Skip to content
Αρθρογραφία

Ευθύνη Εργολάβου Σε Ελαττωματικό Έργο & Δικαιώματα Εργοδότη

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 11 Μαΐου 2026

Κακοτεχνίες & ευθύνη εργολάβου: Τι μπορεί να ζητήσει ο εργοδότης

Σε συντομία:

  • Τα άρθρα 688-690 ΑΚ δίνουν στον εργοδότη τέσσερις διαζευκτικά συρρέουσες αξιώσεις: διόρθωση, μείωση αμοιβής, υπαναχώρηση και αποζημίωση.
  • Η υπαναχώρηση ενεργοποιείται μόνο σε ουσιώδη ελαττώματα ή έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων (689 ΑΚ), ενώ η αποζημίωση προϋποθέτει υπαιτιότητα του εργολάβου (690 ΑΚ).
  • Η επιλογή είναι αμετάκλητη μόλις δηλωθεί στον εργολάβο, σύμφωνα με το άρθρο 306 ΑΚ και την ΑΠ 645/2023.
  • Πριν την παράδοση εφαρμόζεται το άρθρο 687 ΑΚ: ο εργοδότης τάσσει εύλογη προθεσμία διόρθωσης και, αν αυτή παρέλθει άπρακτη, αναθέτει τη διόρθωση σε τρίτο σε βάρος του εργολάβου.
  • Οι αξιώσεις παραγράφονται σε έξι μήνες για κινητά και σε δέκα χρόνια για οικοδομήματα και ακίνητες εγκαταστάσεις (άρθρο 693 ΑΚ), με αφετηρία την παραλαβή.

Ποια δικαιώματα έχει ο εργοδότης σε ελαττωματικό έργο;

Ο εργοδότης διαθέτει τέσσερα διαζευκτικά, συρρέοντα δικαιώματα κατά τα άρθρα 688-690 ΑΚ:

  • τη διόρθωση του έργου,
  • την ανάλογη μείωση της αμοιβής,
  • την υπαναχώρηση από τη σύμβαση και
  • την αποζημίωση.

Η επιλογή για τον εργοδότη εξαρτάται από τη βαρύτητα του ελαττώματος και την ύπαρξη ή μη υπαιτιότητας του εργολάβου, ενώ μόλις δηλωθεί προς τον εργολάβο καθίσταται αμετάκλητη.

Το άρθρο 688 ΑΚ ρυθμίζει την περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων. Ο εργοδότης απαιτεί είτε τη διόρθωση σε εύλογη προθεσμία, εφόσον αυτή δεν συνεπάγεται δυσανάλογες δαπάνες, είτε ανάλογη μείωση της αμοιβής. Τα δύο αυτά δικαιώματα ασκούνται διαζευκτικά: ο εργοδότης επιλέγει το ένα και χάνει το άλλο.

Το άρθρο 689 ΑΚ προσθέτει μία ακόμη αξίωση όταν τα ελαττώματα είναι ουσιώδη και καθιστούν το έργο άχρηστο ή όταν λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες. Στις περιπτώσεις αυτές, ο εργοδότης διατηρεί τα δικαιώματα του 688 ΑΚ αλλά αποκτά επιπλέον τη δυνατότητα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

Το άρθρο 690 ΑΚ, τέλος, επιτρέπει στον εργοδότη να αξιώσει αποζημίωση για κάθε ζημία, αντί υπαναχώρησης ή μείωσης αμοιβής, εφόσον οι ελλείψεις του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου. Η αποζημίωση καλύπτει τη δαπάνη αποκατάστασης, το διαφυγόν κέρδος και κάθε περαιτέρω ζημία, όπως δέχεται και η ΑΠ 645/2023.

Η ρύθμιση των άρθρων 688-690 ΑΚ είναι ειδική έναντι των γενικών διατάξεων των άρθρων 374 επ. ΑΚ για μη εκπλήρωση, χωρίς όμως να αποκλείει εκ προοιμίου τη συνδρομή τους, όταν το έργο παραμένει ημιτελές. Η διάκριση αφορά μόνο το παραδοθέν έργο: για το εκτελεσθέν τμήμα εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις, ενώ για το μη εκτελεσθέν οι γενικές. Όλη η ρύθμιση έχει χαρακτήρα ενδοτικού δικαίου, οπότε τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν ευνοϊκότερους ή δυσμενέστερους όρους ευθύνης μέσα στα όρια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων.

