Skip to content
Αρθρογραφία

Ν. 2523/1997 ή ΚΦΔ: Ποιο Καθεστώς Προστίμων Ισχύει

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 7 Αυγούστου 2026

Εν συντομία:

  • Οι διατάξεις του ν. 2523/1997 για τους πρόσθετους φόρους και για τα πρόστιμα του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων έχουν καταργηθεί. Ο ίδιος όμως νόμος φιλοξενεί σήμερα δύο ενεργά εργαλεία επιβολής της ΑΑΔΕ.
  • Το άρθρο 13Α επιτρέπει άμεση αναστολή λειτουργίας επαγγελματικής εγκατάστασης για 48 ώρες, 96 ώρες ή 10 ημέρες, με εναλλακτική ειδική χρηματική κύρωση έως 5.000 ευρώ.
  • Το άρθρο 14 επιτρέπει άρση τραπεζικού απορρήτου και δέσμευση του 50% των καταθέσεων, με υποχρεωτική άρση όταν καταβληθεί ποσό πάνω από το 70% της οφειλής.
  • Για παραβάσεις που τελέστηκαν πριν την 1.1.2014 και εκκρεμούν ακόμη, η επιεικέστερη μεταγενέστερη κύρωση εφαρμόζεται αναδρομικά, αλλά μόνο αν προβληθεί ειδικά και ορισμένα με το δικόγραφο της προσφυγής.
  • Ο ν. 5301/2026 δείχνει ότι το ζήτημα του εφαρμοστέου κατά χρόνον κανόνα δεν έκλεισε το 2014, καθώς οι νέες ρυθμίσεις ισχύουν αναδρομικά από 19.4.2024 με ακύρωση ήδη εκδοθεισών πράξεων.

Ποιο καθεστώς κυρώσεων εφαρμόζεται σε παράβαση που τελέστηκε πριν την 1.1.2014;

Για φορολογικές παραβάσεις που τελέστηκαν υπό την ισχύ του ν. 2523/1997, εφαρμόζεται κατ’ αρχήν το καθεστώς του χρόνου τέλεσης. Ο κανόνας αυτός κάμπτεται όταν μεταγενέστερος νόμος προβλέπει ηπιότερη κύρωση, οπότε εφαρμόζεται ο ευμενέστερος για τον φορολογούμενο κανόνας. Η κάμψη δεν είναι αυτόματη, καθώς εξαρτάται από τη δικονομική συμπεριφορά του ίδιου του φορολογούμενου.

Η αλυσίδα διαδοχής των κειμένων έχει τέσσερις κρίκους. Ο ν. 2523/1997 έδωσε τη θέση του στον ν. 4174/2013 από την 1.1.2014, εκείνος κωδικοποιήθηκε με τον ν. 4987/2022 και αντικαταστάθηκε από τον ισχύοντα Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024). Κάθε κρίκος άφησε πίσω του εκκρεμείς υποθέσεις που κρίνονται ακόμη με τον προηγούμενο κανόνα.

