Skip to content
Αρθρογραφία

Απαλλαγή Εκπροσώπων από Οφειλές: Άρθρο 195 ΠτΚ

πτωχευτικό δίκαιο

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 13 Αυγούστου 2026

Πότε Απαλλάσσεται ο Διοικών από τα Χρέη της Εταιρείας Μετά την Πτώχευση

Εν συντομία:

  • Η απαλλαγή του άρθρου 195 του Ν. 4738/2020 επέρχεται αυτοδικαίως, με την πάροδο 36 μηνών από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης ή 24 μηνών από την κήρυξή της, όποιο σημείο προηγηθεί.
  • Καλύπτει τις οφειλές της ύποπτης περιόδου και των 36 μηνών που προηγήθηκαν αυτής. Δεν καταλαμβάνει την ευθύνη που πηγάζει από εγγύηση ή άλλη δικαιοπραξία.
  • Για τα χρέη προς το Δημόσιο, μετά τον Ν. 5072/2023 κρίσιμος είναι ο χρόνος στον οποίο ανάγεται η υποχρέωση και όχι ο χρόνος δημιουργίας του νόμιμου τίτλου.
  • Αν ασκηθεί προσφυγή μέσα στην προθεσμία, η απαλλαγή δεν επέρχεται με απλή πάροδο του χρόνου αλλά μόνο στο μέτρο που τη διατάξει το πτωχευτικό δικαστήριο.
  • Μετά τον Ν. 5222/2025 ανακαλείται εντός τριετίας και η αυτοδίκαιη απαλλαγή, δηλαδή εκείνη που επήλθε χωρίς καμία δικαστική κρίση.

Πότε επέρχεται η αυτοδίκαιη απαλλαγή του διοικούντος και πότε όχι;

Η απαλλαγή επέρχεται αυτοδικαίως με την πάροδο 36 μηνών από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης ή 24 μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης, όποιο από τα δύο χρονικά σημεία προηγηθεί.

Προϋπόθεση είναι να μην έχει ασκηθεί μέσα στην ίδια προθεσμία προσφυγή από όποιον έχει έννομο συμφέρον. Καμία αίτηση του ίδιου του διοικούντος δεν απαιτείται για να επέλθει.

Το πεδίο των προσώπων ορίζεται από την εκπροσωπευτική ή διοικητική σχέση με το πτωχεύσαν νομικό πρόσωπο. Κατά την ΕφΠειρ 393/2024, πρόκειται για τους διαχειριστές ως εκπροσώπους, τα μέλη του διοικητικού οργάνου, το μονομελές διοικητικό όργανο και, κατά περίπτωση, τους εκκαθαριστές.

Η υποκείμενη ευθύνη πηγάζει από το άρθρο 49 του Ν. 5104/2024 για τους φόρους και από το άρθρο 31 του Ν. 4321/2015 για τις ασφαλιστικές εισφορές. Ο διαχειριστής ΙΚΕ και ο διευθύνων σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας αντιμετωπίζονται ενιαία, καθώς ο νόμος δεν διακρίνει ανά εταιρικό τύπο.

Η δεύτερη αφετηρία των είκοσι τεσσάρων μηνών ενεργοποιείται και όταν δεν έχει κηρυχθεί πτώχευση. Καλύπτει την καταχώριση της παρ. 4 του άρθρου 77, δηλαδή την περίπτωση όπου η αίτηση απορρίπτεται λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού και ο οφειλέτης καταχωρίζεται στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.

Η πτωχευτική διαδικασία που καταλήγει σε τέτοια καταχώριση παράγει, ως προς τον διοικούντα, το ίδιο αποτέλεσμα με την κήρυξη.

Η άσκηση προσφυγής μεταβάλλει τη φύση του μηχανισμού. Κατά την ΕφΠειρ 393/2024, όταν ασκηθεί προσφυγή η απαλλαγή δεν επέρχεται με την απλή παρέλευση των προβλεπόμενων διαστημάτων, αλλά επέρχεται μόνο όταν και στο μέτρο που τη διατάξει η απόφαση επί της προσφυγής.

Το ίδιο δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή δεν χρειάζεται να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή ή στη Συνέλευση των Πιστωτών για να είναι παραδεκτή.

Η μεταβατική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 263, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 38 παρ. 4 του Ν. 4818/2021, επεκτείνει το άρθρο 195 και σε πτωχεύσεις προγενέστερες της ισχύος του νόμου.

