Αποτελεί η Γεύση Τροφίμου Πνευματική Ιδιοκτησία;

Με την με αριθμό C-310/17 (Levola Hengelo BV κατά Smilde Foods BV), απόφασή του, το Δικαστήριο της ΕΕ, ασχολήθηκε με το κατά πόσο η γεύση, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας, να κατοχυρωθεί και να προστατευθεί.

Ειδικότερα, Δικαστήριο της Ολλανδίας ρώτησε το ΔΕΕ εάν η οδηγία 2001/29 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προστασία της γεύσης ενός τροφίμου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού κατά την οδηγία αυτή και στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού στην εν λόγω γεύση.

Η Κοινοτική Οδηγία 2001/29

Η οδηγία 2001/29 ορίζει, στα άρθρα 2 έως 4, ότι τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς, όσον αφορά τα «έργα» τους, ένα σύνολο αποκλειστικών δικαιωμάτων και προβλέπει, μια σειρά εξαιρέσεων και περιορισμών στα δικαιώματα αυτά.

Η εν λόγω οδηγία δεν περιέχει καμία ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου του «έργου».

Επομένως, και λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας, η έννοια αυτή πρέπει, κατά κανόνα, να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ένωση.

Κατά συνέπεια, η γεύση ενός τροφίμου μπορεί να προστατεύεται βάσει του δικαιώματος του δημιουργού σύμφωνα με την οδηγία 2001/29 μόνον εάν η γεύση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έργο», κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας.

Έννοια & Περιεχόμενο Του Όρου «Έργου»

Συναφώς, για να μπορεί να χαρακτηριστεί ένα αντικείμενο ως «έργο», κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις.

Αφενός, πρέπει το συγκεκριμένο αντικείμενο να είναι πρωτότυπο, υπό την έννοια ότι είναι αποτέλεσμα προσωπικής πνευματικής εργασίας του δημιουργού.

Αφετέρου, ως «έργο», κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29, μπορούν να χαρακτηριστούν μόνον τα στοιχεία που αποτελούν την έκφραση της εν λόγω προσωπικής πνευματικής εργασίας

Η Σύμβαση Της Βέρνης & Συνθήκη ΠΟΔΙ

Περαιτέρω το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι η Ένωση, μολονότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Βέρνης, εντούτοις υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 4, της Συνθήκης του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία, της οποίας είναι συμβαλλόμενο μέρος και στην εφαρμογή της οποίας αποσκοπεί η οδηγία 2001/29, να συμμορφώνεται προς τα άρθρα 1 έως 21 της Σύμβασης της Βέρνης.

Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Σύμβασης της Βέρνης, τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα περιλαμβάνουν όλες τις παραγωγές λογοτεχνικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής φύσεως, οιοσδήποτε είναι ο τρόπος και η μορφή εκφράσεως.

Επιπλέον, κατά το άρθρο 2 της Συνθήκης του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία και το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου, αντικείμενο της προστασίας βάσει του δικαιώματος του δημιουργού είναι οι μορφές έκφρασης και όχι οι ιδέες, οι διαδικασίες, οι μέθοδοι λειτουργίας ή οι μαθηματικές έννοιες αυτές καθεαυτές.

Επομένως, η έννοια του «έργου» που διαλαμβάνεται στην οδηγία 2001/29 συνεπάγεται κατ’ ανάγκη έκφραση του προστατευόμενου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού αντικειμένου η οποία να το προσδιορίζει με επαρκή ακρίβεια και αντικειμενικότητα, έστω και αν η έκφραση αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκη μόνιμη.

Η Ερμηνεία Του ΔΕΕ

Συγκεκριμένα, αφενός, οι αρχές που είναι αρμόδιες για τη διασφάλιση της προστασίας των αποκλειστικών δικαιωμάτων που εμπεριέχονται στο δικαίωμα του δημιουργού πρέπει να μπορούν να γνωρίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια τα αντικείμενα που προστατεύονται κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Το ίδιο ισχύει για τους ιδιώτες, ιδίως επιχειρηματίες, οι οποίοι πρέπει να μπορούν να προσδιορίσουν με σαφήνεια και ακρίβεια τα προστατευόμενα αντικείμενα τρίτων, ιδίως ανταγωνιστών.

Αφετέρου, η ανάγκη εξαλείψεως κάθε στοιχείου υποκειμενικότητας, βλαπτικής για την ασφάλεια δικαίου, κατά τη διαδικασία προσδιορισμού του αντικειμένου της προστασίας συνεπάγεται ότι το εν λόγω αντικείμενο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ακριβούς και αντικειμενικής έκφρασης.

Όμως, η δυνατότητα ακριβούς και αντικειμενικού προσδιορισμού δεν υφίσταται όσον αφορά τη γεύση τροφίμου.

Συγκεκριμένα, σε αντίθεση, παραδείγματος χάριν, με ένα λογοτεχνικό, εικαστικό, κινηματογραφικό ή μουσικό έργο, που αποτελεί ακριβή και αντικειμενική μορφή έκφρασης, ο προσδιορισμός της γεύσης τροφίμου στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, στις γευστικές αισθήσεις και εμπειρίες που είναι υποκειμενικές και μεταβλητές, καθόσον εξαρτώνται, μεταξύ άλλων, από παράγοντες που σχετίζονται με το πρόσωπο που δοκιμάζει το συγκεκριμένο προϊόν, όπως η ηλικία του, οι διατροφικές προτιμήσεις του και οι καταναλωτικές του συνήθειες, καθώς και με το περιβάλλον ή το πλαίσιο στο οποίο δοκιμάζεται το προϊόν αυτό.

Περαιτέρω, ακριβής και αντικειμενικός προσδιορισμός της γεύσης τροφίμου, που να παρέχει τη δυνατότητα διάκρισης της γεύσης αυτής από τη γεύση άλλων προϊόντων του ίδιου είδους, δεν είναι δυνατός με τεχνικά μέσα στο παρόν στάδιο της επιστημονικής εξέλιξης.

Η Απόφαση Του ΔΕΕ

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, το Δικαστήριο κατέληξε ότι επιβάλλεται το συμπέρασμα, βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, ότι η γεύση τροφίμου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έργο» κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29.

Λαμβανομένης υπόψη της απαιτήσεως περί ομοιόμορφης ερμηνείας της έννοιας του «έργου» εντός της Ένωσης, επιβάλλεται, επίσης, το συμπέρασμα ότι η οδηγία 2001/29 αντιτίθεται στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού σε γεύση τροφίμου.

Επομένως, στο ερώτημα του Δικαστηρίου της Ολλανδίας δόθηκε η απάντηση ότι η οδηγία 2001/29 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προστασία της γεύσης ενός τροφίμου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού κατά την οδηγία αυτή και στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού στην εν λόγω γεύση.

Τα παραπάνω, ωστόσο, δεν αναιρούν την προστασία προϊόντων Προστατευομένων Ονοµασιών Προέλευσης (ΠΟΠ) & και Γεωγραφικών Ενδείξεων (ΠΓΕ) τα οποία ενσωματώνουν την γεύση ως χαρακτηριστικό της ιδιαιτερότητάς τους.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία έργων.

Πώληση Με Δοκιμή – Νομικό Πλαίσιο & Δικαιώματα Μερών

Πώληση με δοκιμή, αποτελεί μορφή πώλησης, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή, ο οποίος είναι ελεύθερος να την εγκρίνει ή να την αποποιηθεί, οπότε θεωρείται ότι καταρτίστηκε από την έγκριση ή ματαιώθηκε από την αποποίηση.

Αναλυτικά, κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως πωλήσεως είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μεταθέσεως της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος (ΑΠ 150/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 563 ΑΚΗ πώληση με δοκιμή λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή. Ο αγοραστής είναι ελεύθερος να εγκρίνει ή να αποποιηθεί“.

Χαρακτηριστικά

Η ρυθμιζόμενη από την παραπάνω διάταξη πώληση υπό δοκιμή, αποτελεί μία σύμβαση πώλησης, η οποία περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία του είδους της υπό του ως άνω άρθρου 513 ΑΚ προβλεπομένης σύμβασης.

Η τελική δε ισχύς αυτής, εξαρτάται από το εάν ο αγοραστής την εγκρίνει ή όχι, όμως το πραγματικό της σύμβασης αυτής έχει τελειωθεί, ενώ η επέλευση των αποτελεσμάτων της, σε περίπτωση αμφιβολίας, τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή.

Η πώληση υπό δοκιμή, μπορεί να καταρτιστεί και σιωπηρώς, όπως στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται από τα μέρη εκφράσεις του τύπου “για δοκιμή”, ως “δοκιμή” κ.λπ. ή και όταν η τελική απόφαση του αγοραστή, δεν πρέπει κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αναμένεται, πριν την εξέταση ή τη δοκιμή του πράγματος από αυτόν (αγοραστή).

Ο αγοραστής, είναι απόλυτα ελεύθερος να εγκρίνει ή όχι την πώληση:

  • χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση, και
  • χωρίς να υποχρεώνεται να δοκιμάσει προηγουμένως το πράγμα.

Η εν λόγω ελεύθερη κρίση του δεν προϋποθέτει, ούτε την ύπαρξη ή απουσία οποιωνδήποτε ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του πράγματος, και επομένως ο αγοραστής μπορεί να αποκρούσει την πώληση, έστω κι αν δεν προέβη σε εξέταση ή δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ελαττωμάτων.

Ο αγοραστής έχει ευθύνη για την καταβολή του τιμήματος και ευθύνεται κατά τις διατάξεις μη εκπλήρωσης της σύμβασης μόνο αν έχει καταρτιστεί οριστική σύμβαση πώλησης και όχι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όπου εφαρμόζονται οι διατάσεις των άρθρων 197-198 ΑΚ (προσυμβατική ευθύνη).

Διαφορά Με Διαλυτική Αίρεση

Αντιθέτως, αν η έγκριση ή όχι του αγοραστή αναφέρεται στην αντικειμενική χρησιμότητα πράγματος, που πωλήθηκε για ορισμένο σκοπό ή στην ύπαρξη ορισμένων ιδιοτήτων ή προκειμένου για μηχάνημα, “αν ευρεθεί να λειτουργεί καλώς“, τότε η έγκριση ή όχι εξαρτάται από αντικειμενικά κριτήρια.

Επομένως, ο αγοραστής δεσμεύεται στο να εγκρίνει, όταν το αποτέλεσμα της δοκιμής είναι αντικειμενικά θετικό, οπότε δεν πρόκειται για πώληση με δοκιμή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά για πώληση υπό διαλυτική αίρεση (άρθ. 202 ΑΚ), ότι το πράγμα που πωλείται θα είναι κατάλληλο για ορισμένη χρήση ή θα λειτουργεί καλώς.

Σε αυτήν την περίπτωση, η σύμβαση έχει πλήρως καταρτιστεί και τα έννομα αποτελέσματα της έχουν επέλθει, με την επιφύλαξη όμως δικαιώματος υπαναχώρησης για τον αγοραστή (ΑΠ 743/2023).

Πρόταση Πώλησης Με Δοκιμή

Τέλος, δοκιμή του προς πώληση πράγματος, δυνατόν να συμφωνείται και σε πρόταση για κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως ή προσυμφώνου πώλησης.

Στην περίπτωση αυτή, η οποία διακρίνεται σαφώς από τις προηγούμενες, δεν υπάρχει πώληση, ούτε αίρεση αλλά η πώληση καταρτίζεται μεταγενέστερα με την αποδοχή της προτάσεως εκ μέρους του αγοραστή.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πώληση με δοκιμή.

ΣτΕ: Αντισυνταγματική Η Απενεργοποίησης ΑΦΜ Για Φοροδιαφυγή

Με την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ (Ολομ.) 869/2025, το ανώτατο ακυρωτικό, έκρινε ότι είναι αντισυνταγματική η αναστολή (απενεργοποίηση) ΑΦΜ σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής.

Ειδικότερα, η Φορολογική Διοίκηση, το έτος 2015, αποφάσισε την αναστολή χρήσης ΑΦΜ Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (ΙΚΕ) για διενέργεια ενδοκοινοτικών συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. α΄ υποπερ. iv της Πολ. 1200/ 2015 αποφάσεως της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, ήτοι λόγω διαπιστώσεως φοροδιαφυγής όσον αφορά τον Φ.Π.Α., κατά το άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013).

