Γνήσιες & Μη Γνήσιες Υποθέσεις Εκουσίας – Οι Εταιρικές Διαφορές

Γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται όσες ελλείπει, κατ’ αρχήν, το στοιχείο της αντιδικίας και έχουν ως αντικείμενο την δημοσίου δικαίου αξίωση του αιτούντος κατά της πολιτείας να προβεί στην επιδιωκόμενη διαπίστωση ή διάπλαση.

Αντίθετα, μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται οι γνήσιες ιδιωτικού δικαίου διαφορές, όπου εμφανίζεται κανονικά το στοιχείο της αντιδικίας, οι οποίες κατά παραπομπή του νόμου εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ.

Γνήσιες Υποθέσεις Εκούσιας Δικαιοδοσίας

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 και 753 KΠολΔ προκύπτει, ότι η έννοια του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ελαστικότητα της διαδικασίας, έχει άλλο περιεχόμενο από ό,τι έχει στο πεδίο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας

Τούτο, διότι στη διαδικασία αυτή δεν υφίσταται, κατά κανόνα, αντιδικία και για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν αντιδικούντα πρόσωπα, αλλά πρόσωπα που “ενδιαφέρονται” θετικώς ή αρνητικώς ως προς τη ρύθμιση που θα αποφασιστεί και που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.

Τα πρόσωπα αυτά αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου:
  1. με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας,
  2. με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστηρίου,
  3. με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης ,
  4. με την προσεπίκλησή τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο .

Έτσι, ο καθού η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη.

Ένδικα Μέσα

Επομένως, ως μη διάδικος, σε περίπτωση που η απόφαση είναι εκκλητή δεν έχει δικαίωμα έφεσης κατά της απόφασης που θα εκδοθεί, αλλά σε κάθε περίπτωση, αν η απόφαση αυτή προκαλεί σε αυτόν βλάβη ή εκθέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του, μπορεί να την τριτανακόψει (ΑΠ 429/2024).

Ούτε άλλωστε, ο από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ορισμός, κατά την κατάθεση της αίτησης, απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίησή της στον Εισαγγελέα και στους καθών για να ασκήσουν παρέμβαση ή να προστατεύσουν κατά άλλο, ενδεχομένως, τρόπο τα πιθανά συμφέροντα τους, συνιστά ή μπορεί να αναπληρώσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ.3 ΚΠολΔ κλήτευση, με διαταγή του αρμόδιου δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, ώστε να προσδίδει στον καθού η αίτηση ιδιότητα διαδίκου.

Δεδικασμένο

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 778 του ΚΠολΔ. “Αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατό να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 781“.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αναφερόμενη σε αυτή δεσμευτική ισχύς, εκδηλώνεται τόσο αρνητικά, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αίτησης, εκτός αν στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά, όσο και θετικά με την έννοια της δέσμευσης κάθε τρίτου προσώπου, ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, χωρίς η έναντι τρίτων δεσμευτική αυτής ισχύς να εμποδίζει όποιον δεν συμμετείχε στη διαδικασία, να προστατεύσει τυχόν προσβαλλόμενο δικαίωμά του, αν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, με την άσκηση τριτανακοπής.

Μη Γνήσιες Υποθέσεις Εκούσιας Δικαιοδοσίας

Οι μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, αφορούν κυρίως διαφορές διαπλαστικού χαρακτήρα, τις οποίες ο νομοθέτης για λόγους σκοπιμότητας υπάγει προς εκδίκαση στην εκούσια δικαιοδοσία, αντί της περισσότερο δύσκαμπτης διαδικασίας της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.

Είναι, δηλαδή, εκείνες όπου απαντάται το στοιχείο της διαφοράς και αν δεν είχαν από το νομοθέτη υπαχθεί στη διαδικασία αυτή, που προτιμήθηκε λόγω της ελαστικότητάς της, θα δικάζονταν με την κατ’ αντιδικία διαδικασία (ΑΠ 564/2021).

Στις μη γνήσιες υποθέσεις, ενδεικτικά, περιλαμβάνονται:

Διαμεσολάβηση

Τέλος, οι μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας υπάγονται σε διαμεσολάβηση, δεδομένου ότι εισάγουν ιδιωτικές διαφορές και τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους.

Έτσι, στις περιπτώσεις αυτές, ήτοι των μη γνήσιων υποθέσεων θα πρέπει για το παραδεκτό της συζήτησής τους να προσκομίζεται στο Δικαστήριο το προβλεπόμενο στην παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 4640/2019 έγγραφο ενημέρωσης.

Σε περίπτωση, πάντως, μη προσκομιδής του σχετικού ενημερωτικού εγγράφου γίνεται δεκτό ότι το Δικαστήριο μπορεί να καλέσει το διάδικο να το προσκομίσει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 227 ΚΠολΔ, ενώ η τυχόν μη έγκαιρη ενημέρωση του διαδίκου (ήτοι ενημέρωση μετά την κατάθεση της αγωγής) εκτιμάται ότι δεν συνεπάγεται δικονομικές συνέπειες, αφού ο νομοθέτης περιόρισε την εμβέλεια του απαραδέκτου αποκλειστικά στην περίπτωση της μη προσκομιδής του ενημερωτικού εγγράφου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.

Δικαίωμα Υψούν – Νομοθεσία, Πώληση, Κληρονομιά & Φορολογία

Δικαίωμα υψούν είναι η πρόβλεψη του δικαιώματος της επέκτασης της οικοδομής προς τα άνω.

Μεταβίβαση του δικαιώματος υψούν είναι η μεταβίβαση της αέρινης στήλης του διαμερίσματος που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο δικαίωμα υψούν.

Ο Νόμος 3741/1929 Περί Οροφοκτησίας

Ειδικότερα, από τη διάταξη του ο άρθρου 8 § 1 του ν. 3741/1929 “περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους“ προκύπτει ότι το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής, είτε προς τα άνω με την προσθήκη νέων ορόφων (“δικαίωμα υψούν”), είτε προς τα κάτω με την ανόρυξη υπογείου ή προς τα πλάγια με την ανέγερση νέας πτέρυγας, ανήκει από κοινού σε όλους τους συνιδιοκτήτες του εδάφους.

Το συγκεκριμένο δικαίωμα επεκτάσεως, δεν έχει βέβαια το χαρακτήρα εμπραγμάτου δικαιώματος αλλά απλώς εξουσία προς κατάκτηση στο μέλλον και εκμετάλλευση του σκοπούμενου χώρου και μελλοντική κτήση του αντίστοιχου εμπράγματου δικαιώματος.

Τον προς ανοικοδόμηση απλώς προοριζόμενο χώρο ο νόμος δεν χαρακτηρίζει ως αντικείμενο ιδιοκτησίας, αλλά ως αγαθό εκμεταλλεύσιμο με την άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως, το οποίο παρέχεται ως συνέπεια των εξουσιών, που απορρέουν από το δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας που υφίσταται επί του εδάφους.

Δηλαδή, επί οριζόντιας ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, η οποία αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.

Και είναι μεν δυνατόν να συμφωνηθεί, με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, ότι το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής θα ανήκει σε ορισμένους ή και σε ένα μόνο από τους περισσότερους συνιδιοκτήτες του εδάφους, πλην όμως και στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα της επεκτάσεως εμφανίζεται ως συνέπεια, του υφιστάμενου δικαιώματος συνιδιοκτησίας επί του εδάφους.

Δηλαδή το δικαίωμα υψούν είναι παρεπόμενο του δικαιώματος της συνιδιοκτησίας, άλλως είναι εξουσία που εμπεριέχεται στο δικαίωμα της συνιδιοκτησίας, το οποίο έχει ο δικαιούχος επί του εδάφους (ΕφΠειρ 222/2024).

Έτσι, το δικαίωμα υψούν δεν νοείται, ως δικαίωμα κυριότητας αλλά ως εξουσία όλων των συνδιοκτητών ή μερικών εξ αυτών κατά τη συμφωνία των μερών, απορρέουσα από το δικαίωμα της κυριότητας ή συγκυριότητας τους στο έδαφος της υφιστάμενης οικοδομής.

Μετά την ανέγερσή του, ο νέος όροφος περιέρχεται στον δικαιούχο της επεκτάσεως, κατ’ αποκλειστική κυριότητα νομή και κατοχή και με το ανάλογο ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής.

Εωσότου κατασκευασθεί ο νέος όροφος, το ως άνω “ηλιακό δώμα” (ταράτσα), ανήκει κατά συγκυριότητα και χρήση σε όλους από κοινού τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων.

Σε καμία περίπτωση το δικαίωμα υψούν δεν παρέχει στον δικαιούχο την εξουσία αποκλειστικής χρήσεως του ακαλύπτου δώματος, προ της σκεπάσεως του ακαλύπτου χώρου διά της υλοποιήσεως του μελλοντικού ορόφου.

Δηλαδή, στην οριζόντια ιδιοκτησία που συνιστάται με αυτόν τον τρόπο, ο οροφοκτήτης αποκτά αφενός δικαίωμα προσδοκίας πλήρους κυριότητας επί του μελλοντικού ορόφου, το οποίο τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τούτου, και αφετέρου, αυτοδικαίως, δικαίωμα αναγκαστικής συγκυριότητας, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα κοινά μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το έδαφος, οι αυλές και η στέγη (δώμα – ταράτσα), κλπ.

Αυθαιρεσίες, Νομιμοποίηση και Τακτοποίηση

Η άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως της οικοδομής καθ’ ύψος προϋποθέτει την τήρηση των σχετικών διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας.

Επομένως, για να είναι νόμιμη η άσκηση του δικαιώματος υψούν από το συνιδιοκτήτη του ενιαίου οικοπέδου, στον οποίο χορηγήθηκε με την κοινή συμφωνία όλων των λοιπών συνιδιοκτητών διά της συστατικής πράξεως που έχει μεταγραφεί, και αυτός να καταστεί αποκλειστικά κύριος του νέου κτίσματος άνωθεν του δώματος, πρέπει η κατασκευή αυτού να γίνει με την τήρηση των πολεοδομικών διατάξεων.

Τούτο διότι, σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή η προσθήκη του κτίσματος γίνει αυθαιρέτως κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων, ο φορέας του άνω δικαιώματος δεν αποκτά αποκλειστική επ’ αυτού κυριότητα και οι λοιποί συνιδιοκτήτες εξακολουθούν να έχουν το δικαίωμα της αναγκαστικής συγκυριότητας, συγκατοχής και συγχρήσεως όλου του (κοινοχρήστου) χώρου του δώματος.

Ωστόσο, αν με νεότερη νομοθετική ρύθμιση παρασχεθεί η δυνατότητα νομιμοποιήσεως του αυθαιρέτου κτίσματος και ο έχων ανεγείρει τούτο τηρήσει τις προβλεπόμενες από τη ρύθμιση αυτή προϋποθέσεις νομιμοποιήσεως, τότε η άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως καθ’ ύψος της οικοδομής από τον δικαιούχο είναι επιτρεπτή, αφού το ανεγερθέν κτίσμα απέβαλε το χαρακτήρα του αυθαιρέτου και κατέστη νόμιμο (ΑΠ 220/2013).

Κατά συνέπεια, μόνο μετά τη νομιμοποίηση του αυθαιρέτου κτίσματος, ο έχων το δικαίωμα επεκτάσεως καθ’ ύψος της οικοδομής αποκτά αποκλειστική κυριότητα επί του κτίσματος και του υπ’ αυτού καταλαμβανομένου χώρου του δώματος.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ
Φόρος Μεταβίβασης

Με την 1079551/105/Γ0013/1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, όπως ισχύει, ορίσθηκε ο τύπος και το περιεχόμενο των φύλλων υπολογισμού φορολογητέας αξίας ακινήτων.

Σύμφωνα την παραπάνω απόφαση (σε συνδυασμό με την 1067780/82/Γ0013/1994), ο φόρος μεταβίβασης του δικαιώματος υψούν υπολογίζεται κατά τρόπον ανάλογο προς την αξία υπολειπομένου ποσοστού οικοπέδου, βάσει του Φύλλου Υπολογισμού Αξίας Ακινήτου – Οικόπεδο.

Οι εν λόγω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας του δικαιώματος υψούν, βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων, δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα, κατά πάγια νομολογία του ΣτΕ, εφόσον η φορολογούμενη ύλη δεν είναι πλασματική, αλλά πραγματική. Τούτο δε ενόψει του ότι οι διατάξεις αυτές δεν θεσπίζουν αμάχητο τεκμήριο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας του δικαιώματος υψούν (ΣτΕ 315-6/2023 7μ.).

Φόρος Κληρονομιάς

Σύμφωνα με την πρόσφατη 1045/2024 Απόφαση του ΣτΕ, το δικαίωμα υψούν διαφέρει από το δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί ενός αδόμητου οικοπέδου.

Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, τ οδικαίωμα υψούν δεν αντιστοιχεί σε δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του δώματος, αλλά μόνον σε ποσοστό της αναλογίας (του δώματος) επί του οικοπέδου και σε απλό δικαίωμα προσδοκίας ως προς τους τυχόν ανεγερθησομένους ορόφους, η κατασκευή, μάλιστα, των οποίων εξαρτάται από τα νομικά και πραγματικά δεδομένα του υφισταμένου κτιρίου.

Επομένως, τα εν λόγω ειδικά χαρακτηριστικά του δικαιώματος υψούν πρέπει να συνυπολογίζονται, κατά τον καθορισμό της φορολογητέας αξίας του, σε περίπτωση μεταβιβάσεως του δικαιώματος αιτία θανάτου.

Τούτο, δε, προκειμένου να αποτυπώνεται η πραγματική αξία του κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας.

Δηλαδή, η φορολογητέα αξία του δικαιώματος υψούν πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματική, κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αύξηση της φοροδοτικής ικανότητας του κληρονόμου και όχι σε ενδεχόμενη αύξηση αυτής, υπό προϋποθέσεις οι οποίες ενδέχεται να διαμορφωθούν σε μελλοντικό χρονικό διάστημα.

Ενόψει των ανωτέρω, σε περίπτωση μεταβιβάσεως αιτία θανάτου πρέπει (μεταξύ άλλων) να λαμβάνονται υπόψη, για τον υπολογισμό της φορολογητέας αξίας του εν λόγω ιδιαίτερου δικαιώματος, τα αντιστοιχούντα χιλιοστά αναγκαστικής συνιδιοκτησίας επί του εδάφους, όπως προσδιορίζονται στην υφιστάμενη, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Τούτο ισχύει ακόμη και όταν η σχετική αναγραφή δεν αντιστοιχεί στην αναλογία μεταξύ του εμβαδού των προβλεπομένων ορόφων και της εκτάσεως του οικοπέδου (ανακρίβεια η οποία, λόγω της φύσεως του δικαιώματος υψούν ως δικαιώματος προσδοκίας, δεν συνιστά, πάντως, πλημμέλεια της πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας).

Δηλαδή, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη, για τον καθορισμό της φορολογητέας αξίας του δικαιώματος υψούν, τα χιλιοστά αναγκαστικής συνιδιοκτησίας όπως αυτά ενδέχεται να προσδιορισθούν μεταγενέστερα (προς αποκατάσταση της ανακρίβειας / πραγματικής αναλογίας, η οποία θα προκύψει), είτε με νέα πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας κατόπιν συμφωνίας των συνιδιοκτητών είτε, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους, με δικαστική απόφαση.