ΎληΔιάταξη ν. 2523/1997ΚατάστασηΙσχύον αντίστοιχο
Πρόσθετοι φόροιΆρθρα 1 έως 3Καταργήθηκαν από 1.1.2014Τόκοι και πρόστιμα ΚΦΔ, με ρητή παραπομπή στο άρθρο 1 ν. 2523/1997 από το άρθρο 75 ν. 5104/2024 για μειώσεις παλαιών χρήσεων
Πρόστιμα Κώδικα Βιβλίων και ΣτοιχείωνΆρθρο 5Καταργήθηκε με το άρθρο 7 παρ. 6 ν. 4337/2015Άρθρα 53, 54 και 57 ν. 5104/2024. Ο ίδιος ο ΚΒΣ έπαψε να ισχύει με τον ν. 4093/2012 και τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (ν. 4308/2014)
Πρόστιμα ΦΠΑ για πλαστά και εικονικάΆρθρο 6 παρ. 1Καταργήθηκε από 26.7.2013 με το άρθρο 66 παρ. 2 ν. 4174/2013Άρθρο 54 ν. 5104/2024
Αναστολή λειτουργίας και ειδική χρηματική κύρωσηΆρθρο 13ΑΣε ισχύ. Προστέθηκε το 2017, τροποποιήθηκε το 2020, το 2024 και το 2025Το ίδιο το άρθρο 13Α
Διασφάλιση συμφερόντων του ΔημοσίουΆρθρο 14Σε ισχύ παράλληλα με τον ΚΦΔΆρθρο 45 ν. 5104/2024 για τις νεότερες περιπτώσεις
Εγκλήματα φοροδιαφυγήςΆρθρα 17 έως 21Καταργήθηκαν με το άρθρο 8 ν. 4337/2015Άρθρο 55 ν. 5104/2024. Κάθε παραπομπή στα άρθρα 17 έως 21 νοείται πλέον στις αντίστοιχες διατάξεις του ΚΦΔ

Η πρακτική συνέπεια του πίνακα είναι ότι δύο επιχειρήσεις με φαινομενικά όμοιο πρόβλημα κρίνονται με διαφορετικό δίκαιο. Η μία αντιμετωπίζει έλεγχο του 2026 και κινείται αποκλειστικά στον ΚΦΔ. Η άλλη υπερασπίζεται καταλογισμό που εκδόθηκε το 2017 για χρήση του 2012 και εξακολουθεί να συζητεί διατάξεις που δεν υπάρχουν πια στο θετικό δίκαιο.

Πότε επιβάλλει η ΑΑΔΕ αναστολή λειτουργίας κατά το άρθρο 13Α και πώς αμύνεται η επιχείρηση;

Η αναστολή επιβάλλεται μέσα στον ίδιο τον μερικό επιτόπιο έλεγχο, χωρίς να μεσολαβήσει δικαστήριο. Αρκεί να διαπιστωθεί μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση παραστατικών πώλησης, ή μη διαβίβαση στοιχείων λιανικής στο Πληροφοριακό Σύστημα Φορολογικών Ηλεκτρονικών Μηχανισμών, πάνω από ορισμένο πλήθος ή αξία.

Το άρθρο 13Α προστέθηκε στον ν. 2523/1997 με το άρθρο 47 ν. 4465/2017. Πρόκειται δηλαδή για νεότερο εργαλείο που ο νομοθέτης τοποθέτησε μέσα σε παλαιό νόμο, όχι για διάταξη του 1997 που επιβίωσε. Έκτοτε τροποποιήθηκε με το άρθρο 100 ν. 4714/2020, το άρθρο 43 ν. 5135/2024 και το άρθρο 219 ν. 5222/2025.

Η κλιμάκωση των κυρώσεων έχει τρία επίπεδα. Στο πρώτο, η λειτουργία αναστέλλεται άμεσα για σαράντα οκτώ ώρες όταν διαπιστώνεται μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση πλέον των δέκα παραστατικών πώλησης, ή, ανεξαρτήτως πλήθους, όταν η αξία των αγαθών ή υπηρεσιών υπερβαίνει τα πεντακόσια ευρώ.

Το ίδιο ισχύει για μη διαβίβαση πλέον των δέκα στοιχείων λιανικής μέσω Φορολογικού Ηλεκτρονικού Μηχανισμού. Στο δεύτερο επίπεδο η αναστολή ανεβαίνει σε ενενήντα έξι ώρες, με το όριο να πέφτει σε τρία μόλις παραστατικά ή στοιχεία, ή πάλι στα πεντακόσια ευρώ αξίας ανεξαρτήτως πλήθους.

Στο τρίτο, κάθε επόμενη διαπίστωση των ίδιων παραβάσεων εντός του ίδιου ή του επόμενου φορολογικού έτους, σε οποιαδήποτε εγκατάσταση του υπόχρεου, οδηγεί σε αναστολή δέκα ημερών.

