Διαιτησία ή Δίκη: Πότε Αξίζει η Διαιτητική Ρήτρα σε Εμπορική Σύμβαση
Εν συντομία:
- Ο Ν. 5016/2023 κατάργησε τον ν. 2735/1999 και διέπει πλέον τη διεθνή εμπορική διαιτησία με τόπο την Ελλάδα.
- Δύο ελληνικές εταιρείες χωρίς κανένα στοιχείο αλλοδαπότητας μπορούν να υπαγάγουν τη διαφορά τους στον Ν. 5016/2023, αν το συμφωνήσουν ρητά (άρθρο 3 παρ. 2 περ. γ’).
- Το τίμημα της διαιτησίας είναι η απώλεια του ελέγχου ουσίας. Κατά της διαιτητικής απόφασης ασκείται μόνο αγωγή ακύρωσης, εντός τριών μηνών, ενώπιον Τριμελούς Εφετείου.
- Το βασικό εμπορικό επιχείρημα υπέρ της διαιτησίας είναι η εκτέλεση εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της Σύμβασης της Νέας Υόρκης.
- Ρήτρες που παραπέμπουν στον ν. 2735/1999 δεν είναι άκυρες, νοούνται όμως ως αναφερόμενες στον νέο νόμο, με διαφορετικούς λόγους ακύρωσης και διαφορετικό αρμόδιο δικαστήριο.
Πότε επιλέγεται η διαιτησία αντί των πολιτικών δικαστηρίων;
Η διαιτησία επιλέγεται όταν ο αντισυμβαλλόμενος ή τα περιουσιακά του στοιχεία βρίσκονται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν η διαφορά απαιτεί τεχνική εξειδίκευση που τα δικαστήρια δεν διαθέτουν και όταν η επιχείρηση δέχεται να παραιτηθεί από τον έλεγχο της ουσίας. Δεν επιλέγεται για ταχύτητα ή για απαιτήσεις χαμηλής αξίας, καθώς το κόστος καταβάλλεται εξαρχής και ανεξάρτητα από την έκβαση.
Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων που αποκλείονται αμοιβαία (ΑΠ 1281/2019). Η επιλογή είναι απόφαση που καθορίζει ποιος θα κρίνει τη διαφορά, με ποια διαδικασία και τι περιθώριο διόρθωσης θα υπάρχει αν η κρίση αποδειχθεί εσφαλμένη.
Οι τρεις διαθέσιμες οδοί δεν είναι ισοδύναμες. Η ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας κρατά τη διαφορά στα πολιτικά δικαστήρια και απλώς μετακινεί τον τόπο εκδίκασης. Η διαμεσολάβηση δεν παράγει δεσμευτική κρίση χωρίς συμφωνία των μερών. Η διαιτησία αφαιρεί τη διαφορά από τα κρατικά δικαστήρια και την αναθέτει σε ιδιώτες κριτές, με αποτέλεσμα εξοπλισμένο με δεδικασμένο και εκτελεστότητα.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η διαιτησία είναι καλύτερη γενικά, αλλά αν η συγκεκριμένη συναλλαγή δικαιολογεί την προπληρωμή του κόστους της.
Σε σύμβαση αξίας που δεν καλύπτει την αμοιβή τριμελούς διαιτητικού δικαστηρίου, η ρήτρα διαιτησίας λειτουργεί ως φραγμός πρόσβασης σε δικαστική προστασία εις βάρος του μέρους με τη μικρότερη οικονομική επιφάνεια.
Πότε είναι δεκτική διαιτησίας η συγκεκριμένη εμπορική διαφορά;
Μετά τον Ν. 5016/2023 ισχύει τεκμήριο διαιτητευσιμότητας. Κατά το άρθρο 3 παρ. 4, δεκτική υπαγωγής σε διαιτησία είναι κάθε διαφορά, εκτός αν ο νόμος το απαγορεύει. Η ρύθμιση αντιστρέφει τη λογική του άρθρου 867 ΚΠολΔ, το οποίο απαιτεί οι συμβαλλόμενοι να έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς.
