NFTs Στην Ελλάδα – Νομικό Πλαίσιο & Πνευματικά Δικαιώματα 

NFTs (Non-Fungible Tokens) είναι μοναδικά ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία που αποθηκεύονται σε ένα blockchain και διακρίνονται από την ιδιότητα της μη-ανταλλαξιμότητας (non-fungibility).

Είναι, δηλαδή, μια κατηγορία κρυπτογραφικών περιουσιακών στοιχείων που αντιπροσωπεύουν ένα μοναδικό, μη ανταλλάξιμο αντικείμενο ή δικαίωμα, καταγεγραμμένο σε ένα blockchain. 

Παραδείγματα NFTs μπορούν να αποτελέσουν από έργα ψηφιακής τέχνης και συλλεκτικά αντικείμενα, μέχρι μουσική, βίντεο και εικονική ιδιοκτησία σε metaverse

Ταυτόχρονα, όμως, τα NFTs δημιουργούν και νομικές προκλήσεις.

Τούτο διότι δημιουργείται ένα περιβάλλον νομικής αβεβαιότητας, ιδίως όσον αφορά την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, τη φύση της ιδιοκτησίας των NFTs και τις φορολογικές πτυχές αυτών. 

Τεχνική Και Νομική Φύση Των NFTs
Τεχνική Φύση

Όπως προαναφέρθηκε, τα NFTs, είναι μοναδικά ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία που αποθηκεύονται σε ένα blockchain. 

Η ονομασία τους προέρχεται από τον όρο «nonfungible » (μη ανταλλάξιμο), που σημαίνει ότι κάθε NFT είναι μοναδικό και δεν μπορεί να αντικατασταθεί από ένα άλλο όμοιο.

Σε αντίθεση με τα κρυπτονομίσματα όπως το Bitcoin ή το Ethereum, τα οποία είναι «fungible», δηλαδή «ανταλλάξιμα», (για παράδειγμα ένα Bitcoin μπορεί να αντικατασταθεί από οποιοδήποτε άλλο Bitcoin ή άλλο περιουσιακό στοιχείο χωρίς απώλεια αξίας), ένα NFT έχει μοναδικά χαρακτηριστικά που το καθιστούν αναντικατάστατο. 

Αυτή η μοναδικότητα πιστοποιείται μέσω της τεχνολογίας blockchain, η οποία λειτουργεί ως ένα αποκεντρωμένο, αμετάβλητο δημόσιο καθολικό.

Περαιτέρω, κάθε NFT περιέχει πληροφορίες που το καθιστούν μοναδικό, όπως τα μεταδεδομένα που περιγράφουν το ψηφιακό περιεχόμενο με το οποίο συνδέεται (π.χ., μια εικόνα, ένα βίντεο, ένα τραγούδι, μια ανάρτηση στα Social Media, ή ένα αντικείμενο εντός παιχνιδιού). 

Από τεχνική άποψη, ένα NFT αποτελεί ένα έξυπνο συμβόλαιο (smart contract) που περιέχει μεταδεδομένα σχετικά με ένα συγκεκριμένο ψηφιακό περιουσιακό στοιχείο. Περιέχει, δηλαδή, πληροφορίες που το καθιστούν μοναδικό, 

Αυτά τα μεταδεδομένα περιγράφουν το ψηφιακό περιεχόμενο με το οποίο συνδέεται  (πχ μια εικόνα, ένα βίντεο, ένα τραγούδι, μια ανάρτηση στα Social Media, ή ένα αντικείμενο εντός παιχνιδιού) και  μπορεί να περιλαμβάνουν πληροφορίες που καθιστούν το NFT μοναδικό, όπως για παράδειγμα  τον τίτλο του έργου, τον δημιουργό, την περιγραφή και ένα σύνδεσμο προς το πραγματικό ψηφιακό αρχείο. 

Η τεχνολογία blockchain εξασφαλίζει την αμεταβλητότητα και την επαληθευσιμότητα αυτών των πληροφοριών (καθώς η ιδιοκτησία ενός NFT καταγράφεται στο blockchain), δημιουργώντας έτσι ένα αδιαμφισβήτητο αρχείο ιδιοκτησίας.

Ένα NFT δεν είναι το ίδιο το ψηφιακό έργο, αλλά ένα πιστοποιητικό ιδιοκτησίας ή μια βεβαίωση που αποδεικνύει ότι κάποιος κατέχει ένα συγκεκριμένο ψηφιακό στοιχείο, με την ιδιότητα του μοναδικού και μη αναπαραγώγιμου, καταγεγραμμένο σε ένα κατανεμημένο καθολικό (blockchain).

Επομένως, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η κατοχή ενός NFT ΔΕΝ συνεπάγεται την κατοχή των πνευματικών δικαιωμάτων του υποκείμενου έργου. 

Ο δημιουργός του ψηφιακού περιεχομένου διατηρεί συνήθως τα πνευματικά δικαιώματα, εκτός αν αυτά μεταβιβαστούν ρητά μέσω συμφωνίας. Το NFT πιστοποιεί την ιδιοκτησία του συγκεκριμένου ψηφιακού «διακριτικού» και όχι του ίδιου του έργου.

Η δημιουργία ενός NFT ονομάζεται «minting» και περιλαμβάνει την καταγραφή του ψηφιακού περιουσιακού στοιχείου στο blockchain. Αυτή η διαδικασία δημιουργεί ένα μοναδικό αναγνωριστικό και ένα ιστορικό συναλλαγών που μπορεί να επαληθευτεί από οποιονδήποτε. 

Τα NFTs διαπραγματεύονται σε ειδικές πλατφόρμες (marketplaces) χρησιμοποιώντας κρυπτονομίσματα, με τις συναλλαγές να καταγράφονται στο blockchain, εξασφαλίζοντας διαφάνεια και ασφάλεια. Η αξία τους καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση, καθώς και από την αντιληπτή μοναδικότητα και την καλλιτεχνική ή ιστορική τους αξία.

Νομική Φύση

Η νομική φύση των NFTs είναι ακόμη υπό συζήτηση παγκοσμίως. Τα NFTs μπορούν να ειδωθούν και ως:

  • Ψηφιακά Περιουσιακά Στοιχεία: Αυτή είναι η πιο κοινή προσέγγιση. Αντιμετωπίζονται ως άυλα κινητά πράγματα, παρόμοια με τις μετοχές ή τα κρυπτονομίσματα, αλλά με την ιδιαιτερότητα της μοναδικότητας.
  • Άδειες Χρήσης: Σε πολλές περιπτώσεις, η αγορά ενός NFT μπορεί να σημαίνει την απόκτηση μιας άδειας χρήσης του υποκείμενου ψηφιακού έργου, χωρίς να μεταβιβάζονται τα πνευματικά δικαιώματα.
  • Δικαιώματα επί Υποκείμενου Έργου: Σπανιότερα, και συνήθως με ειδικές συμβατικές ρυθμίσεις, η ιδιοκτησία ενός NFT μπορεί να συνδέεται με τη μεταβίβαση συγκεκριμένων πνευματικών δικαιωμάτων.
Νομικό Πλαίσιο 
Το Ελληνικό Νομικό Πλαίσιο 

Στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες χώρες, η ραγδαία εξέλιξη των NFTs προηγείται της νομοθετικής προσαρμογής. 

Συγκεκριμένα, το ελληνικό δίκαιο δεν διαθέτει ειδικό πλαίσιο για τα NFTs και επομένως, εφαρμόζονται αναλογικά οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, καθώς και οι διατάξεις του Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα:

Όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζονται αναλογικά το παρακάτω νομικό πλαίσιο:

Ελληνική Νομοθεσία
  • Ν. 2121/1993 «Περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων»: Αποτελεί το βασικό νομοθέτημα για την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα, ενσωματώνοντας τις σχετικές Οδηγίες της ΕΕ.
  • Αστικός Κώδικας: Οι γενικές αρχές του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις ενοχικού δικαίου και αδικοπραξιών βρίσκουν εφαρμογή.
  • Ν. 4967/2022: Ρυθμίζει τις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών, η οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί στις συναλλαγές NFTs.
Το Νομικό Πλαίσιο Στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε διαδικασία προσαρμογής του νομικού της πλαισίου στις νέες τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένων των NFTs. Αν και δεν υπάρχει ακόμα ειδική νομοθεσία αποκλειστικά για τα NFTs, σημαντικές Οδηγίες και Κανονισμοί είναι ήδη σε ισχύ ή υπό συζήτηση και επηρεάζουν έμμεσα ή άμεσα τις συναλλαγές με NFTs:

  • Οδηγία 2001/29/ΕΚ (InfoSoc Directive): Εναρμονίζει ορισμένες πτυχές του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, ιδίως όσον αφορά την αναπαραγωγή και τη δημόσια διάθεση.
  • Οδηγία 2004/48/ΕΚ (IPR Enforcement Directive): Παρέχει εργαλεία για την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένων ασφαλιστικών μέτρων, αποζημιώσεων και μέτρων κατά της παραποίησης/απομίμησης.
  • Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 (GDPR): Οι κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπου τα δεδομένα blockchain περιέχουν αναγνωρίσιμα προσωπικά δεδομένα.
  • Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 (MiCA – Markets in Crypto-Assets Regulation): Αυτός ο κανονισμός, ο οποίος έχει τεθεί σε ισχύ και θα εφαρμοστεί πλήρως από τα τέλη του 2024/αρχές 2025, αποτελεί ορόσημο. Ενώ τα περισσότερα NFTs (ιδιαίτερα τα μοναδικά και μη ανταλλάξιμα) εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του MiCA (άρθρο 4 παρ. 2), ο κανονισμός παρέχει ένα πλαίσιο για την εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών κρυπτογραφικών περιουσιακών στοιχείων και των εκδοτών κρυπτογραφικών περιουσιακών στοιχείων που ενδέχεται να έχουν χαρακτηριστικά παρόμοια με χρηματοοικονομικά μέσα. Είναι σημαντικό να αξιολογείται κατά περίπτωση εάν ένα συγκεκριμένο NFT εμπίπτει στις εξαιρέσεις ή όχι. 
  • O Κανονισμός Της ΕΕ Για Την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act): Αν και δεν αφορά άμεσα τα NFTs, είναι σημαντική για το μέλλον της ψηφιακής δημιουργίας, καθώς η χρήση ΑΙ στη δημιουργία έργων που ενδέχεται να «tokenποιηθούν» θα εγείρει νέα ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας και δημιουργίας. 
  • Πρόταση Οδηγίας για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (AMLD6): Αν και δεν έχει ακόμη εγκριθεί, αναμένεται να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των κανόνων AML/CFT και σε παρόχους υπηρεσιών κρυπτογραφικών περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων δυνητικά και εκείνων που εμπλέκονται σε συναλλαγές NFTs.
Πνευματικά Δικαιώματα & NFTs

Το κεντρικό νομικό ζήτημα που ανακύπτει με τα NFTs είναι η σχέση τους με τα πνευματικά δικαιώματα και την πνευματική ιδιοκτησία

Όπως προαναφέρθηκε ότι η αγορά και κατοχή ενός NFT δεν συνεπάγεται την κατοχή των πνευματικών δικαιωμάτων του υποκείμενου έργου, δηλαδή των πνευματικών δικαιωμάτων του ψηφιακού έργου που αντιπροσωπεύει.

Δικαιώματα Δημιουργού & Δικαιώματα Ιδιοκτήτη NFT

Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, και ειδικότερα τον Ν. 2121/1993 «Περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων», ο δημιουργός ενός έργου αποκτά αυτοδικαίως και πρωτογενώς το πνευματικό δικαίωμα επί του έργου του, χωρίς να απαιτείται καμία διατύπωση. 

Το πνευματικό δικαίωμα περιλαμβάνει:

  • Το περιουσιακό δικαίωμα, δηλαδή το δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου (αναπαραγωγή, διανομή, παρουσίαση στο κοινό, προσαρμογή κ.λπ.).
  • Το ηθικό δικαίωμα, δηλαδή το δικαίωμα αναγνώρισης της πατρότητας του έργου, διατήρησης της ακεραιότητάς του και προστασίας της προσωπικής σχέσης του δημιουργού με το έργο του.

Όταν ένα ψηφιακό έργο «tokenποιηθεί» ως NFT, ο δημιουργός διατηρεί καταρχήν όλα τα πνευματικά του δικαιώματα, εκτός αν συμφωνηθεί ρητά το αντίθετο. 

Ο αγοραστής του NFT αποκτά την ιδιοκτησία του token και όχι απαραίτητα του υποκείμενου ψηφιακού έργου. 

Αυτό σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης του NFT έχει το δικαίωμα να το μεταπωλήσει, να το εμφανίσει ως δική του ιδιοκτησία, αλλά δεν έχει το δικαίωμα να το αναπαράγει, να το διανείμει, να το τροποποιήσει ή να το χρησιμοποιήσει για εμπορικούς σκοπούς χωρίς την άδεια του δημιουργού.

Φορολογικές Πτυχές των NFTs στην Ελλάδα

Η φορολογική μεταχείριση των NFTs στην Ελλάδα, προφανώς, δεν έχει ακόμα καθοριστεί. Δεδομένης της απουσίας ειδικής νομοθεσίας, η φορολογική προσέγγιση μπορεί να γίνει μόνο αναλογικά με βάση ήδη υφιστάμενες διατάξεις.

