν τον πελάτη, ακόμη και αν δεν αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη διαμόρφωση της βούλησής του.

Αν οι πληροφορίες παρασχεθούν σε διάστημα συντομότερο της μίας ημέρας πριν τη δέσμευση, ο πάροχος οφείλει να αποστείλει υπενθύμιση για τη δυνατότητα υπαναχώρησης εντός μίας έως επτά ημερών από τη σύναψη.

Πότε ισχύει το δικαίωμα υπαναχώρησης του πελάτη και πότε εξαιρείται;

Ο πελάτης διαθέτει προθεσμία 14 ημερολογιακών ημερών για να υπαναχωρήσει χωρίς αιτιολογία και χωρίς συνέπειες, ενώ η προθεσμία ανέρχεται σε 30 ημέρες για συμβάσεις που αφορούν ατομικά συνταξιοδοτικά προϊόντα (άρθρο 3ιε).

Η προθεσμία εκκινεί είτε από τη σύναψη της σύμβασης είτε από την ημερομηνία παραλαβής των όρων και των πληροφοριών του άρθρου 3ιδ, αν αυτή είναι μεταγενέστερη. Το δικαίωμα εξαιρείται σε ορισμένες κατηγορίες υπηρεσιών.

Η πιο επικίνδυνη για τον πάροχο πρόβλεψη αφορά την περίπτωση μη παραλαβής των όρων και των πληροφοριών. Καταρχήν η προθεσμία λήγει σε κάθε περίπτωση 12 μήνες και 14 ημέρες μετά τη σύναψη.

Ωστόσο το ανώτατο αυτό όριο δεν εφαρμόζεται όταν ο πελάτης δεν έχει λάβει ενημέρωση για το ίδιο το δικαίωμα υπαναχώρησης. Πρακτικά, η παράλειψη ενημέρωσης για την ύπαρξη του δικαιώματος αφήνει την προθεσμία ανοιχτή πέραν του δωδεκαμήνου, εκθέτοντας τον πάροχο σε κίνδυνο ανατροπής της σύμβασης για παρατεταμένο διάστημα.

Η διάκριση ανάμεσα στη μη παραλαβή του συνόλου των πληροφοριών και στην ειδικότερη μη ενημέρωση για το δικαίωμα υπαναχώρησης καθορίζει αν η προθεσμία κλείνει ποτέ, οπότε η ακριβής τεκμηρίωση της ενημέρωσης αποκτά αποφασιστική σημασία.

Οι εξαιρέσεις του δικαιώματος υπαναχώρησης συνοψίζονται ως εξής:

ΚατηγορίαΠεδίο
Υπηρεσίες εξαρτώμενες από τις αγορέςΥπηρεσίες των οποίων η αμοιβή εξαρτάται από διακυμάνσεις τις οποίες ο πάροχος δεν ελέγχει, όπως συνάλλαγμα, μέσα χρηματαγοράς, μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου (FRA), συμφωνίες ανταλλαγής (swaps) και δικαιώματα προαίρεσης (options).
Βραχυπρόθεσμη ασφάλισηΑσφαλιστήρια συμβόλαια ταξιδιών και αποσκευών ή παρόμοια βραχυπρόθεσμα συμβόλαια με διάρκεια μικρότερη των 30 ημερών.
Πλήρως εκτελεσθείσες συμβάσειςΣυμβάσεις που έχουν εκτελεστεί πλήρως και από τα δύο μέρη με ρητή αίτηση του πελάτη, προτού αυτός ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης.

Όταν το δικαίωμα ισχύει, οι συνέπειες της άσκησής του ρυθμίζονται ειδικότερα (άρθρο 3ιστ). Ο πελάτης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει μόνο το αντάλλαγμα για την υπηρεσία που πράγματι του παρασχέθηκε, ποσό που δεν υπερβαίνει το μέρος που αναλογεί στις παρασχεθείσες υπηρεσίες και σε καμία περίπτωση δεν λειτουργεί ως ποινική ρήτρα.

Κατ’ εξαίρεση, σε υπαναχώρηση από ασφαλιστική σύμβαση ο πελάτης δεν οφείλει κανένα ποσό. Ο πάροχος δεν μπορεί να απαιτήσει καταβολή αν δεν αποδείξει ότι είχε ενημερώσει τον πελάτη για το πληρωτέο ποσό, ούτε αν άρχισε την εκτέλεση πριν τη λήξη της προθεσμίας χωρίς προηγούμενο αίτημα του πελάτη.

Η επιστροφή των ποσών γίνεται εκατέρωθεν αμελλητί και το αργότερο εντός 30 ημερών.

Ειδικά ζητήματα της υπαναχώρησης από ασφαλιστική σύμβαση ρυθμίζονται από την ασφαλιστική νομοθεσία και ακολουθούν δικό τους καθεστώς. Αντίστοιχα, η υπαναχώρηση από εξ αποστάσεως πώληση αγαθών ακολουθεί χωριστό καθεστώς με διαφορετικές προθεσμίες και υποχρεώσεις.

