ΑΕΠΟ ή ΠΠΔ: Πώς Κατατάσσεται το Έργο και Πού Κρίνεται η Επιλογή
Εν συντομία:
- Η κατάταξη του έργου στις κατηγορίες Α1, Α2 ή Β του άρθρου 1 του Ν. 4014/2011 καθορίζει αν απαιτείται Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων ή αν αρκεί υπαγωγή σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις.
- Ο φορέας δεν επιλέγει κατηγορία. Ο τρόπος όμως με τον οποίο οριοθετείται το έργο κατά την υποβολή καθορίζει το αποτέλεσμα, καθώς έργο με επιμέρους τμήματα κατατάσσεται στην υψηλότερη υποκατηγορία.
- Χωριστά αιτήματα για ομοειδή όμορα έργα συνιστούν απαγορευμένη κατάτμηση μόνο υπό σωρευτικές προϋποθέσεις και μόνο εφόσον αποδεικνύεται πρόθεση καταστρατήγησης, χωρίς να αρκεί πιθανολόγηση.
- Η ανεπάρκεια της ΜΠΕ αποτελεί αυτοτελή λόγο ακύρωσης της ΑΕΠΟ και μετά την έκδοσή της, με τη δικαστική προθεσμία να τρέχει από την ανάρτηση.
- Η ΑΕΠΟ ισχύει δεκαπέντε έτη. Το κοινό αίτημα ανανέωσης και τροποποίησης εκκινεί νέα δεκαπενταετία από την ημερομηνία έκδοσης της νέας απόφασης.
Πότε απαιτείται ΜΠΕ και ΑΕΠΟ και πότε αρκεί υπαγωγή σε ΠΠΔ;
Η επιλογή δεν ανήκει στον φορέα του έργου. Το άρθρο 1 του Ν. 4014/2011 κατατάσσει κάθε έργο σε κατηγορία Α, με υποκατηγορίες Α1 και Α2, ή σε κατηγορία Β.
Η κατηγορία Α απαιτεί Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) και Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ). Η κατηγορία Β υπάγεται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) χωρίς μελέτη.
Η διαφορά μεταξύ των δύο κατηγοριών δεν είναι διαδικαστική λεπτομέρεια. Η ΜΠΕ συνεπάγεται εκπόνηση μελέτης, αποστολή του φακέλου σε γνωμοδοτούντες φορείς, δημόσια διαβούλευση και εξατομικευμένους όρους που δεσμεύουν το έργο σε όλο τον κύκλο ζωής του.
Η υπαγωγή σε ΠΠΔ κατά το άρθρο 8 γίνεται αυτοδικαίως, με ευθύνη της υπηρεσίας που χορηγεί την άδεια λειτουργίας και κατόπιν δήλωσης του μελετητή ή του φορέα.
Η πρακτική συνέπεια αφορά τον χρόνο και τον κίνδυνο. Η κατηγορία Α προσθέτει μήνες στο χρονοδιάγραμμα και δημιουργεί ένα δημόσιο στάδιο κατά το οποίο τρίτοι αποκτούν βήμα, ενώ η κατηγορία Β ολοκληρώνεται χωρίς διαβούλευση.
Ταυτόχρονα όμως η ΑΕΠΟ παράγει ένα εξατομικευμένο κείμενο όρων, ενώ οι ΠΠΔ είναι τυποποιημένες και δεν αφήνουν περιθώριο προσαρμογής στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εγκατάστασης.
Υπάρχει και τρίτη κατηγορία. Έργα που εξυπηρετούν σκοπούς εθνικής άμυνας ή απαιτούνται για την άμεση αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών εξαιρούνται από τον νόμο, ενώ έργα των οποίων ο σχεδιασμός υιοθετείται με ειδικό νόμο εξαιρούνται εφόσον η νομοθετική διαδικασία περιλάβει κατάλληλη αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και επαρκή δημοσιοποίηση.
Ποια κριτήρια καθορίζουν την υποκατηγορία Α1, Α2 ή Β;
Η κατάταξη γίνεται βάσει των κριτηρίων του Παραρτήματος Ι του νόμου και της υπουργικής απόφασης κατάταξης, η οποία ορίζει αριθμητικά όρια ανά ομάδα έργων.