Φορολογία Εισοδήματος

Η πώληση ενός NFT από ιδιώτη μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε ως

  • Κέρδος από μεταβίβαση κεφαλαίου: Εάν η αγοραπωλησία δεν αποτελεί άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, το κέρδος μπορεί να φορολογηθεί ως υπεραξία. Ωστόσο, η φορολόγηση υπεραξίας από κινητές αξίες είναι γενικά μηδενική για ιδιώτες, εκτός αν συντρέχουν προϋποθέσεις συστηματικής δραστηριότητας.

είτε ως

  • Εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα: Εάν η δραστηριότητα απόκτηση και πώλησης NFTs χαρακτηριστεί ως συστηματική και επαγγελματική, τότε τα κέρδη θα φορολογηθούν ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, με τις ισχύουσες φορολογικές κλίμακες για φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Η διάκριση μεταξύ «ερασιτεχνικής» και «επαγγελματικής» δραστηριότητας είναι λεπτή και απαιτεί αξιολόγηση κατά περίπτωση.
ΦΠΑ

Η παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με NFTs (πχ δημιουργία, minting, πώληση σε πλατφόρμες) πιθανότατα υπάγεται σε ΦΠΑ. Η υπαγωγή ή μη εξαρτάται από την ακριβή φύση της υπηρεσίας και τον χαρακτηρισμό του NFT.

Εάν το NFT θεωρηθεί «άυλο αγαθό» ή «υπηρεσία», τότε θα εφαρμοστούν οι γενικές διατάξεις του Κώδικα ΦΠΑ. Η φορολογική αντιμετώπιση του ΦΠΑ στις συναλλαγές με κρυπτονομίσματα και συναφή περιουσιακά στοιχεία εξακολουθεί να είναι θέμα συζήτησης και αναμονής διευκρινίσεων από τις φορολογικές αρχές.

Άμεσα Ζητήματα Προς Ρύθμιση

Οι κυριότερες προκλήσεις που ανακύπτουν και χρήζουν άμεσης ρύθμισης, περιλαμβάνουν:

  • Παραβιάσεις Πνευματικών Δικαιωμάτων: Είναι συχνό φαινόμενο η «tokenποίηση» και πώληση ψηφιακών έργων ως NFTs χωρίς την άδεια του δημιουργού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 2121/1993 περί παραβίασης πνευματικών δικαιωμάτων (άρθρα 65 επ.), που προβλέπουν αστικές και ποινικές κυρώσεις.
  • Ο θιγόμενος δημιουργός μπορεί να ζητήσει άρση της προσβολής, παράλειψή της στο μέλλον, αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και καταστροφή των παράνομων αντιγράφων.
  • Άδειες Χρήσης: Για να αποκτήσει ο αγοραστής ενός NFT περισσότερα δικαιώματα επί του υποκείμενου έργου, απαιτείται ρητή συμβατική ρύθμιση με τον δημιουργό. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω άδειας χρήσης (license), η οποία μπορεί να ενσωματωθεί στα metadata του NFT ή να παραπέμπει σε εξωτερικούς όρους χρήσης. Η άδεια πρέπει να προσδιορίζει σαφώς το εύρος των δικαιωμάτων που παραχωρούνται (π.χ., δικαίωμα δημόσιας προβολής, δικαίωμα αναπαραγωγής για προσωπική χρήση, δικαίωμα χρήσης σε εμπορικά προϊόντα κ.λπ.). Πρότυπα όπως το Creative Commons ή ειδικά πρότυπα για NFTs (π.χ., ERC-721 «Immutable Licenses») μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
  • Smart Contracts: Τα smart contracts (έξυπνα συμβόλαια) που ενσωματώνουν τα NFTs μπορούν να περιλαμβάνουν ρήτρες που αυτοματοποιούν την καταβολή δικαιωμάτων (royalties) στον αρχικό δημιουργό κάθε φορά που το NFT μεταπωλείται στην δευτερογενή αγορά. Αυτό ενισχύει το δικαίωμα αμοιβής του δημιουργού.
  • Έλλειψη Προστασίας Καταναλωτή: Οι γενικές διατάξεις περί προστασίας καταναλωτή ενδέχεται να μην καλύπτουν επαρκώς τις ιδιαιτερότητες των συναλλαγών NFTs, ιδίως όσον αφορά την πληροφόρηση, την απάτη και τους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το Νομικό Πλαίσιο των NFTs στην Ελλάδα και την προστασία των Πνευματικών Δικαιωμάτων 

Αποτελεί η Γεύση Τροφίμου Πνευματική Ιδιοκτησία;

Με την με αριθμό C-310/17 (Levola Hengelo BV κατά Smilde Foods BV), απόφασή του, το Δικαστήριο της ΕΕ, ασχολήθηκε με το κατά πόσο η γεύση, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας, να κατοχυρωθεί και να προστατευθεί.

Ειδικότερα, Δικαστήριο της Ολλανδίας ρώτησε το ΔΕΕ εάν η οδηγία 2001/29 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προστασία της γεύσης ενός τροφίμου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού κατά την οδηγία αυτή και στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού στην εν λόγω γεύση.

Η Κοινοτική Οδηγία 2001/29

Η οδηγία 2001/29 ορίζει, στα άρθρα 2 έως 4, ότι τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς, όσον αφορά τα «έργα» τους, ένα σύνολο αποκλειστικών δικαιωμάτων και προβλέπει, μια σειρά εξαιρέσεων και περιορισμών στα δικαιώματα αυτά.

Η εν λόγω οδηγία δεν περιέχει καμία ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου του «έργου».

Επομένως, και λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας, η έννοια αυτή πρέπει, κατά κανόνα, να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ένωση.

Κατά συνέπεια, η γεύση ενός τροφίμου μπορεί να προστατεύεται βάσει του δικαιώματος του δημιουργού σύμφωνα με την οδηγία 2001/29 μόνον εάν η γεύση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έργο», κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας.

Έννοια & Περιεχόμενο Του Όρου «Έργου»

Συναφώς, για να μπορεί να χαρακτηριστεί ένα αντικείμενο ως «έργο», κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις.

Αφενός, πρέπει το συγκεκριμένο αντικείμενο να είναι πρωτότυπο, υπό την έννοια ότι είναι αποτέλεσμα προσωπικής πνευματικής εργασίας του δημιουργού.

Αφετέρου, ως «έργο», κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29, μπορούν να χαρακτηριστούν μόνον τα στοιχεία που αποτελούν την έκφραση της εν λόγω προσωπικής πνευματικής εργασίας

Η Σύμβαση Της Βέρνης & Συνθήκη ΠΟΔΙ

Περαιτέρω το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι η Ένωση, μολονότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Βέρνης, εντούτοις υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 4, της Συνθήκης του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία, της οποίας είναι συμβαλλόμενο μέρος και στην εφαρμογή της οποίας αποσκοπεί η οδηγία 2001/29, να συμμορφώνεται προς τα άρθρα 1 έως 21 της Σύμβασης της Βέρνης.

Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Σύμβασης της Βέρνης, τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα περιλαμβάνουν όλες τις παραγωγές λογοτεχνικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής φύσεως, οιοσδήποτε είναι ο τρόπος και η μορφή εκφράσεως.

Επιπλέον, κατά το άρθρο 2 της Συνθήκης του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία και το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου, αντικείμενο της προστασίας βάσει του δικαιώματος του δημιουργού είναι οι μορφές έκφρασης και όχι οι ιδέες, οι διαδικασίες, οι μέθοδοι λειτουργίας ή οι μαθηματικές έννοιες αυτές καθεαυτές.

Επομένως, η έννοια του «έργου» που διαλαμβάνεται στην οδηγία 2001/29 συνεπάγεται κατ’ ανάγκη έκφραση του προστατευόμενου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού αντικειμένου η οποία να το προσδιορίζει με επαρκή ακρίβεια και αντικειμενικότητα, έστω και αν η έκφραση αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκη μόνιμη.

Η Ερμηνεία Του ΔΕΕ

Συγκεκριμένα, αφενός, οι αρχές που είναι αρμόδιες για τη διασφάλιση της προστασίας των αποκλειστικών δικαιωμάτων που εμπεριέχονται στο δικαίωμα του δημιουργού πρέπει να μπορούν να γνωρίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια τα αντικείμενα που προστατεύονται κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Το ίδιο ισχύει για τους ιδιώτες, ιδίως επιχειρηματίες, οι οποίοι πρέπει να μπορούν να προσδιορίσουν με σαφήνεια και ακρίβεια τα προστατευόμενα αντικείμενα τρίτων, ιδίως ανταγωνιστών.

Αφετέρου, η ανάγκη εξαλείψεως κάθε στοιχείου υποκειμενικότητας, βλαπτικής για την ασφάλεια δικαίου, κατά τη διαδικασία προσδιορισμού του αντικειμένου της προστασίας συνεπάγεται ότι το εν λόγω αντικείμενο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ακριβούς και αντικειμενικής έκφρασης.

Όμως, η δυνατότητα ακριβούς και αντικειμενικού προσδιορισμού δεν υφίσταται όσον αφορά τη γεύση τροφίμου.

Συγκεκριμένα, σε αντίθεση, παραδείγματος χάριν, με ένα λογοτεχνικό, εικαστικό, κινηματογραφικό ή μουσικό έργο, που αποτελεί ακριβή και αντικειμενική μορφή έκφρασης, ο προσδιορισμός της γεύσης τροφίμου στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, στις γευστικές αισθήσεις και εμπειρίες που είναι υποκειμενικές και μεταβλητές, καθόσον εξαρτώνται, μεταξύ άλλων, από παράγοντες που σχετίζονται με το πρόσωπο που δοκιμάζει το συγκεκριμένο προϊόν, όπως η ηλικία του, οι διατροφικές προτιμήσεις του και οι καταναλωτικές του συνήθειες, καθώς και με το περιβάλλον ή το πλαίσιο στο οποίο δοκιμάζεται το προϊόν αυτό.

Περαιτέρω, ακριβής και αντικειμενικός προσδιορισμός της γεύσης τροφίμου, που να παρέχει τη δυνατότητα διάκρισης της γεύσης αυτής από τη γεύση άλλων προϊόντων του ίδιου είδους, δεν είναι δυνατός με τεχνικά μέσα στο παρόν στάδιο της επιστημονικής εξέλιξης.

Η Απόφαση Του ΔΕΕ

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, το Δικαστήριο κατέληξε ότι επιβάλλεται το συμπέρασμα, βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, ότι η γεύση τροφίμου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έργο» κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29.

Λαμβανομένης υπόψη της απαιτήσεως περί ομοιόμορφης ερμηνείας της έννοιας του «έργου» εντός της Ένωσης, επιβάλλεται, επίσης, το συμπέρασμα ότι η οδηγία 2001/29 αντιτίθεται στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού σε γεύση τροφίμου.

Επομένως, στο ερώτημα του Δικαστηρίου της Ολλανδίας δόθηκε η απάντηση ότι η οδηγία 2001/29 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προστασία της γεύσης ενός τροφίμου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού κατά την οδηγία αυτή και στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού στην εν λόγω γεύση.

Τα παραπάνω, ωστόσο, δεν αναιρούν την προστασία προϊόντων Προστατευομένων Ονοµασιών Προέλευσης (ΠΟΠ) & και Γεωγραφικών Ενδείξεων (ΠΓΕ) τα οποία ενσωματώνουν την γεύση ως χαρακτηριστικό της ιδιαιτερότητάς τους.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία έργων.

Πώληση Με Δοκιμή – Νομικό Πλαίσιο & Δικαιώματα Μερών

Πώληση με δοκιμή, αποτελεί μορφή πώλησης, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή, ο οποίος είναι ελεύθερος να την εγκρίνει ή να την αποποιηθεί, οπότε θεωρείται ότι καταρτίστηκε από την έγκριση ή ματαιώθηκε από την αποποίηση.

Αναλυτικά, κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως πωλήσεως είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μεταθέσεως της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος (ΑΠ 150/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 563 ΑΚΗ πώληση με δοκιμή λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή. Ο αγοραστής είναι ελεύθερος να εγκρίνει ή να αποποιηθεί“.

Χαρακτηριστικά

Η ρυθμιζόμενη από την παραπάνω διάταξη πώληση υπό δοκιμή, αποτελεί μία σύμβαση πώλησης, η οποία περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία του είδους της υπό του ως άνω άρθρου 513 ΑΚ προβλεπομένης σύμβασης.

Η τελική δε ισχύς αυτής, εξαρτάται από το εάν ο αγοραστής την εγκρίνει ή όχι, όμως το πραγματικό της σύμβασης αυτής έχει τελειωθεί, ενώ η επέλευση των αποτελεσμάτων της, σε περίπτωση αμφιβολίας, τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή.

Η πώληση υπό δοκιμή, μπορεί να καταρτιστεί και σιωπηρώς, όπως στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται από τα μέρη εκφράσεις του τύπου “για δοκιμή”, ως “δοκιμή” κ.λπ. ή και όταν η τελική απόφαση του αγοραστή, δεν πρέπει κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αναμένεται, πριν την εξέταση ή τη δοκιμή του πράγματος από αυτόν (αγοραστή).

Ο αγοραστής, είναι απόλυτα ελεύθερος να εγκρίνει ή όχι την πώληση:

  • χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση, και
  • χωρίς να υποχρεώνεται να δοκιμάσει προηγουμένως το πράγμα.

Η εν λόγω ελεύθερη κρίση του δεν προϋποθέτει, ούτε την ύπαρξη ή απουσία οποιωνδήποτε ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του πράγματος, και επομένως ο αγοραστής μπορεί να αποκρούσει την πώληση, έστω κι αν δεν προέβη σε εξέταση ή δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ελαττωμάτων.

