Skip to content
Αρθρογραφία

Παραγραφή Τόκων 250 ΑΚ: 5ετία ή 20ετία Ανά Απαίτηση

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 10 Αυγούστου 2026

Εν συντομία:

  • Οι αξιώσεις τόκων παραγράφονται σε πέντε χρόνια, με αφετηρία τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο κατέστη δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη και όχι την ημέρα γέννησής τους.
  • Σε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ο τόκος υπερημερίας τρέχει αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών, χωρίς να απαιτείται όχληση.
  • Ο τύπος της πίστωσης αλλάζει την απάντηση. Το κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού υπάγεται στην εικοσαετία μαζί με τα ενσωματωμένα κονδύλια τόκων, ενώ οι δόσεις δανείου που δεν καταγγέλθηκε υπάγονται στην πενταετία.
  • Τέσσερις αποφάσεις κρίνουν το αποτέλεσμα πριν από κάθε δικαστική διαδικασία: καταγγελία ή αναμονή, αίτημα τόκων στο ίδιο δικόγραφο ή σε επόμενο, υπογραφή αναγνώρισης οφειλής, πληρότητα της ένστασης παραγραφής.
  • Η αξίωση επιστροφής τόκων που εισπράχθηκαν βάσει άκυρου συμβατικού όρου χαρακτηρίζεται ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και υπάγεται στην εικοσαετία.

Πότε παραγράφονται οι τόκοι υπερημερίας σε εμπορική απαίτηση;

Οι αξιώσεις τόκων παραγράφονται σε πέντε χρόνια κατά το άρθρο 250 αρ. 15 του Αστικού Κώδικα. Η πενταετία αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τα άρθρα 251 και 253 ΑΚ. Οι τόκοι που γεννήθηκαν οποιαδήποτε ημέρα του 2021 παραγράφονται όλοι μαζί την 31η Δεκεμβρίου 2026.

Ο μηχανισμός αυτός έχει πρακτική συνέπεια που διαφεύγει όταν ο υπολογισμός γίνεται με ημερολογιακή αφαίρεση πέντε ετών. Ο μηχανισμός εκκίνησης είναι κοινός για όλες τις περιπτώσεις του άρθρου 250 ΑΚ και ο Άρειος Πάγος τον εφαρμόζει ρητά (ΑΠ 1334/2019).

Η επιχείρηση που παρακολουθεί ανοικτές απαιτήσεις οφείλει επομένως να ομαδοποιεί τους δεδουλευμένους τόκους ανά ημερολογιακό έτος και όχι ανά τιμολόγιο.

Η πενταετία λειτουργεί εξίσου εναντίον της επιχείρησης που τηρεί καρτέλα πελάτη με σωρευμένους τόκους υπερημερίας επί χρόνια, χωρίς να έχει κινήσει διαδικασία είσπραξης.

Στην περίπτωση αυτή η οικονομική εικόνα της απαίτησης στα βιβλία παραμένει αμετάβλητη, ενώ η δικαστική της τύχη έχει ήδη κριθεί για τα παλαιότερα έτη.

Η εξέταση του χρόνου παραγραφής προηγείται κάθε απόφασης για εκχώρηση επισφαλούς απαίτησης, καθώς ο εκδοχέας αποκτά την απαίτηση με το χρονικό βάρος που ήδη φέρει.

Από πότε τρέχει ο τόκος όταν οφειλέτης είναι επιχείρηση;

Σε εμπορική συναλλαγή, δηλαδή σε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχείρησης και δημόσιας αρχής που συνεπάγεται παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση μόλις περάσουν τριάντα ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών η προθεσμία ανέρχεται σε εξήντα ημέρες.

Ο Άρειος Πάγος διατύπωσε τον κανόνα αυτόν, απορρίπτοντας ρητά την εκδοχή ότι ο τόκος αρχίζει από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 710/2025). Η τριακονθήμερη προθεσμία καλύπτει το κενό στην περίπτωση που τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη ημέρα πληρωμής.

Όταν υπάρχει συμφωνία, ο τόκος τρέχει από την επομένη της συμβατικής προθεσμίας, όπως στην ΑΠ 1308/2021, όπου η προθεσμία είχε οριστεί σε ενενήντα ημέρες από την έκδοση κάθε τιμολογίου.