Σε ορισμένες κατηγορίες υπόχρεων η αναστολή αντικαθίσταται από ειδική χρηματική κύρωση. Το ύψος της κλιμακώνεται από χίλια έως δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ στο πρώτο επίπεδο, από δύο χιλιάδες πεντακόσια ένα έως πέντε χιλιάδες ευρώ στο δεύτερο και σε πέντε χιλιάδες ευρώ στο τρίτο.

Οι κατηγορίες αυτές προσδιορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση, με βάση την εφαρμοστική απόφαση της ΑΑΔΕ όπως ισχύει.

Για παραβίαση ή επέμβαση στη λειτουργία Φορολογικού Ηλεκτρονικού Μηχανισμού ή Παρόχου Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Έκδοσης Στοιχείων προβλέπεται χωριστό ειδικό πρόστιμο από δέκα χιλιάδες έως πενήντα χιλιάδες ευρώ σε βάρος του υπαιτίου, με αλληλέγγυα ευθύνη του φορολογούμενου και, στα νομικά πρόσωπα, των διοικούντων.

Ο φορολογούμενος απαλλάσσεται μόνο αν αποδείξει ότι δεν συνδέεται με οποιαδήποτε έννομη σχέση με τον υπαίτιο και ότι ενήργησε για την αποτροπή της πράξης.

Η άμυνα της επιχείρησης εδώ είναι κατά κύριο λόγο άμυνα επί των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και επί της επιμέτρησης. Η αλλαγή νομικής μορφής ή η διακοπή εργασιών δεν εμποδίζει την εκτέλεση της απόφασης αναστολής, εφόσον στον ίδιο χώρο δραστηριοποιείται επιχείρηση με ίδιο ή παραπλήσιο αντικείμενο ή συμμετέχουν πρόσωπα συνδεόμενα με τα αρχικά μέλη.

Αν η αναστολή δεν μπορεί να εκτελεστεί, επιβάλλεται η ειδική χρηματική κύρωση. Η επιλογή ανάμεσα σε προσβολή της ίδιας της διαπίστωσης και σε αμφισβήτηση της επιμέτρησης καθορίζει τι μπορεί ρεαλιστικά να επιτευχθεί.

Πότε ενεργοποιούνται τα διασφαλιστικά μέτρα του άρθρου 14 και πότε αίρονται;

Τα μέτρα ενεργοποιούνται όταν ειδική έκθεση ελέγχου διαπιστώνει μη απόδοση στο Δημόσιο ποσών από ΦΠΑ, παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη ή εισφορές, άνω του ποσοτικού ορίου που ορίζει η παρ. 1 του άρθρου 14. Η ενεργοποίηση είναι διοικητική και άμεση, χωρίς προηγούμενη δικαστική κρίση.

Οι συνέπειες είναι τριπλές. Απαγορεύεται στις αρμόδιες υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις και πιστοποιητικά που απαιτούνται για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων.

Αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου το απόρρητο των καταθέσεων, των κοινών και επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων επί παραγώγων και του περιεχομένου των θυρίδων. Δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό αυτών, με ρητή εξαίρεση τα ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται σε λογαριασμούς φυσικών προσώπων.

Η άρση των μέτρων είναι υποχρεωτική και στο σύνολό τους εφόσον ο υπόχρεος καταβάλει ποσό πάνω από το εβδομήντα τοις εκατό του συνόλου των οφειλόμενων φόρων, τελών και εισφορών, μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις ή τα πρόστιμα. Η αρμόδια αρχή οφείλει τότε να ενημερώσει άμεσα τις υπηρεσίες, τις τράπεζες και τα λοιπά πιστωτικά ιδρύματα.

