Ο Δικηγόρος Εμπορικού Δικαίου, ως ειδικότητα, αποκτά ιδιαίτερη αξία στις μέρες μας, καθώς το επιχειρείν αλλάζει μορφή και τρόπους δράσης. Τούτο διότι η άποψη που, ορθώς, επικρατεί στη σύγχρονη εποχή, είναι ότι διανύουμε περίοδο εξειδίκευσης και ιδιαίτερης επιστημονικής κατάρτισης. Σε αυτό το πλαίσιο οι δικηγόροι έχουν αποκτήσει και χρησιμοποιούν διάφορους τίτλους, σε μία προσπάθεια να καταστήσουν σαφή τον νομικό χώρο και τομέα εξειδίκευσής τους, όπως για παράδειγμα, εργατολόγος, συνταγματολόγος, ποινικολόγος.
Ο Δικηγόρος Εμπορικού Δικαίου, λοιπόν, είναι ταγμένος στην υπηρεσία του εμπορικού δικαίου. Η ιδιαιτερότητά του, όμως, είναι πως αυτό μόνο του δεν αρκεί. Διότι ο Δικηγόρος Εμπορικού Δικαίου συγκεκριμένα, θα πρέπει να κατέχει εξειδικευμένες δεξιότητες, ποικίλη γνώση, επίκαιρη ενημέρωση, κριτική ικανότητα και επιμόρφωση και σε άλλες επιστήμες πλην της νομικής (λ.χ. οικονομική & λογιστική κατάρτιση) με σκοπό να παρέχει την πολυποίκιλη εμπειρία και γνώση του στον έμπορο και τον επιχειρηματία.
Επιβάλλεται να είναι ένας νομικός σύμβουλος “νέου τύπου”, που θα μπορεί να αντιλαμβάνεται σε εύρος και βάθος πλήθος πληροφοριών ποικίλου περιεχομένου από διαφορετικούς τομείς του επιχειρείν. Να επεξεργάζεται την κάθε περίπτωση υπό το βλέμμα του νομικού αλλά ταυτόχρονα να αξιολογεί τις σκέψεις και τα πορίσματά του με άλλα φίλτρα οικονομικών, επιχειρηματικών, διοικητικών, λογιστικών προτύπων και μηχανισμών, ώστε κατόπιν αυτής της πολυσύνθετης μελέτης να προσφέρει πρόσφορες και υλοποιήσιμες επιλογές στο πρόβλημα που έχει παρουσιαστεί και αφορά εμπορική συναλλαγή με την ευρεία έννοια.
Η συνεισφορά του στο σύγχρονο επιχειρείν
Περαιτέρω, όσο μεγαλύτερη είναι η εμπορική ή επιχειρηματική προσπάθεια που επιχειρείται τόσο πιο ουσιαστική, ενδεχομένως και καταλυτική, είναι και η συνεισφορά του Δικηγόρου Εμπορικού Δικαίου.
Ενδεικτικά ως παράδειγμα αναφέρουμε ότι είτε η επιχείρηση απασχολεί μικρό είτε μεγάλο αριθμό προσωπικού, είναι πέραν από βέβαιο ότι ο πάλαι ποτέ “προσωπάρχης” ή σήμερα Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού (HR) θα αποταθεί στον Δικηγόρο Εμπορικού Δικαίου για πλείστα ζητήματα που μετά βεβαιότητας θα προκύψουν. Ταυτόχρονα, ο οικονομικός διευθυντής θα θελήσει να ενεργήσει είτε προληπτικά είτε θεραπευτικά για την είσπραξη επισφαλών απαιτήσεων της επιχείρησης ή και για το νέο οικονομικό / χρηματοπιστωτικό μοντέλο που επιθυμεί να συμφωνήσει με την συνεργαζόμενη τράπεζα. Επιπλέον, ο υπεύθυνος των ηλεκτρονικών μέσων και πλατφόρμας λογισμικού (ΙΤ), καθώς και ο υπεύθυνος προσωπικών δεδομένων (DPO), πιθανόν να χρειάζονται την νομική άποψη και κάλυψη του Δικηγόρου Εμπορικού Δικαίου για το σχετικό θέμα που προέκυψε και είναι επείγον.