Περαιτέρω, το δικαίωμα της επεκτάσεως της οικοδομής προς τα άνω, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του εδάφους, δύναται να αφορά και σε περισσότερους ορόφους μέχρι του επιτρεπομένου από τον Γ.Ο.Κ. και από τους ειδικούς νόμους ύψους και αναλόγως προς τη στατική κατάσταση της υφιστάμενης οικοδομής,

Επομένως, κατά τον ανωτέρω υπολογισμό της πραγματικής / φορολογητέας αξίας του εν λόγω δικαιώματος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον οι ειδικές πολεοδομικές διατάξεις που τυχόν δεσμεύουν το συγκεκριμένο ακίνητο (όπως προβλέπεται στο Φύλλο Υπολογισμού του Εντύπου 3), αλλά και οι λοιπές, ισχύουσες κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, διατάξεις (του Γ.Ο.Κ., του αντισεισμικού κανονισμού κ.ά.), εάν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δεν επιτρέπεται, ενόψει της καταστάσεως του υπάρχοντος κτίσματος, η ανέγερση των επιπλέον ορόφων σε αυτό (π.χ. διότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, το υφιστάμενο κτίσμα δεν πληροί τις προβλεπόμενες από τις εν λόγω διατάξεις προϋποθέσεις στατικής επάρκειας που επιτρέπουν την ανέγερση επιπλέον ορόφων).

Διαδικασία Αμφισβήτησης Φόρου

Σε περίπτωση μεταβιβάσεως αιτία θανάτου του δικαιώματος υψούν, ο υπόχρεος σε φόρο αναγράφει στην οικεία φορολογική δήλωση την αντικειμενικώς προσδιοριζόμενη, βάσει του άρθρου 10 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, αξία του δικαιώματος υψούν, σύμφωνα με το Φύλλο Υπολογισμού Αξίας Ακινήτου – Οικόπεδο (Έντυπο 3).

Εάν, όμως, θεωρεί την προκαθορισμένη αξία μεγαλύτερη από την αγοραία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας με βάση τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 10 της ενότητας Β του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών.

Σημειώνεται ότι, με την προσφυγή αυτή, ο φορολογούμενος δεν αρκεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της κανονιστικής ρυθμίσεως, αλλά πρέπει να προβάλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς ότι η εφαρμοσθείσα κανονιστική ρύθμιση οδηγεί σε καθορισμό αξίας του κληρονομιαίου δικαιώματος που είναι (ουσιωδώς) μεγαλύτερη από την πραγματική αγοραία αξία του, συνοδευόμενους και από έγγραφα, πρόσφορα στοιχεία για την τεκμηρίωσή του, καθώς και να διατυπώσει συγκεκριμένο αίτημα ως προς το ύψος στο οποίο πρέπει να καθορισθεί η εν λόγω αγοραία αξία.

Τους ισχυρισμούς αυτούς πρέπει να εξετάσει, κατ’ αρχάς, η αρμόδια για την ενδικοφανή προσφυγή διοικητική αρχή, αφού, μεταξύ άλλων, ακούσει και τις απόψεις της φορολογικής αρχής.

Τέλος, εάν η ενδικοφανής προσφυγή απορριφθεί ρητώς ή σιωπηρώς με την πάροδο της νόμιμης προς απόφανση προθεσμίας, το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο πρέπει να καθορίσει τελικώς τη φορολογητέα αξία για την επιβολή του φόρου κληρονομίας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το δικαίωμα υψούν.

Εξάλειψη Και Διαγραφή Υποθήκης – Λόγοι Και Διαδικασία

Η εξάλειψη είναι η διαγραφή της υποθήκης από το βιβλίο υποθηκών, η οποία γίνεται με πράξη του υποθηκοφύλακα.

Ειδικότερα, η υποθήκη, όπως και το ενέχυρο, είναι δικαίωμα παρεπόμενο, καθώς υπάρχει υπέρ ορισμένης έγκυρης απαιτήσεως. Η εξασφάλιση της απαιτήσεως, δηλαδή, αποτελεί την αιτία για την κτήση του δικαιώματος.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 1281 ΑΚ, η υποθήκη είναι δικαίωμα αδιαίρετο, δηλαδή αποκτάται σε ολόκληρο το ακίνητο ή και σε ιδανική μερίδα του, ακόμη και αν η απαίτηση που ασφαλίζει είναι διαιρετή.

Επομένως, για να επιφέρει η απόσβεση της απαιτήσεως και την απόσβεση της υποθήκης (και, συνακολούθως, να στηρίξει αγωγή περί εξαλείψεως), απαιτείται η απόσβεση να είναι ολοσχερής, διότι εάν απέμεινε έστω και μικρό υπόλοιπο χρέους, η υποθήκη δεν αποσβένυται, λόγω ακριβώς του αδιαιρέτου χαρακτήρα αυτής.

Περαιτέρω, είναι δυνατή η σύσταση υποθήκης στην ψιλή κυριότητα, σε οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, σε εξ αδιαιρέτου δικαίωμα συγκυριότητας, ακόμη και στο δικαίωμα υψούν.

Νομοθεσία

Κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1317 έως 1329) προκύπτει ότι  η απόσβεση της απαίτησης, με οποιονδήποτε τρόπο, επιφέρει και την απόσβεση της υποθήκης.

Απόσβεση της υποθήκης επέρχεται επίσης:

  1. με την ολοσχερή εξαφάνιση του ενυποθήκου κτήματος,
  2. με την παραίτηση του δανειστή,
  3. με τον πλειστηριασμό του ενυποθήκου κτήματος και την καταβολή του εκπλειστηριάσματος,
  4. με την παρέλευση της προθεσμίας με την οποία είχε παραχωρηθεί η υποθήκη.

Περαιτέρω, η παραίτηση από το δικαίωμα της υποθήκης γίνεται με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, ενώ με την παραγραφή της απαίτησης επέρχεται απόσβεση της υποθήκης. Επίσης, η υποθήκη αποσβήνεται όταν ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα της υποθήκης.,

Τέλος, οι υποθήκες που έχουν εγγραφεί, εξαλείφονται από το βιβλίο υποθηκών είτε με τη συναίνεση του δανειστή είτε με τελεσίδικη απόφαση, ενώ η συναίνεση του δανειστή για την εξάλειψη γίνεται με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση.

Εξάλλου, αν ο δανειστής δεν συναινεί στην εξάλειψη, αυτή τη διατάζει το δικαστήριο, ύστερα από αγωγή όποιου έχει έννομο συμφέρον. Το δικαστήριο διατάζει την εξάλειψη, αν η υποθήκη έχει αποσβεσθεί ή η εγγραφή της είναι άκυρη.

Η εγγραφή είναι άκυρη:

  • εάν από αυτή προκύπτει αβεβαιότητα για το πρόσωπο του δανειστή ή του οφειλέτη ή για το ενυπόθηκο ακίνητο ή για το ποσόν της ασφαλιζόμενης απαίτησης
  • εάν δεν έχει χρονολογία και
  • αν έγινε με βάση άκυρο τίτλο.
Ερμηνεία

Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι η εξάλειψη γίνεται από τον υποθηκοφύλακα είτε:

  • μετά από συναίνεση του δανειστή, είτε
  • με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Άλλοι τρόποι που να οδηγούν στην εξάλειψη της υποθήκης, δεν υπάρχουν.

Σημειώνεται ότι η συναίνεση του δανειστή για την εξάλειψη της υποθήκης δίνεται με μονομερή, μη απευθυντέα και μη ανακλητή δήλωση βουλήσεως, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου που προβλέπεται με ποινή ακυρότητος. Δηλαδή, δεν αρκεί απλώς δημόσιο ή εκτελεστό έγγραφο ούτε επίσης οι δικαστικές εκθέσεις για ομολογία ή συμβιβασμό.

Περαιτέρω, η συναίνεση για την εξάλειψη της υποθήκης δεν πρέπει να συγχέεται με την παραίτηση του δανειστή από το δικαίωμα της υποθήκης που προβλέπεται από το άρθρο 1318 ΑΚ, ως λόγος απόσβεσης της υποθήκης. Τούτο διότι η τελευταία συνιστά εκποιητική δικαιοπραξία εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου και, σε κάθε περίπτωση, υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου

Εξάλειψη Και Διαγραφή Υποθήκης

Εξάλλου, απαραίτητη προϋπόθεση για να επιληφθεί το δικαστήριο είναι η άρνηση της συναίνεσης του δανειστή για εξάλειψη της υποθήκης. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν υπάρχει άρνηση της συναίνεσης του δανειστή, δε γεννιέται το δικαίωμα του ενάγοντα να ζητήσει τη δικαστική διαταγή εξάλειψης της υποθήκης 

Σε περίπτωση άρνησης του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης, οι εγγεγραμμένες υποθήκες εξαλείφονται από τα βιβλία υποθηκών, κατόπιν τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, η οποία εκδίδεται. Η τελευταία εκδίδεται αφού ασκήσει σχετική αγωγή ο έχων προς τούτο έννομο συμφέρον, αν η υποθήκη έχει αποσβεσθεί (με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο απόσβεσης της απαίτησης) ή αν η εγγραφή της είναι άκυρη.

Επίσης, γίνεται δεκτό ότι η αγωγή που διώκει την εξάλειψη υποθήκης είναι ενοχική και υπάγεται στο κατά τις γενικές διατάξεις περί καθ’ ύλην αρμοδιότητας δικαστήριο, με βάση το ποσό της ασφαλιζόμενης απαίτησης (ΜΠρΑθ 227/2022).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 29 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, εκτός των άλλων και οι διαφορές που αφορούν σε εμπράγματα δικαιώματα επί του ακινήτου. Επομένως, για την εξάλειψη και διαγραφή υποθήκης, κατά τόπο αρμόδιο είναι το δικαστήριο εκείνο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, επί του οποίου έχει εγγραφεί η υποθήκη, της οποίας ζητείται η εξάλειψη, ανεξάρτητα από τον ενοχικό χαρακτήρα της σχετικής αγωγής. Και τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 973 ΑΚ, η υποθήκη είναι εμπράγματο δικαίωμα.

Τέλος, η αγωγή αυτή για την εξάλειψη υποθήκης δεν απαιτείται να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων, ούτε υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου βάσει του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν.Δ. 1544/1942, ενώ εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την εξάλειψη κα ιδιαγραφή υποθήκης.

Κριτήρια ESG – Νομικό Πλαίσιο Και Υποχρεώσεις Για Επιχειρήσεις

Τα κριτήρια ESG (“Environmental, Social, Governance” – “Περιβαλλοντικά, Κοινωνικά, Εταιρικής Διακυβέρνησης”) αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της επιχειρηματικής στρατηγικής και λειτουργίας, καθώς η βιώσιμη ανάπτυξη και η εταιρική υπευθυνότητα μετατρέπονται από προαιρετικές πρακτικές σε νομικές υποχρεώσεις. 

Ειδικότερα, η πρόσφατη ενσωμάτωση της Οδηγίας CSRD στην ελληνική νομοθεσία με τον Ν. 5164/2024 σηματοδοτεί μια νέα εποχή για επιχειρήσεις και εταιρείες, καθώς αυτές καλούνται να προσαρμοστούν σε αυστηρότερες απαιτήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας σχετικά με τις επιδόσεις τους σε θέματα βιωσιμότητας. 

Επιπλέον, το νέο νομικό πλαίσιο δεν αφορά μόνο τις μεγάλες εισηγμένες εταιρείες, αλλά σταδιακά επεκτείνεται και σε μικρότερες επιχειρήσεις, διαμορφώνοντας ένα νέο τοπίο στο επιχειρείν.

Περαιτέρω, η συμμόρφωση με το νέο νομικό πλαίσιο παρουσιάζει σημαντικές προκλήσεις για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες, λόγω της πολυπλοκότητας του κανονιστικού πλαισίου, της έλλειψης εξειδικευμένης γνώσης και πόρων, καθώς και του κόστους συμμόρφωσης. 

Ωστόσο, παρέχει επίσης σημαντικές ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις που υιοθετούν έγκαιρα και αποτελεσματικά τις απαιτήσεις ESG, όπως βελτιωμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενίσχυση της φήμης και της εικόνας τους, προσέλκυση και διατήρηση ταλέντων, καινοτομία, αποδοτικότητα, και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ

Τα κριτήρια ESG αποτελούν ένα πλαίσιο αξιολόγησης των επιχειρήσεων με βάση τις επιδόσεις τους σε τρεις βασικούς πυλώνες: Περιβαλλοντικά, Κοινωνικά και Εταιρικής Διακυβέρνησης.

Περιβαλλοντικά κριτήρια (Environmental)

Αφορούν στην επίδραση της επιχείρησης στο φυσικό περιβάλλον και περιλαμβάνουν παράγοντες όπως οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η ενεργειακή απόδοση, η διαχείριση αποβλήτων, η προστασία της βιοποικιλότητας και η χρήση φυσικών πόρων.

Κοινωνικά κριτήρια (Social)

Αναφέρονται στις σχέσεις της επιχείρησης με τους εργαζομένους, τους προμηθευτές, τους πελάτες και τις κοινότητες στις οποίες δραστηριοποιείται. Περιλαμβάνουν θέματα όπως οι εργασιακές συνθήκες, η υγεία και ασφάλεια, η διαφορετικότητα και συμπερίληψη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η κοινωνική συνεισφορά.

Κριτήρια Εταιρικής Διακυβέρνησης (Governance)

Αφορούν στις πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης, όπως η δομή και σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, η διαφάνεια, η επιχειρηματική ηθική, η συμμόρφωση με τους κανονισμούς, οι πολιτικές αμοιβών και η προστασία των συμφερόντων των μετόχων.

Σημασία

Η σημασία των κριτηρίων ESG έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς επηρεάζουν πλέον καθοριστικά:

  • Την πρόσβαση σε χρηματοδότηση: Οι επενδυτές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ενσωματώνουν ολοένα και περισσότερο τα κριτήρια ESG στις επενδυτικές τους αποφάσεις, προσφέροντας ευνοϊκότερους όρους σε επιχειρήσεις με υψηλές επιδόσεις βιωσιμότητας.
  • Τη φήμη και την εικόνα της επιχείρησης: Οι καταναλωτές, οι εργαζόμενοι και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη δείχνουν αυξανόμενη προτίμηση σε εταιρείες που επιδεικνύουν υπεύθυνη συμπεριφορά σε περιβαλλοντικά, κοινωνικά και θέματα διακυβέρνησης. Σύμφωνα με πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα, το 83% των καταναλωτών πιστεύει ότι οι εταιρείες πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στη δημιουργία βέλτιστων πρακτικών ESG, ενώ το 76% δήλωσε ότι θα διέκοπτε τις σχέσεις του με οργανισμούς που αντιμετωπίζουν άσχημα τους εργαζόμενους, τις τοπικές κοινότητες ή το περιβάλλον.
  • Την ανταγωνιστικότητα και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα: Οι επιχειρήσεις που ενσωματώνουν τα κριτήρια ESG στη στρατηγική τους είναι καλύτερα προετοιμασμένες για την αντιμετώπιση μελλοντικών προκλήσεων και κινδύνων, όπως η κλιματική αλλαγή, οι κοινωνικές αναταραχές και οι αλλαγές στο κανονιστικό περιβάλλον.
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου κανονιστικού πλαισίου για τη βιωσιμότητα, με στόχο την επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία έως το 2050. 

Οι βασικοί πυλώνες του ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου για το ESG περιλαμβάνουν:

Οδηγία για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (CSRD)

Η Οδηγία για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (“Corporate Sustainability Reporting Directive” – CSRD) αποτελεί την αναθεώρηση και διεύρυνση της προηγούμενης Οδηγίας για τη Μη Χρηματοοικονομική Πληροφόρηση (“Non-Financial Reporting Directive” – NFRD). 

Η CSRD εισάγει αυστηρότερες απαιτήσεις για τη δημοσιοποίηση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών και επεκτείνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής, καλύπτοντας περισσότερες επιχειρήσεις.