Πρακτικά, η μετατόπιση αλλάζει το βάρος. Υπό το προγενέστερο σχήμα, το μέρος που επικαλείτο τη ρήτρα διαιτησίας έπρεπε να θεμελιώσει ότι η διαφορά ήταν δεκτική ελεύθερης διάθεσης. Υπό τον Ν. 5016/2023, το μέρος που αμφισβητεί τη δικαιοδοσία των διαιτητών πρέπει να υποδείξει τη νομοθετική διάταξη που εξαιρεί τη συγκεκριμένη κατηγορία διαφορών.
Ο κανόνας δεν καταργεί τις ειδικές απαγορεύσεις. Εξακολουθούν να ισχύουν οι εξαιρέσεις που θεσπίζει η ειδική νομοθεσία, καθώς και ο έλεγχος του δικαστηρίου κατά το άρθρο 43 παρ. 2 περ. β’ υποπερ. βα’, σύμφωνα με το οποίο η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται όταν το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι δεκτικό διαιτησίας κατά το ελληνικό δίκαιο και μάλιστα αυτεπαγγέλτως.
Η διαφορά μεταξύ γενικού τεκμηρίου και ειδικής απαγόρευσης κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, δηλαδή από τη φύση της αξίωσης που πράγματι εγείρεται.
Η ίδια συμβατική σχέση μπορεί να γεννήσει αξιώσεις πλήρως διαιτητεύσιμες και, παράλληλα, αξιώσεις που κατά νόμο ανήκουν αποκλειστικά στα κρατικά δικαστήρια, με αποτέλεσμα τη διάσπαση της διαφοράς σε δύο διαδικασίες.
Πότε εφαρμόζεται ο Ν. 5016/2023 και πότε τα άρθρα 867 επ. ΚΠολΔ;
Ο Ν. 5016/2023 εφαρμόζεται όταν ο τόπος της διαιτησίας βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια και η διαιτησία είναι διεθνής. Διεθνής είναι, κατά το άρθρο 3 παρ. 2, η διαιτησία όταν τα μέρη έχουν την εγκατάστασή τους σε διαφορετικά κράτη, όταν ο τόπος διαιτησίας ή ο τόπος εκπλήρωσης ουσιώδους μέρους των υποχρεώσεων βρίσκεται εκτός του κράτους εγκατάστασης, ή όταν τα μέρη ρητά συμφώνησαν την εφαρμογή του νόμου.
Η τρίτη περίπτωση είναι εκείνη που παραβλέπεται συστηματικά. Δύο ελληνικές εταιρείες, με έδρα στην Αθήνα και σύμβαση εκτελεστέα στην Ελλάδα, μπορούν να υπαγάγουν τη διαφορά τους στον Ν. 5016/2023 απλώς επειδή το συμφώνησαν ρητά. Χωρίς τέτοια συμφωνία, η διαιτησία τους παραμένει εσωτερική και διέπεται από τα άρθρα 867 επ. ΚΠολΔ.
Η επιλογή έχει συγκεκριμένες συνέπειες:
| Στοιχείο | Ν. 5016/2023 (διεθνής) | Άρθρα 867 επ. ΚΠολΔ (εσωτερική) |
|---|---|---|
| Πεδίο | Τόπος διαιτησίας στην Ελλάδα και στοιχείο αλλοδαπότητας ή ρητή επιλογή των μερών | Λοιπές περιπτώσεις |
| Διαιτητευσιμότητα | Τεκμήριο υπέρ κάθε διαφοράς (άρθρο 3 παρ. 4) | Απαιτείται εξουσία ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου |
| Δικαστήριο ακύρωσης | Τριμελές Εφετείο του τόπου έκδοσης και, αν δεν προσδιορίζεται, Τριμελές Εφετείο Αθηνών (άρθρο 9 παρ. 2) | Εφετείο της περιφέρειας όπου εκδόθηκε η απόφαση (άρθρο 898 ΚΠολΔ) |
| Διαδικασία ακύρωσης | Περιουσιακές διαφορές, άρθρα 614 έως 622Β ΚΠολΔ | Περιουσιακές διαφορές, άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ |
| Λόγοι ακύρωσης | Άρθρο 43 παρ. 2, με πρότυπο τον Πρότυπο Νόμο UNCITRAL | Άρθρο 897 ΚΠολΔ |
| Δημόσια τάξη | Διεθνής δημόσια τάξη, ερευνάται αυτεπαγγέλτως | Λόγοι ακύρωσης προτείνονται από τον ενάγοντα |
| Παραίτηση από αγωγή ακύρωσης | Επιτρεπτή με έγγραφη, ρητή και ειδική συμφωνία (άρθρο 43 παρ. 7) | Δεν προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση |
Οι μόνιμες διαιτησίες του άρθρου 902 ΚΠολΔ και των άρθρων 131 και 132 του ν. 4194/2013 εξακολουθούν να διέπονται από τις οικείες διατάξεις, κατά το άρθρο 48 παρ. 2 του Ν. 5016/2023. Η υπαγωγή σε μόνιμο διαιτητικό όργανο απαιτεί επομένως χωριστό έλεγχο.
