Δικαίωμα Κατασκευαστή Βάσης Δεδομένων: Πότε Προστατεύεται

Πότε εμποδίζεται η αντιγραφή ή το scraping της βάσης δεδομένων;

Σε συντομία:

  • Μια βάση δεδομένων προστατεύεται με δύο διακριτά νομικά πλαίσια: δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας (αν η δομή είναι πρωτότυπη) και δικαίωμα ειδικής φύσης (sui generis), που προστατεύει την επένδυση ακόμη και χωρίς πρωτοτυπία.
  • Ο κατασκευαστής εμποδίζει την εξαγωγή ή επαναχρησιμοποίηση ουσιώδους μέρους, αλλά μετά την απόφαση CV-Online (2021) μόνο όταν η πράξη θέτει σε κίνδυνο την απόσβεση της επένδυσης.
  • Το web scraping και η χρήση δεδομένων για εκπαίδευση τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπονται κατ’ αρχήν από νομίμως προσβάσιμο υλικό, εκτός αν ο δικαιούχος έχει ασκήσει ρητή επιφύλαξη δικαιωμάτων με κατάλληλο, μηχαναγνώσιμο τρόπο.
  • Κατασκευαστής είναι όποιος φέρει το επιχειρηματικό ρίσκο της επένδυσης, όχι ο προγραμματιστής που εκτελεί την κατασκευή με σύμβαση έργου.
  • Σε παραβίαση προβλέπονται αστικές αξιώσεις (άρση, παράλειψη, αποζημίωση) και ποινικές κυρώσεις.

Πότε προστατεύεται η βάση δεδομένων και με ποιο νομικό πλαίσιο;

Μια βάση δεδομένων προστατεύεται με δύο διακριτά νομικά πλαίσια:

  • Με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται όταν η επιλογή ή η διευθέτηση του περιεχομένου της είναι πρωτότυπη, οπότε αντικείμενο προστασίας είναι η δομή της.
  • Με δικαίωμα ειδικής φύσης (sui generis) προστατεύεται όταν η απόκτηση, ο έλεγχος ή η παρουσίαση του περιεχομένου καταδεικνύει ουσιώδη επένδυση, οπότε αντικείμενο προστασίας είναι η επένδυση.

Το δεύτερο πλαίσιο καλύπτει και μη πρωτότυπες βάσεις.

Ως βάση δεδομένων (database) νοείται, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2121/1993, η συλλογή έργων, δεδομένων ή άλλων ανεξάρτητων στοιχείων, διευθετημένων κατά συστηματικό ή μεθοδικό τρόπο και ατομικώς προσιτών.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διευκρίνισε στην υπόθεση C-444/02 (Fixtures Marketing) ότι κρίσιμο στοιχείο είναι η δυνατότητα μεμονωμένης ανεύρεσης κάθε στοιχείου χωρίς να επηρεάζεται η αξία των υπολοίπων. Η έννοια καλύπτει τόσο τις ηλεκτρονικές όσο και τις παραδοσιακές βάσεις, ανεξάρτητα από το είδος του υλικού (κείμενα, αριθμοί, εικόνες, πραγματικά στοιχεία κλπ).

Το πρώτο νομικό πλαίσιο προϋποθέτει πρωτοτυπία. Η βάση προστατεύεται ως πνευματικό δημιούργημα μόνο όταν η επιλογή ή η οργάνωση του υλικού της εκφράζει τη δημιουργική ικανότητα του δημιουργού με τρόπο που αποτυπώνει το «προσωπικό του άγγιγμα».

Το κριτήριο της πρωτοτυπίας στην ελληνική νομολογία ταυτίζεται με τη στατιστική μοναδικότητα, δηλαδή την κρίση ότι κανένας άλλος δημιουργός υπό παρόμοιες συνθήκες δεν θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1051/2015). Μια διευθέτηση με αυτονόητα κριτήρια, όπως η αλφαβητική σειρά ή η πλήρης απαρίθμηση όλων των κατοίκων ενός δήμου, δεν πληροί το κριτήριο. Η προστασία αυτή αφορά τη διάρθρωση της βάσης, όχι το περιεχόμενό της.

Το δεύτερο νομικό πλαίσιο δεν προϋποθέτει πρωτοτυπία. Το δικαίωμα ειδικής φύσης του άρθρου 45Α Ν. 2121/1993 χορηγείται στον κατασκευαστή όταν η δημιουργία της βάσης απαίτησε ουσιώδη, ποιοτική ή ποσοτική, επένδυση.

Το ΔΕΕ, στην υπόθεση C-203/02 (British Horseracing Board), διέκρινε την επένδυση που γίνεται για τη συλλογή, τον έλεγχο και την παρουσίαση υφιστάμενων δεδομένων, η οποία προστατεύεται, από την επένδυση που γίνεται για την παραγωγή των ίδιων των δεδομένων, η οποία δεν προστατεύεται.

Η διάκριση αυτή είναι το πιο συχνό σημείο όπου μια αξίωση sui generis αναιρείται στην πράξη, καθώς επιχειρήσεις που παράγουν οι ίδιες τα δεδομένα τους συχνά δεν μπορούν να επικαλεστούν το δικαίωμα για το ίδιο το στάδιο της παραγωγής.

ΣτοιχείοΔικαίωμα δημιουργού (πνευματική ιδιοκτησία)Δικαίωμα κατασκευαστή (sui generis)
ΠροϋπόθεσηΠρωτοτυπία στην επιλογή ή διευθέτησηΟυσιώδης ποιοτική ή ποσοτική επένδυση
Αντικείμενο προστασίαςΗ δομή της βάσηςΗ επένδυση συλλογής, ελέγχου, παρουσίασης
ΔικαιούχοςΦυσικό πρόσωπο (δημιουργός)Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που φέρει το ρίσκο
ΔιάρκειαΌση και τα λοιπά έργα (ζωή δημιουργού και 70 έτη)15 έτη από την περάτωση ή την πρώτη διάθεση

Πότε μπορεί ο κατασκευαστής να εμποδίσει την εξαγωγή ή την επαναχρησιμοποίηση;

Ο κατασκευαστής μπορεί να απαγορεύσει την εξαγωγή ή την επαναχρησιμοποίηση του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου, αξιολογούμενου ποιοτικά ή ποσοτικά. Μετά την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-762/19 (CV-Online Latvia, 3 Ιουνίου 2021) το δικαίωμα δεν ενεργοποιείται αυτόματα: απαιτείται η πράξη να θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητα του κατασκευαστή να αποσβέσει την επένδυσή του.

Ως εξαγωγή θεωρείται η μόνιμη ή προσωρινή μεταφορά του συνόλου ή ουσιώδους μέρους σε άλλο υλικό φορέα, ενώ επαναχρησιμοποίηση είναι η διάθεση στο κοινό με διανομή, εκμίσθωση ή μετάδοση. Η εξαγωγή και η επαναχρησιμοποίηση επουσιώδους μέρους επιτρέπονται ελεύθερα.

Δεν επιτρέπονται όμως όταν γίνονται κατ’ επανάληψη και συστηματικά, με τρόπο που συγκρούεται με την κανονική εκμετάλλευση της βάσης ή θίγει αδικαιολόγητα τα συμφέροντα του κατασκευαστή. Το όριο μεταξύ ουσιώδους και επουσιώδους δεν είναι μόνο ποσοτικό, καθώς ένα μικρό αλλά κρίσιμο τμήμα μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδες με ποιοτικά κριτήρια.

Η απόφαση CV-Online μετέβαλε τον τρόπο εφαρμογής. Η υπόθεση αφορούσε μηχανή αναζήτησης αγγελιών εργασίας που ευρετηρίαζε το περιεχόμενο βάσης τρίτου. Το ΔΕΕ έκρινε ότι τέτοιες πράξεις απαγορεύονται μόνο εφόσον στερούν από τον κατασκευαστή έσοδα που του επιτρέπουν να αποσβέσει το κόστος της επένδυσης.

Με τη λογική αυτή, ο εθνικός δικαστής καλείται πλέον να εξετάσει πρώτα αν υφίσταται ουσιώδης επένδυση και, έπειτα, αν η συγκεκριμένη εξαγωγή ή επαναχρησιμοποίηση απειλεί την απόσβεσή της. Η αξιολόγηση αυτή είναι κατ’ εξοχήν περιπτωσιολογική και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, καθώς η ίδια πράξη μπορεί να είναι επιτρεπτή για μια βάση και απαγορευμένη για μια άλλη.

Είναι νόμιμο το scraping ή η χρήση της βάσης για εκπαίδευση τεχνητής νοημοσύνης και πώς εμποδίζεται;

Η αυτοματοποιημένη εξαγωγή δεδομένων (web scraping) με σκοπό την εξόρυξη κειμένων και δεδομένων (TDM – text and data mining) επιτρέπεται κατ’ αρχήν από νομίμως προσβάσιμο υλικό. Ο Ν. 4996/2022, που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2019/790, εισήγαγε δύο εξαιρέσεις στον Ν. 2121/1993. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να αποκλείσει τη μία από αυτές μόνο με ρητή επιφύλαξη δικαιωμάτων.

Η πρώτη εξαίρεση, του άρθρου 21Α, αφορά την εξόρυξη για σκοπούς επιστημονικής έρευνας από ερευνητικούς οργανισμούς και ιδρύματα πολιτιστικής κληρονομιάς. Η εξαίρεση αυτή είναι υποχρεωτική και δεν παρακάμπτεται με αντίθετη συμβατική ρήτρα, ενώ όροι χρήσης που την αποκλείουν είναι άκυροι.

Η δεύτερη εξαίρεση, του άρθρου 21Β, είναι γενική και καλύπτει την εξόρυξη από οποιονδήποτε, ακόμη και για εμπορικό σκοπό, εφόσον υπάρχει νόμιμη πρόσβαση στο υλικό. Σε αντίθεση με την πρώτη, ο δικαιούχος μπορεί να την αποκλείσει ασκώντας επιφύλαξη δικαιωμάτων (opt-out) με κατάλληλο τρόπο.

Για περιεχόμενο που διατίθεται στο διαδίκτυο, ο κατάλληλος τρόπος είναι μηχαναγνώσιμα μέσα, όπως μεταδεδομένα ή ρητοί όροι χρήσης που μπορεί να αναγνώσει αυτόματα ένα λογισμικό συλλογής.

Η σύνδεση με τις βάσεις δεδομένων είναι άμεση. Ο τίτλος του άρθρου 21Β αναφέρει ρητά την εξαγωγή, που είναι η εξουσία του κατασκευαστή κατά το άρθρο 45Α, οπότε η εξαίρεση και η δυνατότητα επιφύλαξης καταλαμβάνουν και το δικαίωμα ειδικής φύσης.

Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ο κάτοχος μιας βάσης που θέλει να εμποδίσει τη χρήση των δεδομένων του για εκπαίδευση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης οφείλει να δηλώσει ενεργά την αντίθεσή του με μηχαναγνώσιμο τρόπο.

Χωρίς τέτοια δήλωση, η εξόρυξη από νομίμως προσβάσιμο περιεχόμενο παραμένει κατ’ αρχήν νόμιμη. Αντίστροφα, μια επιχείρηση που συλλέγει δεδομένα οφείλει να ελέγχει τόσο τη νομιμότητα της πρόσβασης όσο και την ύπαρξη επιφύλαξης πριν αξιοποιήσει το υλικό.

Η εμπειρία από υποθέσεις προστασίας ψηφιακών καταλόγων και συνόλων δεδομένων (datasets) δείχνει ότι η ισχύς της επιφύλαξης κρίνεται από την ακρίβεια της διατύπωσης και του τεχνικού της φορέα. Μια γενικόλογη δήλωση σε όρους χρήσης που δεν είναι αναγνώσιμη από λογισμικό, ή που δεν προσδιορίζει με σαφήνεια το υλικό που καλύπτει, κινδυνεύει να κριθεί ανεπαρκής. Η σωστή υλοποίηση συνδυάζει νομική διατύπωση και τεχνική σήμανση, στοιχεία που πρέπει να σχεδιαστούν μαζί.

ΣτοιχείοΆρθρο 21Α (επιστημονική έρευνα)Άρθρο 21Β (γενική εξόρυξη)
Ποιος καλύπτεταιΕρευνητικοί οργανισμοί, ιδρύματα πολιτιστικής κληρονομιάςΟποιοσδήποτε, ακόμη και για εμπορικό σκοπό
ΠροϋπόθεσηΝόμιμη πρόσβαση στο υλικόΝόμιμη πρόσβαση στο υλικό
Δυνατότητα αποκλεισμούΔεν αποκλείεται, ούτε συμβατικάΑποκλείεται με επιφύλαξη δικαιωμάτων (opt-out)
Τρόπος επιφύλαξηςΔεν προβλέπεταιΚατάλληλος, για online υλικό μηχαναγνώσιμος

Ποιος έχει τα δικαιώματα όταν η κατασκευή ανατίθεται σε προγραμματιστή;

Κατασκευαστής βάσης δεδομένων, επομένως και δικαιούχος του δικαιώματος ειδικής φύσης, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λαμβάνει την πρωτοβουλία και επωμίζεται τον κίνδυνο των επενδύσεων.

Δεν θεωρείται κατασκευαστής ο προγραμματιστής ή ο εργολάβος που ανέλαβε την κατασκευή με σύμβαση έργου για λογαριασμό του επιχειρηματία. Η ιδιότητα κρίνεται από το ποιος φέρει το οικονομικό ρίσκο, όχι από το ποιος εκτελεί τεχνικά την εργασία.

Η διάκριση έχει πρακτικές συνέπειες όταν η ανάπτυξη ανατίθεται σε εξωτερικό συνεργάτη. Το δικαίωμα ειδικής φύσης γεννιέται κατ’ αρχήν στο πρόσωπο που χρηματοδότησε και ανέλαβε τον κίνδυνο της επένδυσης, δηλαδή στην επιχείρηση που παρήγγειλε τη βάση.

Παράλληλα όμως, αν η δομή της βάσης είναι πρωτότυπη, το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επί της δομής γεννιέται πρωτογενώς στο φυσικό πρόσωπο που τη δημιούργησε, καθώς κατά το ελληνικό δίκαιο μόνο φυσικά πρόσωπα είναι αρχικοί δημιουργοί. Τα δύο δικαιώματα μπορεί έτσι να ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα.

Στην πράξη, οι συμβάσεις ανάθεσης κατασκευής που δεν ρυθμίζουν ρητά την ιδιότητα του κατασκευαστή και τη μεταβίβαση του περιουσιακού σκέλους της πνευματικής ιδιοκτησίας αφήνουν την επιχείρηση εκτεθειμένη.

Χωρίς ρητή πρόβλεψη, η εταιρεία μπορεί να βρεθεί κάτοχος του δικαιώματος ειδικής φύσης αλλά χωρίς εξασφαλισμένο το δικαίωμα επί της πρωτότυπης δομής, με αποτέλεσμα να μην ελέγχει πλήρως την εκμετάλλευση.

Για τον λόγο αυτό η σύμβαση οφείλει να προβλέπει ρητά τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος, την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του δικαιώματος ειδικής φύσης και την οριοθέτηση των δικαιωμάτων του προγραμματιστή.

Τι μέσα προστασίας υπάρχουν σε περίπτωση παραβίασης;

Σε περίπτωση προσβολής, ο δικαιούχος διαθέτει αστικές αξιώσεις και ποινική προστασία. Οι αστικές αξιώσεις περιλαμβάνουν την άρση της προσβολής, την παράλειψή της στο μέλλον και την αποζημίωση. Οι ποινικές κυρώσεις του Ν. 2121/1993 προβλέπουν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή για όποιον, χωρίς δικαίωμα, αναπαράγει τη βάση ή εξάγει και επαναχρησιμοποιεί ουσιώδες μέρος της χωρίς την άδεια του κατασκευαστή.

Η ίδια προστασία ισχύει και για τα δύο νομικά πλαίσια, τόσο για την προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού επί της πρωτότυπης δομής όσο και για την προσβολή του δικαιώματος ειδικής φύσης του κατασκευαστή.

Η επιλογή των μέσων εξαρτάται από το είδος της προσβολής και από το τι μπορεί να αποδειχθεί. Σε αξίωση που στηρίζεται στο δικαίωμα ειδικής φύσης, το κρίσιμο βάρος απόδειξης αφορά την ύπαρξη ουσιώδους επένδυσης στη συλλογή, τον έλεγχο ή την παρουσίαση των δεδομένων, στοιχείο που πρέπει να τεκμηριωθεί με συγκεκριμένα δεδομένα κόστους, χρόνου και πόρων.

Το δικαίωμα ειδικής φύσης συνυπάρχει με άλλους μηχανισμούς που μπορεί να ενεργοποιηθούν παράλληλα. Η μη εξουσιοδοτημένη αξιοποίηση δεδομένων ανταγωνιστή μπορεί να στοιχειοθετεί και αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ η προστασία εμπιστευτικών δεδομένων που δεν διατίθενται στο κοινό μπορεί να στηριχθεί στο επιχειρηματικό απόρρητο.

Όταν η βάση ενσωματώνεται σε εφαρμογή, τίθεται επιπλέον το ζήτημα της προστασίας του λογισμικού, που διέπεται από χωριστές διατάξεις. Η γενική προστασία του δημιουργού αφορά το ευρύτερο πλαίσιο των πνευματικών δικαιωμάτων.

Συχνές ερωτήσεις

Είναι νόμιμο το web scraping βάσης τρίτου;

Εξαρτάται από δύο στοιχεία: αν η πρόσβαση στο υλικό είναι νόμιμη και αν ο δικαιούχος έχει ασκήσει επιφύλαξη δικαιωμάτων. Για γενική εξόρυξη, η εξαγωγή από νομίμως προσβάσιμο περιεχόμενο επιτρέπεται κατ’ αρχήν, εκτός αν υπάρχει ρητή επιφύλαξη με μηχαναγνώσιμο τρόπο. Αν εξάγεται ουσιώδες μέρος προστατευόμενης βάσης κατά τρόπο που θίγει την απόσβεση της επένδυσης του κατασκευαστή, η πράξη μπορεί να είναι παράνομη.

Προστατεύεται η βάση μου αν η δομή της δεν είναι πρωτότυπη;

Ναι, μέσω του δικαιώματος ειδικής φύσης. Ακόμη και χωρίς πρωτοτυπία στην επιλογή ή διευθέτηση, η βάση προστατεύεται εφόσον η απόκτηση, ο έλεγχος ή η παρουσίαση του περιεχομένου της απαίτησε ουσιώδη ποιοτική ή ποσοτική επένδυση. Το νομικό πλαίσιο αυτό σχεδιάστηκε ακριβώς για βάσεις χωρίς δημιουργική πρωτοτυπία, όπως κατάλογοι και λίστες, αλλά με σημαντική οικονομική επένδυση.