Η πρακτική σημασία για τον υπολογισμό της πενταετίας είναι ότι, η αφετηρία του τόκου, άρα και της παραγραφής του, τοποθετείται χρόνια πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο.

Το ύψος του τόκου υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην πιο πρόσφατη πράξη κύριας αναχρηματοδότησης πριν από την πρώτη ημέρα του οικείου εξαμήνου, προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες, εφόσον η σύμβαση δεν ορίζει διαφορετικά.

Ο δανειστής δικαιούται τους τόκους αυτούς υπό δύο προϋποθέσεις:

  1. ότι εκπλήρωσε τις δικές του συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις και
  2. ότι δεν εισέπραξε εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό.

Η αξίωση τόκων αποκλείεται μόνο όταν ο οφειλέτης δεν φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση.

Το ισχύον πλαίσιο προκύπτει από την παράγραφο Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2011/7/ΕΕ για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές.

Για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν υπό την ισχύ του προγενέστερου π.δ. 166/2003, με το οποίο είχε ενσωματωθεί η Οδηγία 2000/35/ΕΚ, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του κατά ρητή πρόβλεψη της υποπαραγράφου Ζ.14 του ν. 4152/2013.

Για τον λόγο αυτόν οι αποφάσεις ΑΠ 710/2025 και ΑΠ 1308/2021 εφαρμόζουν το προεδρικό διάταγμα και όχι τον νόμο. Ο μηχανισμός της τριακονθήμερης προθεσμίας και του επιτοκίου αναφοράς παραμένει ουσιωδώς όμοιος στα δύο κείμενα, το εφαρμοστέο όμως δίκαιο κρίνεται από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης και όχι από τον χρόνο γέννησης της απαίτησης.

Πενταετία ή εικοσαετία: ποιος τύπος απαίτησης καθορίζει την απάντηση;

Η ίδια οικονομική οφειλή δίνει διαφορετικό χρόνο παραγραφής ανάλογα με τον τρόπο που έχει δομηθεί η πίστωση.

Το κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, δηλαδή της σχέσης όπου οι εκατέρωθεν χρεοπιστώσεις καταχωρίζονται σε ενιαίο λογαριασμό και εκκαθαρίζονται στο κλείσιμό του, αποτελεί μία ενιαία απαίτηση που υπάγεται στην εικοσαετία του άρθρου 249 ΑΚ μαζί με τα ενσωματωμένα σε αυτό κονδύλια τόκων, ενώ οι περιοδικές δόσεις δανείου που δεν έχει καταγγελθεί διατηρούν την αυτοτέλειά τους και υπάγονται στην πενταετία.

Τύπος απαίτησηςΧρόνοςΑφετηρίαΒάση
Κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού μετά το οριστικό κλείσιμο, μαζί με τα κονδύλια τόκων20 έτηΚλείσιμο του λογαριασμού249 ΑΚ
Τοκοχρεωλυτικές δόσεις δανείου που δεν καταγγέλθηκε5 έτη ανά δόσηΛήξη του έτους κάθε δόσης250 αρ. 15 και 253 ΑΚ
Ανεξόφλητο κεφάλαιο μετά από καταγγελία της δανειακής σύμβασης20 έτηΚαταγγελία249 ΑΚ
Τίμημα εμπορευμάτων και αμοιβή εργασιών μεταξύ επιχειρήσεων5 έτηΛήξη του έτους γέννησης250 αρ. 1 ΑΚ
Τόκοι βεβαιωμένοι με διαταγή πληρωμής, ληξιπρόθεσμοι στο μέλλον5 έτηΛήξη του έτους που κατέστησαν απαιτητοί268 εδ. β’ και 250 αρ. 15 ΑΚ

Η διάκριση ως προς τον αλληλόχρεο λογαριασμό στηρίζεται στο ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις χάνουν την αυτοτέλειά τους με την καταχώρισή τους στον λογαριασμό, οπότε μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών παραμένει το κατάλοιπο.

Το Εφετείο Πειραιώς, στην ΕφΠειρ 111/2021, έκρινε ότι η απαίτηση της πιστώτριας τράπεζας κατά εμπόρου στον οποίο χορήγησε πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό υπάγεται στην εικοσαετία, ανεξάρτητα από την αναγνώριση ή μη του καταλοίπου.

