Skip to content
Αρθρογραφία

Παραγραφή Εν Επιδικία & 261 ΑΚ: Πότε Κινδυνεύει Η Αξίωση

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 10 Αυγούστου 2026

Τρία Καθεστώτα Του 261 ΑΚ: Πώς Κρίνεται Η Αξίωση Ανάλογα Με Τον Αντίδικο &Τον Χρόνο Έγερσης

Εν συντομία:

  • Η άσκηση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή και ταυτόχρονα την αναστέλλει ιδιότυπα μέχρι την τελεσιδικία. Η προστασία αυτή έχει τρία διακριτά όρια.
  • Όταν κανείς διάδικος δεν επισπεύδει τη δίκη, ο χρόνος ξαναρχίζει έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη. Ο συνολικά διαθέσιμος χρόνος είναι ο χρόνος παραγραφής προσαυξημένος κατά έξι μήνες.
  • Η ματαίωση της συζήτησης λογίζεται ως διαδικαστική πράξη μόνο εφόσον έλαβε χώρα μετά τις 20 Μαρτίου 2013.
  • Σε απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) το άρθρο 261 ΑΚ δεν εφαρμόζεται. Υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του δημόσιου λογιστικού.
  • Αν η αξίωση είχε ήδη παραγραφεί εν επιδικία στις 20 Μαρτίου 2013, η μεταβατική διάταξη δεν την αναβιώνει, γιατί κατά το μέρος αυτό κρίθηκε αντισυνταγματική.

Πότε σταματά πραγματικά η παραγραφή με την άσκηση της αγωγής;

Η άσκηση της αγωγής επιφέρει ταυτόχρονα διακοπή της παραγραφής και μια ιδιότυπη αναστολή της, η οποία διαρκεί μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης.

Η προστασία αυτή όμως δεν καλύπτει τις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ούτε τις αξιώσεις που είχαν ήδη παραγραφεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας πριν από τις 20 Μαρτίου 2013.

Πριν από την ημερομηνία εκείνη ο κανόνας ήταν αντίστροφος. Το άρθρο 261 του Αστικού Κώδικα όριζε:

«Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.»

Η διάταξη σήμαινε ότι αμέσως μετά την έγερση της αγωγής άρχιζε νέα παραγραφή, ισόχρονη με την αρχική, η οποία διακοπτόταν εκ νέου μετά από κάθε διαδικαστική πράξη. Αν μεταξύ δύο τέτοιων πράξεων μεσολαβούσε διάστημα ίσο με τον χρόνο παραγραφής, η επίδικη αξίωση παραγραφόταν μέσα στην ίδια τη δίκη.

Με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 η διάταξη αντικαταστάθηκε:

«1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.»

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση μόνο ως προς τον όρο, με την αντικατάσταση της έγερσης από την άσκηση της αγωγής.

Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στον χρόνο της έγκυρης επίδοσης. Το δεύτερο εδάφιο είναι εκείνο που εισήγαγε την ιδιότυπη αναστολή μέχρι την τελεσιδικία, όπως δέχθηκε η ΑΠ 361/2019 και επανέλαβε η ΑΠ 1233/2019.

Πόσος είναι ο χρόνος που διακόπτεται και αναστέλλεται κρίνεται από άλλες διατάξεις, με δικά τους κριτήρια. Στην παραγραφή των τόκων υπερημερίας, για παράδειγμα, η επιλογή ανάμεσα σε πενταετία και εικοσαετία εξαρτάται από τον τύπο της απαίτησης. Ο μηχανισμός της διακοπής παραμένει ο ίδιος.

Η επιχείρηση που έχει καταθέσει αγωγή για ανείσπρακτα τιμολόγια, για παράδειγμα, βρίσκεται σε ένα από τρία καθεστώτα, με ριζικά διαφορετική έκβαση.