Μπορώ να εμποδίσω τη χρήση των δεδομένων μου για εκπαίδευση τεχνητής νοημοσύνης;

Ναι, αλλά απαιτείται ενέργεια. Η γενική εξαίρεση εξόρυξης κειμένων και δεδομένων επιτρέπει τη χρήση νομίμως προσβάσιμου υλικού, εκτός αν ο δικαιούχος έχει ασκήσει επιφύλαξη δικαιωμάτων με κατάλληλο, για το διαδίκτυο μηχαναγνώσιμο τρόπο. Χωρίς τέτοια δήλωση η εξόρυξη παραμένει κατ’ αρχήν νόμιμη. Η εξαίρεση για επιστημονική έρευνα δεν αποκλείεται με κανέναν τρόπο.

Προστατεύεται μια απλή λίστα ή κατάλογος πελατών;

Μπορεί να προστατεύεται με το δικαίωμα ειδικής φύσης, εφόσον η συγκρότησή της απαίτησε ουσιώδη επένδυση στη συλλογή και τον έλεγχο των στοιχείων. Κρίσιμη είναι η διάκριση δύο ειδών επένδυσης. Η επένδυση για τη συγκέντρωση υφιστάμενων στοιχείων προστατεύεται, ενώ η επένδυση για την παραγωγή των ίδιων των στοιχείων δεν προστατεύεται. Παράλληλα, μια λίστα που τηρείται εμπιστευτικά μπορεί να προστατεύεται και ως επιχειρηματικό απόρρητο.

Πόσο διαρκεί η προστασία του κατασκευαστή βάσης δεδομένων;

Το δικαίωμα ειδικής φύσης διαρκεί 15 έτη από την περάτωση της κατασκευής ή από την πρώτη διάθεση της βάσης στο κοινό. Αν η βάση τροποποιηθεί ουσιωδώς, με νέα ουσιώδη επένδυση, το δικαίωμα ανανεώνεται για άλλα 15 έτη. Το διάστημα αυτό είναι διαφορετικό από τη διάρκεια της πνευματικής ιδιοκτησίας επί της πρωτότυπης δομής, η οποία ακολουθεί τη γενική διάρκεια προστασίας των έργων.

Πρακτικές επισημάνσεις

Έλεγχος νομικού πλαισίου: πριν διεκδικηθεί προστασία, εξετάζεται χωριστά αν η βάση πληροί το κριτήριο πρωτοτυπίας της δομής και αν τεκμηριώνεται ουσιώδης επένδυση, καθώς τα δύο νομικά πλαίσια έχουν διαφορετικές προϋποθέσεις και διάρκεια.

Τεκμηρίωση της επένδυσης: το δικαίωμα ειδικής φύσης στηρίζεται στην απόδειξη ουσιώδους επένδυσης συλλογής, ελέγχου ή παρουσίασης. Η τήρηση στοιχείων κόστους, χρόνου και πόρων ενισχύει τη θέση σε ενδεχόμενη διαφορά.

Επιφύλαξη για εξόρυξη και τεχνητή νοημοσύνη: για τον αποκλεισμό της γενικής εξόρυξης δεδομένων απαιτείται ρητή επιφύλαξη με μηχαναγνώσιμο τρόπο. Η δήλωση πρέπει να είναι σαφής ως προς το υλικό που καλύπτει και τεχνικά αναγνώσιμη από λογισμικό συλλογής.

Ρυθμίσεις στη σύμβαση ανάθεσης: η σύμβαση με προγραμματιστή ή εξωτερικό συνεργάτη οφείλει να προβλέπει ρητά τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος και την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του δικαιώματος ειδικής φύσης, ώστε να μην διασπώνται τα δικαιώματα.

Κριτήριο CV-Online: κατά την αξιολόγηση μιας εξαγωγής ή επαναχρησιμοποίησης, εξετάζεται όχι μόνο το αν θίγεται ουσιώδες μέρος, αλλά και το αν η πράξη απειλεί την απόσβεση της επένδυσης, καθώς η απάντηση διαφοροποιείται κατά περίπτωση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων στις Βάσεις Δεδομένων.

Διαζύγιο Και Αξίωση Συμμετοχής Επί Εταιρείας Συζύγου

Η ΑΞΙΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του Α.Κ.

«Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή… Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες».

Νομική Φύση Αξίωσης Συμμετοχής

Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι, κατ’ αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή, χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου.

Έννοια Προσαύξησης Περιουσίας

Ως αύξηση νοείται, όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι, κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία).

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Χρόνος & Τρόπος Υπολογισμού Περιουσίας

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος, κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής.

Οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου δεν επιδρούν στον προσδιορισμό της τελικής περιουσίας και συνακόλουθα του αποκτήματος.

Συμβολή Συζύγου Στην Προσαύξηση

Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 του Α.Κ., μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα.

Μπορεί να συνίσταται ακόμη και στην παροχή υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 του Α.Κ., οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα, στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση.

Υπολογισμος Συμμετοχής Στα Αποκτηματα

Η αποτίμηση, όμως, των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε, κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατά είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 1059/2014).

ΑΓΩΓΗ – ΑΜΥΝΑ ΣΥΖΥΓΟΥ – ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
Αγωγικές Αξιώσεις Επί Προσαύξησης Περιουσίας

Όταν ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.

Ενστάσεις

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 του Α.Κ. τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση, ενώ όσον αφορά στον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ. μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων.

Τούτο με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ’ ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Νομική Ερμηνεία Ενστάσεων

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης, σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Επίσης, ο εναγόμενος στην εν λόγω αγωγή μπορεί, κατ’ ένσταση, να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, να αφαιρεθεί το παθητικό αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και δεν απέδειξε την συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία, που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά, μόνο, κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ, κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε, δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ’ επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεστεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3.

Η ΑΞΙΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΕ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΖΥΓΟΥ

Η ιδιότητα εταίρου σε εταιρεία, με νομική προσωπικότητα, προσωπική (ΟΕ, ΕΕ) ή κεφαλαιουχική (ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ), δεν παρέχει σε αυτόν (εταίρο ή μέτοχο) οποιοδήποτε δικαίωμα περιουσιακής φύσεως επί των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων, που απαρτίζουν την εταιρική περιουσία.

Τούτο διότι επί εταιρειών που έχουν νομική προσωπικότητα, σε αντίθεση με εκείνες που στερούνται νομικής προσωπικότητας, η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο και διακρίνεται από τις ατομικές περιουσίες των εταίρων.

Από αυτό συνάγεται ότι για τον υπόχρεο σύζυγο, που έχει αποκτήσει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της έγγαμης συμβίωσης, με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου, την ιδιότητα μετόχου ή εταίρου εταιρείας με νομική προσωπικότητα και τη διατηρεί, κατά το χρόνο λύσης ή ακύρωσης του γάμου, απόκτημα δεν αποτελούν τα κατ’ ιδίαν στοιχεία, τα οποία συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας, αλλά η ατομική του περιουσία ως μετόχου ή εταίρου.

Δηλαδή, απόκτημα αποτελεί η οικονομική συμμετοχή του εταίρου ή μετόχου και συγκεκριμένα οι μετοχές ή η μερίδα συμμετοχής του καθώς και τα αναλογούντα στο ποσοστό συμμετοχής καθαρά κέρδη, που αποκόμισε, κατά τη διάρκεια του γάμου και υφίστανται, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης ή ακύρωσης του γάμου και μόνον επ’ αυτών των ατομικών περιουσιακών στοιχείων δύναται να έχει αξίωση συμμετοχής ο δικαιούχος σύζυγος.

Επομένως, στην περίπτωση συμβολής στην απόκτηση μετοχών, ή εταιρικής μερίδας υπάρχει αξίωση συμμετοχής και μπορεί να ζητηθεί, κατ’ ανάλογο ποσοστό, μέρος αυτών ή μέρος της αξίας τους.

Παράδειγμα

Κατά τη διάρκεια του γάμου, ο σύζυγος απέκτησε το 60% επί ομόρρυθμης εταιρείας. Επίσης κατά τη διάρκεια του γάμου, η ανωτέρω εταιρεία απέκτησε στην πλήρη κυριότητά της 3 ακίνητα.

Το εφετείο έκρινε ότι η σύζυγος δεν δικαιούται το 60% επί των 3 ακινήτων, αλλά το 1/3 επί των εταιρικών μεριδίων που κατείχε ο σύζυγος. Επιπλέον, επειδή η σύζυγος δεν είχε διατυπώσει το αίτημά της κατά την ανωτέρω νομικά ορθή προσέγγιση, η αξίωσή της απορρίφθηκε.

Περαιτέρω ο Άρειος Πάγος έκρινε αναιρετικά τα παρακάτω:

Η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ., δεν προσμέτρησε στην ατομική περιουσία του αναιρεσιβλήτου την εμπορική αξία του ποσοστού 60% των ακινήτων, που ανήκουν, κατά κυριότητα, στο νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας, ομόρρυθμος εταίρος της οποίας είναι ο αναιρεσίβλητος, κατά ποσοστό 60%.

Και τούτο διότι τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία δεν συνιστούν απόκτημα, καθόσον δεν ανήκουν -έστω και κατά το ως άνω ποσοστό- στην ατομική περιουσία του αναιρεσιβλήτου, αλλά συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας.

Τέτοια αξίωση συμμετοχής υπάρχει, μόνο, επί τυχόν συμβολής της αναιρεσείουσας στην απόκτηση της εταιρικής μερίδας του αναιρεσιβλήτου ή επί των αναλογούντων στο ποσοστό συμμετοχής τούτου καθαρών κερδών, που αποκόμισε αυτός, κατά τη διάρκεια του γάμου και υφίστανται, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του, αίτημα, όμως, το οποίο δεν υποβλήθηκε (ΑΠ 312/2023).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα επί εταιρειών στην περίπτωση διαζυγίου.

Δημόσιος Υπάλληλος Και Δυνατότητα Συμμετοχής Σε Εταιρείες

Η δυνατότητα δημοσίου υπάλληλου να συμμετέχει σε εταιρείες οιασδήποτε μορφής, ρυθμίζεται από το άρθρο 32 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007), όπως ισχύει σήμερα μετά την αναθεώρησή του με τον Ν. 5149/2024.

Με την παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου του Κώδικα, θεσπίζεται γενική απαγόρευση:

Απαγορεύεται ο υπάλληλος να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία ή να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας.

Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, προβλέπονται εξαιρέσεις και επιμέρους ρυθμίσεις.

ΠΛΗΡΗΣ & ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ
Ομόρρυθμη & Ετερόρρυθμη Εταιρεία (ΟΕ & ΕΕ)

Οι Ο.Ε. και Ε.Ε. εμπίπτουν στην έννοια της «προσωπικής εμπορικής εταιρείας» και επομένως ο δημόσιος υπάλληλος απαγορεύεται απόλυτα να μετέχει, είτε ως ομόρρυθμος είτε ως ετερόρρυθμος εταίρος σε αυτές.

Εξάλλου, η συμμετοχή υπαλλήλου, ως εταίρου, σε προσωπική εταιρεία (ΟΕ & ΕΕ) εμπίπτει όχι μόνο στην παραπάνω απαγόρευση της παρ. 2 του άρθρου 32, αλλά και αυτής της παρ. 3 του άρθρου 31 (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 553/2008).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, προφανέστατα, δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να είναι ούτε και διαχειριστής ΟΕ και ΕΕ.

Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ)

Ομοίως, η συμμετοχή υπαλλήλου σε ΕΠΕ απαγορεύεται ρητά και απόλυτα. Δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να είναι ούτε εταίρος (μέλος) ΕΠΕ ούτε διαχειριστής της (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 385/2008).

Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ)

Η περίπτωση της συμμετοχής δημοσίου υπάλληλου ΙΚΕ δεν αναφέρεται ρητά στο παραπάνω άρθρο και, αρχικά, επικράτησε διχογνωμία.

Ωστόσο με την Γνωμοδότηση ΝΣΚ 25/2015, κρίθηκε ότι:

«Επιπροσθέτως, η Ι.Κ.Ε., ως προς τα γενικά της χαρακτηριστικά έχει νομοθετικά διαμορφωθεί, ασχέτως των κάθε φορά ειδικότερων και εμφαινόμενων στο καταστατικό εταιρικών επιλογών, με βάση την εταιρία περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.), στην οποία η απαγόρευση συμμετοχής του υπαλλήλου δεν επιδέχεται αμφισβήτησης.
(…)
Κατόπιν των προαναφερομένων, το Ε’ Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους γνωμοδοτεί: α) ομόφωνα, ότι δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο, ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, να αποκτήσει την ιδιότητα του διαχειριστή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας και, β) κατά πλειοψηφία, ότι δεν επιτρέπεται στον εν λόγω υπάλληλο να συμμετέχει, με την απόκτηση ενός ή περισσότερων εταιρικών μεριδίων, σε αυτήν».

Τέλος, με την από 13/01/2025 Εγκύκλιο του ΥΠΕΣ, υιοθετήθηκε η παραπάνω γνωμοδότηση από τη Διοίκηση.

Επομένως, δεν επιτρέπεται στον δημόσιο υπάλληλο, να μετέχει σε ΙΚΕ, να διακρατεί εταιρικά μερίδια αυτής και, πολύ περισσότερο, να είναι διαχειριστής.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι η μειοψηφούσα άποψη του ΝΣΚ θεωρεί πως η πλήρης και απόλυτη απαγόρευση κατοχής έστω και ενός μεριδίου στην ΙΚΕ θέτει ζητήματα συνταγματικότητας. Ωστόσο, μετά την υιοθέτηση της άποψης της πλειοψηφίας από τη Διοίκηση, παρέλκει οιαδήποτε περαιτέρω αναφορά.

Κοινοπραξία

Με την ρητή αναφορά του άρθρου 32, η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου σε Κοινοπραξίες απαγορεύεται χωρίς εξαιρέσεις.

Αφανής Εταιρεία

Κατά πάγια θέση της θεωρίας και της νομολογίας, ο δημόσιος υπάλληλος δεν επιτρέπεται να συμμετέχει ως αφανής εταίρος σε αφανή εταιρεία η οποία έχει εμπορική δραστηριότητα.

Ατομική Επιχείρηση

Η ατομική επιχείρηση δεν είναι νομικό πρόσωπο και επομένως δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 32, καθώς αυτό αφορά μόνο τις εμπορικές εταιρείες.

Η σχετική ρύθμιση προβλέπεται στο άρθρο 31 «Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή» και επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις.

Λοιπά Θέματα Απόλυτης Απαγόρευσης
  • Ζήτημα μπορεί να προκύψει στην περίπτωση κατά την οποία δημόσιος υπάλληλος κληρονομήσει εταιρικά μερίδια τα οποία απαγορεύεται να κατέχει. Σύμφωνα με την ανωτέρω αναφερόμενη Γνωμοδότηση ΝΣΚ 385/2008, σε τέτοια περίπτωση (δηλαδή απόκτησης εταιρικών μεριδίων Ε.Π.Ε. από δημόσιο υπάλληλο, λόγω κληρονομίας), δημιουργείται ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας αυτού και της συμμετοχής του στην εταιρία. Το ασυμβίβαστο αυτό μπορεί να αρθεί μόνον, εφόσον ο υπάλληλος προβεί στη μεταβίβαση όλων των εταιρικών μεριδίων. Η ως άνω μεταβίβαση πρέπει να λάβει χώρα εντός έτους από της υποβολής της σχετικής δήλωσης στην υπηρεσία του, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 3 εδ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα.
  • Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρει η Γνωμοδότηση ΝΣΚ 314/2007, η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου, σε οιαδήποτε εμπορική εταιρεία στην οποία απαγορεύεται η συμμετοχή του, δεν αποτελεί κατά νόμο κώλυμα για τη χορήγηση στην εταιρεία αυτή οιασδήποτε τυχόν απαιτούμενης άδειας ιδρύσεως ή λειτουργίας. Είναι δε διάφορο το ζήτημα της πειθαρχικής ευθύνης του υπαλλήλου αυτού, λόγω της συμμετοχής του σε τέτοια εταιρεία.
ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ
Ανώνυμη Εταιρεία (ΑΕ)

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 32 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα, απαγορεύεται η απόκτηση από υπάλληλο, σύζυγο του ή ανήλικα τέκνα τους μετοχών ανωνύμων εταιρειών που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας του.

Συνεπώς, μετοχές ΑΕ που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας δεν επιτρέπεται να αποκτηθούν.

Σε περίπτωση όπου ο δημόσιος υπάλληλος είτε κατά το διορισμό του, είτε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του κατέχει μετοχές ΑΕ οι οποίες εμπίπτουν στην παραπάνω απαγόρευση, υποχρεούται να υποβάλει σχετική δήλωση στην υπηρεσία του και, εντός ενός έτους, είτε να τις μεταβιβάσει είτε να ζητήσει τη μετακίνηση του σε άλλη αρχή της υπηρεσίας του ή τη μετάταξη του σε άλλη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή η μετακίνηση ή μετάταξη είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία του.

Κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών ή την ολοκλήρωση της μετάταξης του, ο υπάλληλος εμπίπτει στο «κώλυμα συμφέροντος».

Τα ίδια ισχύουν στην περίπτωση όπου μετοχές ΑΕ οι οποίες εμπίπτουν στην παραπάνω απαγόρευση, αποκτηθούν από σύζυγο ή ανήλικα τέκνα του υπαλλήλου.

Περαιτέρω, εξ’ αντιδιαστολής, προκύπτει ότι ο δημόσιος υπάλληλος μπορεί να είναι μέτοχος σε ΑΕ που δεν ελέγχει η υπηρεσία του. Μπορεί, δηλαδή, να κατέχει μετοχές, να μετέχει και να ψηφίζει στις γενικές συνελεύσεις.

Ωστόσο, απαγορεύεται απόλυτα να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος σε ΑΕ.

Ως προς το αν μπορεί να είναι μέλος ΔΣ, η απάντηση είναι ότι επιτρέπεται, εφόσον λάβει την κατά νόμω προβλεπόμενη ειδική άδεια και έγκριση της Υπηρεσίας του (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 115/2010).

Πλειοψηφών ή Μόνος Μέτοχος

Έχει ανακύψει ζήτημα εάν επιτρέπεται δημόσιος υπάλληλος να είναι πλειοψηφών μέτοχος μιας ΑΕ (δηλαδή να κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας, ήτοι 50% + 1 μετοχή) ή, ακόμα περισσότερο, να είναι ο μοναδικός μέτοχος μονομετοχικής ΑΕ.

Τούτο διότι, εάν ένας δημόσιος υπάλληλος κατέχει τόσο μεγάλο ποσοστό μετοχών, θεωρείται ότι εμπλέκεται άμεσα στη διοίκησή της.

Σύμφωνα με τη θεωρία η κατοχή της πλειοψηφίας των μετοχών από δημόσιο υπάλληλο, οδηγεί στον de facto έλεγχο της διοίκησης της ΑΕ και ως εκ τούτου απαγορεύεται. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, θα οδηγούσε σε έμμεση παράβαση και καταστρατήγηση της σχετικής διάταξης.