Η παρ. 3 του άρθρου 195 προβλέπει αντίστοιχη απαλλαγή για οφειλές των τριάντα έξι μηνών πριν από την αίτηση υπαγωγής σε έκτακτη ειδική διαχείριση των άρθρων 68 έως 77 του Ν. 4307/2014.

Ποιες οφειλές καλύπτει η απαλλαγή και ποιες παραμένουν στον διοικούντα;

Η απαλλαγή καταλαμβάνει τις οφειλές του νομικού προσώπου που προέκυψαν εντός της ύποπτης περιόδου και εντός των τριάντα έξι μηνών που προηγήθηκαν αυτής.

Για τα χρέη προς το Δημόσιο, μετά τον Ν. 5072/2023 κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος στον οποίο ανάγεται η υποχρέωση και όχι ο χρόνος δημιουργίας του νόμιμου τίτλου.

Εκτός του πεδίου παραμένει κάθε ευθύνη που δεν πηγάζει από την ίδια τη διοικητική ιδιότητα, ενώ ως ύποπτη περίοδος νοείται η οριζόμενη στο άρθρο 116, δηλαδή το διάστημα από την παύση των πληρωμών έως την κήρυξη της πτώχευσης.

Το άρθρο 88 παρ. 2 του Ν. 5072/2023 πρόσθεσε δεύτερη βάση υπολογισμού, την τεκμαιρόμενη ύποπτη περίοδο του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 81.

Η βάση αυτή εφαρμόζεται όταν η αίτηση απορρίφθηκε λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού και ο οφειλέτης καταχωρίστηκε στο Μητρώο, οπότε ως ημερομηνία παύσης πληρωμών λογίζεται η τριακοστή ημερολογιακή ημέρα πριν από την υποβολή της αίτησης.

Η ρύθμιση για τον χρόνο των δημοσίων χρεών έχει το βαρύτερο πρακτικό αποτέλεσμα. Φόρος που ανάγεται σε χρήση εντός του καλυπτόμενου διαστήματος εμπίπτει στην απαλλαγή ακόμη και όταν βεβαιώθηκε πολύ αργότερα, ύστερα από φορολογικό έλεγχο.

Η ίδια λογική διατρέχει και το άρθρο 194 για τον οφειλέτη, το οποίο περιέχει πανομοιότυπη διατύπωση. Ο προσδιορισμός γίνεται επομένως με βάση τη φορολογική περίοδο στην οποία ανάγεται η υποχρέωση και όχι με βάση την ημερομηνία της καταλογιστικής πράξης.

Το όριο του πεδίου εφαρμογής αποτυπώθηκε στην εγκύκλιο Ε.2008/2024 της ΑΑΔΕ. Οι διατάξεις περί απαλλαγής εφαρμόζονται σε φυσικά πρόσωπα που ευθύνονται εκ του νόμου λόγω της εκπροσωπευτικής ή διοικητικής σχέσης τους, όπως κατά το άρθρο 50 του τότε ισχύοντος Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4987/2022).

Δεν εφαρμόζονται για οφειλές ως προς τις οποίες το φυσικό πρόσωπο ευθύνεται επειδή παρείχε προσωπική εγγύηση υπέρ του νομικού προσώπου.

Εντός του πεδίου της απαλλαγήςΕκτός του πεδίου της απαλλαγής
Οφειλές που προέκυψαν εντός της ύποπτης περιόδουΕυθύνη ως εγγυητή επιχειρηματικού δανείου της εταιρείας
Οφειλές των 36 μηνών που προηγήθηκαν της ύποπτης περιόδουΕυθύνη από οποιαδήποτε δικαιοπραξία του ίδιου του διοικούντος
Φόροι και ΦΠΑ που ανάγονται στο καλυπτόμενο διάστημα, ανεξαρτήτως χρόνου βεβαίωσηςΦόροι που ανάγονται σε χρήσεις εκτός του καλυπτόμενου διαστήματος
Ασφαλιστικές εισφορές, πρόσθετα τέλη και προσαυξήσεις του ίδιου διαστήματοςΑδικοπρακτική ευθύνη έναντι συγκεκριμένου τρίτου
Οφειλές νομικού προσώπου που καταχωρίστηκε στο Μητρώο Φερεγγυότητας κατά την παρ. 4 του άρθρου 77Η πλήρης απαλλαγή, εφόσον υπάρχει καταδίκη για πράξεις του Ενάτου Μέρους του Δεύτερου Βιβλίου ή για κακουργηματική κλοπή, απάτη, υπεξαίρεση ή πλαστογραφία