Το άρθρο 14 δεν έχει καταργηθεί και εφαρμόζεται παράλληλα με το άρθρο 45 ν. 5104/2024, που ρυθμίζει τα διασφαλιστικά μέτρα υπό τον ισχύοντα Κώδικα. Εγκύκλιοι της ΑΑΔΕ του 2026 εξακολουθούν να αναφέρονται ρητά και στις δύο βάσεις. Ποια από τις δύο εφαρμόζεται εξαρτάται από τον χρόνο διαπίστωσης και από το είδος της παράβασης. Το ερώτημα δεν είναι ακαδημαϊκό, καθώς οι προϋποθέσεις άρσης διαφέρουν.

Πότε εφαρμόζεται αναδρομικά η επιεικέστερη κύρωση και πότε την αποκλείει μεταβατική διάταξη;

Η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης διοικητικής κύρωσης αποτελεί γενική αρχή του φορολογικού δικαίου, με έρεισμα τις συνταγματικές διατάξεις για την ισότητα (άρθρο 4 παρ. 1) και για την αναλογικότητα των περιορισμών του δικαιώματος επί της περιουσίας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ). Η θεμελίωση αυτή έγινε δεκτή από την επταμελή σύνθεση του Β Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφαση 1438/2018.

Η ίδια απόφαση διευκρίνισε ότι στην άμεση φορολογία, όπως ο φόρος εισοδήματος, δεν ενεργοποιείται η αντίστοιχη ενωσιακή αρχή, επειδή το πεδίο παραμένει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Το σημείο αυτό έχει άμεση πρακτική σημασία.

Όταν η υπόθεση αφορά ΦΠΑ ή έκδοση και λήψη εικονικών στοιχείων, υπάρχει επαρκής σύνδεσμος με το ενωσιακό δίκαιο, όπως δέχθηκε η ΣτΕ 2221/2018, οπότε ο φορολογούμενος διαθέτει δύο διακριτές νομικές βάσεις αντί για μία.

Ο κανόνας δεν είναι απόλυτος. Μπορεί να καμφθεί από σαφή αντίθετη νομοθετική διάταξη που είτε αποκλείει την αναδρομική εφαρμογή είτε την προβλέπει υπό προϋποθέσεις που θίγουν ουσιωδώς τα έννομα συμφέροντα του φορολογούμενου.

Η διάταξη αυτή, ως απόκλιση από θεμελιώδη αρχή, πρέπει να δικαιολογείται επαρκώς ενόψει και των προπαρασκευαστικών εργασιών, ώστε να συνάδει με την ισότητα και την αναλογικότητα.

Το πώς λειτουργεί αυτή η κάμψη φαίνεται στην ΣτΕ 2319/2021, που εκδόθηκε από την επταμελή σύνθεση του Β Τμήματος επί προδικαστικού ερωτήματος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Η πλειοψηφία δέχθηκε ότι για παραβάσεις λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή, αναγόμενες στο διάστημα ισχύος του άρθρου 5 παρ. 10 περ. β ν. 2523/1997, εφαρμόζεται ratione temporis ο συνδυασμός του άρθρου 54 παρ. 1 περ. η και παρ. 2 περ. ε ν. 4174/2013 με το άρθρο 3 παρ. 4 ν. 4337/2015.

Η μειοψηφία δύο Συμβούλων υποστήριξε το αντίθετο, ότι ο ν. 4337/2015 εισήγαγε εντελώς νέο και μη συγκρίσιμο πλέγμα διοικητικής και ποινικής αντιμετώπισης, οπότε η αρχή δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής.

Η ύπαρξη αυτής της μειοψηφίαςδείχνει ότι η σύγκριση δύο καθεστώτων και το ερώτημα αν το νεότερο καθεστώς είναι πράγματι επιεικέστερο, απαντάται με βάση τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, τον συνδυασμό διοικητικών και ποινικών συνεπειών και τη ρητή βούληση του νομοθέτη όπως αποτυπώνεται στις αιτιολογικές εκθέσεις.