Συνάμα, συχνότατα το λογιστήριο μπορεί να έχει ανάγκη άμεσης συμβουλής σχετικά με έναν αριθμό ποικίλων ζητημάτων που προκύπτουν, όπως για παράδειγμα τη σύνταξη ή την τροποποίηση ή τη λύση μίας μισθωτικής σχέσης της εταιρείας. Μιας γνωμοδότησης στο τι προβλέπει ο Νόμος όταν τα τιμολόγια που εκδίδει η εταιρεία προμηθειών που συνεργαζόμαστε η οποία άλλοτε τα στέλνει ηλεκτρονικά και άλλοτε σε έντυπη μορφή. Ή για το πως πρέπει να προετοιμαστούμε και να οργανωθούμε καθώς σύντομα περνάμε έλεγχο. Ταυτόχρονα, ο υπεύθυνος αποθήκης και logistics μπορεί να βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα επείγον, ξαφνικό περιστατικό τροχαίου ατυχήματος που εμπλέκεται το όχημα της εταιρείας μας και που μετέφερε ευπαθές υλικό και άλλα περίπλοκα ή απλούστερα ζητήματα.
Μετά βεβαιότητας η Διεύθυνση της εταιρείας αξιώνει άμεση ενημέρωση από τον Δικηγόρο της Εταιρείας για όλα τα παραπάνω και πολλά άλλα ζητήματα που προέκυψαν και απαιτήθηκε η άποψη, η καθοδήγηση, η τοποθέτηση του Δικηγόρου Εμπορικού Δικαίου και φυσικά με την ανάλογη τεράστια ευθύνη που φέρει για την κάθε συμβουλή ή γνωμοδότηση στην οποία προέβη.
Μπορεί για κάποιους τα ανωτέρω να κρίνονται υπερβολικά, ωστόσο αποτελούν μόνον ένα μέρος της καθημερινότητας ενός δικηγόρου εμπορικού δικαίου είτε είναι με σταθερή, μόνιμη σχέση συνεργασίας με έναν εντολέα είτε προσφέρει κατ’ αποκοπή υπηρεσία σε ποικίλους εντολείς. Ο δε δεύτερος αντιμετωπίζει και την επιπρόσθετη ευθύνη και δυσκολία της ποικιλομορφίας των τομέων του επιχειρείν που ανακύπτουν τα ερωτήματα: Ζητήματα που άπτονται για παράδειγμα του κατασκευαστικού, αμιγώς εμπορικού, ασφαλιστικού, βιομηχανικού, βιοτεχνικού, ευρύτερου τομέα υπηρεσιών, απόκτησης και αξιοποίησης ακινήτων κ.ο.κ. που προφανώς διαφέρουν μεταξύ τους.
Η ιδιαιτερότητα της εποχής
Οφείλουμε στο σημείο αυτό να λάβουμε υπόψη μας ότι στη σύγχρονη παγκόσμια κοινωνία οι έννοιες “Εμπόριο” και “Επιχειρηματικότητα” εμπεριέχουν πολλά περισσότερα στοιχεία από τα παραπάνω εκτεθέντα, καθώς και ότι απαιτούν ακόμη περισσότερες και ευρύτερες ικανότητες, δεξιότητες και γνώσεις από τον Δικηγόρο Εμπορικού Δικαίου.
Επί παραδείγματι, η σύνταξη εμπορικής συμβάσεως μεταξύ εταιρειών που αμφότερες (ή και η μία εξ΄ αυτών) έχουν έδρα την αλλοδαπή εγκυμονεί περισσότερους κινδύνους και απαιτεί αυξημένη προσοχή και σχολαστικότητα. Τούτο διότι η συμφωνία πρέπει να προστατευθεί επαρκώς και να καλύψει προληπτικά όσο το δυνατόν περισσότερα σημεία που ενδεχομένως να “λοξοδρομήσουν” και θέσουν τη συμφωνία σε κίνδυνο. Ταυτόχρονα δε, είθισται να αναμειγνύονται διαφορετικά συναλλακτικά ήθη και έθιμα, εμπορικές πρακτικές και εν γένει συμβατική κουλτούρα τόσο στη σύνταξη της συμβάσεως όσο και στην υλοποίηση και τήρησή της.