Ο αγοραστής έχει ευθύνη για την καταβολή του τιμήματος και ευθύνεται κατά τις διατάξεις μη εκπλήρωσης της σύμβασης μόνο αν έχει καταρτιστεί οριστική σύμβαση πώλησης και όχι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όπου εφαρμόζονται οι διατάσεις των άρθρων 197-198 ΑΚ (προσυμβατική ευθύνη).

Διαφορά Με Διαλυτική Αίρεση

Αντιθέτως, αν η έγκριση ή όχι του αγοραστή αναφέρεται στην αντικειμενική χρησιμότητα πράγματος, που πωλήθηκε για ορισμένο σκοπό ή στην ύπαρξη ορισμένων ιδιοτήτων ή προκειμένου για μηχάνημα, “αν ευρεθεί να λειτουργεί καλώς“, τότε η έγκριση ή όχι εξαρτάται από αντικειμενικά κριτήρια.

Επομένως, ο αγοραστής δεσμεύεται στο να εγκρίνει, όταν το αποτέλεσμα της δοκιμής είναι αντικειμενικά θετικό, οπότε δεν πρόκειται για πώληση με δοκιμή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά για πώληση υπό διαλυτική αίρεση (άρθ. 202 ΑΚ), ότι το πράγμα που πωλείται θα είναι κατάλληλο για ορισμένη χρήση ή θα λειτουργεί καλώς.

Σε αυτήν την περίπτωση, η σύμβαση έχει πλήρως καταρτιστεί και τα έννομα αποτελέσματα της έχουν επέλθει, με την επιφύλαξη όμως δικαιώματος υπαναχώρησης για τον αγοραστή (ΑΠ 743/2023).

Πρόταση Πώλησης Με Δοκιμή

Τέλος, δοκιμή του προς πώληση πράγματος, δυνατόν να συμφωνείται και σε πρόταση για κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως ή προσυμφώνου πώλησης.

Στην περίπτωση αυτή, η οποία διακρίνεται σαφώς από τις προηγούμενες, δεν υπάρχει πώληση, ούτε αίρεση αλλά η πώληση καταρτίζεται μεταγενέστερα με την αποδοχή της προτάσεως εκ μέρους του αγοραστή.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πώληση με δοκιμή.

ΣτΕ: Αντισυνταγματική Η Απενεργοποίησης ΑΦΜ Για Φοροδιαφυγή

Με την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ (Ολομ.) 869/2025, το ανώτατο ακυρωτικό, έκρινε ότι είναι αντισυνταγματική η αναστολή (απενεργοποίηση) ΑΦΜ σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής.

Ειδικότερα, η Φορολογική Διοίκηση, το έτος 2015, αποφάσισε την αναστολή χρήσης ΑΦΜ Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (ΙΚΕ) για διενέργεια ενδοκοινοτικών συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. α΄ υποπερ. iv της Πολ. 1200/ 2015 αποφάσεως της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, ήτοι λόγω διαπιστώσεως φοροδιαφυγής όσον αφορά τον Φ.Π.Α., κατά το άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013).

Η ανωτέρω ΙΚΕ προσέφυγε στο ΣτΕ, το οποίο έκρινε τα παρακάτω.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Το νομοθετικό πλέγμα της συγκεκριμένης υπόθεσης, σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ, είναι:

  • Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, και ειδικότερα τα άρθρα 10 και 11 στα οποία ρυθμίζονται, αντίστοιχα, η εγγραφή στο φορολογικό μητρώο και ο αριθμός φορολογικού μητρώου.
  • Ο Κανονισμός (Ε.Ε.) 904/2010 του Συμβουλίου, ο οποίος ενσωματώθηκε στον ΚΦΔ.
  • Η Πολ. 1200/2.9.2015 απόφαση της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών με τίτλο «Καθορισμός διαδικασίας αναστολής του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) για διενέργεια ενδοκοινοτικών συναλλαγών» στην οποία, ορίζονται μεταξύ άλλων, ότι:

«Η Φορολογική Διοίκηση αναστέλλει τη χρήση Α.Φ.Μ. για διενέργεια ενδοκοινοτικών συναλλαγών στις περιπτώσεις που: α) υφίστανται στοιχεία, τα οποία υποδηλώνουν ότι ο φορολογούμενος έχει παύσει να ασκεί οικονομική δραστηριότητα ή ότι διαπράττει φοροδιαφυγή. Ως στοιχεία τέτοια νοούνται: i … iv. η διαπίστωση φοροδιαφυγής όσον αφορά το Φ.Π.Α., κατά την έννοια και τα όρια του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ. όπως ισχύει … β) Α.Φ.Μ. για οποιοδήποτε λόγο καθίσταται από τη Φορολογική Διοίκηση “απενεργοποιημένος” και φέρει τη σχετική ένδειξη στο Υποσύστημα Μητρώου των Φορολογουμένων στο ΤΑΧIS»

  • Το άρθρο 43 παράγραφος 2 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι: «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό».
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΕ

Το ΣτΕ, στην απόφασή του, έκρινε ότι με την παραπάνω συνταγματική διάταξη παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η δυνατότητα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία.

Ειδικότερα, τίθεται ο κανόνας ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων.

Η νομοθετική εξουσιοδότηση πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως, δηλαδή, αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.

Περαιτέρω, επιτρέπεται η εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως προκειμένου να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.

Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρυθμίσεως.

Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδοτήσεως, αλλά επί πλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο ενεργεί η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα.

Η αναφερθείσα ουσιαστική ρύθμιση μπορεί να υπάρχει τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.

Προϋποθέσεις Νομοθετικής Εξουσιοδότησης

Ωστόσο, όταν το αντικείμενο της ρύθμισης αφορά την οργάνωση επαγγέλματος ή την άσκηση οικονομικής ελευθερίας ή ατομικού δικαιώματος, προκειμένου να είναι ανεκτή η ρύθμισή τους με υπουργική απόφαση (ή πράξη άλλου οργάνου της διοίκησης), πρέπει, πάντως, η ουσιαστική ρύθμιση του θέματος να διαγράφεται, έστω σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη διάταξη.

H απαίτηση αυτή επιβάλλεται λόγω της ανάγκης διασφάλισης της αρμοδιότητας του νομοθετικού οργάνου και περαιτέρω συμβάλλει στην ενίσχυση του κράτους δικαίου και ειδικότερα των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας, λόγω της οριοθέτησης του πλαισίου εντός του οποίου δύναται να κινείται η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση.

Η προβλεπόμενη δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να αναστέλλει την χρήση αριθμού φορολογικού μητρώου ή να προβαίνει σε απενεργοποίησή του, μεταξύ άλλων, εάν υφίστανται αντικειμενικά στοιχεία τα οποία υποδηλώνουν ότι ο φορολογούμενος διαπράττει φοροδιαφυγή, συνιστά βαθιά επέμβαση στην οικονομική ζωή του εν λόγω φορολογούμενου, φυσικού ή νομικού προσώπου, η οποία κατ’ ουσίαν ισοδυναμεί με απαγόρευση άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας.

Απόφαση Περί Αντισυνταγματικότητας

Η ρύθμιση αυτή του νόμου, για την οποία, παρέχεται εξουσιοδότηση προς τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων να ορίζει με απόφασή του «περιπτώσεις αναστολής ή απενεργοποίησης αριθμού φορολογικού μητρώου, τις συνέπειες της αναστολής και της απενεργοποίησης» δεν περιέχει την αναγκαία, λόγω της σημασίας του ρυθμιζόμενου ζητήματος, ουσιαστική ρύθμιση, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει το βασικό πλαίσιο, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, με την πρόβλεψη των αναγκαίων εγγυήσεων και τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, αλλά συνιστά κατ’ ουσίαν εν λευκώ εξουσιοδότηση προς τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. για την ρύθμιση των εν λόγω θεμάτων σε περίπτωση φοροδιαφυγής, εφόσον δεν τίθενται όρια στην αρμοδιότητά του.

Περαιτέρω, η ουσιαστική ρύθμιση δεν μπορεί να συμπληρωθεί από τις λοιπές ρυθμίσεις του ίδιου ή άλλου νόμου, διότι καμία διάταξη δεν περιέχει τέτοιες ρυθμίσεις.

Με τα δεδομένα αυτά, έκρινε το ΣτΕ, οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 4174/2013, κατά το μέρος που προβλέπουν την δυνατότητα αναστολής της χρήσης του Α.Φ.Μ. ή απενεργοποίησης αυτού σε περίπτωση φοροδιαφυγής και παρέχουν νομοθετική εξουσιοδότηση προς τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. για τον ορισμό περιπτώσεων αναστολής ή απενεργοποίησης του Α.Φ.Μ. και των συνεπειών της αναστολής και της απενεργοποίησης (σε περίπτωση φοροδιαφυγής), αντίκεινται στο άρθρο 43 παρ. 2 περ. β του Συντάγματος.

Κατόπιν τούτων, οι διατάξεις της Πολ. 1200/2015 απόφασης της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκαν με την Πολ. 1088/2017 απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθ’ ο μέρος αναφέρονται στην αναστολή χρήσης και στην απενεργοποίηση Α.Φ.Μ. λόγω φοροδιαφυγής, βασιζόμενες σε αντισυνταγματικές διατάξεις, είναι μη νόμιμες και ανίσχυρες.

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ

Κατά την αντίληψη του νομοθέτη, η αναστολή χρήσης του αριθμού φορολογικού μητρώου δεν συνιστά επιβολή κύρωσης για παράβαση διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας, αλλά έχει προεχόντως τον χαρακτήρα διοικητικού μέτρου και περαιτέρω δεν συνδέεται αμέσως με συγκεκριμένο φορολογικό βάρος, κατά την έννοια της ανωτέρω νομολογίας.

Συνεπώς, η διαφορά που ανακύπτει από την προσβολή τέτοιας πράξης υπάγεται, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί, η κατ’ άρθρο 63 του ν. 4174/2013 ενδικοφανής προσφυγή προβλέπεται για την περίπτωση άσκησης προσφυγής ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και όχι για την περίπτωση άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως.

Επομένως, αίτηση ακυρώσεως, για την οποία δεν έχει προηγηθεί η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, ασκείται παραδεκτά.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την απενεργοποίησης ΑΦΜ λόγω φοροδιαφυγής.

Υποκατάστημα Αλλοδαπής ή Θυγατρική; Κριτήρια Επιλογής 2026

Πότε Επιλέγεται Υποκατάστημα & Πότε Ίδρυση Θυγατρικής Στην Ελλάδα;

Περιληπτικά:

  • Το υποκατάστημα αλλοδαπής είναι προέκταση της μητρικής εταιρείας χωρίς δική του νομική προσωπικότητα, ενώ η θυγατρική είναι αυτοτελές νομικό πρόσωπο. Η διαφορά αυτή καθορίζει ευθύνη, φορολογία και ευελιξία εξόδου.
  • Στο υποκατάστημα η ευθύνη έναντι τρίτων βαρύνει ολόκληρη την αλλοδαπή εταιρεία και τον νόμιμο εκπρόσωπο. Στη θυγατρική η ευθύνη περιορίζεται κατ’ αρχήν στο κεφάλαιό της.
  • Φορολογικά, η μεταφορά κερδών του υποκαταστήματος προς τη μητρική δεν επιβαρύνεται με παρακράτηση ή με φόρο μερισμάτων, σε αντίθεση με τη διανομή μερίσματος θυγατρικής.
  • Η εγγραφή στο ΓΕΜΗ είναι υποχρεωτική και διαφοροποιείται ανάλογα με το αν η μητρική εδρεύει σε κράτος-μέλος της ΕΕ ή σε τρίτη χώρα.

Πότε επιλέγεται υποκατάστημα αλλοδαπής και πότε θυγατρική;

Το υποκατάστημα αλλοδαπής επιλέγεται όταν ο όμιλος θέλει άμεση παρουσία στην Ελλάδα χωρίς ίδρυση νέου νομικού προσώπου, αναλαμβάνοντας όμως ευθύνη σε επίπεδο μητρικής. Η ίδρυση θυγατρικής προτιμάται όταν επιδιώκεται περιορισμός ευθύνης, αυτοτελής φορολογική και επιχειρηματική υπόσταση ή προετοιμασία για μελλοντική είσοδο επενδυτή. Η επιλογή κρίνεται από το αναλαμβανόμενο ρίσκο, τη φορολογική στρατηγική και το αν η δραστηριότητα είναι μόνιμη ή δοκιμαστική.

Υποκατάστημα είναι κάθε επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης εκτός του κεντρικού καταστήματος, μέσω της οποίας αναπτύσσεται ιδιαίτερη συναλλακτική δραστηριότητα από όργανα με σχετική εξουσία. Όταν η μητρική εδρεύει στο εξωτερικό, το υποκατάστημα αλλοδαπής λειτουργεί ως προέκτασή της σε άλλο κράτος, με διάρκεια και χωρίς δική του νομική προσωπικότητα και συνάπτει έννομες σχέσεις με τρίτους στη χώρα εγκατάστασης.

Κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 459/2000), για τον χαρακτηρισμό μιας εγκατάστασης ως υποκαταστήματος δεν αρκεί η απλή διενέργεια προπαρασκευαστικών πράξεων ή πράξεων υλικής εκτέλεσης συμβάσεων που έχουν ήδη καταρτιστεί αλλού, όπως παράδοση εμπορευμάτων ή είσπραξη χρημάτων.

