Skip to content
Αρθρογραφία

Σύμβαση Υπέρ Τρίτου: Πότε Δεσμεύεται Η Επιχείρηση

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 13 Αυγούστου 2026

Εν συντομία:

  • Το άρθρο 410 του Αστικού Κώδικα θεσπίζει τεκμήριο υπέρ της μη γνήσιας σύμβασης. Ο τρίτος κατ’ αρχήν δεν αποκτά δικό του δικαίωμα κατά της επιχείρησης που υποσχέθηκε.
  • Το τεκμήριο ανατρέπεται με ερμηνεία. Η έρευνα της βούλησης των μερών προηγείται και είναι αποφασιστική, ενώ η φύση και ο σκοπός της σύμβασης έχουν βοηθητική μόνο σημασία (ΑΠ 232/2023).
  • Στα ομαδικά ασφαλιστήρια προσωπικού ο εργαζόμενος αποκτά αξίωση κατά του ασφαλιστή και, όταν ο εργοδότης ματαιώσει την παροχή, αξίωση αποζημίωσης κατά του εργοδότη (ΑΠ 55/2024).
  • Η διατύπωση ότι η παροχή θα γίνει «σε τρίτον που θα υποδείξει» ο αντισυμβαλλόμενος δεν αρκεί για να γεννηθεί ευθεία αξίωση (ΑΠ 956/2024).
  • Το παράθυρο ανάκλησης της ρήτρας κλείνει μόλις ο τρίτος δηλώσει στον υποσχεθέντα ότι θα ασκήσει το δικαίωμά του, κατά το άρθρο 412 ΑΚ.

Πότε ο τρίτος αποκτά ευθεία αξίωση κατά της εταιρείας;

Ο τρίτος αποκτά ευθεία αξίωση μόνον όταν από τη σύμβαση προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη σκόπευαν να του προσπορίσουν ίδιο δικαίωμα. Το άρθρο 410 του Αστικού Κώδικα θεσπίζει το αντίθετο τεκμήριο.

Η ανατροπή του κρίνεται με ερμηνεία της σύμβασης, ζήτημα πραγματικό που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, εκτός αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Η σύμβαση υπέρ τρίτου είναι τριμερής σχέση:

  • υποσχεθείς, είναι εκείνος που δεσμεύεται να προβεί στην παροχή προς τον τρίτο,
  • δέκτης της υπόσχεσης, ο αντισυμβαλλόμενός του και
  • τρίτος, το πρόσωπο στο οποίο συμφωνείται να γίνει η καταβολή.

Ο Άρειος Πάγος με την απόφαση 750/2023 ονομάζει σχέση κάλυψης τη σχέση υποσχεθέντος και δέκτη. Σχέση αξίας ονομάζει τη σχέση ανάμεσα στον δέκτη και τον τρίτο. Η διάκριση έχει δικονομική σημασία, καθώς καθορίζει ποιος προβάλλει ποια ένσταση και έναντι ποιου.

Κρίσιμο είναι το κριτήριο ιεράρχησης. Ο νόμος τάσσει ως κριτήρια τη ρητά εκπεφρασμένη ή συναγόμενη βούληση των συμβληθέντων και, επικουρικά, τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης.

Με την απόφαση 232/2023 ο Άρειος Πάγος διευκρίνισε ότι η έρευνα ως προς τη βούληση των μερών προηγείται και είναι αποφασιστική, ενώ η φύση και ο σκοπός έχουν δευτερεύουσα και βοηθητική σημασία, μόνο εφόσον δεν προκύπτει σαφής βούληση.

Όταν η σύμβαση δεν προσπορίζει δικαίωμα στον τρίτο, εκείνος μπορεί να στραφεί κατά του υποσχεθέντος μόνο αν του εκχωρηθεί η απαίτηση κατά τα άρθρα 455 και 460 ΑΚ.

Χωρίς εκχώρηση δεν νομιμοποιείται ενεργητικά. Η επιλογή ανάμεσα στη ρήτρα υπέρ τρίτου και στην εκχώρηση απαίτησης είναι νομική και εμπορική και λαμβάνεται κατά τη σύνταξη.

Γνήσια ή μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου: τι αλλάζει πρακτικά;

Η διάκριση καθορίζει ποιος ενάγει ποιον. Στη μη γνήσια σύμβαση μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης απαιτεί την καταβολή προς τον τρίτο, ενώ ο τρίτος δεν αποκτά κανένα άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα.