Βασικά στοιχεία της CSRD:

  • Διευρυμένο πεδίο εφαρμογής: Καλύπτει όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις (εισηγμένες και μη) και τις εισηγμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις (με εξαίρεση τις πολύ μικρές).
  • Λεπτομερέστερες απαιτήσεις αναφοράς: Απαιτεί τη δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους και τις ευκαιρίες βιωσιμότητας, τις επιπτώσεις των δραστηριοτήτων της επιχείρησης στο περιβάλλον και την κοινωνία, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τα θέματα βιωσιμότητας επηρεάζουν την επιχειρηματική στρατηγική και τις επιδόσεις.
  • Υποχρεωτική εξωτερική διασφάλιση: Εισάγει την υποχρέωση εξωτερικής διασφάλισης των πληροφοριών βιωσιμότητας από ανεξάρτητους ελεγκτές.
  • Ψηφιακή μορφή αναφοράς: Απαιτεί την υποβολή των εκθέσεων βιωσιμότητας σε ηλεκτρονικό μορφότυπο iXBRL, διευκολύνοντας την πρόσβαση και την ανάλυση των πληροφοριών.
Κανονισμός Taxonomy

Ο Κανονισμός 2020/852 (“Taxonomy”) θεσπίζει ένα σύστημα ταξινόμησης για τον προσδιορισμό των περιβαλλοντικά βιώσιμων οικονομικών δραστηριοτήτων. Αποτελεί ένα βασικό εργαλείο για την καταπολέμηση του “greenwashing” (πρακτικές παραπλανητικής προβολής περιβαλλοντικής υπευθυνότητας) και την προώθηση της διαφάνειας στις επενδύσεις.

 Ο Κανονισμός Taxonomy καθορίζει έξι περιβαλλοντικούς στόχους: 

  1. Μετριασμός της κλιματικής αλλαγής.
  2. Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
  3. Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και θαλάσσιων πόρων.
  4. Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία.
  5. Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης.
  6. Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων.

Για να χαρακτηριστεί μια οικονομική δραστηριότητα ως περιβαλλοντικά βιώσιμη σύμφωνα με τον Κανονισμό Taxonomy, πρέπει να συμβάλλει ουσιαστικά σε έναν τουλάχιστον από τους παραπάνω στόχους, να μην επιφέρει σημαντική βλάβη σε κανέναν από τους υπόλοιπους και να συμμορφώνεται με ελάχιστες κοινωνικές διασφαλίσεις.

Κανονισμός Γνωστοποιήσεων Αειφορίας (SFDR)

Ο Κανονισμός για τις Γνωστοποιήσεις Αειφορίας στον Τομέα των Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών (Sustainable Finance Disclosure Regulation – SFDR) τέθηκε σε ισχύ το 2021. Στοχεύει στην αύξηση της διαφάνειας σχετικά με τους κινδύνους βιωσιμότητας και τις αρνητικές επιπτώσεις στη βιωσιμότητα στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Ο SFDR απαιτεί από τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους να γνωστοποιούν: 

  • Πώς ενσωματώνουν τους κινδύνους βιωσιμότητας στις επενδυτικές τους αποφάσεις και συμβουλές,
  • Τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων στους παράγοντες βιωσιμότητας,
  • Πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας των χρηματοπιστωτικών προϊόντων.
Πακέτο “Omnibus”

Το πακέτο “Omnibus” αποτελεί μια πρόσφατη πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που στοχεύει στη συγχώνευση και απλοποίηση των κανονιστικών ρυθμίσεων για τη βιωσιμότητα.. 

Η πρωτοβουλία αυτή προέκυψε ως απάντηση στις ανησυχίες σχετικά με την πολυπλοκότητα και το διοικητικό βάρος που επιφέρει το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Βασικά στοιχεία του πακέτου “Omnibus” περιλαμβάνουν: 

  • Μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων που υποχρεούνται να υποβάλλουν εκθέσεις βιωσιμότητας,
  • Περιορισμό των ευθυνών στην εφοδιαστική αλυσίδα,
  • Δυνατότητα για εθελοντική υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από επιχειρήσεις που δεν εμπίπτουν στις υποχρεωτικές κατηγορίες.

Μια σημαντική πρόσφατη εξέλιξη είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 3 Απριλίου 2025 για παράταση της εφαρμογής της CSRD κατά δύο έτη για τις εταιρείες που θα είχαν απαίτηση δημοσίευσης από το επόμενο έτος. 

Η απόφαση αυτή αποσκοπεί στο να δώσει περισσότερο χρόνο στις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις.

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει προχωρήσει στην ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών οδηγιών για τη βιωσιμότητα στην εσωτερική έννομη τάξη. Η πιο πρόσφατη και σημαντική εξέλιξη είναι η ψήφιση του Νόμου 5164/2024, ο οποίος ενσωματώνει την Οδηγία CSRD στην ελληνική νομοθεσία και το εθνικό δίκαιο.

Νόμος 5164/2024 – Ενσωμάτωση Της Οδηγίας CSRD

Ο Νόμος 5164/2024 θεσπίζει την υποχρέωση κατάρτισης και δημοσίευσης Έκθεσης Βιωσιμότητας για τις επιχειρήσεις που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια.

Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει δείκτες ESG (Περιβαλλοντικούς, Κοινωνικούς και Διακυβέρνησης) που ορίζονται από το Ευρωπαϊκό Πρότυπο Υποβολής Εκθέσεων Βιωσιμότητας (ESRS).

Ο νόμος προβλέπει τη σταδιακή εφαρμογή της υποχρέωσης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, ανάλογα με την κατηγορία και τα χαρακτηριστικά της εκάστοτε επιχείρησης.

Υπόχρεες Εταιρείες Και Επιχειρήσεις 
Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2024

Η υποχρέωση εφαρμόζεται σε μεγάλες επιχειρήσεις ή μητρικές επιχειρήσεις μεγάλου ομίλου, οι οποίες είναι οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος και κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους υπερβαίνουν τον μέσο όρο των 500 εργαζομένων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους.

Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2025

Εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις ή μητρικές επιχειρήσεις μεγάλου ομίλου, οι οποίες κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους πληρούν τουλάχιστον δύο από τα τρία αναθεωρημένα κριτήρια του άρθρου 2 του Ν. 4308/2014, δηλαδή

  • Σύνολο ενεργητικού 25.000.000 ευρώ 
  • Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών 50.000.000 ευρώ 
  • Μέσος όρος απασχολουμένων 250 άτομα
Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2026

Η υποχρέωση επεκτείνεται σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, δηλαδή επιχειρήσεις και εταιρείες που πληρούν τουλάχιστον δύο από τα τρία παρακάτω κριτήρια:

  • Σύνολο ενεργητικού 5.000.000 ευρώ 
  • Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών 10.000.000 ευρώ 
  • Μέσος όρος απασχολουμένων 50 άτομα

Επιπλέον, περιλαμβάνονται ορισμένα μικρά και μη πολύπλοκα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, εφόσον πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2028

Η εφαρμογή επεκτείνεται σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών με ουσιώδη δραστηριότητα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το νομικό πλαίσιο ESG δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις που υπόκεινται άμεσα στις σχετικές υποχρεώσεις. 
Επηρεάζει έμμεσα και τις μικρότερες επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος της αλυσίδας του ελληνικού επιχειρείν, καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να απαιτούν πληροφορίες και συμμόρφωση με συγκεκριμένα πρότυπα βιωσιμότητας από τους προμηθευτές και συνεργάτες τους. 

Υπόχρεα Πρόσωπα Και Ευθύνη ΔΣ 

Σύμφωνα με τον Νόμο 5164/2024, το Διοικητικό Συμβούλιο (ή ο Σύμβουλος – Διαχειριστής)  φέρει την ευθύνη για την κατάρτιση και τη δημοσίευση της Έκθεσης Βιωσιμότητας με τον ίδιο βαθμό επιμέλειας και λογοδοσίας που απαιτείται για τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις, την Έκθεση Διαχείρισης και τη Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης.

Το Διοικητικό Συμβούλιο οφείλει να διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των προβλεπόμενων προτύπων υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. 

Επιπλέον, στην ετήσια οικονομική έκθεση πρέπει να περιλαμβάνεται δήλωση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, με την οποία να επιβεβαιώνεται ότι η Έκθεση Διαχείρισης έχει καταρτιστεί σύμφωνα με τα εκάστοτε εφαρμοστέα πρότυπα έκθεσης βιωσιμότητας.

Έκθεση Βιωσιμότητας

Η Έκθεση Βιωσιμότητας πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με:

  1. Το επιχειρηματικό μοντέλο και τη στρατηγική της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της ανθεκτικότητάς της σε κινδύνους που σχετίζονται με θέματα βιωσιμότητας.
  2. Τους στόχους βιωσιμότητας που έχει θέσει η επιχείρηση και την πρόοδο προς την επίτευξή τους.
  3. Τον ρόλο των διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών οργάνων σε σχέση με θέματα βιωσιμότητας.
  4. Τις πολιτικές που εφαρμόζει η επιχείρηση σε σχέση με θέματα βιωσιμότητας.
  5. Τη διαδικασία δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζεται για θέματα βιωσιμότητας.
  6. Τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις, πραγματικές και δυνητικές, που συνδέονται με τις δραστηριότητες της επιχείρησης.
  7. Τις ενέργειες που έχουν ληφθεί για την πρόληψη, τον μετριασμό ή την αποκατάσταση δυσμενών επιπτώσεων.
  8. Τους κύριους κινδύνους για την επιχείρηση που σχετίζονται με θέματα βιωσιμότητας και τον τρόπο διαχείρισής τους.
  9. Βασικούς δείκτες επίδοσης που σχετίζονται με τις παραπάνω πληροφορίες.

Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να παρουσιάζονται σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Υποβολής Εκθέσεων Βιωσιμότητας (ESRS), τα οποία καθορίζουν λεπτομερώς τους δείκτες και τις μεθοδολογίες μέτρησης για κάθε πτυχή του ESG.

Υποχρεώσεις Δημοσίευσης και Διαφάνειας

Οι υπόχρεες επιχειρήσεις πρέπει να συμμορφώνονται με τις παρακάτω υποχρεώσεις δημοσίευσης και διαφάνειας. Ειδικότερα:

Δημοσίευση στο Γ.Ε.ΜΗ.

Όπως προαναφέρθηκε, οι επιχειρήσεις οφείλουν να δημοσιεύουν στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο τα στοιχεία των προσώπων που έχουν οριστεί ως αρμόδια για τη διασφάλιση της υποβολής των εκθέσεων βιωσιμότητας, καθώς και τη γνώμη του ελεγκτή.των προσώπων που έχουν οριστεί ως αρμόδια για τη διασφάλιση της υποβολής των εκθέσεων βιωσιμότητας, καθώς και των σχετικών αλλαγών. Επίσης υποχρεούται να δημοσιεύουν τη γνώμη του ελεγκτή και το πλήρες κείμενο της έκθεσης ελέγχου επί της Έκθεσης Βιωσιμότητας, εντός 20 ημερών από την έγκρισή τους από τη Γενική Συνέλευση.

Ηλεκτρονικός μορφότυπος

Οι επιχειρήσεις που υπάγονται στην υποχρέωση κατάρτισης έκθεσης βιωσιμότητας πρέπει να συντάσσουν την Έκθεση Διαχείρισης σε ηλεκτρονικό μορφότυπο iXBRL, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3 του Κανονισμού 2019/815.

Ειδική αναφορά στη Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης

Στην ετήσια Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης (ΔΕΔ) πρέπει να περιλαμβάνεται ειδική αναφορά ότι η υποβολή της Έκθεσης Βιωσιμότητας ενσωματώνει όλες τις πληροφορίες που καταδεικνύουν τη συνεκτίμηση παραγόντων όπως η πολυμορφία και η διαφορετικότητα, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια ESG.

Διασφάλιση από ανεξάρτητο ελεγκτή

Η Έκθεση Βιωσιμότητας πρέπει να υπόκειται σε εξωτερική διασφάλιση από ανεξάρτητο ελεγκτή, ο οποίος εκφράζει γνώμη σχετικά με τη συμμόρφωση της έκθεσης με τις απαιτήσεις του νόμου και τα εφαρμοστέα πρότυπα.

Η μη συμμόρφωση με τις παραπάνω υποχρεώσεις μπορεί να επιφέρει κυρώσεις από τις ελεγκτικές αρχές.

ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Το νομικό πλαίσιο για τα κριτήρια ESG είναι πολύπλοκο και συνεχώς εξελισσόμενο, γεγονός που δυσχεραίνει την κατανόηση και την εφαρμογή του από τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες.

Επιπλέον, πολλές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα οι μικρότερες, δεν διαθέτουν την απαραίτητη εξειδικευμένη γνώση και τους πόρους για την αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτήσεων ESG.

Ταυτοχρονα, η συλλογή, επεξεργασία και αναφορά των απαιτούμενων δεδομένων ESG αποτελεί μια σημαντική πρόκληση, ιδιαίτερα για επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν προηγούμενη εμπειρία σε αυτόν τον τομέα.

Τέλος, η συμμόρφωση με τα κριτήρια ESG συνεπάγεται σημαντικό κόστος, τόσο για την ανάπτυξη των απαραίτητων συστημάτων και διαδικασιών όσο και για την εξωτερική διασφάλιση των εκθέσεων βιωσιμότητας.

Για τους παραπάνω λόγους οι επιχειρήσεις θα πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα την προετοιμασία τους για τη συμμόρφωση με τα κριτήρια ESG, ακόμη και αν δεν εμπίπτουν σήμερα στις υποχρεωτικές κατηγορίες.

Η επένδυση στην ανάπτυξη εξειδικευμένης γνώσης και συστημάτων/διαδικασιών για την αποτελεσματική συλλογή, επεξεργασία και αναφορά των απαιτούμενων δεδομένων ESG, είναι κρίσιμη για την αποτελεσματική συμμόρφωση.

Περαιτέρω, η συνεργασία με εξειδικευμένους συμβούλους σε θέματα ESG μπορεί να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να κατανοήσουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τις απαιτήσεις του νομικού πλαισίου.

Ο σκοπός των ρυθμίσεων είναι, αντί να αντιμετωπίζονται τα κριτήρια ESG ως μια πρόσθετη κανονιστική υποχρέωση,να ενσωματωθούν από εταιρείες και επιχειρήσεις  στην επιχειρηματική τους στρατηγική.

Με τον τρόπο αυτό, οι επιχειρήσεις μπορούν να αποκτήσουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα με βελτιωμένη, μεταξύ άλλων, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενίσχυση της φήμης και της εικόνας τους, αλλά και καινοτομία και αποδοτικότητα, μέσω της ανάπτυξης νέων προϊόντων και υπηρεσιών, της βελτιστοποίησης των διαδικασιών και της μείωσης του κόστους.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά τις υποχρεώσεις της επιχείρησής σας στο πλαίσιο του νέου νομικού πλαισίου ESG και να σας υποστηρίξουμε στην αποτελεσματική συμμόρφωση με αυτές.

Σύμβαση SaaS με Πάροχο: Τι Ελέγχει η Επιχείρηση

Σύμβαση SaaS: Ποιους Όρους Διαπραγματεύεται η Επιχείρηση Πριν Υπογράψει

Περιληπτικά:

  • Η σύμβαση SaaS δεσμεύει την επιχείρηση όπως ακριβώς υπογράφεται. Στις αμιγώς επιχειρηματικές συναλλαγές η προστασία καταναλωτή δεν εφαρμόζεται και η διαπραγμάτευση πριν την υπογραφή αποτελεί το μόνο ουσιαστικό εργαλείο προστασίας.
  • Τα σημεία που κρίνουν τη σύμβαση: επίπεδα εξυπηρέτησης (SLA) με αυτόματες συνέπειες, όροι εξόδου και μεταφοράς δεδομένων, επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, όρια ευθύνης του παρόχου, διάρκεια και καταγγελία.
  • Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2854 (Data Act) εφαρμόζεται από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025 και μετατρέπει την αλλαγή παρόχου σε κανονιστικό δικαίωμα του πελάτη. Οι χρεώσεις αλλαγής καταργούνται πλήρως από τις 12 Ιανουαρίου 2027.
  • Οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης ισχύουν για ελαφρά αμέλεια, είναι όμως άκυρες κατά το μέρος που καλύπτουν δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρο 332 ΑΚ).
  • Όταν η υπηρεσία επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα, η σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 GDPR είναι υποχρεωτική και όχι προαιρετική.