Σε ενωσιακό επίπεδο, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-154/11) δέχεται ότι η έννοια του υποκαταστήματος προϋποθέτει κέντρο επιχειρήσεων που εκδηλώνεται με διαρκή τρόπο προς τα έξω, διαθέτει διεύθυνση και είναι υλικά εξοπλισμένο ώστε να διαπραγματεύεται με τρίτους. Η οριακή αυτή ζώνη, ανάμεσα σε απλή παρουσία και πραγματικό υποκατάστημα, καθορίζει αν γεννώνται υποχρεώσεις εγγραφής και φορολόγησης στην Ελλάδα και αποτελεί αντικείμενο νομικής κρίσης κατά περίπτωση.

Υποκατάστημα ή θυγατρική: ποια μορφή εξυπηρετεί ανά κριτήριο;

Η σύγκριση υποκαταστήματος και θυγατρικής δεν απαντάται με έναν γενικό κανόνα, αλλά ανά κριτήριο. Καθοριστικά είναι η νομική προσωπικότητα, η έκταση ευθύνης έναντι τρίτων, η φορολογική μεταχείριση των κερδών, το απαιτούμενο κεφάλαιο, η διαδικασία εγγραφής και η ευκολία μελλοντικής πώλησης ή εξόδου. Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τις βασικές διαφορές.

ΚριτήριοΥποκατάστημα αλλοδαπήςΘυγατρική εταιρεία
Νομική προσωπικότηταΔεν διαθέτει, λειτουργεί ως προέκταση της μητρικήςΑυτοτελές νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητο από τη μητρική
Ευθύνη έναντι τρίτωνΒαρύνει ολόκληρη την αλλοδαπή μητρική και τον νόμιμο εκπρόσωποΠεριορίζεται κατ’ αρχήν στο κεφάλαιο της θυγατρικής
Φορολόγηση και μεταφορά κερδώνΜεταφορά κερδών στη μητρική χωρίς παρακράτηση ή φόρο μερισμάτωνΔιανομή μερίσματος υπό φόρο μερισμάτων κατά τον ΚΦΕ
ΚεφάλαιοΧωρίς ίδιο εταιρικό κεφάλαιο, χρηματοδοτείται από τη μητρικήΊδιο κεφάλαιο ανάλογα με τον εταιρικό τύπο (ΙΚΕ, ΑΕ, ΕΠΕ)
Εγγραφή ΓΕΜΗΥποχρεωτική, με διαφοροποίηση ΕΕ ή τρίτης χώραςΣύσταση νέας εταιρείας μέσω της Υπηρεσίας Μίας Στάσης
Πώληση ή έξοδοςΑπαιτεί προηγούμενη μετατροπή με απόσχιση κλάδουΜεταβίβαση μεριδίων ή μετοχών απευθείας

Στην πράξη, η εμπειρία από υποθέσεις εγκατάστασης αλλοδαπών ομίλων στην Ελλάδα, δείχνει ότι η επιλογή δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη, καθώς το ίδιο σχέδιο μπορεί να εξυπηρετεί ως υποκατάστημα από άποψη φορολογικής ροής κερδών και ως θυγατρική από άποψη περιορισμού ευθύνης.

Η στάθμιση είναι επιλογή που εξαρτάται από τον επιδιωκόμενο σκοπό της επένδυσης. Όταν επιλεγεί η θυγατρική, ακολουθεί ξεχωριστή απόφαση για τον κατάλληλο εταιρικό τύπο, με κριτήρια πέρα από το κόστος σύστασης.

Πώς διακρίνεται το υποκατάστημα από πρακτορείο και εμπορικό αντιπρόσωπο;

Το υποκατάστημα διακρίνεται από συγγενείς μορφές εμπορικής παρουσίας με βάση τον βαθμό εξάρτησης από τη μητρική. Σε αντίθεση με το πρακτορείο και τον εμπορικό αντιπρόσωπο, το υποκατάστημα υπάγεται στη διεύθυνση της κύριας επιχείρησης και απασχολεί δικό του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Η επιχείρηση πρακτορείας δεν προϋποθέτει δικό της εξαρτημένο προσωπικό κατά τον τρόπο που το προϋποθέτει το υποκατάστημα. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ανεξάρτητος, καθώς οργανώνει ελεύθερα τη δραστηριότητά του, μπορεί να αντιπροσωπεύει περισσότερες ανταγωνιστικές εταιρείες και περιορίζεται κυρίως στη διαβίβαση παραγγελιών, χωρίς να μετέχει ενεργά στην εκτέλεση των υποθέσεων.

Το υποκατάστημα, αντίθετα, προϋποθέτει έλεγχο και υπαγωγή στη διεύθυνση της μητρικής. Η διάκριση έχει πρακτικές συνέπειες ως προς την ευθύνη, τη φορολογία και την υποχρέωση δημοσιότητας, καθώς ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός μιας σχέσης μπορεί να οδηγήσει σε μη αναμενόμενες υποχρεώσεις.

Πότε υποχρεούται το υποκατάστημα αλλοδαπής σε εγγραφή στο ΓΕΜΗ;

Η εγγραφή του υποκαταστήματος αλλοδαπής στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο είναι υποχρεωτική κατά το άρθρο 16 του Ν. 4919/2022, όπως ισχύει. Η έκταση και οι λεπτομέρειες της δημοσιότητας διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν η μητρική εδρεύει σε κράτος-μέλος της ΕΕ, σε τρίτη χώρα ή πρόκειται για λοιπά πρόσωπα που ασκούν εμπορικές πράξεις στην Ελλάδα.

Το άρθρο 16 διακρίνει τρεις κατηγορίες:

  • υποκαταστήματα εταιρειών με τη μορφή ΑΕ,
  • ΕΠΕ ή ετερόρρυθμης κατά μετοχές με έδρα σε κράτος-μέλος της ΕΕ,
  • υποκαταστήματα εταιρειών τρίτων χωρών με ανάλογη νομική μορφή και υποκαταστήματα μέσω των οποίων ασκούν εμπορική δραστηριότητα λοιπά πρόσωπα με έδρα στην αλλοδαπή.

Τα δημοσιευτέα στοιχεία ορίζονται στο άρθρο 43 του ίδιου νόμου, σε εναρμόνιση με τα άρθρα 36 έως 38 της Οδηγίας 2017/1132/ΕΕ και είναι, ιδρυτική πράξη και καταστατικό, διεύθυνση και δραστηριότητες του υποκαταστήματος, εφαρμοστέο δίκαιο της εταιρείας, στοιχεία των προσώπων που τη δεσμεύουν, καθώς και τα δημοσιευμένα λογιστικά της έγγραφα.

Η ηλεκτρονική καταχώριση γίνεται μέσω της Υπηρεσίας Μίας Στάσης, με τα νομιμοποιητικά έγγραφα της μητρικής επίσημα μεταφρασμένα και θεωρημένα.

Ποια φορολογικά πλεονεκτήματα και ποιοι κίνδυνοι ευθύνης συνοδεύουν το υποκατάστημα;

Το υποκατάστημα αλλοδαπής συνδυάζει φορολογικά πλεονεκτήματα στη ροή κερδών με αυξημένη, όμως, ευθύνη. Ως μόνιμη εγκατάσταση φορολογείται στην Ελλάδα για το αποτέλεσμά του, αλλά η μεταφορά κερδών στη μητρική παραμένει αφορολόγητη, ενώ ταυτόχρονα η ευθύνη έναντι τρίτων δεν περιορίζεται στην ελληνική δραστηριότητα.

Ποια η φορολογική μεταχείριση των κερδών;

Το υποκατάστημα διαθέτει ελληνικό ΑΦΜ και, ως μόνιμη εγκατάσταση κατά το άρθρο 6 του Ν. 4172/2013, τηρεί βιβλία στην Ελλάδα και εξάγει λογιστικό αποτέλεσμα που ενσωματώνεται στις οικονομικές καταστάσεις του κεντρικού. Η διασυνοριακή μεταφορά κερδών μεταξύ κεντρικού και υποκαταστήματος δεν επιβαρύνεται με φόρο εισοδήματος ούτε με παρακράτηση.

Τα κέρδη αυτά δεν χαρακτηρίζονται μέρισμα και απαλλάσσονται από φόρο μερισμάτων. Επειδή δεν συνάπτεται σύμβαση μεταξύ κεντρικού και υποκαταστήματος, οι μεταξύ τους συναλλαγές δεν επιβαρύνονται με τέλη χαρτοσήμου.

Για μητρική με έδρα εντός της ΕΕ, η χρηματοδότηση του υποκαταστήματος δεν υπάγεται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου. Σε σχέση με τη διανομή μερίσματος μιας θυγατρικής, η ροή αυτή είναι φορολογικά ελαφρύτερη, στοιχείο που συχνά κατευθύνει την αρχική επιλογή.

Σε ποιον εκτείνεται η ευθύνη;

Το βασικό μειονέκτημα είναι η έκταση της ευθύνης. Ζημία που προκαλεί το υποκατάστημα σε τρίτους βαρύνει ολόκληρη την αλλοδαπή εταιρεία, αφού το υποκατάστημα δεν έχει χωριστή περιουσία ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο.

Αντίστοιχα, ο νόμιμος εκπρόσωπος του υποκαταστήματος ευθύνεται στην ίδια έκταση με μέλος του διοικητικού συμβουλίου ΑΕ ή διαχειριστή ΕΠΕ, ιδίως για οφειλές προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς.

Πώς μετατρέπεται το υποκατάστημα σε θυγατρική εταιρεία;

Η μετατροπή υποκαταστήματος σε θυγατρική πραγματοποιείται ως απόσχιση κλάδου, δηλαδή ως εισφορά της ελληνικής δραστηριότητας σε νεοσυσταθείσα εταιρεία που αποτελεί θυγατρική της εισφέρουσας αλλοδαπής. Το ίδιο σχήμα απαιτείται και ως προϋπόθεση πριν από την πώληση ενός υποκαταστήματος.

Η πράξη αυτή υπάγεται στον Ν. 4601/2019 για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Η μετατροπή υποκαταστήματος σε νεοσυσταθείσα θυγατρική, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 52 του Ν. 4172/2013, συνιστά απόσχιση κλάδου κατά το άρθρο 57 του Ν. 4601/2019 και διέπεται από τις διατάξεις του ως προς το επιτρεπτό, τις προϋποθέσεις και τα αποτελέσματά της, όπως έχει δεχθεί και η διοικητική πρακτική (ΑΑΔΕ Ε.2048/2019).

Συχνές ερωτήσεις

Υποκατάστημα ή θυγατρική: ποια μορφή προτιμάται για είσοδο στην ελληνική αγορά;

Εξαρτάται από τη στάθμιση ευθύνης και φορολογίας. Το υποκατάστημα δίνει άμεση παρουσία με ελαφρύτερη φορολογική ροή κερδών, αλλά εκθέτει ολόκληρη τη μητρική σε ευθύνη. Η θυγατρική περιορίζει την ευθύνη και προσφέρει αυτοτελή υπόσταση, με κόστος τη φορολόγηση των μερισμάτων. Για δοκιμαστική ή βραχυπρόθεσμη δραστηριότητα συχνά προκρίνεται το υποκατάστημα, ενώ για μακροπρόθεσμη επένδυση ή προοπτική επενδυτή, η θυγατρική.

Ποιος ευθύνεται για τα χρέη του υποκαταστήματος αλλοδαπής;

Για τα χρέη και τις ζημίες του υποκαταστήματος ευθύνεται ολόκληρη η αλλοδαπή εταιρεία, καθώς το υποκατάστημα δεν διαθέτει αυτοτελή νομική προσωπικότητα ούτε χωριστή περιουσία. Ο νόμιμος εκπρόσωπος ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται μέλος διοικητικού συμβουλίου ΑΕ ή διαχειριστής ΕΠΕ, ιδίως για οφειλές προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς.

Πώς φορολογείται το υποκατάστημα αλλοδαπής στην Ελλάδα;

Ως μόνιμη εγκατάσταση, το υποκατάστημα φορολογείται στην Ελλάδα για το αποτέλεσμα της ελληνικής δραστηριότητάς του και τηρεί βιβλία με ελληνικό ΑΦΜ. Η μεταφορά των κερδών στη μητρική δεν υπόκειται σε παρακράτηση ούτε σε φόρο μερισμάτων και οι εσωτερικές συναλλαγές κεντρικού και υποκαταστήματος δεν φέρουν χαρτόσημο, αφού δεν θεωρούνται σύμβαση.

Μπορεί το υποκατάστημα να μετατραπεί αργότερα σε θυγατρική εταιρεία;

Ναι, αλλά όχι με απλή μετονομασία. Η μετατροπή πραγματοποιείται ως απόσχιση κλάδου κατά τον Ν. 4601/2019, με εισφορά της ελληνικής δραστηριότητας σε νεοσυσταθείσα θυγατρική της αλλοδαπής εταιρείας. Το ίδιο σχήμα απαιτείται και πριν από την πώληση του υποκαταστήματος.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Επιλογή μορφής ανα κίνδυνο: Η απόφαση υποκατάστημα ή θυγατρική κρίνεται πρωτίστως από το επίπεδο ευθύνης που είναι διατεθειμένος να αναλάβει ο όμιλος, όχι μόνο από το κόστος σύστασης.

Φορολογική ροή κερδών: Η αφορολόγητη μεταφορά κερδών στη μητρική αποτελεί ισχυρό πλεονέκτημα του υποκαταστήματος, που πρέπει όμως να σταθμίζεται έναντι της διευρυμένης ευθύνης.