Στη γνήσια σύμβαση υφίσταται και ανεξάρτητο δικαίωμα του ίδιου του τρίτου να απαιτήσει την καταβολή από τον υποσχεθέντα, χωρίς μεσολάβηση του αντισυμβαλλομένου.

ΚριτήριοΜη γνήσια (τεκμήριο ΑΚ 410)Γνήσια (ΑΚ 411)Εκχώρηση (ΑΚ 455, 460)
Ποιος ενάγει τον υποσχεθένταΜόνο ο δέκτης της υπόσχεσηςΟ δέκτης και αυτοτελώς ο τρίτοςΜόνο ο εκδοχέας μετά τη μεταβίβαση
Τι πρέπει να αποδειχθείΤίποτε επιπλέον, ισχύει το τεκμήριοΒούληση προσπορισμού ιδίου δικαιώματοςΈγκυρη σύμβαση εκχώρησης και αναγγελία
Πότε ελευθερώνεται ο υποσχεθείςΜε την καταβολή στον τρίτοΜε προσήκουσα καταβολή στον δικαιούχο τρίτοΜε καταβολή στον εκδοχέα μετά την αναγγελία
Έκθεση της επιχείρησηςΈνας αντίδικοςΔύο πιθανοί ενάγοντες για την ίδια παροχήΈνας αντίδικος, με κίνδυνο σύγχυσης προσώπου
Τυπικά παραδείγματαΠληρωμή σε δεκτικό καταβολής πρόσωποΟμαδικό ασφαλιστήριο, ασφάλιση για λογαριασμό τρίτουFactoring, εξασφαλιστική εκχώρηση

Η πρακτική συνέπεια για την επιχείρηση που υπόσχεται είναι ότι, στη γνήσια μορφή, αντιμετωπίζει δύο δυνητικούς ενάγοντες για την ίδια παροχή, ενώ στη μη γνήσια η έκθεσή της περιορίζεται στον αντισυμβαλλόμενο.

Για την επιχείρηση που είναι ο τρίτος, το διακύβευμα αντιστρέφεται, καθώς χωρίς γνήσια ρήτρα δεν έχει δική της αγωγή, όσο και αν ωφελείται οικονομικά από τη συμφωνία.

Πότε η υπόδειξη τρίτου δεν δημιουργεί δικαίωμα;

Η συμβατική πρόβλεψη ότι η παροχή θα γίνει σε πρόσωπο που θα υποδείξει ο αντισυμβαλλόμενος δεν αρκεί για να γεννηθεί ευθεία αξίωση. Η υπόδειξη προσδιορίζει τον αποδέκτη της καταβολής, χωρίς να εκφράζει βούληση προσπορισμού ιδίου δικαιώματος. Η προσδοκία του αγοραστή που έχει ήδη καταβάλει τίμημα δεν αρκεί για να θεμελιώσει αξίωση κατά του κυρίου του αντικειμένου.

Στην εργολαβία αντιπαροχής, ο οικοπεδούχος υπόσχεται στον εργολάβο να μεταβιβάσει ποσοστά του οικοπέδου προς εκείνον ή προς τρίτον που θα υποδείξει ο εργολάβος.

Με την απόφαση 956/2024 ο Άρειος Πάγος επιβεβαίωσε ότι η σύμβαση αυτή δεν αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου κατά τα άρθρα 410 και 411 ΑΚ.

Ο αγοραστής που συνήψε συμβολαιογραφικό προσύμφωνο με τον εργολάβο, στο οποίο δεν μετείχε ο οικοπεδούχος, δεν μπορεί να στραφεί κατά του τελευταίου, ακόμη και αν έχει εξοφλήσει ολόκληρο το τίμημα.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση η αγοράστρια είχε καταβάλει άνω των 150.000 ευρώ και είχε εκτελέσει με δικές της δαπάνες εργασίες αποπεράτωσης. Μετά την κήρυξη του εργολάβου έκπτωτου αποβλήθηκε από το ακίνητο με αναγκαστική εκτέλεση.

Η αγωγή της απορρίφθηκε, γιατί δεν είχε φροντίσει να περιβληθεί η συμφωνία τον συμβολαιογραφικό τύπο με εκχώρηση του δικαιώματος του εργολάβου έναντι των οικοπεδούχων.