Πώς κρίνει το πτωχευτικό δικαστήριο αν η πτώχευση οφείλεται σε δόλο;

Ο νόμος λειτουργεί με τεκμήριο υπέρ του διοικούντος και το βάρος ανατροπής το φέρει ο προσφεύγων πιστωτής. Το δικαστήριο αποφαίνεται υπέρ της απαλλαγής όταν συντρέχουν σωρευτικά η καλή πίστη, η συνεργασία με τα όργανα της πτώχευσης, η απουσία ευθύνης κατά το άρθρο 127 και η απουσία δόλιων ενεργειών στις οποίες να οφείλεται η πτώχευση.

Η ΠΠρΠατρών 395/2022 περιγράφει το τεκμήριο με ακρίβεια. Ο πτωχός θεωρείται ότι περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών χωρίς δόλο και ότι επέδειξε καλή πίστη και διάθεση συνεργασίας.

Ο προσφεύγων οφείλει να ισχυριστεί και να αποδείξει τα αντίθετα. Στην υπόθεση εκείνη ο ΕΦΚΑ επικαλέστηκε ανεξόφλητες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές ύψους 3.708.560,72 ευρώ, για την περίοδο από τον Οκτώβριο του 1993 έως τον Ιούνιο του 1997.

Η προσφυγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δεν αποδείχθηκε ούτε άσκηση ποινικής δίωξης ούτε καταδίκη, ενώ η Εισηγήτρια των Πτωχεύσεων δεν εντόπισε καν τον φάκελο της πτώχευσης, που είχε κηρυχθεί το 1997.

Η ΕφΠειρ 393/2024 κατέληξε στο αντίθετο αποτέλεσμα με τον ίδιο πιστωτή και τον ίδιο ισχυρισμό. Εκεί αποδείχθηκε παρακράτηση και μη απόδοση εργατικών εισφορών από το 2006, δηλαδή σε χρόνο για τον οποίο δεν προέκυψε οικονομική δυσχέρεια της επιχείρησης, τρεις διαδοχικές ρυθμίσεις που εγκαταλείφθηκαν μετά την καταβολή της πρώτης δόσης και επανειλημμένες ποινικές καταδίκες για το εκ δόλου τελούμενο αδίκημα της μη καταβολής εισφορών. Το δικαστήριο δέχθηκε δόλια συμπεριφορά και απέκλεισε την απαλλαγή.

Δύο επιμέρους κρίσεις της ίδιας απόφασης έχουν ιδιαίτερη σημασία:

  • Πρώτον, η υπεξαίρεση του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, που αφορά τις παρακρατηθείσες ασφαλιστικές εισφορές, δεν εμπίπτει στις κακουργηματικές πράξεις υπεξαίρεσης του Ποινικού Κώδικα στις οποίες παραπέμπει η παρ. 2 του άρθρου 195. Η σχετική καταδίκη δεν λειτουργεί ως αυτόματο κώλυμα, τροφοδοτεί όμως την κρίση περί δόλου.
  • Δεύτερον, η έκθεση της Εισηγήτριας που έκρινε ότι η πτώχευση δεν οφειλόταν σε δόλιες ενέργειες παραμερίστηκε ως αναιτιολόγητη, όπως και η γενικόλογη κατάθεση του συνδίκου.

Η εμπειρία από υποθέσεις προσφυγής κατά της απαλλαγής δείχνει ακριβώς ότι και η παραπάνω νομολογία ότι, δηλαδή, το αποφασιστικό αποδεικτικό υλικό σχηματίζεται χρόνια πριν από την κατάθεση της αίτησης πτώχευσης.