Ευθύνη εκπροσώπου: Ο διορισμός νόμιμου εκπροσώπου συνεπάγεται προσωπική ευθύνη ανάλογη με αυτή μέλους ΔΣ ΑΕ, ιδίως έναντι Δημοσίου και ασφαλιστικών φορέων.

Σχεδιασμός εξόδου εκ των προτέρων: Η μετατροπή σε θυγατρική και η πώληση προϋποθέτουν απόσχιση κλάδου, οπότε η δομή της παρουσίας σχεδιάζεται από την αρχή με γνώμονα και το πιθανό exit.

Σωστός χαρακτηρισμός εγκατάστασης: Η οριακή διάκριση από πρακτορείο ή απλή προπαρασκευαστική δραστηριότητα καθορίζει υποχρεώσεις εγγραφής και φορολόγησης και πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το υποκατάστημα αλλοδαπής επιχείρησης

Κανονισμός Πολυκατοικίας Με Δικαστική Απόφαση

Κανονισμός πολυκατοικίας είναι το συμβολαιογραφικό έγγραφο το οποίο μεταγράφεται και καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας.

Περιπτώσεις Έλλειψης Κανονισμού

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, αν υπάρχει ήδη χωριστή κατ’ ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60% των συγκυρίων δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ’ ανάλογη εφαρμογή διατάξεων των προηγουμένων άρθρων, να καταρτιστεί κανονισμός, εφόσον είναι ανα­γκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτη­τών (ΑΠ 66/1994).

Κατά τον ίδιο τρόπο και με πλειο­ψηφία τουλάχιστον 65% των συγκυρίων μπορεί να επι­τραπεί η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του κανονι­σμού, όταν εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν την λει­τουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τον προορισμό του ακινήτου.

Αγωγή Παροχής Άδειας Κατάρτισης Κανονισμού

Στην αγωγή παροχής αδείας καταρτίσεως κανονισμού πολυκατοικίας, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 4 του του ν. 1562/1985 (οι οποίες αφορούν βασικώς την αγωγή παροχής αδείας οικοδόμησης, κατά το σύστημα της αντιπαροχής).

Εκ των ανωτέρω διατάξεων προ­κύπτει ότι, πριν από την άσκηση της ανωτέρω αγωγής οι συγκύριοι, που ζητούν την κατάρτιση κανονισμού, πρέπει να καταθέσουν σε συμβολαιογράφο της έδρας του αρμοδίου δικαστηρίου:

  • σχέδιο κανονισμού των σχέσεων των συνιδιοκτητών,
  • σχέδιο του πίνακα κατανομής ποσοστών εξ αδιαιρέτου του κοινού ακινή­του στις χωριστές ιδιοκτησίες με μνεία της αναλογίας κοινοχρήστων δαπανών που θα βαρύνει κάθε χωριστή ιδιοκτησία,

Τα παραπάνω έγγραφα, πρέπει να είναι υπογε­γραμμένα από όλους τους συγκύριους, που ζητούν την σύνταξη κανονισμού και, ειδικώς, το σχέδιο πίνακα κατανομής των ποσοστών ιδιοκτησίας πρέπει επί πλέον να είναι υπογεγραμμένο από πολι­τικό μηχανικό ή αρχιτέκτονα.

Αντί­γραφα όλων των παραπάνω εγγράφων και σχεδιαγραμμά­των, που έχουν κατατεθεί στον συμβολαιογράφο, προ­σκομίζονται από τους διαδίκους στο δικαστήριο κατά την συζήτηση.

Νομική Βάση

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό :

  • με εκείνες των άρθρων 4 § 1 του ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», που ορίζει ότι επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες, όπως με ιδιαίτερη συμφωνία, στην οποία είναι απαραίτητη η κοινή όλων συναίνεση, κανονίσουν τις υποχρεώσεις, δικαιώματα κ.λπ. της συνιδιοκτησίας και
  • του άρθρου 26 § 1 του ν.δ. 1003/1971 «περί ενεργού πολεοδομίας», το οποίο ορίζει ότι «επί των περιπτώσεων του προηγού­μενου άρθρου, δύναται να καταρτίζεται γενικός κανο­νισμός των σχέσεων μεταξύ των συνιδιοκτητών του όλου οικοπέδου ή της εδαφικής περιοχής και ιδιαίτε­ρος κανονισμός των σχέσεων μεταξύ των ιδιοκτητών των κατά κτίριο ορόφων ή τμημάτων αυτών»,

συνά­γεται ότι ο κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτη­τών οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο σύστημα της οροφοκτησίας του ν. 3741/1929, προϋποθέτει καταρχήν την κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών.

Εξαίρεση εισάγει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, που επιτρέπει στους συνιδιοκτήτες, οι οποίοι εκπροσωπούν το 60% της συγκυριότητας επί του οικοπέδου, να ζητήσουν από το δικαστήριο τη σύνταξη κανονισμού, όταν τέτοιος δεν έχει καταρτισθεί, με κοινή συμφωνία όλων των συνιδι­οκτητών και επιπλέον είναι αναγκαίος για τη ρύθμιση των σχέσεων αυτών.

Κοινόκτητα Και Κοινόχρηστα Μέρη

Κατά πάγια νομολογία γίνεται δεκτό ότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1017 ΑΚ, καθώς και του ν. 3741/1929 περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών οικοδομής έχουν αναγκαστική συγκυριότητα και δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση σε όλα τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδο­μής.

Επομένως, οι ιδιοκτήτες, μπορούν με ομόφωνη απόφαση τους, που πρέ­πει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να ρυθμίσουν κατά διάφορο τρόπο το δικαίωμα χρήσης καθενός στα κοινόκτητα και κοινόχρη­στα μέρη και ειδικότερα να συμφωνήσουν ότι κάποιος από τους ιδιοκτήτες έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρή­σης στα μέρη αυτά (ΜΠρΠειρ 969/2019)

Οι συμφωνίες, με τις οποίες κανο­νίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζοντίων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουρ­γούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία και απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους.

Οι κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί «φέρουν χαρακτήρα δουλείας» (ΜΠρΘεσσ 3966/2014).

Ωστόσο, οι περιορισμοί,αυτοί δεν είναι δου­λείες, κατά την έννοια των άρθρων του ΑΚ, αλλά φέρουν το χαρακτήρα δου­λείας, υπό την έννοια και μόνο ότι δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων (ΑΠ 329/1996).

Η σύμπραξη όλων για την κατά τα άνω συμφωνία με την οποία περιορίζεται η χρήση κοινόκτητου από το σύνολο των συνιδιοκτητών προς όφελος ορισμένου ή ορισμένων απ` αυτούς είναι αναγκαία, διότι όλων των λοιπών θίγεται το σχετικό δικαίωμα χρήσης.

Δεν συμ­βαίνει, όμως, το ίδιο και συνεπώς δεν είναι απαραίτητη η σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών όταν θεσπίζεται περιορισμός χρήσης κοινόκτητου μέρους του οποίου η αποκλειστική χρήση είχε παραχωρηθεί με τον κανονι­σμό σε συγκεκριμένους ιδιοκτήτες οπότε απαιτείται η σύμπραξη μόνον αυτών, ως μόνων θιγομένων κατά το σχετικό δικαίωμα τους (ΑΠ 387/1999).

Αίτημα Αγωγής

Αίτημα της σχετικής αγωγής είναι ο προσδιορισμός από το δικαστήριο του περιεχομένου του υπό κατάρτιση κανονισμού, με βάση το σχέδιο που κατέθεσε σε συμβολαιογράφο η πλειοψηφία των συνι­διοκτητών.

Σε ό,τι όμως αφορά τον ίδιο τον κανονισμό πρέπει να γίνει διάκριση ανά­μεσα:

  • στις «σχέσεις» που συνιστούν το περιεχόμενο αυτού, δηλαδή στα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώ­σεις των συνιδιοκτητών που απορρέουν από την οργά­νωση και λειτουργία της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτη­σίας και
  • τη «ρύθμιση» στην οποία αυτές υποβάλλο­νται.

Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκεί­νες του ν. 3741/1929, προκύπτει ότι η πλειοψηφία του 60% μπορεί να ζητήσει τη σύσταση κανονισμού προς ρύθμιση υφισταμένων εκ της συνιδιοκτησίας σχέσεων και όχι τη σύσταση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, για τα οποία απαιτείται η κοινή συναίνεση όλων των συνι­διοκτητών.

Αλλά και το δικαστήριο, πέραν του ελέγχου της νομιμότητας, δεν έχει εξουσία να περιορίσει η ή να διευρύνει τις «σχέσεις» που προτείνει η πλειοψη­φία των συνιδιοκτητών ως περιεχόμενο του υπό κατάρ­τιση κανονισμού, γιατί τότε αυτός θα έχανε τον δικαιοπρακτικό του χαρακτήρα (ΕφΘεσ 2268/2005).

Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την προτεινόμενη από την πλειοψηφία «ρύθμιση» των σχέσεων αυτών, την οποία το δικαστήριο μπορεί, ενίοτε μάλιστα υποχρεού­ται, να τροποποιήσει, όπως όταν κρίνει ότι αυτή δεν είναι επωφελής για όλους τους συνιδιοκτήτες ή αντίκει­ται σε κανόνες δικαίου δημόσιας τάξης.

Αυτό ορίζεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 6 § 1 του ν. 1562/1985, κατά την οποία «το δικαστήριο, αν δεχθεί την αγωγή επιτρέπει στους κατά την κρίση του πιο κατάλληλους από τους διαδίκους συγκύριους να καταρτίσουν τον κανονισμό, σύμφωνα με το κατατεθειμένο σχέδιο και έγγραφα, που αναφέρονται στις §§ 1 και 4 του άρθρου 4, όπως αυτά τυχόν τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της απόφασης» (ΑΠ 596/2000).

Προδικασία

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 § 1 του ν. 1562/1985, η κατά το άρθρο 3 του νόμου αυτού αγωγή παροχής αδείας οικοδομήσεως εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 220 του ΚΠολΔ.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τη διάταξη του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, προκύ­πτει ότι η αγωγή, που έχει ως αντικείμενο την κατάρ­τιση ή τροποποίηση του κανονισμού, δεν εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων, αφού δεν το επιβάλλει ρητώς ο νόμος, όπως συμβαίνει με την αγωγή του άρθρου 3 § 1 αυτού, αλλά ούτε εντάσσεται σε μία από τις κατη­γορίες των αγωγών, οι οποίες κατά το άρθρο 220 του ΚΠολΔ, εγγράφονται υποχρεωτικά στα βιβλία διεκ­δικήσεων.

Η αναφερόμενη στη § 1 του άρθρου 9 κατ’ αναλογία εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων άρθρων έχει την έννοια της εφαρμογής των διατάξεων εκείνων που μπορούν να προσαρμοσθούν προς τα της επιδιώξεως της τροποποίησης του κανονισμού, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 8 § 1 του ν. 1562/1985 (ΑΠ 66/1994 ό.π.).

Δηλαδή, η διά­ταξη του άρθρου 3 § 1 του ανωτέρω ν. 1562/1985, που αφορά στην προδικασία της αγωγής παροχής αδείας οικοδομήσεως κατά το σύστημα της αντιπαροχής και επιβάλλει την προσεπίκληση των τρίτων που έχουν εμπράγματα δικαιώματα στο ακίνητο, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως στην αγωγή παροχής αδείας για κατάρτιση κανονισμού των σχέσεων των συνιδιοκτητών, λόγω του σκοπού τον οποίο εξυ­πηρετεί.

Ομοίως, για τον ίδιο λόγο, δεν απαιτείται για την άσκηση της αγωγής παροχής αδείας για κατάρτιση κανονισμού η εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων, αφού δεν το επιβάλλει ρητώς ο νόμος, αλλά ούτε και η αγωγή αυτή εντάσσεται σε μια από τις κατηγορίες των αγωγών, που κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ εγγράφονται υποχρεωτικά στα βιβλία διεκδική­σεων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την κατάρτιση ή τροποποίηση κανονισμού πολυκατοικίας από Δικαστήριο.

DORA: Ποιες Εταιρείες Υπάγονται & Πώς Συμμορφώνονται

Πότε δεσμεύεται μια επιχείρηση από τον Κανονισμό DORA;

Περιληπτικά:

  • Ο Κανονισμός DORA (Digital Operational Resilience Act) δεσμεύει δύο κατηγορίες επιχειρήσεων: τις χρηματοπιστωτικές οντότητες της ΕΕ και τους τρίτους παρόχους Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) που τις εξυπηρετούν.
  • Ο πάροχος ΤΠΕ συνήθως δεν υπάγεται άμεσα ως ρυθμιζόμενη οντότητα, αλλά δεσμεύεται έμμεσα: η σύμβασή του με χρηματοπιστωτική οντότητα πρέπει να περιέχει τις υποχρεωτικές ρήτρες του άρθρου 30.
  • Οι συμβατικές απαιτήσεις κλιμακώνονται όταν η υπηρεσία υποστηρίζει «κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία».
  • Ο Κανονισμός εφαρμόζεται από τις 17 Ιανουαρίου 2025. Στην Ελλάδα τις αρμόδιες αρχές και τις κυρώσεις ορίζει ο Ν. 5193/2025.