Πότε αρκούν οι τυποποιημένοι όροι του παρόχου και πότε απαιτείται διαπραγμάτευση;

Οι τυποποιημένοι όροι του παρόχου αρκούν όταν η υπηρεσία έχει χαμηλή κρισιμότητα, δηλαδή όταν δεν φιλοξενεί παραγωγικά ή προσωπικά δεδομένα, αντικαθίσταται εύκολα και το κόστος της παραμένει περιορισμένο. Η διαπραγμάτευση γίνεται αναγκαία όταν η επιχείρηση αναθέτει στον πάροχο κρίσιμη λειτουργία ή δεδομένα πελατών, όταν ο κλάδος της υπόκειται σε κανονιστικές απαιτήσεις και όταν το κόστος μετάβασης σε άλλη λύση είναι υψηλό.

Η σύμβαση SaaS, δηλαδή το λογισμικό ως υπηρεσία (SaaS – Software as a Service), συνιστά τη συμφωνία με την οποία ο πάροχος παρέχει πρόσβαση σε λογισμικό και συναφείς υπηρεσίες μέσω διαδικτύου, έναντι περιοδικής αμοιβής. Το λογισμικό και τα δεδομένα φιλοξενούνται σε υποδομές που ελέγχει ο πάροχος και ο πελάτης αποκτά πρόσβαση χωρίς τοπική εγκατάσταση.

Νομικά πρόκειται για σύνθετη ή μεικτή σύμβαση, καθώς συνδυάζει στοιχεία σύμβασης έργου και παροχής υπηρεσιών (φιλοξενία, τεχνική υποστήριξη, επεξεργασία δεδομένων κλπ) με στοιχεία παραχώρησης άδειας χρήσης λογισμικού. Η σημασία της μεικτής φύσης έγκειται στο ότι, σε κάθε επιμέρους ζήτημα, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του αντίστοιχου συμβατικού τύπου και, επομένως, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός κάθε παροχής καθορίζει τα δικαιώματα των μερών σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης.

Καθοριστικό στοιχείο για τη στρατηγική της επιχείρησης είναι το γεγονός ότι η έννοια του καταναλωτή καλύπτει μόνο φυσικά πρόσωπα που ενεργούν εκτός της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας (άρθρο 1α του Ν. 2251/1994). Η επιχείρηση που προμηθεύεται SaaS μένει εκτός αυτής της προστασίας. Ο δικαστικός έλεγχος των τυποποιημένων όρων στηρίζεται στις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και όχι στην καταναλωτική νομοθεσία, με συνέπεια ό,τι υπογράφεται να δεσμεύει, ακόμα και αν είναι καταχρηστικό κατά το δίκαιο του καταναλωτή.

SaaS ή άδεια χρήσης λογισμικού: ποιο μοντέλο εξυπηρετεί την επιχείρηση;

Η επιλογή κρίνεται από τρία κριτήρια:

  • ποιος ελέγχει τα δεδομένα,
  • ποιες κανονιστικές απαιτήσεις βαρύνουν τον κλάδο και
  • πώς κατανέμεται το κόστος στον χρόνο.

Το SaaS προσφέρει χαμηλό αρχικό κόστος και ευελιξία με αντάλλαγμα την εξάρτηση από τον πάροχο. Η άδεια χρήσης λογισμικού με τοπική εγκατάσταση διατηρεί τον έλεγχο εντός της επιχείρησης με υψηλότερη πάγια επένδυση.

ΚριτήριοΣύμβαση SaaSΆδεια χρήσης (on-premise)
Παράδοση λογισμικούΥπηρεσία μέσω διαδικτύου, χωρίς τοπική εγκατάστασηΤοπική εγκατάσταση και εκτέλεση στις υποδομές του χρήστη
Έλεγχος δεδομένωνΑποθήκευση στους διακομιστές του παρόχου. Η ασφάλεια και η συμμόρφωση βαρύνουν κυρίως τον πάροχοΠλήρης έλεγχος από την επιχείρηση, η οποία φέρει και την ευθύνη ασφάλειας
Υποστήριξη και ενημερώσειςΠεριλαμβάνονται στην υπηρεσίαΞεχωριστές υπηρεσίες με πρόσθετο κόστος
Ευελιξία κλιμάκωσηςΠροσθαφαίρεση χρηστών και λειτουργιών κατά τις ανάγκεςΠρόσθετες άδειες και πιθανές αναβαθμίσεις εξοπλισμού
Εξάρτηση από τον πάροχοΥψηλή (vendor lock-in), μετριάζεται πλέον από τον Data ActΠεριορισμένη, τα δεδομένα παραμένουν τοπικά
ΔιαθεσιμότηταΕξαρτάται από τον πάροχο και τη σύνδεση, απαιτείται SLAΕξαρτάται από την υποδομή της επιχείρησης

Το SaaS επιλέγεται κατά κανόνα όταν προέχουν η ταχύτητα ανάπτυξης και το προβλέψιμο λειτουργικό κόστος. Η εγκατεστημένη άδεια προτιμάται όταν κανονιστικές απαιτήσεις επιβάλλουν φυσικό έλεγχο των δεδομένων ή όταν το λογισμικό συνδέεται με κρίσιμα εσωτερικά συστήματα.

Η σύμβαση SaaS διαφέρει εξάλλου από τις συμβάσεις API licensing, καθώς η πρώτη αφορά παροχή υπηρεσίας, ενώ η δεύτερη συνιστά άδεια εκμετάλλευσης τεχνολογικού πόρου με διαφορετικούς κανόνες δικαίου.

Ποιους όρους SLA πρέπει να διαπραγματευτεί η επιχείρηση;

Η συμφωνία επιπέδου υπηρεσιών (SLA – Service Level Agreement) προσδιορίζει την εγγυημένη διαθεσιμότητα, τους χρόνους απόκρισης και την ποιότητα της τεχνικής υποστήριξης. Χωρίς αυτόματες συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης, το SLA μένει απλά διακηρυκτικό. Η επιχείρηση πρέπει να διαπραγματεύεται μετρήσιμα όρια και κυρώσεις που ενεργοποιούνται χωρίς προσφυγή στα δικαστήρια.

Η εγγυημένη διαθεσιμότητα (uptime) εκφράζεται σε ποσοστό και η διαφορά των δεκαδικών έχει ουσία. Παράδειγμα: το 99,9% σε ετήσια βάση επιτρέπει έως 8,8 ώρες διακοπής, ενώ το 99,5% έως 43,8 ώρες.

Κρίσιμα σημεία ελέγχου αποτελούν:

  • ο τρόπος μέτρησης και οι εξαιρέσεις, όπως η προγραμματισμένη συντήρηση,
  • οι χρόνοι απόκρισης ανά βαθμό σοβαρότητας του προβλήματος και
  • το ωράριο και τα κανάλια της τεχνικής υποστήριξης.

Η παραβίαση του SLA πρέπει να ενεργοποιεί προκαθορισμένες συνέπειες, όπως πιστώσεις υπηρεσίας (service credits), επιστροφή μέρους της αμοιβής, δωρεάν παράταση ή ποινικές ρήτρες. Η ποινική ρήτρα παρέχει το πλεονέκτημα της κατ’ αποκοπή αποζημίωσης χωρίς απόδειξη ζημίας, υπόκειται όμως σε δικαστική μείωση όταν είναι δυσανάλογα μεγάλη (άρθρο 409 ΑΚ).

Η εμπειρία από διαπραγματεύσεις συμβάσεων πληροφορικής δείχνει ότι οι πάροχοι αποδέχονται ευκολότερα κλιμακωτές πιστώσεις υπηρεσίας παρά ποινικές ρήτρες, οπότε η επιλογή του μηχανισμού κυρώσεων αποτελεί αντικείμενο στρατηγικής στάθμισης και διαπραγμάτευσης κατά περίπτωση.

Πώς αλλάζει ο Data Act τη διαπραγμάτευση για το vendor lock-in;

Από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025 ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2854 (Data Act – κανονισμός για τα δεδομένα) μετατρέπει την αλλαγή παρόχου υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων από διαπραγματευτικό αίτημα σε κανονιστική υποχρέωση. Το Κεφάλαιο VI επιβάλλει υποχρεωτικό συμβατικό περιεχόμενο για την έξοδο του πελάτη και προβλέπει την πλήρη κατάργηση των χρεώσεων αλλαγής από τις 12 Ιανουαρίου 2027.

Η εξάρτηση από τον πάροχο (vendor lock-in) αποτελούσε τον κεντρικό κίνδυνο του μοντέλου SaaS, καθώς τα δεδομένα φιλοξενούνται στις υποδομές του παρόχου και η μετάβαση σε άλλη λύση μπορούσε να αποδειχθεί τεχνικά ή οικονομικά απαγορευτική. Ο Data Act καλύπτει τις «υπηρεσίες επεξεργασίας δεδομένων», έννοια που περιλαμβάνει τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους σε όλα τα επίπεδα, μεταξύ των οποίων και το SaaS.

Το άρθρο 25 του Κανονισμού απαιτεί η σύμβαση να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:

  1. δικαίωμα του πελάτη να αλλάξει πάροχο ή να μεταφέρει τα εξαγώγιμα δεδομένα του σε δική του υποδομή, με μέγιστη μεταβατική περίοδο 30 ημερολογιακών ημερών μετά τη λήξη της περιόδου προειδοποίησης, κατά τη διάρκεια της οποίας ο πάροχος παρέχει εύλογη συνδρομή,
  2. ελάχιστη περίοδο ανάκτησης δεδομένων τουλάχιστον 30 ημερολογιακών ημερών μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και
  3. ρήτρα πλήρους διαγραφής των δεδομένων του πελάτη μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Κατά το άρθρο 29, έως τις 12 Ιανουαρίου 2027 επιτρέπονται μόνο μειωμένες χρεώσεις αλλαγής και έκτοτε καμία.

Για τον αγοραστή ο Κανονισμος σημαίνει ότι δεν ζητά πλέον το δικαίωμα εξόδου ως παραχώρηση, αλλά ελέγχει αν οι όροι του παρόχου έχουν προσαρμοστεί στον Κανονισμό. Η μετάφραση των γενικών απαιτήσεων σε λειτουργικές ρήτρες (ποια δεδομένα θεωρούνται εξαγώγιμα, σε ποιους μορφότυπους, με ποια συνδρομή και με ποιο κόστος έως το 2027) απαιτεί διατύπωση κατά περίπτωση και εκεί κρίνεται η πραγματική προστασία.

Ποιους όρους για δεδομένα, ασφάλεια και συμμόρφωση πρέπει να απαιτήσει η επιχείρηση;

Όταν η υπηρεσία επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα, η σύναψη σύμβασης επεξεργασίας κατά το άρθρο 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (GDPR) αποτελεί νομική υποχρέωση και η παράλειψή της συνιστά αυτοτελή παράβαση. Η επιχείρηση απαιτεί επιπλέον συγκεκριμένα μέτρα ασφάλειας, όρους για τους υπεργολάβους επεξεργασίας και δεσμεύσεις για την τοποθεσία των δεδομένων.

Σύμβαση επεξεργασίας δεδομένων (DPA)

Στο τυπικό σχήμα SaaS η επιχείρηση – πελάτης ενεργεί ως υπεύθυνος επεξεργασίας και ο πάροχος ως εκτελών την επεξεργασία. Η σύμβαση επεξεργασίας (DPA – Data Processing Agreement) κατά το άρθρο 28 παρ. 3 GDPR ορίζει το αντικείμενο, τη διάρκεια, τη φύση και τον σκοπό της επεξεργασίας, το είδος των δεδομένων και τις υποχρεώσεις του εκτελούντος.

Κρίσιμα σημεία ελέγχου είναι η προηγούμενη έγκριση ή ενημέρωση για τους υπεργολάβους, οι διαβιβάσεις εκτός Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και η συνδρομή του παρόχου σε περιστατικά παραβίασης δεδομένων.

Κυβερνοασφάλεια και NIS2

Ο Ν. 5160/2024 ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 (NIS2) και επιβάλλει στις βασικές και σημαντικές οντότητες μέτρα διαχείρισης κινδύνων που εκτείνονται στην ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού.

Με τον τρόπο αυτό, οι υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας της επιχείρησης μετακυλίονται συμβατικά στους παρόχους SaaS, περιλαμβάνοντας πιστοποιήσεις (ενδεικτικά ISO 27001), γνωστοποίηση περιστατικών σε καθορισμένο χρόνο και δικαιώματα ελέγχου. Σε ρυθμιζόμενους κλάδους, όπως ο χρηματοοικονομικός τομέας και η υγεία, προστίθενται τομεακές απαιτήσεις για την τοποθεσία αποθήκευσης των δεδομένων.

Πρόσθετοι όροι όταν το SaaS ενσωματώνει τεχνητή νοημοσύνη

Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 για την τεχνητή νοημοσύνη (AI Act) εφαρμόζεται σταδιακά, με τις υποχρεώσεις για τα συστήματα υψηλού κινδύνου να ισχύουν πλήρως από τις 2 Αυγούστου 2026.

Όταν η υπηρεσία SaaS ενσωματώνει λειτουργίες τεχνητής νοημοσύνης, η σύμβαση οφείλει να κατανέμει τους ρόλους του παρόχου και του φορέα εφαρμογής, τις αντίστοιχες κανονιστικές υποχρεώσεις και την ευθύνη για αποφάσεις που λαμβάνονται αυτοματοποιημένα. Για παρόχους διαμεσολαβητικών ψηφιακών υπηρεσιών ισχύουν παράλληλα οι υποχρεώσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 (DSA).

Πόσο ισχύουν οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης του παρόχου;

Οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης δεσμεύουν στο μέτρο που καλύπτουν ελαφρά αμέλεια. Κάθε εκ των προτέρων συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια είναι άκυρη κατά το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ. Η επιχείρηση διαπραγματεύεται το ανώτατο όριο ευθύνης και τις εξαιρέσεις του, γνωρίζοντας ότι ο νόμος θέτει το απώτατο πλαίσιο.

Οι τυποποιημένοι όροι των παρόχων ορίζουν ανώτατο όριο ευθύνης (liability cap), συνήθως ίσο με τις αμοιβές ορισμένων μηνών και αποκλείουν την αποθετική ζημία ή το διαφυγόν κέρδος. Οι ρήτρες αυτές παράγουν αποτελέσματα μόνο εντός των ορίων του νόμου. Κατά την ΑΠ 1223/2015, η διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 ΑΚ απειλεί ακυρότητα μόνο όταν η απαλλακτική ρήτρα αφορά αποκλεισμό ή περιορισμό της ευθύνης από δόλο ή βαριά αμέλεια, ενώ σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ η απαλλαγή για ελαφρά αμέλεια είναι επιτρεπτή.

Πρακτικά, αν η απώλεια δεδομένων οφείλεται σε βαριά αμέλεια του παρόχου, το συμβατικό όριο δεν τον προστατεύει, ανεξάρτητα από τη διατύπωσή του. Ο χαρακτηρισμός όμως της αμέλειας ως ελαφράς ή βαριάς κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και το βάρος απόδειξης φέρει ο ζημιωθείς πελάτης.