Πώς προβάλλεται ο ισχυρισμός και σε ποιο στάδιο χάνεται οριστικά;

Ο ισχυρισμός προβάλλεται με το δικόγραφο της προσφυγής ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων. Το διοικητικό δικαστήριο δεν τον εξετάζει αυτεπαγγέλτως, επειδή η ανεύρεση του κατά χρόνον εφαρμοστέου κανόνα δεν ανήκει στα ζητήματα που ερευνώνται αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 79 παρ. 5 περ. α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Αν δεν προβληθεί, χάνεται.

Το βάρος δεν εξαντλείται στην επίκληση. Κατά την ΣτΕ 1438/2018, ο προσφεύγων οφείλει να επικαλεστεί την αρχή κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, προσδιορίζοντας τη νεότερη ρύθμιση που οδηγεί, κατά τους αρκούντως τεκμηριωμένους ισχυρισμούς του, σε ελαφρύτερη γι’ αυτόν κύρωση ενόψει των συνθηκών της περίπτωσής του. Γενική αναφορά σε ηπιότερο μεταγενέστερο νόμο δεν αρκεί.

Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Η επιχείρηση που έχει ήδη καταθέσει ενδικοφανή προσφυγή χωρίς να διατυπώσει τον λόγο και στη συνέχεια καταθέτει δικαστική προσφυγή που τον διατυπώνει αόριστα, βρίσκεται με μια βάσιμη κατ’ ουσίαν άμυνα την οποία το δικαστήριο δεν θα εξετάσει.

Παράλληλα υπάρχει και η οδός του άρθρου 63Β ΚΦΔ, με διαφορετικές προϋποθέσεις και προθεσμίες, που σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί ταχύτερα στο ίδιο αποτέλεσμα.

Ο συγχρονισμός των τριών αυτών οδών, μαζί με την επιλογή του χρόνου προβολής, είναι επιλογή που κρίνεται κατά περίπτωση και επηρεάζει άμεσα το αν η επιχείρηση κινδυνεύει να καταβάλει πρόστιμο υπολογισμένο με καταργημένο κανόνα.

Πώς κρίνεται παράλληλα η ποινική διάσταση;

Στην ποινική διάσταση η αναδρομική εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου λειτουργεί με ρητή βάση, το άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα, χωρίς να εξαρτάται από προβολή ισχυρισμού με τον ίδιο τρόπο. Τα άρθρα 17 έως 21 ν. 2523/1997 καταργήθηκαν. Κάθε παραπομπή σε αυτά νοείται πλέον στις αντίστοιχες διατάξεις του ΚΦΔ.

Ο Άρειος Πάγος έχει δεχθεί ότι οι νεότερες διατάξεις είναι επιεικέστερες ως προς την κακουργηματική μορφή της φοροδιαφυγής, καθώς το όριο για τον ΦΠΑ ανέβηκε από τις εβδομήντα πέντε χιλιάδες στις εκατό χιλιάδες ευρώ, με συνέπεια πράξεις που βρίσκονται στο ενδιάμεσο να τιμωρούνται ως πλημμέλημα και όχι ως κακούργημα (ΑΠ 742/2020). Η μετατόπιση αυτή αλλάζει και τον χρόνο παραγραφής του αδικήματος.

Η ίδια νομοθετική μεταβολή είχε συνέπειες και εκτός φορολογικού δικαίου. Ποσά που εμπίπτουν στα αδικήματα του ΚΦΔ εξαιρούνται πλέον από την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με ρητή αναφορά στα καταργηθέντα άρθρα 17 παρ. 1 και 18 παρ. 1 ν. 2523/1997 (ΑΠ 543/2020).

Η διοικητική και η ποινική διαδρομή δεν κινούνται πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το πρόστιμο ακυρώνεται ενώ η ποινική καταδίκη παραμένει, ζήτημα που ανάγεται στην ακύρωση φορολογικού προστίμου παρά την ποινική καταδίκη.