Η ίδια λογική εφαρμόζεται κάθε φορά που το προσύμφωνο πώλησης συνάπτεται με πρόσωπο διαφορετικό από τον κύριο του αντικειμένου.

Η διαφορά ανάμεσα σε μια ρήτρα που παράγει δικαίωμα και σε μια ρήτρα που απλώς κατονομάζει αποδέκτη κρίνεται σε επίπεδο διατύπωσης. Η φράση «καταβάλλεται σε τρίτον που θα υποδειχθεί» και η φράση «ο υποδεικνυόμενος τρίτος δικαιούται να απαιτήσει την παροχή απευθείας» οδηγούν σε αντίθετα αποτελέσματα, με ταυτόσημο οικονομικό περιεχόμενο.

Πώς κινδυνεύει ο εργοδότης σε ομαδικό ασφαλιστήριο προσωπικού;

Το ομαδικό ασφαλιστήριο που συνάπτει ο εργοδότης υπέρ των μισθωτών του λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και, όταν αποτελεί όρο της εργασιακής σύμβασης, αποκτά χαρακτήρα μισθολογικής παροχής.

Ο κίνδυνος του εργοδότη δεν εξαντλείται στην καταβολή των ασφαλίστρων, επειδή η δική του συμπεριφορά μπορεί να γεννήσει αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης του εργαζομένου εναντίον του.

Με την απόφαση 55/2024 ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι, σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, ο τρίτος στρέφεται κατά του δέκτη της υπόσχεσης, δηλαδή του εργοδότη, όταν εκείνος με τη συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή από τον ασφαλιστή.

Τέτοια περίπτωση συνιστά η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και η εντεύθεν λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης, καθώς και η καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη χωρίς να έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το σχετικό δικαίωμα.

Υπάρχει όμως χρονικό όριο καθώς, πριν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, το δικαίωμα του ασφαλισμένου τελεί υπό αναβλητική αίρεση κατά το άρθρο 201 ΑΚ και ο δικαιούχος έχει μόνο δικαίωμα προσδοκίας.

Στην υπόθεση της 55/2024 η αγωγή εργαζομένου που εξακολουθούσε να απασχολείται στην εργοδότρια απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ακριβώς επειδή δεν είχε επέλθει η αποχώρησή του και η αξίωση δεν είχε γεννηθεί.

Εξάλλου, η μορφή του προγράμματος μεταβάλλει το ποιος οφείλει τι. Με την απόφαση 361/2022 ο Άρειος Πάγος διέκρινε τη γνήσια ομαδική ασφάλιση, όπου ο ασφαλιστής αναλαμβάνει ασφαλιστικό κίνδυνο και ο δικαιούχος στρέφεται απευθείας εναντίον του, από τη σύμβαση διαχειριστικής ασφάλισης λογαριασμού, όπου ο ασφαλιστής ενεργεί ως εντολοδόχος και διαχειρίζεται κεφάλαια του εργοδότη ή του συλλόγου.

Και στη δεύτερη περίπτωση συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αλλά ο τρίτος δικαιούται την παροχή μόνο στην έκταση που καθόρισε δεσμευτικά ο εντολέας κατά τα άρθρα 717 και 718 ΑΚ.

Ο εργαζόμενος που ζήτησε υπολογισμό βάσει του πραγματικού μισθού του, αντί του ποσού που είχε γνωστοποιήσει ο σύλλογος, δικαιώθηκε πρωτοδίκως και κατ’ έφεση, όμως ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση.

Η εμπειρία από υποθέσεις ομαδικών παροχών προσωπικού δείχνει ότι το αποτέλεσμα κρίνεται ακριβώς στη τη ρήτρα που ορίζει ποιος γνωστοποιεί τα στοιχεία υπολογισμού και ποιος δεσμεύεται από αυτά.

Ποιες ενστάσεις διατηρεί η επιχείρηση απέναντι στον τρίτο;

Η ύπαρξη αιτίας (causa) μεταξύ υποσχεθέντος και δέκτη της υπόσχεσης αποτελεί όρο κύρους της σύμβασης υπέρ τρίτου. Όταν τέτοια αιτία λείπει, δεν γεννάται καν η υποχρέωση του υποσχεθέντος προς τον τρίτο. Αντίθετα, η αιτία στη σχέση δέκτη και τρίτου δεν επηρεάζει το κύρος και ενεργεί μόνο μεταξύ εκείνων των δύο.