Γεωργικοί Συνεταιρισμοί, ΝΠΔΔ & ΟΤΑ

Επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίων υπαλλήλων με την υπηρεσιακή τους ιδιότητα σε συνεταιρισμούς, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 32, εφόσον αυτό προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την με την Γνωμοδότηση ΝΣΚ 109/2019 για την παροχή έργου ή εργασίας με αμοιβή από υπάλληλο του Δημοσίου που διέπεται από τον Υπαλληλικό Κώδικα, στο Δημόσιο ή σε δημόσιους φορείς (ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λπ.), απαιτείται άδεια άσκησης ιδιωτικού έργου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Υ.Κ., καθόσον η τήρηση της διαγραφόμενης από το νόμο διαδικασίας είναι ανεξάρτητη της νομικής μορφής του εργοδότη, ήτοι του αν το προς ανάθεση έργο ή εργασία παρέχεται σε ιδιώτη εργοδότη ή στο Δημόσιο ή σε δημόσιους φορείς

Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (ΚοινΣΕπ)

Επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου ως απλού μέλους σε Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (ΚοινΣΕπ), διότι μόνη η συμμετοχή του σε Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση δεν του προσδίδει εμπορική ιδιότητα, ούτε συνιστά κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας.

Αντίθετα, η συμμετοχή υπαλλήλου Διοικητικό Συμβούλιο Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης, απαγορεύεται.

Περαιτέρω, η απασχόληση του ίδιου υπαλλήλου με αμοιβή, σε δραστηριότητες Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης, στην οποία είναι μέλος, στο πλαίσιο υλοποίησης των σκοπών της αποτελεί ιδιωτικό έργο, για την άσκηση του οποίου απαιτείται εκάστοτε η χορήγηση άδειας από τα προβλεπόμενα συλλογικά ή ατομικά διοικητικά όργανα και με τους όρους που καθορίζονται στη διάταξη αυτή και αφού προηγηθεί κρίση ως προς το επιτρεπτό της αιτούμενης κάθε φορά απασχόλησης (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 161/2019).

Αστική Με Κερδοσκοπική Εταιρεία

Κατά την κρατούσα άποψη, πρέπει να γίνει αναλογική εφαρμογή των παραπάνω παραδοχών για την ΚοινΣΕπ και να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου ως απλού μέλους σε ΑΜΚΕ.

Ωστόσο και στην περίπτωση της ΑΜΚΕ πρέπει να θεωρηθεί ότι η συμμετοχή σε θέση διοίκησης δεν επιτρέπεται.

Ενεργειακή Κοινότητα

Τέλος, επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου, με οιαδήποτε ιδιότητα, τόσο του απλού μέλους, όσο και του μέλους διοίκησης σε Ενεργειακή Κοινότητα (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 112/2021).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για κάθε θέμα σχετικά με τη δυνατότητα συμμετοχής δημοσίου υπάλληλου σε εμπορικές εταιρείες.

Σιωπηρή Αναμίσθωση ή Παράταση: Τι Επιλέγεται Και Πότε;

Όταν Λήγει η Εμπορική Μίσθωση: Παράταση, Αναμίσθωση ή Νέα Σύμβαση;

Σε συντομία:

  • Με τη λήξη της τριετίας, αν ο μισθωτής παραμείνει και ο εκμισθωτής δεν εναντιωθεί, η μίσθωση γίνεται αυτοδικαίως αορίστου χρόνου με τους ίδιους όρους κατά τον ΑΚ 611.
  • Η παράταση επιμηκύνει την υφιστάμενη σύμβαση και λαμβάνει χώρα πριν τη λήξη. Η αναμίσθωση είναι νέα σύμβαση επί του ίδιου μισθίου.
  • Η νέα αυτοτελής μίσθωση ιδρύει νέα υποχρεωτική τριετία και ανοίγει διαπραγμάτευση μισθώματος. Η σιωπηρή αναμίσθωση «κλειδώνει» τους παλαιούς όρους.
  • Ο εκμισθωτής που θέλει νέους όρους αποτρέπει τη σιωπηρή αναμίσθωση με έγκαιρη εναντίωση. Η αξίωση υψηλότερου μισθώματος αρκεί ως εναντίωση.

Τι συμβαίνει όταν λήγει η εμπορική μίσθωση;

Με τη λήξη της συμβατικής ή της νόμιμης τριετίας, αν ο μισθωτής εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το μίσθιο και ο εκμισθωτής το γνωρίζει χωρίς να εναντιώνεται, η μίσθωση καθίσταται αυτοδικαίως αορίστου χρόνου, με τους ίδιους όρους κατά το ΑΚ 611. Διαφορετικά, τα μέρη επιλέγουν συνειδητά ανάμεσα σε παράταση, ρητή αναμίσθωση ή νέα αυτοτελή σύμβαση.

Οι εμπορικές και επαγγελματικές μισθώσεις διέπονται από το Π.Δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά το άρθρο 13 του Ν. 4242/2014. Η μίσθωση ισχύει υποχρεωτικά για τρία έτη, ακόμη και αν συμφωνήθηκε για βραχύτερο διάστημα ή για αόριστο χρόνο. Μόλις περάσει η τριετία, η σύμβαση λήγει χωρίς να απαιτείται κάποια άλλη ενέργεια.

Η κρίσιμη στιγμή δεν είναι η λήξη, αλλά τι ακολουθεί. Αν δεν λάβει χώρα καμία ενέργεια και ο μισθωτής παραμείνει, ενεργοποιείται ο ερμηνευτικός κανόνας των άρθρων 608 και 611 του Αστικού Κώδικα και η μίσθωση μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου.

Ο Άρειος Πάγος έχει νομολογήσει ότι η αόριστη πλέον μίσθωση διατηρεί τους ίδιους όρους όπως και η παλαιά και δεν υπάγεται πια ως προς τη διάρκεια στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 34/1995 (ΑΠ 1360/2025). Καθεμία από τις διαδρομές που ακολουθούν παράγει διαφορετικές συνέπειες ως προς το μίσθωμα, τη δέσμευση χρόνου και το ποιος ελέγχει τη λήξη.

Παράταση ή αναμίσθωση: ποια η νομική διαφορά και γιατί κρίνει το αποτέλεσμα;

Η παράταση επιμηκύνει την υφιστάμενη μίσθωση και ασκείται πριν τη λήξη της, ενώ η αναμίσθωση είναι νέα σύμβαση επί του ίδιου μισθίου μεταξύ των ίδιων μερών. Η διάκριση δεν είναι θεωρητική, αλλά καθορίζει αν ιδρύεται νέα υποχρεωτική τριετία και αν τα μέρη δεσμεύονται εκ νέου ως προς μίσθωμα και διάρκεια.

Στις εμπορικές μισθώσεις ορισμένου χρόνου ενδέχεται να αναγνωρίζεται στον μισθωτή το δικαίωμα να παρατείνει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο μετά τη λήξη της. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με δήλωση μέσα σε προθεσμία έως τη λήξη. Παράταση μετά τη λήξη δεν χωρεί, διότι δεν νοείται παράταση μίσθωσης που έχει ήδη λήξει και άρα δεν υφίσταται.

Η αναμίσθωση, που κατά την κρατούσα άποψη σημαίνει και ανανέωση της σύμβασης, αποτελεί νέα μεν μίσθωση, όχι όμως και νέα μισθωτική σχέση, αλλά συνέχιση της αρχικής. Διακρίνεται σε τρεις μορφές: (i) συμβατική, όταν γίνεται με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών, (ii) μονομερής, όταν με τη σύμβαση παραχωρήθηκε σε ένα μέρος το διαπλαστικό δικαίωμα να προβεί σε αναμίσθωση με μονομερή δήλωση και (iii) εκ του νόμου (ex lege), όπως ορίζεται στα άρθρα 611, 633 και 671 ΑΚ και 36 ΕισΝΑΚ.

Ο πίνακας που ακολουθεί συγκρίνει τις τέσσερις επιλογές που έχει ένα μέρος όταν πλησιάζει η λήξη.

ΚριτήριοΠαράτασηΣιωπηρή αναμίσθωση (ΑΚ 611)Ρητή αναμίσθωσηΝέα αυτοτελής μίσθωση
Νομική φύσηΕπιμήκυνση υφιστάμενης σύμβασηςΝέα σύμβαση εκ του νόμουΝέα σύμβαση με συμφωνία μερώνΝέα ανεξάρτητη σύμβαση
Χρόνος ενέργειαςΠριν τη λήξηΑυτοδικαίως μετά τη λήξηΚατά ή μετά τη λήξηΜετά τη λήξη
Διάρκεια αποτελέσματοςΟρισμένος χρόνος (όσο η παράταση)Αόριστος χρόνοςΚατά τη συμφωνίαΝέα υποχρεωτική τριετία
Μίσθωμα και όροιΩς η αρχική σύμβασηΊδιοι με την αρχικήΚατά τη νέα συμφωνίαΕλεύθερη διαπραγμάτευση
Τρόπος λήξηςΣτο τέλος της παράτασηςΜε καταγγελίαΚατά τη συμφωνίαΣτο τέλος του νέου χρόνου
Νέα υποχρεωτική τριετίαΌχιΔεν εφαρμόζεται (αόριστος)Κατά περίπτωσηΝαι

Η διαφορά αποτυπώνεται καθαρά στη δέσμευση. Η νέα αυτοτελής μίσθωση εκκινεί νέα τριετία κατά την οποία κανένα μέρος δεν λύνει ελεύθερα τη σύμβαση. Η σιωπηρή αναμίσθωση οδηγεί σε αόριστο χρόνο, που λήγει με καταγγελία αλλά διατηρεί το παλαιό μίσθωμα.

Η πρόβλεψη δικαιώματος παράτασης ήδη στο αρχικό συμφωνητικό απαιτεί ad hoc διατύπωση ως προς τη διάρκεια, την προθεσμία άσκησης και τους όρους, καθώς η ασαφής ρήτρα οδηγεί συχνά σε αμφισβήτηση για το αν πρόκειται για παράταση ή για νέα μίσθωση.

Πότε επέρχεται σιωπηρή αναμίσθωση κατά τον ΑΚ 611;

Η σιωπηρή αναμίσθωση απαιτεί σωρευτικά τέσσερις προϋποθέσεις:

  1. μίσθωση ορισμένου χρόνου,
  2. παρέλευση της συμβατικής διάρκειας,
  3. εξακολούθηση χρησιμοποίησης του μισθίου από τον μισθωτή και
  4. γνώση της χρήσης χωρίς εναντίωση εκ μέρους του εκμισθωτή.

Όταν συντρέχουν, η μίσθωση λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο.

Το άρθρο 611 ΑΚ, που επιγράφεται «Σιωπηρή Αναμίσθωση», ορίζει:

«Η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά την παρέλευση του χρόνου που συμφωνήθηκε ο μισθωτής εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί το μίσθιο και ο εκμισθωτής το γνωρίζει και δεν εναντιώνεται.»

Ο όρος «ανανέωση» εδώ σημαίνει ανακατάρτιση της μίσθωσης, δηλαδή νέα σύναψη με τους προηγούμενους όρους. Η διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και έχει ως έρεισμα την τεκμαιρόμενη συναίνεση και των δύο μερών. Ουσιώδης προϋπόθεση είναι η ενσυνείδητη ανοχή του εκμισθωτή στη χρήση του μισθίου και μετά τη λήξη (ΑΠ 1543/2023).

Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει (ΑΠ 1360/2025) ότι η πρόβλεψη στο αρχικό συμφωνητικό μιας διαδικασίας παράτασης με νέα συμφωνία των μερών, δεν αποκλείει τη δυνατότητα σιωπηρής αναμίσθωσης κατά τον ΑΚ 611. Έτσι, η αόριστη μίσθωση μπορεί να προκύψει ακόμη και όταν η σύμβαση προέβλεπε ότι η συνέχιση θα γινόταν μόνο με ρητή συμφωνία.

Πώς αποτρέπει ο εκμισθωτής τη σιωπηρή αναμίσθωση;

Ο εκμισθωτής αποτρέπει τη μετατροπή σε αόριστο χρόνο με έγκαιρη εναντίωση, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, αρκεί να εκφράζει τη βούλησή του να μη συνεχιστεί η μίσθωση είτε γενικά είτε με τους ίδιους όρους. Η εναντίωση παραμερίζει τον ερμηνευτικό κανόνα του ΑΚ 611 και εμποδίζει τη γέννηση της αόριστης μίσθωσης.

Ως εναντίωση νοείται η δήλωση του εκμισθωτή ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης (ΑΠ 62/2014). Τυπική περίπτωση σιωπηρής εναντίωσης είναι η αξίωση μισθώματος μεγαλύτερου από το ήδη καταβαλλόμενο: ζητώντας υψηλότερο μίσθωμα, ο εκμισθωτής δηλώνει ότι δεν αποδέχεται τη συνέχιση με τους παλαιούς όρους (ΑΠ 671/2019). Ομοίως, η εναντίωση του μισθωτή στη σιωπηρή αναμίσθωση ματαιώνει επίσης το αποτέλεσμα, αφού η ρύθμιση στηρίζεται στη συναίνεση και των δύο.

Η εμπειρία από υποθέσεις εμπορικών μισθώσεων δείχνει ότι ο χρόνος και ο τρόπος της εναντίωσης κρίνουν την έκβαση. Μια προφορική δυσαρέσκεια ή μια καθυστερημένη αντίδραση μετά από μήνες ανοχής συχνά δεν αρκεί, ενώ μια σαφής έγγραφη δήλωση πριν ή αμέσως μετά τη λήξη θεμελιώνει την εναντίωση. Η διατύπωση πρέπει να καθιστά αναμφίβολη τη μη αποδοχή της συνέχισης, διότι ασαφείς οχλήσεις ερμηνεύονται υπέρ της τεκμαιρόμενης συναίνεσης.

Σιωπηρή αναμίσθωση παρά απαγορευτικό όρο

Ακόμη και όταν η σύμβαση καταρτίστηκε εγγράφως και προέβλεπε ότι κάθε τροποποίηση θα γίνεται εγγράφως, ο όρος αυτός μπορεί να τροποποιηθεί με νεότερη προφορική ή και σιωπηρή συμφωνία, διότι η νεότερη συμφωνία καταργεί την αρχική για έγγραφη τροποποίηση (ΑΠ 130/2019, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 159 παρ. 2, 164 και 361 ΑΚ).

Η αρχή αυτή ισχύει και στις εμπορικές μισθώσεις. Συνεπώς, η σιωπηρή αναμίσθωση είναι δυνατή ακόμη και όταν απαγορεύεται με ρητό όρο στο μισθωτήριο, εφόσον προκύπτει ότι ο όρος τροποποιήθηκε σιωπηρά από τη συμπεριφορά των μερών.

Τι άλλαξε με τον Ν. 5221/2025 και τις αλλαγές στον Κ.Πολ.Δ;

Με τον Ν. 5221/2025, από 01/01/2026 προστέθηκε η δυνατότητα έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου, λόγω λήξης της διάρκειας της μίσθωσης, η οποία δεν υπήρχε με το προηγούμενο καθεστώς (νέο άρθρο 637 Κ.Πολ.Δ.).

Σύμφωνα με τη νέα πρόβλεψη, για την έκδοση διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου λόγω παρέλευσης του χρόνου διάρκειας της μίσθωσης, προϋπόθεση αποτελεί η επίδοση από τον εκμισθωτή εξώδικης πρόσκλησης για την απόδοση του μισθίου, τουλάχιστον 3 μήνες πριν από την λήξη της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης. Περαιτέρω, για μίσθωση που έχει καταστεί ήδη αορίστου χρόνου, απαιτείται επίδοση εξωδίκου τουλάχιστον 3 μήνες πριν από την επίδοση της διαταγής απόδοσης.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο εκμισθωτής, σαν πρώτο βήμα, κοινοποιεί εξώδικη πρόσκληση προς τον μισθωτή, με την οποία του δηλώνει ότι δεν επιθυμεί την παράταση της μίσθωσης και ζητεί την απόδοση του μισθίου, στην λήξη του χρόνου της μίσθωσης.

Εαν μεν ζητά την απόδοσή του λόγω λήξης διάρκειας της μίσθωσης (πχ αρχική τριετία), τότε θα πρέπει να την επιδώσει τουλάχιστον 3 μήνες πριν από την λήξη. Εαν η μίσθωση έχει ήδη καταστεί αορίστου χρόνου (διότι έχει παρέλθει η αρχική λήξη της), τότε κοινοποιεί εξώδικο οποτεδήποτε και προχωρά στη διαδικασία έκδοσης διαταγής απόδοσης, η οποία επιδίδεται μετά την παρέλευση τριμήνου από την κοινοποίηση του εξωδίκου.

Νέα αυτοτελής μίσθωση ή ανανέωση: τι αλλάζει στη δέσμευση και στο μίσθωμα;

Η νέα αυτοτελής μίσθωση ιδρύει εκ νέου υποχρεωτική τριετία και ανοίγει διαπραγμάτευση μισθώματος, ενώ η ανανέωση ή η σιωπηρή αναμίσθωση συνεχίζει τους παλαιούς όρους. Ο χαρακτηρισμός κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά και την πληρότητα του νέου συμφωνητικού.

Είναι εντελώς διαφορετικό το ζήτημα όταν, μια εμπορική μίσθωση που έληξε δεν παρατείνεται ούτε ανανεώνεται κατά τον ΑΚ 611, αλλά καταρτίζεται νέα αυτοτελής σύμβαση για το ίδιο μίσθιο, ανεξάρτητη από την προηγούμενη. Στην περίπτωση αυτή η νέα μίσθωση έχει εκ του νόμου ελάχιστη υποχρεωτική τριετία, με τις δεσμεύσεις που αυτή συνεπάγεται για αμφότερα τα μέρη.

Η κρίση για το αν τα μέρη καταρτίζουν νέα αυτοτελή μίσθωση ή απλώς ανανεώνουν την προηγούμενη είναι ζήτημα πραγματικών περιστατικών. Αξιολογείται κυρίως από την πληρότητα και τους όρους του νέου μισθωτηρίου, καθώς και από τις συνθήκες που οδήγησαν τα μέρη στην κατάρτισή του.

Ένα νέο συμφωνητικό με αυτοτελή ρύθμιση μισθώματος, διάρκειας και λοιπών όρων κατατείνει στον χαρακτηρισμό ως νέα μίσθωση, ενώ η απλή συνέχιση χρήσης με τους παλαιούς όρους κατατείνει στην έννοια της ανανέωσης. Η ορθή υπαγωγή απαιτεί στάθμιση των επιμέρους όρων, διότι από αυτήν εξαρτάται αν τα μέρη δεσμεύονται για νέα τριετία ή αν διατηρούν δικαίωμα καταγγελίας της αόριστης μίσθωσης.

Η παραπάνω διάκριση συνδέεται άμεσα με το μίσθωμα. Όταν η μίσθωση συνεχίζεται ως αόριστη, μέσω του ΑΚ 611, το μίσθωμα παραμένει το ίδιο, εκτός αν προβλεπόταν συμβατική αναπροσαρμογή. Οι όροι και οι μηχανισμοί αναπροσαρμογής ακολουθούν το γενικό πλαίσιο της επαγγελματικής μίσθωσης, ενώ η νέα σύμβαση επιτρέπει ελεύθερο επανακαθορισμό.