Η υποκατηγορία Α1 καλύπτει έργα με πολύ σημαντικές επιπτώσεις και υπάγεται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η Α2 καλύπτει έργα με σημαντικές επιπτώσεις και υπάγεται στην οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση.
| Κριτήριο | Υποκατηγορία Α1 | Υποκατηγορία Α2 | Κατηγορία Β |
|---|---|---|---|
| Χαρακτηρισμός επιπτώσεων | Πολύ σημαντικές | Σημαντικές | Τοπικές και μη σημαντικές |
| Απαιτούμενη μελέτη | ΜΠΕ | ΜΠΕ | Καμία |
| Πράξη αδειοδότησης | ΑΕΠΟ | ΑΕΠΟ | Υπαγωγή σε ΠΠΔ |
| Αρμόδια αρχή | ΥΠΕΝ | Αποκεντρωμένη Διοίκηση | Υπηρεσία αδειοδότησης λειτουργίας ή Περιφέρεια |
| Δημόσια διαβούλευση | Ναι | Ναι | Όχι |
| Προαιρετικό προστάδιο | ΠΠΠΑ | ΠΠΠΑ | Δεν προβλέπεται |
| Εξατομίκευση όρων | Πλήρης | Πλήρης | Τυποποιημένη |
Δύο διατάξεις του άρθρου 1 μεταβάλλουν το αποτέλεσμα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η παράγραφος 5 ορίζει ότι έργο το οποίο περιλαμβάνει επιμέρους έργα ή δραστηριότητες κατατάσσεται στην υποκατηγορία εκείνου με τις σημαντικότερες επιπτώσεις, δηλαδή στην υψηλότερη.
Η παράγραφος 6 ορίζει ότι έργο το οποίο δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα κατάταξης ακολουθεί την κατάταξη του πλησιέστερου συναφούς έργου, με απόφαση του Γενικού Διευθυντή Περιβάλλοντος και κατόπιν αίτησης του φορέα ή της αρμόδιας αρχής.
Το προαιρετικό προστάδιο του Προκαταρκτικού Προσδιορισμού Περιβαλλοντικών Απαιτήσεων (ΠΠΠΑ) του άρθρου 2 παρ. 2 αποτελεί επιλογή και όχι τυπικό βήμα.
Η γνωμοδότηση επί του φακέλου προσδιορίζει αιτιολογημένα τις δέσμες εναλλακτικών λύσεων, τις ειδικές μελέτες που θα απαιτηθούν και τους φορείς των οποίων ζητείται η γνώμη, πριν ο φορέας δαπανήσει το κόστος πλήρους ΜΠΕ.
Σε έργα υψηλής έντασης κεφαλαίου, όπως οι μονάδες αποθήκευσης ή οι σταθμοί ανανεώσιμων πηγών, το προστάδιο μειώνει τον κίνδυνο να απορριφθεί ολοκληρωμένη μελέτη για λόγο που θα είχε εντοπιστεί νωρίτερα.
Πότε τα χωριστά αιτήματα συνιστούν απαγορευμένη κατάτμηση;
Απαιτούνται σωρευτικά ενιαία εκ φύσεως έργα ή απολύτως όμοιες δραστηριότητες, ασκούμενες από τον ίδιο ακριβώς οικονομικό φορέα, κατά τον ίδιο χρόνο, σε ενιαία ή όμορα ακίνητα με τα ίδια χαρακτηριστικά, τα οποία αποτελούν αντικείμενο μερικότερων αιτημάτων ώστε να υπαχθούν σε διαφορετική κατηγορία. Ακόμη και τότε, πρέπει να αποδεικνύεται ότι τα χωριστά αιτήματα υπαγορεύονται αποκλειστικώς από πρόθεση καταστρατήγησης.
Το τελευταίο σκέλος είναι εκείνο που κρίνει τις υποθέσεις. Η σκέτη πιθανολόγηση δεν αρκεί. Όταν δεν αποδεικνύεται η πρόθεση, η Διοίκηση οφείλει να εξετάσει τα αιτήματα κατ’ ουσίαν αντί να τα απορρίψει.
Στην ΣτΕ 2463/2023 ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας είχε ακυρώσει ΑΕΠΟ μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας δεχόμενος προσφυγή δήμου για κατάτμηση.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, αφού τα έργα θα κατατάσσονταν στην ίδια υποκατηγορία Α2 είτε αδειοδοτούνταν ενιαία είτε χωριστά, ενώ από τη ΜΠΕ του ενός προέκυπτε όχι απλώς σωρευτική αλλά κοινή και συνολική εκτίμηση των επιπτώσεων, η κρίση περί μη επιτρεπτής κατάτμησης δεν ήταν νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη.