Η ανωτέρω ΙΚΕ προσέφυγε στο ΣτΕ, το οποίο έκρινε τα παρακάτω.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Το νομοθετικό πλέγμα της συγκεκριμένης υπόθεσης, σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ, είναι:

  • Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, και ειδικότερα τα άρθρα 10 και 11 στα οποία ρυθμίζονται, αντίστοιχα, η εγγραφή στο φορολογικό μητρώο και ο αριθμός φορολογικού μητρώου.
  • Ο Κανονισμός (Ε.Ε.) 904/2010 του Συμβουλίου, ο οποίος ενσωματώθηκε στον ΚΦΔ.
  • Η Πολ. 1200/2.9.2015 απόφαση της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών με τίτλο «Καθορισμός διαδικασίας αναστολής του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) για διενέργεια ενδοκοινοτικών συναλλαγών» στην οποία, ορίζονται μεταξύ άλλων, ότι:

«Η Φορολογική Διοίκηση αναστέλλει τη χρήση Α.Φ.Μ. για διενέργεια ενδοκοινοτικών συναλλαγών στις περιπτώσεις που: α) υφίστανται στοιχεία, τα οποία υποδηλώνουν ότι ο φορολογούμενος έχει παύσει να ασκεί οικονομική δραστηριότητα ή ότι διαπράττει φοροδιαφυγή. Ως στοιχεία τέτοια νοούνται: i … iv. η διαπίστωση φοροδιαφυγής όσον αφορά το Φ.Π.Α., κατά την έννοια και τα όρια του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ. όπως ισχύει … β) Α.Φ.Μ. για οποιοδήποτε λόγο καθίσταται από τη Φορολογική Διοίκηση “απενεργοποιημένος” και φέρει τη σχετική ένδειξη στο Υποσύστημα Μητρώου των Φορολογουμένων στο ΤΑΧIS»

  • Το άρθρο 43 παράγραφος 2 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι: «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό».
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΕ

Το ΣτΕ, στην απόφασή του, έκρινε ότι με την παραπάνω συνταγματική διάταξη παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η δυνατότητα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία.

Ειδικότερα, τίθεται ο κανόνας ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων.

Η νομοθετική εξουσιοδότηση πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως, δηλαδή, αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.

Περαιτέρω, επιτρέπεται η εξουσιοδότηση για την έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως προκειμένου να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.

Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρυθμίσεως.

Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδοτήσεως, αλλά επί πλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο ενεργεί η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα.

Η αναφερθείσα ουσιαστική ρύθμιση μπορεί να υπάρχει τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.

Προϋποθέσεις Νομοθετικής Εξουσιοδότησης

Ωστόσο, όταν το αντικείμενο της ρύθμισης αφορά την οργάνωση επαγγέλματος ή την άσκηση οικονομικής ελευθερίας ή ατομικού δικαιώματος, προκειμένου να είναι ανεκτή η ρύθμισή τους με υπουργική απόφαση (ή πράξη άλλου οργάνου της διοίκησης), πρέπει, πάντως, η ουσιαστική ρύθμιση του θέματος να διαγράφεται, έστω σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη διάταξη.

H απαίτηση αυτή επιβάλλεται λόγω της ανάγκης διασφάλισης της αρμοδιότητας του νομοθετικού οργάνου και περαιτέρω συμβάλλει στην ενίσχυση του κράτους δικαίου και ειδικότερα των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας, λόγω της οριοθέτησης του πλαισίου εντός του οποίου δύναται να κινείται η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση.

Η προβλεπόμενη δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να αναστέλλει την χρήση αριθμού φορολογικού μητρώου ή να προβαίνει σε απενεργοποίησή του, μεταξύ άλλων, εάν υφίστανται αντικειμενικά στοιχεία τα οποία υποδηλώνουν ότι ο φορολογούμενος διαπράττει φοροδιαφυγή, συνιστά βαθιά επέμβαση στην οικονομική ζωή του εν λόγω φορολογούμενου, φυσικού ή νομικού προσώπου, η οποία κατ’ ουσίαν ισοδυναμεί με απαγόρευση άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας.

Απόφαση Περί Αντισυνταγματικότητας

Η ρύθμιση αυτή του νόμου, για την οποία, παρέχεται εξουσιοδότηση προς τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων να ορίζει με απόφασή του «περιπτώσεις αναστολής ή απενεργοποίησης αριθμού φορολογικού μητρώου, τις συνέπειες της αναστολής και της απενεργοποίησης» δεν περιέχει την αναγκαία, λόγω της σημασίας του ρυθμιζόμενου ζητήματος, ουσιαστική ρύθμιση, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει το βασικό πλαίσιο, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, με την πρόβλεψη των αναγκαίων εγγυήσεων και τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, αλλά συνιστά κατ’ ουσίαν εν λευκώ εξουσιοδότηση προς τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. για την ρύθμιση των εν λόγω θεμάτων σε περίπτωση φοροδιαφυγής, εφόσον δεν τίθενται όρια στην αρμοδιότητά του.

Περαιτέρω, η ουσιαστική ρύθμιση δεν μπορεί να συμπληρωθεί από τις λοιπές ρυθμίσεις του ίδιου ή άλλου νόμου, διότι καμία διάταξη δεν περιέχει τέτοιες ρυθμίσεις.

Με τα δεδομένα αυτά, έκρινε το ΣτΕ, οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 4174/2013, κατά το μέρος που προβλέπουν την δυνατότητα αναστολής της χρήσης του Α.Φ.Μ. ή απενεργοποίησης αυτού σε περίπτωση φοροδιαφυγής και παρέχουν νομοθετική εξουσιοδότηση προς τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. για τον ορισμό περιπτώσεων αναστολής ή απενεργοποίησης του Α.Φ.Μ. και των συνεπειών της αναστολής και της απενεργοποίησης (σε περίπτωση φοροδιαφυγής), αντίκεινται στο άρθρο 43 παρ. 2 περ. β του Συντάγματος.

Κατόπιν τούτων, οι διατάξεις της Πολ. 1200/2015 απόφασης της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκαν με την Πολ. 1088/2017 απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., καθ’ ο μέρος αναφέρονται στην αναστολή χρήσης και στην απενεργοποίηση Α.Φ.Μ. λόγω φοροδιαφυγής, βασιζόμενες σε αντισυνταγματικές διατάξεις, είναι μη νόμιμες και ανίσχυρες.

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ

Κατά την αντίληψη του νομοθέτη, η αναστολή χρήσης του αριθμού φορολογικού μητρώου δεν συνιστά επιβολή κύρωσης για παράβαση διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας, αλλά έχει προεχόντως τον χαρακτήρα διοικητικού μέτρου και περαιτέρω δεν συνδέεται αμέσως με συγκεκριμένο φορολογικό βάρος, κατά την έννοια της ανωτέρω νομολογίας.

Συνεπώς, η διαφορά που ανακύπτει από την προσβολή τέτοιας πράξης υπάγεται, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί, η κατ’ άρθρο 63 του ν. 4174/2013 ενδικοφανής προσφυγή προβλέπεται για την περίπτωση άσκησης προσφυγής ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και όχι για την περίπτωση άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως.

Επομένως, αίτηση ακυρώσεως, για την οποία δεν έχει προηγηθεί η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, ασκείται παραδεκτά.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την απενεργοποίησης ΑΦΜ λόγω φοροδιαφυγής.

Υποκατάστημα Αλλοδαπής Επιχείρησης – Νομικό Πλαίσιο

Υποκατάστημα γενικά είναι κάθε άλλη, εκτός του κεντρικού καταστήματος, επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης, όπου αναπτύσσεται ιδιαίτερη συναλλακτική δραστηριότητα από όργανα αυτής που έχουν τη σχετική εξουσία.

Υποκατάστημα Αλλοδαπής Επιχείρησης είναι η προέκταση που η επιχείρηση εγκαθιστά σε άλλο κράτος (με διάρκεια και χωρίς νομική προσωπικότητα), μέσω της οποίας συνάπτει έννομες σχέσεις με τρίτους στη χώρα εγκατάστασης.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Συμβούλιο της Επικρατείας

Για το χαρακτηρισμό του οικείου χώρου ως υποκαταστήματος δεν αρκεί η απλή διενέργεια προπαρασκευαστικών πράξεων ή πράξεων υλικής εκτελέσεως συμβάσεων που δεν καταρτίζονται στον εν λόγω χώρο, όπως η παράδοση ή παραλαβή εμπορευμάτων ή η διενέργεια πληρωμών ή η είσπραξη χρημάτων και λήψη συναλλαγματικών, εφόσον αυτές ενεργούνται σε εκτέλεση συναφθεισών ήδη σχετικών συμβάσεων (ΣτΕ 459/2000).

Υπόθεση C-154/11 ΔΕΕ

Η έννοια του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης προϋποθέτει ένα κέντρο επιχειρήσεων που εκδηλώνεται με διαρκή τρόπο προς τα έξω ως προέκταση της μητρικής επιχείρησης.

Το κέντρο αυτό πρέπει να διαθέτει διεύθυνση και να είναι υλικά εξοπλισμένο ώστε να μπορεί να διαπραγματεύεται υποθέσεις με τρίτους, οι οποίοι δεν απαιτείται να αποτείνονται απευθείας στη μητρική εταιρία.

ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ

Υποκατάστημα Αλλοδαπής Επιχείρησης Και Θυγατρική Εταιρεία

Το υποκατάστημα διακρίνεται από τη θυγατρική εταιρεία διότι το μεν υποκατάστημα αλλοδαπής δεν διαθέτει αυτοτελή νομική προσωπικότητα ενώ η θυγατρική εταιρεία έχει.

Υποκατάστημα Αλλοδαπής Επιχείρησης Και Πρακτορείο

Το υποκατάστημα διακρίνεται από το πρακτορείο λόγω της απασχόλησης δικού του προσωπικού με σχέση εξαρτημένης εργασίας κάτι το οποίο δεν παρατηρείται στην εγκατάσταση πρακτορείου. 

Υποκατάστημα Αλλοδαπής Επιχείρησης Και Εμπορικός Αντιπρόσωπος 

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος:

  • είναι ανεξάρτητος, δύναται να οργανώνει ελεύθερα τη δραστηριότητά του και να καθορίζει το χρόνο εργασίας του, χωρίς να λαμβάνει σχετικές οδηγίες από την κύρια εγκατάσταση,
  • έχει την ευχέρεια να αντιπροσωπεύει περισσότερες εταιρείες/οίκους που ανταγωνίζονται μεταξύ τους και
  • δεν μετέχει ενεργά στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση των υποθέσεων, αλλά περιορίζεται κυρίως στη διαβίβαση παραγγελιών στην εταιρεία που αντιπροσωπεύει.

σε αντίθεση με το υποκατάστημα αλλοδαπής επιχείρησης, το οποίο προϋποθέτει έλεγχο και υπαγωγή στη διεύθυνση της κύριας επιχείρησης.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΓΕΜΗ

Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 4919/2022 όπως ισχύει μετά τον 5164/2024:

Στο Γ.Ε.ΜΗ. εγγράφονται υποχρεωτικά:

ιβ) τα υποκαταστήματα ή πρακτορεία που διατηρούν στην ημεδαπή οι αλλοδαπές εταιρείες με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και της ετερόρρυθμης κατά μετοχές εταιρείας που έχουν την έδρα τους σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ),

ιγ) τα υποκαταστήματα ή τα πρακτορεία που διατηρούν στην ημεδαπή οι αλλοδαπές εταιρείες που έχουν έδρα σε τρίτη χώρα και έχουν νομική μορφή ανάλογη με εκείνη των αλλοδαπών εταιρειών που αναφέρεται στην περ. ιβ),

ιδ) τα υποκαταστήματα ή τα πρακτορεία, μέσω των οποίων ενεργούν εμπορικές πράξεις στην ημεδαπή τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων που έχουν την κύρια εγκατάσταση ή την έδρα τους στην αλλοδαπή και δεν εμπίπτουν στις περ. ιβ) και ιγ).