Όταν, αντί συνέχισης, ο μισθωτής αποχωρεί, ενεργοποιούνται διαφορετικοί κανόνες ανάλογα με το αν η αποχώρηση του μισθωτή γίνεται πριν ή μετά τη λήξη. Στην αόριστη πλέον μίσθωση, η οριστική λήξη προϋποθέτει καταγγελία με τις προθεσμίες του νόμου.

Πρακτικά κρίσιμη είναι και η μεταβολή χρήσης μετά τη λήξη. Η κατάρτιση νέας σύμβασης συνιστά την κατάλληλη στιγμή ρύθμισης ζητημάτων όπως η υπομίσθωση, η εξασφάλιση με εγγύηση ή η αλλαγή της χρήσης του μισθίου σε βραχυχρόνια μίσθωση που, στη σιωπηρή αναμίσθωση, παρασύρονται αυτούσια από την παλαιά σύμβαση.

Συχνές Ερωτήσεις

Πόσο διαρκεί η εμπορική μίσθωση μετά τη λήξη της τριετίας;

Εξαρτάται από τη συμπεριφορά των μερών. Αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις του ΑΚ 611 (παραμονή του μισθωτή και μη εναντίωση του εκμισθωτή), η μίσθωση καθίσταται αορίστου χρόνου με τους ίδιους όρους και λήγει πλέον μόνο με καταγγελία (ΑΠ 1360/2025). Διαφορετικά, λήγει οριστικά στο τέλος της συμβατικής περιόδου ή της νόμιμης τριετίας.

Μπορεί ο εκμισθωτής να αρνηθεί την ανανέωση της εμπορικής μίσθωσης;

Ναι. Η σιωπηρή αναμίσθωση προϋποθέτει τη μη εναντίωση του εκμισθωτή. Με έγκαιρη εναντίωση, ρητή ή σιωπηρή, ο εκμισθωτής αποτρέπει τη μετατροπή σε αόριστο χρόνο. Αρκεί ακόμη και η αξίωση μισθώματος υψηλότερου από το καταβαλλόμενο, που εκλαμβάνεται ως δήλωση μη αποδοχής της συνέχισης με τους ίδιους όρους.

Αλλάζει το μίσθωμα όταν η μίσθωση γίνει αορίστου χρόνου μέσω του ΑΚ 611;

Όχι αυτομάτως. Η σιωπηρή αναμίσθωση συνεχίζει τη σύμβαση με τους ίδιους όρους, άρα και με το ίδιο μίσθωμα. Αναπροσαρμογή χωρεί μόνο εφόσον προβλεπόταν συμβατική ρήτρα αναπροσαρμογής ή με δικαστική αναπροσαρμογή κατά τον ΑΚ 388, σε περίπτωση ουσιώδους και απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών.

Λήγει αυτόματα η εμπορική μίσθωση στο τέλος της τριετίας;

Όχι κατ’ ανάγκη. Η συμβατική διάρκεια λήγει με την πάροδο της τριετίας, αν όμως ο μισθωτής παραμείνει στο μίσθιο και ο εκμισθωτής δεν εναντιωθεί, ενεργοποιείται το ΑΚ 611 και η μίσθωση συνεχίζεται ως αορίστου χρόνου. Η οριστική λήξη απαιτεί είτε εναντίωση στη συνέχιση είτε, στην αόριστη πλέον μίσθωση, καταγγελία.

Τι άλλαξε με τον Ν. 5221/2025 από 01/01/2026;

Ο εκμισθωτής μπορεί να κοινοποιήσει εξώδικη δήλωση, με την οποία θα δηλώνει ότι δεν επιθυμεί παράταση της μίσθωσης, τουλάχιστον 3 μήνες πριν τη λήξη της. Κατά τη λήξη, ο μισθωτής υποχρεούται να παραδώσει το μίσθιο, άλλως ο εκμισθωτής μπορεί να εκδώσει διαταγή απόδοσης μισθίου. Σε αορίστου χρόνου μισθώσεις, ο εκμισθωτής μπορεί να κοινοποίησει εξώδικο οποτεδήποτε, αλλά δεν μπορεί να επιδώσει διαταγή εαν δεν παρέλθει τρίμηνο από το εξώδικο.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έγκαιρη και σαφής εναντίωση: Ο εκμισθωτής που δεν επιθυμεί τη συνέχιση με τους παλαιούς όρους χρειάζεται δήλωση εναντίωσης πριν ή αμέσως μετά τη λήξη, διατυπωμένη με τρόπο ώστε να μην αφήνει περιθώριο ερμηνείας υπέρ της τεκμαιρόμενης συναίνεσης. Η αξίωση νέου μισθώματος αποτελεί έγκυρη μορφή εναντίωσης.

Ρητή νέα σύμβαση αντί σιωπηρής συνέχισης: Όταν τα μέρη επιθυμούν νέους όρους ή νέα διάρκεια, η κατάρτιση νέας μίσθωσης αποτρέπει την αυτοδίκαιη μετατροπή σε αόριστο χρόνο με τους παλαιούς όρους και επιτρέπει επανακαθορισμό μισθώματος, εγγύησης και χρήσης.

Χαρακτηρισμός νέας μίσθωσης ή ανανέωσης: Η υπαγωγή κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά και την πληρότητα του νέου συμφωνητικού. Από αυτά εξαρτάται αν ιδρύεται νέα υποχρεωτική τριετία ή αν διατηρείται δικαίωμα καταγγελίας της αόριστης μίσθωσης.

Πρόβλεψη παράτασης στο αρχικό συμφωνητικό: Η ρήτρα δικαιώματος παράτασης χρειάζεται ακριβή διατύπωση ως προς τη διάρκεια, την προθεσμία και τον τρόπο άσκησης, ώστε να μη συγχέεται με αναμίσθωση και να μη γεννά αμφισβήτηση για τις δεσμεύσεις των μερών.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα παράτασης ή αναμίσθωσης εμπορικής μίσθωσης.

Κληρονόμοι Πνευματικών Δικαιωμάτων & Κληρονομικό Δικαίωμα

Σύμφωνα με το ν. 2121/1993 «περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων», το δικαίωμα στην πνευματική δημιουργία μπορεί κατά το περιουσιακό του περιεχόμενο (περιουσικό δικαίωμα) να αποτελεί αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης, δηλαδή μεταβίβασης ή εκμετάλλευσής του, με τη μορφή της άδειας ή σύμβασης εκμετάλλευσης.

Για το ηθικό δικαίωμα προβλέπεται το αμεταβίβαστο εν ζωή, ήτοι ο δημιουργός έργου του λόγου ή της τέχνης, ακόμη και αν μεταβιβάσει το σύνολο των εξουσιών του περιουσιακού του δικαιώματος, διατηρεί το αντίστοιχο επί του έργου ηθικό δικαίωμα.

Το Κληρονομικό Δικαίωμα Στην Πνευματική Ιδιοκτησία

Μετά τον θάνατο του δημιουργού το δικαίωμα στην πνευματική του δημιουργία περιέρχεται στους κληρονόμους του και προστατεύεται απο τις σχετικές διατάξεις.

Ειδικά δε για το ηθικό δικαίωμα προβλέπεται ότι οι τελευταίοι οφείλουν να το ασκούν σύμφωνα με τη θέληση του δημιουργού, εφόσον τέτοια θέληση έχει ρητά εκφραστεί.

Συνακόλουθα, ως προς την αμοιβή των δημιουργών, που με σύμβαση είχαν μεταβιβάσει ή παραχωρήσει κλπ. το περιουσιακό τους δικαίωμα σε άλλους, θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 32 επ. του ν. 2121/1993.

Ειδικότερα, το άρθρο 32 καθιερώνει ως γενικό κανόνα την ποσοστιαία αμοιβή για κάθε δικαιοπραξία που αφορά το περιουσιακό δικαίωμα των κληρονόμων.

Η διάταξη του συγκεκριμένου άρθρου για την ποσοστιαία αμοιβή, καθώς και οι άλλες σχετικές ρυθμίσεις των επόμενων άρθρων, έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα, διότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 39 του ιδίου νόμου, το οποίο προβλέπει καταρχήν την ακυρότητα των αντίθετων συμφωνιών. Τούτο ισχύει ακόμη και αν ο κληρονομούμενος δεν άσκησε το σχετικό δικάιωμα, καθώς μπορούν να το ασκήσoυν οι κληρονόμοι ακόμη και πρώτη φορά.

Συνακόλουθα, σε περίπτωση που πληγεί το κύρος των συμβάσεων που αφορούν το περιουσιακό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας του δημιουργού συνεπεία των ανωτέρω περιστάσεων και επανέλθουν στην έννομη σφαίρα αυτού όλες οι εξουσίες της πνευματικής ιδιοκτησίας που είχαν μεταβιβάσει σε τρίτο πρόσωπο, ο δημιουργός όπως και ο κληρονόμος αυτού, μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος επί του πνευματικού έργου, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον.

Τούτο διότι η εμπορική εκμετάλλευση που εξακολουθεί να γίνεται από τον τρίτο χωρίς την άδεια του δικαιούχου είναι παράνομη και έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 65 του παραπάνω νόμου (βλ. ΠολΠρΑθ 1257/2014, ΕφΑθ 3835/2007).

Νομική Φύση Μεταβίβασης Και Συνέπειες

Κατά πάγια νομολογία, στη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος δεν έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις που αφορούν την μεταβίβαση της κυριότητος ενσωμάτων αντικειμένων, κινητών ή ακινήτων, όπου πράγματι ο μεταβιβάζων αποξενώνεται οριστικά από το δικαίωμά του επί του πράγματος.

Αντίθετα από τη φύση των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας, ως δικαιωμάτων με αντικείμενα άυλα αγαθά και όχι πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 947 ΑΚ, συνεπάγεται ότι για τη μεταβίβασή τους εφαρμόζονται, κατ’ αρχήν, ανάλογα οι διατάξεις του αστικού κώδικα για την εκχώρηση απαιτήσεων.

Η νομική η φύση των δικαιωμάτων από το πνευματικό έργο περιέχει ιδιαίτερα στοιχεία, όπως το αμεταβίβαστο του ηθικού δικαιώματος, καθώς και τη διάρκεια προστασίας της πνευματικής δημιουργίας (70 χρόνια από το θάνατο του δημιουργού).

Τα στοιχεία αυτά της νομικής φύσης, δεν επιτρέπουν την εκμετάλλευση του περιουσιακού δικαιώματος στο πνευματικό έργο κι αν ακόμη έχει καταρτισθεί σύμβαση για την πλήρη μεταβίβασή του.

Το παραπάνω, είναι αυτό ακριβώς που διαφοροποιεί ουσιωδώς την μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικού έργου, από την μεταβίβαση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων.

Επομένως, δεν μπορεί να θεωρείται αποπερατωμένη η μεταβιβαστική σύμβαση, όπως συμβαίνει αντίστοιχα με τις συμβάσεις μεταβίβασης πράγματος ή εκμετάλλευσης. Τέτοια αποπεράτωση υφίσταται μόνο, αν παρέλθει η παραπάνω διάρκεια προστασίας του πνευματικού έργου (ΑΠ 1141/2023).

Φορολογική Αντιμετώπιση Κληρονομικού Δικαιώματος
Φόρος Κληρονομιάς Και Όχι Εισοδήματος

Γίνεται δεκτό, ότι τα πνευματικά δικαιώματα από έργο αποβιώσαντα που θα εισπράξουν οι κληρονόμοι πνευματικών δικαιωμάτων, υπόκεινται σε φόρο κληρονομιάς και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος.

Υποχρεωτική Υπαγωγή Σε ΦΠΑ

Επιπλέον, η είσπραξη ποσών από κληρονόμους πνευματικών δικαιωμάτων, συνιστά άσκηση οικονομικής δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών υπαγόμενης στον ΦΠΑ, εκτός αν αφορά ποσό κατώτερο των 10.000 Ευρώ ετησίως.

Υποχρέωση Τήρησης Βιβλίων

Η υπαγωγή των κληρονόμων πνευματικών δικαιωμάτων σε ΦΠΑ, έχει ως αποτέλεσμα την γέννηση της υποχρέωσης των κληρονόμων για δήλωση έναρξης εργασιών και την εκπλήρωση όλων των φορολογικών υποχρεώσεων που αυτή επιφέρει.

Ασφαλιστική Αντιμετώπιση

Τέλος, με δεδομένο ότι η ασφάλιση είναι καθαρά προσωποπαγής, με παλαιότερο έγγραφο του πρώην ΟΑΕΕ, είχε γίνει δεκτό ότι υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα από την χρήση πνευματικών δικαιωμάτων τους, είναι μόνο οι ίδιοι οι πνευματικοί δημιουργοί και όχι τα πρόσωπα στα οποία τυχόν περιήλθαν δικαιώματα των πνευματικών δημιουργών. Επομένως, οι κληρονόμοι πνευματικών δικαιωμάτων, δεν έχουν υποχρέωση ασφάλισης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το Κληρονομικό Δικαίωμα στην Πνευματική Ιδιοκτησία.

Μίσθωση Δικαιώματος Και Διαφορές Από Άλλες Μισθώσεις

Μίσθωση δικαιώματος είναι η σύμβαση, με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (εκμισθωτής), αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρήσει στον άλλον (μισθωτή), έναντι ανταλλάγματος (μίσθωμα), τη χρήση και την κάρπωση, κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, ενός δικαιώματος.

Η μίσθωση δικαιώματος αποτελεί κατηγορία των μισθώσεων προσοδοφόρου αντικειμένου (638 ΑΚ).

Διαφορές Μίσθωσης Δικαιώματος Και Μίσθωσης Πράγματος

Η βασική διαφορά μεταξύ μίσθωσης δικαιώματος και μίσθωσης πράγματος έγκειται στο αντικείμενο της μίσθωσης και στο εύρος των δικαιωμάτων που παραχωρούνται.

Μίσθωση Πράγματος

Σύμφωνα με το άρθρο 574 του ΑΚ, η μίσθωση πράγματος είναι η σύμβαση με την οποία ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση, και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.

Τα βασικά χαρακτηριστικά της μίσθωσης πράγματος είναι:

  • Αντικείμενο είναι ένα υλικό πράγμα (κινητό ή ακίνητο),
  • Παραχωρείται μόνο η χρήση του πράγματος,
  • Ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης (άρθρο 575 ΑΚ),
  • Ο μισθωτής έχει δικαίωμα, εφόσον δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, να παραχωρήσει σε άλλον τη χρήση του μισθίου ή να το υπεκμισθώσει (άρθρο 593 ΑΚ).
Μίσθωση Δικαιώματος

Η μίσθωση δικαιώματος αποτελεί ειδική περίπτωση μίσθωσης που εμπίπτει στην έννοια της μίσθωσης προσοδοφόρων αντικειμένων. Σύμφωνα το άρθρο 638 ΑΚ προβλέπεται η περίπτωση της μίσθωσης άλλων προσοδοφόρων αντικειμένων και ορίζεται ότι “Οι διατάξεις που ισχύουν για τη μίσθωση αγροτικού κτήματος, έχουν, με εξαίρεση τα άρθρα 632 έως 637, ανάλογη εφαρμογή και σε μισθώσεις όπου, με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος, παραχωρείται η χρήση άλλου πράγματος ή δικαιώματος και η κάρπωσή του κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης.“.

Επομένως τα βασικά χαρακτηριστικά της μίσθωσης δικαιώματος είναι:

  • Αντικείμενο είναι ένα δικαίωμα (π.χ. πνευματικό, εμπορικό, επαγγελματικό κλπ),
  • Παραχωρείται όχι μόνο η χρήση αλλά και η κάρπωση του δικαιώματος,
  • Το δικαίωμα πρέπει να είναι προσοδοφόρο, δηλαδή να παράγει καρπούς,
  • Η παραχώρηση αφορά τη χρήση και την κατά τους κανόνες τακτικής εκμετάλλευσης κάρπωση του δικαιώματος.
Βασικές Διαφορές
  1. Αντικείμενο: Στη μίσθωση πράγματος το αντικείμενο είναι ένα υλικό πράγμα, ενώ στη μίσθωση δικαιώματος είναι ένα άυλο δικαίωμα.
  2. Εύρος παραχώρησης: Στη μίσθωση πράγματος παραχωρείται μόνο η χρήση, ενώ στη μίσθωση δικαιώματος παραχωρείται τόσο η χρήση όσο και η κάρπωση του δικαιώματος.
  3. Νομική φύση: Η μίσθωση δικαιώματος αποτελεί σύνθετη ή μικτή σύμβαση, που περιέχει στοιχεία από διάφορες συμβάσεις, ενώ η μίσθωση πράγματος είναι μια τυπική ενοχική σύμβαση.
  4. Εφαρμοστέες διατάξεις: Στη μίσθωση δικαιώματος εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί μισθώσεως αγροτικού κτήματος, με εξαίρεση τα άρθρα 632 έως 637, ενώ στη μίσθωση πράγματος εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 574 επ. του ΑΚ.
  5. Χρηματοδοτική μίσθωση (Leasing): Αποτελεί ειδική περίπτωση. Πρόκειται για σύνθετη ή μικτή σύμβαση που περιέχει στοιχεία: α) της σύμβασης μισθώσεως πράγματος, β) της συμβάσεως εντολής, γ) της συμβάσεως εκχωρήσεως και δ) συμφώνου προαιρέσεως.
Διαφορές Μίσθωσης Δικαιώματος Και Μίσθωσης Επιχείρησης

Από τη σύγκριση της σύμβασης μίσθωσης δικαιώματος και της σύμβασης διαχείρισης (πχ διαχείριση ξενοδοχείου) προκύπτει ότι οι συμβάσεις αυτές έχουν ως κοινό τους σημείο, ότι η διοίκηση της επιχείρησης ασκείται από πρόσωπο τρίτο προς τον φορέα- εμφανίζονται άλλωστε σε ίδιους ή συγγενείς οικονομικούς τομείς.

Η διαφορά τους όμως έγκειται στο εξής:

Στη μίσθωση επιχείρησης (άρθρο 638 ΑΚ) ο μισθωτής ενεργεί ως επιχειρηματίας, έχει τη χρήση και κάρπωση του “μισθίου” και φέρει συνεπώς τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Ο δε εκμισθωτής αποξενώνεται πλήρως κατά τη διάρκεια της μίσθωσης από την επιχείρηση ως οργανωτική ομάδα.

Αντίθετα στη σύμβαση διαχείρισης ο διαχειριστής παρέχει υπηρεσίες διοίκησης στον επιχειρηματία, που εξακολουθεί να φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο (ΑΠ 1465/2018).