Με το ίδιο σκεπτικό, η ΣτΕ 1774/2024 δέχθηκε ως νόμιμη την υπαγωγή αιολικού σταθμού σε ΠΠΔ. Καθοριστικό ήταν ότι, βάσει της υπουργικής απόφασης κατάταξης του 2022 την οποία έλαβαν υπόψη τόσο η εταιρεία κατά την υποβολή όσο και η Διοίκηση κατά την έκδοση, ακόμη και έργα συνολικής ισχύος 6 MW υπάγονταν στην κατηγορία Β.
Το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης ότι το ζήτημα του καθεστώτος στήριξης δεν εξετάζεται κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση, αλλά από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας κατά την έκδοση της βεβαίωσης παραγωγού.
Παραμένει ωστόσο ανοικτή μια εξουσία της Διοίκησης που δεν εξαρτάται από πρόθεση καταστρατήγησης: όποτε κρίνει ότι επιβάλλεται, μπορεί να εκτιμά ενιαία τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις ομοειδών πλησιόχωρων έργων, ανεξάρτητα από την τυχόν αυτοτέλεια του φορέα τους.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό διακύβευμα για τον επενδυτή. Η οριοθέτηση του έργου κατά την υποβολή, η κατανομή του σε νομικά πρόσωπα και ο χρονισμός των αιτημάτων δεν είναι τεχνικές αποφάσεις του μελετητή. Είναι νομική κρίση που διαφοροποιείται κατά περίπτωση.
Η τεκμηρίωση της αυτοτέλειας πρέπει να χτιστεί στον φάκελο πριν από την υποβολή, όχι να αναζητηθεί μετά την προσφυγή τρίτου. Η εμπειρία από υποθέσεις περιβαλλοντικής αδειοδότησης βιομηχανικών και ενεργειακών εγκαταστάσεων δείχνει ότι η αδυναμία τεκμηρίωσης λειτουργικής αυτοτέλειας εμφανίζεται όταν τα επιμέρους αιτήματα έχουν συνταχθεί με κοινό τεχνικό υπόβαθρο και κοινή υποστηρικτική υποδομή.
Τι κίνδυνος υπάρχει αν η ΜΠΕ κριθεί ανεπαρκής μετά την ΑΕΠΟ;
Η ΑΕΠΟ ακυρώνεται. Το ελλιπές ελάχιστο περιεχόμενο της ΜΠΕ κατά τα άρθρα 2 παρ. 7 και 11 παρ. 4 και το Παράρτημα ΙΙ του Ν. 4014/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ. 1 και τα Παραρτήματα ΙΙΙ και IV της Οδηγίας 2011/92/ΕΕ, αποτελεί αυτοτελή λόγο ακύρωσης. Το δικαστήριο ελέγχει το πραγματικό περιεχόμενο της μελέτης, όχι την τυπική υποβολή της.
Στην ΣτΕ 670/2020 προβλήθηκε ακριβώς αυτός ο λόγος κατά ΑΕΠΟ έργου σε ζώνη αιγιαλού, με ισχυρισμούς ότι η μελέτη αγνοούσε τον παραδοσιακό χαρακτήρα του οικισμού και ότι δεν εξέταζε εναλλακτικές μεθόδους κατασκευής φιλικές προς το φυσικό περιβάλλον.
Το Δικαστήριο απέρριψε τους λόγους αφού ανέτρεξε στις συγκεκριμένες σελίδες της μελέτης όπου αξιολογούνταν οι επιπτώσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον και στους αριθμημένους όρους της ΑΕΠΟ που προέβλεπαν μέτρα προστασίας κατοίκων και αλιέων κατά τη φάση κατασκευής.
Το συμπέρασμα για τον σχεδιασμό της μελέτης είναι ότι η ΜΠΕ δεν κρίνεται από τον όγκο της αλλά από το αν καλύπτει τεκμηριωμένα κάθε επίπτωση την οποία επικαλείται ο τρίτος που θα προσφύγει.
