Skip to content

Αρθρογραφία

Μη Απόδοση ή Ανακριβής Απόδοση ΦΠΑ – Ποινική Αντιμετώπιση

Μη Απόδοση ή Ανακριβής Απόδοση ΦΠΑ - Ποινική Αντιμετώπιση

Σε σχέση με τη μη απόδοση ή την ανακριβη απόδοση ΦΠΑ, προβλέπεται με τις σχετικές ρυθμίσεις του άρθρου 66, που προστέθηκε στο Ν. 4174/2013Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κ.λπ.“, τα εξής: 

1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: α)…., β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, 

γ)…. 2….. 3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: 

α)…. ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: 

αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή 

ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. 

4. Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά ΦΠΑ, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς“. 

Νομικός Χαρακτηρισμός

Από τις ανωτέρω διατάξεις, που καλύπτουν τις σοβαρές περιπτώσεις φοροδιαφυγής και εξορθολογίζουν το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο με τον επαναπροσδιορισμό των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης των σχετικών εγκλημάτων, προκύπτει, σε σχέση με το αδίκημα της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του ΦΠΑ, ότι ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται:

  • σε βαθμό πλημμελήματος, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν το προς απόδοση ποσό ΦΠΑ υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ και 
  • σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη, αν το προς απόδοση ποσό ΦΠΑ υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, 
  • όταν δε το προς απόδοση ποσό ΦΠΑ δεν υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, αλλά είναι μικρότερο αυτού, δεν υφίσταται αξιόποινη πράξη
Υπεύθυνα Πρόσωπα

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 67 του Ν. 4174/2013 (το οποίο αναριθμήθηκε σε άρθρο 73 με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015), προκύπτει ότι ποινικά υπαίτιοι, ως αυτουργοί του εγκλήματος της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ΦΠΑ και άλλων παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών, είναι:

  1. Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες, εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται παραπάνω.
  2. Στις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες οι ομόρρυθμοι εταίροι και οι διαχειριστές αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών.
  3. Στις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες οι διαχειριστές αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και όταν αυτοί ελλείπουν ή απουσιάζουν οι εταίροι αυτών.
  4. Στους συνεταιρισμούς και ενώσεις αυτών οι πρόεδροι, οι γραμματείς, οι ταμίες, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών.
  5. Στις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρίες, ως αυτουργοί του εγκλήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται οι εκπρόσωποί τους, με βάση την ιδιωτική βούληση ή το νόμο ή δικαστική απόφαση, και αν ελλείπουν αυτοί, τα μέλη τους. Όταν στα μέλη αυτών περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ή αλλοδαπές επιχειρήσεις ή αλλοδαποί οργανισμοί, εφαρμόζονται ανάλογα και οι λοιπές διατάξεις της παρούσας παραγράφου.
  6. Στις αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά και στους κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς, ως αυτουργοί του εγκλήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται οι διευθυντές ή αντιπρόσωποι ή πράκτορες, που έχουν στην Ελλάδα.
  7. Στα νομικά πρόσωπα εκτός των ανωτέρω αναφερομένων ή στις νομικές οντότητες κατά την έννοια του άρθρου 51Α του ν. 2238/1994 ή του άρθρου 2 του ν. 4172/2013, Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, ως αυτουργοί θεωρούνται οι εκπρόσωποι αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών.
Επίσης, αυτουργοί των ανωτέρω εγκλημάτων, θεωρούνται και:
  1. όσοι δυνάμει νόμου ή δικαστικής απόφασης ή διάταξης τελευταίας βούλησης είναι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας και
  2. ο επίτροπος ή κηδεμόνας ή διοικητής αλλοτρίων κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
  3. ο εν γνώσει υπογράφων ανακριβή φορολογική δήλωση ως πληρεξούσιος, καθώς και όποιος με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εν γνώσει συμπράττει ή προσφέρει άμεση συνδρομή στην τέλεση των παραπάνω εγκλημάτων τιμωρείται ως άμεσος συνεργός και,
  4. τέλος, αυτουργοί ή συμμέτοχοι των ανωτέρω εγκλημάτων θεωρούνται σε κάθε περίπτωση και όσοι ασκούν εν τοις πράγμασι τις εξουσίες και αρμοδιότητες που αντιστοιχούν στις ιδιότητες και θέσεις των παραπάνω.

Τούτο σημαίνει ότι ευθύνονται όσοι είχαν τη διαχειριστική ή εταιρική ιδιότητα κατά το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος και εφόσον γνώριζαν ή γίνεται φανερό, από την ιδιότητά τους και από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ότι γνώριζαν για τις ενέργειες ή τις παραλείψεις, με τις οποίες πραγματώθηκαν οι όροι του σχετικού εγκλήματος. 

Ως ποινικά υπαίτιος διαχειριστής νοείται αυτός που έχει διοριστεί διαχειριστής εξαρχής με την εταιρική σύμβαση ή μεταγενέστερα με απόφαση συλλογικού οργάνου (πχ συνέλευσης), καθώς και εκείνος που ασκεί στην πράξη (εν τοις πράγμασι) εξουσία διαχειριστή στις υποθέσεις της συγκεκριμένης εταιρείας (de facto διαχείριση), είτε ενεργεί ως μόνος διαχειριστής, είτε παράλληλα με τον διορισμένο διαχειριστή.

Περιεχόμενο Ποινικής Απόφαση

Στην καταδικαστική απόφαση για μη απόδοση ΦΠΑ πρέπει να αναφέρεται, αν ο καταδικασθείς κατηγορούμενος ήταν διαχειριστής νομικού προσώπου ή αν ασκούσε εν τοις πράγμασι καθήκοντα διαχειριστή αυτής. 

Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 

Ακόμη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και στην περίπτωση που το σκεπτικό της απόφασης εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 452/2019). 

Δόλος Και Αποδεικτικό Υλικό

Η ύπαρξη του δόλου δεν απαιτεί, καταρχήν, ιδιαίτερη αιτιολόγηση, επειδή αυτή ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει για το αξιόποινο της πράξης πρόσθετα στοιχεία, όπως είναι η τέλεση αυτής εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (“άμεσος δόλος”) ή ο σκοπός επέλευσης συγκεκριμένου πρόσθετου αποτελέσματος (“έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση”). 

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. 

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την απόδοση ΦΠΑ.