Ποιες οντότητες υπάγονται στον Κανονισμό DORA;

Ο  Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 (Digital Operational Resilience ActDORA) εφαρμόζεται από τις 17 Ιανουαρίου 2025 και δεσμεύει δύο κατηγορίες επιχειρήσεων. Πρώτον, τις χρηματοπιστωτικές οντότητες που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ (πχ πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις επενδύσεων, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και παρόχους υπηρεσιών πληθοχρηματοδότησης). Δεύτερον, τους τρίτους παρόχους Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) που τις εξυπηρετούν.

Ο σκοπός του Κανονισμού είναι να καλύψει ολόκληρη την αλυσίδα αξίας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ώστε ένα συμβάν σε έναν πάροχο λογισμικού να μην απειλεί τη σταθερότητα του ίδιου του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε κρυπτοστοιχεία, η υπαγωγή στον DORA συνδέεται στενά με τον ευρύτερο νομικό έλεγχο συμμόρφωσης που απαιτεί το ρυθμιστικό τους πλαίσιο.

Ο DORA ενσωματώνει αρχή αναλογικότητας, καθώς οι πολύ μικρές οντότητες εφαρμόζουν απλοποιημένο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων ΤΠΕ, ενώ η συχνότητα και η έκταση των υποχρεώσεων προσαρμόζονται στο μέγεθος και στο προφίλ κινδύνου της κάθε οντότητας. Η αναγνώριση του εφαρμοστέου επιπέδου είναι το πρώτο ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί πριν σχεδιαστεί οποιαδήποτε ενέργεια συμμόρφωσης.

DORA ή NIS2: ποιο πλαίσιο εφαρμόζεται;

Ο DORA δεν είναι το μοναδικό ρυθμιστικό πλαίσιο για την ασφάλεια συστημάτων. Η Οδηγία NIS2 θεσπίζει γενικές υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας για ευρύ φάσμα κρίσιμων κλάδων. Για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο DORA λειτουργεί ως ειδικό πλαίσιο (lex specialis) που υπερισχύει των γενικών ρυθμίσεων. Η διάκριση καθορίζει ποιες υποχρεώσεις και ποιες αρχές αφορούν τη συγκεκριμένη επιχείρηση.

ΚριτήριοDORANIS2
Νομική φύσηΚανονισμός (άμεση εφαρμογή)Οδηγία (εθνική μεταφορά)
ΠεδίοΧρηματοπιστωτικός τομέας και πάροχοι ΤΠΕ τουΕυρύ φάσμα κρίσιμων και σημαντικών κλάδων
ΣχέσηΕιδικό πλαίσιο για τον χρηματοπιστωτικό τομέαΓενικό πλαίσιο κυβερνοασφάλειας
ΈμφασηΕπιχειρησιακή ανθεκτικότητα ΤΠΕ και συμβατικός έλεγχος παρόχωνΜέτρα διαχείρισης κινδύνων και αναφορά περιστατικών

Πότε δεσμεύεται ένας πάροχος ΤΠΕ από τον DORA;

Ο πάροχος ΤΠΕ δεν υπάγεται κατά κανόνα άμεσα στον DORA ως ρυθμιζόμενη οντότητα. Δεσμεύεται έμμεσα, μέσω της σύμβασης με τη χρηματοπιστωτική οντότητα, εφόσον ο Κανονισμός υποχρεώνει την οντότητα να ενσωματώσει στη σύμβαση τις απαιτήσεις του άρθρου 30.

Εξαίρεση αποτελεί ο χαρακτηρισμός του παρόχου ως κρίσιμου τρίτου παρόχου ΤΠΕ (Critical ICT Third-Party Provider – CTPP), οπότε υπόκειται σε άμεση εποπτεία των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.

Ο μηχανισμός αυτός είναι το πρακτικά κρίσιμο σημείο για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου πληροφορικής. Ένας πάροχος υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους (cloud), λογισμικού ή υποστήριξης συστημάτων δεν χρειάζεται να είναι ο ίδιος τράπεζα για να βρεθεί δεσμευμένος από τον DORA. Αρκεί να συμβληθεί με χρηματοπιστωτική οντότητα. Εκείνη οφείλει να του μετακυλίσει συμβατικά τα δικαιώματα ελέγχου, τις υποχρεώσεις αναφοράς και τους όρους εξόδου που επιβάλλει ο Κανονισμός. Ο πάροχος που αρνείται τους όρους αυτούς αποκλείεται ουσιαστικά από την αγορά του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Ο χαρακτηρισμός ενός παρόχου ως κρίσιμου ενεργοποιεί ένα δεύτερο, αυστηρότερο καθεστώς. Οι κρίσιμοι τρίτοι πάροχοι υπόκεινται σε άμεση εποπτεία από επικεφαλής επόπτη (μία εκ των EBA, EIOPA ή ESMA), ο οποίος έχει εξουσίες να ζητά πληροφορίες, να διενεργεί έρευνες και επιτόπιους ελέγχους. Οι συμβατικές υποχρεώσεις του άρθρου 30, ωστόσο, ισχύουν για κάθε ουσιώδη σχέση με πάροχο ΤΠΕ, ανεξάρτητα από το αν αυτός έχει χαρακτηριστεί κρίσιμος.

Ο χαρακτηρισμός ενός παρόχου ως κρίσιμου στηρίζεται σε κριτήρια όπως η συστημική σημασία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που εξυπηρετεί, ο βαθμός εξάρτησης του τομέα από τον συγκεκριμένο πάροχο και η δυνατότητα υποκατάστασής του. Ένας πάροχος που συγκεντρώνει μεγάλο μέρος της αγοράς, χωρίς εύκολα διαθέσιμη εναλλακτική λύση, είναι πιθανότερο να χαρακτηριστεί κρίσιμος.

Για τις μικρότερες επιχειρήσεις πληροφορικής ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σπάνιος, η συμβατική δέσμευση μέσω του άρθρου 30 όμως παραμένει.

Ποιες ρήτρες πρέπει να περιέχει η σύμβαση παροχής ΤΠΕ;

Το άρθρο 30 διαρθρώνει τις υποχρεωτικές συμβατικές ρήτρες σε δύο επίπεδα. Η παράγραφος 2 ορίζει εννέα ελάχιστες ρήτρες που πρέπει να περιέχει κάθε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ΤΠΕ. Η παράγραφος 3 προσθέτει έξι αυστηρότερες ρήτρες όταν η υπηρεσία υποστηρίζει κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία. Ο χαρακτηρισμός της λειτουργίας καθορίζει ποιο επίπεδο εφαρμόζεται.

Η έννοια της «κρίσιμης ή σημαντικής λειτουργίας» είναι το κλειδί της υπαγωγής. Πρόκειται για λειτουργία της οποίας η διακοπή θα έβλαπτε ουσιωδώς τις οικονομικές επιδόσεις της οντότητας ή τη συνέχεια και την ποιότητα των υπηρεσιών της. Ο χαρακτηρισμός απαιτεί κρίση κατά περίπτωση, καθώς λάθος υποτίμηση οδηγεί σε σύμβαση που στερείται υποχρεωτικών ρητρών και, κατ’ επέκταση, σε εποπτικό εύρημα μη συμμόρφωσης.

Άρθρο 30 παρ. 2 – κάθε σύμβαση ΤΠΕΆρθρο 30 παρ. 3 – κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία
Σαφής και πλήρης περιγραφή των υπηρεσιών και λειτουργιώνΠλήρεις περιγραφές επιπέδου υπηρεσιών με ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους
Τοποθεσίες παροχής υπηρεσιών και επεξεργασίας δεδομένωνΠλήρη και απεριόριστα δικαιώματα πρόσβασης, επιθεώρησης και ελέγχου (audit)
Όροι διαθεσιμότητας, ακεραιότητας και εμπιστευτικότητας δεδομένωνΠροθεσμίες ειδοποίησης και υποχρεώσεις αναφοράς προς την οντότητα
Δικαιώματα πρόσβασης, ανάκτησης και επιστροφής δεδομένωνΥποχρέωση συμμετοχής σε δοκιμές διείσδυσης βάσει απειλών
Όροι συνδρομής σε περιστατικά ΤΠΕΌροι ασφάλειας και σχέδια έκτακτης ανάγκης
Δικαιώματα καταγγελίας και ελάχιστες προθεσμίεςΣτρατηγικές εξόδου με υποχρεωτική μεταβατική περίοδο

Η εμπειρία από συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ΤΠΕ δείχνει ότι οι ρήτρες αυτές δεν συμπληρώνονται με τυποποιημένο κείμενο. Το δικαίωμα ελέγχου που λειτουργεί όταν αντισυμβαλλόμενη είναι πολύ μικρή οντότητα διαφέρει ουσιωδώς από εκείνο που απαιτείται για κρίσιμη λειτουργία. Στην πρώτη περίπτωση, ο Κανονισμός επιτρέπει ανάθεση των δικαιωμάτων ελέγχου σε ανεξάρτητο τρίτο, ενώ στη δεύτερη απαιτείται απεριόριστη πρόσβαση.

Κάθε ρήτρα εξόδου, ομοίως, πρέπει να εξειδικεύει τη μεταβατική περίοδο, τη μεταφορά δεδομένων και τη συνέχιση υπηρεσιών με όρους που εξαρτώνται από τη φύση της συγκεκριμένης υπηρεσίας.

Η ίδια λογική κλιμάκωσης εμφανίζεται και σε άλλες συμβάσεις τεχνολογίας. Η σύμβαση με πάροχο τεχνητής νοημοσύνης αντιμετωπίζει αντίστοιχα ζητήματα κατανομής ευθύνης και ελέγχου, γεγονός που καθιστά τη διατύπωση τέτοιων ρητρών ad hoc εργασία και όχι αντιγραφή προτύπου. Ο Κανονισμός προβλέπει ρητά τη δυνατότητα χρήσης τυποποιημένων συμβατικών ρητρών που εκπονούν δημόσιες αρχές, χωρίς όμως αυτές να υποκαθιστούν την εξατομικευμένη αξιολόγηση.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν οι υπο-αναθέσεις. Όταν ο πάροχος αναθέτει με τη σειρά του μέρος μιας κρίσιμης ή σημαντικής λειτουργίας σε υπεργολάβο, ο Κανονισμός απαιτεί η αλυσίδα αυτή να παραμένει ορατή και ελεγχόμενη.

Η σύμβαση οφείλει να προσδιορίζει τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η υπο-ανάθεση, ώστε η χρηματοπιστωτική οντότητα να μη χάνει τον έλεγχο επί του προσώπου που τελικά παρέχει την υπηρεσία ούτε τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων ελέγχου της σε όλη την αλυσίδα.

Πώς διαχειρίζεται η οντότητα τον κίνδυνο τρίτων παρόχων;

Πέρα από τη σύμβαση, το άρθρο 28 επιβάλλει στη χρηματοπιστωτική οντότητα ένα ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης. Περιλαμβάνει στρατηγική για τον κίνδυνο τρίτων παρόχων, τήρηση μητρώου πληροφοριών για όλες τις συμβατικές ρυθμίσεις ΤΠΕ, προσυμβατική δέουσα επιμέλεια, στρατηγικές εξόδου και αξιολόγηση του κινδύνου συγκέντρωσης. Η ευθύνη συμμόρφωσης παραμένει στην οντότητα και δεν μεταφέρεται με την ανάθεση.

Εξάλλου, το μητρώο πληροφοριών (Register of Information) αποτελεί, επίσης, βασική υποχρέωση. Καταγράφει το σύνολο των συμβατικών σχέσεων ΤΠΕ σε επίπεδο οντότητας, υπο-ομίλου και ομίλου. Αποτελεί ένα από τα πρώτα στοιχεία που ελέγχουν οι εποπτικές αρχές κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης. Η προσυμβατική δέουσα επιμέλεια απαιτεί αξιολόγηση κινδύνου πριν τη σύναψη κάθε σύμβασης, ιδίως όταν αφορά κρίσιμη λειτουργία.

Η εμπειρία από έργα συμμόρφωσης δείχνει ότι η στρατηγική εξόδου και η αξιολόγηση του κινδύνου συγκέντρωσης είναι τα σημεία που απαιτούν την ουσιαστικότερη νομική κρίση. Όταν μια κρίσιμη υπηρεσία στηρίζεται σε πάροχο χωρίς άμεσα διαθέσιμη εναλλακτική λύση, η τεκμηρίωση της στρατηγικής εξόδου πρέπει να αντιμετωπίσει ειλικρινά τον περιορισμό αυτό και να ορίσει τα μέτρα ελέγχου του κινδύνου κατά τη διάρκεια της εξάρτησης. Η επιλογή ανάμεσα σε μετάβαση προς άλλον πάροχο ή σε εσωτερική λύση είναι στρατηγική απόφαση με διαφορετικές νομικές και επιχειρησιακές συνέπειες.

Πώς ταξινομούνται και πως αναφέρονται τα περιστατικά ΤΠΕ;

Ο DORA απαιτεί την ταξινόμηση των περιστατικών ΤΠΕ σε σημαντικά και μη σημαντικά, με βάση κριτήρια όπως ο αριθμός των επηρεαζόμενων χρηστών, η διάρκεια της διακοπής, η γεωγραφική έκταση, η απώλεια δεδομένων και ο οικονομικός αντίκτυπος. Τα σημαντικά περιστατικά αναφέρονται στις αρμόδιες αρχές εντός καθορισμένων προθεσμιών. Όταν το ίδιο περιστατικό θίγει προσωπικά δεδομένα, προστίθεται αυτοτελής υποχρέωση κατά τον GDPR.