ΚαθεστώςΕφαρμοστέος κανόναςΈκβασηΝομολογία
Ιδιωτικός αντίδικος, αξίωση μη παραγεγραμμένη στις 20.3.2013Νέο 261 παρ. 1 και 2 ΑΚΑναστολή μέχρι την τελεσιδικία. Κίνδυνος μόνο σε αδράνεια πέραν του χρόνου παραγραφής προσαυξημένου κατά έξι μήνεςΑΠ 361/2019, ΑΠ 472/2021, ΑΠ 717/2021, ΑΠ 831/2023
Ιδιωτικός αντίδικος, αξίωση ήδη παραγεγραμμένη στις 20.3.2013Προϊσχύον 261 ΑΚ. Η παρ. 3 δεν εφαρμόζεταιΗ αξίωση παραμένει παραγεγραμμένη και δεν αναβιώνειΟλΑΠ 7/2022, ΟλΑΠ 8/2022, ΑΠ 273/2025
Δημόσιο, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔΆρθρο 143 περ. α΄ Ν. 4270/2014, ως ειδικόΚαμία αναστολή. Ο χρόνος ξαναρχίζει από κάθε διαδικαστική πράξη, χωρίς εξάμηνοΑΠ 1233/2019, ΑΠ 918/2023, ΑΠ 245/2025

Πώς υπολογίζεται το εξάμηνο όταν κανείς διάδικος δεν επισπεύδει τη δίκη;

Όταν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και δεν τρέχει άλλη δικονομική προθεσμία, η παραγραφή ξαναρχίζει έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη. Ο συνολικά διαθέσιμος χρόνος είναι επομένως ο χρόνος παραγραφής προσαυξημένος κατά έξι μήνες, όχι το εξάμηνο μόνο του.

Η ΕφΠειρ 97/2024 διατυπώνει τον υπολογισμό ρητά. Επειδή η παραγραφή αρχίζει έξι μήνες μετά τη διακοπή και συμπληρώνεται αφού παρέλθει και ο δικός της χρόνος, το εξάμηνο του νόμου λειτουργεί ως προσαύξηση.

Σε εξάμηνη παραγραφή αυτό σημαίνει δωδεκάμηνο. Σε πενταετή απαίτηση από τιμολόγια σημαίνει πέντε έτη και έξι μήνες από την τελευταία πράξη. Κάθε νέα διαδικαστική πράξη ξεκινά τον υπολογισμό από την αρχή.

Η ΑΠ 831/2023 δείχνει τι σημαίνει αυτό αριθμητικά. Πρόκειται για εργατική διαφορά ανώνυμης εταιρείας, η οποία κατέληξε σε πλήρη απόρριψη της αγωγής ύστερα από δεκαπέντε και πλέον χρόνια δικών.

ΗμερομηνίαΓεγονόςΕπίδραση στον χρόνο
30.3.2010Επίδοση αντιγράφου της έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμουΤελευταία διαδικαστική πράξη
30.9.2010Πάροδος του εξαμήνουΗ πενταετία αρχίζει να τρέχει
24.2.2012Ματαίωση της συζήτησηςΔεν λογίζεται ως διαδικαστική πράξη, γιατί έγινε πριν από τις 20.3.2013
30.9.2015Συμπλήρωση της πενταετίαςΟι αξιώσεις παραγράφονται
30.12.2015Κατάθεση κλήσης για νέα δικάσιμοΤρεις μήνες μετά την παραγραφή

Η αντίστροφη έκβαση φαίνεται στην ΕφΠειρ 243/2025, όπου η παραγραφή διακόπηκε στις 2 Ιουνίου 2023, επανεκκίνησε μετά την πάροδο του εξαμήνου στις 2 Δεκεμβρίου 2023 και δεν πρόλαβε να συμπληρωθεί μέχρι τον ορισμό της συζήτησης στις 15 Φεβρουαρίου 2024.

Η ίδια απόφαση διευκρινίζει και τη σημασία της επιφύλαξης «εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία». Όταν τρέχει δικονομική προθεσμία μεγαλύτερη των έξι μηνών, η αξίωση δεν υποκύπτει σε παραγραφή όσο αυτή διαρκεί. Οι μικρότερες προθεσμίες απορροφώνται ούτως ή άλλως από το εξάμηνο.