Ανάλογο ζήτημα εμφανίζεται και στη λαθρεμπορία, όπου ο χαρακτηρισμός του πολλαπλού τέλους ως διοικητικής κύρωσης ή ως ποινής καθορίζει ποιος ευθύνεται και με ποια βάση.

Πότε το ζήτημα είναι πλέον άνευ αντικειμένου λόγω παραγραφής;

Το ζήτημα του εφαρμοστέου κατά χρόνον κανόνα έχει νόημα μόνο όσο υπάρχει ζωντανή διαφορά. Για χρήσεις πριν το 2014, το δικαίωμα καταλογισμού έχει κατά κανόνα παραγραφεί με τον πενταετή κανόνα. Αυτό που παραμένει ενεργό είναι οι εκκρεμείς διαφορές από καταλογισμούς που εκδόθηκαν εντός της προθεσμίας και δικάζονται ακόμη.

Η δεκαετής επέκταση εφαρμόζεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, με κρισιμότερη την ύπαρξη συμπληρωματικών στοιχείων που δεν ήταν διαθέσιμα στη φορολογική αρχή. Ο χαρακτηρισμός ενός εγγράφου ως συμπληρωματικού είναι ακριβώς το σημείο όπου κρίνεται αν η αξίωση έχει παραγραφεί. Η νομολογία διαφοροποιείται ανάλογα με το αν η αρχή μπορούσε να εντοπίσει το στοιχείο νωρίτερα επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια.

Το ίδιο ερώτημα ανακύπτει και σε υποθέσεις εικονικών τιμολογίων, όπου η διοικητική και η ποινική παραγραφή τρέχουν με διαφορετικούς κανόνες και διαφορετική αφετηρία.

Παράλληλα, το ζήτημα του κατά χρόνον εφαρμοστέου κανόνα δεν έκλεισε το 2014. Ο ν. 5301/2026 τροποποίησε το άρθρο 53 ΚΦΔ, προσθέτοντας παράγραφο 1Α και μειώνοντας σε εκατό ευρώ το πρόστιμο για εκπρόθεσμη αρχική δήλωση ΦΠΑ χωρίς φόρο προς καταβολή, με ισχύ αναδρομικά από 19.4.2024.

Οι πράξεις επιβολής προστίμων που είχαν ήδη εκδοθεί ακυρώνονται ή τροποποιούνται, ενώ τα μη οφειλόμενα ποσά διαγράφονται, συμψηφίζονται ή επιστρέφονται εφόσον έχουν εισπραχθεί. Η προηγούμενη πρακτική της διοίκησης, όπως αποτυπωνόταν στην εγκύκλιο Ε.2059/2025, προέβλεπε υψηλότερα ποσά.

Η εμπειρία από υποθέσεις φορολογικών προστίμων δείχνει ότι οι αναδρομικές αυτές μεταβολές δεν παρακολουθούνται από επιχειρήσεις με εκκρεμείς πράξεις, με αποτέλεσμα να καταβάλλονται ποσά που έχουν πάψει να οφείλονται.

Συχνές ερωτήσεις

Ισχύει ακόμη ο ν. 2523/1997;

Ισχύει μερικώς. Οι διατάξεις για πρόσθετους φόρους, πρόστιμα ΚΒΣ και εγκλήματα φοροδιαφυγής έχουν καταργηθεί. Παραμένουν σε ισχύ το άρθρο 13Α για την αναστολή λειτουργίας και την ειδική χρηματική κύρωση, καθώς και το άρθρο 14 για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.

Ποιο είναι το άρθρο 13Α ν. 2523/1997;

Είναι η διάταξη που επιτρέπει στην ΑΑΔΕ να αναστέλλει τη λειτουργία επαγγελματικής εγκατάστασης για 48 ώρες, 96 ώρες ή 10 ημέρες, ή να επιβάλλει αντ’ αυτής ειδική χρηματική κύρωση έως πέντε χιλιάδες ευρώ. Προστέθηκε με το άρθρο 47 ν. 4465/2017 και τροποποιήθηκε τελευταία με τον ν. 5222/2025.