Η εμπειρία από διαφορές με παρόχους τεχνολογικών υπηρεσιών δείχνει ότι η έκβαση εξαρτάται από την τεκμηρίωση των οργανωτικών παραλείψεων του παρόχου και, επομένως, καθίσταται κρίσιμη η συμβατική πρόβλεψη για καταγραφή συμβάντων και η πρόσβαση του πελάτη σε αρχεία ελέγχου.

Ποιοι όροι εξόδου προστατεύουν την επιχείρηση στη λήξη ή την καταγγελία;

Η προστασία στην έξοδο στηρίζεται σε τέσσερις προβλέψεις:

  1. σαφή διάρκεια χωρίς αιφνιδιαστική αυτόματη ανανέωση,
  2. δικαίωμα καταγγελίας με εύλογη προθεσμία και για σπουδαίο λόγο,
  3. περίοδο ανάκτησης δεδομένων μετά τη λήξη και
  4. ρητή ρύθμιση της τύχης των δεδομένων.

Χωρίς αυτές, η λήξη της σύμβασης λειτουργεί ως μοχλός πίεσης υπέρ του παρόχου.

Η ρήτρα αυτόματης ανανέωσης (auto-renewal) δεσμεύει αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμη εναντίωση, οπότε η σύμβαση οφείλει να ορίζει ρητά την προθεσμία και τον τρόπο γνωστοποίησης. Ως διαρκής ενοχική σχέση, η σύμβαση SaaS μπορεί επιπλέον να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο, κατά τη γενική αρχή των διατάξεων του Αστικού Κώδικα για τις διαρκείς συμβάσεις.

Η συμβατική εξειδίκευση των λόγων καταγγελίας (όπως πχ επανειλημμένη παραβίαση του SLA, σοβαρό περιστατικό ασφάλειας ή αφερεγγυότητα του παρόχου), προλαμβάνει τη μεταγενέστερη αμφισβήτηση.

Στη λήξη, τα δεδομένα του πελάτη παραμένουν δικά του, καθώς η περίοδος ανάκτησης και η υποχρέωση διαγραφής αποτελούν πλέον και κανονιστική απαίτηση του Data Act. Το λογισμικό προστατεύεται ως έργο λόγου κατά τον Ν. 2121/1993 και η πνευματική ιδιοκτησία λογισμικού παραμένει στον πάροχο.

«Γκρίζα ζώνη» αποτελούν οι παραμετροποιήσεις και τα παραδοτέα που αναπτύχθηκαν ειδικά για τον πελάτη. Για αυτά, χωρίς ρητή ρήτρα, η τύχη τους κρίνεται κατά περίπτωση. Οι ρήτρες εχεμύθειας οφείλουν να προβλέπουν ρητά την επιβίωσή τους μετά τη λήξη της σύμβασης.

Συχνές Ερωτήσεις

Τι είναι η σύμβαση SaaS;

Η σύμβαση SaaS είναι η συμφωνία με την οποία πάροχος παραχωρεί σε επιχείρηση ή χρήστη πρόσβαση σε λογισμικό μέσω διαδικτύου, έναντι περιοδικής αμοιβής και χωρίς τοπική εγκατάσταση. Νομικά συνιστά μεικτή σύμβαση με στοιχεία παροχής υπηρεσιών, έργου και άδειας χρήσης λογισμικού. Το λογισμικό και τα δεδομένα φιλοξενούνται σε υποδομές που ελέγχει ο πάροχος, στοιχείο που καθορίζει και τους κρίσιμους όρους της.

Σε τι διαφέρει η σύμβαση SaaS από την άδεια χρήσης λογισμικού;

Στη σύμβαση SaaS το λογισμικό παρέχεται ως υπηρεσία μέσω διαδικτύου και τα δεδομένα αποθηκεύονται στις υποδομές του παρόχου, με την υποστήριξη και τις ενημερώσεις ενσωματωμένες στην αμοιβή. Στην άδεια χρήσης το λογισμικό εγκαθίσταται τοπικά, η επιχείρηση διατηρεί τον πλήρη έλεγχο των δεδομένων και αναλαμβάνει η ίδια την ασφάλεια και τη συντήρηση.

Τι περιλαμβάνει ένα SLA;

Το SLA προσδιορίζει την εγγυημένη διαθεσιμότητα της υπηρεσίας, τους χρόνους απόκρισης ανά βαθμό σοβαρότητας του προβλήματος, το εύρος της τεχνικής υποστήριξης και τις συνέπειες της παραβίασης, όπως πιστώσεις υπηρεσίας ή επιστροφή αμοιβής. Χωρίς μετρήσιμα όρια και αυτόματες κυρώσεις, η αξία του περιορίζεται σε διακήρυξη προθέσεων.

Ισχύει ο Data Act για κάθε υπηρεσία SaaS;

Ο Data Act καλύπτει τις υπηρεσίες επεξεργασίας δεδομένων, έννοια που περιλαμβάνει τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους σε όλα τα επίπεδα και επομένως και το SaaS. Οι υποχρεώσεις για τη διευκόλυνση της αλλαγής παρόχου εφαρμόζονται από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025, ενώ οι χρεώσεις αλλαγής καταργούνται πλήρως από τις 12 Ιανουαρίου 2027.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Αξιολόγηση κρισιμότητας πριν την υπογραφή: Η ένταση της διαπραγμάτευσης ακολουθεί την κρισιμότητα της υπηρεσίας. Υπηρεσία που φιλοξενεί παραγωγικά δεδομένα ή δεδομένα πελατών δεν καλύπτεται με απλή αποδοχή των τυποποιημένων όρων.

SLA με αυτόματες συνέπειες: Ποσοστά διαθεσιμότητας χωρίς προβλεπόμενες πιστώσεις ή ρήτρες δεν παρέχουν πραγματική εξασφάλιση. Η συνέπεια της παραβίασης ορίζεται στη σύμβαση και ενεργοποιείται χωρίς δικαστική διεκδίκηση.

Έλεγχος συμβατότητας με τον Data Act: Οι απαιτήσεις του Κανονισμού καταλαμβάνουν και τις ενεργές συμβάσεις υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων. Ο έλεγχος των όρων εξόδου, των μορφότυπων εξαγωγής και των χρεώσεων αλλαγής αφορά επομένως και τις υφιστάμενες συνεργασίες.

DPA ως προϋπόθεση: Η χρήση SaaS με προσωπικά δεδομένα χωρίς σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 GDPR εκθέτει την επιχείρηση αυτοτελώς, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του παρόχου.

Τα όρια των ρητρών ευθύνης: Το ανώτατο όριο ευθύνης δεν καλύπτει δόλο ή βαριά αμέλεια. Η διαπραγμάτευση πρέπει να εστιάζει στο ύψος του ορίου για την ελαφρά αμέλεια και στη συμβατική πρόσβαση σε αρχεία καταγραφής για την τεκμηρίωση τυχόν παραλείψεων.

Όροι εξόδου από την έναρξη: Η περίοδος ανάκτησης δεδομένων, οι μορφότυποι εξαγωγής και η τύχη των παραμετροποιήσεων συμφωνούνται κατά τη σύναψη. Στη λήξη, η διαπραγματευτική θέση της επιχείρησης είναι η ασθενέστερη.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση SaaS.

Crypto Startup Legal Audit – 12 Κρίσιμα Νομικά Βήματα

Η ελληνική αγορά κρυπτονομισμάτων βιώνει μια σημαντική μεταμόρφωση, καθώς από τις αρχές του 2025 εφαρμόζεται πλήρως ο ευρωπαϊκός Κανονισμός MiCA (Markets in Crypto-Assets Regulation), ο οποίος ενσωματώθηκε πλέον στο ελληνικό δίκαιο με τον Ν. 5193/2025.

Για πρώτη φορά ρυθμίζεται με λεπτομέρεια το νομικό πλαίσιο για τις crypto επιχειρήσεις, εταιρείες και startups στην Ελλάδα, ενώ η συμμόρφωση με τον νέο νόμο, αποτελεί πλέον υποχρέωση για κάθε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον χώρο των κρυπτονομισμάτων και κρυπτοστοιχείων, με αυστηρές κυρώσεις για τυχόν παραβάσεις.

Τα 12 Κρίσιμα Νομικά Βήματα Για Κάθε Crypto Startup στην Ελλάδα

1. Νόμιμη Άδεια Λειτουργίας

Κάθε επιχείρηση, εταιρεία και startup που προσφέρει υπηρεσίες κρυπτονομισμάτων και κρυπτοστοιχείων στην Ελλάδα πρέπει να διαθέτει σχετική άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα Της Ελλάδος (ΤτΕ).

Επιπλέον, πέραν της άμεσης παύσης λειτουργίας της επιχείρησης που λειτουργεί χωρίς άδεια, έχει πλέον εισαχθεί και ποινική διάταξη για παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων χωρίς την νόμιμη άδεια, η οποία προβλέπει φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους ή χρηματική ποινή ή και τα δύο. Σε περίπτωση φυσικού προσώπου το χρηματικό πρόστιμο μπορεί να φτάσει έως και τις 700.000 ευρώ, ενώ για τα νομικά πρόσωπα προβλέπονται πρόστιμα έως 5 εκατ. ευρώ, ή ποσοστό από 3-12% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών.

Επομένως, οι επιχειρήσεις πρέπει πλέον να υποβάλουν αίτημα αδειοδότησης στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και να ακολουθήσουν τις σχετικές διαδικασίες.

2. Συμμόρφωση Με Υποχρεώσεις AML, CTF και KYC 

Οι υποχρεώσεις για την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος (AML) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (CTF) είναι ιδιαίτερα αυστηρές για τις crypto επιχειρήσεις. Ο Νόμος 4557/2018 σε συνδυασμό με τις νέες διατάξεις του MiCA και του Ν. 5193/2025 δημιουργούν ένα πολύπλοκο και ιδαίτερο πλαίσιο συμμόρφωσης.

Βασικές Απαιτήσεις
  • Διαδικασίες ταυτοποίησης και επαλήθευσης πελατών (KYC),
  • Εφαρμογή πολιτικών AML βάσει κινδύνου,
  • Συνεχής παρακολούθηση (monitoring) συναλλαγών,
  • Αναφορά ύποπτων συναλλαγών στην Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων,
  • Εκπαίδευση προσωπικού σε θέματα AML/CTF και ορισμό AML Compliance Officer,
  • Ενισχυμένη δέουσα επιμέλεια για self-hosted wallets και διασυνοριακές συναλλαγές.

Επομένως, οι εταιρείες που προσφέρουν υπηρεσίες κρυπτονομισμάτων και κρυπτοστοιχείων στην Ελλάδα πρέπει να αναπτύξουν εσωτερικές διαδικασίες και πολιτικές, καθώς και να επιμορφώσουν το προσωπικό τους για τη συμμόρφωση με τα παραπάνω.

3. Ορθή Κατηγοριοποίηση Tokens (Utility vs Security vs ART vs EMT) 

Η διάκριση μεταξύ utility και security tokens είναι κρίσιμη για τη νομική συμμόρφωση. Ο Νόμος 4706/2020 καθώς και οι κάθε φορά οδηγίες καθορίζουν τα κριτήρια ταξινόμησης.

Οι νομικές συνέπειες τυχόν λανθασμένης ταξινόμησης θα οδηγήσει σε εφαρμογή λανθασμένου ρυθμιστικού πλαισίου και, κατά συνέπεια, σε παραβίαση των κανόνων προστασίας των επενδυτών, με αποτέλεσμα πρόστιμα και κυρώσεις από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αλλά και αστική ευθύνη έναντι επενδυτών.

Κριτήρια Ταξινόμησης

Security Tokens (αυστηρό καθεστώς MiFID II):

  • Παρέχουν δικαιώματα ιδιοκτησίας ή μετοχικά δικαιώματα,
  • Προσφέρουν αναμενόμενα κέρδη από τις προσπάθειες τρίτων,
  • Διαπραγματεύονται κυρίως ως επενδυτικά εργαλεία – χρηματοπιστωτικά μέσα.

Utility Tokens (ελαστικότερο κανονιστικό πλαίσιο):

  • Παρέχουν πρόσβαση σε προϊόντα ή υπηρεσίες,
  • Έχουν πρακτική λειτουργία στο οικοσύστημα του project,
  • Δεν προσφέρουν δικαιώματα ιδιοκτησίας.

Διαφορετικής, ειδικής αντιμετώπισης, είναι τα  Asset-referenced tokens (ARTs) και τα electronic money tokens (EMTs), τα οποία έχουν ξεχωριστό, ειδικό, καθεστώς 

Επομένως, οι επιχειρήσεις και οι Startups πρέπει να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα τα οποία ξεκινούν από την δημοσίευση white paper για tokens, και καταλήγουν στην τακτική επανεξέταση και νομική αξιολόγηση από ομάδα ελέγχου.

4. Ορθή Διαχείριση Πολιτικής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (GDPR)

Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (GDPR) σε συνδυασμό με τον εφαρμοστικό Νόμο 4624/2019 θέτουν αυστηρό νομικό πλαίσιο για τις crypto επιχειρήσεις, οι οποίες -υποχρεωτικά- επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα.

Κρίσιμες Απαιτήσεις
  • Συγκατάθεση για την επεξεργασία δεδομένων,
  • Υλοποίηση τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας,
  • Διορισμός Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO),
  • Τήρηση μητρώου επεξεργασιών,
  • Αναφορά παραβιάσεων εντός 72 ωρών.

Ειδικότερα για τις Crypto επιχειρήσεις, πρέπει να ληφθούν υπόψη, επιπλέον, τα εξής:

  1. Blockchain Immutability: Η αμετάβλητη φύση του blockchain συγκρούεται με το δικαίωμα διαγραφής,
  2. Ψευδωνυμοποίηση: Η ψευδωνυμοποίηση δεν εξαλείφει πάντα τον προσωπικό χαρακτήρα των δεδομένων,
  3. Διασυνοριακές Μεταφορές: Οι διεθνείς μεταφορές δεδομένων απαιτούν ειδικές εγγυήσεις.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τυχόν παραβάσεις των κανόνων GDPR επιφέρουν πρόστιμα τα οποία ανέρχονται έως και 4% του ετήσιου κύκλου εργασιών ή 20 εκατομμύρια ευρώ, αστικές αγωγές από τα υποκείμενα των δεδομένων και, φυσικά, πλήγμα στη φήμη και απώλεια της εμπιστοσύνης των πελατών.

Συνεπώς, οι επιχειρήσεις πρέπει να διαθέτουν σαφή στρατηγική συμμόρφωσης, η οποία -ενδεικτικά- θα περιλαμβάνει τη χαρτογράφηση όλων των επεξεργασιών προσωπικών δεδομένων (Data Mapping), την ενσωμάτωση προστασίας δεδομένων από τον σχεδιασμό (Privacy by Design) και επαρκές σχέδιο αντιμετώπισης παραβιάσεων (Incident Response Plan).

5. Φορολογική Συμμόρφωση 

Μετά από μακρά περίοδο νομοθετικού κενού, η οποία οδήγησε σε προσφυγές κατά των φορολογικών αρχών, με την ενσωμάτωση του Κανονισμού MiCA, η Ελλάδα εισάγει για πρώτη φορά συγκεκριμένο φορολογικό καθεστώς για τα κρυπτονομίσματα. 

Τα παραπάνω προκύπτουν από το συνδυασμό :

  • αφενός του άρθρου 50§3 του Κανονισμού όπου αναφέρεται ότι “ως τόκος οποιαδήποτε αμοιβή ή οποιοδήποτε άλλο όφελος που σχετίζεται με τη χρονική διάρκεια κατά την οποία ο κάτοχος μάρκας ηλεκτρονικού χρήματος κατέχει την εν λόγω μάρκα ηλεκτρονικού χρήματος” και
  • αφετέρου των εσωτερικών φορολογικών διατάξεων, βάσει των οποίων οι τόκοι φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή 15%.