Βεβαίως, τόσο το Διεθνές Ιδιωτικό Δίκαιο όσο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο έχουν επιδείξει μεγάλο ζήλο στην προστασία των συμβάσεων και των συμφωνιών που έχουν Ευρωπαϊκό ή και Διεθνή χαρακτήρα. Δεν μπορούμε να παραλείψουμε, παραδείγματος χάρη, τα γνωστά και πολλάκις αναφερόμενα “Incoterms”, διεθνείς, δηλαδή, όρους του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου που συνοδεύουν τα προϊόντα και σχετίζονται με το διεθνές εμπορικό δίκαιο και οι οποίοι χρησιμοποιούνται κατά κόρον σε διεθνείς εμπορικές συναλλαγές ή διαδικασίες προμηθειών. Η χρήση τους δε επιλέγεται να εφαρμόζεται από ολοένα και περισσότερα εμπορικά κέντρα και επιμελητήρια, Δικαστήρια, διαιτητικά forum και Δικηγόρους Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου.
Σχετικά αναφέρουμε και τις διεθνείς μεταφορές όπου οι αρμόδιοι φορείς έχουν καταναλώσει πολύ μελάνι, κατόπιν εκ βάθους μελέτης και έρευνας, μέχρι να καθιερώσουν πλέον τη χρήση των διεθνών συμβάσεων CMR ή TIR στις διεθνείς χερσαίες μεταφορές με πολλαπλά οφέλη και με συγκεκριμένη και εξειδικευμένη “Χάρτα” επίλυσης πάσης φύσεως διαφοράς ήθελε προκύψει κατά την εκτέλεση του έργου της μεταφοράς.
Επιπροσθέτως, δεν είναι λίγες φορές που το εθιμοτυπικό δίκαιο ή άλλως το γνωστό ως Lex Mercatoria, είναι ο μηχανισμός, το εργαλείο, επίλυσης της ανακύψασας εμπορικής διαφοράς. Μηχανισμός που πλέον έχει αποκτήσει διεθνή χαρακτήρα με ευρεία χρήση στις παγκόσμιες εμπορικές συναλλαγές παρότι αρχικά βασίστηκε στον Αγγλοσαξονικό τρόπο εμπορικών συναλλαγών και κατόπιν απέκτησε Ευρωπαϊκό χαρακτήρα κατά τον Μεσαίωνα. Ένα βασικό προτέρημα αυτού του μηχανισμού είναι αυτή ακριβώς η φύση του, ότι δηλαδή αποτελεί “πόνημα”, “εργαλείο” πλασμένο μέσα από τις διεθνείς, πολυποίκιλες, διαφορετικές εμπορικές πρακτικές σε βάθος των αιώνων από την έναρξη καταγραφής του και είναι συνεχώς εξελισσόμενο μέχρι και σήμερα, εμφανώς εκσυγχρονισμένο.
Επί της ουσίας, σε πλείστες αποφάσεις των διεθνώς γνωστών χώρων διαιτητικής επίλυσης εμπορικών διαφορών (London Court of Arbitration – New York Litigation System αλλά και των καθόλα αξιόπιστων Εμπορικού ή και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ελλάδος) συναντάμε αναφορές στο Lex Mercatoria και μάλιστα με εμβάθυνση των προβλέψεων που επιλέγουν να επικαλεστούν.