Διακοπτική είναι κάθε πράξη των διαδίκων, των πληρεξουσίων τους ή του δικαστηρίου που περιέχει στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία για την έναρξη, τη συνέχιση ή την αποπεράτωση της δίκης.

Στον κατάλογο περιλαμβάνονται η συζήτηση, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση της απόφασης, η άσκηση ενδίκου μέσου, ο ορισμός δικασίμου και η κατάθεση κλήσης προς συζήτηση χωρίς να απαιτείται επίδοσή της.

Η εμπειρία από υποθέσεις είσπραξης εμπορικών απαιτήσεων δείχνει ότι το επικίνδυνο κενό εμφανίζεται ανάμεσα στους βαθμούς δικαιοδοσίας, στο διάστημα από την κατάθεση του ενδίκου μέσου μέχρι τον προσδιορισμό της συζήτησής του.

Στο ίδιο διάστημα η απαίτηση παραμένει περιουσιακό στοιχείο και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκχώρησης, με τον εκδοχέα όμως να αναλαμβάνει και τον κίνδυνο του χρόνου.

Πότε η ματαίωση της συζήτησης λογίζεται ως διαδικαστική πράξη;

Η ματαίωση της συζήτησης μετρά ως διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου μόνο εφόσον έλαβε χώρα μετά τις 20 Μαρτίου 2013. Πριν από την ημερομηνία εκείνη ο νόμος όριζε ρητά το αντίθετο, οπότε σε δίκες με παλαιές ματαιώσεις ο χρόνος έτρεχε αδιάκοπα ενώ οι διάδικοι είχαν την εντύπωση ότι κάτι είχε κινηθεί.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 260 ΚΠολΔ, όριζε ότι η για οποιονδήποτε λόγο ματαίωση της συζήτησης δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου ή των διαδίκων. Με το άρθρο 102 παρ. 4 του Ν. 4139/2013 η παράγραφος αντικαταστάθηκε και ορίζει πλέον ότι η ματαίωση αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου.

Κρίσιμος είναι ο χρόνος διενέργειας της ίδιας της ματαίωσης. Οι διαδικαστικές πράξεις διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο που επιχειρούνται, κατά τη γενική αρχή που απορρέει από τα άρθρα 12 και 24 παρ. 1 εδ. α΄ ΕισΝΚΠολΔ. Στην ίδια υπόθεση επομένως μια ματαίωση του 2011 δεν μετρά, ενώ μια ματαίωση του 2015 μετρά.

Η ΕφΠειρ 709/2025 έκρινε ακριβώς αυτό. Η παραγραφή είχε διακοπεί με την κατάθεση κλήσης στις 12 Μαρτίου 2009, η επόμενη κλήση κατατέθηκε στις 30 Ιουνίου 2011 και η ενδιάμεση ματαίωση δεν λογίστηκε ως διαδικαστική πράξη, με αποτέλεσμα η διετής παραγραφή να συμπληρωθεί στις 13 Μαρτίου 2011. Η αξίωση είχε ήδη χαθεί όταν τέθηκε σε ισχύ η νέα ρύθμιση.

Το πρακτικό βάρος της διάκρισης πέφτει στην εκκαθάριση των παλαιών εκκρεμών υποθέσεων. Ένας φάκελος με τρεις ματαιώσεις μπορεί να έχει τρεις διαφορετικές απαντήσεις ανάλογα με τη χρονολογία της καθεμιάς. Η σωστή απάντηση προκύπτει μόνο από την αντιπαραβολή του πινακίου με το ημερολόγιο των καταθέσεων.

Πότε δεν ισχύει η προστασία επειδή αντίδικος είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ;

Σε απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου η ιδιότυπη αναστολή του άρθρου 261 ΑΚ δεν εφαρμόζεται. Υπερισχύει ως ειδική η ρύθμιση του δημόσιου λογιστικού, οπότε η παραγραφή ξαναρχίζει από κάθε διαδικαστική πράξη, χωρίς εξάμηνο και χωρίς αναμονή της τελεσιδικίας.

Η ΑΠ 245/2025 το διατύπωσε ρητά. Το άρθρο 143 περ. α’ του Ν. 4270/2014, ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο και αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη.