Με βάση τα προαναφερόμενα, σε φόρο 15% υπόκεινται οι παρακάτω συναλλαγές:

  • Πώληση κρυπτονομισμάτων για fiat νόμισμα,
  • Ανταλλαγή κρυπτονομίσματος με άλλο,
  • Δραστηριότητες DeFi που περιλαμβάνουν ανταλλαγή tokens,
  • Ανταμοιβές από mining και staking.
Υπολογισμός Φόρου

Μέχρι η Φορολογική Διοίκηση να προχωρήσει σε περαιτέρω συγκεκριμένη εξειδίκευση, ο υπολογισμός του φόρου θα βασίζεται στη διαφορά μεταξύ του κόστους κτήσης και της τιμής πώλησης

Για τον προσδιορισμό του κόστους κτήσης, εφαρμόζονται οι μέθοδοι FIFO (“First In, First Out”, δλδ τα πρώτα εμπορεύματα που αγοράστηκαν είναι και τα πρώτα που θα πωληθούν) ή/και Weighted Average (“μέσο σταθμικό κόστος” = το κόστος κάθε πώλησης διαμορφώνεται με βάση το μέσο σταθμικό κόστος των αγαθών που υπήρχαν, πριν ακριβώς από κάθε πώληση).

Επομένως, οι βασικές υποχρεώσεις για τις επιχειρήσεις κρυπτονομισμάτων είναι:

  1. Τήρηση Βιβλίων,
  2. Φορολογικές Δηλώσεις & Δηλώσεις ΦΠΑ,
  3. Παρακράτηση Φόρου (για εταιρείες που κάνουν πληρωμές),
  4. Έκδοση & Λήψη Νόμιμων Σχετικών Παραστατικών,
  5. Δηλώσεις & Τεκμηριώσεις Συναλλαγών (όπου απαιτείται).

Οι συνέπειες για μη συμμόρφωση, είναι όμοιες με κάθε άλλη επιχείρηση και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, φορολογικά πρόστιμα, αποκλεισμό από δημόσια προγράμματα χρηματοδότησης, έως και ποινικές διώξεις για φοροδιαφυγή.

6. Επαρκής Νομικός Και Τεχνικός Έλεγχος Smart Contracts 

Τα smart contracts αποτελούν το θεμέλιο των περισσότερων crypto επιχειρήσεων. Για την κατάρτιση Smart Contracts εφαρμόζονται τα άρθρα 185 έως 196 του Αστικού Κώδικα (πλην του άρθρου 194).

Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία και νομολογία, τα smart contracts θεωρούνται νομικά δεσμευτικά κείμενα, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας συμβάσεων. Επομένως ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στα ζητήματα ακυρότητας των Smart Contracts, καθώς ένα Smart Contract είναι άκυρο εάν συντρέχει κ΄άποια απ΄ο τις περιπτώσεις ακυρότητας που περιλαμβάνεται στα σχετικά άρθρα του Αστικού Κώδικα.

Επίσης, προσοχή απαιτείται εφόσον το Smart Contract αποτελεί μέρος κύριας σύμβασης που έχει συναφθεί με άλλο τρόπο.

Τέλος, οι ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, εφαρμόζονται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση ενός Smart Contract.

Ενδεικτικό Checklist για Smart Contract Legal Audit

Το παρακάτω checklist είναι ενδεικτικό και βασίζεται σε διεθνή πρότυπα:

  1. Τεκμηρίωση και καθαρότητα κώδικα,
  2. Έλεγχος για reentrancy, overflow/underflow,
  3. Επαλήθευση access control και authorization logic,
  4. Έλεγχος fallback functions και emergency stop,
  5. Έλεγχος oracle manipulation και randomness,
  6. Συμμόρφωση με ERC standards και MiCA/AML,
  7. Τεκμηρίωση audit trails και logging,
  8. Έλεγχος για διαρροή προσωπικών δεδομένων και GDPR συμμόρφωση,
  9. Test coverage και bug bounty συμμετοχή,
  10. Σχέδιο αποκατάστασης καταστροφών και αντιμετώπισης συμβάντων,
  11. Νομικές δηλώσεις και πνευματικά δικαιώματα.
7. Πολιτική Διαχείριση Κρίσεων

Οι crypto επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μοναδικούς κινδύνους που απαιτούν ειδικές στρατηγικές διαχείρισης κρίσεων (Crisis Management Strategy). Η μη ύπαρξη σχεδίου αντιμετώπισης κρίσεων οδηγεί σε απώλεια πελατών και πλήγμα στη φήμη της εταιρείας.

Κρίσιμα ζητήματα αποτελούν, η ύπαρξη αποτελεσματικού σχεδίου αντιμετώπισης περιστατικών, η ασφαλιστική κάλυψη για cyber incident, ο σχεδιασμός της επιχειρησιακής συνέχειας καθώς και η σύνταξη πλήρους και επικαιροποιημένου εσωτερικού κανονισμού.

Πλάνο Διαχείρισης Κρίσεων

Βήμα 1: Άμεση Αξιολόγηση εκτίμηση έκτασης προβλήματος, ταυτοποίηση επηρεαζόμενων stakeholders, προσδιορισμός νομικών υποχρεώσεων),

Βήμα 2: Ενεργοποίηση Νομικής Ομάδας (επικοινωνία με νομικούς συμβούλους, προετοιμασία για ρυθμιστικές αναφορές),

Βήμα 3: Διαφάνεια (εσωτερική ενημέρωση προσωπικού, επικοινωνία με επενδυτές, ανακοινώσεις),

Βήμα 4: Κανονιστική Συμμόρφωση (αναφορά στις αρμόδιες αρχές, συμμόρφωση με υποχρεώσεις αναφοράς, συνεργασία με ρυθμιστικές αρχές),

Βήμα 5: Τεχνική Αποκατάσταση (αποκατάσταση τεχνικών προβλημάτων, έλεγχος ασφαλείας, system hardening),

Βήμα 6: Οικονομική Προστασία (αξιολόγηση απωλειών, ενεργοποίηση ασφαλιστικής κάλυψης, διαχείριση cash flow),

Βήμα 7: Αξιολόγηση & Ανάλυση (αξιολόγηση ανταπόκρισης, βελτίωση διαδικασιών, εκπαίδευση και προετοιμασία για αποφυγή ανάλογων περιστατικών στο το μέλλον).

8. Ευρωπαϊκή Κανονιστική Συμμόρφωση

Η επέκταση σε άλλες χώρες της ΕΕ απαιτεί συμμόρφωση με τις τοπικές ρυθμίσεις και κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές. Η πλήρης αδειοδότηση στην Ελλάδα δίνει δικαίωμα “passporting” σε όλη την ΕΕ, υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις:

  • Κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές υποδοχής,
  • Συμμόρφωση με τοπικές ρυθμίσεις AML, φορολογίας και προστασίας καταναλωτή,
  • Διαχείριση τοπικών απαιτήσεων marketing.

Πρέπει, ωστόσο, να ληφθούν υπόψη οι επιμέρους εθνικές ιδιαιτερότητες, καθώς κάθε κράτος μέλος της ΕΕ έχει ειδικές απαιτήσεις (πχ για Γερμανία αδειοδότηση από BaFin, για Ολλανδία εποπτεία από DNB, για Κύπρο από CySEC κλπ).

Η βέλτιστη πρακτική για μία Crypto Startup που θέλει να επεκταθεί στην ΕΕ είναι οι συνεργασίες με τοπικούς, αδειοδοτημένους αντίστοιχους παρόχους.

9. Νόμιμη Καταβολή Μισθών Εργαζομένων Σε Κρυπτονομίσματα

Η καταβολή του μισθού των εργαζομένων σε κρυπτονομίσματα δημιουργεί πολύπλοκα νομικά και φορολογικά ζητήματα που πολλές startups παραβλέπουν. 

Ο Νόμος 4808/2021 ρυθμίζει τις εργασιακές σχέσεις, αλλά δεν έχει πρόβλεψη ειδικά τις crypto αμοιβές και, επομένως, ισχύουν όσα και για τους αμειβόμενους με ευρώ.

Ειδικά Ζητήματα

Για τον Εργαζόμενο: Η αμοιβή εργαζομένων με crypto φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες με την εύλογη αγοραία αξίας την ημέρα καταβολής.

Για την Εταιρεία: Υφίσταται υποχρέωση παρακράτησης φόρου και ασφαλιστικών εισφορών.

Και για τους δύο: Υφίσταται υποχρέωση τεκμηρίωσης και συμμόρφωσης με τους κανόνες AML.

Περαιτέρω, όπως και για τις συμβάσεις εργασίας με πληρωμή σε ευρώ, απαιτείται λεπτομερής έγγραφη συμφωνία, σαφής προσδιορισμός του μηνιαίου μισθού (ο οποίος δεν μπορεί να υπολείπεται του κατώτατου μισθού εκφρασμένου σε euro), των bonus καθώς και του χρόνου καταβολής.

10. Διαχείριση Σχέσεων Με Τράπεζες

Οι crypto επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στη δημιουργία και διατήρηση τραπεζικών σχέσεων, καθώς η έλλειψη διαφάνειας και συμμόρφωσης οδηγεί σε άρνηση τραπεζικών υπηρεσιών. 

Σε αυτο συμβάλλει και το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες υιοθετούν διαφορετικές πολιτικές για τη συνεργασία τους με εταιρείες crypto. Ωστόσο, υπό το νέο νομικό πλαίσιο, υπάρχει η προσδοκία, ότι θα εναρμονιστούν οι απαιτήσεις και θα υπάρξει αντίστοιχη ενιαία αντιμετώπιση.

Η προετοιμασία στην οποία οφείλουν οι crypto επιχειρήσεις να προχωρήσουν προκειμένου να είναι έτοιμες να αξιοποιήσουν το νέο νομικό πλαίσιο και να εξασφαλίσουν την συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα, προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, και στα παρακάτω:

  • Άδεια Λειτουργίας (Έγκριση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς),
  • Πιστοποιημένη Συμμόρφωση με κανόνες AML/CTF,
  • Πιστοποιημένες Διαδικασίες ταυτοποίησης και επαλήθευσης πελατών (KYC),
  • Due Diligence: Λεπτομερής έλεγχος επιχειρηματικού μοντέλου,
  • Ασφαλιστική κάλυψη για cyber risks.

Για την επιτυχή κατάληξη των παραπάνω, οι startups πρέπει να εστιάσουν πρωτίστως στη συμμόρφωση και κατόπιν στην επικοινωνία με την τράπεζα που θα επιλέξουν (“Compliance First“), καθώς και στην επαγγελματική παρουσίαση της εταιρείας τους, με πλήρης νομική τεκμηρίωση.

11. Συμμόρφωση Με Κανονισμό Κατάχρηση Αγοράς (MAR – Market Abuse Regulation)

Ο Κανονισμός (ΕΕ) 596/2014 για την κατάχρηση αγοράς (MAR), εφαρμόζεται πλέον και σε όλα τα κρυπτοστοιχεία εφόσον τα τελευταία θεωρούνται χρηματοπιστωτικά μέσα.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό, Απαγορευμένες Πρακτικές, θεωρούνται:

  1. Insider Trading (Χρήση εσωτερικής πληροφόρησης για συναλλαγές),
  2. Market Manipulation (Τεχνητός επηρεασμός τιμών),
  3. False Information (Διάδοση ψευδών πληροφοριών).

Σε περίπτωση παράβασης διατάξεων του κανονισμού, προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα έως 15 εκατομμύρια ευρώ, αναστολή δραστηριοτήτων των εταιρειών και ποινικές διώξεις των εμπλεκομένων.

Υποχρεώσεις Επιχειρήσεων

  • Δημιουργία insider lists,
  • Πολιτικές για την αντιμετώπιση σύγκρουσης συμφερόντων,
  • Εκπαίδευση προσωπικού,
  • Αναφορά ύποπτων συναλλαγών.
12. Προστασίας Πνευματικής Ιδιοκτησίας (IP Protection)

Στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, η πνευματική ιδιοκτησία και τα πνευματικά δικαιώματα αποτελούν βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των επιχειρήσεων. Οι ελληνικές startups, σε αντίθεση με το εξωτερικό, συχνά παραμελούν την προστασία των δικαιωμάτων τους.

Είδη Προστασίας Πνευματικής Ιδιοκτησίας στα Crypto

Περαιτέρω, οι crypto επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ειδικές προκλήσεις, οι οποίες έχουν να κάνουν με την ισορροπία μεταξύ open source και IP protection, την διαχείριση IP σε αποκεντρωμένα projects και την προστασία σε πολλαπλές δικαιοδοσίες.

Για το λόγο αυτό, απαιτείται σαφής έλεγχος των πνευματικών ιδιοκτησιών με νομική κατοχύρωση και αναγνώριση όλων των IP assets, η οποία πρέπει να συνοδεύεται με σαφή στρατηγική κατάθεσης των αιτήσεων, παρακολούθηση για τυχόν παραβιάσεις και σταθμισμένη πολιτική νομικών ενεργειών προστασίας.

Τέλος, η προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου με συμβάσεις εμπιστευτικότητας (NDA), πρέπει να είναι ενταγμένα στην καθημερινή πρακτική των crypto επιχειρήσεων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία Crypto Startup.

Ο Ν. 5193/2025 Για Τα Κρυπτονομίσματα & Κρυπτοστοιχεία

Τα κρυπτοστοιχεία αποτελούν μία από τις κύριες εφαρμογές της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού. Εντάσσονται στις νομοθετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προσαρμοσμένες στην ψηφιακή εποχή, και συμβάλλουν στη δημιουργία μιας οικονομίας ανθεκτικής στις μελλοντικές εξελίξεις, μεταξύ άλλων καθιστώντας δυνατή τη χρήση καινοτόμων τεχνολογιών.

Με το Ν. 5193/2025 εισάγονται οι απαραίτητοι σε εθνικό επίπεδο κανόνες για την εφαρμογή στην Ελλάδα των κανόνων του Κανονισμού.

Ορισμένα κρυπτοστοιχεία, ιδίως εκείνα που χαρακτηρίζονται ως χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως ορίζονται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ (MiFID II), εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής υφιστάμενων νομοθετικών πράξεων της Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

Κατά συνέπεια, ένα πλήρες σύνολο κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισχύει ήδη για τους εκδότες των εν λόγω κρυπτοστοιχείων και για τις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες που σχετίζονται με τα εν λόγω κρυπτοστοιχεία.

Ενσωμάτωση Κανονισμού MiCAR

Mε τον Κανονισμό MiCAR (EE) 2023/1114 δημιουργείται πλήρες πλαίσιο για τις αγορές κρυπτοστοιχείων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και υιοθετούνται ειδικοί κανόνες για τα κρυπτοστοιχεία και τις συναφείς υπηρεσίες και δραστηριότητες που δεν καλύπτονται ακόμη από νομοθετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προς υποστήριξη της καινοτομίας και του θεμιτού ανταγωνισμού και παράλληλα προς διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των χρηστών κρυπτοστοιχείων και της ακεραιότητας των αγορών κρυπτοστοιχείων.

Λαμβανομένου υπόψη ότι τα κρυπτοστοιχεία υπό τη μορφή χρηματοπιστωτικών μέσων, που εμπίπτουν ήδη στο πεδίο εφαρμογής υφιστάμενων νομοθετικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εμπίπτουν στο ρυθμιστικό και εποπτικό πεδίο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για θέματα προστασίας των επενδυτών, έπεται ότι η αρχή αυτή θα πρέπει να διέπει και το ρυθμιστικό πλαίσιο των νέων προϊόντων προηγμένης τεχνολογίας που καλύπτει ο Κανονισμός MiCAR και υπάγονται στο ρυθμιστικό του πεδίο και όχι σε αυτό της MiFID II.