Η επιλογή των εναλλακτικών λύσεων που θα αναπτυχθούν, συμπεριλαμβανομένης της μηδενικής λύσης, καθορίζει τι θα μπορεί να υπερασπιστεί η Διοίκηση αργότερα ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για στρατηγική επιλογή που γίνεται στην αρχή του έργου και δεν επιδέχεται διόρθωση μετά την έκδοση της απόφασης.
Καθοριστική είναι και η προθεσμία. Κατά το άρθρο 19α, η ΑΕΠΟ και οι αποφάσεις ανανέωσης, παράτασης ή τροποποίησής της αναρτώνται υποχρεωτικά, επί ποινή ακυρότητας, εντός ενός μηνός από την έκδοση σε ειδικό δικτυακό τόπο.
Με την ανάρτηση τεκμαίρεται πλήρης γνώση για κάθε ενδιαφερόμενο, οπότε από εκείνο το σημείο τρέχει η προθεσμία άσκησης αίτησης ακυρώσεως.
Παράλληλα, η ακύρωση της ΑΕΠΟ δεν εξαντλεί τις συνέπειες, καθώς η παράβαση εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων ενεργοποιεί αυτοτελώς την περιβαλλοντική ευθύνη της επιχείρησης, ενώ η παράλειψη εκτίμησης του σχετικού κινδύνου βαρύνει και την ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου.
Πότε προηγείται η περιβαλλοντική αδειοδότηση της οικοδομικής άδειας;
Κατά κανόνα πάντα, όταν το έργο υπάγεται σε περιβαλλοντική αδειοδότηση. Το άρθρο 2 παρ. 10 του Ν. 4014/2011 ορίζει ότι η ΑΕΠΟ αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση κάθε διοικητικής πράξης που απαιτείται για την πραγματοποίηση ή λειτουργία του έργου.
Η Εγκύκλιος ΥΠΕΝ/ΓρΓΓΦΠΥ/19676/814 της 19ης Φεβρουαρίου 2026 εξειδίκευσε την υποχρέωση αυτή στην έκδοση οικοδομικής άδειας κατά το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 4495/2017.
Η εγκύκλιος έλυσε ένα ζήτημα που δημιουργούσε καθυστερήσεις στην πράξη, καθώς οι υπηρεσίες δόμησης αντιμετώπιζαν διαφορετικά τα αιτήματα ανάλογα με το αν η δραστηριότητα είχε ήδη υπαχθεί σε ΑΕΠΟ ή ΠΠΔ.
Πλέον, η απαιτούμενη περιβαλλοντική άδεια συνυποβάλλεται στο ηλεκτρονικό σύστημα έκδοσης αδειών. Αντιθέτως, για την έκδοση άδειας κατεδάφισης δεν απαιτείται προηγούμενη περιβαλλοντική αδειοδότηση.
Η συνέπεια για τον προγραμματισμό της επένδυσης είναι άμεση. Η περιβαλλοντική διαδικασία παύει να είναι παράλληλη γραμμή που τρέχει μαζί με την πολεοδομική και γίνεται προαπαιτούμενο στάδιο.
Σε έργα με χρηματοδότηση συνδεδεμένη με ορόσημα κατασκευής, η μετατόπιση αυτή μεταβάλλει τη σειρά των συμβατικών προβλέψεων που ρυθμίζουν την ευθύνη για καθυστέρηση.
Η εμπειρία από υποθέσεις αδειοδότησης τουριστικών και βιομηχανικών εγκαταστάσεων δείχνει ότι οι ρήτρες παράδοσης συντάσσονται συχνά με βάση τον χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας, χωρίς να συνυπολογίζουν ότι το περιβαλλοντικό στάδιο προηγείται και έχει δικές του προθεσμίες γνωμοδοτήσεων.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στα τουριστικά καταλύματα, όπου κατά το άρθρο 2 παρ. 11 η ΑΕΠΟ επέχει θέση έγκρισης καταλληλότητας οικοπέδου ή γηπέδου και έγκρισης σκοπιμότητας για τις ειδικές τουριστικές υποδομές. Η ίδια πράξη δηλαδή παράγει αποτελέσματα σε δύο διαφορετικά αδειοδοτικά πεδία, οπότε ελάττωμά της μεταφέρεται και στα δύο.
Πότε ζητείται απλή ανανέωση και πότε κοινό αίτημα με τροποποίηση;
Η ΑΕΠΟ έχει διάρκεια ισχύος δεκαπέντε ετών εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή των δεδομένων βάσει των οποίων εκδόθηκε, μετά την αντικατάσταση της περίπτωσης α της παρ. 8 του άρθρου 2 με τον Ν. 4685/2020.