Πότε είναι ουσιώδες και πότε επουσιώδες ένα ελάττωμα;

Το επουσιώδες ελάττωμα μειώνει την αξία ή τη χρησιμότητα του έργου χωρίς να το καθιστά άχρηστο και χωρίς να στερεί συμφωνημένη ιδιότητα. Το ουσιώδες ελάττωμα είτε καθιστά το έργο άχρηστο για τον προορισμό του είτε αφαιρεί μία ιδιότητα την οποία ο εργολάβος είχε ρητά ή σιωπηρά συνομολογήσει. Η διάκριση είναι κρίσιμη γιατί καθορίζει αν ενεργοποιείται και το δικαίωμα υπαναχώρησης.

Στην πράξη, το όριο τίθεται ad hoc. Για παράδειγμα, ένα οικοδόμημα με στατικά προβλήματα είναι ουσιωδώς ελαττωματικό, ενώ μία διακοσμητική ατέλεια είναι επουσιώδης. Ένα λογισμικό που δεν τρέχει σε καμία πλατφόρμα – στόχο είναι άχρηστο, ενώ μία επιμέρους δυσλειτουργία σε δευτερεύουσα οθόνη είναι επουσιώδης. Η νομολογία αξιολογεί τόσο τη φύση του ελαττώματος όσο και τον προορισμό του έργου, όπως αυτός προκύπτει από τη σύμβαση.

Ο κρίσιμος χρόνος για την εκτίμηση είναι αυτός της παράδοσης: το ελάττωμα πρέπει να υφίσταται κατά την παράδοση, έστω και αν αποκαλυφθεί αργότερα. Οι μεταγενέστερες φθορές που οφείλονται σε χρήση ή φυσιολογική παλαίωση δεν θεμελιώνουν ευθύνη του εργολάβου. Αντίθετα, το λανθάνον (μη εμφανές) ελάττωμα που προϋπήρχε ενεργοποιεί τις αξιώσεις του εργοδότη όταν αυτό αποκαλυφθεί, υπό την αίρεση της παραγραφής.

Η διαφορά ουσιώδους και επουσιώδους ελαττώματος δεν πρέπει συγχέεται με τη διάκριση πραγματικού και νομικού ελαττώματος. Το πραγματικό ελάττωμα αφορά κάθε υλικό ελάττωμα της κατασκευής. Το νομικό ελάττωμα πηγάζει από αξιώσεις ή δικαιώματα τρίτων (π.χ. αξιώσεις IP τρίτου σε λογισμικό που παραδίδεται). Η ευθύνη και στις δύο περιπτώσεις διέπεται από τα άρθρα 688-690 ΑΚ, αλλά οι αποδεικτικές απαιτήσεις διαφέρουν.

Πώς επιλέγει ο εργοδότης το σωστό δικαίωμα;

Η επιλογή εξαρτάται από τρεις παράγοντες:

  • τη βαρύτητα του ελαττώματος (ουσιώδες ή επουσιώδες),
  • την ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου και
  • τον επιδιωκόμενο στόχο του εργοδότη (ολοκλήρωση, μείωση κόστους, λύση ή πλήρης αποκατάσταση).

Η επιλογή ασκείται με άτυπη, μονομερή και απευθυντέα δήλωση προς τον εργολάβο και είναι αμετάκλητη, σύμφωνα με το άρθρο 306 ΑΚ και την ΑΠ 162/2020.

Η εμπειρία από υποθέσεις ελαττωματικών έργων δείχνει ότι ο εργοδότης τείνει να επιλέγει πρόωρα τη διόρθωση επειδή φαίνεται «ηπιότερη», χάνοντας έτσι τη δυνατότητα υπαναχώρησης ή αποζημίωσης για το ίδιο ελάττωμα. Πριν τη δήλωση, χρειάζεται ολοκληρωμένη τεχνική αξιολόγηση: τι κοστίζει η διόρθωση, τι αξία έχει χάσει το έργο, τι ζημία προέκυψε ήδη κλπ.