Άλλωστε, από τις εμπορικές συναλλαγές και τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζουν έχουν αναπτυχθεί και έχουν λάβει σαφή μορφή και εφαρμογή σημαντικότατοι όροι των εμπορικών συναλλαγών όπως για παράδειγμα η “ανωτέρα βία (force majeure)”, ή η “οικονομική δυσπραγία (financial hardship)”. Ομοίως και η χρήση της εξειδικευμένης “ρήτρας Dépeçage”, σύμφωνα με την οποία σε μία ενιαία εμπορική συμφωνία προβλέπεται ο διαμερισμός εφαρμοστέου δικαίου ανά περίπτωση όπως ειδικότερα προβλέπεται στο κείμενο της συμβάσεως. Και βεβαίως όλα τα παραπάνω είναι μερικά μόνο από τα πανίσχυρα “εργαλεία” και όρους που αποσκοπούν να προστατεύσουν την μία από τις πιο σημαντικές αρχές του Εμπορικού Δικαίου, αυτή του “Pacta Sunt Servanda” (“τα συμφωνηθέντα πρέπει να τηρούνται”).
Επιπρόσθετα των Διεθνών επιταγών και προβλέψεων, οι συνεχώς αναπροσαρμοζόμενες αλλά ταυτόχρονα εξόχως δεσμευτικές διατάξεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι του νομικού πλαισίου στο οποίο οφείλει αφενός το επιχειρείν να συμμορφώνεται αφετέρου ο Δικηγόρος Εμπορικού Δικαίου να λαμβάνει υπόψη του πριν την παροχή υπηρεσίας στους εντολείς του.
Άλλωστε η ίδια η φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και οι πρόδρομοί της, ήτοι EURATOM – EOK (EEC), είναι μία προσπάθεια εξασφάλισης και διευκόλυνσης των πάσης φύσεως εμπορικών συναλλαγών που πραγματοποιούνται επί του εδάφους των Κρατών Μελών της. Προς τούτο και οι βασικοί πυλώνες της ελεύθερης διακίνησης ατόμων, αγαθών, υπηρεσιών και το τεράστιο νομοθετικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και εναρμόνισης για την επίτευξη αυτού του σκοπού.
Ο ρόλος του
Καθώς η χώρα μας κατέχει σε πολλές περιπτώσεις αρνητικό ρεκόρ εναρμόνισης με τις Ευρωπαϊκές διατάξεις (ήτοι Κανονισμούς, Οδηγίες και Αποφάσεις), ο Δικηγόρος Εμπορικού Δικαίου συχνά καλείται να έχει το βλέμμα του στραμμένο στα εντός του Ευρωπαϊκού χώρου τεκταινόμενα, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος εκ των προτέρων ή να παρέμβει έγκαιρα και σωστά στη διαδικασία εναρμόνισης του επιχειρείν των εντολέων του.
Ως ενδεικτικό παράδειγμα αναφέρουμε τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τον γνωστό πλέον GDPR, ο οποίος ενώ είχε ενσωματωθεί στην Ευρωπαϊκή νομοθεσία το έτος 2016 και αναφερόταν από τότε ως καταληκτική ημερομηνία εφαρμογής του ο Μάιος του 2018 σε όλα τα Κράτη Μέλη της ΕΕ ταυτόχρονα, εξ’ ου και ο χαρακτηρισμός ως Κανονισμός, το επιχειρείν της χώρας μας έδειξε πολύ καθυστερημένα αντανακλαστικά η δε Ελληνική Πολιτεία ενσωμάτωσε τον Κανονισμό στο Ελληνικό Δίκαιο με τον Νόμο 4624/2019 στις 29/8/2019.
Μία άλλη χρήσιμη αναφορά, με σκοπό να αντιληφθούμε το πόσο αλληλένδετες είναι όλες αυτές οι ρυθμίσεις και νομοθετικές προβλέψεις και τον βαθμό που επηρεάζουν το επιχειρείν είναι η προστασία της εμπορικής δραστηριότητας που προσφέρουν οι Αντιντάμπινγκ διατάξεις (anti-dumping provisions). Οι συγκεκριμένες, για παράδειγμα, έλαβαν μορφή και μακροσκελή αναφορά και ανάλυση στη Διεθνή Συμφωνία Ενσωμάτωσης του Άρθρου 6 (νι) της Γενικής Σύμβασης Δασμών και Εμπορίου (GATT – AGREEMENT ON IMPLEMENTATION OF ARTICLE VI OF THE GENERAL AGREEMENT ON TARIFFS AND TRADE 1994) και μετέπειτα αποτέλεσαν σοβαρό ζήτημα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το αποτέλεσμα ήταν η έναρξη σύνταξης Ευρωπαϊκού Κανονισμού σχετικά με αυτό το θέμα, το 2017, σε μία καινοτόμα προσπάθεια με στόχο οι ευρωπαϊκοί εμπορικοί κανόνες να υποχρεώνουν τους εμπορικούς εταίρους και τους παραγωγούς εκτός ΕΕ να πληρούν τα διεθνή πρότυπα εργασίας και περιβάλλοντος ώστε να αποφεύγονται τα φαινόμενα ντάμπινγκ. Απώτερος στόχος βέβαια είναι η ενίσχυση της προστασίας των θέσεων εργασίας και γενικότερα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων έναντι των φθηνών εισαγωγών προϊόντων από τρίτες χώρες.