Διαφορές Μίσθωσης Δικαιώματος Και Μίσθωσης Έργου

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 681 και 638 ΑΚ το κριτήριο διαχωρισμού της σύμβασης έργου από τη σύμβαση μίσθωσης δικαιώματος συνίσταται στο ότι, αν σύμφωνα με το περιεχόμενο της σύμβασης, την πραγματοποίηση του αποτελέσματος αναλαμβάνει αυτός που διαθέτει το δικαίωμα, ο οποίος διατηρεί για αυτόν το λόγο και τη φυσική εξουσίαση και τη διεύθυνση του χειρισμού του, τότε πρόκειται για μίσθωση έργου.

Αντίθετα, όταν αυτός που διαθέτει το δικαίωμα περιορίζεται στο να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου του, μόνο τη χρήση αυτού, πρόκειται για μίσθωση δικαιώματος (ΑΠ 1235/2010).

Ο χαρακτήρας δε της όλης σύμβασης ως μίσθωσης δικαιώματος, δεν αλλοιώνεται από το γεγονός ότι αυτός που διαθέτει το δικαίωμα προβαίνει και στον χειρισμό του δικαιώματος με τη βοήθεια του κατάλληλου προσωπικού, υπό την προϋπόθεση ότι την ευθύνη για την επέλευση του επιδιωκόμενου αποτελέσματος φέρει αυτός προς τον οποίο πραγματοποιείται η διάθεση του δικαιώματος.

Τέλος, το χρησιμοποιούμενο αναγκαίο προσωπικό μπορεί να παρέχεται στον μισθωτή του δικαιώματος από τον εκμισθωτή, με παρεπόμενες (στην κυρία σύμβαση) συμβάσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. 

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με τη μίσθωση δικαιώματος.

API Licensing: Ποιες Ρήτρες Προστατεύουν την Επιχείρηση

Σύμβαση API Licensing: Ποιο Μοντέλο και Ποιες Ρήτρες Επιλέγει η Επιχείρηση

Περιληπτικά

  • Η άδεια χρήσης API είναι αυτοτελής σύμβαση παραχώρησης, διακριτή από τους γενικούς όρους χρήσης. Όταν η πρόσβαση έχει εμπορικό χαρακτήρα, ενσωματώνεται σε προϊόν τρίτου ή αφορά δεδομένα, η επιχείρηση χρειάζεται χωριστή σύμβαση με σαφής ρήτρες.
  • Στο ενωσιακό δίκαιο προστατεύονται ο κώδικας και η τεκμηρίωση του API, όχι όμως η λειτουργικότητα, η διεπαφή ή ο μορφότυπος δεδομένων (ΔΕΕ C-406/10), διαφοροποιούμενο από την προσέγγιση των ΗΠΑ μέσω της δίκαιης χρήσης (Google κατά Oracle).
  • Το μοντέλο άδειας (ανοιχτό, εμπορικό, freemium, OEM) μεταθέτει ανα περίπτωση τον κίνδυνο και τα δικαιώματα κάθε πλευράς.
  • Οι κρίσιμες ρήτρες (πεδίο άδειας, πνευματική ιδιοκτησία, όρια κλήσεων, αποποίηση εγγυήσεων, περιορισμός ευθύνης, αποζημίωση, καταγγελία κλπ) και η συμμόρφωση με Data Act και GDPR καθορίζουν την κατανομή ευθύνης μεταξύ παρόχου και χρήστη – επιχείρησης.

Πότε χρειάζεται αυτοτελής σύμβαση API licensing και πότε αρκούν οι όροι χρήσης;

Η άδεια χρήσης API (API licensing – Αδειοδότηση Διεπαφών Προγραμματισμού Εφαρμογών) είναι η σύμβαση με την οποία ο πάροχος παραχωρεί σε τρίτη επιχείρηση το δικαίωμα πρόσβασης και αξιοποίησης του API υπό συγκεκριμένους όρους.

Αυτοτελής σύμβαση απαιτείται όταν η χρήση έχει εμπορικό χαρακτήρα, ενσωματώνεται σε προϊόν τρίτου ή περιλαμβάνει πρόσβαση σε δεδομένα. Για περιστασιακή και μη εμπορική πρόσβαση αρκούν συχνά οι γενικοί όροι παροχής υπηρεσιών (Terms of Service – ToS).

Ένα API (Application Programming Interface – Διεπαφή Προγραμματισμού Εφαρμογών) είναι, από τεχνική σκοπιά, σύνολο πρωτοκόλλων και μεθόδων που επιτρέπουν σε μία εφαρμογή να επικοινωνεί με άλλη.

Από νομική σκοπιά, το API , αποτελεί σύνολο αντικειμένων πνευματικής ιδιοκτησίας που παραχωρούνται προς χρήση με σύμβαση. Η σύμβαση αυτή ορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις παρόχου και χρήστη ως προς την πρόσβαση, τη χρήση, την τροποποίηση και την περαιτέρω διανομή των λειτουργιών και δεδομένων.

Η πρακτική διαφορά μεταξύ API και ToS είναι ουσιώδης για την επιχείρηση. Οι όροι χρήσης διέπουν γενικά τη χρήση μιας πλατφόρμας και απευθύνονται αδιακρίτως σε κάθε χρήστη. Η αυτοτελής άδεια API ρυθμίζει ειδικά το πεδίο της παραχώρησης, τα επίπεδα εξυπηρέτησης, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και την κατανομή ευθύνης.

Όταν η χρήση του API στηρίζει εμπορική δραστηριότητα, η απουσία αυτοτελούς σύμβασης αφήνει την επιχείρηση εκτεθειμένη σε μονομερείς μεταβολές των όρων ή σε ανάκληση της πρόσβασης χωρίς συμβατική προστασία.

Το κριτήριο είναι η ένταση και ο σκοπός της χρήσης. Μια startup που χρησιμοποιεί ένα API χαρτογράφησης για εσωτερική δοκιμή καλύπτεται συνήθως από τους όρους χρήσης του παρόχου. Εαν, η ίδια startup, ενσωματώνει το API σε προϊόν προς πώληση, εξαρτά κρίσιμη λειτουργία του προϊόντος της από τη διαθεσιμότητα του API. Εαν διακινεί μέσω API δεδομένα πελατών, φέρει ευθύνη κατά GDPR. Επομένως, χρειάζεται αυτοτελή σύμβαση με εγγυημένο επίπεδο εξυπηρέτησης, κατανομή υποχρεώσεων, ρητούς όρους ευθύνης και πρόβλεψη για τις συνέπειες διακοπής.

Η διάκριση καθορίζει αν, σε περίπτωση δυσλειτουργίας, η επιχείρηση διαθέτει εξειδικευμένο συμβατικό υπόβαθρο που την καλύπτει νομικά, ή μόνο τη γενική προστασία ενός χρήστη πλατφόρμας.

Πώς προστατεύεται νομικά ένα API: κώδικας, δομή ή λειτουργικότητα;

Το API προστατεύεται ως αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας στο μέτρο που συνιστά πρωτότυπη έκφραση. Ο πηγαίος και ο αντικειμενικός κώδικας, καθώς και η τεκμηρίωση, εμπίπτουν στην προστασία του λογισμικού.

Αντίθετα, η λειτουργικότητα, η γλώσσα προγραμματισμού και ο μορφότυπος των δεδομένων δεν προστατεύονται ως έκφραση. Η διάκριση αυτή καθορίζει αν η αναπαραγωγή τμήματος ενός API συνιστά προσβολή ή επιτρεπτή πρακτική διαλειτουργικότητας.

Τι προστατεύει το ελληνικό και ενωσιακό δίκαιο;

Στο ελληνικό δίκαιο, το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2121/1993 ορίζει ότι τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και το προπαρασκευαστικό υλικό του σχεδιασμού τους προστατεύονται ως έργα λόγου.

Η ρύθμιση αυτή ενσωματώνει την ενωσιακή Οδηγία 2009/24/ΕΚ για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, η οποία κωδικοποίησε την παλαιότερη Οδηγία 91/250/ΕΟΚ.

Στην πράξη, η προστασία του λογισμικού εκτείνεται στον κώδικα και στην τεκμηρίωση του API ως έργα λόγου. Η διάρθρωση, η ονοματολογία συναρτήσεων και το σχήμα ανταλλαγής δεδομένων (data schema) μπορούν, υπό προϋποθέσεις πρωτοτυπίας, να θεωρηθούν εκφράσεις πνευματικής ιδιοκτησίας.

Το ευρύτερο πλαίσιο της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας καθορίζει το όριο, καθώς η ίδια η διαλειτουργικότητα μεταξύ δύο συστημάτων εξαιρείται της προστασίας, διότι αφορά ιδέες και αρχές, όχι μορφή έκφρασης.

Πώς κρίθηκε η αντιγραφή API: SAS Institute (ΕΕ) και Google κατά Oracle (ΗΠΑ);

Η κρίσιμη ενωσιακή νομολογία είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση SAS Institute κατά World Programming (C-406/10). Το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε η λειτουργικότητα ενός προγράμματος ούτε η γλώσσα προγραμματισμού και ο μορφότυπος των αρχείων δεδομένων αποτελούν μορφή έκφρασης και επομένως δεν προστατεύονται από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Παράλληλα, ο νόμιμος κάτοχος άδειας δικαιούται να παρατηρεί, να μελετά και να δοκιμάζει τη λειτουργία του προγράμματος ώστε να εντοπίσει τις ιδέες και αρχές που το διέπουν, εφόσον δεν προσβάλλει τα αποκλειστικά δικαιώματα του δικαιούχου.

Στις ΗΠΑ, στην υπόθεση Google κατά Oracle (2021), το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ότι η επαναϋλοποίηση τμήματος ενός API για λόγους διαλειτουργικότητας μπορεί να συνιστά δίκαιη χρήση (fair use).

Η ενωσιακή προσέγγιση καταλήγει σε ίδιο πρακτικό αποτέλεσμα με τις ΗΠΑ, ως προς τη διαλειτουργικότητα, αλλά μέσω διαφορετικού νομικού σκεπτικού.
Η διαφορά είναι ότι η ΕΕ αρνείται εξαρχής την προστασία της λειτουργικότητας ως έκφρασης, ενώ οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν την προστασία και την κάμπτουν μέσω της δίκαιης χρήσης.

Πρακτικά, για μια επιχείρηση με διασυνοριακή δραστηριότητα, η διαφορά αυτή αλλάζει τη νομική βάση τεκμηρίωσης της επιτρεπτής χρήσης, ανάλογα με την δικαιοδοσία.

API license ή σύμβαση SaaS: ποια κριτήρια καθορίζουν την επιλογή;

Η σύμβαση SaaS και η άδεια API διαφέρουν στη νομική τους φύση και κατά συνέπεια στους εφαρμοστέους κανόνες.

Η SaaS (Software as a Service – λογισμικό ως υπηρεσία) είναι κατ’ ουσίαν σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Στη SaaS ο πάροχος διαθέτει πρόσβαση σε λογισμικό που εκτελείται απομακρυσμένα, χωρίς να μεταβιβάζει κώδικα. Η άδεια API παραχωρεί δικαίωμα ενσωμάτωσης λειτουργικότητας σε προϊόν τρίτου μέσω προγραμματιστικών κλήσεων.

Η επιλογή εξαρτάται από το αν η επιχείρηση χρειάζεται έτοιμη υπηρεσία ή ενσωμάτωση τεχνολογικού πόρου στη δική της υποδομή.

ΚριτήριοΣύμβαση SaaSΆδεια API
Νομική φύσηΠαροχή υπηρεσιώνΆδεια εκμετάλλευσης τεχνολογικού πόρου
ΑντικείμενοΠρόσβαση σε απομακρυσμένο λογισμικόΕνσωμάτωση λειτουργικότητας σε προϊόν τρίτου
Τρόπος πρόσβασηςΜέσω browser ή διεπαφής χρήστηΜέσω προγραμματιστικών κλήσεων (calls)
Εμπορική εκμετάλλευσηΧρήση λειτουργιών, όχι μεταπώληση κώδικαΣυχνά επιτρεπτή ενσωμάτωση σε προϊόντα τρίτων
Έλεγχος δεδομένωνΣτο cloud του παρόχου, με κίνδυνο εξάρτησης (vendor lock-in)Ανταλλαγή μέσω API, με κατανομή ελέγχου κατά σύμβαση

Ποιο μοντέλο άδειας API επιλέγεται: ανοιχτό, εμπορικό, freemium ή OEM;

Το μοντέλο άδειας επιλέγεται ανάλογα με το επιχειρηματικό μοντέλο και το επιθυμητό επίπεδο ελέγχου.

Οι ανοιχτές άδειες ταιριάζουν σε ευρεία διάδοση, οι εμπορικές ή ιδιόκτητες προστατεύουν τα συμφέροντα του παρόχου με λεπτομερείς περιορισμούς, οι freemium συνδυάζουν δωρεάν βαθμίδα με πακέτα επί πληρωμή και οι OEM παραχωρούν δικαίωμα ενσωμάτωσης σε προϊόντα τρίτων.

Κάθε μοντέλο μεταθέτει διαφορετικά το ρίσκο και τις υποχρεώσεις των δύο πλευρών.

Μοντέλο άδειαςΤυπική χρήσηΑντάλλαγμαΒασικό ρίσκο ή περιορισμός
Ανοιχτή (Open)Ευρεία ανάπτυξη, δημόσια δεδομέναΣυνήθως χωρίς τίμημαΠεριορισμένος έλεγχος, υποχρεώσεις αναφοράς πηγής
Εμπορική ή ΙδιόκτητηΠροστασία παρόχου, B2B χρήσηΣυνδρομή ή χρέωση ανά κλήση (usage-based)Αυστηροί περιορισμοί χρήσης και επιτρεπόμενων σκοπών
FreemiumΠροσέλκυση και σταδιακή κλιμάκωσηΔωρεάν βαθμίδα και πακέτα επί πληρωμήΌρια κλήσεων, αποθάρρυνση εμπορικής χρήσης χωρίς αναβάθμιση
OEM / EmbeddedΕνσωμάτωση σε προϊόν τρίτουΚατά συμφωνία των μερώνΕυθύνη του χρήστη για τη χρήση από τους τελικούς πελάτες

Ειδική μεταχείριση έχουν τα API που παρέχονται από δημόσιους φορείς. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1024 για τα ανοικτά δεδομένα, η οποία ενθαρρύνει τη διάθεση δεδομένων μέσω API υπό ανοικτές άδειες.

Τα API αυτά οφείλουν να πληρούν ελάχιστες τεχνικές προδιαγραφές, ενώ απαγορεύεται η επιβολή αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση.

Ποιες ρήτρες πρέπει να περιλαμβάνει η σύμβαση API licensing;

Η σύμβαση API licensing οφείλει να ρυθμίζει, κατ’ ελάχιστον α) το πεδίο της άδειας, β) τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, γ) τους περιορισμούς χρήσης, δ) την ευθύνη και ε) την καταγγελία. Η ισορροπία μεταξύ παρόχου και χρήστη – επιχείρησης κρίνεται από τη διατύπωση κάθε ρήτρας.

Το ίδιο API μπορεί να παραχωρηθεί με ριζικά διαφορετική κατανομή κινδύνου, ανάλογα με το πώς συντάσσονται οι όροι αποποίησης εγγυήσεων, περιορισμού ευθύνης και αποζημίωσης.

Πεδίο άδειας και δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας

Το πεδίο της άδειας (scope) προσδιορίζει το επιτρεπόμενο εύρος χρήσης. Για παράδειγμα, αν η άδεια είναι αποκλειστική ή μη, μεταβιβάσιμη ή μη, ανακλητή ή μη, καθώς και τον σκοπό, τους γεωγραφικούς περιορισμούς και τον αριθμό τελικών χρηστών ή κλήσεων.

Η ρήτρα πεδίου απαιτεί ad hoc διατύπωση που να καλύπτει συνολικά τα παραπάνω στοιχεία. Παράλειψη σε οποιοδήποτε από αυτά διευρύνει ακούσια την παραχώρηση και αποδυναμώνει τη θέση του παρόχου σε περίπτωση μεταγενέστερης διαφοράς.

Ως προς την πνευματική ιδιοκτησία, η σύμβαση προβλέπει ότι όλα τα δικαιώματα επί του API, της τεκμηρίωσης και των σχετικών εμπορικών σημάτων παραμένουν στον πάροχο. Περιλαμβάνει επίσης ρητές απαγορεύσεις αντίστροφης μηχανικής (reverse engineering) και αποσυμπίλησης (decompilation), με την επιφύλαξη των πράξεων που ο νόμος επιτρέπει για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας.

Περιορισμοί χρήσης, ευθύνη και αποζημίωση

Οι περιορισμοί χρήσης ορίζουν τα όρια κλήσεων (rate limits), τις απαγορευμένες χρήσεις και τις απαιτήσεις ασφαλείας για τη διαχείριση των κλειδιών API. Οι βασικές ρήτρες που καθορίζουν ποιο μέρος φέρει τον κίνδυνο είναι:

  1. η αποποίηση εγγυήσεων (disclaimer of warranties), με την οποία ο πάροχος διαθέτει το API «ως έχει» χωρίς εγγύηση αδιάλειπτης λειτουργίας,
  2. ο περιορισμός ευθύνης (limitation of liability), που θέτει ανώτατο όριο αποζημίωσης και αποκλείει συχνά τις αποθετικές ζημίες και
  3. η αποζημίωση (indemnification), με την οποία ο χρήστης αναλαμβάνει να καλύψει τον πάροχο για αξιώσεις που προκύπτουν από δική του παράβαση ή από χρήση που θίγει τρίτους.

Η εμπειρία από υποθέσεις παραχώρησης λογισμικού δείχνει ότι ο συνδυασμός ευρείας αποποίησης εγγυήσεων με εκτεταμένη ρήτρα αποζημίωσης μεταθέτει δυσανάλογο ρίσκο στον χρήστη – επιχείρηση, ιδίως όταν το API στηρίζει κρίσιμη λειτουργία του προϊόντος του.

Η διαπραγμάτευση οφείλει να οριοθετεί την έκταση των αποθετικών ζημιών, να συνδέει το ανώτατο όριο ευθύνης με το καταβαλλόμενο τίμημα και να εξαιρεί από την αποζημίωση τις περιπτώσεις δόλου ή βαριάς αμέλειας του παρόχου.

Η ρήτρα καταγγελίας (termination) ολοκληρώνει την εικόνα, καθώς ο πάροχος συνήθως διατηρεί δικαίωμα άμεσης καταγγελίας σε σοβαρή παράβαση, ενώ ο χρήστης χρειάζεται εύλογη προθεσμία προειδοποίησης ώστε να προσαρμόσει το προϊόν του.

Πώς επηρεάζουν ο Data Act και το GDPR τη σύνταξη σύμβασης API;

Όταν το API παρέχει πρόσβαση σε δεδομένα, η σύμβαση οφείλει να συμμορφώνεται με δύο πλαίσια:

  • Ο Data Act (Κανονισμός ΕΕ 2023/2854), σε εφαρμογή από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025, εισάγει υποχρεώσεις διαλειτουργικότητας και δίκαιης πρόσβασης σε δεδομένα, με ρητές εγγυήσεις για την προστασία των εμπορικών μυστικών.
  • Όταν διακινούνται προσωπικά δεδομένα, εφαρμόζονται παράλληλα ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (GDPR) και ο εθνικός εκτελεστικός Ν. 4624/2019.