Απαιτούμενα στοιχεία:

Σύμφωνα με το άρθρο 43 του ίδιου νόμου, αλλά και τα άρθρα 36 – 38 της Οδηγίας 2017/1132/ΕΕ,  καταχωρίζονται και δημοσιεύονται στο Γ.Ε.ΜΗ.,τα εξής στοιχεία:

  1. η ιδρυτική πράξη και το καταστατικό, αν αυτό αποτελεί αντικείμενο χωριστής πράξης, καθώς και οι τροποποιήσεις των εγγράφων αυτών,
  2. η ταχυδρομική διεύθυνση του υποκαταστήματος,
  3. η αναφορά των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος,
  4. το δίκαιο του κράτους, από το οποίο διέπεται η εταιρεία,
  5. αν το δίκαιο του κράτους από το οποίο διέπεται η εταιρεία προβλέπει την τήρηση μητρώου, καταχωρίζεται ο αριθμός εγγραφής της εταιρείας στο μητρώο αυτό,
  6. η μορφή, η έδρα και το αντικείμενο της εταιρείας, καθώς και μία (1) τουλάχιστον φορά τον χρόνο το ποσό του καλυφθέντος κεφαλαίου, αν τα στοιχεία αυτά δεν περιέχονται στην ιδρυτική πράξη ή το καταστατικό,
  7. η επωνυμία της εταιρείας, καθώς και η επωνυμία του υποκαταστήματος, αν δεν είναι ίδια με την επωνυμία της εταιρείας,
  8. ο διορισμός, η λήξη των καθηκόντων, καθώς και τα στοιχεία ταυτότητας των προσώπων που έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρεία έναντι τρίτων και να την εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου:
  9. ως νόμιμα προβλεπόμενα όργανα της εταιρείας ή ως μέλη ενός τέτοιου οργάνου,
  10. ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας για τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος, με μνεία της έκτασης των εξουσιών τους και ενδεχόμενης δυνατότητας να ασκούν τις εξουσίες αυτές μόνοι,
  11. η λύση της εταιρείας, ο διορισμός, τα ατομικά στοιχεία ταυτότητας και οι εξουσίες των εκκαθαριστών, καθώς και η περάτωση της εκκαθάρισης, σύμφωνα με τη δημοσιότητα που λαμβάνει χώρα για την εταιρεία, σύμφωνα με τις περ. η), ι) και ια) του άρθρου 35, όπως, επίσης, η διαδικασία πτώχευσης, πτωχευτικού συμβιβασμού ή άλλη ανάλογη διαδικασία, στην οποία υπόκειται η εταιρεία,
  12. τα λογιστικά έγγραφα, όπως οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις, της εταιρείας, που καταρτίσθηκαν, ελέγχθηκαν και δημοσιεύθηκαν κατά το δίκαιο του κράτους, στο οποίο υπόκειται η εταιρεία. Στην περίπτωση που το δίκαιο του κράτους δεν προβλέπει κατάρτιση των λογιστικών εγγράφων κατά τρόπο ισοδύναμο με το ελληνικό και το ενωσιακό δίκαιο, απαιτούνται τα λογιστικά έγγραφα, όπως οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις, των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος,
  13. το κλείσιμο του υποκαταστήματος, και
  14. η δήλωση στοιχείων φορολογίας εισοδήματος του άρθρου 157 Γ του ν. 4548/2018 (Α’ 104).
Απαιτούμενα Έγγραφα:

Σύμφωνα με την ΥΑ 86727/2023 υποβαλλόμενα έγγραφα για την εγκατάσταση υποκαταστήματος μέσω e-YMΣ είναι τα εξής:

  1. Απόφαση για εγκατάσταση υποκαταστήματος στην Ελλάδα (υποχρεωτικό έγγραφο).
  2. Απόφαση για διορισμό νόμιμου εκπροσώπου του υποκαταστήματος (υποχρεωτικό έγγραφο).
  3. Ισχύον καταστατικό της εταιρείας (υποχρεωτικό έγγραφο).
  4. Ιδρυτική πράξη, εφόσον διατίθεται ξεχωριστά από το ισχύον καταστατικό (προαιρετικό έγγραφο).
  5. Πιστοποιητικό Καλής Λειτουργίας της αρμόδιας αρχής ή του εμπορικού μητρώου της χώρας προέλευσης (εκδόσεως τελευταίου τριμήνου – υποχρεωτικό έγγραφο).
  6. Πιστοποιητικό ισχύουσας εκπροσώπησης, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στο Πιστοποιητικό Καλής Λειτουργίας ή στο καταστατικό (προαιρετικό έγγραφο).
  7. Αποδεικτικό ηλεκτρονικής υποβολής δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ή δωρεάν παραχώρησης (υποχρεωτικό έγγραφο μόνο όταν το ακίνητο είναι μισθωμένο ή από δωρεάν παραχώρηση).
  8. Εξουσιοδότηση τρίτου να αναλάβει την εγγραφή του υποκαταστήματος στο Γ.Ε.ΜΗ. (υποχρεωτικό έγγραφο μόνο στην περίπτωση που ο αιτών είναι εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος και όχι νόμιμος εκπρόσωπος).
  9. Έγγραφο γνωστοποίησης εγκατάστασης υποκαταστήματος από αρχή ελέγχου νομιμότητας (υποχρεωτικό έγγραφο για την περίπτωση υποκαταστημάτων πιστωτικών ή ασφαλιστικών ιδρυμάτων).
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ & ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ

Το υποκατάστημα αλλοδαπής διαθέτει ελληνικό ΑΦΜ και υπάγεται στην κατά τόπο αρμόδια ΔΟΥ. Με το ελληνικό ΑΦΜ το υποκατάστημα τιμολογεί και λαμβάνει τιμολόγια.

Περαιτέρω, το υποκατάστημα ως «μόνιμη εγκατάσταση» (άρ. 6 Ν 4172/2013) τηρεί βιβλία στην Ελλάδα (Ν. 4308/2014, ΕΛΠ) και εξάγει λογιστικό αποτέλεσμα το οποίο μεταφέρεται στα βιβλία και στις Οικονομικές Καταστάσεις του κεντρικού, με υποβολή ενοποιημένου ισολογισμού στην χώρα που βρίσκεται η νόμιμη έδρα της επιχείρησης.

Επιπροσθέτως, σημειώνεται ότι:
  • Η διασυνοριακή μεταφορά και διανομή χρημάτων (κερδών) μεταξύ κεντρικού και υποκαταστήματος δεν επιβαρύνεται με φόρο εισοδήματος, επομένως δεν διενεργείται ούτε παρακράτηση φόρου.
  • Επιπλέον τα ανωτέρω μεταφερόμενα κέρδη δεν χαρακτηρίζονται ως μέρισμα και συνεπώς απαλλάσσονται από φόρο μερισμάτων
  • Η διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών και η πώληση αγαθών δεν επιβαρύνονται με Φ.Π.Α.
  • Οι συναλλαγές μεταξύ του κεντρικού και του υποκαταστήματος δεν επιβαρύνονται ούτε με τέλη χαρτοσήμου, αφού μεταξύ του κεντρικού και του υποκαταστήματος δεν συνάπτεται καμιά σύμβαση (επομένως και δανειακή σύμβαση απαλλάσσεται της καταβολής τέλους χαρτοσήμου). Τούτο διότι η σύμβαση προϋποθέτει την ύπαρξη επιχειρήσεων με νομική προσωπικότητα, πράγμα που δεν συμβαίνει επί υποκαταστημάτων.
  • Τα κεφάλαια από το κεντρικό κατάστημα προς το υποκατάστημα της επιχείρησης με σκοπό τη χρηματοδότηση του τελευταίου, δεν υπάγονται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου (ισχύει σε περίπτωση υποκαταστημάτων αλλοδαπής εταιρείας με έδρα εντός της ΕΕ).
ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ

Τα βασικά μειονεκτήματα συνοψίζονται στα εξής:

  1. Η ευθύνη από ζημία που προκάλεσε το υποκατάστημα αλλοδαπής σε τρίτους αφορά στο σύνολο της εταιρείας, δηλαδή υπόχρεη προς αποζημίωση είναι η αλλοδαπή εταιρεία.
  2. Το ίδιο ισχύει και με με την ευθύνη των διοικούντων. Δηλαδή, τα μέλη της διοίκησης της αλλοδαπής εταιρείας ευθύνονται στην ίδια έκταση με τον εκπρόσωπο του υποκαταστήματος αλλοδαπής.
  3. Σε περίπτωση πώλησης υποκαταστήματος αλλοδαπής, θα πρέπει να προηγηθεί πρώτα μετατροπή με απόσχιση κλάδου και ίδρυση νέας εταιρείας.
ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΣΕ ΘΥΓΑΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Τέλος, στα πλαίσια του νόμου 4601/2019 για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς, η μετατροπή υποκαταστήματος σε νεοσυσταθείσα εταιρεία, που αποτελεί θυγατρική της εισφέρουσας εταιρείας, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 52 του ν. 4172/2013 (ΚΦΕ), συνιστά περίπτωση απόσχισης κλάδου κατά το άρθρο 57 του ν. 4601/2019 και διέπεται από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, ιδίως, όσον αφορά το επιτρεπτό, τις προϋποθέσεις, τις διαδικασίες και τα αποτελέσματά της (βλ. και ΑΑΔΕ/Ε2048/21.3.2019).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το Υποκατάστημα Αλλοδαπής Επιχείρησης

Κανονισμός Πολυκατοικίας Με Δικαστική Απόφαση

Κανονισμός πολυκατοικίας είναι το συμβολαιογραφικό έγγραφο το οποίο μεταγράφεται και καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας.

Περιπτώσεις Έλλειψης Κανονισμού

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, αν υπάρχει ήδη χωριστή κατ’ ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60% των συγκυρίων δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ’ ανάλογη εφαρμογή διατάξεων των προηγουμένων άρθρων, να καταρτιστεί κανονισμός, εφόσον είναι ανα­γκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτη­τών (ΑΠ 66/1994).

Κατά τον ίδιο τρόπο και με πλειο­ψηφία τουλάχιστον 65% των συγκυρίων μπορεί να επι­τραπεί η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του κανονι­σμού, όταν εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν την λει­τουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τον προορισμό του ακινήτου.

Αγωγή Παροχής Άδειας Κατάρτισης Κανονισμού

Στην αγωγή παροχής αδείας καταρτίσεως κανονισμού πολυκατοικίας, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 4 του του ν. 1562/1985 (οι οποίες αφορούν βασικώς την αγωγή παροχής αδείας οικοδόμησης, κατά το σύστημα της αντιπαροχής).

Εκ των ανωτέρω διατάξεων προ­κύπτει ότι, πριν από την άσκηση της ανωτέρω αγωγής οι συγκύριοι, που ζητούν την κατάρτιση κανονισμού, πρέπει να καταθέσουν σε συμβολαιογράφο της έδρας του αρμοδίου δικαστηρίου:

  • σχέδιο κανονισμού των σχέσεων των συνιδιοκτητών,
  • σχέδιο του πίνακα κατανομής ποσοστών εξ αδιαιρέτου του κοινού ακινή­του στις χωριστές ιδιοκτησίες με μνεία της αναλογίας κοινοχρήστων δαπανών που θα βαρύνει κάθε χωριστή ιδιοκτησία,

Τα παραπάνω έγγραφα, πρέπει να είναι υπογε­γραμμένα από όλους τους συγκύριους, που ζητούν την σύνταξη κανονισμού και, ειδικώς, το σχέδιο πίνακα κατανομής των ποσοστών ιδιοκτησίας πρέπει επί πλέον να είναι υπογεγραμμένο από πολι­τικό μηχανικό ή αρχιτέκτονα.

Αντί­γραφα όλων των παραπάνω εγγράφων και σχεδιαγραμμά­των, που έχουν κατατεθεί στον συμβολαιογράφο, προ­σκομίζονται από τους διαδίκους στο δικαστήριο κατά την συζήτηση.

Νομική Βάση

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό :

  • με εκείνες των άρθρων 4 § 1 του ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», που ορίζει ότι επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες, όπως με ιδιαίτερη συμφωνία, στην οποία είναι απαραίτητη η κοινή όλων συναίνεση, κανονίσουν τις υποχρεώσεις, δικαιώματα κ.λπ. της συνιδιοκτησίας και
  • του άρθρου 26 § 1 του ν.δ. 1003/1971 «περί ενεργού πολεοδομίας», το οποίο ορίζει ότι «επί των περιπτώσεων του προηγού­μενου άρθρου, δύναται να καταρτίζεται γενικός κανο­νισμός των σχέσεων μεταξύ των συνιδιοκτητών του όλου οικοπέδου ή της εδαφικής περιοχής και ιδιαίτε­ρος κανονισμός των σχέσεων μεταξύ των ιδιοκτητών των κατά κτίριο ορόφων ή τμημάτων αυτών»,

συνά­γεται ότι ο κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτη­τών οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο σύστημα της οροφοκτησίας του ν. 3741/1929, προϋποθέτει καταρχήν την κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών.

Εξαίρεση εισάγει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, που επιτρέπει στους συνιδιοκτήτες, οι οποίοι εκπροσωπούν το 60% της συγκυριότητας επί του οικοπέδου, να ζητήσουν από το δικαστήριο τη σύνταξη κανονισμού, όταν τέτοιος δεν έχει καταρτισθεί, με κοινή συμφωνία όλων των συνιδι­οκτητών και επιπλέον είναι αναγκαίος για τη ρύθμιση των σχέσεων αυτών.

Κοινόκτητα Και Κοινόχρηστα Μέρη

Κατά πάγια νομολογία γίνεται δεκτό ότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1017 ΑΚ, καθώς και του ν. 3741/1929 περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών οικοδομής έχουν αναγκαστική συγκυριότητα και δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση σε όλα τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδο­μής.