Η διαδικασία διαχείρισης καλύπτει ολόκληρη την αντιμετώπιση του περιστατικού, από την ανίχνευση και την καταγραφή έως την ανάλυση, τον περιορισμό, την αποκατάσταση και την τελική αναφορά. Η αναφορά των σημαντικών περιστατικών δεν είναι ενιαία πράξη, καθώς ο Κανονισμός προβλέπει διαδοχικές αναφορές, με αρχική ειδοποίηση και επακόλουθες ενδιάμεση και τελική έκθεση καθώς εξελίσσεται η εικόνα του περιστατικού.

Η πραγματική πολυπλοκότητα προκύπτει από την επικάλυψη των πλαισίων. Ένα και μόνο περιστατικό μπορεί να ενεργοποιήσει ταυτόχρονα υποχρέωση αναφοράς κατά DORA προς την εποπτική αρχή, υποχρέωση γνωστοποίησης παραβίασης δεδομένων κατά τον GDPR προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων και, ενδεχομένως, υποχρέωση κατά την NIS2. Οι προθεσμίες, οι αποδέκτες και το περιεχόμενο διαφέρουν, οπότε ο συντονισμός των αναφορών απαιτεί σύνθεση πολλαπλών διατάξεων που δεν είναι προφανής.

Πέρα από τις υποχρεωτικές αναφορές, ο Κανονισμός προβλέπει τη δυνατότητα εθελοντικής κοινοποίησης σημαντικών κυβερνοαπειλών στις αρμόδιες αρχές, καθώς και ρυθμίσεις ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ οντοτήτων για τη συλλογική αντιμετώπιση των απειλών. Η συμμετοχή σε τέτοιες ρυθμίσεις δεν είναι υποχρεωτική, ενθαρρύνεται όμως ιδίως για τις οντότητες που θεωρούνται κρίσιμες.

Πώς εφαρμόζεται ο DORA στην Ελλάδα;

Ο DORA, ως κανονισμός της ΕΕ, ισχύει άμεσα στην Ελλάδα χωρίς ανάγκη εθνικής μεταφοράς. Ο Ν. 5193/2025 (άρθρα 148 έως 152) ορίζει τις αρμόδιες εθνικές αρχές εποπτείας, την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καθώς και τις εξουσίες και τις κυρώσεις τους. Τα άρθρα 153 έως 170 ενσωματώνουν τη συνοδευτική Οδηγία (ΕΕ) 2022/2556.

Η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Τράπεζας της Ελλάδος και Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς γίνεται κατά λόγο αρμοδιότητας, ανάλογα με τον τύπο της εποπτευόμενης οντότητας. Οι δύο αρχές διαθέτουν εξουσίες ελέγχου, έρευνας και επιβολής διοικητικών μέτρων και κυρώσεων για τη μη συμμόρφωση. Η συνοδευτική Οδηγία (ΕΕ) 2022/2556 εκσυγχρονίζει την υφιστάμενη ελληνική νομοθεσία, ώστε οι ειδικότεροι τομεακοί νόμοι να εναρμονίζονται με τις απαιτήσεις ψηφιακής ανθεκτικότητας του Κανονισμού.

Πρακτικά, ο ορισμός εθνικών αρχών σημαίνει ότι οι ελληνικές χρηματοπιστωτικές οντότητες λογοδοτούν για τη συμμόρφωσή τους προς τον DORA απευθείας στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, οι οποίες διενεργούν ελέγχους και επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις. Ο εθνικός νόμος δεν προσθέτει ουσιαστικές υποχρεώσεις πέραν του Κανονισμού, καθιστά όμως λειτουργικό το εποπτικό και κυρωτικό σκέλος στην ελληνική έννομη τάξη.

Συχνές Ερωτήσεις

Υπάγονται οι πολύ μικρές επιχειρήσεις στον DORA;

Ναι, αλλά με αναλογικότητα. Οι πολύ μικρές οντότητες εφαρμόζουν απλοποιημένο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων ΤΠΕ, προσαρμοσμένο στο μέγεθος και στο προφίλ κινδύνου τους. Ειδικά για τα δικαιώματα ελέγχου σε συμβάσεις ΤΠΕ, ο Κανονισμός επιτρέπει στις πολύ μικρές οντότητες να τα αναθέτουν σε ανεξάρτητο τρίτο.

Τι σημαίνει «κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία»;

Πρόκειται για λειτουργία της οποίας η διακοπή θα έβλαπτε ουσιωδώς τις οικονομικές επιδόσεις της οντότητας ή τη συνέχεια και την ποιότητα των υπηρεσιών της, ή τη συμμόρφωσή της προς τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις. Ο χαρακτηρισμός μιας λειτουργίας ως κρίσιμης ενεργοποιεί το αυστηρότερο επίπεδο συμβατικών ρητρών του άρθρου 30 παρ. 3.

Μεταφέρεται η ευθύνη συμμόρφωσης στον πάροχο ΤΠΕ;

Όχι. Η ευθύνη παραμένει εξ ολοκλήρου στη χρηματοπιστωτική οντότητα, ανεξάρτητα από το αν η υπηρεσία έχει ανατεθεί σε τρίτο. Οι πιστοποιήσεις ασφαλείας ή οι εκθέσεις ελέγχου του παρόχου υποστηρίζουν τη δέουσα επιμέλεια της οντότητας, αλλά δεν την υποκαθιστούν. Η οντότητα οφείλει να διενεργεί δική της αξιολόγηση, να τηρεί δικό της μητρώο και να εξασφαλίζει ότι οι συμβάσεις της πληρούν τις απαιτήσεις.

Καλύπτει ο DORA τις υπηρεσίες cloud;

Ναι. Οι πάροχοι υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους εμπίπτουν στους τρίτους παρόχους ΤΠΕ. Όταν η υπηρεσία cloud υποστηρίζει κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία, η σύμβαση πρέπει να περιέχει τις αυστηρότερες ρήτρες του άρθρου 30 παρ. 3, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων ελέγχου και της στρατηγικής εξόδου. Μεγάλοι πάροχοι cloud ενδέχεται να χαρακτηριστούν κρίσιμοι και να υπαχθούν σε άμεση εποπτεία.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χαρτογράφηση πριν τη συμμόρφωση: Το πρώτο πρακτικό βήμα είναι η καταγραφή όλων των συμβάσεων ΤΠΕ και ο χαρακτηρισμός ποιες υποστηρίζουν κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία. Από αυτόν τον χαρακτηρισμό εξαρτάται το επίπεδο των απαιτούμενων ρητρών και η ένταση των υποχρεώσεων.

Αναδιαπραγμάτευση υφιστάμενων συμβάσεων: Συμβάσεις που συνάφθηκαν πριν την εφαρμογή του DORA συχνά δεν περιέχουν τις ρήτρες του άρθρου 30. Η προσθήκη τους μέσω τροποποιήσεων ή πρόσθετων παραρτημάτων αποτελεί υποχρέωση των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων και όχι προαιρετική βελτίωση.

Θέση του παρόχου ΤΠΕ: Ο πάροχος που στοχεύει σε πελάτες του χρηματοπιστωτικού τομέα ωφελείται να προετοιμάσει εκ των προτέρων όρους συμβατούς με τον DORA. Έτσι αποφεύγει τον αποκλεισμό από διαγωνισμούς και τις καθυστερήσεις διαπραγμάτευσης που προκαλεί η εκ των υστέρων προσαρμογή.

Συντονισμός με GDPR και NIS2: Ένα περιστατικό ΤΠΕ μπορεί να ενεργοποιήσει ταυτόχρονα υποχρεώσεις αναφοράς κατά DORA, GDPR και ενδεχομένως NIS2, προς διαφορετικές αρχές και με διαφορετικές προθεσμίες. Ο σχεδιασμός ενιαίας εσωτερικής διαδικασίας αναφοράς αποτρέπει παραλείψεις που οδηγούν σε κυρώσεις.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με τον Κανονισμό DORA .

Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών

Η Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Φορολογικής Πολιτικής συνεστήθη με το άρθρο 16 του Ν. 4714/2020.

Σύμφωνα με την σχετική αιτιολογική έκθεση «επιδιώχθηκε η σύσταση Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης των εκκρεμών φορολογικών διαφορών ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων με στόχο την ταχεία επίλυση των διαφορών αυτών, την αποσυμφόρηση της διοικητικής δικαιοσύνης, και την τόνωση των φορολογικών εσόδων».

Συγκεκριμένα, προβλέφθηκε ότι διάδικος φορολογούμενος σε εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων (ΤΔΔ) διαφορές από πράξη επιβολής φόρου ή προστίμων κατά τη φορολογική νομοθεσία μπορεί να υποβάλει αίτηση ενώπιον της Επιτροπής, με αίτημα την εξώδικη επίλυση της διαφοράς.

Τελωνειακές διαφορές δεν μπορούν να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου.

Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά, ενώ το αίτημα μπορεί να αφορά μόνο σε υποθέσεις που εκκρεμούν και δεν έχουν συζητηθεί, ενώπιον του ΣτΕ και των ΤΔΔ.

Τέλος, σύμφωνα με τον πρόσφατο νόμο 5222/2025 (άρθρο 255) παρατάθηκε η λειτουργία της Επιτροπής, έως τις 24 Ιουλίου 2026.

Δομή Επιτροπής

Περαιτέρω, η Επιτροπή λειτουργεί σε τριμελείς συνθέσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται η ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων και συγκροτείται από πρόσωπα με προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία που θα εξασφαλίζουν τη δίκαιη και αμερόληπτη διεκπεραίωση των υποθέσεων.

Έργο της Επιτροπής είναι η εξώδικη επίλυση των εκκρεμών ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων φορολογικών διαφορών.

Έδρα της Επιτροπής ορίζεται η Αθήνα και παράρτημα της Επιτροπής λειτουργεί στη Θεσσαλονίκη. Η Επιτροπή λειτουργεί σε τριμελή τμήματα, ο συνολικός αριθμός των οποίων δεν δύναται να υπερβεί τα 10.

Τα τμήματα της Επιτροπής, τα οποία λειτουργούν στην Αθήνα είναι αρμόδια για τις υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, των Διοικητικών Εφετείων Αθήνας, Πειραιά, Πατρών, Τρίπολης και Χανίων και των Διοικητικών Πρωτοδικείων που εδρεύουν στις Περιφέρειες αυτών.

Τα Τμήματα της Επιτροπής, τα οποία λειτουργούν στην Θεσσαλονίκη είναι αρμόδια για τις υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον, των Διοικητικών Εφετείων Θεσσαλονίκης, Λάρισας, Ιωαννίνων και Κομοτηνής και των Διοικητικών Πρωτοδικείων που εδρεύουν στις Περιφέρειες αυτών. Πρόεδρος εκάστου Τμήματος ορίζεται πρώην δικαστικός λειτουργός των Διοικητικών Δικαστηρίων με βαθμό τουλάχιστον Πρόεδρου Εφετών.

Μέλη εκάστου Τμήματος ορίζεται ένας πρώην δικαστικός λειτουργός των Διοικητικών Δικαστηρίων με βαθμό τουλάχιστον Εφέτη και ένα μέλος του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Στα Τμήματα εισηγούνται χωρίς δικαίωμα ψήφου εφοριακοί υπάλληλοι. Της Επιτροπής προΐσταται Γενικός Προϊστάμενος.

Ως Γενικός Προϊστάμενος ορίζεται πρώην μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή πρώην δικαστικός λειτουργός των Διοικητικών Δικαστηρίων με βαθμό τουλάχιστον Προέδρου Εφετών, ο οποίος επιβλέπει και συντονίζει τις εργασίες των Τμημάτων της Επιτροπής χωρίς να συμμετέχει σε αυτές και κατανέμει στα Τμήματα τις ασκηθείσες αιτήσεις.

Λόγοι Αιτήσεως Εξώδικης Επίλυσης

Με την αίτηση εξώδικης επίλυσης μπορεί να προβληθούν παραδεκτά οι κάτωθι περιοριστικά αναφερόμενοι ισχυρισμοί: 

  • Παραγραφή του Δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον επίδικο φόρο ή πρόστιμο λόγω παρόδου του χρόνου εντός του οποίου η Φορολογική Διοίκηση είχε δικαίωμα προς καταλογισμό αυτών.
  • Παραγραφή του Δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον επίδικο φόρο ή πρόστιμο λόγω λήψης φορολογικού πιστοποιητικού χωρίς επιφύλαξη.
  • Εσφαλμένο καταλογισμό του φόρου ή προστίμου λόγω πρόδηλης έλλειψης φορολογικής υποχρέωσης ή αριθμητικού σφάλματος. 
  • Αναδρομική εφαρμογή της ευμενέστερης φορολογικής κύρωσης σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά από τη νομολογία του ΣτΕ. 
  • Μείωση του πρόσθετου φόρου, του τόκου, των προσαυξήσεων και των προστίμων.

Οι ισχυρισμοί πρέπει να περιλαμβάνονται στα κατατεθέντα για τη διαφορά δικόγραφα, τα οποία προσκομίζονται με επιμέλεια του φορολογούμενου.

Το αίτημα εξώδικης επίλυσης είναι απαράδεκτο όταν το εκκρεμές ένδικο βοήθημα ή μέσο, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, είναι, κατά την κρίση της επιτροπής, εκπρόθεσμο.