Οι απαιτήσεις διαλειτουργικότητας του Data Act επηρεάζουν άμεσα τη ρήτρα περιορισμών χρήσης, καθώς οι ενισχυμένες υποχρεώσεις για υπηρεσίες cloud εφαρμόζονται από τις 12 Σεπτεμβρίου 2026.

Ιδιαίτερη σημασία για τις συμβάσεις API έχουν οι διατάξεις του Data Act για την αλλαγή παρόχου υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων και τη φορητότητα. Όταν η αλλαγή παρόχου ή η μεταφορά δεδομένων υλοποιείται τεχνικά μέσω API, η σύμβαση οφείλει να προβλέπει τους όρους εξαγωγής και τη συνεργασία κατά τη μετάβαση, ώστε ο χρήστης – επιχείρηση να μην εγκλωβίζεται.

Η πρόβλεψη αυτή λειτουργεί συμπληρωματικά προς τη ρήτρα καταγγελίας, εφόσον η εμπορική προστασία της επιχείρησης κρίνεται όχι μόνο από το δικαίωμα εξόδου, αλλά και από τη δυνατότητα ανάκτησης των δεδομένων της σε χρησιμοποιήσιμη μορφή.

Στο πεδίο των προσωπικών δεδομένων, η σύμβαση προσδιορίζει τον ρόλο κάθε μέρους ως υπεύθυνου επεξεργασίας (controller) ή εκτελούντος, τους τύπους δεδομένων, τους σκοπούς επεξεργασίας, τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, καθώς και τις διαδικασίες για αιτήματα υποκειμένων και διασυνοριακές μεταφορές. Μηχανισμοί πιστοποίησης όπως το OAuth και η κρυπτογράφηση κατά την ανταλλαγή λειτουργούν ως πρακτικά μέτρα συμμόρφωσης.

Η εμπειρία από υποθέσεις πρόσβασης σε δεδομένα μέσω API δείχνει ότι η σύνθεση Data Act, GDPR και προστασίας εμπορικού απορρήτου οδηγεί σε διαφορετική προσέγγιση κατά περίπτωση. Όταν το API εκθέτει επιχειρησιακή λογική ή εμπιστευτικά στοιχεία αρχιτεκτονικής, ο πάροχος ενισχύει τη θέση του με συμπληρωματική σύμβαση εχεμύθειας (NDA) και με ρήτρες που αποτρέπουν τη χρήση του API για αθέμιτο ανταγωνισμό ή για τη δημιουργία ανταγωνιστικών προϊόντων που εκμεταλλεύονται την υποδομή του.

Συχνές Ερωτήσεις

Προστατεύεται ένα API από πνευματικά δικαιώματα;

Εν μέρει. Ο πηγαίος και ο αντικειμενικός κώδικας, καθώς και η τεκμηρίωση, προστατεύονται ως έργα λόγου. Η λειτουργικότητα, η γλώσσα προγραμματισμού και ο μορφότυπος των δεδομένων δεν προστατεύονται ως έκφραση, κατά την απόφαση C-406/10 του ΔΕΕ. Η δομή και το σχήμα δεδομένων μπορούν να προστατευθούν μόνο εφόσον πληρούν την προϋπόθεση της πρωτοτυπίας.

Επιτρέπεται η μεταπώληση ή ενσωμάτωση API τρίτου;

Εξαρτάται από το πεδίο της άδειας. Οι άδειες OEM και embedded επιτρέπουν ρητά την ενσωμάτωση του API σε προϊόν τρίτου. Αντίθετα, οι εμπορικές και οι freemium άδειες συχνά απαγορεύουν τη μεταπώληση ή την εμπορική ενσωμάτωση χωρίς ειδική συμφωνία ή αναβάθμιση πακέτου. Η απάντηση εξαρτάται από τις ρήτρες πεδίου και επιτρεπόμενων σκοπών της κάθε σύμβασης.

Ποια η διαφορά άδειας API και όρων χρήσης (ToS);

Οι όροι χρήσης διέπουν γενικά μια πλατφόρμα και απευθύνονται σε κάθε χρήστη αδιακρίτως. Η άδεια API είναι ειδική σύμβαση που ρυθμίζει το πεδίο της παραχώρησης, τα επίπεδα εξυπηρέτησης, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και την κατανομή ευθύνης ad hoc. Συχνά οι όροι χρήσης παραπέμπουν ή ενσωματώνουν τους ειδικούς όρους αδειοδότησης του API.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Πεδίο άδειας: Ο ρητός προσδιορισμός αποκλειστικότητας, μεταβιβασιμότητας, σκοπού, γεωγραφίας και ορίων κλήσεων αποτρέπει την ακούσια διεύρυνση της παραχώρησης.

Κατανομή ευθύνης: Ο συνδυασμός αποποίησης εγγυήσεων, περιορισμού ευθύνης και αποζημίωσης καθορίζει ποια πλευρά φέρει τον κίνδυνο δυσλειτουργίας ή αξιώσεων τρίτων και αποτελεί το κύριο αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Συμμόρφωση δεδομένων: Όταν το API εκθέτει δεδομένα, οι ρόλοι του GDPR και οι υποχρεώσεις διαλειτουργικότητας του Data Act ενσωματώνονται ρητά στη σύμβαση, μαζί με τις εγγυήσεις για τα εμπορικά μυστικά.

Διαλειτουργικότητα και δικαιοδοσία: Η αναπαραγωγή τμήματος API για λόγους διαλειτουργικότητας κρίνεται με διαφορετικό νομικό σκεπτικό σε ΕΕ και ΗΠΑ, οπότε η τεκμηρίωση της επιτρεπτής χρήσης προσαρμόζεται στην εφαρμοστέα δικαιοδοσία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση API licensing.

Drag Along & Tag Along Δικαίωμα: Πότε Δεσμεύει η Ρήτρα

Ρήτρες Drag Along και Tag Along: Πού Δεσμεύουν Πραγματικά τη Μεταβίβαση Μετοχών;

Περιληπτικά:

  • Η ρήτρα drag along (δικαίωμα συμπαράσυρσης) επιτρέπει στην πλειοψηφία να υποχρεώσει τη μειοψηφία να πωλήσει μαζί της, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών. Η ρήτρα tag along (δικαίωμα προσκόλλησης) παρέχει στη μειοψηφία την ευχέρεια να πωλήσει μαζί με την πλειοψηφία, με τους ίδιους όρους.
  • Το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018 επιτρέπει ρητά την καταστατική κατοχύρωση και των δύο ρητρών στην ανώνυμη εταιρεία, ως μορφές δεσμευμένων μετοχών.
  • Η επιλογή του εγγράφου όπου αποτυπώνονται οι ρήτρες κρίνει το εύρος της προστασίας, καθώς η παραβίαση καταστατικής ρήτρας καθιστά τη μεταβίβαση άκυρη (ΑΠ 396/2019), ενώ η παραβίαση ρήτρας που υπάρχει μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία γεννά μόνο αξίωση αποζημίωσης (ΑΠ 1448/2014).
  • Το όριο ενεργοποίησης, η ταυτότητα τιμής και όρων, οι εξαιρέσεις και οι προθεσμίες άσκησης καθορίζουν την πραγματική λειτουργία των ρητρών και αποτελούν τα κρίσιμα σημεία της διαπραγμάτευσης.

Πότε χρησιμοποιείται το δικαίωμα drag along και πότε το tag along;

Το δικαίωμα drag along εξυπηρετεί την πλειοψηφία όταν αυτή σχεδιάζει ολική έξοδο, καθώς αυτό της επιτρέπει να συμπαρασύρει τη μειοψηφία στην πώληση, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών χωρίς εμπόδια.

Το δικαίωμα tag along προστατεύει τη μειοψηφία στην αντίστροφη περίπτωση: όταν η πλειοψηφία πωλεί, η μειοψηφία δικαιούται, χωρίς να υποχρεούται, να συμμεταβιβάσει τις δικές της μετοχές με την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους.

ΧαρακτηριστικόΔικαίωμα Drag AlongΔικαίωμα Tag Along
Προστατευόμενο μέροςΠλειοψηφούντες μέτοχοιΜειοψηφούντες μέτοχοι
Ποιος ασκεί το δικαίωμαΠλειοψηφούντες μέτοχοιΜειοψηφούντες μέτοχοι
ΣκοπόςΔιευκόλυνση πώλησης του συνόλου της εταιρείαςΔιασφάλιση ισότιμης εξόδου της μειοψηφίας
ΑποτέλεσμαΑναγκαστική πώληση μετοχών μειοψηφίαςΔυνατότητα συμμετοχής μειοψηφίας στην πώληση

Τα δύο δικαιώματα αφορούν την ίδια στιγμή της εταιρικής ζωής, τη μεταβίβαση των μετοχών σε τρίτο, αλλά κατανέμουν αντίστροφα την προστασία. Στην πράξη λειτουργούν αλληλοσυμπληρούμενα και περιλαμβάνονται από κοινού στο καταστατικό ή στη συμφωνία των μετόχων.

Η συνύπαρξή τους δημιουργεί ένα ισορροπημένο πλαίσιο, καθώς η πλειοψηφία διατηρεί τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει την επένδυσή της χωρίς εμπόδια και η μειοψηφία εξασφαλίζει δίκαιη και ισότιμη έξοδο.

Πώς λειτουργεί η ρήτρα drag along υπέρ της πλειοψηφίας;

Η ρήτρα drag along (δικαίωμα συμπαράσυρσης ή συμμεταβίβασης) είναι συμβατικός όρος που επιτρέπει στον πλειοψηφούντα μέτοχο ή σε ομάδα μετόχων να υποχρεώσει τους μειοψηφούντες να πωλήσουν τις μετοχές τους στον ίδιο τρίτο αγοραστή, με την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους που συμφωνήθηκαν για τις μετοχές της πλειοψηφίας.

Ο πρακτικός σκοπός της ρήτρας είναι η καθαρή έξοδος (clean exit). Ο αγοραστής που επιδιώκει πλήρη έλεγχο θέλει το 100% των μετοχών, ώστε να μην παραμείνουν μειοψηφούντες μέτοχοι με δικαιώματα παρεμπόδισης ή αξιώσεις. Χωρίς τη ρήτρα, ένας μειοψηφών μέτοχος μπορεί να αρνηθεί την πώληση και να ματαιώσει τη συναλλαγή ή να απαιτήσει δυσανάλογο αντάλλαγμα για τη συναίνεσή του.

Η ρήτρα διαφέρει από τη δικαστική εξαγορά μετοχών της μειοψηφίας που προβλέπουν τα άρθρα 45 επ. του Ν. 4548/2018, καθώς εκείνη προϋποθέτει συγκεκριμένους λόγους και δικαστική κρίση, ενώ το drag along ενεργοποιείται συμβατικά, με μόνη προϋπόθεση τη συνδρομή των προσυμφωνημένων όρων.

Τα βασικά πλεονεκτήματα για την πλειοψηφία είναι:

  • Διευκόλυνση πώλησης: η εταιρεία γίνεται ελκυστικότερη για αγοραστές, αφού η απόκτηση του συνόλου των μετοχών είναι εξασφαλισμένη.
  • Προστασία της εξόδου: η πλειοψηφία ρευστοποιεί την επένδυσή της χωρίς εμπόδια από τη μειοψηφία.
  • Αποφυγή αδιεξόδων: αποτρέπονται καταστάσεις όπου η μειοψηφία εκβιάζει τη συναλλαγή αρνούμενη την πώληση.

Το κόστος βαρύνει τη μειοψηφία, εφόσον ενδέχεται να πωλήσει παρά τη θέλησή της, ακόμη και αν εκτιμά ότι η εταιρεία έχει μεγαλύτερες προοπτικές, χάνοντας τη μελλοντική υπεραξία.

Πώς προστατεύει η ρήτρα tag along τη μειοψηφία;

Η ρήτρα tag along (δικαίωμα προσκολλήσεως) παρέχει στους μειοψηφούντες μετόχους το δικαίωμα, όχι την υποχρέωση, να συμμετάσχουν στην πώληση που πραγματοποιεί ο πλειοψηφών μέτοχος προς τρίτο, απαιτώντας από τον αγοραστή να αποκτήσει και τις δικές τους μετοχές με τους ίδιους όρους.

Ο μειοψηφών μέτοχος αποφεύγει έτσι δύο κινδύνους. Πρώτον, τον εγκλωβισμό στην εταιρεία με νέο πλειοψηφούντα μέτοχο, ο οποίος μπορεί να είναι ανεπιθύμητος ή να επιδιώκει διαφορετικά συμφέροντα. Δεύτερον, την απώλεια της ευκαιρίας να πωλήσει στη συμφέρουσα τιμή που εξασφάλισε η πλειοψηφία.

Η ρήτρα λειτουργεί συμπληρωματικά προς το δικαίωμα προτίμησης επί μετοχών, καθώς το δεύτερο ελέγχει ποιος εισέρχεται στη μετοχική σύνθεση, ενώ το tag along εξασφαλίζει με ποιους όρους εξέρχεται η μειοψηφία.

Τα βασικά οφέλη για τη μειοψηφία είναι:

  • Ισότιμη μεταχείριση: η μειοψηφία πωλεί με την τιμή και τους όρους της πλειοψηφίας.
  • Ρευστότητα: εξασφαλίζεται διέξοδος από μια κατά τα άλλα δύσκολα ρευστοποιήσιμη συμμετοχή σε μη εισηγμένη εταιρεία.
  • Επενδυτική εμπιστοσύνη: η ύπαρξη της ρήτρας διευκολύνει την προσέλκυση μειοψηφικών επενδυτών.

Το αντίστοιχο κόστος βαρύνει την πλειοψηφία, καθώς η πώληση περιπλέκεται, αφού ο αγοραστής καλείται να αποκτήσει περισσότερες μετοχές από όσες ίσως αρχικά επιδίωκε, ενώ ορισμένοι αγοραστές αποθαρρύνονται εντελώς.

Καταστατικό ή συμφωνία μετόχων: πού κατοχυρώνεται η ρήτρα;

Η επιλογή του εγγράφου κατοχύρωσης καθορίζει το εύρος της προστασίας. Η καταστατική ρήτρα δεσμεύει την εταιρεία και κάθε τρίτο, με συνέπεια η -κατά παράβαση- μεταβίβαση να είναι άκυρη. Η ρήτρα που περιλαμβάνεται μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία δεσμεύει αποκλειστικά τους συμβαλλομένους και η παραβίασή της γεννά μόνο αξίωση αποζημίωσης.

Στην ανώνυμη εταιρεία, το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018 προβλέπει ρητά αμφότερους τους μηχανισμούς ως επιτρεπτούς καταστατικούς περιορισμούς στη μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών (δεσμευμένες μετοχές):

«Το καταστατικό μπορεί να ορίσει και άλλες μορφές περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, όπως ιδίως:

γ) τον όρο ότι, προκειμένου να εγκριθεί η μεταβίβαση μετοχών σε τρίτο, ο τρίτος θα δεσμευθεί να αποκτήσει μετοχές και άλλων μετόχων, που θα προσφερθούν με τους ίδιους όρους με τους οποίους εγκρίνεται η μεταβίβαση ή και διαφορετικούς όρους, κατά τις διατάξεις του καταστατικού, ή

δ) τον όρο ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης μετοχών από μέτοχο σε τρίτο, οι λοιποί μέτοχοι θα υποχρεούνται να μεταβιβάσουν και αυτοί στον τρίτο ποσοστό αντίστοιχο μετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού».

Η περίπτωση γ’ αποτυπώνει τον μηχανισμό tag along και η περίπτωση δ’ τον μηχανισμό drag along. Οι ρήτρες μπορούν επομένως να ενταχθούν στα καταστατικά άρθρα της ΑΕ ως γνήσιοι όροι δεσμευμένων μετοχών. Η μεταβίβαση μετοχών ΑΕ που διενεργείται κατά παράβαση της καταστατικά προβλεπόμενης διαδικασίας είναι άκυρη, όπως έκρινε η ΑΠ 396/2019 για τις δεσμευμένες ονομαστικές μετοχές. Ο παραβαίνων μέτοχος δεν μεταβιβάζει έγκυρα και ο τρίτος δεν αποκτά τη μετοχική ιδιότητα.

Όταν, αντίθετα, η ρήτρα περιλαμβάνεται μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (Shareholders’ Agreement – SHA), η ισχύς της είναι αμιγώς ενοχική. Κατά την ΑΠ 1448/2014, οι εξωεταιρικές συμφωνίες παράγουν δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων και δεν θίγουν το κύρος των εταιρικών πράξεων που διενεργούνται κατά παράβασή τους. Ωστόσο, η υπαίτια παραβίαση θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, την οποία τα μέρη ενισχύουν στην πράξη με ποινική ρήτρα προσυμφωνημένου ύψους.

Η επιλογή εξετάζεται ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ο επενδυτής που επιδιώκει δέσμευση έναντι πάντων προκρίνει την καταστατική αποτύπωση. Η εμπιστευτικότητα και η ευελιξία αναθεώρησης συνηγορούν υπέρ της SHA, αφού το καταστατικό δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ και τροποποιείται μόνο με απόφαση γενικής συνέλευσης.

Η διατύπωση της καταστατικής ρήτρας ώστε να συνιστά λειτουργικό όρο του άρθρου 43, με ορισμένη διαδικασία, προθεσμίες και συνέπειες, απαιτεί προσαρμογή στο συγκεκριμένο μετοχικό σχήμα. Η απλή μεταφορά υποδείγματος αφήνει κενά που κρίνονται κατά περίπτωση, όταν πλέον η σύγκρουση έχει εκδηλωθεί.

ΚριτήριοΚαταστατική ρήτραΡήτρα μόνο σε SHA
ΔεσμευτικότηταΈναντι της εταιρείας και κάθε τρίτουΜόνο μεταξύ των συμβαλλομένων
Συνέπεια παραβίασηςΑκυρότητα της μεταβίβασης (ΑΠ 396/2019)Αξίωση αποζημίωσης ή ποινική ρήτρα (ΑΠ 1448/2014)
ΔημοσιότηταΔημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ, ορατή σε τρίτουςΕμπιστευτική μεταξύ των μερών
ΤροποποίησηΑπόφαση γενικής συνέλευσης για τροποποίηση καταστατικούΣυναίνεση των συμβαλλομένων
Νέοι μέτοχοιΔεσμεύονται αυτοδικαίως με την απόκτηση μετοχώνΔεσμεύονται μόνο εφόσον προσχωρήσουν στη συμφωνία (πράξη προσχώρησης, deed of adherence)

Επί ΙΚΕ, ΕΠΕ και προσωπικών εταιρειών

Αντίστοιχη ρητή πρόβλεψη δεν υπάρχει στις λοιπές εταιρικές μορφές. Η νομική βάση των ρητρών παραμένει η αρχή της συμβατικής ελευθερίας του άρθρου 361 του ΑΚ. Στην ΙΚΕ, η μεταβίβαση των μεριδίων είναι κατ’ αρχήν ελεύθερη (άρθρο 83 του Ν. 4072/2012), ενώ το άρθρο 84 παρ. 2 του ίδιου νόμου επιτρέπει στο καταστατικό να την αποκλείει ή να την περιορίζει, παρέχοντας έδαφος για αντίστοιχη καταστατική διαμόρφωση των μηχανισμών συμπαράσυρσης και προσκόλλησης.