Η σύμβαση υπέρ τρίτου μπορεί να καταρτιστεί και υπό τον τύπο της αφηρημένης υπόσχεσης. Στην περίπτωση αυτή ο υποσχεθείς, ως εναγόμενος, αντιτάσσει την ένσταση της έλλειψης αιτίας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αποδεικνύοντας την ανυπαρξία της (ΑΠ 750/2023).

Ο δέκτης της υπόσχεσης διατηρεί επίσης δικά του δικαιώματα, καθώς μπορεί να εναγάγει τον τρίτο με την αγωγή περί αχρεωστήτου. Τα κριτήρια διάκρισης της αιτιώδους από την αφηρημένη υπόσχεση χρέους εφαρμόζονται και εδώ.

Η ίδια η καταβολή πρέπει να είναι προσήκουσα για να αποσβέσει την ενοχή. Στην υπόθεση της 750/2023 τράπεζα εξέδωσε δίγραμμη επιταγή 149.195,52 ευρώ πληρωτέα σε διαταγή άλλης τράπεζας, ώστε να εξοφληθούν στεγαστικά δάνεια τρίτων δανειοληπτών.

Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι σύμβαση υπέρ τρίτου γεννήθηκε, πλην όμως το συμφωνηθέν αποτέλεσμα δεν επήλθε, επειδή η επιταγή δεν εισπράχθηκε κατά τον χρόνο που έπρεπε και το ποσό δεν επαρκούσε για ολοσχερή εξόφληση. Η απαίτηση παρέμεινε ενεργή και η αναγγελία της στον πλειστηριασμό κρίθηκε βάσιμη.

Τι αλλάζει όταν η υπόσχεση αφορά χρέος του αντισυμβαλλομένου;

Όταν τρίτος υπόσχεται στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, το άρθρο 478 ΑΚ θέτει ερμηνευτικό κανόνα. Σε αμφιβολία ο δανειστής δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση, η οποία λειτουργεί μόνο μεταξύ οφειλέτη και υποσχόμενου και φέρει τα χαρακτηριστικά της μη γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου.

Μπορούν όμως τα μέρη να συμφωνήσουν ώστε ο δανειστής να αποκτήσει άμεσο δικαίωμα, οπότε πρόκειται για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου κατά το άρθρο 411 ΑΚ, με ενέργεια σωρευτικής αναδοχής χρέους.

Η διάκριση αποκτά οικονομική σημασία σε εξαγορές. Με την απόφαση 893/2024 ο Άρειος Πάγος επικύρωσε καταδίκη ετερόρρυθμης εταιρείας που είχε αγοράσει κυλινδρόμυλο και είχε συμφωνήσει με τον πωλητή να καταβληθεί μέρος του τιμήματος με εξόφληση χρεών του προς τρίτους.

Επειδή ο εκπρόσωπός της υποσχέθηκε την πληρωμή απευθείας στον προμηθευτή, με ρητή συμφωνία να μην απαλλαγεί ο παλαιός οφειλέτης, κρίθηκε ότι καταρτίστηκε σωρευτική αναδοχή χρέους και όχι απλή υπόσχεση ελευθερώσεως. Η αγοράστρια υποχρεώθηκε να καταβάλει 15.400 ευρώ και δεν μπόρεσε να αντιτάξει ενστάσεις από τη σχέση της με τον πωλητή.

Μέχρι πότε ανακαλείται ή καταγγέλλεται η ρήτρα υπέρ τρίτου;

Εφόσον δεν έχει τεθεί αίρεση ή προθεσμία, η ρήτρα παραμένει ανακλητή έως ότου ο τρίτος δηλώσει στον υποσχεθέντα, κατά το άρθρο 412 ΑΚ, ότι θα ασκήσει το δικαίωμά του.

Από τη δήλωση αυτή και έπειτα ο δέκτης της υπόσχεσης δεν μπορεί πλέον να απαλλάξει τον υποσχεθέντα και το αντικείμενο της παροχής εκφεύγει από την περιουσία του.

Πριν από τη δήλωση, ή όταν το δικαίωμα του τρίτου έχει συμφωνηθεί ως ελεύθερα ανακλητό, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να το ανακαλέσουν. Η ανάκληση λειτουργεί είτε ως πλήρης απαλλαγή του υποσχεθέντος είτε ως αντικατάσταση του δικαιούχου με άλλο πρόσωπο.