Σημειωτέο ότι, όταν ειδικότερες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου ρυθμίζουν συγκεκριμένη χρηματοοικονομική υπηρεσία και περιέχουν κανόνες για το δικαίωμα υπαναχώρησης, εφαρμόζονται αποκλειστικά αυτές.

Η σύνθεση του γενικού πλαισίου με τομεακά καθεστώτα, όπως οι κανόνες για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων ή τις υπηρεσίες πληρωμών, καθορίζει ποιο καθεστώς υπαναχώρησης τελικά ισχύει και απαιτεί εξέταση κατά περίπτωση.

Τι αλλάζει σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς του άρθρου 4Θ;

Ο Ν. 5317/2026 κατήργησε το άρθρο 4Θ του Ν. 2251/1994 (άρθρο 78) και μετέφερε τη ρύθμιση στη νέα δομή. Κάθε παραπομπή της κείμενης νομοθεσίας στο παλαιό άρθρο 4Θ νοείται εφεξής ως παραπομπή στις αντίστοιχες νέες διατάξεις.

Πέρα από τη μεταφορά, εισάγονται υποχρεώσεις που δεν προβλέπονταν υπό το προηγούμενο καθεστώς, με έμφαση στην ηλεκτρονική διάθεση.

Η πρώτη νέα υποχρέωση αφορά τη λειτουργία υπαναχώρησης για συμβάσεις που συνάπτονται μέσω επιγραμμικής διεπαφής (άρθρο 3ζα). Επιγραμμική διεπαφή (online interface) είναι το λογισμικό, περιλαμβανομένου ιστοτόπου ή εφαρμογής, μέσω του οποίου ο πάροχος διαθέτει τις υπηρεσίες του.

Ο πάροχος οφείλει να διασφαλίζει ότι ο πελάτης μπορεί να υπαναχωρήσει και μέσω ειδικής λειτουργίας με την ένδειξη «Πατήστε εδώ για υπαναχώρηση» ή άλλη εξίσου σαφή διατύπωση, συνεχώς διαθέσιμης και ευδιάκριτης καθ’ όλη την προθεσμία.

Η διαδικασία είναι δύο βημάτων:

  • ο πελάτης συμπληρώνει ηλεκτρονική δήλωση και στη συνέχεια την υποβάλλει μέσω λειτουργίας που φέρει την ένδειξη «Επιβεβαίωση υπαναχώρησης».
  • ο πάροχος αποστέλλει χωρίς καθυστέρηση βεβαίωση παραλαβής σε σταθερό μέσο, με το περιεχόμενο της δήλωσης και την ημερομηνία και ώρα υποβολής.

Η λειτουργία αυτή αποτελεί κανάλι άσκησης και δεν δημιουργεί νέο δικαίωμα υπαναχώρησης.

Η δεύτερη νέα υποχρέωση απαγορεύει τις παραπλανητικές διεπαφές (dark patterns). Ο πάροχος δεν σχεδιάζει ούτε διαχειρίζεται τη διεπαφή του κατά τρόπο που παραπλανά ή χειραγωγεί τον πελάτη ή στρεβλώνει την ικανότητά του να λαμβάνει ελεύθερες και τεκμηριωμένες αποφάσεις (άρθρο 3ιη).

Ρητά απαγορεύεται να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση σε ορισμένες επιλογές, να ζητείται επανειλημμένα, ιδίως με αναδυόμενα παράθυρα, μια επιλογή που έχει ήδη γίνει και να καθίσταται η διαδικασία τερματισμού μιας υπηρεσίας δυσκολότερη από την εγγραφή σε αυτήν.

Η σχεδίαση ενός workflow υπαναχώρησης που τηρεί τις προδιαγραφές χωρίς να εκθέτει τον πάροχο σε αιτίαση για dark pattern απαιτεί προσεκτική διατύπωση κειμένου, ροής και προεπιλογών, καθώς η ίδια οθόνη μπορεί να είναι νόμιμη ή μη, ανάλογα με τη διάταξη των στοιχείων της.

Η αντιπαραβολή του παλαιού με το νέο καθεστώς αποτυπώνεται συνοπτικά ως εξής:

ΖήτημαΠαλαιό καθεστώς (άρθρο 4Θ)Νέο καθεστώς (Ν. 5317/2026)
Νομική βάσηΆρθρο 4Θ Ν. 2251/1994 (Οδηγία 2002/65/ΕΚ)Άρθρο 3α παρ. 1β και άρθρα 3ζα, 3ιδ έως 3ιη (Οδηγία 2023/2673)
Online υπαναχώρησηΧωρίς ειδική πρόβλεψηΛειτουργία «Πατήστε εδώ για υπαναχώρηση» με δύο βήματα και βεβαίωση σε σταθερό μέσο
Σχεδίαση διεπαφήςΧωρίς ειδική πρόβλεψηΡητή απαγόρευση παραπλανητικών διεπαφών
ΑυτοματοποίησηΧωρίς ειδική πρόβλεψηΔικαίωμα ανθρώπινης παρέμβασης σε online εργαλεία
ΥπενθύμισηΧωρίς ειδική πρόβλεψηΥπενθύμιση σε 1 έως 7 ημέρες αν η ενημέρωση δόθηκε λιγότερο από μία ημέρα πριν