ΔικαίωμαΝομική βάσηΠροϋπόθεση ελαττώματοςΥπαιτιότητα εργολάβουΠότε συμφέρει
Διόρθωση688 / 689 ΑΚΕπουσιώδες ή ουσιώδεςΔεν απαιτείταιΈργο επιδιορθώσιμο, ο εργολάβος συνεργάζεται, η ζημία περιορισμένη.
Μείωση αμοιβής688 / 689 ΑΚΕπουσιώδες ή ουσιώδεςΔεν απαιτείταιΔιόρθωση ασύμφορη ή αδύνατη, ο εργοδότης κρατάει το έργο ως έχει.
Υπαναχώρηση689 ΑΚΟυσιώδες ή έλλειψη συμφωνημένης ιδιότηταςΔεν απαιτείταιΤο έργο άχρηστο, ο εργοδότης δεν επιθυμεί καμία περαιτέρω σχέση.
Αποζημίωση690 ΑΚΟποιοδήποτε ελάττωμα ή έλλειψηΑπαιτείται (τεκμαίρεται, ο εργολάβος την αποκρούει)Υπάρχει πραγματική ζημία πέραν του κόστους διόρθωσης (διαφυγόν κέρδος, έξοδα τρίτων, ηθική βλάβη).

Η ΑΠ 645/2023 διευκρινίζει ότι η επιλογή ενός δικαιώματος αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως είτε επικουρικώς. Η ΑΠ 203/2019 προσθέτει όμως μία σημαντική εξαίρεση: αν εμφανιστεί μεταγενέστερα νέο, διαφορετικό ελάττωμα με δυσμενέστερες συνέπειες, το οποίο δεν είχε καλυφθεί από την αρχική επιλογή, ο εργοδότης διατηρεί τη δυνατότητα να ασκήσει άλλο δικαίωμα ως προς αυτό. Η διάκριση είναι δύσκολη και προϋποθέτει τεκμηριωμένη χρονική και αιτιολογική απόδειξη του νέου ελαττώματος από το παλαιό.

Η ποινική ρήτρα που συχνά προβλέπεται σε εργολαβικές συμβάσεις λειτουργεί παράλληλα με τα δικαιώματα των 688-690 ΑΚ και δεν αντικαθίσταται από την επιλογή αποζημίωσης. Επομένως, ο εργοδότης μπορεί να σωρεύσει αμφότερα, εφόσον η σύμβαση δεν προβλέπει ρητά το αντίθετο.

Τι δικαιούται ο εργοδότης πριν την παράδοση κατά το άρθρο 687 ΑΚ;

Το άρθρο 687 ΑΚ ενεργοποιείται όταν, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, διαπιστώνεται με βεβαιότητα ελαττωματική κατασκευή ή απόκλιση από τη σύμβαση που οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου. Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης τάσσει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για διόρθωση των ελλείψεων και, αν αυτή παρέλθει άπρακτη, αναθέτει τη διόρθωση σε τρίτο σε βάρος του εργολάβου.

Η ρύθμιση αυτή είναι κρίσιμη γιατί δεν προϋποθέτει παράδοση: ο εργοδότης δεν χρειάζεται να περιμένει την περάτωση για να αντιδράσει. Η ενεργοποίηση γίνεται κατά τη διάρκεια της κατασκευής, με ρητή έγγραφη όχληση που προσδιορίζει το ελάττωμα, την προθεσμία και την προειδοποίηση για ανάθεση σε τρίτο. Σε σύνθετα έργα με στάδια παράδοσης, η όχληση αυτή δίνει στον εργοδότη ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο πριν τη έσχατη επιλογή της κήρυξης του εργολήπτη ως εκπτώτου.

Η πρακτική σημασία εμφανίζεται κυρίως σε δύο σενάρια:

  • Πρώτον, στην αντιπαροχή οικοπέδου, όπου ο οικοπεδούχος βλέπει την κατασκευή να εξελίσσεται και αντιλαμβάνεται έγκαιρα προβλήματα (λχ στατικότητας ή αποκλίσεις από άδειες).
  • Δεύτερον, σε έργα πληροφορικής με milestone deliverables, όπου ο εντολέας διαπιστώνει σε ενδιάμεσο στάδιο ότι η αρχιτεκτονική δεν θα ικανοποιήσει τις λειτουργικές απαιτήσεις.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η όχληση 687 ΑΚ διασφαλίζει ότι το ρίσκο μετακυλίεται στον εργολάβο.

Η ευθύνη διαφέρει όταν τα ελαττώματα δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου αλλά σε ανωτέρα βία ή τυχαίο γεγονός. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το άρθρο 687 ΑΚ δεν εφαρμόζεται και ο εργοδότης οφείλει να διεκδικήσει την αποκατάσταση μέσω των γενικών διατάξεων ή ρητής συμβατικής ρύθμισης κατανομής κινδύνου.