Η ίδια απόφαση διευκρινίζει ότι το άρθρο 250 αρ. 1 ΑΚ δεν καταλαμβάνει το σύνολο των αξιώσεων μεταξύ εμπόρων. Καλύπτει εκείνες μόνο που έχουν ως περιεχόμενο την καταβολή τιμήματος για χορηγηθέντα εμπορεύματα, το αντάλλαγμα για την εκτέλεση εργασιών και την επιμέλεια αλλότριων υποθέσεων, καθώς και τις σχετικές δαπάνες.

Οι τόκοι που βεβαιώνονται με διαταγή πληρωμής υπάγονται σε εξαίρεση του άρθρου 268 ΑΚ. Ο κανόνας της διάταξης είναι ότι κάθε αξίωση βεβαιωμένη με τελεσίδικη απόφαση ή με εκτελεστό δημόσιο έγγραφο παραγράφεται σε είκοσι χρόνια.

Οι παροχές όμως που επαναλαμβάνονται περιοδικά, όπως οι τόκοι, εφόσον καθίστανται ληξιπρόθεσμες μετά τη βεβαίωση, παραμένουν στη συντομότερη πενταετία.

Στην ΕφΠειρ 111/2021 η τράπεζα υποστήριξε ότι οι τόκοι που είχαν καταλογιστεί μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής ακολουθούσαν την εικοσαετία λόγω του αλληλόχρεου χαρακτήρα της σχέσης.

Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό, χαρακτηρίζοντας τα ποσά ως περιοδικές παροχές βεβαιωμένες με εκτελεστό τίτλο, εκτός του πεδίου των κονδυλίων του αλληλόχρεου.

Πότε συμφέρει την πιστώτρια επιχείρηση η καταγγελία και πότε όχι;

Ο συμβατικός όρος που επιτρέπει καταγγελία σε περίπτωση καθυστέρησης δόσεων δεν παράγει αποτελέσματα από μόνος του. Όσο η καταγγελία δεν ασκείται, κάθε τοκοχρεωλυτική δόση, δηλαδή κάθε δόση που ενσωματώνει τμήμα κεφαλαίου μαζί με τον αναλογούντα τόκο, διατηρεί την αυθυπαρξία της και παραγράφεται χωριστά μετά την πάροδο πενταετίας.

Με την άσκηση της καταγγελίας η σύμβαση λύεται, το ανεξόφλητο κεφάλαιο καθίσταται ενιαία απαιτητή αξίωση και μεταφέρεται στην εικοσαετία του άρθρου 249 ΑΚ.

Ο κανόνας διατυπώνεται καθαρά στην ΑΠ 202/2023, στην οποία νομολογήθηκε ότι, μόνο όταν δεν τηρηθούν οι όροι της εμπρόθεσμης καταβολής και καταγγελθεί για τον λόγο αυτόν το δάνειο, παύουν να οφείλονται δόσεις και οφείλεται ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο. Αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση για καθεμία περιοδική δόση υπόκειται στην πενταετή παραγραφή.

Η ΜΠρΑθ 3878/2025 εφάρμοσε τη σκέψη αυτή σε τοκοχρεωλυτικό δάνειο του 2008 με τελευταία δόση την 1η Δεκεμβρίου 2013. Η πενταετία συμπληρώθηκε την 1η Ιανουαρίου 2019.

Η δανείστρια κατήγγειλε τη σύμβαση στις 28 Σεπτεμβρίου 2023 και επέδωσε διαταγή πληρωμής στις 20 Δεκεμβρίου 2024. Το δικαστήριο πιθανολόγησε την ευδοκίμηση της ένστασης παραγραφής και ανέστειλε την εκτέλεση.

Το κρίσιμο σημείο της απόφασης βρίσκεται στη διάκριση δύο συμβατικών όρων που μοιάζουν. Ο όρος που ορίζει ότι ο πιστούχος καθίσταται υπερήμερος αυτοδικαίως και χωρίς όχληση με μόνη την πάροδο της ημέρας πληρωμής ρυθμίζει την έναρξη των τόκων υπερημερίας.

Δεν επιφέρει αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης. Η κήρυξη ολόκληρου του υπολοίπου ληξιπρόθεσμου προϋποθέτει ρητή καταγγελία, ακόμη και όταν το σχετικό δικαίωμα προβλέπεται ρητά στη σύμβαση.