Επομένως, οι ιδιοκτήτες, μπορούν με ομόφωνη απόφαση τους, που πρέ­πει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να ρυθμίσουν κατά διάφορο τρόπο το δικαίωμα χρήσης καθενός στα κοινόκτητα και κοινόχρη­στα μέρη και ειδικότερα να συμφωνήσουν ότι κάποιος από τους ιδιοκτήτες έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρή­σης στα μέρη αυτά (ΜΠρΠειρ 969/2019)

Οι συμφωνίες, με τις οποίες κανο­νίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζοντίων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουρ­γούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία και απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους.

Οι κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί «φέρουν χαρακτήρα δουλείας» (ΜΠρΘεσσ 3966/2014).

Ωστόσο, οι περιορισμοί,αυτοί δεν είναι δου­λείες, κατά την έννοια των άρθρων του ΑΚ, αλλά φέρουν το χαρακτήρα δου­λείας, υπό την έννοια και μόνο ότι δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων (ΑΠ 329/1996).

Η σύμπραξη όλων για την κατά τα άνω συμφωνία με την οποία περιορίζεται η χρήση κοινόκτητου από το σύνολο των συνιδιοκτητών προς όφελος ορισμένου ή ορισμένων απ` αυτούς είναι αναγκαία, διότι όλων των λοιπών θίγεται το σχετικό δικαίωμα χρήσης.

Δεν συμ­βαίνει, όμως, το ίδιο και συνεπώς δεν είναι απαραίτητη η σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών όταν θεσπίζεται περιορισμός χρήσης κοινόκτητου μέρους του οποίου η αποκλειστική χρήση είχε παραχωρηθεί με τον κανονι­σμό σε συγκεκριμένους ιδιοκτήτες οπότε απαιτείται η σύμπραξη μόνον αυτών, ως μόνων θιγομένων κατά το σχετικό δικαίωμα τους (ΑΠ 387/1999).

Αίτημα Αγωγής

Αίτημα της σχετικής αγωγής είναι ο προσδιορισμός από το δικαστήριο του περιεχομένου του υπό κατάρτιση κανονισμού, με βάση το σχέδιο που κατέθεσε σε συμβολαιογράφο η πλειοψηφία των συνι­διοκτητών.

Σε ό,τι όμως αφορά τον ίδιο τον κανονισμό πρέπει να γίνει διάκριση ανά­μεσα:

  • στις «σχέσεις» που συνιστούν το περιεχόμενο αυτού, δηλαδή στα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώ­σεις των συνιδιοκτητών που απορρέουν από την οργά­νωση και λειτουργία της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτη­σίας και
  • τη «ρύθμιση» στην οποία αυτές υποβάλλο­νται.

Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκεί­νες του ν. 3741/1929, προκύπτει ότι η πλειοψηφία του 60% μπορεί να ζητήσει τη σύσταση κανονισμού προς ρύθμιση υφισταμένων εκ της συνιδιοκτησίας σχέσεων και όχι τη σύσταση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, για τα οποία απαιτείται η κοινή συναίνεση όλων των συνι­διοκτητών.

Αλλά και το δικαστήριο, πέραν του ελέγχου της νομιμότητας, δεν έχει εξουσία να περιορίσει η ή να διευρύνει τις «σχέσεις» που προτείνει η πλειοψη­φία των συνιδιοκτητών ως περιεχόμενο του υπό κατάρ­τιση κανονισμού, γιατί τότε αυτός θα έχανε τον δικαιοπρακτικό του χαρακτήρα (ΕφΘεσ 2268/2005).

Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την προτεινόμενη από την πλειοψηφία «ρύθμιση» των σχέσεων αυτών, την οποία το δικαστήριο μπορεί, ενίοτε μάλιστα υποχρεού­ται, να τροποποιήσει, όπως όταν κρίνει ότι αυτή δεν είναι επωφελής για όλους τους συνιδιοκτήτες ή αντίκει­ται σε κανόνες δικαίου δημόσιας τάξης.

Αυτό ορίζεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 6 § 1 του ν. 1562/1985, κατά την οποία «το δικαστήριο, αν δεχθεί την αγωγή επιτρέπει στους κατά την κρίση του πιο κατάλληλους από τους διαδίκους συγκύριους να καταρτίσουν τον κανονισμό, σύμφωνα με το κατατεθειμένο σχέδιο και έγγραφα, που αναφέρονται στις §§ 1 και 4 του άρθρου 4, όπως αυτά τυχόν τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της απόφασης» (ΑΠ 596/2000).

Προδικασία

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 § 1 του ν. 1562/1985, η κατά το άρθρο 3 του νόμου αυτού αγωγή παροχής αδείας οικοδομήσεως εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 220 του ΚΠολΔ.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τη διάταξη του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, προκύ­πτει ότι η αγωγή, που έχει ως αντικείμενο την κατάρ­τιση ή τροποποίηση του κανονισμού, δεν εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων, αφού δεν το επιβάλλει ρητώς ο νόμος, όπως συμβαίνει με την αγωγή του άρθρου 3 § 1 αυτού, αλλά ούτε εντάσσεται σε μία από τις κατη­γορίες των αγωγών, οι οποίες κατά το άρθρο 220 του ΚΠολΔ, εγγράφονται υποχρεωτικά στα βιβλία διεκ­δικήσεων.

Η αναφερόμενη στη § 1 του άρθρου 9 κατ’ αναλογία εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων άρθρων έχει την έννοια της εφαρμογής των διατάξεων εκείνων που μπορούν να προσαρμοσθούν προς τα της επιδιώξεως της τροποποίησης του κανονισμού, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 8 § 1 του ν. 1562/1985 (ΑΠ 66/1994 ό.π.).

Δηλαδή, η διά­ταξη του άρθρου 3 § 1 του ανωτέρω ν. 1562/1985, που αφορά στην προδικασία της αγωγής παροχής αδείας οικοδομήσεως κατά το σύστημα της αντιπαροχής και επιβάλλει την προσεπίκληση των τρίτων που έχουν εμπράγματα δικαιώματα στο ακίνητο, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως στην αγωγή παροχής αδείας για κατάρτιση κανονισμού των σχέσεων των συνιδιοκτητών, λόγω του σκοπού τον οποίο εξυ­πηρετεί.

Ομοίως, για τον ίδιο λόγο, δεν απαιτείται για την άσκηση της αγωγής παροχής αδείας για κατάρτιση κανονισμού η εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων, αφού δεν το επιβάλλει ρητώς ο νόμος, αλλά ούτε και η αγωγή αυτή εντάσσεται σε μια από τις κατηγορίες των αγωγών, που κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ εγγράφονται υποχρεωτικά στα βιβλία διεκδική­σεων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την κατάρτιση ή τροποποίηση κανονισμού πολυκατοικίας από Δικαστήριο.

Ο Κανονισμός DORA (Digital Operational Resilience Act)

Ο Κανονισμός DORA (Digital Operational Resilience Act) , αποτελεί έναν ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο που στοχεύει στην ενίσχυση της ψηφιακής ανθεκτικότητας των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βασικό χαρακτηριστικό του παραπάνω Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554 είναι ότι αντιμετωπίζει τους κινδύνους των Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), αναγνωρίζοντας ότι, τα συμβάντα ΤΠΕ και η έλλειψη επιχειρησιακής ανθεκτικότητας, μπορούν να απειλήσουν τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Κύριοι πυλώνες του κανονισμού DORA είναι:

  • Η διαχείριση κινδύνων Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ),
  • Η διαχείριση κινδύνων τρίτων παρόχων ΤΠΕ,
  • Οι δοκιμές ψηφιακής λειτουργικής ανθεκτικότητας,
  • Η διαχείριση και αναφορά περιστατικών ΤΠΕ, και
  • Η ανταλλαγή πληροφοριών για κυβερνοαπειλές.
Πεδίο Εφαρμογής και Υπόχρεες Οντότητες

Ο κανονισμός DORA τέθηκε σε ισχύ στις 17 Ιανουαρίου 2025 και εφαρμόζεται σε ένα φάσμα χρηματοπιστωτικών οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών εταιρειών, επενδυτικών εταιρειών, διαχειριστών συλλογικών επενδύσεων, εταιρειών διαχείρισης περιουσίας, εταιρειών ηλεκτρονικού χρήματος, και άλλων παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που δραστηριοποιούνται εντός της ΕΕ.

Επιπλέον, ο κανονισμός επεκτείνεται και στους παρόχους υπηρεσιών ΤΠΕ τρίτων μερών που παρέχουν υπηρεσίες σε χρηματοπιστωτικές οντότητες, οι οποίοι υπόκεινται σε εποπτεία όταν πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια κρισιμότητας.

Τέλος, η συγκεκριμένη προσέγγιση εξασφαλίζει ότι όλη η αλυσίδα αξίας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών καλύπτεται από τις απαιτήσεις ψηφιακής ανθεκτικότητας.

Διαχείριση Κινδύνων Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ICT Risk Management)

Σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού DORA, η πρωταρχική υποχρέωση των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων, είναι η εγκαθίδρυση και διατήρηση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου διαχείρισης κινδύνων ΤΠΕ.

Το πλαίσιο αυτό πρέπει να περιλαμβάνει στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες, πρωτόκολλα ΤΠΕ και εργαλεία που μετριάζουν τον κίνδυνο και προστατεύουν τις πληροφορίες και τα περιουσιακά στοιχεία ΤΠΕ.

Επιπλέον, οι οντότητες οφείλουν να διασφαλίζουν την αξιοπιστία και ανθεκτικότητα των συστημάτων ΤΠΕ μέσω συνεχούς παρακολούθησης και αξιολογήσεων καθώς και με την εφαρμογή μέτρων ασφαλείας καιανάπτυξη σχεδίων ανάκαμψης από καταστροφές (DRPs) και επιχειρησιακής συνέχειας (BCPs).

Η τεκμηρίωση του πλαισίου είναι υποχρεωτική και πρέπει να αναθεωρείται ετησίως. Απαιτούνται επίσης ανεξάρτητες λειτουργίες διαχείρισης κινδύνων και συνεχής εκπαίδευση του προσωπικού.

Διαχείριση Κινδύνων Τρίτων Παρόχων ICT (ICT Third-Party Risk Management)

Ο δεύτερος πυλώνας του κανονισμού DORA εστιάζει στη διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από την εξάρτηση των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων από τρίτους παρόχους υπηρεσιών ΤΠΕ.

Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες υποχρεούνται να εγκαθιδρύσουν ένα σφαιρικό σύστημα διαχείρισης συμβάντων ΤΠΕ που να εξασφαλίζει την έγκαιρη ανίχνευση, καταγραφή και αξιολόγηση των συμβάντων.

Εξάλλου, το σύστημα πρέπει να περιλαμβάνει σαφείς διαδικασίες ανταπόκρισης, αποκατάστασης και συνέχισης των επιχειρηματικών λειτουργιών, ενώ ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην αναφορά των μεγάλων συμβάντων ΤΠΕ προς τις αρμόδιες εποπτικές αρχές.

Περαιτέρω, οι οντότητες οφείλουν να διαθέτουν προκαθορισμένα κριτήρια για τον προσδιορισμό του τι συνιστά μεγάλο συμβάν και να διασφαλίζουν ότι οι αναφορές υποβάλλονται εντός των προβλεπόμενων χρονικών πλαισίων.

Τέλος, η παραπάνω υποχρέωση αυτή επεκτείνεται και στη διατήρηση λεπτομερών αρχείων όλων των συμβάντων ΤΠΕ, ανεξάρτητα από την κρισιμότητά τους, προκειμένου να διευκολύνεται η ανάλυση τάσεων και η βελτίωση των μέτρων πρόληψης.

Δοκιμές Ψηφιακής Λειτουργικής Ανθεκτικότητας (Digital Operational Resilience Testing)

Σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 25 του κανονισμού DORA, οι χρηματοπιστωτικές οντότητες πρέπει να εγκαθιδρύσουν και να διατηρήσουν ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δοκιμών ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας για την αξιολόγηση της ετοιμότητας για συμβάντα σχετικά με ΤΠΕ και τον εντοπισμό αδυναμιών ή κενών στην ανθεκτικότητα.

Το πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει μια μεγάλη ποικιλία δοκιμών, από βασικές αξιολογήσεις ευπάθειας έως προηγμένες δοκιμές διείσδυσης και σενάρια κρίσης. Για τις σημαντικές οντότητες, προβλέπονται εξειδικευμένες δοκιμές ανθεκτικότητας βασισμένες σε απειλές (TLPT), οι οποίες προσομοιώνουν ρεαλιστικές κυβερνοεπιθέσεις.

Η συχνότητα και η έκταση των δοκιμών πρέπει να είναι ανάλογη με το προφίλ κινδύνου της οντότητας, ενώ τα αποτελέσματα πρέπει πρέπει να τεκμηριώνονται συστηματικά και να αναφέρονται στην ανώτατη διοίκηση και, όπου απαιτείται, στις αρμόδιες αρχές.