Μικρότερη διάρκεια εκδίδεται μόνο με ειδική αιτιολογία. Η επιλογή μεταξύ απλής ανανέωσης και κοινού αιτήματος ανανέωσης και τροποποίησης καθορίζει από πότε ξεκινά να μετρά η νέα δεκαπενταετία.
Οι δύο διαδικασίες ρυθμίζονται χωριστά. Το άρθρο 5 αφορά την ανανέωση με υποβολή Φακέλου Ανανέωσης ΑΕΠΟ και το άρθρο 6 την τροποποίηση σε περίπτωση εκσυγχρονισμού, επέκτασης, βελτίωσης ή μεταβολής του έργου.
Και στις δύο περιπτώσεις, εφόσον η υποβολή γίνει εμπρόθεσμα, η υφιστάμενη ΑΕΠΟ διατηρείται σε ισχύ έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Ως εμπρόθεσμη ορίζεται η υποβολή τουλάχιστον δύο μήνες πριν από τη λήξη.
Η Εγκύκλιος ΥΠΕΝ/ΓΔΠΠ/79/1 της 2ας Ιανουαρίου 2026 διευκρίνισε δύο σημεία με άμεσο οικονομικό αποτύπωμα.
Πρώτον, ότι είναι απολύτως σύννομη η υποβολή κοινού αιτήματος ανανέωσης και τροποποίησης υφιστάμενης ΑΕΠΟ που βρίσκεται σε ισχύ, με έκδοση μίας απόφασης. Στην περίπτωση αυτή η νέα ΑΕΠΟ ισχύει δεκαπέντε έτη από την ημερομηνία ανανέωσης και τροποποίησης, εκτός εάν τεκμηριώνεται ειδικώς μικρότερη διάρκεια.
Δεύτερον, ότι το όριο των δύο μηνών αποτελεί απώτατο και όχι ελάχιστο χρονικό όριο, οπότε αίτημα ανανέωσης μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε.
Ο συνδυασμός των δύο διευκρινίσεων παράγει έναν κανόνα απόφασης. Όταν η επιχείρηση σχεδιάζει ούτως ή άλλως εκσυγχρονισμό ή επέκταση, ο χρονισμός του αιτήματος τροποποίησης ώστε να συμπέσει με την ανανέωση εκκινεί νέα πλήρη δεκαπενταετία αντί να διατηρήσει το υπόλοιπο της τρέχουσας.
Αντιστρόφως, τμηματικές τροποποιήσεις σε διαφορετικές χρονικές στιγμές αφήνουν ανεκμετάλλευτο αυτό το περιθώριο. Η αξιολόγηση εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά κάθε εγκατάστασης, ιδίως από το αν οι μεταβολές συνεπάγονται ουσιαστική διαφοροποίηση των επιπτώσεων, οπότε η αρχή ζητεί νέα ΜΠΕ.
Σε δραστηριότητες με διαχείριση επικίνδυνων αποβλήτων, η ανανέωση ή τροποποίηση συνοδεύεται από προσκόμιση ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή εγγυητικής επιστολής κατά το άρθρο 12, υποχρέωση που δεν βαρύνει τη συλλογή μη επικίνδυνων αποβλήτων με τον ίδιο τρόπο.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ΣτΕ 2179/2024, όπου η αρμόδια υπηρεσία κατέταξε τις δύο διακριτές δραστηριότητες πυρηνελαιουργείου υπό εγκατάσταση στην κατηγορία Β και στον βαθμό της μέσης όχλησης, ορίζοντας τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
Η υπόθεση δείχνει ότι η κατάταξη επηρεάζει και το ποιες γνωμοδοτήσεις θα ζητηθούν, εν προκειμένω της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας για χωροθέτηση σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας.
Πότε ενεργοποιείται στρατηγική εκτίμηση πέρα από τη ΜΠΕ του έργου;
Όταν το έργο εξαρτάται από σχέδιο ή πρόγραμμα, όχι από το ίδιο το έργο. Η Οδηγία 2001/42/ΕΚ για τη στρατηγική εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΣΕΠΕ) αφορά σχέδια και προγράμματα που καταρτίζονται από αρμόδια αρχή και απαιτούνται από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις. Η ΜΠΕ αφορά το μεμονωμένο έργο. Οι δύο διαδικασίες λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα και δεν υποκαθιστούν η μία την άλλη.