Εποπτικές Αρχές

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, η εποπτική αρχή που θα επωμιστεί, επομένως, το βάρος της προστασίας των χρηστών κρυπτοστοιχείων, θα πρέπει να είναι εξοικειωμένη με τα μέτρα και τους κανόνες προστασίας των επενδυτών που επενδύουν σε χρηματοπιστωτικά μέσα.

Η αρχή αυτή στην Ελλάδα είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία εποπτεύει την τήρηση των κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς, τους όρους δημόσιων εγγραφών και προσκλήσεων στο κοινό, τους κανόνες εισαγωγής χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση στις αγορές (εν προκειμένω εισαγωγής κρυπτοστοιχείων σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες), καθώς και τους κανόνες για την κατάχρηση αγοράς, θεματικές που απαντώνται και στον Κανονισμό MiCAR.

Η αρμόδια εποπτική αρχή που θα επωμιστεί με τον ρόλο αυτό πρέπει να διαθέτει την δέουσα εξειδίκευση και τεχνογνωσία, έτσι ώστε να εποπτεύει αποτελεσματικά τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και εν γένει τις οντότητες που υπόκεινται σε καθεστώς αδειοδότησης και εποπτείας κατά τον Κανονισμό MiCAR και να προστατεύει αποτελεσματικά τους ιδιώτες κατόχους κρυπτοστοιχείων, διασφαλίζοντας ότι αυτοί θα ενημερώνονται σχετικά με τα χαρακτηριστικά, τις λειτουργίες και τους κινδύνους των κρυπτοστοιχείων στα οποία προτίθενται να επενδύσουν.

Συναφώς, είναι προφανής η ομοιότητα του λευκού βιβλίου κρυπτοστοιχείων που προβλέπει ο Κανονισμός MiCAR και θα πρέπει να περιέχει γενικές πληροφορίες σχετικά με τον εκδότη, τον προσφέροντα ή τον επιδιώκοντα την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοιχείων, για το σχέδιο που πρόκειται να υλοποιηθεί με τα κεφάλαια που θα αντλούνται με δημόσια προσφορά κρυπτοστοιχείων ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση, για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνδέονται με τα κρυπτοστοιχεία, για την υποκείμενη τεχνολογία που χρησιμοποιείται για τα εν λόγω κρυπτοστοιχεία και για τους σχετικούς κινδύνους, με το ενημερωτικό δελτίο που δημοσιεύεται όταν διενεργείται πρόσκληση στο κοινό προς επένδυση σε κινητές αξίες και όταν εισάγονται χρηματοπιστωτικά μέσα στις αγορές.

Επειδή όμως φορείς που δραστηριοποιούνται σε ορισμένα πεδία του Κανονισμού MiCAR μπορεί να είναι και πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και ιδρύματα πληρωμών, που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος , την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων αυτών εξακολουθεί να διατηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος και, κατά τα λοιπά, γίνεται κατανομή εποπτικών αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο αρχών, με βάση λειτουργικά κριτήρια. Ειδική διάταξη λαμβάνει μέριμνα για την ενίσχυση της αποτελεσματικής συνεργασίας της Τράπεζας της Ελλάδος με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Κρυπτονομίσματα Και «Ξέπλυμα Χρήματος»

Περαιτέρω, προστίθενται στον νόμο περί «πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες» βασικοί ορισμοί εννοιών που χρησιμοποιούνται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1113. Ειδικότερα, προστίθενται οι ορισμοί των «κρυπτοστοιχείων» και των «παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων» για να διασφαλισθεί η συνοχή του εθνικού νομικού πλαισίου με το νομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων εισάγονται πλέον στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

Επισημαίνεται ότι κατά τα διαλαμβανόμενα στις συστάσεις της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF), ο ορισμός των «κρυπτοστοιχείων» του Κανονισμού καλύπτει και τον ορισμό των «εικονικών περιουσιακών στοιχείων» και αντίστοιχα ο ορισμός των «παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων» καταλαμβάνει και τον ορισμό των «παρόχων υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων».

Ο κύριος σκοπός της ως άνω ρύθμισης είναι να εξασφαλιστούν για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων οι ίδιες απαιτήσεις και το ίδιο επίπεδο εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, για την επίτευξη δε του σκοπού αυτού επικαιροποιείται ο κατάλογος των υπόχρεων οντοτήτων, ώστε να συμπεριλαμβάνει τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στην κατηγορία των χρηματοπιστωτικών οργανισμών για τους σκοπούς της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.

Ως προς τον ορισμό της αυτοφιλοξενούμενης διεύθυνσης γίνεται παραπομπή στον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1113. Επισημαίνεται δε ότι η μνεία στην αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση γίνεται, διότι αποτελεί δυνητικά υψηλό κίνδυνο που συνδέεται με την τεχνολογική και ρυθμιστική πολυπλοκότητα που αυτή συνεπάγεται σε σχέση με την επαλήθευση των στοιχείων κυριότητας.

Τέλος, τροποποιείται και η έννοια της «σχέσης ανταπόκρισης». Ο σκοπός της ρύθμισης συναρτάται με την απαίτηση που υπάρχει από τα κράτη μέλη να επικαιροποιήσουν τον ορισμό της «σχέσης ανταποκριτή», ώστε να διασφαλίσουν ότι περιλαμβάνει επίσης τις σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και οντοτήτων εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες με σκοπό την εκτέλεση μεταβιβάσεων κρυπτοστοιχείων ή την παροχή παρόμοιων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

Η εφαρμογή της διάταξης αυτής κρίθηκε αναγκαία για να διασφαλιστεί ότι εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις του νέου άρθρου του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113, με ειδικές υποχρεώσεις για τις σχέσεις ανταποκριτή που δημιουργούνται από παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα κρυπτονομίσματα και κρυπτοστοιχεία.

Καταχρηστική Άσκηση Δικαιώματος Και Αποδυνάμωσή Του

Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος ορίζεται στο άρθρο 281 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος».

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 1982/2022).

Κατά την έννοια της διατάξεως του 281 ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Παράλειψη & Αδράνεια Δικαιούχου Να Ασκήσει Το Δικαίωμα

Η παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει, εν όλω ή εν μέρει, την αξίωση του, και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι η αξίωση δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκηση της καταχρηστική, εν όψει ιδίως του ότι οι συνέπειες της αδράνειας του δικαιούχου αντιμετωπίζονται από το δίκαιο με το θεσμό της παραγραφής. Κατά μείζονα λόγω ισχύουν τα ανωτέρω επί αξιώσεων, παραίτηση από τις οποίες δεν επιτρέπεται κατά νόμο (όπως πχ οι μισθολογικές αξιώσεις).

Μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή συνεπάγεται δυσαναλόγως δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη, μπορεί κατά περίπτωση να αποκρουσθεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση της αξιώσεως, την οποία προηγουμένως ο δανειστής είχε παραλείψει να ασκήσει.

Τέτοιες όμως περιστάσεις δεν συνιστούν ενέργειες τρίτων, που μπορεί να επακολουθήσουν, και δη η άσκηση μελλοντικός από τρίτους, κατά μίμηση του ενάγοντος, αξιώσεων παρομοίων προς την ήδη επίδικη.

Στην περίπτωση, της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν αρκεί κατ’ αρχήν μόνον αυτή η επί μακρόν χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλ’ υπάρχει τέτοια κατάχρηση μόνον εφ’ όσον συντρέχουν προσθέτως και άλλα περιστατικά, που ανάγονται στο ίδιο διάστημα και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου, όσο και του υποχρέου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία δημιουργείται στον τελευταίο η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ’ αυτού, σε τρόπο που η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπής μίας καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί επί μακρόν χρόνο, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες.

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του.

Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.

Παραδεκτό Ένστασης Καταχρηστικής Άσκησης Δικαιώματος

Επειδή, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για την πληρότητα της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό αυτής, από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην κατ’ έφεση δίκη είναι κατ’ εξαίρεση παραδεκτή η προβολή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη ή προτάθηκαν απαραδέκτως, και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

 Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι, για να θεωρηθεί ως παραδεκτώς προτεινόμενη στο Εφετείο ένσταση, που δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να αποδεικνύεται παραχρήμα, ήτοι εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ολόκληρος ο ισχυρισμός που συνιστά την ένσταση, ήτοι καθόλα τα επί μέρους πραγματικά αυτού στοιχεία. Στην πιο πάνω εξαίρεση υπάγονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος.

Αποδυνάμωση Δικαιώματος

Η αποδυνάμωση δικαιώματος συνιστά ειδικότερη μορφή της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του.

Υπό τις συνθήκες δε αυτές, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς – επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών της ΑΚ 281, είναι δηλαδή καταχρηστική. 

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπαίτιο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη .

Κατάχρηση Θεσμού Εταιρείας

Η κατάχρηση θεσμού, όπως ο θεσμός της εταιρίας, δε ρυθμίζεται μεν από το νόμο, υπάγεται όμως στη διάταξη του 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της αντιμετωπίζονται όπως οι συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 149/2013).

Η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό.

Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο.

Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος.

Με την παραπάνω έννοια δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων ΕΠΕ ή ΙΚΕ σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία, η οποία και διατηρεί κατ’ αρχήν την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της.

Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Επίσης, η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθείσης και λειτουργούσας ανωνύμου εταιρείας δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς τα αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης με καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων.

Συνεπώς δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί όμως όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως.

Νομιμοποίηση αποτελέσματος αντίθετο προς την καλή πίστη υπάρχει ιδίως όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και η μετακύλιση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως ή μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Μηνιαία Υποχρέωση Δηλώσεων ΦΠΑ Για Νέες Επιχειρήσεις

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση Α. 1049/28-03-2025 του Διοικητή της ΑΑΔΕ ορίστηκε ότι, κατά παρέκκλιση του άρθρου 43 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 5144/2024), οι υπόχρεοι στον φόρο, οι οποίοι χρησιμοποιούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα και ενεργούν φορολογητέες πράξεις ή πράξεις απαλλασσόμενες του φόρου για τις οποίες έχουν δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών (με βάση το άρθρο 35 του Κώδικα ΦΠΑ), με έναρξη εργασιών από 1.1.2024 και εφεξής, υποχρεούται να υποβάλλουν δήλωση ΦΠΑ για κάθε μηνιαία φορολογική περίοδο.

Εξαίρεση στα παραπάνω αποτελεί το χρονικό διάστημα εργασιών υπό ίδρυση επιχείρησης φυσικού ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας.

Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, για στην ανωτέρω απόφαση ελήφθη υπόψη η ανάγκη ορισμού μηνιαίας φορολογικής περιόδου για την υποβολή της δήλωσης ΦΠΑ από υπόχρεους σε υποβολή δήλωσης Φόρου Προστιθέμενης Αξίας για κάθε φορολογική περίοδο, οι οποίοι χρησιμοποιούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα, προκειμένου να υφίσταται όμοια φορολογική περίοδος για τις δηλωτικές υποχρεώσεις του ΦΠΑ για τις επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικό λογιστικό σύστημα και για εκείνες που τηρούν διπλογραφικό λογιστικό σύστημα.

Στην πραγματικότητα, η βασική επιδίωξη της ΑΑΔΕ, είναι η καταπολέμηση των εικονικών συναλλαγών και της μη απόδοσης ΦΠΑ, μέσω νέο-ιδρυθέντων επιχειρήσεων οι οποίες λειτουργούν για μικρό χρονικό διάστημα, εκδίδουν παραστατικά και κατόπιν διακόπτουν τη δραστηριότητά τους.

Επιστροφή Σε Τριμηνιαίες Καταστάσεις

Περαιτέρω, οι παραπάνω υπόχρεοι έχουν την δυνατότητα επιλογής υποβολής δήλωσης ΦΠΑ ανά τρίμηνη φορολογική περίοδο.

Ειδικότερα, η δήλωση επιλογής φορολογικής περιόδου δύναται να γίνει μέχρι την προτελευταία εργάσιμη του 1ου  ή 4ου  ή 7ου  ή 10ου  μήνα, κατά περίπτωση, εφόσον έως τον αμέσως προηγούμενο μήνα από την δήλωση επιλογής έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον 24 μήνες από τον χρόνο έναρξης εργασιών της επιχείρησης.

Η ισχύς της επιλογής φορολογικής περιόδου εκκινεί από την 1η  ημέρα του μήνα υποβολής της δήλωσης επιλογής, μέσα από την ψηφιακή πύλη myAADE της ΑΑΔΕ.

Τέλος, η δήλωση επιλογής τρίμηνης φορολογικής περιόδου δεν μπορεί να ανακληθεί πριν από την παρέλευση 12 μηνών από την έναρξη ισχύος της επιλογής.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για κάθε θέμα σχετικά με το νομικό πλαίσιο των περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ.

Ανάκτηση Ονόματος Χώρου (Domain): ΕΕΤΤ ή Δικαστική Οδός

Πότε Υπερισχύει Το Domain Name Έναντι Σήματος Και Πώς Ανακτάται Κακόπιστη Καταχώρηση

Περιληπτικά:

  • Η σύγκρουση domain name (όνομα χώρου) με σήμα ή διακριτικό γνώρισμα δεν κρίνεται με τη σειρά καταχώρησης στο διαδίκτυο, αλλά με τη χρονική προτεραιότητα του δικαιώματος. Υπερισχύει το παλαιότερο.
  • Το First Come First Served (εξυπηρέτηση κατά σειρά υποβολής) αφορά μόνο τη διαθεσιμότητα του ονόματος, όχι τη σύγκρουση με προγενέστερο σήμα ή επωνυμία.
  • Ο δικαιούχος σήματος που βρίσκει το brand του κατοχυρωμένο ως .gr από τρίτον υποβάλλει καταγγελία στην ΕΕΤΤ βάσει του άρθρου 10 του Κανονισμού 1110/6/2024 και ζητά μεταβίβαση.
  • Η διοικητική οδός της ΕΕΤΤ είναι ταχύτερη και φθηνότερη, η δικαστική οδός προσφέρει αποζημίωση και ασφαλιστικά μέτρα. Η επιλογή εξαρτάται από τον σκοπό και την κατάληξη του ονόματος.
  • Η κατοχύρωση του ονόματος και ως εμπορικού σήματος μετατρέπει μια απλή ενοχική σχέση σε απόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα έναντι όλων.

Πότε υπερισχύει το σήμα έναντι domain name τρίτου;

Η σύγκρουση μεταξύ ονόματος χώρου και προγενέστερου σήματος, επωνυμίας ή διακριτικού τίτλου κρίνεται με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας. Υπερισχύει το δικαίωμα που γεννήθηκε πρώτο, ανεξάρτητα από το πότε καταχωρήθηκε το όνομα χώρου στο μητρώο. Η καταχώρηση στο διαδίκτυο δεν παρέχει κανένα προβάδισμα έναντι μη καταχωρημένων διακριτικών γνωρισμάτων.

Το domain name αποτελεί νομικά μια διαρκή ενοχική σχέση με περιουσιακή διάσταση και αξία, χωρίς να δημιουργεί απόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα.

Η ίδια η καταχώρηση στην αρμόδια αρχή δεν γεννά δικαίωμα σε διακριτικό γνώρισμα ή σήμα. Όταν όμως το όνομα χώρου χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο της επιχείρησης στο διαδίκτυο, του αποδίδεται οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος, ώστε να μην προκαλούνται ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία (ΑΠ 1561/2024).