Το νέο άρθρο 261 ΑΚ δεν τροποποίησε ούτε κατήργησε τη διάταξη αυτή, η οποία κατισχύει ως ειδική. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 7 Απριλίου 2015 και η επόμενη διαδικαστική πράξη έγινε στις 29 Ιουνίου 2021. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την αντίθετη κρίση του Εφετείου, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως παραγεγραμμένη.

Η ασυμμετρία εντείνεται από δύο ακόμη κανόνες:

  • Η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 144 εδ. δ’ του Ν. 4270/2014.
  • Η διακοπή ή η αναστολή της όμως δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως και πρέπει να προταθεί με αντένσταση από τον δανειστή που αποκρούει την παραγραφή.

Ο συνδυασμός αυτός κοστίζει υποθέσεις. Στην ΑΠ 1233/2019 ετερόρρυθμη εταιρεία διεκδικούσε από Δήμο αμοιβή για έργο που είχε εκτελεστεί υπό άκυρη σύμβαση, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το Εφετείο δέχθηκε την πενταετή παραγραφή αυτεπαγγέλτως και προσπέρασε τον λόγο έφεσης με τον οποίο η εταιρεία επικαλούνταν τις διακοπτικές διαδικαστικές πράξεις. Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε, δεχόμενος ότι ο ισχυρισμός περί διακοπής αποτελεί αυτοτελή αντένσταση την οποία το δικαστήριο όφειλε να ερευνήσει.

Μια σημαντική διέξοδο αναγνωρίζει η νομολογία υπέρ του δανειστή. Η ΑΠ 918/2023, σε υπόθεση ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρείας κατά του Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε ότι υπάρχει ακούσιο νομοθετικό κενό και ότι το άρθρο 263 ΑΚ εφαρμόζεται αναλογικά και στις χρηματικές απαιτήσεις κατά του Δημοσίου.

Η εμπειρία από υποθέσεις δημόσιων συμβάσεων δείχνει ότι η επιλογή του χρόνου κατάθεσης της κλήσης αποτελεί εδώ στρατηγική απόφαση, γιατί κάθε μήνας αδράνειας μετράει από την πρώτη ημέρα.

Πότε αξίζει η επανέγερση της αγωγής εντός εξαμήνου κατά το άρθρο 263 ΑΚ;

Όταν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς ή ο ενάγων παραιτηθεί από αυτήν, η διακοπή θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ. Νέα αγωγή μέσα σε έξι μήνες επαναφέρει τη διακοπή στον χρόνο της πρώτης. Η απόρριψη ως πρόωρης δεν ανοίγει αυτή τη διέξοδο, γιατί δεν συνιστά τυπικό λόγο.

Το άρθρο 263 ΑΚ ορίζει ότι κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, ενώ η επανέγερση εντός εξαμήνου αναβιώνει τη διακοπή.

Ως επανέγερση νοείται νέα αγωγή από τον ίδιο ενάγοντα ή τον διάδοχό του, κατά του ίδιου εναγομένου ή του διαδόχου του, με την ίδια νομική και ιστορική αιτία.

Η ΑΠ 794/2019 οριοθετεί τους τυπικούς λόγους. Τυπική είναι κάθε απόρριψη για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης: η μη συνδρομή διαδικαστικής προϋπόθεσης, η έλλειψη ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία του δικογράφου.

Η απόρριψη ως πρόωρης όμως κρίνεται ουσιαστική, ακριβώς επειδή δεν είναι αντικειμενικά δυνατή η έγερση νέας αγωγής μέσα στο εξάμηνο. Η ίδια απόφαση υπενθυμίζει ότι η εικοσαετία του άρθρου 268 ΑΚ, που αρχίζει με τη βεβαίωση της αξίωσης σε τελεσίδικη απόφαση, προϋποθέτει αξίωση η οποία δεν είχε ήδη υποκύψει στη βραχυχρόνια παραγραφή μέχρι την τελεσιδικία.