Η εμπειρία από υποθέσεις ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής δείχνει ότι η διαφορά ανάμεσα στις δύο διατυπώσεις εντοπίζεται μόνο με ανάγνωση του πλήρους συμβατικού κειμένου, καθώς τα δύο είδη ρήτρας συνυπάρχουν στην ίδια σύμβαση σε χωριστά άρθρα.

Για την πιστώτρια επιχείρηση η στρατηγική επιλογή έχει δύο σκέλη. Η αναμονή διατηρεί τη ροή των δόσεων και αποφεύγει την οριστική ρήξη της εμπορικής σχέσης, διακινδυνεύει, όμως, την διαδοχική παραγραφή παλαιότερων δόσεων.

Η καταγγελία σταθεροποιεί την απαίτηση στην εικοσαετία, αλλά για τις δόσεις που έχουν ήδη παραγραφεί κατά τον χρόνο άσκησής της δεν επιφέρει αναβίωση. Ο σωστός χρόνος καταγγελίας κρίνεται κατά περίπτωση, με βάση τον διαδραμόντα χρόνο των ανεξόφλητων δόσεων και τη διατύπωση της συγκεκριμένης ρήτρας.

Ζητήματα ορισμένου των κονδυλίων και του ανατοκισμού που ανακύπτουν στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής εξετάζονται παράλληλα με την παραγραφή, καθώς οδηγούν σε ακύρωση του τίτλου ανεξάρτητα από αυτήν.

Τι χάνει η επιχείρηση που δεν ζητά τόκους με την πρώτη αγωγή;

Όταν η αγωγή για την κύρια απαίτηση δεν περιλαμβάνει αίτημα τόκων, η μεταγενέστερη αυτοτελής αγωγή για τους ήδη δεδουλευμένους τόκους δεν προστατεύεται από την πενταετία του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ.

Εφαρμόζονται οι διατάξεις περί παραγραφής της κύριας αξίωσης και, εφόσον αυτή έχει παραγραφεί, οι τόκοι συμπαραγράφονται ως παρεπόμενες αξιώσεις κατά το άρθρο 274 ΑΚ.

Στην ΑΠ 1651/2018, ο Άρειος Πάγος διατύπωσε ρητά την προϋπόθεση ότι, για την εφαρμογή των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ στους τόκους υπερημερίας, απαιτείται να έχει ασκηθεί η σχετική αγωγή περί τόκων ταυτόχρονα με την αγωγή για την κύρια απαίτηση.

Στην κριθείσα υπόθεση η ενάγουσα είχε ασκήσει το 2005 αγωγή αποζημίωσης χωρίς αίτημα τόκων και το 2013 άσκησε χωριστή αγωγή για τους τόκους της ενδιάμεσης περιόδου. Η δεύτερη αγωγή αντιμετωπίστηκε με τους κανόνες παραγραφής της κύριας αξίωσης.

Η ίδια απόφαση καθορίζει και δύο συναφή όρια:

  • Πρώτον, η διακοπή της παραγραφής με την έγερση της αγωγής κατά το άρθρο 261 ΑΚ αφορά μόνο την επίδικη αξίωση και δεν εκτείνεται στο μέρος που δεν ασκήθηκε.
  • Δεύτερον, η εικοσαετής παραγραφή που ξεκινά με την τελεσιδικία κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει αξίωση η οποία δεν έχει ήδη υποκύψει στη βραχυχρόνια παραγραφή μέχρι τον χρόνο εκείνο, καθώς η τελεσίδικη επιδίκαση δεν επιφέρει αναβίωση αποσβεσμένης αξίωσης.

Τα δύο αυτά όρια συνδέονται με τα ζητήματα της παραγραφής εν επιδικία, η οποία ρυθμίζει την τύχη της απαίτησης όσο η δίκη εκκρεμεί.

Η πρακτική συνέπεια αφορά τη σύνταξη του δικογράφου. Το αίτημα τόκων που παραλείπεται από την αρχική αγωγή, είτε επειδή το ύψος τους δεν είχε ακόμη εκκαθαριστεί είτε για λόγους δικαστικού ενσήμου, δεν ανακτάται με νεότερη αγωγή υπό τους ευνοϊκούς κανόνες της πενταετίας.