Η ΑΠ 232/2023 συνοψίζει τα δύο σκέλη και επιβεβαιώνει ότι το άρθρο 411 ΑΚ είναι διάταξη ενδοτικού δικαίου, διεπόμενη από την αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης.

Ανεξάρτητα από την ανάκληση, η γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου μπορεί να καταγγελθεί όταν συνιστά διαρκή ενοχική σχέση. Στην υπόθεση της 232/2023, τράπεζα και σύλλογος υπαλλήλων της είχαν συμφωνήσει από το 1983 την επικουρική ασφάλιση του προσωπικού σε αλληλοβοηθητικό ταμείο, το οποίο εισέπραττε απευθείας τις εισφορές.

Το 1990 τα ίδια μέρη συμφώνησαν την ένταξη του προσωπικού σε άλλο ταμείο. Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι η αρχική σύμβαση καταγγέλθηκε νομίμως για σπουδαίο λόγο, με συνέπεια το ταμείο να μην δικαιούται τις εισφορές της περιόδου 1990 έως 1994, ύψους 374.735.243 δραχμών.

Η επιχειρηματολογία του ταμείου ότι η ομαδική αποχώρηση ανέτρεπε τη βιωσιμότητά του απορρίφθηκε, με το σκεπτικό ότι η οικονομική επιβάρυνση από μόνη της δεν θεμελιώνει εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και ο τρίτος δεν προστατεύεται από την επίκληση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.

Πώς διατυπώνεται ρήτρα που αποκλείει ή παρέχει ευθεία αξίωση;

Επειδή οι διατάξεις των άρθρων 410 και επόμενα ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου, τα μέρη ορίζουν ρητά αν ο τρίτος αποκτά ίδιο δικαίωμα. Σε περίπτωση σιωπής, το δικαστήριο μπορεί να συναγάγει γνήσια σύμβαση από τη φύση και τον σκοπό της συμφωνίας, ιδίως όταν αυτή συνομολογήθηκε κυρίως προς το συμφέρον του τρίτου.

Τρία σημεία διατύπωσης είναι κρίσιμα:

  • Πρώτον, η ρητή δήλωση για το αν ο τρίτος αποκτά αυτοτελές δικαίωμα ή απλώς ορίζεται ως αποδέκτης καταβολής.
  • Δεύτερον, η ρύθμιση της ανακλητότητας, δηλαδή αν το δικαίωμα ανακαλείται ελεύθερα ή μόνο έως τη δήλωση του τρίτου.
  • Τρίτον, η διατήρηση των ενστάσεων, δηλαδή ποιες αντιρρήσεις από τη σχέση κάλυψης μπορεί να προβάλει ο υποσχεθείς και έναντι του τρίτου.

Στις συμβάσεις ομίλου το ζήτημα εμφανίζεται με τη μορφή ρητρών υπέρ συνδεδεμένων εταιρειών. Όταν μια σύμβαση παροχής υπηρεσιών ορίζει ότι οι υπηρεσίες θα παρέχονται και προς θυγατρικές του αντισυμβαλλομένου, το ερώτημα αν κάθε θυγατρική μπορεί να εναγάγει αυτοτελώς τον πάροχο απαντάται από τη διατύπωση της ρήτρας και όχι από το οργανόγραμμα του ομίλου.

Η αντίστοιχη λογική διέπει την προσωπική εγγύηση, όπου επίσης κρίσιμο είναι ποιος αποκτά αξίωση και κατά ποιου.

Η ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου, όπως αποτυπώνεται στις βασικές αρχές των συμβάσεων, επιτρέπει και ενδιάμεσες λύσεις. Το δικαίωμα του τρίτου μπορεί να τεθεί υπό αναβλητική αίρεση, να περιοριστεί σε συγκεκριμένο ποσό, ή να εξαρτηθεί από προηγούμενη γνωστοποίηση του δέκτη της υπόσχεσης, κατά το πρότυπο που επικύρωσε η ΑΠ 361/2022.

Η εμπειρία από υποθέσεις εμπορικών συμβάσεων με παροχή προς όμιλο,

δείχνει ότι η ρήτρα αποκλεισμού δικαιωμάτων τρίτου εξετάζεται όταν έχει ήδη προκύψει η πρώτη αξίωση, χρονικό σημείο στο οποίο η προσθήκη της είναι αδύνατη.