Οι εκθέσεις αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν λεπτομερή ευρήματα, αξιολογήσεις κινδύνου και συστάσεις για διορθωτικά μέτρα. Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες οφείλουν να εφαρμόζουν άμεσα διορθωτικά μέτρα για τυχόν αδυναμίες που εντοπίζονται και να παρακολουθούν την αποτελεσματικότητά τους.

Διαχείριση και Αναφορά Περιστατικών ICT (ICT-related Incident Management and Reporting)

Ο τέταρτος πυλώνας του κανονισμού DORA επικεντρώνεται στην αποτελεσματική διαχείριση και αναφορά των περιστατικών ΤΠΕ, αναγνωρίζοντας ότι, παρά τα προληπτικά μέτρα, τα περιστατικά είναι αναπόφευκτα.

Ο κανονισμός DORA επιβάλλει στις χρηματοπιστωτικές οντότητες την υποχρέωση να θεσπίσουν και να εφαρμόσουν μια σαφή, ολοκληρωμένη και αποτελεσματική διαδικασία διαχείρισης περιστατικών ΤΠΕ.

Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της διαδικασίας είναι η ταχεία ανίχνευση, η αποτελεσματική διαχείριση, ο μετριασμός των επιπτώσεων και η έγκαιρη κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές.

Τέλος, η έγκαιρη και ακριβής αναφορά θεωρείται καθοριστικής σημασίας για την άμεση αντιμετώπιση του περιστατικού και την αξιολόγηση του συστημικού κινδύνου σε επίπεδο χρηματοπιστωτικού τομέα.

Διαδικασία Διαχείρισης Περιστατικών ICT

Κάθε χρηματοπιστωτική οντότητα πρέπει να διαθέτει καθορισμένη και τεκμηριωμένη διαδικασία διαχείρισης περιστατικών ΤΠΕ. Η συγκεκριμένη διαδικασία πρέπει να καλύπτει όλα τα στάδια του κύκλου ζωής ενός περιστατικού, από την ανίχνευση και την καταγραφή, έως την ανάλυση, τον περιορισμό, την εξάλειψη, την ανάκαμψη και την τελική αναφορά.

Στόχος είναι η ελαχιστοποίηση της ζημιάς, η διασφάλιση της συνέχειας των λειτουργιών και η ταχεία αποκατάσταση της κανονικής λειτουργίας. Η διαδικασία πρέπει να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη, να αναθεωρείται τακτικά και να δοκιμάζεται, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά της σε πραγματικές συνθήκες, ως επίσης και να περιλαμβάνει την εκχώρηση σαφών ρόλων και ευθυνών, καθώς και την ανάπτυξη σχεδίων επικοινωνίας για την ενημέρωση των ενδιαφερόμενων μερών.

Ταξινόμηση Περιστατικών

Ο κανονισμός DORA απαιτεί από τις χρηματοπιστωτικές οντότητες να ταξινομούν τα περιστατικά ΤΠΕ βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, προκειμένου να καθορίζεται ο αντίκτυπός τους και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις αναφοράς. Η ταξινόμηση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς καθορίζει το επίπεδο σοβαρότητας και την ανάγκη για άμεση κοινοποίηση.

Τα περιστατικά ταξινομούνται ως «σημαντικά» ή «μη σημαντικά» με βάση παράγοντες όπως ο αριθμός των επηρεαζόμενων χρηστών, η διάρκεια της διακοπής, ο οικονομικός αντίκτυπος, η απώλεια δεδομένων, ο αντίκτυπος στη φήμη και στις κρίσιμες λειτουργίες.

Υποχρεώσεις Αναφοράς

Για τα σημαντικά περιστατικά ΤΠΕ, ο κανονισμός DORA επιβάλλει συγκεκριμένες υποχρεώσεις αναφοράς στις αρμόδιες αρχές, οι οποίες πρέπει να είναι έγκαιρες, ακριβείς και περιεκτικές, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκεται η τυποποίηση των εντύπων και διαδικασιών αναφοράς σε ολόκληρη την ΕΕ, μέσω της ανάπτυξης κοινών προτύπων από τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (ESAs).

Τέλος, οι χρηματοπιστωτικές οντότητες έχουν τη δυνατότητα να κοινοποιούν εθελοντικά σημαντικές κυβερνοαπειλές και τρωτά σημεία στις αρμόδιες αρχές.

Ανταλλαγή Πληροφοριών (Information Sharing)

Ο πέμπτος και τελευταίος πυλώνας του κανονισμού DORA αναγνωρίζει τη θεμελιώδη σημασία της συλλογικής άμυνας έναντι των κυβερνοαπειλών και ενθαρρύνει ενεργά την ανταλλαγή πληροφοριών και πληροφοριών για κυβερνοαπειλές μεταξύ των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων. Σε ένα διασυνδεδεμένο ψηφιακό περιβάλλον, όπου οι απειλές εξελίσσονται συνεχώς και γίνονται όλο και πιο εξελιγμένες, η συνεργασία και ο διαμοιρασμός γνώσης είναι κρίσιμα για την ενίσχυση της συνολικής ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αυτή η ανταλλαγή συμβάλλει στην ενίσχυση της συνολικής ανθεκτικότητας, επιτρέποντας στις οντότητες να μαθαίνουν από τις εμπειρίες άλλων, να εντοπίζουν νέες απειλές και να προσαρμόζουν τις άμυνές τους προληπτικά.

Σκοπός της Ανταλλαγής Πληροφοριών

Ο κύριος σκοπός της ανταλλαγής πληροφοριών είναι η δημιουργία ενός κοινού πλαισίου κατανόησης των κυβερνοαπειλών, των τρωτών σημείων και των βέλτιστων πρακτικών για την αντιμετώπισή τους. Μέσω της ανταλλαγής δεικτών συμβιβασμού (Indicators of Compromise – IoCs), τακτικών, τεχνικών και διαδικασιών (Tactics, Techniques, and Procedures – TTPs) που χρησιμοποιούνται από τους αντιπάλους, καθώς και άλλων σχετικών πληροφοριών (π.χ., αναφορές περιστατικών, ευπάθειες λογισμικού), οι χρηματοπιστωτικές οντότητες μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την ικανότητά τους να ανιχνεύουν, να προλαμβάνουν και να ανταποκρίνονται σε κυβερνοεπιθέσεις.

Ρυθμίσεις Ανταλλαγής Πληροφοριών

Ο κανονισμός DORA προβλέπει ότι οι ρυθμίσεις ανταλλαγής πληροφοριών, είτε πρόκειται για επίσημες πλατφόρμες είτε για άτυπα δίκτυα, πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να διασφαλίζεται η ασφάλεια, η εμπιστευτικότητα και η αποτελεσματικότητα της ανταλλαγής.

Τέλος, η συμμετοχή σε τέτοιες ρυθμίσεις ανταλλαγής πληροφοριών δεν είναι υποχρεωτική για όλες τις χρηματοπιστωτικές οντότητες, αλλά ενθαρρύνεται έντονα από τον DORA, ειδικά για τις οντότητες που θεωρούνται κρίσιμες.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με τον Κανονισμό DORA .

Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών

Η Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Φορολογικής Πολιτικής συνεστήθη με το άρθρο 16 του Ν. 4714/2020.

Σύμφωνα με την σχετική αιτιολογική έκθεση «επιδιώχθηκε η σύσταση Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης των εκκρεμών φορολογικών διαφορών ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων με στόχο την ταχεία επίλυση των διαφορών αυτών, την αποσυμφόρηση της διοικητικής δικαιοσύνης, και την τόνωση των φορολογικών εσόδων».

Συγκεκριμένα, προβλέφθηκε ότι διάδικος φορολογούμενος σε εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων (ΤΔΔ) διαφορές από πράξη επιβολής φόρου ή προστίμων κατά τη φορολογική νομοθεσία μπορεί να υποβάλει αίτηση ενώπιον της Επιτροπής, με αίτημα την εξώδικη επίλυση της διαφοράς.

Τελωνειακές διαφορές δεν μπορούν να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου.

Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά, ενώ το αίτημα μπορεί να αφορά μόνο σε υποθέσεις που εκκρεμούν και δεν έχουν συζητηθεί, ενώπιον του ΣτΕ και των ΤΔΔ.

Τέλος, σύμφωνα με τον πρόσφατο νόμο 5222/2025 (άρθρο 255) παρατάθηκε η λειτουργία της Επιτροπής, έως τις 24 Ιουλίου 2026.

Δομή Επιτροπής

Περαιτέρω, η Επιτροπή λειτουργεί σε τριμελείς συνθέσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται η ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων και συγκροτείται από πρόσωπα με προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία που θα εξασφαλίζουν τη δίκαιη και αμερόληπτη διεκπεραίωση των υποθέσεων.

Έργο της Επιτροπής είναι η εξώδικη επίλυση των εκκρεμών ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων φορολογικών διαφορών.

Έδρα της Επιτροπής ορίζεται η Αθήνα και παράρτημα της Επιτροπής λειτουργεί στη Θεσσαλονίκη. Η Επιτροπή λειτουργεί σε τριμελή τμήματα, ο συνολικός αριθμός των οποίων δεν δύναται να υπερβεί τα 10.

Τα τμήματα της Επιτροπής, τα οποία λειτουργούν στην Αθήνα είναι αρμόδια για τις υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, των Διοικητικών Εφετείων Αθήνας, Πειραιά, Πατρών, Τρίπολης και Χανίων και των Διοικητικών Πρωτοδικείων που εδρεύουν στις Περιφέρειες αυτών.

Τα Τμήματα της Επιτροπής, τα οποία λειτουργούν στην Θεσσαλονίκη είναι αρμόδια για τις υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον, των Διοικητικών Εφετείων Θεσσαλονίκης, Λάρισας, Ιωαννίνων και Κομοτηνής και των Διοικητικών Πρωτοδικείων που εδρεύουν στις Περιφέρειες αυτών. Πρόεδρος εκάστου Τμήματος ορίζεται πρώην δικαστικός λειτουργός των Διοικητικών Δικαστηρίων με βαθμό τουλάχιστον Πρόεδρου Εφετών.

Μέλη εκάστου Τμήματος ορίζεται ένας πρώην δικαστικός λειτουργός των Διοικητικών Δικαστηρίων με βαθμό τουλάχιστον Εφέτη και ένα μέλος του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Στα Τμήματα εισηγούνται χωρίς δικαίωμα ψήφου εφοριακοί υπάλληλοι. Της Επιτροπής προΐσταται Γενικός Προϊστάμενος.

Ως Γενικός Προϊστάμενος ορίζεται πρώην μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή πρώην δικαστικός λειτουργός των Διοικητικών Δικαστηρίων με βαθμό τουλάχιστον Προέδρου Εφετών, ο οποίος επιβλέπει και συντονίζει τις εργασίες των Τμημάτων της Επιτροπής χωρίς να συμμετέχει σε αυτές και κατανέμει στα Τμήματα τις ασκηθείσες αιτήσεις.

Λόγοι Αιτήσεως Εξώδικης Επίλυσης

Με την αίτηση εξώδικης επίλυσης μπορεί να προβληθούν παραδεκτά οι κάτωθι περιοριστικά αναφερόμενοι ισχυρισμοί: 

  • Παραγραφή του Δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον επίδικο φόρο ή πρόστιμο λόγω παρόδου του χρόνου εντός του οποίου η Φορολογική Διοίκηση είχε δικαίωμα προς καταλογισμό αυτών.
  • Παραγραφή του Δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον επίδικο φόρο ή πρόστιμο λόγω λήψης φορολογικού πιστοποιητικού χωρίς επιφύλαξη.
  • Εσφαλμένο καταλογισμό του φόρου ή προστίμου λόγω πρόδηλης έλλειψης φορολογικής υποχρέωσης ή αριθμητικού σφάλματος. 
  • Αναδρομική εφαρμογή της ευμενέστερης φορολογικής κύρωσης σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά από τη νομολογία του ΣτΕ. 
  • Μείωση του πρόσθετου φόρου, του τόκου, των προσαυξήσεων και των προστίμων.

Οι ισχυρισμοί πρέπει να περιλαμβάνονται στα κατατεθέντα για τη διαφορά δικόγραφα, τα οποία προσκομίζονται με επιμέλεια του φορολογούμενου.

Το αίτημα εξώδικης επίλυσης είναι απαράδεκτο όταν το εκκρεμές ένδικο βοήθημα ή μέσο, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, είναι, κατά την κρίση της επιτροπής, εκπρόθεσμο.