Πώς προτείνεται ορισμένη ένσταση παραγραφής τόκων;

Το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που δεν έχει προταθεί, κατά το άρθρο 277 ΑΚ. Η ένσταση προβάλλεται από τον οφειλέτη και απορρίπτεται ως αόριστη όταν λείπει έστω ένα από τα στοιχεία που τη θεμελιώνουν, ακόμη και όταν η πενταετία έχει πράγματι συμπληρωθεί.

Για την πενταετή παραγραφή περιοδικών παροχών που αναφέρονται σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις, τα στοιχεία που πρέπει να εκτίθενται είναι τέσσερα:

  1. Ο χρόνος γέννησης κάθε περιοδικής παροχής.
  2. Το ύψος καθεμίας περιοδικής παροχής ανά έτος, εφόσον οι τόκοι που συνιστούν την περιοδική παροχή δεν εξάγονται για όλη τη μελλοντική περίοδο βάσει σταθερού κεφαλαίου.
  3. Ο χρόνος έναρξης της παραγραφής κάθε επιμέρους παροχής, ώστε να προσδιορίζεται ο χρόνος συμπλήρωσης της πενταετίας για καθεμία από αυτές.
  4. Ο χρόνος επίδοσης της διαταγής πληρωμής, ώστε να διαπιστώνεται αν η πενταετία συμπληρώθηκε πριν από τη διακοπή.

Η απαρίθμηση προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και 249, 250 επ. και 277 ΑΚ, όπως εφαρμόστηκε στη ΜΠρΑθ 3878/2025 με παραπομπή στην ΑΠ 623/2011.

Το δεύτερο στοιχείο είναι εκείνο που καθιστά την ένσταση αόριστη όταν παραλείπεται, καθώς απαιτεί ανάλυση της οφειλής ανά έτος και όχι συνολική αναφορά σε ποσό.

Η εμπειρία από υποθέσεις παραγραφής τόκων δείχνει ότι η ανάλυση αυτή προϋποθέτει επεξεργασία των κινήσεων του λογαριασμού, εργασία που ολοκληρώνεται δύσκολα εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών του άρθρου 632 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η παραγραφή δεν είναι το μοναδικό αμυντικό μέσο που εξετάζεται στο ίδιο δικόγραφο. Ο συμψηφισμός ανταπαιτήσεων προβάλλεται παραδεκτά ως λόγος ανακοπής υπό την προϋπόθεση της παραχρήμα απόδειξης, με αποτέλεσμα η επιλογή μεταξύ των δύο ισχυρισμών ή η σωρευτική προβολή τους να αποτελεί ζήτημα δικονομικής τακτικής.

Ποια γεγονότα διακόπτουν την παραγραφή και πότε αρχίζει νέα πενταετία;

Η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή κατά το άρθρο 634 παρ. 1 ΚΠολΔ. Αν η διαταγή ακυρωθεί μετά από ανακοπή, η παραγραφή θεωρείται ανασταλείσα από την επίδοση έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής.

Η αναγνώριση της οφειλής από τον ίδιο τον οφειλέτη διακόπτει επίσης την παραγραφή, κατά το άρθρο 260 ΑΚ, οπότε νέα παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του έτους της αναγνώρισης.

Η αριθμητική επίπτωση της αναγνώρισης φαίνεται στην ΕφΠειρ 111/2021. Οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι τόκοι συνολικού ποσού 20.379,28 ευρώ, που αφορούσαν την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2012 έως 30ής Ιουνίου 2016, είχαν παραγραφεί.

Το δικαστήριο δέχθηκε την ένσταση της πιστώτριας ότι η χειρόγραφη αναγνώριση οφειλής της 11ης Οκτωβρίου 2010 είχε διακόψει την παραγραφή. Η νέα πενταετία άρχισε από την 1η Ιανουαρίου 2011, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΑΚ, με αποτέλεσμα να αναγνωριστούν ως παραγεγραμμένοι μόνο οι τόκοι του διαστήματος από 1ης Ιανουαρίου έως 30ής Ιουνίου 2016, ποσού 2.792,38 ευρώ.

Η υπογραφή που επιφέρει τη διακοπή δεν φέρει πάντοτε τον τίτλο «αναγνώριση χρέους». Την ίδια λειτουργία επιτελούν η αίτηση ρύθμισης, η επιστολή αποδοχής υπολοίπου, η πρόσθετη πράξη τροποποίησης όρων και η καταβολή έναντι με ταυτόχρονη δήλωση για το εναπομένον ποσό.