Στοιχείο σύγκρισηςΠΠρΠατρών 395/2022ΕφΠειρ 393/2024
Προσφεύγωνe-ΕΦΚΑe-ΕΦΚΑ
ΙσχυρισμόςΜη καταβολή ασφαλιστικών εισφορώνΜη απόδοση παρακρατηθεισών εισφορών
Ποινική εξέλιξηΚαμία απόδειξη δίωξης ή καταδίκηςΕπανειλημμένες καταδίκες για εκ δόλου αδίκημα
Ρυθμίσεις οφειλήςΔεν τέθηκε ως στοιχείοΤρεις ρυθμίσεις εγκαταλελειμμένες μετά την πρώτη δόση
Χρόνος έναρξης της οφειλήςΔεν αποδείχθηκε σχέση με την παύση πληρωμώνΠάνω από έξι έτη πριν από την παύση πληρωμών
Έκθεση εισηγητήΑδυναμία σύνταξης, φάκελος μη διαθέσιμοςΥπέρ του εκπροσώπου, παραμερίστηκε ως αναιτιολόγητη
ΈκβασηΑπόρριψη προσφυγής, η απαλλαγή διατηρήθηκεΑπόρριψη έφεσης, κρίθηκε η μη απαλλαγή του εκπροσώπου

Πώς επηρεάζει η καθυστερημένη υποβολή της αίτησης πτώχευσης;

Το άρθρο 127 λειτουργεί ως αυτοτελής αρνητική προϋπόθεση. Η ΕφΠειρ 393/2024 αποτύπωσε τον ισχυρισμό της αστικής ευθύνης για τη δημιουργία οφειλών, κατά το διάστημα από την τριακοστή ημέρα μετά την παύση πληρωμών, έως την επομένη της υποβολής της αίτησης.

Ο διοικών που επιχειρεί διάσωση της επιχείρησης χωρίς να υποβάλει αίτηση μέσα στο διάστημα αυτό δημιουργεί οφειλές που μπορεί να θεμελιώσουν την αρνητική προϋπόθεση, ανεξάρτητα από τα κίνητρά του. Η αξιολόγηση διαφοροποιείται κατά περίπτωση, ανάλογα με το ύψος και τη φύση των οφειλών που γεννήθηκαν στο διάστημα αυτό.

Πόσο διαρκεί ο κίνδυνος ανάκλησης της απαλλαγής μετά τον Ν. 5222/2025;

Ο κίνδυνος διαρκεί τρία έτη από την επέλευση της απαλλαγής και καταλαμβάνει και την περίπτωση όπου καμία δικαστική κρίση δεν έχει μεσολαβήσει. Με το άρθρο 247 του Ν. 5222/2025, στο τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 195 η λέξη «απόφαση» αντικαταστάθηκε από τη λέξη «απαλλαγή».

Η διάταξη πλέον ορίζει ότι ανακαλείται η απαλλαγή, αν επέλθει μεταβολή πραγμάτων που να δικαιολογεί την ανάκληση εντός τριετίας.

Η προγενέστερη διατύπωση επέτρεπε την ερμηνεία ότι αντικείμενο ανάκλησης ήταν η δικαστική απόφαση που είχε αποφανθεί υπέρ της απαλλαγής επί προσφυγής.

Υπό την ερμηνεία εκείνη, ο διοικών, ως προς τον οποίο δεν είχε ασκηθεί καμία προσφυγή, μπορούσε να θεωρήσει ότι μετά τη συμπλήρωση των είκοσι τεσσάρων ή τριάντα έξι μηνών η κατάσταση ήταν οριστική. Η νέα διατύπωση αφαιρεί το έρεισμα της ερμηνείας αυτής.

Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι, όταν η απαλλαγή επέλθει με τη συμπλήρωση των τριάντα έξι μηνών από την υποβολή της αίτησης, η δυνατότητα ανάκλησης εξαντλείται στον εβδομηκοστό δεύτερο μήνα από το ίδιο σημείο.

Όταν επέλθει με τη συμπλήρωση των είκοσι τεσσάρων μηνών από την κήρυξη, το αντίστοιχο πέρας τοποθετείται στον εξηκοστό μήνα. Το διάστημα αυτό ορίζει και τον χρόνο για τον οποίο διατηρούνται τα πτωχευτικά έγγραφα και τα στοιχεία της περιόδου, ώστε να είναι δυνατή η αντίκρουση αιτήματος ανάκλησης.

Πρακτικά,

Πρακτικά, για το φυσικό πρόσωπο που πτωχεύει, το άρθρο 194 παρ. 2 προβλέπει ανάκληση εντός τριετίας ύστερα από αίτημα πιστωτή, με ειδικούς λόγους, δηλαδή τη δόλια ή από βαριά αμέλεια παράλειψη αποκάλυψης της περιουσιακής κατάστασης ή τη μη τήρηση του σχεδίου πληρωμών.

Για τον διοικούντα το άρθρο 195 χρησιμοποιεί την ευρύτερη διατύπωση της μεταβολής πραγμάτων, χωρίς αντίστοιχη απαρίθμηση.