Μετά βεβαιότητας τέτοιου είδους παραδείγματα και αναφορές συναντώνται πλέον πολύ συχνά και επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τις εμπορικές πράξεις στην χώρα μας. Ο Νόμος για το Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων, που εφαρμόζεται σε λίγες ημέρες (2021), ξεκίνησε από οδηγία του έτους 2015. Πόσες επιχειρήσεις προετοιμάστηκαν έγκαιρα γι’ αυτό; Και πόσοι δικηγόροι εμπορικού δικαίου, ενημέρωσαν έγκαιρα τους εντολείς τους;
Οι Απαιτήσεις των καιρών
Πιο πάνω αναφερθήκαμε στην σημασία που έχει η προϋπόθεση ο Δικηγόρος Εμπορικού Δικαίου να είναι σε θέση να παρέχει εξειδικευμένες και άρτιες συμβουλές, προτάσεις και επιλογές στον ενδιαφερόμενο προς αντιμετώπιση του εκάστοτε ζητήματος προκύψει και ότι για να πληρείται αυτή η προϋπόθεση πολλές φορές απαιτείται και η συνδρομή και επίκληση γνώσεων από άλλες επιστήμες.
Έτσι, ο Δικηγόρος Εμπορικού Δικαίου οφείλει να έχει γνώση οικονομικών όρων και μοντέλων ώστε να είναι σε θέση να κατανοήσει και ακολούθως να συμβουλέψει, για παράδειγμα, κατά την διάρκεια διαπραγμάτευσης και κατάρτισης μίας μικτής σύμβασης οικονομικού χαρακτήρα όπως Franchising, Forfaiting, Leasing, σύμβαση επιχειρηματικού / επαγγελματικού δανείου με χρηματοπιστωτικό οργανισμό κ.ο.κ.
Ομοίως, επιβάλλεται να είναι ενήμερος περί φορολογικών υποχρεώσεων και εμπορικών λογιστικών προτύπων καθώς θα απαιτηθεί η συνδρομή του στην επιλογή της σωστής και πρόσφορης ανά περίπτωση μορφής εταιρείας που θα χρησιμοποιηθεί ως όχημα για τις εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες που θα ακολουθήσουν. θα απαιτηθεί η συνδρομή του, κατόπιν στη συγγραφή του καταστατικού της και την εμπορική δημοσιότητα όλων αυτών των ενεργειών.
Επιπλέον, πρέπει να παρακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις καθώς είναι πιθανό να τοποθετηθεί και να παράσχει συμβουλές σχετικά με άλλα σχήματα συνεργασιών μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Οι Μη Κερδοσκοπικοί ή Μη Κυβερνητικοί Οργανισμοί (Μ.Κ.Ο), η Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία (ΑΜΚΕ), η Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (ΚΟινΣεπ) είναι οντότητες που το νομοθετικό πλαίσιο επιβάλλει διαφορετική αντιμετώπιση.