Πότε ευθύνεται ο εργολάβος για τους υπεργολάβους και προστηθέντες του;

Ο εργολάβος ευθύνεται για κάθε πράξη ή παράλειψη υπεργολάβων, τεχνιτών και λοιπών προστηθέντων κατά τα άρθρα 686 και 922 ΑΚ. Σε σχέση με τον εργοδότη, ο εργολάβος παραμένει ο μόνος αντισυμβαλλόμενος και απαντά ευθέως για κάθε ελάττωμα του έργου ανεξαρτήτως ποιος το προκάλεσε. Η κατανομή ευθύνης μεταξύ εργολάβου και υπεργολάβου αποτελεί εσωτερική σχέση τους και δεν αντιτάσσεται στον εργοδότη.

Δίπλα στη συμβατική αξίωση κατά του εργολάβου, ο εργοδότης διατηρεί ευθεία αδικοπρακτική αξίωση κατά του ίδιου του υπεργολάβου, εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 914 ΑΚ (παράνομη και υπαίτια πράξη που προκαλεί ζημία). Η παράλληλη ενεργοποίηση και των δύο αξιώσεων είναι συχνή πρακτική όταν ο εργολάβος είναι αδύναμος οικονομικά, οπότε η ικανοποίηση επιδιώκεται από την περιουσία του υπεργολάβου.

Η εμπειρία από σχετικές υποθέσεις δείχνει ότι η ταυτοποίηση του πραγματικού δράστη του ελαττώματος είναι συχνά δύσκολη στην πράξη. Το υλικό μπορεί να έχει τοποθετηθεί από μία ομάδα, ελεγχθεί από άλλη και υπογραφεί από τρίτη. Για την αποτελεσματική κάλυψη του εργοδότη, η σύμβαση έργου πρέπει να επιβάλλει πλήρη γνωστοποίηση κάθε υπεργολάβου, χρήση ονομαστικά εγκεκριμένων υπεργολάβων και ρητή πρόβλεψη ότι ο εργολάβος εγγυάται την ευθύνη τους εις ολόκληρον.

Σε ζητήματα προσυμβατικού σταδίου, όπου ο υπεργολάβος ενεπλάκη ήδη στις διαπραγματεύσεις, μπορεί επιπλέον να ενεργοποιηθεί η ευθύνη από διαπραγματεύσεις κατά τα άρθρα 197-198 ΑΚ, ιδίως αν ο υπεργολάβος παρείχε ψευδείς διαβεβαιώσεις τεχνικής ικανότητας που επηρέασαν τη σύναψη.

Σε πόσο χρόνο παραγράφονται οι αξιώσεις από κακοτεχνίες κατά το άρθρο 693 ΑΚ;

Το άρθρο 693 ΑΚ ορίζει δύο διαφορετικές προθεσμίες παραγραφής. Για κινητά πράγματα και έργα γενικώς η παραγραφή είναι έξι μήνες από την παραλαβή, ενώ για οικοδομήματα και άλλες ακίνητες εγκαταστάσεις η προθεσμία είναι δέκα χρόνια. Η αφετηρία είναι η πραγματική παραλαβή του έργου, ανεξάρτητα από τον χρόνο εμφάνισης του ελαττώματος.

Η παραγραφή του άρθρου 693 ΑΚ καλύπτει όλες τις αξιώσεις των άρθρων 688-690 ΑΚ (διόρθωση, μείωση αμοιβής, υπαναχώρηση, αποζημίωση). Αν όμως το ελάττωμα συνιστά παράλληλα αδικοπραξία (π.χ. δόλια απόκρυψη από τον εργολάβο), εφαρμόζεται η αδικοπρακτική παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (5ετία). Η σώρευση των δύο αξιώσεων είναι θεωρητικά δυνατή και πρακτικά χρήσιμη όταν η συμβατική παραγραφή έχει συμπληρωθεί αλλά η αδικοπρακτική όχι (πχ κινητά).

Η παραγραφή διακόπτεται με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 261 επ. ΑΚ (αγωγή, αναγνώριση οφειλής, κλπ).