Οι γενικοί κανόνες σύστασης και απόσβεσης της ενοχής, όπως αναπτύσσονται στο δίκαιο των συμβάσεων, αποτελούν το υπόβαθρο κάθε τέτοιας ρύθμισης.

Συχνές Ερωτήσεις

Ποιο είναι τυπικό παράδειγμα σύμβασης υπέρ τρίτου στις εμπορικές συναλλαγές;

Το ομαδικό ασφαλιστήριο προσωπικού, όπου ο εργοδότης συμβάλλεται με ασφαλιστή και δικαιούχος είναι ο εργαζόμενος. Άλλα παραδείγματα είναι η ασφάλιση για λογαριασμό τρίτου, η ανάληψη από τον αγοραστή επιχείρησης χρεών του πωλητή προς προμηθευτές και η ρήτρα παροχής υπηρεσιών προς θυγατρικές του αντισυμβαλλομένου. Σε όλες τις περιπτώσεις το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αν ο δικαιούχος αποκτά αγωγικό δικαίωμα.

Τι σημαίνει μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου;

Σημαίνει ότι μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης μπορεί να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα να καταβάλει στον τρίτο. Ο τρίτος δεν αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα και δεν εγείρει ευθέως αξιώσεις. Ο υποσχεθείς, καταβάλλοντας στον τρίτο, εκπληρώνει την υποχρέωσή του έναντι του αντισυμβαλλομένου και ελευθερώνεται. Αποκαλείται και νόθος, ατελής, καταχρηστική ή εξουσιοδοτική σύμβαση υπέρ τρίτου.

Τι σημαίνει «εκ τρίτου συμβαλλόμενος» και σε τι διαφέρει από τον τρίτο του άρθρου 410 ΑΚ;

Ο τρίτος του άρθρου 410 ΑΚ δεν μετέχει στην κατάρτιση της σύμβασης και δεν υπογράφει. Η ιδιότητά του προκύπτει από τη συμφωνία των δύο συμβαλλομένων, όχι από δική του δήλωση βούλησης. Όταν ένα πρόσωπο υπογράφει το κείμενο, ακόμη και ως πρόσθετο μέρος, παύει να είναι τρίτος και τα δικαιώματά του κρίνονται από τους γενικούς κανόνες, χωρίς εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 410 ΑΚ.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ρητή δήλωση: Κάθε σύμβαση όπου η παροχή κατευθύνεται σε πρόσωπο εκτός των συμβαλλομένων χρειάζεται ρητή πρόβλεψη για το αν εκείνο αποκτά αυτοτελές δικαίωμα. Η παράλειψη αφήνει το ζήτημα στην ερμηνεία του δικαστηρίου κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ.

Η υπόδειξη δεν είναι δικαίωμα: Η διατύπωση ότι η παροχή γίνεται σε τρίτον που θα υποδειχθεί προσδιορίζει αποδέκτη καταβολής χωρίς να γεννά αξίωση. Όποιος στηρίζεται σε τέτοια ρήτρα χρειάζεται εκχώρηση ή αυτοτελή συμβατική δέσμευση του υπόχρεου.

Χρονικό παράθυρο ανάκλησης: Η δήλωση του τρίτου κατά το άρθρο 412 ΑΚ κλειδώνει το δικαίωμά του. Επιχείρηση που θέλει να διατηρήσει ευελιξία ορίζει ρητά ελεύθερη ανακλητότητα ή θέτει αίρεση, πριν ο δικαιούχος εκδηλωθεί.

Ομαδικές παροχές προσωπικού: Η καταγγελία ασφαλιστικής σύμβασης χωρίς επιφύλαξη του σχετικού δικαιώματος μετατρέπει τον εργοδότη σε εναγόμενο για αποζημίωση. Η επιφύλαξη διατυπώνεται στο ίδιο το ασφαλιστήριο και στην εργασιακή σύμβαση.

Ανάληψη χρεών σε εξαγορά: Η υπόσχεση προς τον πωλητή ότι θα εξοφληθούν χρέη του παράγει διαφορετικό κίνδυνο από την υπόσχεση προς τον ίδιο τον δανειστή. Η δεύτερη οδηγεί σε παθητική εις ολόκληρον ενοχή, χωρίς δυνατότητα προβολής ενστάσεων από τη σχέση με τον πωλητή.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη σύμβαση υπέρ τρίτου.