Αξιολόγηση Από Την Επιτροπή

Περαιτέρω, η Επιτροπή ελέγχει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς με βάση τη νομολογία και την πάγια πρακτική της Φορολογικής Διοίκησης. Μπορεί να προτείνει την εν όλω ή εν μέρει αποδοχή ή την απόρριψη του αιτήματος, υποβάλλει δε, σε κάθε περίπτωση, συγκεκριμένη πρόταση στον αιτούντα.

Η πρόταση της Επιτροπής περιέχει επαρκή αιτιολογία και κοινοποιείται στον αιτούντα.

Αποδοχή

Εάν ο αιτών αποδεχθεί την πρόταση της Επιτροπής εντός 5 εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση αυτής, συντάσσεται σχετικό πρακτικό εξώδικης επίλυσης, το οποίο δημοσιεύεται στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών τηρουμένων των διατάξεων περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Η αποδοχή επιβεβαιώνεται με την υπογραφή της πρότασης από τον αιτούντα.

Το πρακτικό εξώδικης επίλυσης είναι εκτελεστός τίτλος και το αναγραφόμενο σε αυτό ποσό βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο.

Το ως άνω πρακτικό επιλύει αμετάκλητα την εκκρεμή διαφορά και δεν προσβάλλεται με κανένα ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφόσον επί του συνολικού ποσού που προκύπτει για τον φορολογούμενο, καταβληθεί ποσοστό τουλάχιστον 30% του κυρίου φόρου που οφείλεται, εντός 5 εργασίμων ημερών από την υπογραφή του και χωρήσει νομίμως η εξόφληση του συνόλου αυτού.

Τυχόν ποσά που έχουν καταβληθεί έναντι του κύριου φόρου συνυπολογίζονται.

Αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω όροι, καθώς και εάν δεν καταβληθούν 2 συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει η καταβολή των 2 τελευταίων δόσεων για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, ο συμβιβασμός ανατρέπεται αναδρομικά, θεωρείται ότι δεν επήλθε ποτέ και τυχόν καταβληθέντα ποσά θεωρούνται ότι καταβλήθηκαν έναντι της αρχικής οφειλής, η οποία βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο.

Μη Αποδοχή

Σε περίπτωση μη αποδοχής από τον αιτούντα της πρότασης της Επιτροπής, συντάσσεται πρακτικό ματαίωσης της εξώδικης επίλυσης. Το πρακτικό εξώδικης επίλυσης ή το πρακτικό ματαίωσης αυτής κοινοποιούνται άμεσα, με επιμέλεια της γραμματείας των Επιτροπών, στο Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση.

Με την κοινοποίηση του πρακτικού εξώδικης επίλυσης η υπόθεση τίθεται αυτοδίκαια στο αρχείο με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου.

Σε περίπτωση μη αποδοχής από τον αιτούντα της πρότασης της Επιτροπής και σύνταξης πρακτικού ματαίωσης της εξώδικης επίλυσης η ανασταλείσα δίκη συνεχίζεται. 

Τέλος, μερική αποδοχή της πρότασης της Επιτροπής δεν επιτρέπεται.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό ΔίκαιοΕπικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών.

Ανακοπή Κατά Δήλωσης Συνέχισης Πλειστηριασμού (973 ΚΠολΔ)

Δήλωση Συνέχισης Πλειστηριασμού

Κατ’ άρθρο 973 § 1 ΚΠολΔ, εάν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού δυο μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημέρα αυτή.

Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων.

Κατά την δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου κάθε δανειστής, εφ’ όσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε στον καθ’ ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό.

Κατά δε την τρίτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, εάν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παράγραφο 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη.

Εάν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης.

Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλου.

Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων.

Ένδικα Βοηθήματα – Ανακοπή Του Άρθρου 973 ΚΠολΔ

Κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 973 ΚΠολΔ, αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης και υποκατάστασης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της ανάρτησης.

Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 κεπ.

Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε ένα μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων.

Η τελευταία αυτή ειδική ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης άλλου δανειστή εισήχθη το πρώτον με τον Ν. 4335/2015.

Και αυτό γιατί μέχρι τις τροποποιήσεις του νόμου αυτού η σχετική ανακοπή κατά τω ν δηλώσεων αυτών ασκούνταν στην προθεσμία του άρθρου 934 περ. β ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ του Ν. 4335/2015, ήτοι μέχρι τον πλειστηριασμό, πρώτη δε πράξη εκτελέσεως θεωρούνταν ανάλογα η δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης (ΑΠ 610/2002).

Ωστόσο, μετά την αναμόρφωση του άρθρου 934 με τον Ν. 4335/2015 και τη συγχώνευση των περιπτώσεων α και β του προϊσχύσαντος άρθρου 934 στην περίπτωση α του νέου άρθρου 934, με ενιαία προθεσμία άσκησης της ανακοπής 45 ημερών απ’ την ημέρα της κατάσχεσης και διατήρηση της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού ως περίπτωση β (τέως γ), η εν λόγω ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμία από τις προβλεπόμενες πλέον περιπτώσεις του άρθρου 934, έτσι ώστε να επιλεγεί από το νομοθέτη να εισαχθεί γι’ αυτές μία ιδιαίτερη ανακοπή, που ρυθμίστηκε αυτοτελώς στο νέο άρθρο 973 § 6.

Περιεχόμενο Ανακοπής

Με την ανακοπή αυτή του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ δύνανται να προβάλλονται λόγοι, οι οποίοι αφορούν το κύρος της δήλωσης αυτής (ΜονΠρωτΧαλκ 24/2022).

Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι, οι αντιρρήσεις που μπορούν να προβληθούν με το σχετικό ένδικο βοήθημα, πρέπει πρώτιστα να αφορούν:

  • είτε πρωτογενείς πλημμέλειες της επίδικης πράξης εκτέλεσης (δήλωσης συνέχισης ή υποκατάστασης) καθώς και συνεπακόλουθα στις πράξεις που ακολούθησαν αυτής (άρθρο 973 § 1 ΚΠολΔ)
  • είτε δευτερογενείς ακυρότητες της δήλωσης συνέχισης ή υποκατάστασης που προκύπτουν από δικονομικά ανίσχυρες προγενέστερες πράξεις εκτέλεσης στις οποίες στηρίζεται η επίδικη πράξη εκτέλεσης (πχ. την κατάσχεση).

Η δεύτερη όμως ως άνω περίπτωση (δευτερογενούς ακυρότητας) τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η (μετέπειτα προσβαλλόμενη) δήλωση συνέχισης, οι εν λόγω (προγενέστερες ανίσχυρες) πράξεις είτε έχουν ακυρωθεί με δικαστική απόφαση είτε έστω έχουν παύσει να υφίστανται και να παράγουν έννομες συνέπειες με κάθε άλλο νόμιμο τρόπο (π.χ. απόφαση για ανατροπή κατάσχεσης, δήλωση παραίτησης από κατάσχεση κλπ).

Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τον λόγο που προτείνεται με την ανακοπή του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ και το ποια πράξη εκτέλεσης αφορά αυτός (ο λόγος), το αίτημα της ανακοπής του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ (όπως ανάλογα ισχύει και για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ) είναι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης εκτέλεσης, η οποία στην συγκεκριμένη ανακοπή μπορεί και πρέπει να είναι μόνο η επίδικη δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης και όχι άλλες προγενέστερες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας (έτσι ΜΠρΠατρ 16/2025, ΜΠρΡοδ 224/2022).

Απαράδεκτο Ανακοπής Του Άρθρου 933 ΚΠολΔ

Εάν κατά της δήλωσης συνέχισης και υποκατάστασης πλειστηριασμού ασκηθεί ανακοπή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ, αυτή θα απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Τούτο διότι η δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού του άρθρου 973 § 1 ΚΠολΔ προσβάλλεται με την ειδική ανακοπή της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου η οποία:

  • ασκείται εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημέρα της ανάρτησης της γνωστοποίησης της δήλωσης και της ημέρας του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και όχι με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία προβάλλονται αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης εντός των χρονικών σταδίων του άρθρου 934 § 1 ΚΠολΔ και
  • εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 937 § 3 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την ανακοπή κατά δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού κατ’ άρθρο 973 ΚΠολΔ.

Διαφυγόν Κέρδος Και Αποθετική Ζημία Επιχείρησης

Διαφυγόν κέρδος (ή αποθετική ζημία) είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος, λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 297 ΑΚ «Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα».

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Πεδίο Εφαρμογής

Η διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, όπως προκύπτει από :

  • τη γραμματική της ερμηνεία, δεδομένου ότι δεν κάνει καμία διάκριση στο αν αφορά ζημία, που να προέρχεται από παραβίαση συμβάσεως ή να προέρχεται από αδικοπραξία, όσο και
  • την συστηματική της ερμηνεία, δεδομένου ότι τίθεται στις αρχικές, γενικές διατάξεις που ισχύουν επί ενοχών και από
  • την τελολογική της ερμηνεία, που περιλαμβάνει στην έννοια της λέξης «δανειστής» οποιοδήποτε δικαιούχο παροχής,

συνάγεται ότι εφαρμόζεται, τόσο στις αποζημιώσεις εξ’ αδικοπρακτικής όσο και στις αποζημιώσεις λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης.

Εξάλλου, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ ως «περιουσία του δανειστή» νοείται, το σύνολο των αποτιμητών σε χρήμα αγαθών ήτοι πραγμάτων και αξιώσεων που νομίμως ανήκουν σ’ αυτόν, ήτοι όχι μόνο εμπραγμάτων αγαθών αλλά και αξιώσεών του που πηγάζουν από ενοχικές με τρίτους σχέσεις.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει α) τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και β) το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί.

Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του.

Όπως προαναφέρθηκε, διαφυγόν κέρδος ή αποθετική ζημία είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

Δηλαδή, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός.

Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται.

Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, ορίζει ότι, ως διαφυγόν κέρδος «λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Χρειάζεται, δηλαδή, η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια («σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων») και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος.

Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα.

Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται.

Ο απαιτούμενος, στις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες – συγκεκριμένες περιστάσεις.

Η πιθανότητα της δυνατότητας πραγματοποίησης διαφυγόντος κέρδους δεν μπορεί να φτάνει μέχρι «φαντασιώδους υπολογισμού» (ΑΠ 1258/2023).

Παράδειγμα

Η επίκληση ανόδου κατά την πώληση και πτώσεως κατά την αγορά της αξίας μιας μετοχής σε συγκεκριμένες ημερομηνίες αγοράς και πωλήσεως αυτών, δεν αποτελεί κέρδος προσδοκώμενο με «βάσιμη» πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά την προπαρατεθείσα έννοια του άρθρου 298 ΑΚ.

Τούτο διότι αυτό είναι ιδιαίτερα αμφίβολο και ευμετάβολο, αφού, σε μία ελεύθερη και μάλιστα ειδικευμένη αγορά, όπως είναι το χρηματιστήριο, δεν υπάρχουν εγγυήσεις συγκεκριμένης περιουσιακής αποδόσεως, δεδομένου ότι η άνοδος ή η πτώση των τιμών και κατ’ επέκταση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών των εισηγμένων στο χρηματηστήριο εταιριών, εξαρτάται, πλην άλλων, από διάφορους, αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες, εσωτερικούς και εξωτερικούς, όπως είναι οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, οι απρόβλεπτες περιπλοκές στις διεθνείς εξελίξεις, η ανοδική ή πτωτική τάση των διεθνών χρηματιστηριακών δεικτών, οι οποίοι δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί με πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν και σε ποιο ποσοστό θα σημειωθεί άνοδος ή πτώση των μετοχών σε ορισμένες συγκεκριμένες ημερομηνίες, με αποτέλεσμα να μην δύναται να γίνει λόγος για αποθετική ζημία των εναγόντων από την αιτία αυτή (ΑΠ 1364/2013).

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ
Ορισμένο Της Αγωγής Αποζημίωσης

Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, τόσο τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει, να εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή.

Δεν αρκεί, δηλαδή, η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ’ απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια (ΟλΑΠ 20/1992, ΑΠ 83/2002).

Παράδειγμα

Για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η ζημία που υπέστη ο ενάγων, η οποία συνίσταται στην, από υπαιτιότητα του εναγόμενου, ματαίωση μισθώσεως ακινήτου και την εντεύθεν απώλεια μισθωμάτων, πρέπει να αναφέρεται το μηνιαίο μίσθωμα, που με πιθανότητα θα εισέπραττε ο ενάγων από την εκμίσθωση του ακινήτου, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 935/2014).

Διαφυγόν Κέρδος Και Αξίωση Τόκων

Επί αγωγής με αντικείμενο διαφυγόν κέρδος, ο ζημιωθείς δικαιούται να ζητήσει τόκους επί του ποσού του διαφυγόντος κέρδους, από την επίδοση μεν της αγωγής για το διαφυγόν κέρδος που ανάγεται στο προ της επίδοσης της χρονικό διάστημα, από την ημέρα δε που ακολούθως ανακύπτει για το μετά την επίδοση της χρονικό διάστημα.