Αξιολόγηση Από Την Επιτροπή

Περαιτέρω, η Επιτροπή ελέγχει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς με βάση τη νομολογία και την πάγια πρακτική της Φορολογικής Διοίκησης. Μπορεί να προτείνει την εν όλω ή εν μέρει αποδοχή ή την απόρριψη του αιτήματος, υποβάλλει δε, σε κάθε περίπτωση, συγκεκριμένη πρόταση στον αιτούντα.

Η πρόταση της Επιτροπής περιέχει επαρκή αιτιολογία και κοινοποιείται στον αιτούντα.

Αποδοχή

Εάν ο αιτών αποδεχθεί την πρόταση της Επιτροπής εντός 5 εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση αυτής, συντάσσεται σχετικό πρακτικό εξώδικης επίλυσης, το οποίο δημοσιεύεται στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών τηρουμένων των διατάξεων περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Η αποδοχή επιβεβαιώνεται με την υπογραφή της πρότασης από τον αιτούντα.

Το πρακτικό εξώδικης επίλυσης είναι εκτελεστός τίτλος και το αναγραφόμενο σε αυτό ποσό βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο.

Το ως άνω πρακτικό επιλύει αμετάκλητα την εκκρεμή διαφορά και δεν προσβάλλεται με κανένα ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφόσον επί του συνολικού ποσού που προκύπτει για τον φορολογούμενο, καταβληθεί ποσοστό τουλάχιστον 30% του κυρίου φόρου που οφείλεται, εντός 5 εργασίμων ημερών από την υπογραφή του και χωρήσει νομίμως η εξόφληση του συνόλου αυτού.

Τυχόν ποσά που έχουν καταβληθεί έναντι του κύριου φόρου συνυπολογίζονται.

Αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω όροι, καθώς και εάν δεν καταβληθούν 2 συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει η καταβολή των 2 τελευταίων δόσεων για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, ο συμβιβασμός ανατρέπεται αναδρομικά, θεωρείται ότι δεν επήλθε ποτέ και τυχόν καταβληθέντα ποσά θεωρούνται ότι καταβλήθηκαν έναντι της αρχικής οφειλής, η οποία βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο.

Μη Αποδοχή

Σε περίπτωση μη αποδοχής από τον αιτούντα της πρότασης της Επιτροπής, συντάσσεται πρακτικό ματαίωσης της εξώδικης επίλυσης. Το πρακτικό εξώδικης επίλυσης ή το πρακτικό ματαίωσης αυτής κοινοποιούνται άμεσα, με επιμέλεια της γραμματείας των Επιτροπών, στο Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση.

Με την κοινοποίηση του πρακτικού εξώδικης επίλυσης η υπόθεση τίθεται αυτοδίκαια στο αρχείο με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου.

Σε περίπτωση μη αποδοχής από τον αιτούντα της πρότασης της Επιτροπής και σύνταξης πρακτικού ματαίωσης της εξώδικης επίλυσης η ανασταλείσα δίκη συνεχίζεται. 

Τέλος, μερική αποδοχή της πρότασης της Επιτροπής δεν επιτρέπεται.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό ΔίκαιοΕπικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών.

Ανακοπή Κατά Δήλωσης Συνέχισης Πλειστηριασμού (973 ΚΠολΔ)

Δήλωση Συνέχισης Πλειστηριασμού

Κατ’ άρθρο 973 § 1 ΚΠολΔ, εάν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού δυο μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημέρα αυτή.

Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων.

Κατά την δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου κάθε δανειστής, εφ’ όσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε στον καθ’ ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό.

Κατά δε την τρίτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, εάν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παράγραφο 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη.

Εάν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης.

Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλου.

Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων.

Ένδικα Βοηθήματα – Ανακοπή Του Άρθρου 973 ΚΠολΔ

Κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 973 ΚΠολΔ, αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης και υποκατάστασης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της ανάρτησης.

Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 κεπ.

Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε ένα μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων.

Η τελευταία αυτή ειδική ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης άλλου δανειστή εισήχθη το πρώτον με τον Ν. 4335/2015.

Και αυτό γιατί μέχρι τις τροποποιήσεις του νόμου αυτού η σχετική ανακοπή κατά τω ν δηλώσεων αυτών ασκούνταν στην προθεσμία του άρθρου 934 περ. β ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ του Ν. 4335/2015, ήτοι μέχρι τον πλειστηριασμό, πρώτη δε πράξη εκτελέσεως θεωρούνταν ανάλογα η δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης (ΑΠ 610/2002).

Ωστόσο, μετά την αναμόρφωση του άρθρου 934 με τον Ν. 4335/2015 και τη συγχώνευση των περιπτώσεων α και β του προϊσχύσαντος άρθρου 934 στην περίπτωση α του νέου άρθρου 934, με ενιαία προθεσμία άσκησης της ανακοπής 45 ημερών απ’ την ημέρα της κατάσχεσης και διατήρηση της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού ως περίπτωση β (τέως γ), η εν λόγω ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμία από τις προβλεπόμενες πλέον περιπτώσεις του άρθρου 934, έτσι ώστε να επιλεγεί από το νομοθέτη να εισαχθεί γι’ αυτές μία ιδιαίτερη ανακοπή, που ρυθμίστηκε αυτοτελώς στο νέο άρθρο 973 § 6.

Περιεχόμενο Ανακοπής

Με την ανακοπή αυτή του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ δύνανται να προβάλλονται λόγοι, οι οποίοι αφορούν το κύρος της δήλωσης αυτής (ΜονΠρωτΧαλκ 24/2022).

Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι, οι αντιρρήσεις που μπορούν να προβληθούν με το σχετικό ένδικο βοήθημα, πρέπει πρώτιστα να αφορούν:

  • είτε πρωτογενείς πλημμέλειες της επίδικης πράξης εκτέλεσης (δήλωσης συνέχισης ή υποκατάστασης) καθώς και συνεπακόλουθα στις πράξεις που ακολούθησαν αυτής (άρθρο 973 § 1 ΚΠολΔ)
  • είτε δευτερογενείς ακυρότητες της δήλωσης συνέχισης ή υποκατάστασης που προκύπτουν από δικονομικά ανίσχυρες προγενέστερες πράξεις εκτέλεσης στις οποίες στηρίζεται η επίδικη πράξη εκτέλεσης (πχ. την κατάσχεση).

Η δεύτερη όμως ως άνω περίπτωση (δευτερογενούς ακυρότητας) τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η (μετέπειτα προσβαλλόμενη) δήλωση συνέχισης, οι εν λόγω (προγενέστερες ανίσχυρες) πράξεις είτε έχουν ακυρωθεί με δικαστική απόφαση είτε έστω έχουν παύσει να υφίστανται και να παράγουν έννομες συνέπειες με κάθε άλλο νόμιμο τρόπο (π.χ. απόφαση για ανατροπή κατάσχεσης, δήλωση παραίτησης από κατάσχεση κλπ).

Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τον λόγο που προτείνεται με την ανακοπή του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ και το ποια πράξη εκτέλεσης αφορά αυτός (ο λόγος), το αίτημα της ανακοπής του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ (όπως ανάλογα ισχύει και για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ) είναι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης εκτέλεσης, η οποία στην συγκεκριμένη ανακοπή μπορεί και πρέπει να είναι μόνο η επίδικη δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης και όχι άλλες προγενέστερες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας (έτσι ΜΠρΠατρ 16/2025, ΜΠρΡοδ 224/2022).

Απαράδεκτο Ανακοπής Του Άρθρου 933 ΚΠολΔ

Εάν κατά της δήλωσης συνέχισης και υποκατάστασης πλειστηριασμού ασκηθεί ανακοπή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ, αυτή θα απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Τούτο διότι η δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού του άρθρου 973 § 1 ΚΠολΔ προσβάλλεται με την ειδική ανακοπή της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου η οποία:

  • ασκείται εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημέρα της ανάρτησης της γνωστοποίησης της δήλωσης και της ημέρας του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και όχι με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία προβάλλονται αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης εντός των χρονικών σταδίων του άρθρου 934 § 1 ΚΠολΔ και
  • εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 937 § 3 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την ανακοπή κατά δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού κατ’ άρθρο 973 ΚΠολΔ.

Διαφυγόν Κέρδος Και Αποθετική Ζημία Επιχείρησης

Διαφυγόν κέρδος (ή αποθετική ζημία) είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος, λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 297 ΑΚ «Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα».

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Πεδίο Εφαρμογής

Η διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, όπως προκύπτει από :

  • τη γραμματική της ερμηνεία, δεδομένου ότι δεν κάνει καμία διάκριση στο αν αφορά ζημία, που να προέρχεται από παραβίαση συμβάσεως ή να προέρχεται από αδικοπραξία, όσο και
  • την συστηματική της ερμηνεία, δεδομένου ότι τίθεται στις αρχικές, γενικές διατάξεις που ισχύουν επί ενοχών και από
  • την τελολογική της ερμηνεία, που περιλαμβάνει στην έννοια της λέξης «δανειστής» οποιοδήποτε δικαιούχο παροχής,

συνάγεται ότι εφαρμόζεται, τόσο στις αποζημιώσεις εξ’ αδικοπρακτικής όσο και στις αποζημιώσεις λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης.

Εξάλλου, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ ως «περιουσία του δανειστή» νοείται, το σύνολο των αποτιμητών σε χρήμα αγαθών ήτοι πραγμάτων και αξιώσεων που νομίμως ανήκουν σ’ αυτόν, ήτοι όχι μόνο εμπραγμάτων αγαθών αλλά και αξιώσεών του που πηγάζουν από ενοχικές με τρίτους σχέσεις.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει α) τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και β) το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί.

Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του.

Όπως προαναφέρθηκε, διαφυγόν κέρδος ή αποθετική ζημία είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

Δηλαδή, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός.

Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται.

Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, ορίζει ότι, ως διαφυγόν κέρδος «λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Χρειάζεται, δηλαδή, η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια («σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων») και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος.

Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα.

Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται.

Ο απαιτούμενος, στις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες – συγκεκριμένες περιστάσεις.

Η πιθανότητα της δυνατότητας πραγματοποίησης διαφυγόντος κέρδους δεν μπορεί να φτάνει μέχρι «φαντασιώδους υπολογισμού» (ΑΠ 1258/2023).

Παράδειγμα

Η επίκληση ανόδου κατά την πώληση και πτώσεως κατά την αγορά της αξίας μιας μετοχής σε συγκεκριμένες ημερομηνίες αγοράς και πωλήσεως αυτών, δεν αποτελεί κέρδος προσδοκώμενο με «βάσιμη» πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά την προπαρατεθείσα έννοια του άρθρου 298 ΑΚ.

Τούτο διότι αυτό είναι ιδιαίτερα αμφίβολο και ευμετάβολο, αφού, σε μία ελεύθερη και μάλιστα ειδικευμένη αγορά, όπως είναι το χρηματιστήριο, δεν υπάρχουν εγγυήσεις συγκεκριμένης περιουσιακής αποδόσεως, δεδομένου ότι η άνοδος ή η πτώση των τιμών και κατ’ επέκταση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών των εισηγμένων στο χρηματηστήριο εταιριών, εξαρτάται, πλην άλλων, από διάφορους, αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες, εσωτερικούς και εξωτερικούς, όπως είναι οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, οι απρόβλεπτες περιπλοκές στις διεθνείς εξελίξεις, η ανοδική ή πτωτική τάση των διεθνών χρηματιστηριακών δεικτών, οι οποίοι δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί με πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν και σε ποιο ποσοστό θα σημειωθεί άνοδος ή πτώση των μετοχών σε ορισμένες συγκεκριμένες ημερομηνίες, με αποτέλεσμα να μην δύναται να γίνει λόγος για αποθετική ζημία των εναγόντων από την αιτία αυτή (ΑΠ 1364/2013).

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ
Ορισμένο Της Αγωγής Αποζημίωσης

Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, τόσο τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει, να εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή.

Δεν αρκεί, δηλαδή, η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ’ απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια (ΟλΑΠ 20/1992, ΑΠ 83/2002).

Παράδειγμα

Για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η ζημία που υπέστη ο ενάγων, η οποία συνίσταται στην, από υπαιτιότητα του εναγόμενου, ματαίωση μισθώσεως ακινήτου και την εντεύθεν απώλεια μισθωμάτων, πρέπει να αναφέρεται το μηνιαίο μίσθωμα, που με πιθανότητα θα εισέπραττε ο ενάγων από την εκμίσθωση του ακινήτου, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 935/2014).

Διαφυγόν Κέρδος Και Αξίωση Τόκων

Επί αγωγής με αντικείμενο διαφυγόν κέρδος, ο ζημιωθείς δικαιούται να ζητήσει τόκους επί του ποσού του διαφυγόντος κέρδους, από την επίδοση μεν της αγωγής για το διαφυγόν κέρδος που ανάγεται στο προ της επίδοσης της χρονικό διάστημα, από την ημέρα δε που ακολούθως ανακύπτει για το μετά την επίδοση της χρονικό διάστημα.

Δεν δικαιούται όμως να ζητήσει τόκους επί της θετικής του ζημίας, για όσο χρόνο μέχρι την πληρωμή της ζητεί και διαφυγόν κέρδος.

Εντούτοις, δεν αποκλείεται να ζητήσει ο ζημιωθείς τόκους και επί της θετικής του ζημίας, από την όχληση του οφειλέτη ή από την επίδοση της αγωγής, για όσο χρονικό διάστημα δεν ζητεί διαφυγόντα κέρδη (ΑΠ 909/2009).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το διαφυγόν κέρδος και την αποθετική ζημία επιχείρησης.