Η εμπειρία από υποθέσεις εξόδου μετόχων σε μη εισηγμένες εταιρείες δείχνει ότι η παράλληλη αποτύπωση της ρήτρας σε καταστατικό και SHA, με ταυτόσημη διατύπωση, προλαμβάνει τις αντιφάσεις μεταξύ των δύο κειμένων που τροφοδοτούν δικαστικές αμφισβητήσεις κατά την εκτέλεση της συναλλαγής.

Ποια σημεία κρίνουν τη λειτουργικότητα των ρητρών drag along και tag along;

Τέσσερα σημεία καθορίζουν την πραγματική λειτουργία των ρητρών:

  • το όριο ενεργοποίησης,
  • η ταυτότητα τιμής και όρων,
  • οι εξαιρέσεις και
  • οι προθεσμίες.

Καθένα κατανέμει διαφορετικά τον κίνδυνο μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας, με αποτέλεσμα η ίδια ρήτρα να λειτουργεί προστατευτικά ή ασφυκτικά ανάλογα με τη διατύπωσή της.

Όροι ενεργοποίησης του drag along

Στη συναλλακτική πρακτική το όριο ενεργοποίησης ορίζεται συνήθως στο 75% των μετοχών, αλλά αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Προφανώς, υψηλότερο όριο προστατεύει τη μειοψηφία, ενώ χαμηλότερο διευκολύνει την έξοδο της πλειοψηφίας. Η μειοψηφία πρέπει να λαμβάνει την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους με την πλειοψηφία και να ειδοποιείται εγκαίρως για τη σχεδιαζόμενη πώληση.

Η μειοψηφία διαπραγματεύεται επιπλέον προστασίες: ελάχιστη τιμή ενεργοποίησης, καταβολή του τιμήματος αποκλειστικά σε μετρητά και περιορισμό των δηλώσεων και εγγυήσεων (representations and warranties) που καλείται να παράσχει στο μέτρο της δικής της συμμετοχής.

Κάθε μία από τις προβλέψεις αυτές, μεταβάλλει τον κίνδυνο του μειοψηφούντος μετόχου στη συναλλαγή και απαιτεί διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη μετοχική σχέση. Ορισμένες συμφωνίες εξαιρούν από την ενεργοποίηση συγκεκριμένες συναλλαγές, όπως μεταβιβάσεις προς συγγενικά πρόσωπα ή εταιρείες του ίδιου ομίλου.

Πεδίο εφαρμογής και προθεσμίες του tag along

Ορισμένες συμφωνίες επιτρέπουν την προσκόλληση μόνο όταν η πλειοψηφία πωλεί το σύνολο των μετοχών της, ενώ άλλες καταλαμβάνουν και μερικές πωλήσεις. Η άσκηση του δικαιώματος υπόκειται σε προθεσμία (για παράδειγμα 30 ημερών από την ειδοποίηση).

Ως προς την εκτέλεση, άλλες συμφωνίες υποχρεώνουν τον αγοραστή να αποκτήσει πρόσθετες μετοχές και άλλες προβλέπουν αναλογική (pro rata) μείωση των μετοχών που μεταβιβάζει η πλειοψηφία, ώστε το συνολικό μέγεθος της συναλλαγής να μείνει σταθερό.

Στους επενδυτικούς γύρους οι δύο ρήτρες αποτελούν σταθερό αίτημα των επενδυτών, από τους επενδυτικούς αγγέλους έως τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) και τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (private equity), διότι το drag along τους εξασφαλίζει έλεγχο της στρατηγικής εξόδου και το tag along ρευστότητα όταν πωλούν οι ιδρυτές.

Η εμπειρία από διαπραγματεύσεις επενδυτικών συμφωνιών δείχνει ότι το ύψος του ορίου και το εύρος των εξαιρέσεων είναι τα δύο σημεία όπου οι θέσεις ιδρυτών και επενδυτών αποκλίνουν περισσότερο.

Συχνές Ερωτήσεις

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ drag along και tag along;

Το drag along ασκείται από την πλειοψηφία και δημιουργεί υποχρέωση της μειοψηφίας να πωλήσει μαζί της, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών. Το tag along ασκείται από τη μειοψηφία και της παρέχει δικαίωμα, όχι υποχρέωση, να συμμετάσχει στην πώληση της πλειοψηφίας με τους ίδιους όρους. Το πρώτο διευκολύνει την έξοδο της πλειοψηφίας, το δεύτερο προστατεύει την έξοδο της μειοψηφίας.

Ισχύει η ρήτρα drag along όταν περιλαμβάνεται μόνο σε ιδιωτικό συμφωνητικό μετόχων;

Ισχύει, αλλά με ενοχική μόνο ενέργεια, καθώς δεσμεύει αποκλειστικά όσους την υπέγραψαν. Αν ο μειοψηφών μέτοχος αρνηθεί τη συμμεταβίβαση, η μεταβίβαση δεν ακυρώνεται και ο υπαίτιος οφείλει αποζημίωση ή την προσυμφωνημένη ποινική ρήτρα. Δέσμευση έναντι της εταιρείας και κάθε τρίτου, με ακυρότητα της μεταβίβασης, επιτυγχάνεται μόνο με καταστατική κατοχύρωση κατά το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018.

Τι σημαίνει η ενεργοποίηση του drag along για τον μέτοχο μειοψηφίας;

Ο μειοψηφών μέτοχος υποχρεούται να πωλήσει τις μετοχές του στον τρίτο αγοραστή με την τιμή και τους όρους που εξασφάλισε η πλειοψηφία, ακόμη και αν διαφωνεί με τη συναλλαγή. Η πραγματική του προστασία εξαρτάται από όσα προσυμφωνήθηκαν: ταυτότητα τιμής, τρόπος καταβολής του τιμήματος, έκταση των δηλώσεων που καλείται να παράσχει και τυχόν ελάχιστη αποτίμηση κάτω από την οποία η ρήτρα δεν ενεργοποιείται.

Τι όρους περιλαμβάνει τυπικά μια ρήτρα drag along ή tag along;

Οι βασικοί όροι είναι το όριο ενεργοποίησης, η ρητή πρόβλεψη ίδιας τιμής και όρων για όλους τους μετόχους, η διαδικασία και η προθεσμία ειδοποίησης, η προθεσμία άσκησης του δικαιώματος, οι εξαιρούμενες συναλλαγές και ο μηχανισμός εκτέλεσης, δηλαδή αν ο αγοραστής αποκτά πρόσθετες μετοχές ή αν οι πωλούμενες μειώνονται αναλογικά.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Συμμετρική πρόβλεψη των δύο ρητρών: Η ταυτόχρονη κατοχύρωση drag along και tag along ισορροπεί τα συμφέροντα πλειοψηφίας και μειοψηφίας και αποτρέπει μονομερείς διατυπώσεις που αποθαρρύνουν μελλοντικούς επενδυτές ή συνιδρυτές.

Έλεγχος του καταστατικού πριν από κάθε επενδυτικό γύρο: Αν το υφιστάμενο καταστατικό δεν προβλέπει τις ρήτρες ή προβλέπει ασύμβατους περιορισμούς μεταβίβασης, η εναρμόνισή του πρέπει να προηγηθεί της επένδυσης, αφού η μεταγενέστερη τροποποίηση απαιτεί απόφαση γενικής συνέλευσης με τη συναίνεση που ενδέχεται να μην είναι πλέον διαθέσιμη.

Ταυτόσημη διατύπωση σε καταστατικό και SHA: Όταν η ρήτρα αποτυπώνεται και στα δύο κείμενα, κάθε απόκλιση στη διατύπωση δημιουργεί ερμηνευτικό ζήτημα για το ποια εκδοχή υπερισχύει. Η ευθυγράμμιση των δύο κειμένων είναι αντικείμενο νομικής επιμέλειας κατά την κατάρτιση και κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση.

Σαφής μηχανισμός τιμής: Η αναφορά σε «ίδια τιμή και όρους» χρειάζεται συγκεκριμενοποίηση για μη χρηματικά ανταλλάγματα, τμηματικές καταβολές και ρήτρες αναπροσαρμογής τιμήματος, διαφορετικά η εκτέλεση της ρήτρας προσφέρει πεδίο αμφισβήτησης.

Πρόβλεψη πράξης προσχώρησης για νέους μετόχους: Όταν οι ρήτρες υπάρχουν μόνο σε SHA, κάθε νέος μέτοχος πρέπει να προσχωρεί ρητά στη συμφωνία, διαφορετικά δεν δεσμεύεται από αυτές και το προστατευτικό πλέγμα διαρρηγνύεται.

 Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα δικαιώματα Drag Along και Tag Along.

ΔΕΔ – Δεκαετής Η Παραγραφή Σε Περιπτώσεις Φοροδιαφυγής

Με την πρόσφατη απόφαση 1267/2025 (Αθήνα), η ΔΕΔ ασχολήθηκε με το θέμα της 10ετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρων, προστίμων κλπ, σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Με Οριστική Πράξη Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος για το φορολογικό έτος 2014, η οποία κοινοποιήθηκε την 11-12-2024, καταλογίστηκε σε βάρος φορολογούμενου διαφορά φόρου ποσού 266.732,48 Ευρώ, πλέον προστίμου φόρου άρθρου 54 του Ν. 5104/2024 ποσού 133.510,18 Ευρώ, ήτοι σύνολο φόρων, τελών και εισφορών για καταβολή, ύψους 401.029,89 Ευρώ.

Η ανωτέρω Πράξη στηρίχθηκε στην από 11/12/2024 θεωρηθείσα Έκθεση Μερικού Ελέγχου Φορολογίας Εισοδήματος του Προϊσταμένου του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., η οποία συντάχθηκε κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στα εισοδήματα του φορολογούμενου του έτους 2014, δυνάμει σχετικής Εντολής Ελέγχου του Προϊσταμένου της ως άνω υπηρεσίας. 

Αιτία του ελέγχου αποτέλεσε η από 07/10/2024 Πορισματική Έκθεση της Διεύθυνσης Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος (Δ.Ε.Ο.Ε.), η οποία διαβιβάστηκε στην ελεγκτική αρχή την 10-10-2024.

Σύμφωνα με την πορισματική έκθεση της Δ.Ε.Ο.Ε., μετά από διερεύνηση των τραπεζικών λογαριασμών του προσφεύγοντος, διαπιστώθηκε η παράλειψη δήλωσης, στο φορολογικό έτος 2014, αγοράς χρεογράφων (Α/Κ) ποσών 125.779,97 Ευρώ και 965.821,92 Ευρώ.

Για τα ανωτέρω δύο ποσά, ζητήθηκαν από τον φορολογούμενο, αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες αναφορικά με τον σχηματισμό του κεφαλαίου για τις παραπάνω συναλλαγές, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν οι ανωτέρω αγορές προήλθαν από εισοδήματά του (και της συζύγου του), τα οποία είτε είχαν φορολογηθεί, είτε είχαν νόμιμα απαλλαγεί του φόρου («Πίνακας Ανάλωσης»).

Ο φορολογούμενος, δεν προσκόμισε τον αιτηθέντα Πίνακα Ανάλωσης, αλλά με υπόμνημά του, προσκόμισε στοιχεία σχετικά με το πρώτο ποσό, ύψους 125.779,97 ευρώ, σύμφωνα με τα οποία αφορά προθεσμιακή κατάθεση την οποία δεν όφειλε να δηλώσει.

Ωστόσο, δεν δόθηκαν στοιχεία για το υπόλοιπο ποσό των 965.821,92 ευρώ, το οποίο αφορούσε αγορά ΟΣΕΚΑ με χώρα έκδοσης το Λουξεμβούργο.

Στη συνέχεια συντάχθηκε Πίνακας Ανάλωσης κεφαλαίου από τη Δ.Ε.Ο.Ε., βάσει των υποβληθεισών δηλώσεων εισοδήματος του φορολογούμενου, για τις χρήσεις 1996 έως 2014, από τον οποίο προέκυψε ότι το μη αναλωθέν υπόλοιπο που είχε στη διάθεση του ο φορολογούμενος στο τέλος του έτους 2014 ανέρχεται στο ποσό των 56.935,11 Ευρώ.

Κατόπιν των ανωτέρω, προέκυψε η αγορά του ομολόγου ποσού 965.821,92 Ευρώ που πραγματοποίησε ο φορολογούμενος, δικαιολογείται μόνο κατά το ποσό των 56.935,11 Ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ύψους 908.886,81 Ευρώ αποτελεί προσαύξηση περιουσίας από αδήλωτα εισοδήματα.

Ακολούθως ο έλεγχος του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., λαμβάνοντας υπόψη τον πίνακα ανάλωσης κεφαλαίου, όπως προσδιορίστηκε από τη Δ.Ε.Ο.Ε., τα δηλωθέντα εισοδήματα του φορολογούμενου την χρήση 2014 και την διαπίστωση της παράλειψης δήλωσης της αγοράς του ομολόγου αξίας 965.821,92 Ευρώ, προσδιόρισε πρόσθετη διαφορά μεταξύ τεκμαρτού και συνολικού εισοδήματος ποσού 820.064,45 Ευρώ.

Στη συνέχεια, κοινοποιήθηκε στον φορολογούμενο ο προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός εισοδήματος, φορολογικού έτους 2014, και αντίγραφο της πορισματικής έκθεσης της Δ.Ε.Ο.Ε.

ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ

Ο φορολογούμενος δεν κατέθεσε τις απόψεις του επί του κοινοποιηθέντος Σ.Δ.Ε. αλλά κατέθεσε ενδικοφανή προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ισχυριζόμενος -μεταξύ άλλων- ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου, φόρους, πρόστιμα κ.λπ., του φορολογικού έτους 2014 έχει παραγραφεί.

Ειδικότερα, ο φορολογούμενος ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει φόρο εισοδήματος και πρόστιμο, για το φορολογικό έτος 2014, έληξε στις 31/12/2020, βάσει των διατάξεων της πρώτης παραγράφου του άρθρου 37 του Ν. 5104/2024.

Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή του οι διατάξεις της παραγράφου 3α του ίδιου άρθρου, περί κοινοποίησης πράξης εντός 10 ετών, δεδομένου ότι δεν νοούνται ως συμπληρωματικά στοιχεία ή νέα στοιχεία η υποβολή μιας ποινικής δικογραφίας από τον Οικονομικό Εισαγγελέα καθώς όλα τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του ο Οικονομικός Εισαγγελέας ήταν προσβάσιμα στο Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π. και σε κάθε φορολογική αρχή. 

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Ο Ν. 5104/2024

Σύμφωνα με το άρθρο 37 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 5104/2024):

«Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου μπορεί να κοινοποιηθεί εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης ή της δήλωσης της τελευταίας περιόδου, σε περίπτωση που προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων:

αα) Αν ο φορολογούμενος δεν έχει υποβάλει δήλωση εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παρ. 1. (…)

αβ) Αν μετά την πενταετία περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να είναι σε γνώση αυτής εντός της πενταετίας και προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί βάσει προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και μόνο για το ζήτημα το οποίο αφορούν.

β) … Εφόσον περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης συμπληρωματικά στοιχεία κατά το τελευταίο έτος της αρχικής (πενταετούς) παραγραφής, το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου παρατείνεται κατά ένα (1) έτος.».

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 79 του ίδιου νόμου:

«Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: … προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), του Φόρου Κύκλου Εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές…»

Ο Ν. 4646/2019

Σύμφωνα με το άρθρο 66, παρ. 27α του Ν. 4646/2019:

«27.α. … Ειδικά για τις χρήσεις 2012 και 2013 και τα φορολογικά έτη 2014, 2015, 2016 και 2017, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για περιπτώσεις φοροδιαφυγής, μπορεί να εκδοθεί εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης.»

Η Εγκύκλιος 2057/2023 ΑΑΔΕ

Σύμφωνα με την Εγκύκλιο 2057/2023 της ΑΑΔΕ με θέμα “Παροχή διευκρινίσεων σχετικά με τις προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για την έκδοση και κοινοποίηση πράξεων προσδιορισμού φόρων και επιβολής προστίμων”:

«…Για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων επισημαίνονται τα εξής:

4.1. Για τις χρήσεις 2012 και 2013 και τα φορολογικά έτη 2014-2017, πράξεις προσδιορισμού φόρου μπορούν να εκδοθούν εντός δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης, για περιπτώσεις φοροδιαφυγής, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 66 του ΚΦΔ. Συνεπώς, για πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση οποιασδήποτε Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης και αφορούν σε φοροδιαφυγή, πράξεις προσδιορισμού φόρου εκδίδονται μόνο εφόσον πρόκειται για ποσά φόρων που υπερβαίνουν τα τιθέμενα στην παρ. 3 του άρθρου 66 όρια.

Στην περίπτωση που οι πληροφορίες περί φοροδιαφυγής περιέλθουν σε γνώση οποιασδήποτε υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης μετά την οριζόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 36 του ΚΦΔ περίοδο (πενταετία), οι πράξεις προσδιορισμού φόρου και επιβολής προστίμου εκδίδονται αποκλειστικά για τη φορολογητέα ύλη που προκύπτει από τις πληροφορίες αυτές και για το έτος στο οποίο αφορούν».

Ο Ν. 4172/2013

Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν. 4172/2013:

«Ως ετήσια δαπάνη του φορολογουμένου, της συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών του λογίζονται και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται για:

… β) Αγορά επιχειρήσεων ή σύσταση ή αύξηση του κεφαλαίου επιχειρήσεων που λειτουργούν ατομικώς ή με τη μορφή ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης ή ανώνυμης εταιρείας ή περιορισμένης ευθύνης εταιρίας ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας ή κοινωνίας ή κοινοπραξίας ή αστικής εταιρίας ή αγορά εταιρικών μερίδων και χρεογράφων γενικώς, καθώς και οι καταβολές που πραγματοποιούνται για τα ασφαλιστικά επενδυτικά συμβόλαια, κατά το μέρος που αποτελούν επενδυτικό προϊόν».

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΔΕΔ

Η ΔΕΔ αποφάσισε ότι, με την προσβαλλόμενη πράξη διορθωτικού προσδιορισμού εισοδήματος, φορολογικού έτους 2014, προσδιορίστηκε διαφορά φορολογητέου εισοδήματος ποσού 820.064,45 € και καταλογίστηκε φόρος ποσού 266.732,48 €, το οποίο υπερβαίνει τα τιθέμενα όρια με την παρ. 3 του άρθρου 66 του Ν. 4987/2022 (πλέον παρ. 2 του άρθρου 79 του ν. 5104/2024), δηλαδή εμπίπτει στις διατάξεις πε΄ρι φοροδιαφυγής.