Συχνές ερωτήσεις

Ισχύει το δικαίωμα υπαναχώρησης σε επενδυτικά προϊόντα;

Όχι για υπηρεσίες των οποίων η αμοιβή εξαρτάται από διακυμάνσεις των αγορών τις οποίες ο πάροχος δεν ελέγχει, όπως συνάλλαγμα, μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου, συμφωνίες ανταλλαγής και δικαιώματα προαίρεσης. Η εξαίρεση δικαιολογείται από το ότι η αξία των προϊόντων αυτών μεταβάλλεται εντός της προθεσμίας υπαναχώρησης χωρίς υπαιτιότητα του παρόχου.

Πρέπει η πλατφόρμα ηλεκτρονικής τραπεζικής ή η εφαρμογή fintech να διαθέτει κουμπί υπαναχώρησης;

Ναι, εφόσον η σύμβαση συνάπτεται μέσω επιγραμμικής διεπαφής και υφίσταται δικαίωμα υπαναχώρησης. Ο πάροχος οφείλει να παρέχει λειτουργία με την ένδειξη «Πατήστε εδώ για υπαναχώρηση», ευδιάκριτη και συνεχώς διαθέσιμη, με ξεχωριστή λειτουργία επιβεβαίωσης και αποστολή βεβαίωσης παραλαβής σε σταθερό μέσο. Η λειτουργία δεν δημιουργεί νέο δικαίωμα, αλλά διασφαλίζει τρόπο ηλεκτρονικής άσκησής του.

Τι συμβαίνει αν ο πάροχος δεν ενημερώσει για το δικαίωμα υπαναχώρησης;

Η παράλειψη ενημέρωσης για το δικαίωμα υπαναχώρησης καταργεί το ανώτατο όριο των 12 μηνών και 14 ημερών, οπότε η προθεσμία παραμένει ανοιχτή. Επιπλέον, ο πάροχος δεν μπορεί να απαιτήσει καταβολή για την υπηρεσία που παρασχέθηκε, καθώς η απαίτηση αυτή προϋποθέτει προηγούμενη ενημέρωση για το πληρωτέο ποσό.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χρόνος ενημέρωσης: Η προσυμβατική ενημέρωση παρέχεται ικανό διάστημα πριν τη δέσμευση. Αν δοθεί λιγότερο από μία ημέρα πριν, ο πάροχος αποστέλλει υπενθύμιση για την υπαναχώρηση εντός μίας έως επτά ημερών από τη σύναψη.

Σταθερό μέσο και ελληνική γλώσσα: Οι πληροφορίες παρέχονται στα ελληνικά, ευανάγνωστα και σε σταθερό μέσο, με δυνατότητα προβολής, αποθήκευσης και εκτύπωσης ως ενιαίο έγγραφο ακόμη και σε διαστρωμάτωση.

Πυρήνας πάντα ορατός: Ταυτότητα παρόχου, κύρια χαρακτηριστικά, συνολικό τίμημα και δικαίωμα υπαναχώρησης εμφανίζονται πάντοτε άμεσα, χωρίς κύλιση ή πρόσθετη ενέργεια του πελάτη.

Ασφαλιστική υπαναχώρηση χωρίς πληρωμή: Σε υπαναχώρηση από ασφαλιστική σύμβαση ο πελάτης δεν οφείλει κανένα ποσό, σε αντίθεση με τις λοιπές χρηματοοικονομικές υπηρεσίες όπου οφείλεται το αναλογικό αντάλλαγμα.

Online workflow και παραπλανητικές διεπαφές: Η λειτουργία «Πατήστε εδώ για υπαναχώρηση» με δύο βήματα και βεβαίωση σε σταθερό μέσο συνδυάζεται με την απαγόρευση σχεδίασης που χειραγωγεί ή δυσχεραίνει την υπαναχώρηση.

Βάρος απόδειξης: Την τήρηση των υποχρεώσεων ενημέρωσης αποδεικνύει ο πάροχος. Ρήτρα που μεταθέτει το βάρος στον πελάτη είναι άκυρη ως καταχρηστική.

Ειδικότερη νομοθεσία: Όπου εφαρμόζονται τομεακοί κανόνες για συγκεκριμένη υπηρεσία, ελέγχεται ποιο καθεστώς υπερισχύει ως προς την ενημέρωση και την υπαναχώρηση πριν διαμορφωθεί η τελική διαδικασία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στοΕταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες από απόσταση.