Όταν μάλιστα η δήλωση λάβει τη μορφή αφηρημένης αναγνώρισης χρέους κατά το άρθρο 873 ΑΚ, γεννάται αυτοτελής ενοχή και ο οφειλέτης στερείται τη δυνατότητα να προβάλει ενστάσεις που στηρίζονται στη βασική σχέση. Η διατύπωση του εγγράφου καθορίζει επομένως δύο διαφορετικά αποτελέσματα, χωρίς η διαφορά να είναι ορατή σε μη νομικό αναγνώστη.

Η διακοπή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Ο ισχυρισμός για διακοπή ή αναστολή συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής και προτείνεται από τον δικαιούχο της αξίωσης.

Στην πρακτική αυτό σημαίνει ότι η πιστώτρια επιχείρηση οφείλει να εντοπίσει και να επικαλεστεί το διακοπτικό γεγονός στο δικό της δικόγραφο, ακόμη και όταν αυτό προκύπτει από έγγραφα που ήδη τηρεί στον φάκελο.

Οι απαιτήσεις τεκμηρίωσης της απαίτησης κατά την έκδοση της διαταγής, όπως ισχύουν όταν η αίτηση στηρίζεται σε ηλεκτρονικά τιμολόγια, καθορίζουν παράλληλα ποια έγγραφα θα είναι διαθέσιμα για την απόδειξη της διακοπής.

Παραγράφεται η αξίωση επιστροφής τόκων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως;

Η αξίωση επιστροφής τόκων που εισπράχθηκαν βάσει συμβατικού όρου ο οποίος κρίθηκε άκυρος χαρακτηρίζεται ως αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού και υπάγεται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Η πενταετία του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ καταλαμβάνει τις αξιώσεις για καταβολή τόκων, όχι τις αξιώσεις επιστροφής ήδη καταβληθέντων ποσών.

Η ΑΠ 1650/2024 αναίρεσε απόφαση που είχε δεχθεί το αντίθετο. Επρόκειτο για δύο στεγαστικά δάνεια των ετών 2005 και 2008, των οποίων ο όρος περί μονομερούς προσδιορισμού του κυμαινόμενου επιτοκίου είχε κριθεί τελεσιδίκως καταχρηστικός.

Τα δικαστήρια της ουσίας είχαν δεχθεί ότι οι αχρεωστήτως καταβληθέντες τόκοι των ετών 2008 έως 2010 είχαν υποπέσει σε πενταετή παραγραφή. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι τα ποσά αυτά συνιστούν πλουτισμό από αχρεώστητη παροχή, με αφετηρία παραγραφής τον χρόνο κατά τον οποίο ο δότης τα κατέβαλε. Ο χρόνος παραγραφής είναι επομένως εικοσαετής.

Για την επιχείρηση με μακροχρόνια τραπεζική σχέση η κρίση αυτή επεκτείνει από πέντε σε είκοσι έτη τον χρόνο μέσα στον οποίο αναζητεί καταβολές. Χρεώσεις επιτοκίου, εξόδων ή εισφορών που στηρίχθηκαν σε όρους κρινόμενους ως αδιαφανείς αναζητούνται εντός εικοσαετίας από την καταβολή.

Το ίδιο ισχύει και για τα ποσά που καταβλήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης, όπου η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού λειτουργεί ως επικουρική βάση. Η ΑΠ 1308/2021 δείχνει και το κόστος της άκυρης σύμβασης.

Στην ίδια εμπορική σχέση, οι έγκυρες συμβάσεις προμήθειας απέφεραν στην προμηθεύτρια τόκο κατά το π.δ. 166/2003 από την επομένη της συμβατικής προθεσμίας πληρωμής, ενώ για τις άκυρες, οι οποίες γέννησαν μόνο αξίωση πλουτισμού, επιδικάστηκε τόκος 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ποσοστό που ισχύει ειδικά για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Συχνές Ερωτήσεις

Παραγράφονται οι τόκοι όταν έχει ήδη εκδοθεί διαταγή πληρωμής;

Η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή για τα ποσά που βεβαιώνει. Οι τόκοι όμως που καθίστανται ληξιπρόθεσμοι μετά τη βεβαίωση αποτελούν περιοδικές παροχές και παραμένουν στην πενταετία του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, κατ’ εξαίρεση του κανόνα της εικοσαετίας του άρθρου 268 ΑΚ. Η πενταετία για καθένα από τα επόμενα έτη τρέχει αυτοτελώς, με αφετηρία τη λήξη του έτους κατά το οποίο ο τόκος κατέστη απαιτητός.