Το ίδιο αποτέλεσμα παράγει η παραίτηση από το δικόγραφο, αφού κατά το άρθρο 295 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή θεωρείται ως μηδέποτε ασκηθείσα. Στην ΑΠ 918/2023 η ενάγουσα εταιρεία είχε παραιτηθεί από προγενέστερη αγωγή με το δικόγραφο της νέας, οπότε το κρίσιμο ήταν αν τηρήθηκε το εξάμηνο.

Όταν το εξάμηνο δεν προλαβαίνεται, οι εναλλακτικές είναι περιορισμένες. Η παραγεγραμμένη ανταπαίτηση μπορεί ακόμη να προταθεί σε συμψηφισμό κατά το άρθρο 443 ΑΚ, εφόσον κατά τον χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν ώριμες η παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί. Η επιλογή μεταξύ νέας αγωγής και συμψηφισμού κρίνεται από τα πραγματικά της υπόθεσης.

Πώς προτείνεται η ένσταση παραγραφής εν επιδικία και πώς αντικρούεται;

Σε ιδιωτική διαφορά η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ούτε λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως η αντένσταση περί διακοπής ή αναστολής της. Ο ισχυρισμός γεννιέται συχνά μετά την πρωτόδικη συζήτηση, οπότε προτείνεται παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του Εφετείου ως οψιγενής.

Ο οφειλέτης που επικαλείται συμπληρωμένη παραγραφή αντιτάσσει την ανατρεπτική ένσταση του άρθρου 272 ΑΚ. Κατά το άρθρο 277 ΑΚ το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη ούτε την παραγραφή που δεν προτάθηκε ούτε την αντένσταση περί αναστολής ή διακοπής της.

Εφόσον προταθεί η ένσταση, το δικαστήριο ερευνά αν όντως συμπληρώθηκε ο χρόνος, ενώ ο δανειστής μπορεί είτε να αρνηθεί τις προϋποθέσεις της ένστασης είτε να προτείνει αντένσταση.

Το χρονικό σημείο της πρότασης έχει τη δική του δυναμική. Ο ισχυρισμός περί παραγραφής εν επιδικία γεννιέται όταν συμπληρωθεί ο χρόνος, δηλαδή συχνά ενώ η υπόθεση εκκρεμεί στον δεύτερο βαθμό.

Στην ΑΠ 361/2019 και στην ΑΠ 717/2021 η ένσταση προτάθηκε με πρόσθετο λόγο έφεσης και κρίθηκε παραδεκτή κατά το άρθρο 527 αριθ. 2 ΚΠολΔ. Στην ΑΠ 273/2025 ο ίδιος ισχυρισμός έγινε δεκτός ως οψιγενής, με ρητή μνεία στο αναιρετήριο του τρόπου και του χρόνου πρότασής του.

Η αντίστροφη πλευρά είναι εξίσου τεχνική. Η ΑΠ 1233/2019 αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου επειδή αυτό δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα λόγο έφεσης περί διακοπής της παραγραφής, ο οποίος αποτελεί αυτοτελές πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Κάθε ξεχωριστός λόγος διακοπής συνιστά χωριστή αντένσταση και οφείλει να εκτίθεται ως τέτοια, με τα πραγματικά περιστατικά κάθε επιμέρους διαδικαστικής πράξης. Γενική αναφορά στην επιμέλεια του διαδίκου δεν αρκεί.

Τα ίδια ερωτήματα τίθενται και στη δίκη της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, η οποία είναι εκκρεμής δίκη με τις δικές της αναβολές και ματαιώσεις.

Συχνές Ερωτήσεις

Παραγράφεται η απαίτηση όσο εκκρεμεί η έφεση;

Μπορεί να παραγραφεί. Υπό το ισχύον άρθρο 261 ΑΚ η αναστολή διαρκεί μέχρι την τελεσιδικία, όμως αν κανείς διάδικος δεν επισπεύδει, ο χρόνος ξαναρχίζει έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη. Το επικινδυνότερο σημείο είναι το διάστημα ανάμεσα στην κατάθεση της έφεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στην κατάθεση για προσδιορισμό στο δευτεροβάθμιο. Όταν αντίδικος είναι το Δημόσιο, δεν υπάρχει καν το εξάμηνο.