Δεν δικαιούται όμως να ζητήσει τόκους επί της θετικής του ζημίας, για όσο χρόνο μέχρι την πληρωμή της ζητεί και διαφυγόν κέρδος.

Εντούτοις, δεν αποκλείεται να ζητήσει ο ζημιωθείς τόκους και επί της θετικής του ζημίας, από την όχληση του οφειλέτη ή από την επίδοση της αγωγής, για όσο χρονικό διάστημα δεν ζητεί διαφυγόντα κέρδη (ΑΠ 909/2009).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το διαφυγόν κέρδος και την αποθετική ζημία επιχείρησης.

Η Προστασία Της Πνευματικής Ιδιοκτησίας Στις Βάσεις Δεδομένων

Η πνευματική ιδιοκτησία στις βάσεις δεδομένων αποτέλεσε πρώτη φορά αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης με την οδηγία 96/9/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 1996 (“Database Directive“).

Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το άρθρο 7 του Ν. 2819/2000, ο οποίος τροποποίησε τον Ν. 2121/1993 (“Πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα”).

Με τα παραπάνω, θεσπίστηκε ένα καθεστώς διπλής προστασίας για τις βάσεις δεδομένων, δηλαδή, τόσο του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, ήτοι της πρωτότυπης επιλογής ή διευθέτησης των περιεχομένων της βάσης, όσο και του δικαιώματος ειδικής φύσης (sui generis) του κατασκευαστή της βάσης δεδομένων.

ΕΝΝΟΙΕΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ & ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ
Βάση Δεδομένων

Βάση δεδομένων (database) νοείται η συλλογή έργων, δεδομένων ή άλλων ανεξάρτητων στοιχείων, διευθετημένων κατά συστηματικό ή μεθοδικό τρόπο και ατομικώς προσιτών, με ηλεκτρονικά μέσα ή με άλλο τρόπο.

Αντικείμενο προστασίας είναι και οι βάσεις δεδομένων οι οποίες λόγω της “επιλογής” ή “διευθέτησης” του περιεχομένου τους αποτελούν πνευματικά δημιουργήματα.

Ωστόσο, η προστασία αυτή δεν εκτείνεται στο περιεχόμενο των βάσεων δεδομένων και δεν θίγει κανένα από τα δικαιώματα που υφίστανται στο περιεχόμενο αυτό. 

Επομένως, η έννοια της βάσης δεδομένων καλύπτει κάθε συλλογή, που περιέχει έργα, δεδομένα ή άλλα στοιχεία, τα οποία μπορούν να χωριστούν τα μεν από τα δε, δίχως να επηρεαστεί η αξία του περιεχομένου τους, και περιλαμβάνουν μια μέθοδο ή ένα σύστημα, οποιοσδήποτε φύσης, που καθιστά δυνατή την ανεύρεση έκαστου των συστατικών της στοιχείων (ΔΕΕ C-444/02, Fixtures Marketing).

Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις δε της Οδηγίας 96/9/ΕΟΚ, στην έννοια των βάσεων δεδομένων υπάγονται, τόσο οι ηλεκτρονικές (ψηφιακές) βάσεις δεδομένων, όσο και οι μη ηλεκτρονικές (παραδοσιακές) βάσεις δεδομένων.

Δηλαδή, ο όρος βάση δεδομένων πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει κάθε είδους συλλογές έργων, λογοτεχνικών, καλλιτεχνικών, μουσικών ή άλλων ή άλλο υλικό, όπως κείμενα, ήχους, εικόνες, αριθμούς, πραγματικά στοιχεία και δεδομένα.

Εξάλλου, η προβλεπόμενη προστασία, βάσει του δικαιώματος του δημιουργού, έχει ως αντικείμενο τη διάρθρωση της βάσης δεδομένων, και όχι το περιεχόμενό της, ούτε, επομένως, τα συστατικά της στοιχεία.

Στο πλαίσιο αυτό, οι έννοιες “επιλογή” και “διευθέτηση” αφορούν, αντίστοιχα, την επιλογή και τη διαρρύθμιση των δεδομένων, με τα οποία ο δημιουργός της βάσης δεδομένων διαμορφώνει τη διάρθρωσή της. 

Αντίθετα, οι έννοιες αυτές δεν καλύπτουν τη δημιουργία των δεδομένων, που περιέχονται στη βάση αυτή.

Εξυπακούεται ότι δεν λαμβάνονται υπόψη στοιχεία, που αφορούν τις διανοητικές προσπάθειες και την ικανότητα δημιουργίας δεδομένων, καθώς κείνται εκτός της έννοιας της διάρθρωσης.

Εξάλλου, η αναφορά σε “πνευματικά δημιουργήματα”, παραπέμπει στο κριτήριο της πρωτοτυπίας.

Το κριτήριο αυτό πληρούται όταν, λόγω της επιλογής ή της διευθέτησης των δεδομένων που περιλαμβάνει, ο δημιουργός της εκφράζει τη δημιουργική του ικανότητα με πρωτότυπο τρόπο, πραγματοποιώντας ελεύθερες και δημιουργικές επιλογές και αποτυπώνει, με τον τρόπο αυτό, το “προσωπικό άγγιγμά” του (ΠολΠρΘεσ 2520/2020). 

Δηλαδή, για να προστατευθεί η βάση δεδομένων με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας πρέπει να καταδειχθεί μια πρωτοτυπία στην επιλογή ή στην οργάνωση του υλικού της.

Αντίθετα, το εν λόγω κριτήριο δεν πληρούται, όταν η δημιουργία της βάσης δεδομένων υπαγορεύεται από τεχνικές εκτιμήσεις, κανόνες ή δεσμεύσεις, που δεν αφήνουν περιθώριο για δημιουργική ελευθερία.

Σημειωτέον ότι κανένα κριτήριο άλλο από εκείνο της πρωτοτυπίας δεν εφαρμόζεται, προκειμένου να εκτιμηθεί η επιλεξιμότητα βάσης δεδομένων για προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού.

Μια βάση δεδομένων δεν θα είναι πρωτότυπη, εάν δεν υπάρχει καμία επιλογή στο υλικό ή αν η διευθέτηση γίνεται με κριτήρια αυτονόητα (π.χ. όλοι οι πολίτες ενός Δήμου ή όλα τα ονόματα με αλφαβητική σειρά).

Η σημαντική εργασία και η ικανότητα δημιουργίας, που απαιτούνται για τη δημιουργία μιας βάσης δεδομένων δεν μπορούν, αυτές καθ’ εαυτές, να δικαιολογήσουν τέτοιου είδους προστασία, εάν δεν εκφράζουν πρωτοτυπία ως προς την επιλογή ή τη διευθέτηση των περιλαμβανόμενων σε αυτήν δεδομένων. 

Συλλεκτικά Έργα

Τέλος, προκειμένου για τα “συλλεκτικά έργα“, η πρωτοτυπία αναζητείται, διαζευκτικά, είτε στην επιλογή του περιεχομένου τους, είτε στη διευθέτησή του. Η επιλογή του περιεχομένου μίας συλλογής μπορεί να είναι ενδεικτική ή να επιδιώκει πληρότητα. 

Εδώ τα ζητούμενα είναι δύο, η ακρίβεια, αφενός, και, αφετέρου, η πληρότητα των πληροφοριών. Στη βάση δεδομένων ζητούμενο του τρόπου διευθέτησης είναι η ευχερέστερη αναζήτηση και μετάδοση της πληροφορίας. 

Κατά τα λοιπά, οι εναλλακτικοί τρόποι της διευθέτησης, όπως άλλωστε και της επιλογής του περιεχομένου της συλλογής, τελούν σε συνάρτηση, αφενός προς τη φύση του περιεχομένου και αφετέρου προς τη σκοπούμενη χρήση της συλλογής, αυτές καθορίζουν εξ αντικειμένου την έκταση της ελευθερίας του δημιουργού.

Κατασκευαστής Βάσης Δεδομένων

Κατασκευαστής Βάσης Δεδομένων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λαμβάνει την πρωτοβουλία και επωμίζεται τον κίνδυνο των επενδύσεων (“επιχειρηματικό ρίσκο”) στη βάση δεδομένων. 

Σημειώνεται ότι δεν θεωρείται κατασκευαστής ο εργολάβος βάσης δεδομένων, ήτοι το πρόσωπο (πχ προγραμματιστής) το οποίος ανέλαβε την κατασκευή με σύμβαση έργου, για λογαριασμό του επιχειρηματία (κατασκευαστή) ή και του δημιουργού.

Εξαγωγή Δεδομένων

Ως Εξαγωγή Δεδομένων θεωρείται η μόνιμη ή προσωρινή μεταφορά του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου βάσης δεδομένων σε άλλο υλικό φορέα με οποιοδήποτε μέσο ή με οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την άδεια του κατασκευαστή της.

Τούτο συμβαίνει όταν γίνεται μεταφορά ολόκληρου ή μέρους του περιεχομένου της επίμαχης βάσης δεδομένων σε άλλο υπόθεμα, όταν δηλαδή ολόκληρο ή μέρος του περιεχομένου της βάσης δεδομένων επαναλαμβάνεται αυτούσιο και σε άλλο σημείο που δεν έχει σχέση με την αρχική βάση δεδομένων.

Επαναχρησιμοποίηση Δεδομένων

Επαναχρησιμοποίηση Δεδομένων νοείται η πάσης μορφής διάθεση στο κοινό του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου της βάσης δεδομένων με διανομή αντιγράφων, εκμίσθωση, μετάδοση με άμεση επικοινωνία ή με άλλες μορφές. 

Το ουσιώδες ή επουσιώδες της αφαίρεσης/επαναχρησιμοποίησης της βάσης δεδομένων μπορεί να κριθεί είτε ποσοτικά είτε ποιοτικά.

Η εξαγωγή και η επαναχρησιμοποίηση επουσιώδους μέρους της βάσης δεδομένων επιτρέπεται ελεύθερα, αρκεί όμως να μην είναι επανειλημμένη και συστηματική και να μη θίγει το δικαίωμα του κατασκευαστή ή να μην συγκρούεται με την κανονική εκμετάλλευση της βάσης δεδομένων.

Ωστόσο, η πρώτη πώληση αντιγράφου μιας βάσης δεδομένων στην Κοινότητα από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του συνιστά ανάλωση του δικαιώματος ελέγχου της μεταπώλησης του εν λόγω αντιγράφου στην Κοινότητα. 

Τέλος, ο δανεισμός στο κοινό δεν συνιστά πράξη εξαγωγής ή επαναχρησιμοποίησης.

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ 
Προστασία Πνευματικής Ιδιοκτησίας Δημιουργού

Υποκείμενο προστασίας, κατά το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ο δημιουργός του. 

Ως “δημιουργός βάσης δεδομένων” νοείται το φυσικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών προσώπων, που έχει δημιουργήσει τη βάση δεδομένων ή, εφόσον επιτρέπεται από τη νομοθεσία, το νομικό πρόσωπο, που ορίζεται ως δικαιούχος από τη νομοθεσία αυτή. 

Ωστόσο, κατά το ελληνικό δίκαιο μόνο τα φυσικά πρόσωπα μπορούν να είναι δημιουργοί, ενώ τα νομικά πρόσωπα μπορούν μόνο δευτερογενώς να αποκτήσουν την ιδιότητα του δικαιούχου. 

Ο δημιουργός βάσης δεδομένων έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπει ή να απαγορεύει: 

  • την προσωρινή ή διαρκή αναπαραγωγή της βάσης δεδομένων με κάθε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει, 
  • τη μετάφραση, προσαρμογή, διευθέτηση και οποιαδήποτε άλλη μετατροπή της βάσης δεδομένων, 
  • οποιαδήποτε μορφή διανομής της βάσης δεδομένων ή αντιγράφων της στο κοινό.
  • οποιαδήποτε ανακοίνωση, επίδειξη ή παρουσίαση της βάσης δεδομένων στο κοινό, 
  • οποιαδήποτε αναπαραγωγή, διανομή, ανακοίνωση, επίδειξη ή παρουσίαση στο κοινό των αποτελεσμάτων των πράξεων της μετάφρασης, προσαρμογής, διευθέτησης και οποιαδήποτε άλλης μετατροπής, που αναφέρονται παραπάνω. 

Παραταύτα, ο νόμιμος χρήστης βάσης δεδομένων ή αντιγράφων της μπορεί να εκτελέσει χωρίς άδεια του δημιουργού, οποιαδήποτε από τις παραπάνω πράξεις οι οποίες είναι αναγκαίες για την πρόσβαση στο περιεχόμενο της βάσης δεδομένων και την κανονική χρησιμοποίησή της. 