Πώς διατυπώνεται διαιτητική ρήτρα που αντέχει σε αμφισβήτηση;
Η ρήτρα καθορίζει την έκταση της δικαιοδοσίας των διαιτητών και τα όριά της κρίνονται σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της προσφυγής. Ευρεία διατύπωση παραμένει έγκυρη, δεν καλύπτει όμως αυτόματα ούτε μεταγενέστερες χωριστές συμβάσεις ούτε πρόσωπα που δεν συμβλήθηκαν. Ο τύπος είναι έγγραφος, με το άρθρο 10 να δέχεται και ηλεκτρονική καταγραφή.
Κατά το άρθρο 10 παρ. 1, η συμφωνία διαιτησίας λαμβάνει τη μορφή είτε διαιτητικής ρήτρας μέσα σε σύμβαση είτε χωριστής συμφωνίας, και αποτυπώνεται σε έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο τα μέρη έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς.
Ως έγγραφο λογίζεται και η ηλεκτρονική καταγραφή που επιτρέπει την εκ των υστέρων διαπίστωση της προέλευσής της και την πρόσβαση στο περιεχόμενο. Δύο ρυθμίσεις του ίδιου άρθρου παράγουν συχνά μη αναμενόμενα αποτελέσματα.
Η παρ. 3 δέχεται ότι παραπομπή από σύμβαση σε ρήτρα διαιτησίας άλλου εγγράφου αποτελεί διαιτητική συμφωνία, εφόσον η παραπομπή καθιστά τη ρήτρα μέρος της σύμβασης, ενώ η παρ. 4 δέχεται ότι η ανεπιφύλακτη συμμετοχή των μερών στη διαδικασία αποδεικνύει την κατάρτιση της συμφωνίας.
Το κύρος της συμφωνίας κρίνεται, κατά το άρθρο 11 παρ. 1, με βάση το δίκαιο στο οποίο την υπήγαγαν τα μέρη, ή του τόπου της διαιτησίας, ή εκείνο που διέπει την ουσιαστική συμφωνία. Η πτώχευση και οι λοιπές διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν επιδρούν στη συμφωνία διαιτησίας, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Πού ακυρώνονται στην πράξη οι ρήτρες
Η συμφωνία διαιτησίας είναι αυτοτελής και διακρίνεται από την κύρια σύμβαση στην οποία αναφέρεται, έστω και αν ενσωματώνεται στο ίδιο κείμενο, με συνέπεια το κύρος της να μην εξαρτάται από το κύρος της κύριας σύμβασης (ΑΠ 1281/2019). Δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ανακύπτει όταν προβάλλονται λόγοι ακυρότητας που πλήττουν και την ίδια τη ρήτρα.
Η αυτοτέλεια έχει και αντίστροφη όψη. Η διαιτητική συμφωνία δεν επεκτείνει την ισχύ της σε διαφορές από άλλη, μεταγενέστερη σύμβαση μεταξύ των ίδιων μερών, έστω και με συναφές αντικείμενο, εκτός αν η μεταγενέστερη είναι συμπληρωματική και συνδέεται αναπόσπαστα με την αρχική, ώστε να πρόκειται για μία ενιαία σύμβαση (ΑΠ 113/2016). Μια σύμβαση πλαίσιο με ρήτρα διαιτησίας και δεκάδες επιμέρους παραγγελίες χωρίς ρήτρα δημιουργεί ακριβώς αυτό το ζήτημα.
Το τρίτο σημείο θραύσης αφορά τα πρόσωπα. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ΑΠ 533/2024, το επίδικο ήταν αν η ρήτρα κατελάμβανε και τις εγγυήτριες εταιρείες, οι οποίες συμβλήθηκαν με διαφορετική ιδιότητα από την πρωτοφειλέτρια.
Η εμπειρία από υποθέσεις διεθνών εμπορικών συμβάσεων δείχνει ότι η ρήτρα συντάσσεται με βάση τα δύο κύρια μέρη και αγνοεί εγγυητές, θυγατρικές και εκδοχείς, οι οποίοι εμφανίζονται στη διαφορά χωρίς να δεσμεύονται από αυτήν.
Η διατύπωση της ρήτρας απαιτεί ad hoc επεξεργασία τεσσάρων στοιχείων:
- της έκτασης των καλυπτόμενων διαφορών,
- του κύκλου των δεσμευόμενων προσώπων,
- της σχέσης με μεταγενέστερα ή συμπληρωματικά συμφωνητικά και
- του εφαρμοστέου στη ρήτρα δικαίου κατά το άρθρο 11.
Παράλειψη σε οποιοδήποτε από αυτά μεταφέρει τη διαφορά στα δικαστήρια, αφού πρώτα καταναλωθεί χρόνος και κόστος σε διαιτησία που τελικά κρίνεται αναρμόδια.
Τι χάνει η επιχείρηση όταν επιλέγει διαιτησία;
Χάνει τον έλεγχο της ουσίας. Κατά της διαιτητικής απόφασης ασκείται μόνο αγωγή ακύρωσης, κατά το άρθρο 43 παρ. 1 του Ν. 5016/2023, εντός τριών μηνών από την επίδοσή της, ενώπιον Τριμελούς Εφετείου και για λόγους που απαριθμούνται περιοριστικά. Έφεση ή επανεκδίκαση της υπόθεσης δεν υπάρχει.
Το εύρος του ελέγχου φαίνεται καθαρά στη νομολογία για την υπέρβαση εξουσίας. Στον όρο υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο που δεν τους υποβλήθηκε ή κείται πέραν της συμφωνίας.
Δεν αποτελεί υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή η κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης (ΑΠ 533/2024). Μια διαιτητική απόφαση που εφαρμόζει λανθασμένα τον Αστικό Κώδικα παραμένει ισχυρή και εκτελεστή.
Στη διεθνή διαιτησία ο έλεγχος είναι κατά ένα σημείο ευρύτερος. Οι λόγοι ακύρωσης, μεταξύ των οποίων η αντίθεση προς τη δημόσια τάξη, στην εσωτερική διαιτησία πρέπει να προτείνονται με την αγωγή και δεν εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, ενώ στη διεθνή διαιτησία το δικαστήριο κρίνει αυτεπαγγέλτως αν η απόφαση αντίκειται στη διεθνή δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 ΑΚ (ΑΠ 192/2021).
Η ίδια απόφαση απορρίπτει την εκδοχή ότι ως διατάξεις δημόσιας τάξης νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γιατί τότε η διαιτητική διαδικασία θα περιαγόταν σε απλό προστάδιο της πολιτικής δίκης.
Υπάρχει και μια διαδικαστική προϋπόθεση που ακυρώνει τη ρήτρα χωρίς κανείς να την προσβάλει. Κατά το άρθρο 12 παρ. 1, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκείται αγωγή για διαφορά που καλύπτεται από συμφωνία διαιτησίας παραπέμπει τη διαφορά στη διαιτησία μόνο μετά από αίτημα διαδίκου και μόνο εφόσον αυτό υποβληθεί κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο.
Η εμπειρία από υποθέσεις όπου ο αντισυμβαλλόμενος καταθέτει αγωγή αγνοώντας τη ρήτρα δείχνει ότι η παράλειψη έγκαιρης προβολής του αιτήματος κρατά οριστικά την υπόθεση στα πολιτικά δικαστήρια.
Η εκκρεμοδικία πάντως δεν εμποδίζει την έναρξη ή τη συνέχιση της διαιτησίας και την έκδοση διαιτητικής απόφασης, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, με αποτέλεσμα δύο παράλληλες διαδικασίες για την ίδια διαφορά.
Το άρθρο 43 παρ. 5 προσφέρει μια ενδιάμεση λύση. Το δικαστήριο μπορεί, αντί να ακυρώσει την απόφαση για ελάττωμα που μπορεί να αρθεί, να αναπέμψει τη διαφορά στο διαιτητικό δικαστήριο θέτοντας προθεσμία έκδοσης νέας απόφασης που δεν υπερβαίνει τις ενενήντα ημέρες.
Αν, πάλι, η ακύρωση χωρήσει, συνέπειά της είναι η αναβίωση της διαιτητικής συμφωνίας ως προς τη διαφορά που κρίθηκε, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν διαφορετικά.
Πότε ζητούνται ασφαλιστικά μέτρα παρά τη συμφωνία διαιτησίας;
Οποτεδήποτε. Κατά το άρθρο 13 του Ν. 5016/2023, η συμφωνία διαιτησίας δεν εμποδίζει τα μέρη να ζητήσουν από το αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα σχετικά με το αντικείμενο της συμφωνίας, πριν ή μετά την έναρξη της διαιτησίας. Η ρήτρα δεν αφαιρεί επομένως το εργαλείο της προσωρινής εξασφάλισης της απαίτησης.
Παράλληλα, το άρθρο 25 αναγνωρίζει στο ίδιο το διαιτητικό δικαστήριο εξουσία να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα. Οι δύο οδοί συνυπάρχουν και εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες. Το μέτρο που διατάσσει το πολιτικό δικαστήριο απευθύνεται και σε τρίτους, όπως τα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ το μέτρο του διαιτητικού δικαστηρίου δεσμεύει κατ’ αρχήν τα μέρη της διαιτησίας.
Η πρακτική συνέπεια αφορά τον χρόνο. Το διαιτητικό δικαστήριο δεν υπάρχει πριν συγκροτηθεί, και η συγκρότησή του απαιτεί εβδομάδες ή μήνες. Στο διάστημα αυτό, η μόνη διαθέσιμη προστασία είναι εκείνη των πολιτικών δικαστηρίων κατά το άρθρο 13.
Επιχείρηση που διαπιστώνει ότι ο οφειλέτης της απομακρύνει περιουσιακά στοιχεία κινδυνεύει να μείνει χωρίς κάλυψη, αν θεωρήσει ότι η ρήτρα διαιτησίας την υποχρεώνει να περιμένει τη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου.
Πού εκτελείται ευκολότερα, διαιτητική ή δικαστική απόφαση;
Εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διαιτητική απόφαση εκτελείται σαφώς ευκολότερα. Η αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων γίνεται, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του Ν. 5016/2023, σύμφωνα με το ν.δ. 4220/1961 που κύρωσε τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958. Εντός της Ένωσης, η υπεροχή αντιστρέφεται, καθώς οι δικαστικές αποφάσεις κυκλοφορούν ελεύθερα.
Η διαιτητική απόφαση, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εκδόθηκε, αναγνωρίζεται ως δεσμευτική και κηρύσσεται εκτελεστή ύστερα από έγγραφη αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο, με προσκόμιση του πρωτοτύπου ή επικυρωμένου αντιγράφου και, εφόσον το δικαστήριο το κρίνει αναγκαίο, επίσημης μετάφρασης.
Στην ημεδαπή διαιτησία, η απόφαση παράγει δεδικασμένο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 896 ΚΠολΔ και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατά το άρθρο 904 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΠολΔ (ΑΠ 1281/2019).
Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 εξαιρεί τη διαιτησία από το πεδίο εφαρμογής του και δεν θίγει την αρμοδιότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών να αποφασίζουν για την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων κατ’ εφαρμογή της Σύμβασης της Νέας Υόρκης.
Έξω από την Ένωση, η αναγνώριση δικαστικής απόφασης εξαρτάται από το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης ή από διμερή σύμβαση, χωρίς ενιαίο πλαίσιο.
Όποιος διατηρεί τη διαφορά στα κρατικά δικαστήρια αναλαμβάνει επομένως και τον έλεγχο των κανόνων για τη διεθνή δικαιοδοσία σε κάθε κράτος όπου ενδέχεται να χρειαστεί εκτέλεση.
| Κριτήριο | Πολιτικό δικαστήριο | Διαμεσολάβηση | Διαιτησία |
|---|---|---|---|
| Δεσμευτικό αποτέλεσμα | Ναι, με την τελεσιδικία | Μόνο αν επιτευχθεί συμφωνία | Ναι, από την έκδοση της απόφασης |
| Έλεγχος ουσίας | Έφεση και αναίρεση | Δεν τίθεται | Καμία, μόνο αγωγή ακύρωσης για περιοριστικούς λόγους |
| Εκτέλεση εκτός ΕΕ | Κατά το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης | Κατά το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης | Σύμβαση Νέας Υόρκης |
| Δημοσιότητα | Δημόσια συνεδρίαση | Εμπιστευτική | Κατ’ αρχήν μη δημόσια |
| Κατανομή κόστους | Δικαστικά έξοδα και τέλη | Αμοιβή διαμεσολαβητή | Αμοιβή διαιτητών και οργανισμού, προκαταβλητέα |
| Επιλογή κριτή | Όχι | Ναι | Ναι |
Πότε πρέπει να αναθεωρηθεί υφιστάμενη ρήτρα διαιτησίας;
Κάθε ρήτρα που παραπέμπει στον ν. 2735/1999 χρειάζεται επανεξέταση. Κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του Ν. 5016/2023, συμφωνίες διαιτησίας που αναφέρονται στον ν. 2735/1999 νοούνται ως αναφερόμενες στον νέο νόμο. Η ρήτρα δεν είναι άκυρη. Το περιεχόμενο όμως στο οποίο παραπέμπει έχει αλλάξει, σε σημεία που καθορίζουν την έκβαση.
Η ίδια διάταξη ορίζει ότι διαιτησίες οι οποίες άρχισαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 5016/2023 εξακολουθούν να διέπονται από τον ν. 2735/1999. Ο κρίσιμος χρόνος είναι επομένως η έναρξη της διαιτησίας, όχι η ημερομηνία της σύμβασης ούτε η γένεση της διαφοράς.
Τα σημεία που μεταβλήθηκαν και έχουν πρακτικό αντίκρισμα είναι συγκεκριμένα.
- Πρώτον, το αρμόδιο για την αγωγή ακύρωσης δικαστήριο ορίζεται ρητά ως Τριμελές Εφετείο, με εφαρμοστέα τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 έως 622Β ΚΠολΔ.
- Δεύτερον, οι λόγοι ακύρωσης του άρθρου 43 διαφοροποιούνται από εκείνους του άρθρου 34 του καταργημένου νόμου.
- Τρίτον, εισάγεται δυνατότητα παραίτησης από την αγωγή ακύρωσης με έγγραφη, ρητή και ειδική συμφωνία, με διατήρηση της δυνατότητας προβολής των λόγων κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ο τρίτος αυτός μηχανισμός μεταβάλλει ουσιωδώς τη διαπραγματευτική εικόνα. Μέρος με ισχυρή θέση μπορεί να επιδιώξει την ένταξη ρήτρας παραίτησης, ώστε η διαιτητική απόφαση να καθίσταται πρακτικά απρόσβλητη.
Ρήτρες που συντάχθηκαν πριν από το 2023 δεν έχουν λάβει υπόψη ούτε αυτή τη δυνατότητα ούτε το τεκμήριο διαιτητευσιμότητας του άρθρου 3 παρ. 4, με αποτέλεσμα να ρυθμίζουν μια διαδικασία διαφορετική από εκείνη που θα εφαρμοστεί πράγματι. Το ίδιο ισχύει για καταστατικά εταιρειών με ρήτρα διαιτησίας, όπου η υπαγωγή καλύπτει και ζητήματα όπως ο διορισμός ή η αντικατάσταση εκκαθαριστή.
Συχνές Ερωτήσεις
Μπορούν δύο ελληνικές εταιρείες να επιλέξουν τον Ν. 5016/2023 χωρίς στοιχείο αλλοδαπότητας;
Ναι. Το άρθρο 3 παρ. 2 περ. γ’ χαρακτηρίζει διεθνή τη διαιτησία και όταν τα μέρη ρητά συμφώνησαν την εφαρμογή του νόμου, ανεξάρτητα από τη συνδρομή των λοιπών περιπτώσεων. Η συμφωνία πρέπει να είναι ρητή, δηλαδή να προκύπτει από τη διατύπωση της ρήτρας και όχι από ερμηνεία. Η επιλογή μεταφέρει την αγωγή ακύρωσης στο Τριμελές Εφετείο και ενεργοποιεί την αυτεπάγγελτη έρευνα της διεθνούς δημόσιας τάξης.
Ασκείται έφεση κατά διαιτητικής απόφασης;
Όχι. Κατά το άρθρο 43 παρ. 1 του Ν. 5016/2023, κατά της διαιτητικής απόφασης ασκείται μόνο αγωγή ακύρωσης. Η προθεσμία είναι τρεις μήνες από την επίδοση της απόφασης και οι λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά. Η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου από τους διαιτητές δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης, ούτε ως υπέρβαση εξουσίας (ΑΠ 533/2024).
Τι γίνεται αν ο αντισυμβαλλόμενος καταθέσει αγωγή παρά τη ρήτρα διαιτησίας;
Το δικαστήριο δεν ενεργεί αυτεπαγγέλτως. Παραπέμπει τη διαφορά στη διαιτησία μόνο μετά από αίτημα διαδίκου που υποβάλλεται κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, εκτός αν διαπιστώσει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργός ή μη επιδεκτική εφαρμογής (άρθρο 12 παρ. 1). Παράλληλα, η εκκρεμοδικία δεν εμποδίζει την έναρξη ή τη συνέχιση της διαιτησίας.
Ισχύει ρήτρα που παραπέμπει στον καταργημένο ν. 2735/1999;
Ισχύει. Το άρθρο 48 παρ. 1 ορίζει ότι συμφωνίες διαιτησίας που αναφέρονται στον ν. 2735/1999 νοούνται ως αναφερόμενες στον Ν. 5016/2023. Διαιτησίες που άρχισαν πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου εξακολουθούν όμως να διέπονται από τον παλαιό. Η ρήτρα λειτουργεί επομένως, αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που είχαν υπόψη τα μέρη κατά τη σύναψη.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Έλεγχος υφιστάμενων συμβάσεων: Κάθε ενεργή σύμβαση με ρήτρα που παραπέμπει στον ν. 2735/1999 χρειάζεται ανάγνωση υπό το φως των άρθρων 43 και 9 παρ. 2 του Ν. 5016/2023, καθώς άλλαξαν τόσο οι λόγοι ακύρωσης όσο και το αρμόδιο δικαστήριο.
Ρητή επιλογή εφαρμοστέου καθεστώτος: Όταν τα μέρη είναι και τα δύο ελληνικά, η υπαγωγή στον Ν. 5016/2023 απαιτεί ρητή διατύπωση στη ρήτρα κατά το άρθρο 3 παρ. 2 περ. γ’. Χωρίς αυτήν, εφαρμόζονται τα άρθρα 867 επ. ΚΠολΔ με διαφορετικό δικονομικό αποτέλεσμα.
Κύκλος δεσμευόμενων προσώπων: Εγγυητές, θυγατρικές και εκδοχείς απαιτήσεων δεν καλύπτονται αυτοδικαίως από ρήτρα που αναφέρεται στα δύο κύρια συμβαλλόμενα μέρη. Η ονομαστική τους αναφορά στη ρήτρα αποτρέπει διάσπαση της διαφοράς σε δύο διαδικασίες.
Συμβάσεις πλαίσιο και επιμέρους παραγγελίες: Η ρήτρα της σύμβασης πλαισίου δεν καλύπτει διαφορές από μεταγενέστερα χωριστά συμφωνητικά, εκτός αν αυτά είναι συμπληρωματικά και αναπόσπαστα συνδεδεμένα (ΑΠ 113/2016). Ρητή παραπομπή σε κάθε επιμέρους έγγραφο, κατά το άρθρο 10 παρ. 3, λύνει το ζήτημα.
Έγκαιρη προβολή του αιτήματος παραπομπής: Το αίτημα υπαγωγής στη διαιτησία υποβάλλεται κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο. Καθυστέρηση σημαίνει ότι η διαφορά παραμένει στα πολιτικά δικαστήρια, παρά την ύπαρξη έγκυρης ρήτρας.
Ασφαλιστικά μέτρα πριν από τη συγκρότηση: Στο διάστημα μεταξύ της γένεσης της διαφοράς και της συγκρότησης του διαιτητικού δικαστηρίου, η προσωρινή προστασία ζητείται από το πολιτικό δικαστήριο κατά το άρθρο 13, χωρίς αυτό να θίγει τη ρήτρα.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με Διεθνή Εμπορική Διαιτησία.