Ποιο πρόστιμο εφαρμόζεται σε παράβαση του 2012 που εκδικάζεται σήμερα;

Κατ’ αρχήν το πρόστιμο του χρόνου τέλεσης. Αν όμως μεταγενέστερη ρύθμιση είναι ηπιότερη, εφαρμόζεται αυτή, εφόσον ο φορολογούμενος την επικαλεστεί ειδικά και ορισμένα με το δικόγραφο της προσφυγής ή με πρόσθετους λόγους.

Εξετάζει το δικαστήριο μόνο του την επιεικέστερη διάταξη;

Όχι. Κατά την ΣτΕ 1438/2018 το διοικητικό δικαστήριο δεν εξετάζει αυτεπαγγέλτως την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης κύρωσης. Απαιτείται προβολή σχετικού λόγου από τον προσφεύγοντα.

Πότε αίρονται τα διασφαλιστικά μέτρα του άρθρου 14;

Υποχρεωτικά και στο σύνολό τους όταν ο υπόχρεος καταβάλει ποσό πάνω από το εβδομήντα τοις εκατό του συνόλου των οφειλόμενων φόρων, τελών και εισφορών με τις νόμιμες προσαυξήσεις ή τα πρόστιμα.

Δεσμεύεται και ο μισθοδοτικός λογαριασμός;

Η δέσμευση του πενήντα τοις εκατό δεν εφαρμόζεται για ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έλεγχος του χρόνου τέλεσης πριν από κάθε άλλη ενέργεια: Ο χρόνος τέλεσης της παράβασης, όχι ο χρόνος έκδοσης της καταλογιστικής πράξης, καθορίζει το εφαρμοστέο καθεστώς. Σε εκκρεμείς υποθέσεις με χρόνο τέλεσης πριν την 1.1.2014, το ζήτημα του επιεικέστερου νόμου τίθεται πάντοτε.

Ειδική και ορισμένη διατύπωση του λόγου: Η επίκληση της αρχής της επιεικέστερης κύρωσης χωρίς προσδιορισμό της συγκεκριμένης νεότερης ρύθμισης και χωρίς σύγκριση με τα δεδομένα της υπόθεσης δεν εξετάζεται. Ο λόγος διατυπώνεται στο δικόγραφο της προσφυγής ή σε πρόσθετους λόγους.

Διάκριση άμεσης φορολογίας και ΦΠΑ: Σε υποθέσεις ΦΠΑ και εικονικών στοιχείων υπάρχει και ενωσιακή βάση για την αρχή. Σε φόρο εισοδήματος η βάση είναι μόνο η ημεδαπή γενική αρχή. Η διάκριση επηρεάζει τη διατύπωση των λόγων.

Μεταβατικές διατάξεις πριν το συμπέρασμα: Ρητή μεταβατική διάταξη του νεότερου νόμου μπορεί να αποκλείσει την αναδρομική εφαρμογή. Ελέγχεται πρώτα το γράμμα του νεότερου νόμου και μετά η αρχή.

Άμεση αντίδραση στην αναστολή λειτουργίας: Η κύρωση του άρθρου 13Α επιβάλλεται μέσα στον έλεγχο, με σημείωμα διαπιστώσεων πριν την αποχώρηση των ελεγκτών. Η καταγραφή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης εκείνη τη στιγμή καθορίζει τι μπορεί να αμφισβητηθεί αργότερα.

Παρακολούθηση αναδρομικών μεταβολών: Ο ν. 5301/2026 ακυρώνει ή τροποποιεί ήδη εκδοθείσες πράξεις με ισχύ από 19.4.2024. Εκκρεμείς και ήδη καταβληθείσες οφειλές επανεξετάζονται, καθώς τα μη οφειλόμενα ποσά διαγράφονται, συμψηφίζονται ή επιστρέφονται.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά το καθεστώς προστίμων του ν. 4548/2018.