Τέλος, συμφωνίες αντίθετες προς τις ρυθμίσεις των παραπάνω, είναι άκυρες.

Προστασία Πνευματικής Ιδιοκτησίας Κατασκευαστή

Σύμφωνα με το άρθρο 45Α του Ν. 2121/1993, αναγνωρίζονται δικαιώματα ειδικής φύσης και στους κατασκευαστές βάσεων δεδομένων. Σκοπός της αναγνώρισης αυτής είναι η παροχή πρόσφορης προστασίας των βάσεων δεδομένων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αμοιβή του κατασκευαστή τους.

Η ανάγκη αναγνώρισης του ειδικού δικαιώματος στον κατασκευαστή της βάσης δεδομένων συνίσταται στο ότι, για την κατασκευή βάσεων δεδομένων, απαιτείται η επένδυση σημαντικών ανθρώπινων, τεχνικών και οικονομικών πόρων, ενώ η αντιγραφή των εν λόγω βάσεων δεδομένων ή η πρόσβαση σε αυτές είναι δυνατή με κόστος πολύ μικρότερο από εκείνο που συνεπάγεται η ανεξάρτητη δημιουργία τους.

Το συγκεκριμένο δικαίωμα ειδικής φύσης (sui generis) χορηγείται στον κατασκευαστή της βάσης δεδομένων με την προϋπόθεση ότι για τη δημιουργία της, ήτοι την απόκτηση, τον έλεγχο ή την παρουσίαση του περιεχομένου της βάσης, πραγματοποιήθηκε μία σημαντική-ουσιώδης, είτε από ποσοτική, είτε από ποιοτική άποψη, επένδυση.

Το ειδικής φύσης αυτό δικαίωμα δεν κατατάσσεται, ούτε στο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, ούτε στα συγγενικά δικαιώματα (ΑΠ 1051/2015). 

Ειδικότερα, ο κατασκευαστής βάσης δεδομένων έχει το δικαίωμα να απαγορεύει την εξαγωγή ή/και επαναχρησιμοποίηση του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου της βάσης δεδομένων, αξιολογούμενου ποιοτικά ή ποσοτικά. 

Τούτο δε, εφόσον η απόκτηση, ο έλεγχος ή η παρουσίαση του περιεχομένου της βάσης δεδομένων καταδεικνύουν ουσιώδη ποιοτική ή ποσοτική επένδυση. 

Το παραπάνω δικαίωμα, ισχύει ανεξάρτητα από το εάν η εν λόγω βάση δεδομένων ή το περιεχόμενό της προστατεύεται με τις διατάξεις για την πνευματική ιδιοκτησία ή με άλλες διατάξεις. 

Η προστασία βάσει του συγκεκριμένου δικαιώματος δεν θίγει ενδεχόμενα δικαιώματα επί του περιεχομένου τους. Το δικαίωμα ειδικής φύσης του κατασκευαστή βάσης δεδομένων μπορεί να μεταβιβαστεί με αντάλλαγμα ή χωρίς αντάλλαγμα ή να παραχωρηθεί η εκμετάλλευσή του με άδεια ή σύμβαση.

Εξάλλου, δεν επιτρέπεται η επανειλημμένη και συστηματική εξαγωγή ή/και επαναχρησιμοποίηση ούτε επουσιωδών μερών του περιεχομένου της βάσης δεδομένων, εφόσον συνεπάγεται τη διενέργεια πράξεων που έρχονται σε σύγκρουση με την κανονική εκμετάλλευση της βάσης δεδομένων ή θίγουν αδικαιολόγητα τα νόμιμα συμφέροντα του κατασκευαστή της βάσης.

Η πρακτική σημασία της προστασίας με το ειδικό αυτό δικαίωμα είναι μεγάλη, γιατί καλύπτονται οι περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο της πνευματικής ιδιοκτησίας ή για τις οποίες υπάρχει αμφιβολία ως προς την προστασία αυτή, όπως οι περιπτώσεις βάσεων δεδομένων με καθαρά αριθμητικά στατιστικά στοιχεία, με διευθύνσεις, απλοί κατάλογοι κ.λπ. 

Έννοια “Ποσοτικής ή Ποιοτικής Επενδύσεως

Ως προς το ζήτημα της ουσιώδους ποσοτικής ή ποιοτικής επενδύσεως το Δικαστήριο της ΕΕ, έχει αποφανθεί ως εξής: 

  • Η έννοια της επένδυσης που συνδέεται με την απόκτηση του περιεχομένου μιας βάσης δεδομένων σημαίνει τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την αναζήτηση υφιστάμενων στοιχείων και τη συγκέντρωσή τους στην εν λόγω βάση, ενώ δεν περιλαμβάνει τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των στοιχείων που συναποτελούν το περιεχόμενο μιας βάσης δεδομένων. 
  • Η έννοια της επένδυσης που συνδέεται με τον έλεγχο του περιεχομένου της βάσης δεδομένων σημαίνει τα μέσα που χρησιμοποιούνται προκειμένου να εξασφαλισθεί η πιστότητα των πληροφοριών που περιέχονται στην εν λόγω βάση, για τον έλεγχο της ακρίβειας των αναζητουμένων στοιχείων, κατά τη δημιουργία της βάσεως αυτής, καθώς και κατά την περίοδο λειτουργίας της. 
  • Η έννοια της επένδυσης που συνδέεται με την παρουσίαση του περιεχομένου της βάσης δεδομένων αφορά τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να αποκτήσει η εν λόγω βάση τη λειτουργία επεξεργασίας των πληροφοριών, ήτοι τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη συστηματική ή μεθοδική διευθέτηση των στοιχείων που περιέχονται στη βάση αυτή καθώς και την οργάνωση της δυνατότητας ατομικής πρόσβασης στα στοιχεία αυτά.
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ & ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΧΡΗΣΤΗ ΒΑΣΗΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Οι ρυθμίσεις που αφορούν το δικαίωμα του δημιουργού βάσης δεδομένων, καθώς και το δικαίωμα ειδικής φύσης του κατασκευαστή βάσης δεδομένων δεν επιτρέπεται να θίγουν τις διατάξεις που διέπουν άλλα δικαιώματα, ιδίως:

  • το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας
  • τα συγγενικά δικαιώματα ή άλλα δικαιώματα ή υποχρεώσεις που υφίστανται επί των δεδομένων, των έργων ή άλλων στοιχείων ενσωματωμένων σε βάση δεδομένων, 
  • τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τα σήματα, τα σχέδια και υποδείγματα, 
  • την προστασία των εθνικών θησαυρών, πολιτιστικών αγαθών και αρχαίων έργων, 
  • το δίκαιο του ανταγωνισμού, το εμπορικό απόρρητο, 
  • την ασφάλεια, την εμπιστευτικότητα, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, 
  • το σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, καθώς και 
  • την πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα ή το ενοχικό δίκαιο.
Ειδικά για τον Κατασκευαστή Βάσης Δεδομένων

Ο κατασκευαστής βάσης δεδομένων που έχει τεθεί στη διάθεση του κοινού με οποιονδήποτε τρόπο δεν μπορεί να εμποδίσει το νόμιμο χρήστη της βάσης να εξάγει ή/και να επαναχρησιμοποιεί επουσιώδη μέρη του περιεχομένου της αξιολογούμενα ποιοτικά ή ποσοτικά για οποιονδήποτε σκοπό. Ειδικότερα:

Δικαιώματα Χρήστη

Ο νόμιμος χρήστης της βάσης δεδομένων που έχει τεθεί στη διάθεση του κοινού με οποιονδήποτε τρόπο μπορεί, χωρίς την άδεια του κατασκευαστή της βάσης δεδομένων, να εξάγει ή και/να επαναχρησιμοποιήσει ουσιώδες μέρος του περιεχομένου της:

  • όταν πρόκειται για εξαγωγή, για εκπαιδευτικούς ή ερευνητικούς σκοπούς, εφόσον αναφέρεται η πηγή και στο βαθμό που αυτό δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο μη εμπορικό σκοπό, 
  • όταν πρόκειται για εξαγωγή ή/και επαναχρησιμοποίηση για λόγους δημόσιας ασφάλειας ή για σκοπούς  διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας.

Το παραπάνω δικαίωμα των χρηστών ισχύει από την περάτωση της κατασκευής της βάσης δεδομένων και λήγει 15 έτη μετά την ημερομηνία περάτωσης, εκτός εαν η βάση δεδομένων τροποποιήθηκε ουσιαστικά, οπότε το σχετικό δικαίωμα ανανεώνεται για επιπλέον 15 έτη.

Περιορισμοί Χρήστη

Ο νόμιμος χρήστης βάσης δεδομένων που έχει τεθεί στη διάθεση του κοινού με οποιονδήποτε τρόπο δεν μπορεί

  • να εκτελεί πράξεις που έρχονται σε σύγκρουση με την κανονική εκμετάλλευση της βάσης αυτής ή θίγουν αδικαιολόγητα τα νόμιμα συμφέροντα του κατασκευαστή της, 
  • να προξενεί ζημία στους δικαιούχους του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων για τα έργα ή τις ερμηνείες ή εκτελέσεις που περιέχονται στην εν λόγω βάση δεδομένων.

Τέλος, συμφωνίες αντίθετες προς τις παραπάνω ρυθμίσεις, είναι άκυρες.

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗ ΒΑΣΕΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
Δημιουργός βάσης δεδομένων

Ο δημιουργός βάσης δεδομένων προστατεύεται με βάση το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, οι πνευματικοί δημιουργοί αποκτούν πάνω στο έργο τους πνευματική ιδιοκτησία που περιλαμβάνει:

  • Το δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου (“περιουσιακό δικαίωμα“) και
  • Το δικαίωμα προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (“ηθικό δικαίωμα“).

Ο δημιουργός βάσης δεδομένων έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπει ή να απαγορεύει:

  • Την προσωρινή ή διαρκή αναπαραγωγή της βάσης δεδομένων
  • Τη μετάφραση, προσαρμογή, διευθέτηση και οποιαδήποτε άλλη μετατροπή της
  • Οποιαδήποτε μορφή διανομής της βάσης δεδομένων στο κοινό
  • Οποιαδήποτε ανακοίνωση, επίδειξη ή παρουσίαση της βάσης δεδομένων στο κοινό
Κατασκευαστής βάσης δεδομένων

Ο κατασκευαστής βάσης δεδομένων προστατεύεται με ένα ειδικής φύσης (sui generis) δικαίωμα. Ο κατασκευαστής έχει το δικαίωμα να απαγορεύει:

  • την εξαγωγή ή/και επαναχρησιμοποίηση του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου της βάσης δεδομένων, εφόσον η απόκτηση, ο έλεγχος ή η παρουσίαση του περιεχομένου της βάσης δεδομένων καταδεικνύουν ουσιώδη ποιοτική ή ποσοτική επένδυση.
Διαφορές
Περιεχόμενο Προστασίας

Στον Δημιουργό προστατεύεται η πρωτοτυπία και η δημιουργικότητα στην επιλογή ή διευθέτηση του περιεχομένου, ενώ στον Κατασκευαστή προστατεύεται η επένδυση (οικονομική, χρονική, τεχνική) για τη δημιουργία της βάσης δεδομένων.

Νομική Υπόσταση

Ο Δημιουργός είναι πάντα φυσικό πρόσωπο ενώ ο Κατασκευαστής μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Φύση του Δικαιώματος

Ο Δημιουργός έχει πλήρη δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (περιουσιακό και ηθικό δικαίωμα), ενώ Κατασκευαστής έχει ειδικής φύσης δικαίωμα που αφορά κυρίως την προστασία της επένδυσής του.

Διάρκεια Προστασίας

Στον Δημιουργό η προστασία διαρκεί όπως και τα άλλα έργα πνευματικής ιδιοκτησίας, ενώ στον Κατασκευαστή το δικαίωμα λήγει 15 έτη μετά την ημερομηνία περάτωσης ή της πρώτης διάθεσης στο κοινό.

ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

Οι γενικές αστικές κυρώσεις που εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση προσβολής οιουδήποτε δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, εφαρμόζονται και στην περίπτωση προσβολής του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας του δημιουργού βάσης δεδομένων, καθώς και του δικαιώματος ειδικής φύσης του κατασκευαστή.

Περαιτέρω, ως προς τις ποινικές κυρώσεις προβλέπεται ποινή τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή, για κάθε περίπτωση που κάποιος, χωρίς δικαίωμα, προβαίνει σε προσωρινή ή διαρκή αναπαραγωγή της βάσης δεδομένων, καθώς και σε εξαγωγή ή/και επαναχρησιμοποίηση του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου της βάσης δεδομένων χωρίς άδεια του κατασκευαστή.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας του δημιουργού και του κατασκευαστή στις Βάσεις Δεδομένων.