Ισχύει η παραγραφή εν επιδικία και σε αποσβεστική προθεσμία;

Όχι. Κατά το άρθρο 279 ΑΚ οι διατάξεις για την παραγραφή εφαρμόζονται σε αποσβεστική προθεσμία μόνο εφόσον το επιτρέπει η φύση της. Η ΑΠ 1117/2019 δέχθηκε ότι το άρθρο 261 παρ. 1 εδ. β΄ ΑΚ δεν εφαρμόζεται σε αποσβεστική προθεσμία, οπότε δεν νοείται συμπλήρωσή της κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Η κρίση αφορούσε την εξάμηνη προθεσμία της αγωγής κακοδικίας του άρθρου 73 παρ. 5 ΕισΝΚΠολΔ.

Διακόπτει την παραγραφή η κατάθεση κλήσης χωρίς επίδοσή της;

Ναι. Η ΑΠ 831/2023 και η ΕφΠειρ 97/2024 δέχονται ότι η κατάθεση κλήσης προς ορισμό δικασίμου συνιστά αυτοτελώς διακοπτική διαδικαστική πράξη, χωρίς να απαιτείται επίδοσή της. Η επίδοση αποτελεί ξεχωριστή διαδικαστική πράξη με τη δική της διακοπτική ενέργεια. Διακοπτικός είναι και ο ίδιος ο ορισμός δικασίμου.

Πότε αρχίζει ο νέος χρόνος μετά την τελεσιδικία;

Από τον συνδυασμό του άρθρου 261 με το άρθρο 270 ΑΚ προκύπτει ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας ή της περάτωσης της δίκης με άλλον τρόπο. Αν η αξίωση βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση, ο νέος χρόνος είναι εικοσαετής κατά το άρθρο 268 ΑΚ. Η εικοσαετία όμως προϋποθέτει αξίωση που δεν είχε ήδη παραγραφεί μέχρι την τελεσιδικία, όπως δέχθηκε η ΑΠ 794/2019.

Λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως η παραγραφή εν επιδικία;

Εξαρτάται από τον αντίδικο. Σε διαφορές ιδιωτικού δικαίου απαιτείται πρόταση της ένστασης από τον οφειλέτη κατά τα άρθρα 272 και 277 ΑΚ. Σε απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ενώ η διακοπή της πρέπει να προταθεί με αντένσταση από τον δανειστή.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ημερολόγιο διαδικαστικών πράξεων ανά φάκελο: Καταγράφονται με ημερομηνία η κατάθεση κάθε δικογράφου, ο ορισμός δικασίμου, κάθε αναβολή, κάθε ματαίωση και κάθε επίδοση. Ο υπολογισμός της παραγραφής εν επιδικία γίνεται πάντα από τις ημερομηνίες αυτές, όχι από τη γενική εικόνα της υπόθεσης.

Η ταυτότητα του αντιδίκου καθορίζει τον κανόνα: Όταν εναγόμενος είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ, το εξάμηνο δεν υπάρχει και η αναστολή μέχρι την τελεσιδικία δεν εφαρμόζεται. Το ημερολόγιο πρέπει να κρατά τα κενά κάτω από τον χρόνο παραγραφής, ο οποίος για αξιώσεις αποδοχών υπαλλήλων του Δημοσίου είναι διετής.

Κρίσιμη η ημερομηνία της ματαίωσης: Σε παλαιές εκκρεμείς δίκες ελέγχεται αν κάθε ματαίωση έγινε πριν ή μετά τις 20 Μαρτίου 2013. Οι προγενέστερες δεν διακόπτουν τον χρόνο, οι μεταγενέστερες τον διακόπτουν.

Η αντένσταση διακοπής διατυπώνεται ρητά: Κάθε επιμέρους διακοπτικό γεγονός εκτίθεται ως χωριστή αντένσταση, με τα πραγματικά περιστατικά και τις ημερομηνίες του. Η παράλειψη αυτή οδήγησε σε απώλεια υποθέσεων ακόμη και όταν η παραγραφή δεν είχε πράγματι συμπληρωθεί.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το θεσμό της παραγραφής.