Πώς διαγράφεται στην πράξη η οφειλή από ΑΑΔΕ και ΚΕΑΟ;

Η απαλλαγή επέρχεται εκ του νόμου, η διαγραφή όμως της βεβαιωμένης οφειλής προϋποθέτει διαπίστωση από την αρμόδια υπηρεσία. Η ΑΑΔΕ εξειδίκευσε την εφαρμογή με τις εγκυκλίους Ε.2003/2023 και Ε.2008/2024, ενώ ο e-ΕΦΚΑ με τις εγκυκλίους 12/2022 και 1/2025. Το διοικητικό αυτό στάδιο είναι διακριτό από την πτωχευτική διαδικασία και κινείται ανά φορέα.

Ο διακριτός χαρακτήρας του σταδίου προκύπτει και δικαστικά. Στην ΠΠρΠατρών 395/2022 ο ασφαλιστικός φορέας είχε ζητήσει, πέραν της απόφανσης περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων, να αναγνωριστεί ότι δεν υποχρεούται να εκδώσει, δια του ΚΕΑΟ, απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η αυτοδίκαιη απαλλαγή.

Το αίτημα απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, με το σκεπτικό ότι αντικείμενο της προσφυγής του άρθρου 195 παρ. 2 είναι μόνο η απόφανση περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων. Η διαπιστωτική πράξη παραμένει επομένως υποχρέωση της διοίκησης και διεκδικείται με τα μέσα του διοικητικού δικαίου.

Η Γνωμοδότηση 146/2024 του Ε’ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κοινοποιήθηκε με το έγγραφο Ε.2010/2025 της ΑΑΔΕ και έγινε αποδεκτή από τον Διοικητή της, έκρινε ότι η απαλλαγή επέρχεται και όταν ο νόμιμος εκπρόσωπος απεβίωσε πριν από τη συμπλήρωση του κρίσιμου χρόνου.

Οι κληρονόμοι δεν επιβαρύνονται με τις οφειλές που υπόκειντο σε απαλλαγή κατά το άρθρο 195.

Η εμπειρία από υποθέσεις διαγραφής βεβαιωμένων οφειλών δείχνει ότι η διοικητική διαπίστωση καθυστερεί όταν ο φάκελος δεν περιλαμβάνει, αφετηριακά, το σύνολο των πτωχευτικών εγγράφων, δηλαδή την απόφαση κήρυξης, τη βεβαίωση της ημερομηνίας παύσης πληρωμών και το αποδεικτικό της μη άσκησης προσφυγής.

Απαλλαγή μέσω πτώχευσης ή απαλλαγή λόγω έλλειψης υπαιτιότητας: πότε επιλέγεται η καθεμία;

Οι δύο τρόποι είναι αυτοτελείς και δεν αλληλοαποκλείονται. Το άρθρο 195 λειτουργεί με πάροδο χρόνου, δεν απαιτεί απόδειξη από τον διοικούντα και δεν έχει προθεσμία υποβολής, προϋποθέτει όμως πτώχευση ή καταχώριση στο Μητρώο Φερεγγυότητας. Η αίτηση απαλλαγής λόγω έλλειψης υπαιτιότητας λειτουργεί χωρίς πτώχευση, απαιτεί όμως ανατροπή τεκμηρίου με αποδεικτικά μέσα.

Ο δεύτερος τρόπος στηρίζεται στο άρθρο 31 του Ν. 4321/2015 για τις ασφαλιστικές οφειλές και στο άρθρο 49 του Ν. 5104/2024 για τις φορολογικές, όπου η αλληλέγγυα ευθύνη για τους φόρους γεννάται μόνο με τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις.

Ο διοικών φέρει το βάρος να αποδείξει:

  1. έλλειψη πραγματικής εξουσίας διοίκησης,
  2. ειδική ανάθεση καθηκόντων ξένων προς τις φορολογικές υποχρεώσεις ή
  3. αδυναμία από λόγους ανεξάρτητους της βούλησής του.

Η παραίτηση του διοικούντος εντάσσεται στην ίδια λογική και παράγει αποτέλεσμα μόνο για τις οφειλές που καθίστανται ληξιπρόθεσμες μετά από αυτήν.

Η επιλογή προσδιορίζεται από τρεις παράγοντες.