Η πρακτική σημασία για την επιχείρηση δεν βρίσκεται στη ΣΕΠΕ καθαυτή, την οποία εκπονεί η δημόσια αρχή, αλλά στην εξάρτηση. Όταν η υλοποίηση ενός έργου προϋποθέτει έγκριση ή αναθεώρηση πολεοδομικού ή χωροταξικού σχεδίου, η νομιμότητα της μεταγενέστερης ΑΕΠΟ συνδέεται με τη νομιμότητα της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του σχεδίου. Ελάττωμα στο ανώτερο επίπεδο μεταφέρεται στο κατώτερο, ακόμη και αν ο φάκελος του έργου είναι άρτιος.
Η αρμοδιότητα αξιολόγησης των Στρατηγικών Μελετών ανήκει στη Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης του Υπουργείου, η οποία αξιολογεί επίσης τον φάκελο περιβαλλοντικού προελέγχου σχεδίων και προγραμμάτων.
Η ίδια υπηρεσία δηλαδή που εγκρίνει τους περιβαλλοντικούς όρους των έργων της υποκατηγορίας Α1 εποπτεύει και το στρατηγικό επίπεδο, γεγονός που καθιστά τον συντονισμό των δύο φακέλων ουσιώδη όταν το έργο εντάσσεται σε ευρύτερο σχεδιασμό.
Η περιβαλλοντική συμμόρφωση παύει άλλωστε να αποτιμάται μόνο στο αδειοδοτικό πεδίο. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και τα κριτήρια ESG, τα οποία μεταφέρουν την περιβαλλοντική συμμόρφωση από το πεδίο της αδειοδότησης στο πεδίο της εταιρικής γνωστοποίησης και της πρόσβασης σε κεφάλαια.
Συχνές Ερωτήσεις
Πότε χρειάζεται περιβαλλοντική μελέτη μια επιχείρηση;
Όταν η δραστηριότητα κατατάσσεται στην κατηγορία Α του άρθρου 1 του Ν. 4014/2011, δηλαδή στις υποκατηγορίες Α1 ή Α2. Η κατάταξη προκύπτει από την υπουργική απόφαση κατάταξης ανά ομάδα έργων και από τα κριτήρια του Παραρτήματος Ι. Δραστηριότητες της κατηγορίας Β δεν εκπονούν ΜΠΕ αλλά υπάγονται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις. Η μετεγκατάσταση υφιστάμενης δραστηριότητας κατηγορίας Α απαιτεί επίσης πλήρη διαδικασία.
Ποια έργα απαλλάσσονται από περιβαλλοντική αδειοδότηση;
Εξαιρούνται τα έργα που εξυπηρετούν σκοπούς εθνικής άμυνας και εκείνα που απαιτούνται για την άμεση αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών. Εξαιρούνται επίσης έργα των οποίων ο σχεδιασμός και η διαδικασία υλοποίησης υιοθετούνται με ειδικό νόμο, εφόσον μέσα από τη νομοθετική διαδικασία πληρούνται οι σκοποί του νόμου, περιλαμβανομένης της κατάλληλης αξιολόγησης των επιπτώσεων και της επαρκούς δημοσιοποίησης και διαβούλευσης. Μεταγενέστερες τροποποιήσεις έχουν διευρύνει τα όρια απαλλαγής, οπότε η υπαγωγή ελέγχεται στην ισχύουσα κάθε φορά απόφαση κατάταξης.
Πώς γίνεται η υπαγωγή σε ΠΠΔ;
Αυτοδικαίως, με ευθύνη της αρμόδιας υπηρεσίας που χορηγεί την άδεια λειτουργίας και κατόπιν σχετικής δήλωσης του μελετητή ή του φορέα του έργου. Αν η δραστηριότητα δεν λαμβάνει άδεια λειτουργίας, η υπαγωγή γίνεται με ευθύνη της αρμόδιας υπηρεσίας περιβάλλοντος της Περιφέρειας. Οι ΠΠΔ αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των αδειών που απαιτούνται για την κατασκευή, εγκατάσταση ή λειτουργία, οπότε παράβασή τους πλήττει και την ίδια την άδεια.