Τι ισχύει για τους τόκους αλληλόχρεου λογαριασμού;

Τα κονδύλια τόκων που έχουν καταχωριστεί στον λογαριασμό χάνουν την αυτοτέλειά τους και ενσωματώνονται στο κατάλοιπο, το οποίο υπάγεται στην εικοσαετία του άρθρου 249 ΑΚ. Η ρύθμιση αυτή δεν καλύπτει τους τόκους που γεννώνται μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και ιδίως εκείνους που καταλογίζονται μετά την έκδοση εκτελεστού τίτλου, καθώς αυτοί ακολουθούν την πενταετία.

Λαμβάνεται υπόψη η παραγραφή αυτεπαγγέλτως;

Το άρθρο 277 ΑΚ ορίζει ότι το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που δεν έχει προταθεί. Ο ισχυρισμός συνιστά ένσταση του υπόχρεου και προβάλλεται με το δικόγραφο της ανακοπής ή με τις προτάσεις, ανάλογα με τη διαδικασία. Ομοίως, ο ισχυρισμός για διακοπή ή αναστολή αποτελεί αντένσταση που προτείνει ο δικαιούχος και δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.

Παραγράφεται το κεφάλαιο του δανείου μαζί με τους τόκους στην πενταετία;

Οι αξιώσεις από δάνειο υπάγονται στη γενική εικοσαετία του άρθρου 249 ΑΚ. Όσο η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί, οι επιμέρους τοκοχρεωλυτικές δόσεις διατηρούν την αυθυπαρξία τους και παραγράφονται καθεμία χωριστά στην πενταετία, με αποτέλεσμα η οφειλή να αποδυναμώνεται σταδιακά χωρίς να θίγεται το ίδιο το κεφάλαιο. Μετά την καταγγελία, το ανεξόφλητο κεφάλαιο καθίσταται ενιαία αξίωση εικοσαετούς παραγραφής.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ημερολογιακό έτος ως μονάδα μέτρησης: Η πενταετία υπολογίζεται από τη λήξη του έτους γέννησης της αξίωσης και όχι από την ημερομηνία της. Η παρακολούθηση των ανοικτών απαιτήσεων οργανώνεται ανά έτος, με σημείο ελέγχου την 31η Δεκεμβρίου κάθε πέμπτου έτους.

Καταγγελία με ημερομηνία: Η ρήτρα που παρέχει δικαίωμα κήρυξης του υπολοίπου ληξιπρόθεσμου δεν ενεργοποιείται από την καθυστέρηση αυτή καθεαυτήν. Απαιτείται ρητή καταγγελία με αποδεικνυόμενη ημερομηνία επίδοσης.

Αίτημα τόκων στο ίδιο δικόγραφο: Η παράλειψη του αιτήματος τόκων από την αρχική αγωγή δεν ανακτάται με νεότερη αγωγή υπό τους κανόνες της πενταετίας. Η απόφαση λαμβάνεται πριν από την κατάθεση.

Αναγνώριση οφειλής πριν από νομικό έλεγχο: Κάθε υπογραφή που αποδέχεται υπόλοιπο, ρύθμιση ή πρόσθετη πράξη διακόπτει την παραγραφή για το σύνολο και εκκινεί νέα πενταετία από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους. Ο έλεγχος του χρόνου παραγραφής προηγείται της υπογραφής.

Ανάλυση ανά έτος στην ένσταση: Η ένσταση παραγραφής απορρίπτεται ως αόριστη χωρίς αναφορά του ύψους κάθε περιοδικής παροχής ανά έτος. Η επεξεργασία των κινήσεων του λογαριασμού ξεκινά με την παραλαβή της διαταγής πληρωμής και όχι κοντά στη λήξη των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών.

Επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων: Ποσά που εισπράχθηκαν βάσει άκυρου όρου αναζητούνται εντός εικοσαετίας από την καταβολή, ως αδικαιολόγητος πλουτισμός. Ο χρόνος αυτός είναι τετραπλάσιος από εκείνον που ισχύει για τις αξιώσεις καταβολής τόκων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την παραγραφή τόκων.