  • Ο πρώτος είναι το χρονικό εύρος των οφειλών, καθώς το άρθρο 195 καλύπτει συγκεκριμένη ζώνη γύρω από την παύση πληρωμών ενώ η αίτηση απαλλαγής μπορεί να καλύψει και παλαιότερες περιόδους.
  • Ο δεύτερος είναι η ύπαρξη αποδεικτικού υλικού για την έλλειψη υπαιτιότητας.
  • Ο τρίτος είναι η βιωσιμότητα της εταιρείας, αφού η πτωχευτική οδός προϋποθέτει την οριστική παύση της δραστηριότητας.

Η λύση και εκκαθάριση της επιχείρησης με εκούσια πρωτοβουλία δεν ενεργοποιεί το άρθρο 195, καθώς προϋποθέτει φερεγγυότητα. Για τις πολύ μικρές οντότητες η αντίστοιχη επιλογή περνά από την πτώχευση μικρού αντικειμένου, χωρίς διαφοροποίηση ως προς τη θέση του διοικούντος.

Η απαλλαγή του ίδιου του οφειλέτη κατά τα άρθρα 192 και 193 έχει προσωπικό χαρακτήρα και δεν επεκτείνεται αυτομάτως στα πρόσωπα που ευθύνονται αλληλεγγύως.

Για τον λόγο αυτό ο νομοθέτης θέσπισε χωριστή ρύθμιση για τους διοικούντες στο άρθρο 195. Διαφορετική είναι η περίπτωση της οριστικής διαγραφής του χρέους ως προς την εταιρεία, όπου η απόσβεση της φορολογικής ενοχής λειτουργεί αντικειμενικά.

ΚριτήριοΑπαλλαγή άρθρου 195Απαλλαγή λόγω έλλειψης υπαιτιότητας
Νομική βάσηΆρθρο 195 Ν. 4738/2020Άρθρο 31 Ν. 4321/2015 και άρθρο 49 Ν. 5104/2024
ΠροϋπόθεσηΠτώχευση ή καταχώριση στο Μητρώο ΦερεγγυότηταςΚαμία, λειτουργεί και σε ενεργή εταιρεία
Βάρος απόδειξηςΣτον προσφεύγοντα πιστωτήΣτον ίδιο τον διοικούντα
Κριτήριο κάλυψηςΧρόνος στον οποίο ανάγεται η οφειλήΧρόνος κατά τον οποίο η οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη
ΌργανοΠτωχευτικό δικαστήριο επί προσφυγήςΦορολογική διοίκηση, ΚΕΑΟ ή Τοπική Διεύθυνση e-ΕΦΚΑ
ΑνάκλησηΕντός τριετίας από την επέλευση της απαλλαγήςΔεν προβλέπεται αντίστοιχη τριετής προθεσμία

Συχνές Ερωτήσεις

Απαιτείται αίτηση του διοικούντος για να επέλθει η απαλλαγή;

Όχι για την επέλευση της απαλλαγής, η οποία λειτουργεί αυτοδικαίως με την πάροδο των προθεσμιών του άρθρου 195. Αίτηση απαιτείται για το επόμενο στάδιο, δηλαδή για τη διαγραφή της βεβαιωμένης οφειλής από τα μητρώα της ΑΑΔΕ και του ΚΕΑΟ, όπου η αρμόδια υπηρεσία εκδίδει διαπιστωτική πράξη. Η ΠΠρΠατρών 395/2022 έκρινε ότι η υποχρέωση αυτή της διοίκησης δεν αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής κατά της απαλλαγής.

Ποιος μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της απαλλαγής;

Κάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον, δηλαδή οποιοσδήποτε πιστωτής, ο σύνδικος και ο Εισαγγελέας. Στις δύο παραπάνω αποφάσεις, η προσφυγή ασκήθηκε από τον e-ΕΦΚΑ. Η προσφυγή ασκείται στο πτωχευτικό δικαστήριο κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και, κατά την ΕφΠειρ 393/2024, δεν απαιτείται κοινοποίησή της στην Επιτροπή ή στη Συνέλευση των Πιστωτών επί ποινή απαραδέκτου.