Ως εκ τούτου, με δεδομένη την υφιστάμενη φοροδιαφυγή για την χρήση 2014, το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλλει φόρους, τόκους και πρόστιμα παραγράφηκε στις 31/12/2024, βάσει των διατάξεων της παρ. 27α του άρθρου 66 του Ν. 4646/2019.

Δηλαδή η ΔΕΔ, δεν στοιχειοθέτησε την 10ετή παραγραφή στη νομική βάση του άρθρου 37 του Ν. 5104/2024 («νέα στοιχεία»), αλλά στην παρ. 27α του άρθρου 66, του Ν. 4646/2019 («φοροδιαφυγή»)

Επομένως, επειδή η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε και κοινοποιήθηκε εντός του έτους 2024, ήτοι πριν από την λήξη της δεκαετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου, ο σχετικός ισχυρισμός του φορολογούμενου απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος. 

Συνεπώς, απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή και επικύρωσε την Οριστική Πράξη Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος, με οριστική φορολογική υποχρέωση του φορολογούμενου, ποσού 401.029,89 Ευρώ.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό ΔίκαιοΕπικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την παραγραφή φορολογικών υποθέσεων.

NIS2: Πότε Υπάγεται μια Επιχείρηση και τι Ευθύνη Φέρει

Υπαγωγή στη NIS2: κριτήρια, ευθύνη διοίκησης και κυρώσεις μη συμμόρφωσης

Εν συντομία:

  • Η υπαγωγή μιας επιχείρησης στη NIS2 κρίνεται σωρευτικά από δύο κριτήρια: δραστηριότητα σε τομέα των Παραρτημάτων Ι ή ΙΙ του Ν. 5160/2024 και μέγεθος τουλάχιστον μεσαίας επιχείρησης. Ορισμένες οντότητες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους.
  • Οι υπόχρεες επιχειρήσεις διακρίνονται σε βασικές και σημαντικές οντότητες. Η διάκριση καθορίζει την ένταση της εποπτείας και το ανώτατο πρόστιμο: έως 10 εκατ. ευρώ ή 2% του κύκλου εργασιών για τις βασικές, έως 7 εκατ. ευρώ ή 1,4% για τις σημαντικές.
  • Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες δεν υπάγονται στις υποχρεώσεις της NIS2 αλλά στον Κανονισμό DORA, που λειτουργεί ως ειδικότερο νομικό πλαίσιο.
  • Η υπαγωγή ενεργοποιεί μέτρα διαχείρισης κινδύνων, αναφορά περιστατικών σε αυστηρές προθεσμίες, ορισμό Υπεύθυνου Ασφάλειας και εγγραφή στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας.
  • Η ευθύνη δεν περιορίζεται μόνο στην οντότητα, αλλά και τα μέλη της διοίκησης φέρουν προσωπική ευθύνη για την έγκριση και εποπτεία των μέτρων.

Πότε υπάγεται μια επιχείρηση στη NIS2;

Η υπαγωγή κρίνεται σωρευτικά από δύο κριτήρια. Πρώτον, η επιχείρηση να δραστηριοποιείται σε τομέα των Παραρτημάτων Ι ή ΙΙ του Ν. 5160/2024, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 (NIS2). Δεύτερον, να υπερβαίνει το όριο μεγέθους της μεσαίας επιχείρησης.

Το κριτήριο του τομέα καλύπτει ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων (πχ ενέργεια, μεταφορές, υγεία, τραπεζικές υπηρεσίες, ψηφιακές υποδομές και πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών). Τομείς που υπό την προηγούμενη Οδηγία NIS έμεναν εκτός (όπως η παραγωγή και διανομή τροφίμων, η διαχείριση αποβλήτων, η παρασκευή χημικών προϊόντων, ο κατασκευαστικός τομέας και οι ταχυδρομικές υπηρεσίες), τώρα υπάγονται. Πολλές μεσαίες επιχειρήσεις εμπίπτουν πλέον στο πεδίο εφαρμογής, χωρίς να το έχουν αντιληφθεί.

Το κριτήριο του μεγέθους παραπέμπει στον ορισμό της μεσαίας επιχείρησης κατά τη σύσταση 2003/361/ΕΚ (απασχόληση τουλάχιστον 50 ατόμων ή ετήσιος κύκλος εργασιών άνω των 10 εκατ. ευρώ). Ωστόσο, ορισμένες κατηγορίες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών εμπιστοσύνης, τα μητρώα ονομάτων τομέα ανωτάτου επιπέδου, οι πάροχοι υπηρεσιών DNS και οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Στις περιπτώσεις αυτές, ακόμη και μια πολύ μικρή εταιρεία υπάγεται πλήρως.

Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες που καλύπτει ο Κανονισμός DORA (Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554) εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις διαχείρισης κινδύνων και αναφοράς της NIS2, καθώς ο DORA λειτουργεί ως ειδικότερο νομικό πλαίσιο και θεσπίζει αυστηρότερες απαιτήσεις για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Μια τράπεζα ή ασφαλιστική επιχείρηση συμμορφώνεται με το πλαίσιο του DORA, όχι με εκείνο της NIS2.

Ζητήματα προκύπτουν σε επιχειρήσεις με μεικτές δραστηριότητες, ομιλικές δομές με θυγατρικές σε διαφορετικούς τομείς ή εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες υποστήριξης σε υπόχρεες οντότητες, οι αποίες χρειάζονται κατά περίπτωση νομική κρίση για να προσδιοριστεί αν και υπό ποια ιδιότητα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής.

Βασική ή σημαντική οντότητα: τι αλλάζει στην πράξη;

Η διάκριση μεταξύ βασικής (essential) και σημαντικής (important) οντότητας καθορίζει α) την ένταση της εποπτείας και β) το ύψος των κυρώσεων. Οι βασικές οντότητες υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία και υψηλότερα ανώτατα πρόστιμα. Οι σημαντικές οντότητες υπόκεινται σε κατασταλτική εποπτεία και χαμηλότερα ανώτατα όρια. Η ορθή κατάταξη επηρεάζει άμεσα την έκθεση της επιχείρησης σε κίνδυνο.

ΣτοιχείοΒασικές οντότητεςΣημαντικές οντότητες
ΕποπτείαΠροληπτική και κατασταλτική (ex-ante και ex-post)Κατασταλτική (ex-post), κατόπιν ενδείξεων παράβασης
Ανώτατο πρόστιμοΈως 10 εκατ. ευρώ ή 2% του παγκόσμιου κύκλου εργασιώνΈως 7 εκατ. ευρώ ή 1,4% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών
Ενδεικτικοί τομείςΕνέργεια, μεταφορές, τράπεζες, υγεία, πόσιμο νερό, ψηφιακές υποδομέςΤαχυδρομεία, διαχείριση αποβλήτων, τρόφιμα, χημικά, κατασκευές, πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών

Η κατάταξη προκύπτει από τον τομέα δραστηριότητας και το μέγεθος, όπως ορίζονται στα Παραρτήματα του νόμου. Ωστόσο, για επιχειρήσεις που λειτουργούν σε περισσότερους του ενός τομείς, η κατάταξη μπορεί να μεταβάλλεται ανά δραστηριότητα και να καθορίζει διαφορετικό επίπεδο υποχρεώσεων για διαφορετικά τμήματα της ίδιας οντότητας.

Ποιες υποχρεώσεις ενεργοποιεί η υπαγωγή;

Η υπαγωγή ενεργοποιεί τέσσερις δέσμες υποχρεώσεων:

  • Πρώτον, τη λήψη τεχνικών, επιχειρησιακών και οργανωτικών μέτρων διαχείρισης κινδύνων κατά το άρθρο 15 του Ν. 5160/2024.
  • Δεύτερον, την αναφορά σημαντικών περιστατικών σε αυστηρές προθεσμίες.
  • Τρίτον, τον ορισμό Υπεύθυνου Ασφάλειας.
  • Τέταρτον, την εγγραφή στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας.

Τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων εξειδικεύονται από την ΚΥΑ 1689/2025, που θέσπισε το Εθνικό Πλαίσιο Απαιτήσεων Κυβερνοασφάλειας. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πολιτικές ανάλυσης και διαχείρισης κινδύνων, διαχείριση περιστατικών, επιχειρησιακή συνέχεια, ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού, κρυπτογράφηση, έλεγχο πρόσβασης και πολυπαραγοντική ταυτοποίηση. Το πλαίσιο απαιτεί τα μέτρα να είναι αναλογικά προς τον βαθμό έκθεσης της οντότητας σε κίνδυνο.

Επίσης, η αναφορά περιστατικών ακολουθεί πολυεπίπεδη προσέγγιση. Η οντότητα οφείλει έγκαιρη προειδοποίηση εντός 24 ωρών από τη στιγμή που αντιλήφθηκε το σημαντικό περιστατικό, πλήρη ενημέρωση εντός 72 ωρών, ενδιάμεση έκθεση κατά την αντιμετώπιση και τελική έκθεση εντός ενός μηνός. Η μη τήρηση των προθεσμιών συνιστά αυτοτελή παράβαση, ανεξάρτητα από την έκβαση του ίδιου του περιστατικού.

Σημειώνεται ότι ο ορισμός Υπεύθυνου Ασφάλειας Συστημάτων Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΥΑΣΠΕ) διαφέρει νομικά από τον Υπεύθυνο Προστασίας Δεδομένων (DPO) του GDPR. Ο πρώτος εστιάζει στην ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών, ο δεύτερος στη νομιμότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων.

Σε πολλές επιχειρήσεις οι δύο ρόλοι συνυπάρχουν με διακριτές αρμοδιότητες και η σύγχυσή τους δημιουργεί κενά συμμόρφωσης. Η NIS2 αποτελεί το πλαίσιο ενός ευρύτερου ψηφιακού κανονιστικού πλαισίου, στο οποίο εντάσσονται επίσης ο Κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη και η νομοθεσία προστασίας δεδομένων.

Τι ευθύνη φέρει προσωπικά η διοίκηση;

Η ευθύνη δεν περιορίζεται στην οντότητα. Τα διοικητικά όργανα εγκρίνουν τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων κυβερνοασφάλειας και εποπτεύουν την εφαρμογή τους, κατά το άρθρο 20 της Οδηγίας 2022/2555. Η παράλειψη αυτού του καθήκοντος επισύρει προσωπική ευθύνη των μελών της διοίκησης, πέρα από το διοικητικό πρόστιμο που βαρύνει την ίδια την επιχείρηση.

Πρακτικά, η υποχρέωση σημαίνει ότι η κυβερνοασφάλεια παύει να είναι αποκλειστικά ζήτημα του τμήματος πληροφορικής και ανάγεται σε καθήκον επιμέλειας της διοίκησης. Τα μέλη οφείλουν να παρακολουθούν σχετική κατάρτιση και να είναι σε θέση να αξιολογούν τους κινδύνους και την επάρκεια των μέτρων. Η τυπική ανάθεση σε τρίτο πάροχο δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την ευθύνη εποπτείας.

Η μετάβαση από τη συλλογική ευθύνη της οντότητας στην προσωπική ευθύνη των μελών της διοίκησής της, έχει συγκεκριμένες συνέπειες ως προς την τεκμηρίωση. Η καταγραφή των εγκρίσεων, η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών και η τεκμηρίωση της παρακολούθησης των μέτρων αποκτούν διαφορετική σημασία σε περίπτωση ελέγχου.

Πώς κατανέμεται συμβατικά ο κίνδυνος της αλυσίδας εφοδιασμού;

Η ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού είναι ρητή υποχρέωση της υπόχρεης οντότητας κατά το άρθρο 21 της Οδηγίας 2022/2555. Η επιχείρηση οφείλει να αξιολογεί τους προμηθευτές της από την άποψη της κυβερνοασφάλειας και να κατανέμει τον σχετικό κίνδυνο. Η κατανομή αυτή γίνεται κατά κύριο λόγο συμβατικά, μέσω ρητρών που μετακυλίουν συγκεκριμένες απαιτήσεις στους τρίτους.

Η εμπειρία από υποθέσεις συμβατικής κατανομής κινδύνου με προμηθευτές δείχνει ότι οι τυποποιημένοι όροι σπάνια επαρκούν όταν ο προμηθευτής έχει πρόσβαση σε κρίσιμα συστήματα ή δεδομένα. Οι ουσιαστικές ρήτρες πρέπει να περιλαμβάνουν απαιτήσεις ασφαλείας με συγκεκριμένο περιεχόμενο, δικαίωμα ελέγχου της συμμόρφωσης του προμηθευτή, υποχρέωση άμεσης ενημέρωσης για περιστατικά που τον αφορούν και κατανομή της ευθύνης για ζημία που προέρχεται από αδυναμία στην πλευρά του.

Κάθε μία από τις παραπάνω ρήτρες απαιτεί ad hoc διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη σχέση. Η αόριστη αναφορά σε «συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία» δεν μεταφέρει ουσιαστικά τον κίνδυνο. Όταν η ίδια η επεξεργασία αφορά προσωπικά δεδομένα, η συμβατική κάλυψη πρέπει να συντονίζεται με τη σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 του GDPR, ώστε οι δύο δέσμες υποχρεώσεων να μην αφήνουν κενά.

Τι κίνδυνο επιφέρει η μη συμμόρφωση;

Η μη συμμόρφωση επισύρει κλιμακούμενες κυρώσεις. Πέρα από τα διοικητικά πρόστιμα, η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας μπορεί να εκδώσει εντολές συμμόρφωσης με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, να επιβάλει περιορισμούς στη λειτουργία συστημάτων, να διατάξει διακοπή λειτουργίας υποδομής και να δημοσιοποιήσει τις παραβάσεις. Η βαρύτητα της κύρωσης συναρτάται με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης.

Το ύψος των προστίμων κλιμακώνεται βάσει της σοβαρότητας της παράβασης, της τυχόν υποτροπής, του βαθμού συνεργασίας με τις αρχές και των μέτρων που λήφθηκαν για την άμεση διόρθωση. Η έγκαιρη και τεκμηριωμένη ανταπόκριση σε ένα περιστατικό μπορεί να λειτουργήσει ελαφρυντικά, ενώ η απόκρυψη ή η καθυστερημένη αναφορά επιβαρύνει τη θέση της οντότητας.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η περίπτωση που το περιστατικό αφορά και προσωπικά δεδομένα. Όταν κυβερνοεπίθεση οδηγεί σε διαρροή δεδομένων ενεργοποιεί σωρευτικά τις υποχρεώσεις της NIS2 και του GDPR, με χωριστές προθεσμίες αναφοράς προς διαφορετικές αρχές και κίνδυνο διπλής κύρωσης. Ο συντονισμός της απόκρισης απαιτεί προηγούμενη συμμόρφωση με τον GDPR, ώστε οι δύο ροές υποχρεώσεων να αντιμετωπίζονται ενιαία και όχι αποσπασματικά.

Συχνές ερωτήσεις

Ποιους αφορά η NIS2;

Η NIS2 αφορά μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς υψηλής ή σημαντικής κρισιμότητας των Παραρτημάτων Ι και ΙΙ του Ν. 5160/2024, καθώς και ορισμένες κατηγορίες παρόχων που υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους. Δεν αφορά κατά κανόνα τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, εκτός αν εμπίπτουν σε κατηγορία που υπάγεται ανεξαρτήτως μεγέθους.

Ποια είναι η προθεσμία συμμόρφωσης και υπάρχει παράταση;

Οι υποχρεώσεις απορρέουν ήδη από τον Ν. 5160/2024 και την ΚΥΑ 1689/2025, με προθεσμίες εγγραφής στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας που έχουν ήδη παρέλθει για τις πρώτες κατηγορίες υπόχρεων. Οι κατά καιρούς παρατάσεις αφορούν συγκεκριμένες ομάδες οντοτήτων. Η μη εγγραφή δεν αναστέλλει τις ουσιαστικές υποχρεώσεις διαχείρισης κινδύνων και αναφοράς περιστατικών.

Πώς ελέγχει μια επιχείρηση αν υπάγεται;

Ο έλεγχος υπαγωγής γίνεται σε δύο βήματα: αρχικά εξετάζεται αν η κύρια ή δευτερεύουσα δραστηριότητα εμπίπτει σε τομέα των Παραρτημάτων του νόμου και, στη συνέχεια, αν η επιχείρηση υπερβαίνει το όριο της μεσαίας επιχείρησης ή ανήκει σε κατηγορία που υπάγεται ανεξαρτήτως μεγέθους. Σε σύνθετες περιπτώσεις μεικτών δραστηριοτήτων ή ομιλικών δομών απαιτείται εξατομικευμένη νομική αξιολόγηση.

Τι ισχύει για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις;

Κατά κανόνα οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν υπάγονται στις υποχρεώσεις της NIS2. Ωστόσο υπάρχουν επιχειρήσεις οι οποίες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών εμπιστοσύνης ή DNS. Επιπλέον, μικρή επιχείρηση που είναι προμηθευτής υπόχρεης οντότητας ενδέχεται να δεσμεύεται έμμεσα μέσω συμβατικών απαιτήσεων.

Πρακτικές επισημάνσεις

Έλεγχος υπαγωγής: Το πρώτο βήμα είναι ο προσδιορισμός αν και υπό ποια ιδιότητα υπάγεται η επιχείρηση. Λανθασμένη παραδοχή υπαγωγής οδηγεί είτε σε περιττό κόστος συμμόρφωσης είτε, χειρότερα, σε έκθεση σε κυρώσεις.

Διάκριση NIS2 και DORA από την αρχή: Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες δεν εφαρμόζουν τη NIS2 αλλά τον DORA. Η εσφαλμένη ταξινόμηση οδηγεί σε εφαρμογή λάθος πλαισίου και σε κενά συμμόρφωσης.

Η ευθύνη της διοίκησης τεκμηριώνεται: Η έγκριση και εποπτεία των μέτρων από τα διοικητικά όργανα πρέπει να αποτυπώνεται εγγράφως. Η τεκμηρίωση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία σε περίπτωση ελέγχου ή περιστατικού.

Συμβατική θωράκιση της αλυσίδας εφοδιασμού: Οι σχέσεις με προμηθευτές που έχουν πρόσβαση σε κρίσιμα συστήματα χρειάζονται ειδικές ρήτρες ασφαλείας, ελέγχου και κατανομής ευθύνης, συντονισμένες με τις υποχρεώσεις του GDPR.

Ενιαία αντιμετώπιση περιστατικού με διπλή διάσταση: Όταν ένα περιστατικό αφορά και προσωπικά δεδομένα, οι προθεσμίες και οι αρχές της NIS2 και του GDPR τρέχουν παράλληλα. Ο σχεδιασμός της απόκρισης πρέπει να καλύπτει και τις δύο ροές ταυτόχρονα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Κυβερνοασφάλεια και την υπαγωγή μιας επιχείρησης στη NIS2 .