Συχνές ερωτήσεις

Τι σημαίνει «κακοτεχνία» νομικά;

Η «κακοτεχνία» δεν είναι αυτοτελής νομικός όρος του ΑΚ αλλά κοινή ονομασία για το πραγματικό ελάττωμα του έργου κατά τα άρθρα 688-690 ΑΚ. Καλύπτει κάθε απόκλιση από τους κανόνες της τέχνης ή της επιστήμης που μειώνει την αξία ή τη χρησιμότητα του έργου ή στερεί τη συμφωνημένη ιδιότητα. Στην πράξη η ορολογία χρησιμοποιείται κυρίως σε κατασκευαστικές διαφορές, αλλά καλύπτει και έργα πληροφορικής ή λοιπών τεχνικών υπηρεσιών.

Μπορεί ο εργοδότης να αλλάξει την επιλογή δικαιώματος μετά τη δήλωση;

Όχι. Η νομολογία επιβεβαιώνει ότι η επιλογή είναι αμετάκλητη μόλις δηλωθεί στον εργολάβο. Εξαίρεση αναγνωρίζει η ΑΠ 203/2019: όταν εμφανιστεί μεταγενέστερα διαφορετικό ελάττωμα με δυσμενέστερες συνέπειες, ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει άλλο δικαίωμα ως προς αυτό. Η πρακτική σημασία του κανόνα επιβάλλει προσεκτική νομική αξιολόγηση πριν την έγγραφη δήλωση επιλογής.

Η αποζημίωση του 690 ΑΚ καλύπτει και την ηθική βλάβη;

Το άρθρο 690 ΑΚ καλύπτει κάθε ζημία που προήλθε από την υπαίτια μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του εργολάβου: δαπάνη αποκατάστασης, διαφυγόν κέρδος, λοιπές περιουσιακές ζημίες. Η ηθική βλάβη δεν καλύπτεται κατά κανόνα από την καθαρά συμβατική ευθύνη, εκτός αν το ελάττωμα προσβάλλει συγκεκριμένα έννομα αγαθά της προσωπικότητας και θεμελιώνεται παράλληλη αδικοπραξία κατά το άρθρο 932 ΑΚ.

Πώς διαφέρει η ευθύνη του εργολάβου από αυτή του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων;

Η ευθύνη εργολάβου των άρθρων 688-690 ΑΚ είναι συμβατική και απαιτεί σύμβαση έργου με τον εργοδότη. Αντίθετα, η ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα (Π.Δ. 39/2009 και Οδηγία 85/374/ΕΟΚ) είναι αντικειμενική, αυτοτελής και ισχύει έναντι κάθε ζημιωθέντα ανεξάρτητα από συμβατικό δεσμό. Η πρώτη εφαρμόζεται όταν ο εργολάβος κατασκευάζει ή εγκαθιστά, η δεύτερη όταν ο παραγωγός θέτει σε κυκλοφορία τυποποιημένο προϊόν.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έγγραφη όχληση πριν την επιλογή δικαιώματος: Η δήλωση επιλογής δικαιώματος του 688-690 ΑΚ καθίσταται αμετάκλητη μόλις περιέλθει στον εργολάβο. Η προηγούμενη έγγραφη όχληση με ακριβή περιγραφή του ελαττώματος, πραγματογνωμοσύνη και προθεσμία διόρθωσης κατά το άρθρο 687 ΑΚ δίνει στον εργοδότη χρόνο νομικής αξιολόγησης χωρίς να χάνει δικαιώματα.

Πραγματογνωμοσύνη πριν την υπαναχώρηση: Η άσκηση υπαναχώρησης χωρίς προηγούμενη τεκμηρίωση του ουσιώδους χαρακτήρα του ελαττώματος συχνά απορρίπτεται δικαστικά και αφήνει τον εργοδότη με υποχρέωση καταβολής της αμοιβής. Η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη πριν τη δήλωση μειώνει το ρίσκο και διευκολύνει τη μετέπειτα αγωγή.

Συμβατική αυστηροποίηση κατά υπεργολάβων: Η σύμβαση έργου ωφελείται από ρητή ρήτρα γνωστοποίησης κάθε υπεργολάβου, εις ολόκληρον ευθύνης του εργολάβου για τις πράξεις τους και υποχρέωσης παροχής στοιχείων επικοινωνίας στον εργοδότη – στοιχεία που διευκολύνουν τυχόν αδικοπρακτική αξίωση του 914 ΑΚ.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικό με ελλατωματικό έργο.