Το όνομα χώρου δεν ταυτίζεται κατ’ αρχήν με την εμπορική επωνυμία, τον διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα, καθώς αποτελεί τμήμα μιας τεχνικής διαδικασίας που απαιτείται για την ηλεκτρονική περιήγηση. Η οιονεί λειτουργία διακριτικού γνωρίσματος του αποδίδεται μόνο όταν χρησιμοποιείται ως μέσο εξατομίκευσης και αναγνώρισης της επιχείρησης στις ηλεκτρονικές συναλλαγές (ΕφΑθ 2801/2022). Η διάκριση αυτή έχει πρακτική σημασία, γιατί καθορίζει αν και σε ποιον βαθμό το όνομα χώρου απολαμβάνει προστασίας έναντι τρίτων.

Καθοριστικό σημείο είναι ότι η χρονική προτεραιότητα δεν μετράται από την ημερομηνία καταχώρησης του ονόματος χώρου, αλλά από την έναρξη χρήσης της ένδειξης στις επιχειρηματικές συναλλαγές. Την ίδια αρχή εφαρμόζει και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη σχέση εμπορικής επωνυμίας και σήματος (ΔΕΕ C-245/02).

Η εμπειρία από διαφορές μεταξύ σήματος και domain name δείχνει ότι το κρίσιμο δεν είναι η ημερομηνία στο μητρώο αλλά η απόδειξη του χρόνου πρώτης εμπορικής χρήσης, η οποία απαιτεί ad hoc τεκμηρίωση κατά περίπτωση (τιμολόγια, διαφημίσεις, καταχωρήσεις, αλληλογραφία κλπ) και καθορίζει ποιο μέρος έχει το προβάδισμα.

Πώς κρίνεται ο κίνδυνος σύγχυσης domain με σήμα;

Ο κίνδυνος σύγχυσης κρίνεται με βάση το ομοειδές του ονόματος χώρου και της δραστηριότητας του κατόχου του, με το προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα, με ευρεία έννοια. Ευρεία έννοια σημαίνει ότι δεν αποκλείεται ο κίνδυνος σύγχυσης, ακόμη και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση προσφέρει ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες, αρκεί να υπάρχει εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις.

Όταν ελλείπει κάθε σχέση μεταξύ των κλάδων δραστηριότητας, η πιθανότητα σύγχυσης περιορίζεται σε ένα αμελητέο τμήμα των συναλλακτικών κύκλων, που δεν αρκεί για να θεμελιωθεί ο κίνδυνος σύγχυσης (ΑΠ 1609/2014). Το ίδιο ζήτημα εμφανίζεται και στη σύγκρουση δύο εμπορικών σημάτων, όπου η ανάλυση του κινδύνου σύγχυσης ακολουθεί παρόμοια κριτήρια.

Η ένταση της προστασίας διαφοροποιείται όταν το προγενέστερο γνώρισμα είναι σήμα φήμης. Στην περίπτωση αυτή η προστασία επεκτείνεται και πέρα από τα όρια του ομοειδούς, καλύπτοντας την αποφυγή προσπορισμού αθέμιτου οφέλους ή βλάβης της φήμης και του διακριτικού χαρακτήρα. Η σχετική κρίση εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, τον βαθμό ομοιότητας και την αναγνωρισιμότητα του σήματος στις συναλλαγές.

Πώς ανακτάται όνομα χώρου που κατοχύρωσε τρίτος;

Ο δικαιούχος σήματος ή διακριτικού γνωρίσματος που εντοπίζει το όνομά του κατοχυρωμένο ως .gr ή .ελ από τρίτον υποβάλλει καταγγελία στην ΕΕΤΤ. Η βάση είναι το άρθρο 10 του Κανονισμού Διαχείρισης και Εκχώρησης Ονομάτων Χώρου (απόφαση ΕΕΤΤ 1110/6/2024, ΦΕΚ Β’ 2908/2024). Η Επιτροπή Ακροάσεων της ΕΕΤΤ εξετάζει την υπόθεση και, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, διατάσσει τη μεταβίβαση.

Η πρακτική της κακόπιστης καταχώρησης ξένου σήματος ή διακριτικού γνωρίσματος ως ονόματος χώρου είναι γνωστή ως κυβερνοσφετερισμός (cybersquatting).

Επίσης, μπορεί να στοιχειοθετεί α) προσβολή του δικαιώματος στο όνομα κατά το άρθρο 58 του Αστικού Κώδικα, β) αθέμιτο παρεμποδιστικό ανταγωνισμό κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914, ή γ) προσβολή διακριτικού γνωρίσματος κατά το άρθρο 13 του ίδιου νόμου (ΑΠ 371/2012).

Η ανάγκη εκ των υστέρων ανάκτησης πηγάζει από τον ίδιο τον τρόπο εκχώρησης. Το σύστημα λειτουργεί κατά τη σειρά υποβολής των αιτήσεων (First Come First Served), χωρίς διενέργεια προληπτικού ελέγχου ως προς προγενέστερα δικαιώματα τρίτων. Αρκεί το συγκεκριμένο όνομα να μην έχει ήδη χορηγηθεί σε άλλον.

Έτσι, ο δικαιούχος σήματος μπορεί να βρεθεί προ τετελεσμένων, με το όνομά του κατοχυρωμένο από τρίτον που το αξιοποιεί ή το δεσμεύει. Οι ιδιαιτερότητες του διαδικτύου, η παγκοσμιότητα ως μέσου, η μοναδικότητα κάθε ηλεκτρονικής διεύθυνσης και η πεπερασμένη δυνατότητα συνδυασμών, εντείνουν την πιθανότητα σύγκρουσης και καθιστούν την έγκαιρη αντίδραση κρίσιμη.

Η διοικητική διαδικασία ενώπιον της ΕΕΤΤ ακολουθεί τα εξής στάδια:

  1. Υποβολή καταγγελίας από τον φορέα που επικαλείται προγενέστερο δικαίωμα σε σήμα ή διακριτικό γνώρισμα, με αίτημα διαγραφή του ονόματος από τον κάτοχο και μεταβίβαση στον καταγγέλλοντα.
  2. Καταβολή τέλους για την εξέταση (200 ευρώ για φυσικό πρόσωπο και 400 ευρώ για νομικό πρόσωπο).
  3. Διεξαγωγή ακρόασης ενώπιον της Επιτροπής Ακροάσεων, μεταξύ του καταγγέλλοντος και του κατόχου του ονόματος χώρου.
  4. Έκδοση απόφασης. Η Επιτροπή κρίνει αν το όνομα είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο σε βαθμό που προκαλεί σύγχυση με όνομα για το οποίο υφίσταται δικαίωμα και αν ο κάτοχος στερείται δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος ή ενήργησε με κακή πίστη.

Η στοιχειοθέτηση της κακής πίστης είναι το σημείο όπου κρίνεται η υπόθεση. Η εμπειρία από υποθέσεις ανάκτησης ονομάτων χώρου δείχνει ότι η Επιτροπή σταθμίζει στοιχεία όπως η γνώση του προγενέστερου σήματος κατά την καταχώρηση, η απουσία πραγματικής χρήσης του ονόματος, η πρόθεση μεταπώλησης στον δικαιούχο και η παρακώλυση της εισόδου του στο διαδίκτυο. Η τεκμηρίωση καθενός από αυτά απαιτεί προσεκτική επιλογή των αποδεικτικών μέσων.

ΕΕΤΤ ή δικαστήριο: ποια οδός επιλέγεται για την ανάκτηση;

Η διοικητική οδός της ΕΕΤΤ είναι ταχύτερη και σαφώς φθηνότερη και οδηγεί απευθείας σε μεταβίβαση του ονόματος, όμως περιορίζεται στις καταλήξεις .gr και .ελ και στους λόγους του άρθρου 10 του Κανονισμού.

Η δικαστική οδός, μέσω αγωγής με βάση το δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού, προσφέρει αποζημίωση και δυνατότητα για ασφαλιστικά μέτρα, ενώ καλύπτει κάθε κατάληξη, με μεγαλύτερο κόστος και χρόνο (πλην ασφαλιστικών).

ΚριτήριοΔιοικητική οδός (ΕΕΤΤ)Δικαστική οδός
Νομική βάσηΆρθρο 10 Κανονισμού ΕΕΤΤ 1110/6/2024Άρθρα 1 και 13 ν. 146/1914, άρθρο 58 ΑΚ
Εμβέλεια κατάληξηςΜόνο .gr και .ελΚάθε κατάληξη (.com, .eu, .net κ.λπ.)
ΑποτέλεσμαΜεταβίβαση ή διαγραφή του ονόματοςΠαράλειψη χρήσης, άρση προσβολής, αποζημίωση
ΑποζημίωσηΔεν επιδικάζεταιΕπιδικάζεται, εφόσον αποδειχθεί ζημία
Προσωρινή προστασίαΔεν προβλέπεταιΑσφαλιστικά μέτρα, προσωρινή διαταγή
Κόστος εξέτασης200 ευρώ φυσικό, 400 ευρώ νομικό πρόσωποΔικαστικά έξοδα και αμοιβές, κατά αντικείμενο

Οι δύο οδοί δεν αλληλοαποκλείονται. Η επιλογή εξαρτάται από την κατάληξη του ονόματος, από το αν επιδιώκεται αποζημίωση ή μόνο η ανάκτηση και από την ανάγκη άμεσης προσωρινής προστασίας.

Σε επείγουσες περιπτώσεις, όπου το όνομα χρησιμοποιείται ενεργά προς βλάβη της επιχείρησης, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να προηγηθεί ή να συνδυαστεί με την καταγγελία στην ΕΕΤΤ.

Πότε εξυπηρετεί η κατοχύρωση του domain και ως σήματος;

Η κατοχύρωση του ονόματος και ως εμπορικού σήματος επιλέγεται όταν το όνομα έχει διακριτική δύναμη και λειτουργεί ως brand της επιχείρησης.

Η καταχώρηση του ονόματος χώρου από μόνη της δημιουργεί απλώς μια διαρκή ενοχική σχέση. Το καταχωρισμένο σήμα παρέχει απόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα έναντι όλων, με αυτοτελή προστασία κατά τον ν. 4679/2020.

ΣτοιχείοΑπλό όνομα χώρουΚαταχωρισμένο σήμα
Φύση δικαιώματοςΔιαρκής ενοχική σχέσηΑπόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα
Ισχύς έναντι τρίτωνΈμμεση, μέσω αθέμιτου ανταγωνισμούΆμεση, έναντι όλων (erga omnes)
Νομική βάσην. 146/1914 (οιονεί λειτουργία)ν. 4679/2020

Η προστασία του εμπορικού σήματος ενεργοποιείται με τη δήλωση κατάθεσης στο αρμόδιο μητρώο και την παρέλευση του τριμήνου χωρίς ανακοπή. Η διπλή προστασία, ονόματος χώρου και σήματος, καλύπτει τόσο την ηλεκτρονική παρουσία όσο και τη χρήση της ένδειξης στα προϊόντα και τις υπηρεσίες.

Η σύνθεση των δύο δικαιωμάτων, μαζί με τη μορφή με την οποία θα κατοχυρωθεί η ένδειξη, καθορίζει το εύρος της προστασίας. Η χρήση του σήματος σε διαφορετική μορφή από την καταχωρισμένη επηρεάζει την έκταση και τη διατήρηση του δικαιώματος.

Όταν το όνομα χρησιμοποιείται κακόπιστα από τρίτον, η ύπαρξη καταχωρισμένου σήματος ενισχύει αποφασιστικά τη θέση του δικαιούχου, τόσο στην καταγγελία ενώπιον της ΕΕΤΤ όσο και στο δικαστήριο, αφού η κακόπιστη καταχώρηση συνήθως συνιστά και αθέμιτο ανταγωνισμό.

Συχνές Ερωτήσεις

Το domain name αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της επιχείρησης;

Ναι. Το όνομα χώρου είναι διαρκής ενοχική σχέση με περιουσιακή διάσταση και αξία. Μπορεί να μεταβιβαστεί και να αποτιμηθεί, χωρίς όμως να γεννά απόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα όπως το σήμα. Η περιουσιακή του αξία εξαρτάται κυρίως από την καθιέρωσή του στις συναλλαγές και τη σύνδεσή του με την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Αρκεί η καταχώρηση ονόματος χώρου για την προστασία του brand;

Όχι από μόνη της. Η καταχώρηση εξασφαλίζει τη χρήση του ονόματος, αλλά παρέχει μόνο έμμεση προστασία μέσω του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού. Για ισχυρή, απόλυτη προστασία έναντι όλων απαιτείται η κατοχύρωση της ένδειξης και ως εμπορικού σήματος κατά τον ν. 4679/2020.

Τι ισχύει αν δύο επιχειρήσεις χρησιμοποιούν το ίδιο όνομα σε διαφορετική κατάληξη;

Η χρήση της ίδιας ονομασίας σε διαφορετική κατάληξη δεν αποκλείεται όταν αφορά διαφορετικά προϊόντα ή υπηρεσίες και δεν προκαλείται κίνδυνος σύγχυσης. Όταν όμως υπάρχει εγγύτητα οικονομικών κλάδων ή προγενέστερο σήμα φήμης, η σύγκρουση κρίνεται με βάση τη χρονική προτεραιότητα του δικαιώματος.

Πόσο κοστίζει η καταγγελία στην ΕΕΤΤ για ανάκτηση ονόματος;

Το τέλος εξέτασης της καταγγελίας ανέρχεται σε 200 ευρώ για φυσικό πρόσωπο και 400 ευρώ για νομικό πρόσωπο. Το ποσό καλύπτει τη διεξαγωγή της ακρόασης ενώπιον της Επιτροπής Ακροάσεων της ΕΕΤΤ. Πέραν του τέλους, υπολογίζεται και η δαπάνη νομικής υποστήριξης για τη σύνταξη και τεκμηρίωση της καταγγελίας.

Τι είναι ο κυβερνοσφετερισμός (cybersquatting);

Είναι η κακόπιστη καταχώρηση ως ονόματος χώρου ξένου σήματος, σήματος φήμης ή διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου οφέλους, συνήθως μέσω μεταπώλησης στον δικαιούχο ή παρακώλυσης της εισόδου του στο διαδίκτυο. Αντιμετωπίζεται διοικητικά μέσω της ΕΕΤΤ και δικαστικά μέσω του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Απόδειξη χρόνου πρώτης χρήσης: Η χρονική προτεραιότητα κρίνεται από την έναρξη χρήσης της ένδειξης στις συναλλαγές, όχι από την ημερομηνία καταχώρησης. Η συγκέντρωση και διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων χρήσης (τιμολόγια, διαφημίσεις, καταχωρήσεις) είναι το στοιχείο που καθορίζει την έκβαση σε κάθε σύγκρουση.

Επιλογή οδού: Η απόφαση μεταξύ καταγγελίας στην ΕΕΤΤ και δικαστικής αγωγής λαμβάνεται με κριτήρια την κατάληξη του ονόματος, την επιδίωξη αποζημίωσης και την ανάγκη επείγουσας προστασίας. Λανθασμένη επιλογή οδού κοστίζει χρόνο σε βάρος της επιχείρησης που υφίσταται την προσβολή.

Διπλή κατοχύρωση: Για ονόματα που λειτουργούν ως brand, η κατοχύρωση και ως σήματος μετατρέπει την έμμεση προστασία σε απόλυτο δικαίωμα και ενισχύει κάθε μεταγενέστερη ενέργεια ανάκτησης.

Τεκμηρίωση κακής πίστης: Στις υποθέσεις κυβερνοσφετερισμού, η στοιχειοθέτηση της κακής πίστης του κατόχου είναι κρίσιμη. Η γνώση του προγενέστερου σήματος, η απουσία χρήσης και η πρόθεση μεταπώλησης τεκμηριώνονται με επιμέρους αποδεικτικά μέσα κατά περίπτωση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την προστασία του domain name.