Τι σημαίνει ύποπτη περίοδος για τον υπολογισμό της απαλλαγής;

Είναι το διάστημα από την ημερομηνία παύσης των πληρωμών, όπως αυτή ορίζεται στην απόφαση κήρυξης, έως την κήρυξη της πτώχευσης, κατά το άρθρο 116. Όταν η αίτηση απορρίφθηκε λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού, εφαρμόζεται η τεκμαιρόμενη ύποπτη περίοδος του άρθρου 81 παρ. 2, με ημερομηνία παύσης πληρωμών την τριακοστή ημερολογιακή ημέρα πριν από την υποβολή της αίτησης. Η απαλλαγή καλύπτει την περίοδο αυτή και τους προηγούμενους τριάντα έξι μήνες.

Απαλλάσσεται ο διοικών από την οφειλή για την οποία είχε υπογράψει ως εγγυητής;

Όχι. Η εγκύκλιος Ε.2008/2024 της ΑΑΔΕ διευκρινίζει ότι οι διατάξεις περί απαλλαγής δεν εφαρμόζονται σε οφειλές για τις οποίες το φυσικό πρόσωπο ευθύνεται λόγω παροχής προσωπικής εγγύησης και όχι λόγω της διοικητικής ή εκπροσωπευτικής σχέσης του με το νομικό πρόσωπο. Η ίδια αρχή καταλαμβάνει κάθε ευθύνη που πηγάζει από δικαιοπραξία του ίδιου του διοικούντος.

Ισχύει η απαλλαγή για πτωχεύσεις που κηρύχθηκαν πριν από τον Ν. 4738/2020;

Ναι, μέσω της μεταβατικής διάταξης της παρ. 6 του άρθρου 263. Το άρθρο 195 εφαρμόζεται και σε νομικά πρόσωπα των οποίων η αίτηση ή η κήρυξη προηγήθηκε της ισχύος του νόμου, καθώς και όταν η αίτηση είχε απορριφθεί κατά την παρ. 4 του άρθρου 3 του Ν. 3588/2007. Για τις περιπτώσεις αυτές η απαλλαγή επήλθε την 1η Ιανουαρίου 2022, με καταληκτική ημερομηνία άσκησης προσφυγής την 31η Δεκεμβρίου 2021.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χρονική χαρτογράφηση των οφειλών: Η αξιολόγηση ξεκινά με αντιστοίχιση κάθε οφειλής στη χρήση ή στην ασφαλιστική περίοδο στην οποία ανάγεται, όχι στην ημερομηνία βεβαίωσης. Χωρίς τον πίνακα αυτό, το εύρος της απαλλαγής παραμένει απροσδιόριστο.

Παράλληλος υπολογισμός δύο αφετηριών: Η αφετηρία των τριάντα έξι μηνών τρέχει από την υποβολή της αίτησης και η αφετηρία των είκοσι τεσσάρων από την κήρυξη ή την καταχώριση. Ο υπολογισμός γίνεται και για τις δύο και επιλέγεται η προγενέστερη.

Ο ορίζοντας μετά την απαλλαγή: Μετά τον Ν. 5222/2025 η ανάκληση καταλαμβάνει και την αυτοδίκαιη απαλλαγή για τρία έτη. Τα πτωχευτικά έγγραφα και τα στοιχεία της περιόδου διατηρούνται καθ’ όλο το διάστημα αυτό.

Ρυθμίσεις που εγκαταλείπονται: Η επανειλημμένη υπαγωγή σε ρύθμιση με καταβολή μόνο της πρώτης δόσης αξιολογήθηκε στην ΕφΠειρ 393/2024 ως ένδειξη δόλου. Η απόφαση υπαγωγής σε ρύθμιση σταθμίζεται με βάση τη ρεαλιστική δυνατότητα τήρησής της.

Παράλληλη εξέταση των δύο επιλογών: Το άρθρο 195 και η αίτηση απαλλαγής λόγω έλλειψης υπαιτιότητας εξετάζονται μαζί, καθώς καλύπτουν διαφορετικές χρονικές ζώνες οφειλών και απαιτούν διαφορετικό αποδεικτικό υλικό.

Δικονομική θέση στη δίκη της προσφυγής: Στην ΠΠρΠατρών 395/2022 ο εκπρόσωπος δεν κατέστη διάδικος, επειδή δεν είχε διαταχθεί η κλήτευσή του κατά το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ. Στην ΕφΠειρ 393/2024 η κλήτευση είχε διαταχθεί και ο εκπρόσωπος άσκησε έφεση. Η παρακολούθηση της πτωχευτικής διαδικασίας καθορίζει τη δυνατότητα άμυνας σε δεύτερο βαθμό.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις απαλλαγής εκπροσώπου επιχείρησης.