Επιπροσθέτως, μετα βεβαιότητας θα απαιτηθεί η γνώση και η εξοικείωση του Δικηγόρου Εμπορικού Δικαίου με ζητήματα που σχετίζονται με την τεχνολογία, είτε προγραμματισμού (software), είτε κατασκευής (hardware) είτε χρήσης και εφαρμογής πρωτοκόλλων ασφαλείας, συμμόρφωσης, παραμετροποίησης, ταυτοποίησης (GDPR – Cyber Crime) χρηστών και προγραμμάτων και εφαρμογών. Πλέον, δε, και της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Εξάλλου, είναι μετά βεβαιότητας εντός του γενικότερου γνωστικού αντικειμένου και του πεδίου ειδίκευσης του Δικηγόρου Εμπορικού Δικαίου, οι σχετικές διατάξεις που αφορούν και εφαρμόζονται στην πνευματική ιδιοκτησία και το βιομηχανικό απόρρητο, στο εμπορικό διακριτικό σήμα και την εμπορική επωνυμία της κάθε μορφής εταιρείας, στην προστασία από πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού ή στην διατήρηση της ελευθερίας του γόνιμου και νόμιμου ανταγωνισμού, στην εκπροσώπηση του καταναλωτή σε κάθε περίπτωση που χρήζουν προστασία τα δικαιώματά του από επιβλαβείς πρακτικές και πλήθος άλλων τομέων που καθημερινά ανακύπτουν στα πλαίσια του επιχειρείν.
Άλλωστε, σε πιο απαιτητικές περιπτώσεις, όπως λόγου χάρη η έναρξη και η εύρυθμη λειτουργία νεοφυούς εταιρείας (startup), η εξαγορά και η συγχώνευση εταιρειών (merges & acquisitions) με το πλήθος λεπτομερειών που ανακύπτουν σε αυτές τις περιπτώσεις, η εκπροσώπηση αλλοδαπών εταιρειών στην ημεδαπή, η συνδρομή και η αρωγή του Δικηγόρου Εμπορικού Δικαίου κρίνεται απολύτως απαραίτητη, είτε προληπτικά (pro-actively), είτε επεμβατικά – θεραπευτικά (reactively – remedy).
Τέλος, οφείλουμε να αναφέρουμε το γεγονός ότι ο Δικηγόρος Εμπορικού Δικαίου κατά τη διάρκεια παροχής των υπηρεσιών του συνδράμει στην εφαρμογή και ανάπτυξη του ίδιου Εμπορικού Δικαίου, ουσιαστικά και με αξιοσημείωτα αποτελέσματα.
Τούτο διότι ο Δικηγόρος Εμπορικού Δικαίου καλείται να αντιμετωπίσει πλείστα κενά και ασάφειες του πεπαλαιωμένου πλέον Εμπορικού Νόμου που με ατάκτως ειρημένες νομοθετικές διατάξεις αποπειράται ενίοτε το “μπάλωμά” του. Επιπροσθέτως, βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανεπάρκεια του Αστικού Δικαίου, όπου αφενός βασικές εμπορικές έννοιες όπως ενδεικτικά τα νομικά πρόσωπα (μορφή εταιρείας), η συναλλακτική ταχύτητα και ασφάλεια, η αύξηση ευθύνης των εμπόρων και των συναλλασσόμενων, η δημοσιότητα συναλλαγών, η επαγγελματική διαφοροποίηση, η δυνατότητα μεταβίβασης δικαιωμάτων της προσωπικότητας (σήμα, ευρεσιτεχνία κ.α.), η εξειδίκευση ενοχών των συμβαλλομένων αλλά και αφετέρου εξειδικευμένες διαδικασίες όπως οι μοντέρνες μορφές συμβάσεων και η εφαρμογή τους ή οι εκσυγχρονισμένες με εργαλείο την τεχνολογία συνθήκες συνεργασίας, δεν απαντώνται και δεν ρυθμίζονται.
Τα ανωτέρω, δε, ενώ ταυτόχρονα έχει την ευθύνη της εναρμόνισης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του επιχειρείν με την κρατική παρέμβαση και επίβλεψη. Υπ’ αυτή την έννοια ο δικηγόρος του εμπορικού δικαίου είναι σε άμεσο διάλογο και με την πολιτική εξουσία.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για μια πρώτη, δωρεάν συνάντηση για την αξιολόγηση της υπόθεσής σας.