Πόσο διαρκεί η ΑΕΠΟ και πότε ανανεώνεται;
Δεκαπέντε έτη, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή των δεδομένων βάσει των οποίων εκδόθηκε. Μικρότερη διάρκεια απαιτεί ειδική αιτιολογία. Ο φάκελος ανανέωσης υποβάλλεται πριν από τη λήξη, με το όριο των δύο μηνών να λειτουργεί ως απώτατο και όχι ως ελάχιστο. Εφόσον η υποβολή είναι εμπρόθεσμη, η υφιστάμενη ΑΕΠΟ παραμένει σε ισχύ έως την έκδοση της νέας απόφασης.
Τι ισχύει για υφιστάμενη δραστηριότητα χωρίς περιβαλλοντικούς όρους;
Το άρθρο 9 επιτρέπει την περιβαλλοντική αδειοδότηση στο σύνολό της, κατόπιν αιτήματος του φορέα για τροποποίηση, βελτίωση, εκσυγχρονισμό ή επέκταση, όταν η δραστηριότητα δεν διαθέτει περιβαλλοντικούς όρους ή έχει κατασκευαστεί κατά παράβασή τους. Για δραστηριότητες κατηγορίας Α απαιτείται σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης. Η μη συμμόρφωση με τη διαδικασία αυτή συνεπάγεται αφαίρεση της άδειας λειτουργίας.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Κατάταξη πριν από τον σχεδιασμό: Η υποκατηγορία καθορίζει αρμόδια αρχή, προθεσμίες και ύπαρξη διαβούλευσης. Ο προσδιορισμός της πριν οριστικοποιηθεί ο τεχνικός σχεδιασμός αποτρέπει αναδρομικές αλλαγές, ιδίως όταν το έργο περιλαμβάνει επιμέρους τμήματα που το ανεβάζουν στην υψηλότερη υποκατηγορία.
Τεκμηρίωση αυτοτέλειας στον φάκελο: Όταν υποβάλλονται χωριστά αιτήματα για γειτονικά ομοειδή έργα, η λειτουργική και οικονομική αυτοτέλεια του καθενός τεκμηριώνεται κατά την υποβολή. Τα κριτήρια της απαγορευμένης κατάτμησης είναι σωρευτικά, αλλά η απόδειξη ότι δεν συντρέχουν βαρύνει πρακτικά τον φορέα μόλις προκύψει προσφυγή τρίτου.
Επιλογή εναλλακτικών λύσεων: Οι εναλλακτικές λύσεις που θα αναπτυχθούν στη ΜΠΕ, μαζί με τη μηδενική λύση, καθορίζουν το εύρος της άμυνας σε τυχόν αίτηση ακυρώσεως. Η προαιρετική διαδικασία ΠΠΠΑ προσδιορίζει αιτιολογημένα τις δέσμες που θα εξεταστούν και μειώνει τον κίνδυνο απόρριψης ολοκληρωμένης μελέτης.
Χρονική σειρά έναντι της οικοδομικής άδειας: Μετά την Εγκύκλιο ΥΠΕΝ/ΓρΓΓΦΠΥ/19676/814/2026, η ΑΕΠΟ ή η υπαγωγή σε ΠΠΔ προηγείται της οικοδομικής άδειας. Τα συμβατικά ορόσημα κατασκευής και οι ρήτρες καθυστέρησης αναπροσαρμόζονται ώστε να ενσωματώνουν το περιβαλλοντικό στάδιο και τις προθεσμίες γνωμοδοτήσεων.
Χρονισμός ανανέωσης και τροποποίησης: Το κοινό αίτημα εκκινεί νέα δεκαπενταετία από την ημερομηνία έκδοσης της νέας απόφασης. Όταν σχεδιάζεται εκσυγχρονισμός, η σύμπτωσή του με την ανανέωση αξιοποιεί πλήρως το περιθώριο ισχύος αντί να διατηρεί το υπόλοιπο της τρέχουσας.
Παρακολούθηση της ανάρτησης: Η ανάρτηση της ΑΕΠΟ επί ποινή ακυρότητας εντός μηνός εκκινεί τεκμήριο πλήρους γνώσης για κάθε ενδιαφερόμενο. Η καταγραφή της ημερομηνίας ανάρτησης επιτρέπει τον υπολογισμό του χρονικού σημείου μετά το οποίο το ρίσκο δικαστικής προσβολής υποχωρεί.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων.