Σύμβαση SaaS με Πάροχο: Τι Ελέγχει η Επιχείρηση

Σύμβαση SaaS: Ποιους Όρους Διαπραγματεύεται η Επιχείρηση Πριν Υπογράψει

Περιληπτικά:

  • Η σύμβαση SaaS δεσμεύει την επιχείρηση όπως ακριβώς υπογράφεται. Στις αμιγώς επιχειρηματικές συναλλαγές η προστασία καταναλωτή δεν εφαρμόζεται και η διαπραγμάτευση πριν την υπογραφή αποτελεί το μόνο ουσιαστικό εργαλείο προστασίας.
  • Τα σημεία που κρίνουν τη σύμβαση: επίπεδα εξυπηρέτησης (SLA) με αυτόματες συνέπειες, όροι εξόδου και μεταφοράς δεδομένων, επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, όρια ευθύνης του παρόχου, διάρκεια και καταγγελία.
  • Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2854 (Data Act) εφαρμόζεται από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025 και μετατρέπει την αλλαγή παρόχου σε κανονιστικό δικαίωμα του πελάτη. Οι χρεώσεις αλλαγής καταργούνται πλήρως από τις 12 Ιανουαρίου 2027.
  • Οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης ισχύουν για ελαφρά αμέλεια, είναι όμως άκυρες κατά το μέρος που καλύπτουν δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρο 332 ΑΚ).
  • Όταν η υπηρεσία επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα, η σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 GDPR είναι υποχρεωτική και όχι προαιρετική.

Πότε αρκούν οι τυποποιημένοι όροι του παρόχου και πότε απαιτείται διαπραγμάτευση;

Οι τυποποιημένοι όροι του παρόχου αρκούν όταν η υπηρεσία έχει χαμηλή κρισιμότητα, δηλαδή όταν δεν φιλοξενεί παραγωγικά ή προσωπικά δεδομένα, αντικαθίσταται εύκολα και το κόστος της παραμένει περιορισμένο. Η διαπραγμάτευση γίνεται αναγκαία όταν η επιχείρηση αναθέτει στον πάροχο κρίσιμη λειτουργία ή δεδομένα πελατών, όταν ο κλάδος της υπόκειται σε κανονιστικές απαιτήσεις και όταν το κόστος μετάβασης σε άλλη λύση είναι υψηλό.

Η σύμβαση SaaS, δηλαδή το λογισμικό ως υπηρεσία (SaaS – Software as a Service), συνιστά τη συμφωνία με την οποία ο πάροχος παρέχει πρόσβαση σε λογισμικό και συναφείς υπηρεσίες μέσω διαδικτύου, έναντι περιοδικής αμοιβής. Το λογισμικό και τα δεδομένα φιλοξενούνται σε υποδομές που ελέγχει ο πάροχος και ο πελάτης αποκτά πρόσβαση χωρίς τοπική εγκατάσταση.

Νομικά πρόκειται για σύνθετη ή μεικτή σύμβαση, καθώς συνδυάζει στοιχεία σύμβασης έργου και παροχής υπηρεσιών (φιλοξενία, τεχνική υποστήριξη, επεξεργασία δεδομένων κλπ) με στοιχεία παραχώρησης άδειας χρήσης λογισμικού. Η σημασία της μεικτής φύσης έγκειται στο ότι, σε κάθε επιμέρους ζήτημα, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του αντίστοιχου συμβατικού τύπου και, επομένως, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός κάθε παροχής καθορίζει τα δικαιώματα των μερών σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης.

Καθοριστικό στοιχείο για τη στρατηγική της επιχείρησης είναι το γεγονός ότι η έννοια του καταναλωτή καλύπτει μόνο φυσικά πρόσωπα που ενεργούν εκτός της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας (άρθρο 1α του Ν. 2251/1994). Η επιχείρηση που προμηθεύεται SaaS μένει εκτός αυτής της προστασίας. Ο δικαστικός έλεγχος των τυποποιημένων όρων στηρίζεται στις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και όχι στην καταναλωτική νομοθεσία, με συνέπεια ό,τι υπογράφεται να δεσμεύει, ακόμα και αν είναι καταχρηστικό κατά το δίκαιο του καταναλωτή.

SaaS ή άδεια χρήσης λογισμικού: ποιο μοντέλο εξυπηρετεί την επιχείρηση;

Η επιλογή κρίνεται από τρία κριτήρια:

  • ποιος ελέγχει τα δεδομένα,
  • ποιες κανονιστικές απαιτήσεις βαρύνουν τον κλάδο και
  • πώς κατανέμεται το κόστος στον χρόνο.

Το SaaS προσφέρει χαμηλό αρχικό κόστος και ευελιξία με αντάλλαγμα την εξάρτηση από τον πάροχο. Η άδεια χρήσης λογισμικού με τοπική εγκατάσταση διατηρεί τον έλεγχο εντός της επιχείρησης με υψηλότερη πάγια επένδυση.

ΚριτήριοΣύμβαση SaaSΆδεια χρήσης (on-premise)
Παράδοση λογισμικούΥπηρεσία μέσω διαδικτύου, χωρίς τοπική εγκατάστασηΤοπική εγκατάσταση και εκτέλεση στις υποδομές του χρήστη
Έλεγχος δεδομένωνΑποθήκευση στους διακομιστές του παρόχου. Η ασφάλεια και η συμμόρφωση βαρύνουν κυρίως τον πάροχοΠλήρης έλεγχος από την επιχείρηση, η οποία φέρει και την ευθύνη ασφάλειας
Υποστήριξη και ενημερώσειςΠεριλαμβάνονται στην υπηρεσίαΞεχωριστές υπηρεσίες με πρόσθετο κόστος
Ευελιξία κλιμάκωσηςΠροσθαφαίρεση χρηστών και λειτουργιών κατά τις ανάγκεςΠρόσθετες άδειες και πιθανές αναβαθμίσεις εξοπλισμού
Εξάρτηση από τον πάροχοΥψηλή (vendor lock-in), μετριάζεται πλέον από τον Data ActΠεριορισμένη, τα δεδομένα παραμένουν τοπικά
ΔιαθεσιμότηταΕξαρτάται από τον πάροχο και τη σύνδεση, απαιτείται SLAΕξαρτάται από την υποδομή της επιχείρησης

Το SaaS επιλέγεται κατά κανόνα όταν προέχουν η ταχύτητα ανάπτυξης και το προβλέψιμο λειτουργικό κόστος. Η εγκατεστημένη άδεια προτιμάται όταν κανονιστικές απαιτήσεις επιβάλλουν φυσικό έλεγχο των δεδομένων ή όταν το λογισμικό συνδέεται με κρίσιμα εσωτερικά συστήματα.

Η σύμβαση SaaS διαφέρει εξάλλου από τις συμβάσεις API licensing, καθώς η πρώτη αφορά παροχή υπηρεσίας, ενώ η δεύτερη συνιστά άδεια εκμετάλλευσης τεχνολογικού πόρου με διαφορετικούς κανόνες δικαίου.

Ποιους όρους SLA πρέπει να διαπραγματευτεί η επιχείρηση;

Η συμφωνία επιπέδου υπηρεσιών (SLA – Service Level Agreement) προσδιορίζει την εγγυημένη διαθεσιμότητα, τους χρόνους απόκρισης και την ποιότητα της τεχνικής υποστήριξης. Χωρίς αυτόματες συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης, το SLA μένει απλά διακηρυκτικό. Η επιχείρηση πρέπει να διαπραγματεύεται μετρήσιμα όρια και κυρώσεις που ενεργοποιούνται χωρίς προσφυγή στα δικαστήρια.

Η εγγυημένη διαθεσιμότητα (uptime) εκφράζεται σε ποσοστό και η διαφορά των δεκαδικών έχει ουσία. Παράδειγμα: το 99,9% σε ετήσια βάση επιτρέπει έως 8,8 ώρες διακοπής, ενώ το 99,5% έως 43,8 ώρες.

Κρίσιμα σημεία ελέγχου αποτελούν:

  • ο τρόπος μέτρησης και οι εξαιρέσεις, όπως η προγραμματισμένη συντήρηση,
  • οι χρόνοι απόκρισης ανά βαθμό σοβαρότητας του προβλήματος και
  • το ωράριο και τα κανάλια της τεχνικής υποστήριξης.

Η παραβίαση του SLA πρέπει να ενεργοποιεί προκαθορισμένες συνέπειες, όπως πιστώσεις υπηρεσίας (service credits), επιστροφή μέρους της αμοιβής, δωρεάν παράταση ή ποινικές ρήτρες. Η ποινική ρήτρα παρέχει το πλεονέκτημα της κατ’ αποκοπή αποζημίωσης χωρίς απόδειξη ζημίας, υπόκειται όμως σε δικαστική μείωση όταν είναι δυσανάλογα μεγάλη (άρθρο 409 ΑΚ).

Η εμπειρία από διαπραγματεύσεις συμβάσεων πληροφορικής δείχνει ότι οι πάροχοι αποδέχονται ευκολότερα κλιμακωτές πιστώσεις υπηρεσίας παρά ποινικές ρήτρες, οπότε η επιλογή του μηχανισμού κυρώσεων αποτελεί αντικείμενο στρατηγικής στάθμισης και διαπραγμάτευσης κατά περίπτωση.

Πώς αλλάζει ο Data Act τη διαπραγμάτευση για το vendor lock-in;

Από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025 ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2854 (Data Act – κανονισμός για τα δεδομένα) μετατρέπει την αλλαγή παρόχου υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων από διαπραγματευτικό αίτημα σε κανονιστική υποχρέωση. Το Κεφάλαιο VI επιβάλλει υποχρεωτικό συμβατικό περιεχόμενο για την έξοδο του πελάτη και προβλέπει την πλήρη κατάργηση των χρεώσεων αλλαγής από τις 12 Ιανουαρίου 2027.

Η εξάρτηση από τον πάροχο (vendor lock-in) αποτελούσε τον κεντρικό κίνδυνο του μοντέλου SaaS, καθώς τα δεδομένα φιλοξενούνται στις υποδομές του παρόχου και η μετάβαση σε άλλη λύση μπορούσε να αποδειχθεί τεχνικά ή οικονομικά απαγορευτική. Ο Data Act καλύπτει τις «υπηρεσίες επεξεργασίας δεδομένων», έννοια που περιλαμβάνει τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους σε όλα τα επίπεδα, μεταξύ των οποίων και το SaaS.

Το άρθρο 25 του Κανονισμού απαιτεί η σύμβαση να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:

  1. δικαίωμα του πελάτη να αλλάξει πάροχο ή να μεταφέρει τα εξαγώγιμα δεδομένα του σε δική του υποδομή, με μέγιστη μεταβατική περίοδο 30 ημερολογιακών ημερών μετά τη λήξη της περιόδου προειδοποίησης, κατά τη διάρκεια της οποίας ο πάροχος παρέχει εύλογη συνδρομή,
  2. ελάχιστη περίοδο ανάκτησης δεδομένων τουλάχιστον 30 ημερολογιακών ημερών μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και
  3. ρήτρα πλήρους διαγραφής των δεδομένων του πελάτη μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Κατά το άρθρο 29, έως τις 12 Ιανουαρίου 2027 επιτρέπονται μόνο μειωμένες χρεώσεις αλλαγής και έκτοτε καμία.

Για τον αγοραστή ο Κανονισμος σημαίνει ότι δεν ζητά πλέον το δικαίωμα εξόδου ως παραχώρηση, αλλά ελέγχει αν οι όροι του παρόχου έχουν προσαρμοστεί στον Κανονισμό. Η μετάφραση των γενικών απαιτήσεων σε λειτουργικές ρήτρες (ποια δεδομένα θεωρούνται εξαγώγιμα, σε ποιους μορφότυπους, με ποια συνδρομή και με ποιο κόστος έως το 2027) απαιτεί διατύπωση κατά περίπτωση και εκεί κρίνεται η πραγματική προστασία.

Ποιους όρους για δεδομένα, ασφάλεια και συμμόρφωση πρέπει να απαιτήσει η επιχείρηση;

Όταν η υπηρεσία επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα, η σύναψη σύμβασης επεξεργασίας κατά το άρθρο 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (GDPR) αποτελεί νομική υποχρέωση και η παράλειψή της συνιστά αυτοτελή παράβαση. Η επιχείρηση απαιτεί επιπλέον συγκεκριμένα μέτρα ασφάλειας, όρους για τους υπεργολάβους επεξεργασίας και δεσμεύσεις για την τοποθεσία των δεδομένων.

Σύμβαση επεξεργασίας δεδομένων (DPA)

Στο τυπικό σχήμα SaaS η επιχείρηση – πελάτης ενεργεί ως υπεύθυνος επεξεργασίας και ο πάροχος ως εκτελών την επεξεργασία. Η σύμβαση επεξεργασίας (DPA – Data Processing Agreement) κατά το άρθρο 28 παρ. 3 GDPR ορίζει το αντικείμενο, τη διάρκεια, τη φύση και τον σκοπό της επεξεργασίας, το είδος των δεδομένων και τις υποχρεώσεις του εκτελούντος.

Κρίσιμα σημεία ελέγχου είναι η προηγούμενη έγκριση ή ενημέρωση για τους υπεργολάβους, οι διαβιβάσεις εκτός Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και η συνδρομή του παρόχου σε περιστατικά παραβίασης δεδομένων.

Κυβερνοασφάλεια και NIS2

Ο Ν. 5160/2024 ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 (NIS2) και επιβάλλει στις βασικές και σημαντικές οντότητες μέτρα διαχείρισης κινδύνων που εκτείνονται στην ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού.

Με τον τρόπο αυτό, οι υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας της επιχείρησης μετακυλίονται συμβατικά στους παρόχους SaaS, περιλαμβάνοντας πιστοποιήσεις (ενδεικτικά ISO 27001), γνωστοποίηση περιστατικών σε καθορισμένο χρόνο και δικαιώματα ελέγχου. Σε ρυθμιζόμενους κλάδους, όπως ο χρηματοοικονομικός τομέας και η υγεία, προστίθενται τομεακές απαιτήσεις για την τοποθεσία αποθήκευσης των δεδομένων.

Πρόσθετοι όροι όταν το SaaS ενσωματώνει τεχνητή νοημοσύνη

Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 για την τεχνητή νοημοσύνη (AI Act) εφαρμόζεται σταδιακά, με τις υποχρεώσεις για τα συστήματα υψηλού κινδύνου να ισχύουν πλήρως από τις 2 Αυγούστου 2026.

Όταν η υπηρεσία SaaS ενσωματώνει λειτουργίες τεχνητής νοημοσύνης, η σύμβαση οφείλει να κατανέμει τους ρόλους του παρόχου και του φορέα εφαρμογής, τις αντίστοιχες κανονιστικές υποχρεώσεις και την ευθύνη για αποφάσεις που λαμβάνονται αυτοματοποιημένα. Για παρόχους διαμεσολαβητικών ψηφιακών υπηρεσιών ισχύουν παράλληλα οι υποχρεώσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 (DSA).

Πόσο ισχύουν οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης του παρόχου;

Οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης δεσμεύουν στο μέτρο που καλύπτουν ελαφρά αμέλεια. Κάθε εκ των προτέρων συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια είναι άκυρη κατά το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ. Η επιχείρηση διαπραγματεύεται το ανώτατο όριο ευθύνης και τις εξαιρέσεις του, γνωρίζοντας ότι ο νόμος θέτει το απώτατο πλαίσιο.

Οι τυποποιημένοι όροι των παρόχων ορίζουν ανώτατο όριο ευθύνης (liability cap), συνήθως ίσο με τις αμοιβές ορισμένων μηνών και αποκλείουν την αποθετική ζημία ή το διαφυγόν κέρδος. Οι ρήτρες αυτές παράγουν αποτελέσματα μόνο εντός των ορίων του νόμου. Κατά την ΑΠ 1223/2015, η διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 ΑΚ απειλεί ακυρότητα μόνο όταν η απαλλακτική ρήτρα αφορά αποκλεισμό ή περιορισμό της ευθύνης από δόλο ή βαριά αμέλεια, ενώ σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ η απαλλαγή για ελαφρά αμέλεια είναι επιτρεπτή.

Πρακτικά, αν η απώλεια δεδομένων οφείλεται σε βαριά αμέλεια του παρόχου, το συμβατικό όριο δεν τον προστατεύει, ανεξάρτητα από τη διατύπωσή του. Ο χαρακτηρισμός όμως της αμέλειας ως ελαφράς ή βαριάς κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και το βάρος απόδειξης φέρει ο ζημιωθείς πελάτης.

Η εμπειρία από διαφορές με παρόχους τεχνολογικών υπηρεσιών δείχνει ότι η έκβαση εξαρτάται από την τεκμηρίωση των οργανωτικών παραλείψεων του παρόχου και, επομένως, καθίσταται κρίσιμη η συμβατική πρόβλεψη για καταγραφή συμβάντων και η πρόσβαση του πελάτη σε αρχεία ελέγχου.

Ποιοι όροι εξόδου προστατεύουν την επιχείρηση στη λήξη ή την καταγγελία;

Η προστασία στην έξοδο στηρίζεται σε τέσσερις προβλέψεις:

  1. σαφή διάρκεια χωρίς αιφνιδιαστική αυτόματη ανανέωση,
  2. δικαίωμα καταγγελίας με εύλογη προθεσμία και για σπουδαίο λόγο,
  3. περίοδο ανάκτησης δεδομένων μετά τη λήξη και
  4. ρητή ρύθμιση της τύχης των δεδομένων.

Χωρίς αυτές, η λήξη της σύμβασης λειτουργεί ως μοχλός πίεσης υπέρ του παρόχου.

Η ρήτρα αυτόματης ανανέωσης (auto-renewal) δεσμεύει αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμη εναντίωση, οπότε η σύμβαση οφείλει να ορίζει ρητά την προθεσμία και τον τρόπο γνωστοποίησης. Ως διαρκής ενοχική σχέση, η σύμβαση SaaS μπορεί επιπλέον να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο, κατά τη γενική αρχή των διατάξεων του Αστικού Κώδικα για τις διαρκείς συμβάσεις.

Η συμβατική εξειδίκευση των λόγων καταγγελίας (όπως πχ επανειλημμένη παραβίαση του SLA, σοβαρό περιστατικό ασφάλειας ή αφερεγγυότητα του παρόχου), προλαμβάνει τη μεταγενέστερη αμφισβήτηση.

Στη λήξη, τα δεδομένα του πελάτη παραμένουν δικά του, καθώς η περίοδος ανάκτησης και η υποχρέωση διαγραφής αποτελούν πλέον και κανονιστική απαίτηση του Data Act. Το λογισμικό προστατεύεται ως έργο λόγου κατά τον Ν. 2121/1993 και η πνευματική ιδιοκτησία λογισμικού παραμένει στον πάροχο.

«Γκρίζα ζώνη» αποτελούν οι παραμετροποιήσεις και τα παραδοτέα που αναπτύχθηκαν ειδικά για τον πελάτη. Για αυτά, χωρίς ρητή ρήτρα, η τύχη τους κρίνεται κατά περίπτωση. Οι ρήτρες εχεμύθειας οφείλουν να προβλέπουν ρητά την επιβίωσή τους μετά τη λήξη της σύμβασης.

Συχνές Ερωτήσεις

Τι είναι η σύμβαση SaaS;

Η σύμβαση SaaS είναι η συμφωνία με την οποία πάροχος παραχωρεί σε επιχείρηση ή χρήστη πρόσβαση σε λογισμικό μέσω διαδικτύου, έναντι περιοδικής αμοιβής και χωρίς τοπική εγκατάσταση. Νομικά συνιστά μεικτή σύμβαση με στοιχεία παροχής υπηρεσιών, έργου και άδειας χρήσης λογισμικού. Το λογισμικό και τα δεδομένα φιλοξενούνται σε υποδομές που ελέγχει ο πάροχος, στοιχείο που καθορίζει και τους κρίσιμους όρους της.

Σε τι διαφέρει η σύμβαση SaaS από την άδεια χρήσης λογισμικού;

Στη σύμβαση SaaS το λογισμικό παρέχεται ως υπηρεσία μέσω διαδικτύου και τα δεδομένα αποθηκεύονται στις υποδομές του παρόχου, με την υποστήριξη και τις ενημερώσεις ενσωματωμένες στην αμοιβή. Στην άδεια χρήσης το λογισμικό εγκαθίσταται τοπικά, η επιχείρηση διατηρεί τον πλήρη έλεγχο των δεδομένων και αναλαμβάνει η ίδια την ασφάλεια και τη συντήρηση.

Τι περιλαμβάνει ένα SLA;

Το SLA προσδιορίζει την εγγυημένη διαθεσιμότητα της υπηρεσίας, τους χρόνους απόκρισης ανά βαθμό σοβαρότητας του προβλήματος, το εύρος της τεχνικής υποστήριξης και τις συνέπειες της παραβίασης, όπως πιστώσεις υπηρεσίας ή επιστροφή αμοιβής. Χωρίς μετρήσιμα όρια και αυτόματες κυρώσεις, η αξία του περιορίζεται σε διακήρυξη προθέσεων.

Ισχύει ο Data Act για κάθε υπηρεσία SaaS;

Ο Data Act καλύπτει τις υπηρεσίες επεξεργασίας δεδομένων, έννοια που περιλαμβάνει τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους σε όλα τα επίπεδα και επομένως και το SaaS. Οι υποχρεώσεις για τη διευκόλυνση της αλλαγής παρόχου εφαρμόζονται από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025, ενώ οι χρεώσεις αλλαγής καταργούνται πλήρως από τις 12 Ιανουαρίου 2027.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Αξιολόγηση κρισιμότητας πριν την υπογραφή: Η ένταση της διαπραγμάτευσης ακολουθεί την κρισιμότητα της υπηρεσίας. Υπηρεσία που φιλοξενεί παραγωγικά δεδομένα ή δεδομένα πελατών δεν καλύπτεται με απλή αποδοχή των τυποποιημένων όρων.

SLA με αυτόματες συνέπειες: Ποσοστά διαθεσιμότητας χωρίς προβλεπόμενες πιστώσεις ή ρήτρες δεν παρέχουν πραγματική εξασφάλιση. Η συνέπεια της παραβίασης ορίζεται στη σύμβαση και ενεργοποιείται χωρίς δικαστική διεκδίκηση.

Έλεγχος συμβατότητας με τον Data Act: Οι απαιτήσεις του Κανονισμού καταλαμβάνουν και τις ενεργές συμβάσεις υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων. Ο έλεγχος των όρων εξόδου, των μορφότυπων εξαγωγής και των χρεώσεων αλλαγής αφορά επομένως και τις υφιστάμενες συνεργασίες.

DPA ως προϋπόθεση: Η χρήση SaaS με προσωπικά δεδομένα χωρίς σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 GDPR εκθέτει την επιχείρηση αυτοτελώς, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του παρόχου.

Τα όρια των ρητρών ευθύνης: Το ανώτατο όριο ευθύνης δεν καλύπτει δόλο ή βαριά αμέλεια. Η διαπραγμάτευση πρέπει να εστιάζει στο ύψος του ορίου για την ελαφρά αμέλεια και στη συμβατική πρόσβαση σε αρχεία καταγραφής για την τεκμηρίωση τυχόν παραλείψεων.

Όροι εξόδου από την έναρξη: Η περίοδος ανάκτησης δεδομένων, οι μορφότυποι εξαγωγής και η τύχη των παραμετροποιήσεων συμφωνούνται κατά τη σύναψη. Στη λήξη, η διαπραγματευτική θέση της επιχείρησης είναι η ασθενέστερη.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση SaaS.

Crypto Startup Legal Audit – 12 Κρίσιμα Νομικά Βήματα

Η ελληνική αγορά κρυπτονομισμάτων βιώνει μια σημαντική μεταμόρφωση, καθώς από τις αρχές του 2025 εφαρμόζεται πλήρως ο ευρωπαϊκός Κανονισμός MiCA (Markets in Crypto-Assets Regulation), ο οποίος ενσωματώθηκε πλέον στο ελληνικό δίκαιο με τον Ν. 5193/2025.

Για πρώτη φορά ρυθμίζεται με λεπτομέρεια το νομικό πλαίσιο για τις crypto επιχειρήσεις, εταιρείες και startups στην Ελλάδα, ενώ η συμμόρφωση με τον νέο νόμο, αποτελεί πλέον υποχρέωση για κάθε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον χώρο των κρυπτονομισμάτων και κρυπτοστοιχείων, με αυστηρές κυρώσεις για τυχόν παραβάσεις.

Τα 12 Κρίσιμα Νομικά Βήματα Για Κάθε Crypto Startup στην Ελλάδα

1. Νόμιμη Άδεια Λειτουργίας

Κάθε επιχείρηση, εταιρεία και startup που προσφέρει υπηρεσίες κρυπτονομισμάτων και κρυπτοστοιχείων στην Ελλάδα πρέπει να διαθέτει σχετική άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα Της Ελλάδος (ΤτΕ).

Επιπλέον, πέραν της άμεσης παύσης λειτουργίας της επιχείρησης που λειτουργεί χωρίς άδεια, έχει πλέον εισαχθεί και ποινική διάταξη για παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων χωρίς την νόμιμη άδεια, η οποία προβλέπει φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους ή χρηματική ποινή ή και τα δύο. Σε περίπτωση φυσικού προσώπου το χρηματικό πρόστιμο μπορεί να φτάσει έως και τις 700.000 ευρώ, ενώ για τα νομικά πρόσωπα προβλέπονται πρόστιμα έως 5 εκατ. ευρώ, ή ποσοστό από 3-12% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών.

Επομένως, οι επιχειρήσεις πρέπει πλέον να υποβάλουν αίτημα αδειοδότησης στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και να ακολουθήσουν τις σχετικές διαδικασίες.

2. Συμμόρφωση Με Υποχρεώσεις AML, CTF και KYC 

Οι υποχρεώσεις για την πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος (AML) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (CTF) είναι ιδιαίτερα αυστηρές για τις crypto επιχειρήσεις. Ο Νόμος 4557/2018 σε συνδυασμό με τις νέες διατάξεις του MiCA και του Ν. 5193/2025 δημιουργούν ένα πολύπλοκο και ιδαίτερο πλαίσιο συμμόρφωσης.

Βασικές Απαιτήσεις
  • Διαδικασίες ταυτοποίησης και επαλήθευσης πελατών (KYC),
  • Εφαρμογή πολιτικών AML βάσει κινδύνου,
  • Συνεχής παρακολούθηση (monitoring) συναλλαγών,
  • Αναφορά ύποπτων συναλλαγών στην Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων,
  • Εκπαίδευση προσωπικού σε θέματα AML/CTF και ορισμό AML Compliance Officer,
  • Ενισχυμένη δέουσα επιμέλεια για self-hosted wallets και διασυνοριακές συναλλαγές.

Επομένως, οι εταιρείες που προσφέρουν υπηρεσίες κρυπτονομισμάτων και κρυπτοστοιχείων στην Ελλάδα πρέπει να αναπτύξουν εσωτερικές διαδικασίες και πολιτικές, καθώς και να επιμορφώσουν το προσωπικό τους για τη συμμόρφωση με τα παραπάνω.

3. Ορθή Κατηγοριοποίηση Tokens (Utility vs Security vs ART vs EMT) 

Η διάκριση μεταξύ utility και security tokens είναι κρίσιμη για τη νομική συμμόρφωση. Ο Νόμος 4706/2020 καθώς και οι κάθε φορά οδηγίες καθορίζουν τα κριτήρια ταξινόμησης.

Οι νομικές συνέπειες τυχόν λανθασμένης ταξινόμησης θα οδηγήσει σε εφαρμογή λανθασμένου ρυθμιστικού πλαισίου και, κατά συνέπεια, σε παραβίαση των κανόνων προστασίας των επενδυτών, με αποτέλεσμα πρόστιμα και κυρώσεις από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αλλά και αστική ευθύνη έναντι επενδυτών.

Κριτήρια Ταξινόμησης

Security Tokens (αυστηρό καθεστώς MiFID II):

  • Παρέχουν δικαιώματα ιδιοκτησίας ή μετοχικά δικαιώματα,
  • Προσφέρουν αναμενόμενα κέρδη από τις προσπάθειες τρίτων,
  • Διαπραγματεύονται κυρίως ως επενδυτικά εργαλεία – χρηματοπιστωτικά μέσα.

Utility Tokens (ελαστικότερο κανονιστικό πλαίσιο):

  • Παρέχουν πρόσβαση σε προϊόντα ή υπηρεσίες,
  • Έχουν πρακτική λειτουργία στο οικοσύστημα του project,
  • Δεν προσφέρουν δικαιώματα ιδιοκτησίας.

Διαφορετικής, ειδικής αντιμετώπισης, είναι τα  Asset-referenced tokens (ARTs) και τα electronic money tokens (EMTs), τα οποία έχουν ξεχωριστό, ειδικό, καθεστώς 

Επομένως, οι επιχειρήσεις και οι Startups πρέπει να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα τα οποία ξεκινούν από την δημοσίευση white paper για tokens, και καταλήγουν στην τακτική επανεξέταση και νομική αξιολόγηση από ομάδα ελέγχου.

4. Ορθή Διαχείριση Πολιτικής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (GDPR)

Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (GDPR) σε συνδυασμό με τον εφαρμοστικό Νόμο 4624/2019 θέτουν αυστηρό νομικό πλαίσιο για τις crypto επιχειρήσεις, οι οποίες -υποχρεωτικά- επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα.

Κρίσιμες Απαιτήσεις
  • Συγκατάθεση για την επεξεργασία δεδομένων,
  • Υλοποίηση τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας,
  • Διορισμός Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO),
  • Τήρηση μητρώου επεξεργασιών,
  • Αναφορά παραβιάσεων εντός 72 ωρών.

Ειδικότερα για τις Crypto επιχειρήσεις, πρέπει να ληφθούν υπόψη, επιπλέον, τα εξής:

  1. Blockchain Immutability: Η αμετάβλητη φύση του blockchain συγκρούεται με το δικαίωμα διαγραφής,
  2. Ψευδωνυμοποίηση: Η ψευδωνυμοποίηση δεν εξαλείφει πάντα τον προσωπικό χαρακτήρα των δεδομένων,
  3. Διασυνοριακές Μεταφορές: Οι διεθνείς μεταφορές δεδομένων απαιτούν ειδικές εγγυήσεις.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τυχόν παραβάσεις των κανόνων GDPR επιφέρουν πρόστιμα τα οποία ανέρχονται έως και 4% του ετήσιου κύκλου εργασιών ή 20 εκατομμύρια ευρώ, αστικές αγωγές από τα υποκείμενα των δεδομένων και, φυσικά, πλήγμα στη φήμη και απώλεια της εμπιστοσύνης των πελατών.

Συνεπώς, οι επιχειρήσεις πρέπει να διαθέτουν σαφή στρατηγική συμμόρφωσης, η οποία -ενδεικτικά- θα περιλαμβάνει τη χαρτογράφηση όλων των επεξεργασιών προσωπικών δεδομένων (Data Mapping), την ενσωμάτωση προστασίας δεδομένων από τον σχεδιασμό (Privacy by Design) και επαρκές σχέδιο αντιμετώπισης παραβιάσεων (Incident Response Plan).

5. Φορολογική Συμμόρφωση 

Μετά από μακρά περίοδο νομοθετικού κενού, η οποία οδήγησε σε προσφυγές κατά των φορολογικών αρχών, με την ενσωμάτωση του Κανονισμού MiCA, η Ελλάδα εισάγει για πρώτη φορά συγκεκριμένο φορολογικό καθεστώς για τα κρυπτονομίσματα. 

Τα παραπάνω προκύπτουν από το συνδυασμό :

  • αφενός του άρθρου 50§3 του Κανονισμού όπου αναφέρεται ότι “ως τόκος οποιαδήποτε αμοιβή ή οποιοδήποτε άλλο όφελος που σχετίζεται με τη χρονική διάρκεια κατά την οποία ο κάτοχος μάρκας ηλεκτρονικού χρήματος κατέχει την εν λόγω μάρκα ηλεκτρονικού χρήματος” και
  • αφετέρου των εσωτερικών φορολογικών διατάξεων, βάσει των οποίων οι τόκοι φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή 15%.

Με βάση τα προαναφερόμενα, σε φόρο 15% υπόκεινται οι παρακάτω συναλλαγές:

  • Πώληση κρυπτονομισμάτων για fiat νόμισμα,
  • Ανταλλαγή κρυπτονομίσματος με άλλο,
  • Δραστηριότητες DeFi που περιλαμβάνουν ανταλλαγή tokens,
  • Ανταμοιβές από mining και staking.
Υπολογισμός Φόρου

Μέχρι η Φορολογική Διοίκηση να προχωρήσει σε περαιτέρω συγκεκριμένη εξειδίκευση, ο υπολογισμός του φόρου θα βασίζεται στη διαφορά μεταξύ του κόστους κτήσης και της τιμής πώλησης

Για τον προσδιορισμό του κόστους κτήσης, εφαρμόζονται οι μέθοδοι FIFO (“First In, First Out”, δλδ τα πρώτα εμπορεύματα που αγοράστηκαν είναι και τα πρώτα που θα πωληθούν) ή/και Weighted Average (“μέσο σταθμικό κόστος” = το κόστος κάθε πώλησης διαμορφώνεται με βάση το μέσο σταθμικό κόστος των αγαθών που υπήρχαν, πριν ακριβώς από κάθε πώληση).

Επομένως, οι βασικές υποχρεώσεις για τις επιχειρήσεις κρυπτονομισμάτων είναι:

  1. Τήρηση Βιβλίων,
  2. Φορολογικές Δηλώσεις & Δηλώσεις ΦΠΑ,
  3. Παρακράτηση Φόρου (για εταιρείες που κάνουν πληρωμές),
  4. Έκδοση & Λήψη Νόμιμων Σχετικών Παραστατικών,
  5. Δηλώσεις & Τεκμηριώσεις Συναλλαγών (όπου απαιτείται).

Οι συνέπειες για μη συμμόρφωση, είναι όμοιες με κάθε άλλη επιχείρηση και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, φορολογικά πρόστιμα, αποκλεισμό από δημόσια προγράμματα χρηματοδότησης, έως και ποινικές διώξεις για φοροδιαφυγή.

6. Επαρκής Νομικός Και Τεχνικός Έλεγχος Smart Contracts 

Τα smart contracts αποτελούν το θεμέλιο των περισσότερων crypto επιχειρήσεων. Για την κατάρτιση Smart Contracts εφαρμόζονται τα άρθρα 185 έως 196 του Αστικού Κώδικα (πλην του άρθρου 194).

Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία και νομολογία, τα smart contracts θεωρούνται νομικά δεσμευτικά κείμενα, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας συμβάσεων. Επομένως ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στα ζητήματα ακυρότητας των Smart Contracts, καθώς ένα Smart Contract είναι άκυρο εάν συντρέχει κ΄άποια απ΄ο τις περιπτώσεις ακυρότητας που περιλαμβάνεται στα σχετικά άρθρα του Αστικού Κώδικα.

Επίσης, προσοχή απαιτείται εφόσον το Smart Contract αποτελεί μέρος κύριας σύμβασης που έχει συναφθεί με άλλο τρόπο.

Τέλος, οι ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, εφαρμόζονται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση ενός Smart Contract.

Ενδεικτικό Checklist για Smart Contract Legal Audit

Το παρακάτω checklist είναι ενδεικτικό και βασίζεται σε διεθνή πρότυπα:

  1. Τεκμηρίωση και καθαρότητα κώδικα,
  2. Έλεγχος για reentrancy, overflow/underflow,
  3. Επαλήθευση access control και authorization logic,
  4. Έλεγχος fallback functions και emergency stop,
  5. Έλεγχος oracle manipulation και randomness,
  6. Συμμόρφωση με ERC standards και MiCA/AML,
  7. Τεκμηρίωση audit trails και logging,
  8. Έλεγχος για διαρροή προσωπικών δεδομένων και GDPR συμμόρφωση,
  9. Test coverage και bug bounty συμμετοχή,
  10. Σχέδιο αποκατάστασης καταστροφών και αντιμετώπισης συμβάντων,
  11. Νομικές δηλώσεις και πνευματικά δικαιώματα.
7. Πολιτική Διαχείριση Κρίσεων

Οι crypto επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μοναδικούς κινδύνους που απαιτούν ειδικές στρατηγικές διαχείρισης κρίσεων (Crisis Management Strategy). Η μη ύπαρξη σχεδίου αντιμετώπισης κρίσεων οδηγεί σε απώλεια πελατών και πλήγμα στη φήμη της εταιρείας.

Κρίσιμα ζητήματα αποτελούν, η ύπαρξη αποτελεσματικού σχεδίου αντιμετώπισης περιστατικών, η ασφαλιστική κάλυψη για cyber incident, ο σχεδιασμός της επιχειρησιακής συνέχειας καθώς και η σύνταξη πλήρους και επικαιροποιημένου εσωτερικού κανονισμού.

Πλάνο Διαχείρισης Κρίσεων

Βήμα 1: Άμεση Αξιολόγηση εκτίμηση έκτασης προβλήματος, ταυτοποίηση επηρεαζόμενων stakeholders, προσδιορισμός νομικών υποχρεώσεων),

Βήμα 2: Ενεργοποίηση Νομικής Ομάδας (επικοινωνία με νομικούς συμβούλους, προετοιμασία για ρυθμιστικές αναφορές),

Βήμα 3: Διαφάνεια (εσωτερική ενημέρωση προσωπικού, επικοινωνία με επενδυτές, ανακοινώσεις),

Βήμα 4: Κανονιστική Συμμόρφωση (αναφορά στις αρμόδιες αρχές, συμμόρφωση με υποχρεώσεις αναφοράς, συνεργασία με ρυθμιστικές αρχές),

Βήμα 5: Τεχνική Αποκατάσταση (αποκατάσταση τεχνικών προβλημάτων, έλεγχος ασφαλείας, system hardening),

Βήμα 6: Οικονομική Προστασία (αξιολόγηση απωλειών, ενεργοποίηση ασφαλιστικής κάλυψης, διαχείριση cash flow),

Βήμα 7: Αξιολόγηση & Ανάλυση (αξιολόγηση ανταπόκρισης, βελτίωση διαδικασιών, εκπαίδευση και προετοιμασία για αποφυγή ανάλογων περιστατικών στο το μέλλον).

8. Ευρωπαϊκή Κανονιστική Συμμόρφωση

Η επέκταση σε άλλες χώρες της ΕΕ απαιτεί συμμόρφωση με τις τοπικές ρυθμίσεις και κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές. Η πλήρης αδειοδότηση στην Ελλάδα δίνει δικαίωμα “passporting” σε όλη την ΕΕ, υπό τις παρακάτω προϋποθέσεις:

  • Κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές υποδοχής,
  • Συμμόρφωση με τοπικές ρυθμίσεις AML, φορολογίας και προστασίας καταναλωτή,
  • Διαχείριση τοπικών απαιτήσεων marketing.

Πρέπει, ωστόσο, να ληφθούν υπόψη οι επιμέρους εθνικές ιδιαιτερότητες, καθώς κάθε κράτος μέλος της ΕΕ έχει ειδικές απαιτήσεις (πχ για Γερμανία αδειοδότηση από BaFin, για Ολλανδία εποπτεία από DNB, για Κύπρο από CySEC κλπ).

Η βέλτιστη πρακτική για μία Crypto Startup που θέλει να επεκταθεί στην ΕΕ είναι οι συνεργασίες με τοπικούς, αδειοδοτημένους αντίστοιχους παρόχους.

9. Νόμιμη Καταβολή Μισθών Εργαζομένων Σε Κρυπτονομίσματα

Η καταβολή του μισθού των εργαζομένων σε κρυπτονομίσματα δημιουργεί πολύπλοκα νομικά και φορολογικά ζητήματα που πολλές startups παραβλέπουν. 

Ο Νόμος 4808/2021 ρυθμίζει τις εργασιακές σχέσεις, αλλά δεν έχει πρόβλεψη ειδικά τις crypto αμοιβές και, επομένως, ισχύουν όσα και για τους αμειβόμενους με ευρώ.

Ειδικά Ζητήματα

Για τον Εργαζόμενο: Η αμοιβή εργαζομένων με crypto φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες με την εύλογη αγοραία αξίας την ημέρα καταβολής.

Για την Εταιρεία: Υφίσταται υποχρέωση παρακράτησης φόρου και ασφαλιστικών εισφορών.

Και για τους δύο: Υφίσταται υποχρέωση τεκμηρίωσης και συμμόρφωσης με τους κανόνες AML.

Περαιτέρω, όπως και για τις συμβάσεις εργασίας με πληρωμή σε ευρώ, απαιτείται λεπτομερής έγγραφη συμφωνία, σαφής προσδιορισμός του μηνιαίου μισθού (ο οποίος δεν μπορεί να υπολείπεται του κατώτατου μισθού εκφρασμένου σε euro), των bonus καθώς και του χρόνου καταβολής.

10. Διαχείριση Σχέσεων Με Τράπεζες

Οι crypto επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στη δημιουργία και διατήρηση τραπεζικών σχέσεων, καθώς η έλλειψη διαφάνειας και συμμόρφωσης οδηγεί σε άρνηση τραπεζικών υπηρεσιών. 

Σε αυτο συμβάλλει και το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες υιοθετούν διαφορετικές πολιτικές για τη συνεργασία τους με εταιρείες crypto. Ωστόσο, υπό το νέο νομικό πλαίσιο, υπάρχει η προσδοκία, ότι θα εναρμονιστούν οι απαιτήσεις και θα υπάρξει αντίστοιχη ενιαία αντιμετώπιση.

Η προετοιμασία στην οποία οφείλουν οι crypto επιχειρήσεις να προχωρήσουν προκειμένου να είναι έτοιμες να αξιοποιήσουν το νέο νομικό πλαίσιο και να εξασφαλίσουν την συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα, προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, και στα παρακάτω:

  • Άδεια Λειτουργίας (Έγκριση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς),
  • Πιστοποιημένη Συμμόρφωση με κανόνες AML/CTF,
  • Πιστοποιημένες Διαδικασίες ταυτοποίησης και επαλήθευσης πελατών (KYC),
  • Due Diligence: Λεπτομερής έλεγχος επιχειρηματικού μοντέλου,
  • Ασφαλιστική κάλυψη για cyber risks.

Για την επιτυχή κατάληξη των παραπάνω, οι startups πρέπει να εστιάσουν πρωτίστως στη συμμόρφωση και κατόπιν στην επικοινωνία με την τράπεζα που θα επιλέξουν (“Compliance First“), καθώς και στην επαγγελματική παρουσίαση της εταιρείας τους, με πλήρης νομική τεκμηρίωση.

11. Συμμόρφωση Με Κανονισμό Κατάχρηση Αγοράς (MAR – Market Abuse Regulation)

Ο Κανονισμός (ΕΕ) 596/2014 για την κατάχρηση αγοράς (MAR), εφαρμόζεται πλέον και σε όλα τα κρυπτοστοιχεία εφόσον τα τελευταία θεωρούνται χρηματοπιστωτικά μέσα.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό, Απαγορευμένες Πρακτικές, θεωρούνται:

  1. Insider Trading (Χρήση εσωτερικής πληροφόρησης για συναλλαγές),
  2. Market Manipulation (Τεχνητός επηρεασμός τιμών),
  3. False Information (Διάδοση ψευδών πληροφοριών).

Σε περίπτωση παράβασης διατάξεων του κανονισμού, προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα έως 15 εκατομμύρια ευρώ, αναστολή δραστηριοτήτων των εταιρειών και ποινικές διώξεις των εμπλεκομένων.

Υποχρεώσεις Επιχειρήσεων

  • Δημιουργία insider lists,
  • Πολιτικές για την αντιμετώπιση σύγκρουσης συμφερόντων,
  • Εκπαίδευση προσωπικού,
  • Αναφορά ύποπτων συναλλαγών.
12. Προστασίας Πνευματικής Ιδιοκτησίας (IP Protection)

Στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, η πνευματική ιδιοκτησία και τα πνευματικά δικαιώματα αποτελούν βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των επιχειρήσεων. Οι ελληνικές startups, σε αντίθεση με το εξωτερικό, συχνά παραμελούν την προστασία των δικαιωμάτων τους.

Είδη Προστασίας Πνευματικής Ιδιοκτησίας στα Crypto

Περαιτέρω, οι crypto επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ειδικές προκλήσεις, οι οποίες έχουν να κάνουν με την ισορροπία μεταξύ open source και IP protection, την διαχείριση IP σε αποκεντρωμένα projects και την προστασία σε πολλαπλές δικαιοδοσίες.

Για το λόγο αυτό, απαιτείται σαφής έλεγχος των πνευματικών ιδιοκτησιών με νομική κατοχύρωση και αναγνώριση όλων των IP assets, η οποία πρέπει να συνοδεύεται με σαφή στρατηγική κατάθεσης των αιτήσεων, παρακολούθηση για τυχόν παραβιάσεις και σταθμισμένη πολιτική νομικών ενεργειών προστασίας.

Τέλος, η προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου με συμβάσεις εμπιστευτικότητας (NDA), πρέπει να είναι ενταγμένα στην καθημερινή πρακτική των crypto επιχειρήσεων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία Crypto Startup.

Καταχρηστική Άσκηση Δικαιώματος Και Αποδυνάμωσή Του

Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος ορίζεται στο άρθρο 281 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος».

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 1982/2022).

Κατά την έννοια της διατάξεως του 281 ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Παράλειψη & Αδράνεια Δικαιούχου Να Ασκήσει Το Δικαίωμα

Η παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει, εν όλω ή εν μέρει, την αξίωση του, και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι η αξίωση δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκηση της καταχρηστική, εν όψει ιδίως του ότι οι συνέπειες της αδράνειας του δικαιούχου αντιμετωπίζονται από το δίκαιο με το θεσμό της παραγραφής. Κατά μείζονα λόγω ισχύουν τα ανωτέρω επί αξιώσεων, παραίτηση από τις οποίες δεν επιτρέπεται κατά νόμο (όπως πχ οι μισθολογικές αξιώσεις).

Μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή συνεπάγεται δυσαναλόγως δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη, μπορεί κατά περίπτωση να αποκρουσθεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση της αξιώσεως, την οποία προηγουμένως ο δανειστής είχε παραλείψει να ασκήσει.

Τέτοιες όμως περιστάσεις δεν συνιστούν ενέργειες τρίτων, που μπορεί να επακολουθήσουν, και δη η άσκηση μελλοντικός από τρίτους, κατά μίμηση του ενάγοντος, αξιώσεων παρομοίων προς την ήδη επίδικη.

Στην περίπτωση, της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν αρκεί κατ’ αρχήν μόνον αυτή η επί μακρόν χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλ’ υπάρχει τέτοια κατάχρηση μόνον εφ’ όσον συντρέχουν προσθέτως και άλλα περιστατικά, που ανάγονται στο ίδιο διάστημα και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου, όσο και του υποχρέου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία δημιουργείται στον τελευταίο η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ’ αυτού, σε τρόπο που η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπής μίας καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί επί μακρόν χρόνο, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες.

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του.

Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.

Παραδεκτό Ένστασης Καταχρηστικής Άσκησης Δικαιώματος

Επειδή, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για την πληρότητα της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό αυτής, από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην κατ’ έφεση δίκη είναι κατ’ εξαίρεση παραδεκτή η προβολή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη ή προτάθηκαν απαραδέκτως, και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

 Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι, για να θεωρηθεί ως παραδεκτώς προτεινόμενη στο Εφετείο ένσταση, που δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να αποδεικνύεται παραχρήμα, ήτοι εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ολόκληρος ο ισχυρισμός που συνιστά την ένσταση, ήτοι καθόλα τα επί μέρους πραγματικά αυτού στοιχεία. Στην πιο πάνω εξαίρεση υπάγονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος.

Αποδυνάμωση Δικαιώματος

Η αποδυνάμωση δικαιώματος συνιστά ειδικότερη μορφή της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του.

Υπό τις συνθήκες δε αυτές, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς – επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών της ΑΚ 281, είναι δηλαδή καταχρηστική. 

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπαίτιο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη .

Κατάχρηση Θεσμού Εταιρείας

Η κατάχρηση θεσμού, όπως ο θεσμός της εταιρίας, δε ρυθμίζεται μεν από το νόμο, υπάγεται όμως στη διάταξη του 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της αντιμετωπίζονται όπως οι συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 149/2013).

Η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό.

Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο.

Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος.

Με την παραπάνω έννοια δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων ΕΠΕ ή ΙΚΕ σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία, η οποία και διατηρεί κατ’ αρχήν την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της.

Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Επίσης, η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθείσης και λειτουργούσας ανωνύμου εταιρείας δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς τα αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης με καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων.

Συνεπώς δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί όμως όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως.

Νομιμοποίηση αποτελέσματος αντίθετο προς την καλή πίστη υπάρχει ιδίως όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και η μετακύλιση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως ή μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Ανάκτηση Ονόματος Χώρου (Domain): ΕΕΤΤ ή Δικαστική Οδός

Πότε Υπερισχύει Το Domain Name Έναντι Σήματος Και Πώς Ανακτάται Κακόπιστη Καταχώρηση

Περιληπτικά:

  • Η σύγκρουση domain name (όνομα χώρου) με σήμα ή διακριτικό γνώρισμα δεν κρίνεται με τη σειρά καταχώρησης στο διαδίκτυο, αλλά με τη χρονική προτεραιότητα του δικαιώματος. Υπερισχύει το παλαιότερο.
  • Το First Come First Served (εξυπηρέτηση κατά σειρά υποβολής) αφορά μόνο τη διαθεσιμότητα του ονόματος, όχι τη σύγκρουση με προγενέστερο σήμα ή επωνυμία.
  • Ο δικαιούχος σήματος που βρίσκει το brand του κατοχυρωμένο ως .gr από τρίτον υποβάλλει καταγγελία στην ΕΕΤΤ βάσει του άρθρου 10 του Κανονισμού 1110/6/2024 και ζητά μεταβίβαση.
  • Η διοικητική οδός της ΕΕΤΤ είναι ταχύτερη και φθηνότερη, η δικαστική οδός προσφέρει αποζημίωση και ασφαλιστικά μέτρα. Η επιλογή εξαρτάται από τον σκοπό και την κατάληξη του ονόματος.
  • Η κατοχύρωση του ονόματος και ως εμπορικού σήματος μετατρέπει μια απλή ενοχική σχέση σε απόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα έναντι όλων.

Πότε υπερισχύει το σήμα έναντι domain name τρίτου;

Η σύγκρουση μεταξύ ονόματος χώρου και προγενέστερου σήματος, επωνυμίας ή διακριτικού τίτλου κρίνεται με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας. Υπερισχύει το δικαίωμα που γεννήθηκε πρώτο, ανεξάρτητα από το πότε καταχωρήθηκε το όνομα χώρου στο μητρώο. Η καταχώρηση στο διαδίκτυο δεν παρέχει κανένα προβάδισμα έναντι μη καταχωρημένων διακριτικών γνωρισμάτων.

Το domain name αποτελεί νομικά μια διαρκή ενοχική σχέση με περιουσιακή διάσταση και αξία, χωρίς να δημιουργεί απόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα.

Η ίδια η καταχώρηση στην αρμόδια αρχή δεν γεννά δικαίωμα σε διακριτικό γνώρισμα ή σήμα. Όταν όμως το όνομα χώρου χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο της επιχείρησης στο διαδίκτυο, του αποδίδεται οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος, ώστε να μην προκαλούνται ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία (ΑΠ 1561/2024).

Το όνομα χώρου δεν ταυτίζεται κατ’ αρχήν με την εμπορική επωνυμία, τον διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα, καθώς αποτελεί τμήμα μιας τεχνικής διαδικασίας που απαιτείται για την ηλεκτρονική περιήγηση. Η οιονεί λειτουργία διακριτικού γνωρίσματος του αποδίδεται μόνο όταν χρησιμοποιείται ως μέσο εξατομίκευσης και αναγνώρισης της επιχείρησης στις ηλεκτρονικές συναλλαγές (ΕφΑθ 2801/2022). Η διάκριση αυτή έχει πρακτική σημασία, γιατί καθορίζει αν και σε ποιον βαθμό το όνομα χώρου απολαμβάνει προστασίας έναντι τρίτων.

Καθοριστικό σημείο είναι ότι η χρονική προτεραιότητα δεν μετράται από την ημερομηνία καταχώρησης του ονόματος χώρου, αλλά από την έναρξη χρήσης της ένδειξης στις επιχειρηματικές συναλλαγές. Την ίδια αρχή εφαρμόζει και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη σχέση εμπορικής επωνυμίας και σήματος (ΔΕΕ C-245/02).

Η εμπειρία από διαφορές μεταξύ σήματος και domain name δείχνει ότι το κρίσιμο δεν είναι η ημερομηνία στο μητρώο αλλά η απόδειξη του χρόνου πρώτης εμπορικής χρήσης, η οποία απαιτεί ad hoc τεκμηρίωση κατά περίπτωση (τιμολόγια, διαφημίσεις, καταχωρήσεις, αλληλογραφία κλπ) και καθορίζει ποιο μέρος έχει το προβάδισμα.

Πώς κρίνεται ο κίνδυνος σύγχυσης domain με σήμα;

Ο κίνδυνος σύγχυσης κρίνεται με βάση το ομοειδές του ονόματος χώρου και της δραστηριότητας του κατόχου του, με το προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα, με ευρεία έννοια. Ευρεία έννοια σημαίνει ότι δεν αποκλείεται ο κίνδυνος σύγχυσης, ακόμη και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση προσφέρει ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες, αρκεί να υπάρχει εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις.

Όταν ελλείπει κάθε σχέση μεταξύ των κλάδων δραστηριότητας, η πιθανότητα σύγχυσης περιορίζεται σε ένα αμελητέο τμήμα των συναλλακτικών κύκλων, που δεν αρκεί για να θεμελιωθεί ο κίνδυνος σύγχυσης (ΑΠ 1609/2014). Το ίδιο ζήτημα εμφανίζεται και στη σύγκρουση δύο εμπορικών σημάτων, όπου η ανάλυση του κινδύνου σύγχυσης ακολουθεί παρόμοια κριτήρια.

Η ένταση της προστασίας διαφοροποιείται όταν το προγενέστερο γνώρισμα είναι σήμα φήμης. Στην περίπτωση αυτή η προστασία επεκτείνεται και πέρα από τα όρια του ομοειδούς, καλύπτοντας την αποφυγή προσπορισμού αθέμιτου οφέλους ή βλάβης της φήμης και του διακριτικού χαρακτήρα. Η σχετική κρίση εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, τον βαθμό ομοιότητας και την αναγνωρισιμότητα του σήματος στις συναλλαγές.

Πώς ανακτάται όνομα χώρου που κατοχύρωσε τρίτος;

Ο δικαιούχος σήματος ή διακριτικού γνωρίσματος που εντοπίζει το όνομά του κατοχυρωμένο ως .gr ή .ελ από τρίτον υποβάλλει καταγγελία στην ΕΕΤΤ. Η βάση είναι το άρθρο 10 του Κανονισμού Διαχείρισης και Εκχώρησης Ονομάτων Χώρου (απόφαση ΕΕΤΤ 1110/6/2024, ΦΕΚ Β’ 2908/2024). Η Επιτροπή Ακροάσεων της ΕΕΤΤ εξετάζει την υπόθεση και, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, διατάσσει τη μεταβίβαση.

Η πρακτική της κακόπιστης καταχώρησης ξένου σήματος ή διακριτικού γνωρίσματος ως ονόματος χώρου είναι γνωστή ως κυβερνοσφετερισμός (cybersquatting).

Επίσης, μπορεί να στοιχειοθετεί α) προσβολή του δικαιώματος στο όνομα κατά το άρθρο 58 του Αστικού Κώδικα, β) αθέμιτο παρεμποδιστικό ανταγωνισμό κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914, ή γ) προσβολή διακριτικού γνωρίσματος κατά το άρθρο 13 του ίδιου νόμου (ΑΠ 371/2012).

Η ανάγκη εκ των υστέρων ανάκτησης πηγάζει από τον ίδιο τον τρόπο εκχώρησης. Το σύστημα λειτουργεί κατά τη σειρά υποβολής των αιτήσεων (First Come First Served), χωρίς διενέργεια προληπτικού ελέγχου ως προς προγενέστερα δικαιώματα τρίτων. Αρκεί το συγκεκριμένο όνομα να μην έχει ήδη χορηγηθεί σε άλλον.

Έτσι, ο δικαιούχος σήματος μπορεί να βρεθεί προ τετελεσμένων, με το όνομά του κατοχυρωμένο από τρίτον που το αξιοποιεί ή το δεσμεύει. Οι ιδιαιτερότητες του διαδικτύου, η παγκοσμιότητα ως μέσου, η μοναδικότητα κάθε ηλεκτρονικής διεύθυνσης και η πεπερασμένη δυνατότητα συνδυασμών, εντείνουν την πιθανότητα σύγκρουσης και καθιστούν την έγκαιρη αντίδραση κρίσιμη.

Η διοικητική διαδικασία ενώπιον της ΕΕΤΤ ακολουθεί τα εξής στάδια:

  1. Υποβολή καταγγελίας από τον φορέα που επικαλείται προγενέστερο δικαίωμα σε σήμα ή διακριτικό γνώρισμα, με αίτημα διαγραφή του ονόματος από τον κάτοχο και μεταβίβαση στον καταγγέλλοντα.
  2. Καταβολή τέλους για την εξέταση (200 ευρώ για φυσικό πρόσωπο και 400 ευρώ για νομικό πρόσωπο).
  3. Διεξαγωγή ακρόασης ενώπιον της Επιτροπής Ακροάσεων, μεταξύ του καταγγέλλοντος και του κατόχου του ονόματος χώρου.
  4. Έκδοση απόφασης. Η Επιτροπή κρίνει αν το όνομα είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο σε βαθμό που προκαλεί σύγχυση με όνομα για το οποίο υφίσταται δικαίωμα και αν ο κάτοχος στερείται δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος ή ενήργησε με κακή πίστη.

Η στοιχειοθέτηση της κακής πίστης είναι το σημείο όπου κρίνεται η υπόθεση. Η εμπειρία από υποθέσεις ανάκτησης ονομάτων χώρου δείχνει ότι η Επιτροπή σταθμίζει στοιχεία όπως η γνώση του προγενέστερου σήματος κατά την καταχώρηση, η απουσία πραγματικής χρήσης του ονόματος, η πρόθεση μεταπώλησης στον δικαιούχο και η παρακώλυση της εισόδου του στο διαδίκτυο. Η τεκμηρίωση καθενός από αυτά απαιτεί προσεκτική επιλογή των αποδεικτικών μέσων.

ΕΕΤΤ ή δικαστήριο: ποια οδός επιλέγεται για την ανάκτηση;

Η διοικητική οδός της ΕΕΤΤ είναι ταχύτερη και σαφώς φθηνότερη και οδηγεί απευθείας σε μεταβίβαση του ονόματος, όμως περιορίζεται στις καταλήξεις .gr και .ελ και στους λόγους του άρθρου 10 του Κανονισμού.

Η δικαστική οδός, μέσω αγωγής με βάση το δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού, προσφέρει αποζημίωση και δυνατότητα για ασφαλιστικά μέτρα, ενώ καλύπτει κάθε κατάληξη, με μεγαλύτερο κόστος και χρόνο (πλην ασφαλιστικών).

ΚριτήριοΔιοικητική οδός (ΕΕΤΤ)Δικαστική οδός
Νομική βάσηΆρθρο 10 Κανονισμού ΕΕΤΤ 1110/6/2024Άρθρα 1 και 13 ν. 146/1914, άρθρο 58 ΑΚ
Εμβέλεια κατάληξηςΜόνο .gr και .ελΚάθε κατάληξη (.com, .eu, .net κ.λπ.)
ΑποτέλεσμαΜεταβίβαση ή διαγραφή του ονόματοςΠαράλειψη χρήσης, άρση προσβολής, αποζημίωση
ΑποζημίωσηΔεν επιδικάζεταιΕπιδικάζεται, εφόσον αποδειχθεί ζημία
Προσωρινή προστασίαΔεν προβλέπεταιΑσφαλιστικά μέτρα, προσωρινή διαταγή
Κόστος εξέτασης200 ευρώ φυσικό, 400 ευρώ νομικό πρόσωποΔικαστικά έξοδα και αμοιβές, κατά αντικείμενο

Οι δύο οδοί δεν αλληλοαποκλείονται. Η επιλογή εξαρτάται από την κατάληξη του ονόματος, από το αν επιδιώκεται αποζημίωση ή μόνο η ανάκτηση και από την ανάγκη άμεσης προσωρινής προστασίας.

Σε επείγουσες περιπτώσεις, όπου το όνομα χρησιμοποιείται ενεργά προς βλάβη της επιχείρησης, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να προηγηθεί ή να συνδυαστεί με την καταγγελία στην ΕΕΤΤ.

Πότε εξυπηρετεί η κατοχύρωση του domain και ως σήματος;

Η κατοχύρωση του ονόματος και ως εμπορικού σήματος επιλέγεται όταν το όνομα έχει διακριτική δύναμη και λειτουργεί ως brand της επιχείρησης.

Η καταχώρηση του ονόματος χώρου από μόνη της δημιουργεί απλώς μια διαρκή ενοχική σχέση. Το καταχωρισμένο σήμα παρέχει απόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα έναντι όλων, με αυτοτελή προστασία κατά τον ν. 4679/2020.

ΣτοιχείοΑπλό όνομα χώρουΚαταχωρισμένο σήμα
Φύση δικαιώματοςΔιαρκής ενοχική σχέσηΑπόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα
Ισχύς έναντι τρίτωνΈμμεση, μέσω αθέμιτου ανταγωνισμούΆμεση, έναντι όλων (erga omnes)
Νομική βάσην. 146/1914 (οιονεί λειτουργία)ν. 4679/2020

Η προστασία του εμπορικού σήματος ενεργοποιείται με τη δήλωση κατάθεσης στο αρμόδιο μητρώο και την παρέλευση του τριμήνου χωρίς ανακοπή. Η διπλή προστασία, ονόματος χώρου και σήματος, καλύπτει τόσο την ηλεκτρονική παρουσία όσο και τη χρήση της ένδειξης στα προϊόντα και τις υπηρεσίες.

Η σύνθεση των δύο δικαιωμάτων, μαζί με τη μορφή με την οποία θα κατοχυρωθεί η ένδειξη, καθορίζει το εύρος της προστασίας. Η χρήση του σήματος σε διαφορετική μορφή από την καταχωρισμένη επηρεάζει την έκταση και τη διατήρηση του δικαιώματος.

Όταν το όνομα χρησιμοποιείται κακόπιστα από τρίτον, η ύπαρξη καταχωρισμένου σήματος ενισχύει αποφασιστικά τη θέση του δικαιούχου, τόσο στην καταγγελία ενώπιον της ΕΕΤΤ όσο και στο δικαστήριο, αφού η κακόπιστη καταχώρηση συνήθως συνιστά και αθέμιτο ανταγωνισμό.

Συχνές Ερωτήσεις

Το domain name αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της επιχείρησης;

Ναι. Το όνομα χώρου είναι διαρκής ενοχική σχέση με περιουσιακή διάσταση και αξία. Μπορεί να μεταβιβαστεί και να αποτιμηθεί, χωρίς όμως να γεννά απόλυτο, αποκλειστικό δικαίωμα όπως το σήμα. Η περιουσιακή του αξία εξαρτάται κυρίως από την καθιέρωσή του στις συναλλαγές και τη σύνδεσή του με την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Αρκεί η καταχώρηση ονόματος χώρου για την προστασία του brand;

Όχι από μόνη της. Η καταχώρηση εξασφαλίζει τη χρήση του ονόματος, αλλά παρέχει μόνο έμμεση προστασία μέσω του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού. Για ισχυρή, απόλυτη προστασία έναντι όλων απαιτείται η κατοχύρωση της ένδειξης και ως εμπορικού σήματος κατά τον ν. 4679/2020.

Τι ισχύει αν δύο επιχειρήσεις χρησιμοποιούν το ίδιο όνομα σε διαφορετική κατάληξη;

Η χρήση της ίδιας ονομασίας σε διαφορετική κατάληξη δεν αποκλείεται όταν αφορά διαφορετικά προϊόντα ή υπηρεσίες και δεν προκαλείται κίνδυνος σύγχυσης. Όταν όμως υπάρχει εγγύτητα οικονομικών κλάδων ή προγενέστερο σήμα φήμης, η σύγκρουση κρίνεται με βάση τη χρονική προτεραιότητα του δικαιώματος.

Πόσο κοστίζει η καταγγελία στην ΕΕΤΤ για ανάκτηση ονόματος;

Το τέλος εξέτασης της καταγγελίας ανέρχεται σε 200 ευρώ για φυσικό πρόσωπο και 400 ευρώ για νομικό πρόσωπο. Το ποσό καλύπτει τη διεξαγωγή της ακρόασης ενώπιον της Επιτροπής Ακροάσεων της ΕΕΤΤ. Πέραν του τέλους, υπολογίζεται και η δαπάνη νομικής υποστήριξης για τη σύνταξη και τεκμηρίωση της καταγγελίας.

Τι είναι ο κυβερνοσφετερισμός (cybersquatting);

Είναι η κακόπιστη καταχώρηση ως ονόματος χώρου ξένου σήματος, σήματος φήμης ή διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου οφέλους, συνήθως μέσω μεταπώλησης στον δικαιούχο ή παρακώλυσης της εισόδου του στο διαδίκτυο. Αντιμετωπίζεται διοικητικά μέσω της ΕΕΤΤ και δικαστικά μέσω του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Απόδειξη χρόνου πρώτης χρήσης: Η χρονική προτεραιότητα κρίνεται από την έναρξη χρήσης της ένδειξης στις συναλλαγές, όχι από την ημερομηνία καταχώρησης. Η συγκέντρωση και διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων χρήσης (τιμολόγια, διαφημίσεις, καταχωρήσεις) είναι το στοιχείο που καθορίζει την έκβαση σε κάθε σύγκρουση.

Επιλογή οδού: Η απόφαση μεταξύ καταγγελίας στην ΕΕΤΤ και δικαστικής αγωγής λαμβάνεται με κριτήρια την κατάληξη του ονόματος, την επιδίωξη αποζημίωσης και την ανάγκη επείγουσας προστασίας. Λανθασμένη επιλογή οδού κοστίζει χρόνο σε βάρος της επιχείρησης που υφίσταται την προσβολή.

Διπλή κατοχύρωση: Για ονόματα που λειτουργούν ως brand, η κατοχύρωση και ως σήματος μετατρέπει την έμμεση προστασία σε απόλυτο δικαίωμα και ενισχύει κάθε μεταγενέστερη ενέργεια ανάκτησης.

Τεκμηρίωση κακής πίστης: Στις υποθέσεις κυβερνοσφετερισμού, η στοιχειοθέτηση της κακής πίστης του κατόχου είναι κρίσιμη. Η γνώση του προγενέστερου σήματος, η απουσία χρήσης και η πρόθεση μεταπώλησης τεκμηριώνονται με επιμέρους αποδεικτικά μέσα κατά περίπτωση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την προστασία του domain name.

Επαγγελματικά Τουριστικά Ημερόπλοια – Νομικό Πλαίσιο

Επαγγελματικά Τουριστικά Ημερόπλοια, σύμφωνα με το Ν. 4926/2022,  ορίζονται τα επαγγελματικά μικρά σκάφη μεταφοράς επιβατών, ή τα πλοία αναψυχής ή τα επιβατηγά τουριστικά πλοία το οποία εκτελούν περιηγητικούς πλόες, περιορισμένης χρονικής διάρκειας, με σκοπό τη θαλάσσια περιήγηση ή τη λήψη θαλασσίου λουτρού.

Εξάλλου, «πλοίο αναψυχής» είναι το σκάφος ολικού μήκους άνω των 7 μέτρων, ιστιοφόρο ή μηχανοκίνητο, με κύρια κατά προορισμό χρήση την εκτέλεση ταξιδιών αναψυχής, βάσει της γενικής κατασκευής του.

Για την εκμετάλλευση και τη δραστηριοποίηση επαγγελματικού τουριστικού ημερόπλοιου που φέρει ελληνική σημαία, απαιτούνται:

  • βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας της φορολογικής διοίκησης για την έναρξη εργασιών επαγγελματικής εκμετάλλευσης του πλοίου και
  • καταχώριση των στοιχείων του πλοίου στο Μητρώο Πλοίων.
Προϋποθέσεις Δραστηριοποίησης
Γενικές Προϋποθέσεις

Τα Επαγγελματικά Τουριστικά Ημερόπλοια εκτελούν κυκλικούς πλόες μεταξύ λιμένων, όρμων και ακτών της Ελληνικής Επικράτειας, όπου το σημείο έναρξης του πλου ταυτίζεται με το σημείο τερματισμού του και αποτελεί το σημείο αρχικής επιβίβασης και οριστικής αποβίβασης των επιβατών, με δυνατότητα προέκτασης στην αλλοδαπή.

Το θαλάσσιο ταξίδι εκτελείται βάσει προγράμματος, το οποίο έχει εκ των προτέρων καθοριστεί και δημοσιοποιηθεί, και έναντι ενιαίου εισιτηρίου, ατομικού ή ομαδικού.

Εξάλλου, επιτρέπεται να ορίζεται ως σημείο έναρξης και τερματισμού ταξιδιού όρμος ή ακτή, και να πραγματοποιείται η αρχική επιβίβαση και η οριστική αποβίβαση των επιβατών από πλοίο που βρίσκεται αγκυροβολημένο σε λιμένα ή όρμο, υπό την προϋπόθεση έγκρισης από την αρμόδια Λιμενική Αρχή.

Τέλος, ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής, πριν την έναρξη της περιόδου δραστηριοποίησης, υποβάλλει δήλωση στις Λιμενικές Αρχές, στην αρμοδιότητα των οποίων υπάγονται τα σημεία έναρξης και τερματισμού και των ενδιάμεσων προσεγγίσεων, εφόσον υπάρχουν, με την οποία γνωστοποιεί, αναλυτικά, τη χρονική περίοδο δραστηριοποίησης του πλοίου και το πρόγραμμα των θαλάσσιων ταξιδιών. Όμοια δήλωση απαιτείται για οποιαδήποτε τροποποίηση, πριν από την έναρξη του ημερήσιου θαλάσσιου ταξιδιού.

Ειδικές Προϋποθέσεις

Τα επαγγελματικά τουριστικά ημερόπλοια ελλιμενίζονται, αγκυροβολούν ή παραβάλλουν για αναμονή, επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών, σε θέσεις ή σημεία που υποδεικνύονται από τον φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης του λιμένα ή της λιμενικής εγκατάστασης ή από τον προϊστάμενο της οικείας Λιμενικής Αρχής, κατά περίπτωση. Σε περίπτωση ανεπάρκειας των χώρων και λειτουργικής αδυναμίας εξυπηρέτησης των επαγγελματικών τουριστικών ημερόπλοιων, ο αρμόδιος φορέας καθορίζει τα αναγκαία μέτρα για την αγκυροβολία ή παραβολή ή θέση αναμονής, την επιβίβαση και την αποβίβαση.

Ειδικότερα, προκειμένου για όρμους και ακτές, ο προϊστάμενος της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή του για λόγους ασφάλειας ναυσιπλοΐας ή αδυναμίας λειτουργικής εξυπηρέτησης, να ορίσει ανώτατο αριθμό επαγγελματικών τουριστικών ημερόπλοιων που δραστηριοποιούνται ημερησίως στην περιοχή.

Εξάλλου, επιτρέπεται, μετά από έγκριση της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, η προσέγγιση επαγγελματικών τουριστικών ημερόπλοιων σε λουτρικές εγκαταστάσεις, εφόσον υπάρχει ειδική, προς τον σκοπό αυτό, θέση, προσδιορισμένη με σημαντήρες.

Τέλος, τα επαγγελματικά τουριστικά ημερόπλοια δύνανται να δραστηριοποιούνται ως επαγγελματικά πλοία αναψυχής, ακόμα και στα πλαίσια ΝΕΠΑ, τηρουμένων, αναλογικά, των όρων και των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εκμετάλλευση και τη δραστηριοποίησή τους, εφόσον για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα δεν εκτελούν, ταυτόχρονα, περιηγητικούς πλόες έναντι εισιτηρίου, ως επαγγελματικά τουριστικά ημερόπλοια.

Θαλάσσια Ταξίδια
24ωρα Ημερήσια Θαλάσσια Ταξίδια

Το ημερήσιο θαλάσσιο ταξίδι εκτελείται εντός χρονικού διαστήματος 24 ωρών.

Στην περίπτωση όπου ημερήσιο θαλάσσιο ταξίδι περιλαμβάνει, ως ενδιάμεσο προορισμό, τουλάχιστον έναν ελληνικό λιμένα, ισχύουν τα εξής:

  • επιτρέπεται η αποβίβαση και παραμονή επιβατών στην ξηρά, υπό την προϋπόθεση επανεπιβίβασής τους στο πλοίο προ του απόπλου του για τη συνέχιση του πλου, και
  • απαγορεύεται η ενδιάμεση επιβίβαση και η οριστική αποβίβαση επιβατών στο πλοίο και από το πλοίο, αντίστοιχα, εκτός αν επιβάλλεται για λόγους ασφάλειας ή απρόβλεπτων συμβάντων.

Τέλος, στην περίπτωση κατά την οποία ημερήσιο θαλάσσιο ταξίδι δεν περιλαμβάνει ως ενδιάμεσο προορισμό ελληνικό λιμένα, παρά μόνο όρμους ή ακτές, επιτρέπεται η αποβίβαση και παραμονή επιβατών στην ξηρά χωρίς υποχρέωση για επανεπιβίβασή τους στο πλοίο κατά τον απόπλου του από το σημείο, υπό την προϋπόθεση επιστροφής του πλοίου στο σημείο, για την παραλαβή τους.

Ταξίδια Άνω Των 24 Ωρών

Επιτρέπεται η εκτέλεση ημερήσιου θαλάσσιου ταξιδιού ή θαλάσσιου ταξιδιού χρονικής διάρκειας άνω των 24 ωρών, που περιλαμβάνει διανυκτέρευση των επιβατών σε κατάλυμα της ξηράς, υπό τις εξής προϋποθέσεις:

  • το ταξίδι εκτελείται στο πλαίσιο ίδιας σύμβασης οργανωμένου ταξιδιού,
  • ο λιμένας ή ο όρμος ή η ακτή οριστικής αποβίβασης των επιβατών είναι ο λιμένας ή ο όρμος ή η ακτή αρχικής επιβίβασης, και
  • το πλοίο παραμένει αγκυροβολημένο ή ελλιμενισμένο, κατά τη διάρκεια της διανυκτέρευσης των επιβατών, σε θέση για την οποία έχει εξασφαλιστεί η σύμφωνη γνώμη της Λιμενικής Αρχής στην περιοχή αρμοδιότητας της οποίας υπάγεται το σημείο παραμονής του πλοίου.

Εξάλλου, εάν το πλοίο δεν διαθέτει χώρους ενδιαίτησης για το πλήρωμα, κατά τη διανυκτέρευση των επιβατών στην ξηρά, στη μεταξύ του πληρώματος και του πλοιοκτήτη καταρτιζόμενη σύμβαση, προβλέπεται η διασφάλιση κατάλληλου καταλύματος για το πλήρωμα από τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, εκτός αν πρόκειται για τον τόπο κατοικίας του ναυτικού. Ως κατάλληλο κατάλυμα θεωρείται εκείνο που, ως προς τον κλιματισμό, τους κοιτώνες, τις κλίνες και τους χώρους υγιεινής, είναι τουλάχιστον ισοδύναμο με αυτό που καθορίζεται από τη νομοθεσία για την ενδιαίτηση του πληρώματος.

Κατ’ Εξαίρεση Δραστηριοποίηση

Κατ’ εξαίρεση, λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας και ιδιομορφίας των υφιστάμενων συγκοινωνιακών εξυπηρετήσεων και συνθηκών ή για τον σκοπό της εξυπηρέτησης της τουριστικής κίνησης, επιτρέπονται:

  • η ενδιάμεση επιβίβαση επιβατών σε ελληνικό λιμένα ή όρμο ή ακτή στο πλαίσιο εκτέλεσης ημερήσιου θαλάσσιου ταξιδιού, εφόσον η οριστική αποβίβασή τους πραγματοποιηθεί στο σημείο αυτό και υπό την προϋπόθεση της έγκρισης της Λιμενικής Αρχής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο ενδιάμεσος λιμένας.
  • η αποβίβαση επιβατών σε ενδιάμεσο ελληνικό λιμένα στο πλαίσιο σύμβασης οργανωμένου ταξιδιού, εφόσον η οριστική αποβίβασή τους πραγματοποιηθεί στο σημείο της αρχικής επιβίβασής τους την ίδια ή διαφορετική ημερομηνία και υπό την προϋπόθεση έγκρισης της Λιμενικής Αρχής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται το σημείο έναρξης του ταξιδίου.
  • η εκτέλεση θαλάσσιου ταξιδιού από επαγγελματικό τουριστικό ημερόπλοιο στο πλαίσιο συνδυασμένης μεταφοράς επιβατών και με έτερα μέσα μεταφοράς, εφόσον
    • το συνολικό ταξίδι πραγματοποιείται στο πλαίσιο ίδιας σύμβασης οργανωμένου ταξιδιού,
    • η διάρκειά του δεν υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ (48) ώρες και υπό την προϋπόθεση της έγκρισης της Λιμενικής Αρχής, στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται το σημείο έναρξης του θαλάσσιου ταξιδιού.
  • κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου, η εκτέλεση μεταφοράς επιβατών όπου το σημείο έναρξης του πλου και της αρχικής επιβίβασης των επιβατών δεν ταυτίζεται με το σημείο τερματισμού του πλου και της οριστικής αποβίβασης των επιβατών και εφόσον δεν παραβλάπτεται η λειτουργία της δρομολογιακής γραμμής, στην περίπτωση όπου η μονή διαδρομή εξυπηρετείται από δρομολογημένο πλοίο, κατόπιν απόφασης του Υπουργού Ναυτιλίας.
Ασφάλιση Τουριστικών Ημερόπλοιων

Ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής πλοίου αναψυχής ή επαγγελματικού τουριστικού ημερόπλοιου, υποχρεούται να διαθέτει ασφάλιση σε ισχύ, για την κάλυψη των αναφερόμενων κινδύνων και απαιτήσεων που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση πλόων, τον ελλιμενισμό και την αγκυροβολία.

Τα πλοία αναψυχής και τα επαγγελματικά τουριστικά ημερόπλοια ολικής χωρητικότητας ίσης ή μεγαλύτερης των 300 «Ο.Χ.» (gross tonnage/gt), υπάγονται στο καθεστώς ασφάλισης του Π.Δ. 6/2012.

Το πλαίσιο υποχρεωτικής ασφάλισης επαγγελματικού τουριστικού ημερόπλοιου ολικής χωρητικότητας μικρότερης των 300 gt αφορά, κατ’ ελάχιστον, την κάλυψη της αστικής ευθύνης για σωματικές βλάβες ή θάνατο, υλικές ζημιές και πρόκληση θαλάσσιας ρύπανσης από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο ή οποιαδήποτε άλλη αιτία συνιστά ναυτικό ατύχημα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα Επαγγελματικά Τουριστικά Ημερόπλοια.

Η Υπόσχεση (Σύμβαση) Ελευθερώσεως

Υπόσχεση ελευθερώσεως είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας τρίτος υπόσχεται προς τον οφειλέτη να απαλλάξει αυτόν από χρέος του που υπάρχει (478 ΑΚ).

Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η ρύθμιση της ΑΚ 478 θέτει ερμηνευτικό κανόνα (“εν αμφιβολία“).

Τούτο σημαίνει πως, όταν γεννιέται αμφιβολία για το τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου και ο δανειστής δεν αποκτά άμεσο δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή (απλή υπόσχεση ελευθερώσεως).

Η σύμβαση αυτή, καλούμενη και σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, αιτιώδης, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθενός.

Χαρακτηριστικά

Επομένως κύρια γνωρίσματα της απλής υποσχέσεως ελευθερώσεως είναι :

  • ότι αυτή γεννά ενοχή μόνο μεταξύ του υποσχεθέντα και του οφειλέτη (υπέρ του οποίου η υπόσχεση) κατά την έννοια της ΑΚ 410 (μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου) και
  • ότι ο τρίτος που υποσχέθηκε δεν υπεισέρχεται στη σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη.

Η υπόσχεση του τρίτου δυνατό να αφορά τωρινό ή μελλοντικό χρέος του οφειλέτη.

Επίσης, η κατ’ άρθρο 478 σύμβαση ελευθερώσεως, δεν επιφέρει διάθεση του ξένου χρέους (γιατί δεν επιφέρει άμεση απαλλαγή του οφειλέτη) και κατά συνέπεια είναι υποσχετική δικαιοπραξία και επιπλέον αιτιώδης που γίνεται για οποιαδήποτε αιτία, χαριστική ή επαχθή , ακόμη δε μπορεί να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση.

Η σύμβαση ελευθερώσεως κατά κανόνα είναι άτυπη, εκτός αν η τήρηση τύπου επιβάλλεται από το αντικείμενό της ή την αιτία της.

Στην απλή υπόσχεση ελευθερώσεως (δηλαδή εκείνη στην οποία ισχύει ο ερμηνευτικός κανόνας της ΑΚ 478) εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το ειδικότερο περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών.

Έτσι από τη συμφωνία των μερών δυνατό να υποχρεώνεται ο τρίτος να εξοφλήσει ο ίδιος το χρέος, είτε να παραδώσει στον οφειλέτη το απαιτούμενο προς εξόφληση ποσό ή να απαλλάξει τον οφειλέτη από το χρέος με ορισμένο μόνο τρόπο (π.χ. μόνο με καταβολή ή συνάπτοντας με τον δανειστή την κατ’ άρθρο 471 ΑΚ στερητική αναδοχή).

Τέλος δε, αν ο οφειλέτης αναγκάστηκε να εξοφλήσει το δανειστή συνεπεία απειλής κατ’ αυτού αναγκαστικής εκτελέσεως, ο τρίτος υποχρεώνεται σε αποζημίωση του οφειλέτη λόγω του ότι ο οφειλέτης στην περίπτωση αυτή εξόφλησε ξένο χρέος, σύμφωνα πάντα με την εσωτερική σχέση που τον συνδέει με τον τρίτο.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση ελευθερώσεως.

Εικονική Εταιρεία: Ποιος Φέρει Ευθύνη & Πως Κινδυνεύει

Πότε μια εταιρεία θεωρείται εικονική και τι κινδυνεύει ο πραγματικός δικαιούχος

Εν συντομία:

  • Εικονική είναι η εταιρεία της οποίας η ιδρυτική σύμβαση ή η συμμετοχή ενός εταίρου καταρτίστηκε μόνο φαινομενικά, χωρίς πρόθεση παραγωγής των εννόμων αποτελεσμάτων της (άρθρο 138 του Αστικού Κώδικα).
  • Μια εταιρεία εγγεγραμμένη στο ΓΕΜΗ δεν κηρύσσεται ανύπαρκτη λόγω εικονικότητας. Αντιμετωπίζεται ως εταιρεία εν τοις πράγμασι, ενώ η τυχόν ακυρότητα ενεργεί για το μέλλον και προστατεύει τους καλόπιστους τρίτους.
  • Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι η εξαφάνιση της εταιρείας, αλλά η μερική ακυρότητα μιας συγκεκριμένης συμμετοχής ή δικαιοπραξίας και η προσωπική, εις ολόκληρον ευθύνη του υποκρυπτόμενου φορέα.
  • Φορολογικά και ασφαλιστικά, η ΑΑΔΕ και ο ΕΦΚΑ καταλογίζουν φόρους, ΦΠΑ, εισφορές και πρόστιμα στους πραγματικούς υπόχρεους πίσω από φαινόμενη επιχείρηση.
  • Την εικονικότητα επικαλούνται και οι θιγόμενοι δανειστές, με αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας ή με αγωγή διάρρηξης.

Πότε μια εταιρεία κρίνεται εικονική;

Εικονική κρίνεται η εταιρεία της οποίας η ιδρυτική σύμβαση ή η συμμετοχή ενός εταίρου στηρίζεται σε εικονική δήλωση βούλησης κατά το άρθρο 138 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ), δηλαδή δήλωση που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, χωρίς πρόθεση παραγωγής των εννόμων αποτελεσμάτων της. Προϋπόθεση είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των συμβαλλομένων ότι η σύμβαση δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 858/2022).

Ο νόμος διακρίνει την εικονικότητα σε δύο μορφές:

  • Απόλυτη είναι όταν η δικαιοπραξία δεν καλύπτει άλλη και δεν επιδιώκεται καμία έννομη μεταβολή.
  • Σχετική είναι όταν κάτω από τη φαινομενική κρύβεται άλλη, έγκυρη δικαιοπραξία που τα μέρη πράγματι ήθελαν.

Τα κίνητρα των δικαιοπρακτούντων δεν αποτελούν στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για να κριθεί μια δήλωση εικονική.

Στην πράξη, ο χαρακτηρισμός μιας εταιρείας ως εικονικής δεν προκύπτει από τη μορφή της αλλά από την απουσία πραγματικού υποστρώματος: εταιρεία χωρίς ουσιαστική συναλλακτική οργάνωση και δράση, με πρόσωπα που εμφανίζονται ως εταίροι ή φορείς ενώ την επιχείρηση ασκεί στην πραγματικότητα άλλος. Η εικονικότητα μπορεί να αφορά ολόκληρη την εταιρεία, τη συμμετοχή ενός μόνο εταίρου, ή το πρόσωπο του φερόμενου φορέα.

Η μυστικότητα, όμως, της συμμετοχής δεν συνιστά από μόνη της εικονικότητα. Η επιθυμία κάποιου να συμμετέχει χωρίς να εμφανίζεται εξυπηρετείται νόμιμα από την αφανή εταιρεία, όπου ο αφανής εταίρος μετέχει στα αποτελέσματα χωρίς να εμφανίζεται προς τρίτους.

Η οριοθέτηση ανάμεσα σε νόμιμη αφανή συμμετοχή και σε εικονικό σχήμα κρίνεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και αποτελεί το πρώτο κρίσιμο σημείο νομικής αξιολόγησης.

Ακυρώνεται μια εγγεγραμμένη στο ΓΕΜΗ εταιρεία λόγω εικονικότητας;

Κατά κανόνα όχι. Όταν η εταιρεία έχει καταχωριστεί στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), το κύρος της κρίνεται από το εφαρμοστέο εταιρικό δίκαιο και τη δημοσιότητα, όχι από τη γενική ρύθμιση της εικονικότητας. Ακόμη και αν διαπιστωθεί εικονικότητα, η εταιρεία που λειτούργησε αντιμετωπίζεται ως εταιρεία εν τοις πράγμασι (de facto) και η ακυρότητα ενεργεί για το μέλλον.

Η λογική αυτή στηρίζεται στην αρχή της εν τοις πράγμασι εταιρείας, την οποία αποτυπώνει το άρθρο 251 παρ. 3 του Ν. 4072/2012, το οποίο προβλέπει ότι οι εταιρικές ακυρότητες αντιμετωπίζονται κατ’ αρχήν ως μερικές και δεν ανατρέπουν αναδρομικά όσα δικαιώματα και υποχρεώσεις γεννήθηκαν κατά τη λειτουργία της.

Ειδικά για την προσωπική εταιρεία που έχει δημοσιευθεί στο ΓΕΜΗ, ισχύει ο κανόνας της εγκυρότητας των συναλλαγών έναντι των καλόπιστων τρίτων, ενώ η σχετική ακυρότητα αντιτάσσεται μόνο κατά του τρίτου που γνώριζε την εικονικότητα (άρθρο 139 ΑΚ, ΜΠρΠειρ 478/2018).

Αντίστοιχα, η ίδρυση ανώνυμης εταιρείας δεν αναγνωρίζεται άκυρη λόγω εικονικότητας, καθώς το κύρος και οι ακυρότητές της ρυθμίζονται από το ειδικό δίκαιο των ανωνύμων εταιρειών (Ν. 4548/2018) σε συνδυασμό με τη δημοσιότητα του ΓΕΜΗ (Ν. 4635/2019).

Το ζήτημα, επομένως, μετατοπίζεται, αφού η εικονικότητα σπάνια πλήττει την ίδια την ύπαρξη μιας εγγεγραμμένης εταιρείας, αλλά αφορά συχνά στη συμμετοχή ενός εταίρου.

Όταν κάποιος συμμετέχει εικονικά, η εταιρεία αντιμετωπίζεται ως μερικώς άκυρη κατά το μέρος αυτό, χωρίς η μερική ακυρότητα να επιφέρει ακυρότητα ολόκληρης της εταιρείας, εφόσον δεν συνάγεται ότι η εταιρεία δεν θα είχε συσταθεί χωρίς την εικονική συμμετοχή.

Τα εταιρικά μερίδια ή οι μετοχές που απέκτησε το παρένθετο πρόσωπο περιέρχονται στον υποκρυπτόμενο, ο οποίος είναι ο αληθής εταίρος και δικαιούται τη δικαστική αναγνώριση των δικαιωμάτων του (ΠΠρΓιαννιτσών 6/2025). Το αν συντρέχει ακυρότητα του συνόλου ή μερική ακυρότητα εξαρτάται από τη βούληση των μερών κατά τη σύσταση και απαιτεί κατά περίπτωση νομική κρίση.

Πότε ευθύνεται προσωπικά ο πραγματικός δικαιούχος πίσω από την εταιρεία;

Ο πραγματικός φορέας ευθύνεται προσωπικά όταν χρησιμοποιεί την εταιρεία ως παρένθετο πρόσωπο, δηλαδή ως κατ’ επίφαση συμβαλλόμενο που ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό του υποκρυπτόμενου.

Τότε ο υποκρυπτόμενος αποκτά και ο ίδιος εμπορική ιδιότητα και ευθύνεται εις ολόκληρον, για το σύνολο της οφειλής, για τις υποχρεώσεις που δημιουργεί η φαινόμενη δράση, χωρίς αυτό να συνιστά άρση της νομικής αυτοτέλειας.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη και συχνά συγχέεται. Η εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας δεν ταυτίζεται με την άρση της νομικής αυτοτέλειας. Στην πρώτη περίπτωση, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η συγκεκριμένη πράξη ήταν φαινομενική, ενώ στη δεύτερη κάμπτεται ο διαχωρισμός εταιρείας και μέλους λόγω κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας ( πχ κυρίαρχος μέτοχος, χρήση της εταιρείας ως alter ego, ανεπαρκής κεφαλαιοδότηση προς βλάβη τρίτων κλπ).

Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι, εαν δεχτεί την εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας, το δικαστήριο δεν παρακάμπτει τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας, ούτε αίρει την περιουσιακή αυτοτέλειά της, αφού η κρίση αφορά τη συγκεκριμένη πράξη και όχι το σύνολο των σχέσεων της εταιρείας (ΑΠ 858/2022).

Η εμπειρία από υποθέσεις όπου η φορολογική αρχή αναζήτησε τους πραγματικούς φορείς πίσω από φαινόμενη επιχείρηση δείχνει ότι το αποδεικτικό βάρος πέφτει στην έλλειψη πραγματικής οργάνωσης και δράσης, όχι στα κίνητρα των μερών. Ο ακόλουθος πίνακας αποσαφηνίζει τρεις έννοιες που στην πράξη συγχέονται.

Εικονική συμμετοχή ή δικαιοπραξίαΑφανής εταιρείαΆρση νομικής αυτοτέλειας
ΈννοιαΦαινομενική κατάρτιση χωρίς πρόθεση παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτωνΓνήσια εσωτερική εταιρεία, ο αφανής εταίρος δεν εμφανίζεται προς τρίτουςΚάμψη του χωρισμού εταιρείας και μέλους λόγω κατάχρησης
Νομική βάσηΆρθρο 138 ΑΚΆρθρα 285 επ. Ν. 4072/2012Άρθρα 281, 288, 200 ΑΚ (καλή πίστη)
Επίδραση στην ύπαρξη της εταιρείαςΗ εγγεγραμμένη εταιρεία δεν εξαφανίζεται, δυνατή μερική ακυρότηταΔεν θίγεται, η εξωτερική εταιρεία λειτουργεί κανονικάΔεν θίγεται, μετακυλίονται μόνο συνέπειες
Ποιος ευθύνεταιΟ υποκρυπτόμενος αληθής φορέας, εις ολόκληρονΜόνο ο εμφανής εταίρος έναντι τρίτωνΟ κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος
ΝομιμότηταΆκυρη ως προς το φαινομενικό σκέλοςΝόμιμη μορφή του επιχειρείνΚύρωση κατάχρησης, όχι νόμιμο σχήμα

Ποιες φορολογικές και ασφαλιστικές συνέπειες επιφέρει η εικονικότητα;

Η φορολογική διοίκηση (ΑΑΔΕ) και ο ΕΦΚΑ καταλογίζουν φόρους, ΦΠΑ, εισφορές και πρόστιμα στους πραγματικούς υπόχρεους που υποκρύπτονται πίσω από φαινόμενη επιχείρηση, ανεξάρτητα από τα φαινόμενα πρόσωπα, αφού συνταχθεί ιδιαίτερη έκθεση ελέγχου που αιτιολογεί την εικονικότητα. Τα φαινόμενα πρόσωπα δεν καλύπτουν και δεν απαλλάσσουν τους πραγματικούς φορείς από την ευθύνη.

Η θέση αυτή αποτυπώθηκε στην ΠΟΛ 1008/2017, με την οποία έγινε δεκτή η γνωμοδότηση 275/2016 της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η τελευταία ανέφερε ότι, σε βεβαιωμένη ληξιπρόθεσμη οφειλή εικονικής επιχείρησης, οι πραγματικοί υπόχρεοι ευθύνονται ανεξαρτήτως των φαινομένων προσώπων και σε βάρος τους λαμβάνονται όλα τα διοικητικά, ασφαλιστικά και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.

Τα μέτρα αυτά ασκούνται κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), ενώ η προσωπική ευθύνη των πραγματικών φορέων εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της ευθύνης των διοικούντων για τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας.

Η εικονική εταιρεία αποτελεί συχνά το όχημα για την έκδοση ή λήψη εικονικών τιμολογίων, όπου η εικονικότητα μεταφέρεται από την οντότητα στα ίδια τα παραστατικά και ενεργοποιεί ποινική ευθύνη για φοροδιαφυγή.

Πρόκειται για διακριτό, αν και συχνά συνυφασμένο, ζήτημα, καθώς το πρώτο αφορά τον χαρακτήρα της εταιρείας ως φορέα, ενώ το δεύτερο τη μη πραγματική συναλλαγή που καλύπτει ένα φορολογικό στοιχείο.

Η έκθεση ελέγχου οφείλει να τεκμηριώνει ειδικά την εικονικότητα και να προσδιορίζει τα πραγματικά υπόχρεα πρόσωπα, γι’ αυτό και τυχόν πλημμέλειες της αιτιολόγησης ή της ταυτοποίησης αποτελούν πεδίο άμυνας που κρίνεται κατά περίπτωση.

Ποιος μπορεί να επικαλεστεί την εικονικότητα και με ποιο ένδικο τρόπο;

Την εικονικότητα επικαλείται ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί του, οι δανειστές και κάθε τρίτος με έννομο συμφέρον, υλικό ή ηθικό, όταν από την άκυρη σύμβαση δημιουργείται κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η ακυρότητα είναι απόλυτη και επέρχεται αυτοδικαίως, οπότε δεν απαιτείται διαπλαστική αγωγή αλλά αναγνωριστική αγωγή για τη βεβαίωσή της (ΑΠ 1642/2025).

Για τον δανειστή που θίγεται από μεταβίβαση περιουσίας μέσω εικονικής εταιρείας ή εικονικής δικαιοπραξίας, ανοίγονται δύο διαφορετικές επιλογές:

  • Η πρώτη είναι η επίκληση της εικονικότητας, οπότε η μεταβίβαση θεωρείται ανύπαρκτη εξαρχής.
  • Η δεύτερη είναι η καταδολίευση των δανειστών και η αγωγή διάρρηξης (άρθρα 939 επ. ΑΚ), η οποία προϋποθέτει έγκυρη μεν αλλά καταδολιευτική απαλλοτρίωση, πρόθεση βλάβης και ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας.

Η εμπειρία από υποθέσεις καταδολίευσης μέσω εικονικών μεταβιβάσεων δείχνει ότι η επιλογή ανάμεσα στην επίκληση της εικονικότητας και στην αγωγή διάρρηξης καθορίζει τι πρέπει να αποδειχθεί και ποιος φέρει το αποδεικτικό βάρος.

Συχνές ερωτήσεις

Είναι παράνομη η αφανής εταιρεία;

Όχι. Η αφανής εταιρεία είναι γνήσια, νόμιμη μορφή του επιχειρείν, προβλεπόμενη από τα άρθρα 285 επ. του Ν. 4072/2012: ο αφανής εταίρος μετέχει στα αποτελέσματα μιας εμπορικής δραστηριότητας χωρίς να εμφανίζεται προς τρίτους, ενώ έναντι αυτών ευθύνεται μόνο ο εμφανής εταίρος. Διαφέρει από την εικονική συμμετοχή, όπου η εμφάνιση ενός προσώπου ως εταίρου είναι απλώς φαινομενική. Η οριοθέτηση κρίνεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.

Μπορεί να κριθεί εικονική μια ΑΕ ή μια ΙΚΕ;

Η ίδρυση μιας εγγεγραμμένης κεφαλαιουχικής εταιρείας δεν ανατρέπεται εύκολα ως εικονική, καθώς το κύρος της ρυθμίζεται από το ειδικό εταιρικό δίκαιο και τη δημοσιότητα του ΓΕΜΗ. Εικονικότητα, όμως, μπορεί να αφορά τη συμμετοχή συγκεκριμένου εταίρου ή μετόχου, ή μια επιμέρους δικαιοπραξία, όπως μια μεταβίβαση μετοχών ή ένα δάνειο προς εταίρο, με συνέπεια τη μερική ακυρότητα.

Σε τι διαφέρει η εικονική εταιρεία από την άρση της νομικής προσωπικότητας;

Η εικονικότητα οδηγεί σε ακυρότητα μιας φαινομενικής δικαιοπραξίας ή συμμετοχής κατά το άρθρο 138 ΑΚ. Η άρση της νομικής προσωπικότητας είναι κύρωση της κατάχρησης, με την οποία κάμπτεται ο χωρισμός εταιρείας και μέλους και μετακυλίονται οι συνέπειες στον κυρίαρχο μέτοχο ή εταίρο. Ο Άρειος Πάγος διαχωρίζει τις δύο έννοιες: η διαπίστωση εικονικότητας μιας πράξης δεν συνεπάγεται άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας της εταιρείας.

Εικονική εταιρεία και εικονικά τιμολόγια είναι το ίδιο;

Όχι. Η εικονική εταιρεία είναι η οντότητα χωρίς πραγματικό υπόστρωμα, ενώ το εικονικό τιμολόγιο είναι το φορολογικό στοιχείο που καλύπτει ανύπαρκτη ή μη πραγματική συναλλαγή. Οι δύο έννοιες συνδέονται, καθώς μια εικονική εταιρεία εκδίδει συχνά εικονικά παραστατικά, παραμένουν όμως διακριτές ως προς τις προϋποθέσεις και τις κυρώσεις, με το ζήτημα των τιμολογίων να έχει έντονη ποινική διάσταση.

Η μυστική συμμετοχή μέσω παρένθετου προσώπου είναι νόμιμη;

Η χρήση παρένθετου προσώπου για κάλυψη της πραγματικής συμμετοχής δεν είναι αυτομάτως άκυρη: η καλυπτόμενη σύμβαση μπορεί να ισχύει υπέρ του αληθούς φορέα, εφόσον τηρήθηκε ο απαιτούμενος τύπος. Ενέχει όμως κινδύνους έναντι τρίτων που αγνοούσαν την κατάσταση, καθώς και έναντι της φορολογικής και της ασφαλιστικής διοίκησης, γι’ αυτό απαιτείται προσεκτική έγγραφη ρύθμιση των σχέσεων.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Πραγματική οργάνωση και δράση: Η ύπαρξη ουσιαστικής συναλλακτικής οργάνωσης, εγκαταστάσεων, προσωπικού και αυτοτελούς δραστηριότητας είναι το στοιχείο που διαχωρίζει μια πραγματική εταιρεία από φαινόμενο σχήμα και προστατεύει έναντι του χαρακτηρισμού της ως εικονικής.

Διάκριση από την αφανή εταιρεία: Η επιθυμία αφανούς συμμετοχής δεν οδηγεί αναγκαστικά σε εικονικότητα. Η νόμιμη οδός είναι η αφανής εταιρεία, με έγγραφη ρύθμιση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων μεταξύ εμφανούς και αφανούς εταίρου.

Έγγραφη τεκμηρίωση σε σχήματα παρένθετου προσώπου: Η ταυτότητα του αληθούς φορέα και η θέληση των μερών πρέπει να αποτυπώνονται εγγράφως, ώστε να είναι δυνατή η δικαστική αναγνώριση των δικαιωμάτων του υποκρυπτόμενου προσώπου έναντι του παρενθέτου.

Έλεγχος πριν από μεταβιβάσεις προς συνδεδεμένα πρόσωπα: Μεταβιβάσεις περιουσίας ή εταιρικών συμμετοχών προς οικείους σε περίοδο οικονομικής πίεσης κινδυνεύουν με προσβολή ως εικονικές ή καταδολιευτικές, με φορολογικές και αστικές συνέπειες που κρίνονται κατά περίπτωση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικό με την εικονική εταιρεία.

Το Έννομο Συμφέρον Στις Εμπορικές Διαφορές

Έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία.

Περαιτέρο, έννομο συμφέρον υφίσταται όταν η αιτούμενη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσεως της υφισταμένης αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλουμένου στο συμφέρον του ενάγοντος κινδύνου από αυτήν.

Κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, που είναι ουσιαστικού δικαίου, προκύπτει ότι, είναι δυνατή η αναγνώριση με αγωγή της υπάρξεως ή ανυπαρξίας έννομης σχέσεως εμπορικού δικαίου, ήτοι ιδιωτικού δικαίου, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και τελεί σε κατάσταση αβεβαιότητας, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον.

Έννομη Σχέση

Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση του προσώπου που αναφέρεται σε έτερο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο.

Δεν αποτελούν έννομη σχέση, υπό την ως άνω έννοια, τα απλά πραγματικά περιστατικά ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα δίχως τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση, της οποίας ζητείται μέσω της αγωγής η προστασία.

Επίσης, δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων δίχως καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή όπου υπάγονται τα περιστατικά αυτά (ΠΠρΓιαν 6/2025).

Περιεχόμενο Εννόμου Συμφέροντος

Περαιτέρω, έννομο συμφέρον υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αναγνωριστική αγωγή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητουμένη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσεως, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές με αυτό παρούσες ή μέλλουσες δικαστικές διενέξεις και μάλιστα οριστικώς, με δύναμη δεδικασμένου.

Συνεπώς, αποφάσεις που δεν διαλευκαίνουν οριστικώς την έννομη σχέση, αλλά μόνο στοιχεία ή προδικαστικά ζητήματα αυτής, δεν είναι ικανές για παραγωγή δεδικασμένου και άρα ούτε και για αναγνώριση των εν λόγω μεμονωμένων στοιχείων, διότι πρέπει να προστεθούν και έτερα γεγονότα για την οριστική απόφαση επί της όλης έννομης σχέσεως. Μεμονωμένα, δηλαδή, στοιχεία της έννομης σχέσεως ή προδικαστικά αυτής στοιχεία δεν δύνανται να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής.

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, που πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο συζητήσεως της αναγνωριστικής αγωγής, και να είναι άμεσο, κατά την έννοια του άρθρου 68 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί νομική έννοια και η κρίση περί συνδρομής αυτού από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Συμφέρον Άμεσο Και Παρόν

Το έννομο συμφέρον, όπως έχει κριθεί και κατά την ερμηνεία της όμοιας διάταξης του άρθρου 68 ΚΠολΔ, πρέπει εκτός από έννομο, να είναι ατομικό του αιτούντος και άμεσο, δηλαδή το απειλούμενο με την αίτηση δικαίωμα του αιτούντος πρέπει να είναι υπαρκτό κατά την άσκηση της αίτησης (ΑΠ 55/2020)

Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης (άκυρη δικαιοπραξία κ.λπ.), προκαλείται αβεβαιότητα ως προ ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού, (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης.

Εξάλλου, παρόν είναι το έννομο συμφέρον όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες, και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες.

Τέλος, νομιμοποίηση των διαδίκων ως διακριτή, μη ταυτιζόμενη με το έννομο συμφέρον, διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το έννομο συμφέρον στις εμπορικές διαφορές και την αστική δίκη.

ΝΕΠΑ ή ΙΚΕ για Σκάφος Αναψυχής: Τα Κριτήρια Επιλογής

Πότε Συμφέρει η Σύσταση ΝΕΠΑ για Επαγγελματικό Πλοίο Αναψυχής

Εν συντομία:

  • Η ΝΕΠΑ (Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής) είναι κεφαλαιουχική εταιρεία με αποκλειστικό σκοπό την κτήση ή εκμετάλλευση επαγγελματικού πλοίου αναψυχής υπό ελληνική σημαία.
  • Συμφέρει όταν το σκάφος προορίζεται για επαγγελματική εκμετάλλευση με ναυλώσεις. Για ιδιωτική χρήση χωρίς ναυλώσεις ενδείκνυται η Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής (ΕΙΠΑ).
  • Το φορολογικό πλεονέκτημα υπάρχει μόνο όταν η ΝΕΠΑ είναι πλοιοκτήτρια: ο φόρος χωρητικότητας εξαντλεί τη φορολογία εισοδήματος. Ως διαχειρίστρια πλοίου τρίτου, φορολογείται κανονικά στα κέρδη.
  • Το ελάχιστο κεφάλαιο είναι 10.000 ευρώ και επιτρέπεται μονοπρόσωπη ΝΕΠΑ.
  • Ο νόμος απαγορεύει τη μετατροπή άλλης εταιρείας σε ΝΕΠΑ και αντίστροφα, οπότε η επιλογή μορφής πρέπει να γίνει ορθά εξαρχής.

Τι είναι η ΝΕΠΑ και πότε επιλέγεται αντί άλλης εταιρικής μορφής;

Η Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής (ΝΕΠΑ) είναι κεφαλαιουχική εταιρεία με νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα. Έχει αποκλειστικό σκοπό την κτήση κυριότητας, την εκμετάλλευση ή τη διαχείριση πλοίων αναψυχής υπό ελληνική σημαία που χαρακτηρίζονται ως επαγγελματικά (άρθρα 23 επ. ν. 4926/2022).

Επιλέγεται όταν το σκάφος προορίζεται για επαγγελματική εκμετάλλευση με ναυλώσεις, όχι για ιδιωτική χρήση ούτε για δραστηριότητα πέραν του σκάφους.

Ο αποκλειστικός σκοπός είναι το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τη ΝΕΠΑ από τις κοινές εμπορικές εταιρείες. Δεν μπορεί να ασκεί άλλη δραστηριότητα πέρα από την εκμετάλλευση πλοίων αναψυχής.

Επιχειρηματίας που σχεδιάζει ναυλώσεις σκάφους αλλά και παράλληλες δραστηριότητες, όπως τουριστικές υπηρεσίες ξηράς ή εμπορία, δεν καλύπτεται από τη ΝΕΠΑ και χρειάζεται επιλογή εταιρικής μορφής με ευρύτερο σκοπό.

Η ελληνική σημαία είναι επίσης προϋπόθεση. Η ΝΕΠΑ αφορά πλοία που νηολογούνται στην Ελλάδα. Για σκάφος υπό ξένη σημαία το εταιρικό όχημα και το φορολογικό πλαίσιο διαμορφώνονται διαφορετικά.

Πότε συμφέρει η ΝΕΠΑ έναντι ΙΚΕ, ΑΕ ή ΕΙΠΑ;

Η ΝΕΠΑ συμφέρει όταν συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις:

  1. το σκάφος θα εκμεταλλεύεται επαγγελματικά με ναυλώσεις,
  2. φέρει ελληνική σημαία και
  3. επιδιώκεται το φορολογικό καθεστώς του πλοίου.

Αν το σκάφος προορίζεται για ιδιωτική χρήση, η Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής (ΕΙΠΑ) του ίδιου νόμου είναι η ενδεδειγμένη μορφή.

ΚριτήριοΝΕΠΑΕΙΠΑΙΚΕ / ΑΕ
Χρήση σκάφουςΕπαγγελματική, με ναυλώσειςΙδιωτική χρήσηΆσχετη με σκάφος ή ευρύτερη δραστηριότητα
ΣημαίαΕλληνικήΕλληνικήΔεν προϋποτίθεται
Ελάχιστο κεφάλαιο10.000 ευρώΚατά τον νόμοΙΚΕ από 1 ευρώ / ΑΕ 25.000 ευρώ
Φορολογία εισοδήματος από το πλοίοΦόρος χωρητικότητας αν πλοιοκτήτριαΔεν αποκτά επαγγελματικό εισόδημαΦόρος εισοδήματος νομικών προσώπων
Μετατροπή προς ή από τη μορφήΑπαγορεύεταιΑπαγορεύεταιΕπιτρέπεται

Το κρίσιμο διαχωριστικό είναι η χρήση του σκάφους. Επαγγελματική εκμετάλλευση με ναυλώσεις οδηγεί στη ΝΕΠΑ, ιδιωτική χρήση στην ΕΙΠΑ, ενώ δραστηριότητα πέραν του σκάφους απαιτεί μια ΙΚΕ ή ΑΕ. Το βασικό κίνητρο για τη ΝΕΠΑ είναι το φορολογικό καθεστώς του πλοίου, που αναλύεται στη συνέχεια.

Η περιορισμένη ευθύνη δεν αποτελεί από μόνη της λόγο επιλογής της ΝΕΠΑ, καθώς υπάρχει σε κάθε κεφαλαιουχική εταιρεία. Η σωστή απάντηση εξαρτάται από τον σχεδιασμό εκμετάλλευσης, τη σημαία και τη φορολογική στρατηγική των μετόχων, και κάθε σενάριο δίνει διαφορετικό αποτέλεσμα.

Πώς φορολογείται η ΝΕΠΑ και πότε τα κέρδη μένουν αφορολόγητα;

Η φορολογική μεταχείριση εξαρτάται από το αν η ΝΕΠΑ είναι πλοιοκτήτρια ή απλή διαχειρίστρια πλοίου τρίτου. Ως πλοιοκτήτρια επαγγελματικού πλοίου υπάγεται στον φόρο χωρητικότητας του ν. 27/1975, μέσω του άρθρου 65 του ν. 4926/2022, και η καταβολή του εξαντλεί κάθε υποχρέωση φόρου εισοδήματος. Ως διαχειρίστρια, φορολογείται κανονικά στα κέρδη της.

Το πλεονέκτημα των αφορολόγητων κερδών που συχνά αποδίδεται γενικά στη ΝΕΠΑ ισχύει με ακρίβεια μόνο για την πλοιοκτήτρια. Ο φόρος χωρητικότητας υπολογίζεται στους κόρους ολικής χωρητικότητας του πλοίου και όχι στα κέρδη.

Η καταβολή του εξαντλεί τη φορολογία εισοδήματος και η απαλλαγή εκτείνεται μέχρι τον μέτοχο φυσικό πρόσωπο, καθώς τα μερίσματα και οι διανομές καθαρών κερδών δεν φορολογούνται περαιτέρω.

Η ΝΕΠΑ που διαχειρίζεται ή εκμεταλλεύεται πλοίο τρίτου, χωρίς να είναι πλοιοκτήτρια, δεν υπάγεται στο ίδιο καθεστώς. Τηρεί διπλογραφικά βιβλία κατά τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα και φορολογείται με φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων στα κέρδη της.

Δύο εξαιρέσεις πρέπει να σημειωθούν. Οι αμοιβές των μελών του διοικητικού συμβουλίου υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, ανώ η απαλλαγή δεν καλύπτει τέλη και Φόρο Συγκέντρωσης Κεφαλαίων.

Το ευνοϊκό αυτό καθεστώς για τα πλοία αναψυχής τελεί υπό επανεξέταση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει ζήτημα συμβατότητας της επέκτασης του φόρου χωρητικότητας στα σκάφη αναψυχής με το δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων. Ο σχεδιασμός με ορίζοντα ετών οφείλει να λαμβάνει υπόψη ότι το φορολογικό πλεονέκτημα ενδέχεται να μεταβληθεί.

Πώς συστήνεται μια ΝΕΠΑ και τι κεφάλαιο απαιτείται;

Η σύσταση γίνεται με κατάρτιση καταστατικού από έναν τουλάχιστον ιδρυτή, καθώς επιτρέπεται και μονοπρόσωπη ΝΕΠΑ και καταχώρισή του στο Μητρώο ΝΕΠΑ. Η εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα από την καταχώριση (άρθρα 24 επ. ν. 4926/2022). Το ελάχιστο κεφάλαιο ορίζεται σε 10.000 ευρώ, καταβλητέο ολοσχερώς σε χρήμα εντός δύο μηνών από τη σύσταση. Τα βήματα έχουν ως εξής:

  1. Κατάρτιση καταστατικού, εγγράφως ή ψηφιακά, με το υποχρεωτικό περιεχόμενο: επωνυμία, σκοπός, έδρα, ύψος κεφαλαίου, μετοχές, όργανα διοίκησης, δικαιώματα μετόχων και διαδικασία λύσης.
  2. Επιλογή επωνυμίας με τις λέξεις «ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΛΟΙΩΝ ΑΝΑΨΥΧΗΣ» ή το ακρωνύμιο «ΝΕΠΑ», χωρίς κίνδυνο σύγχυσης με άλλη εταιρεία.
  3. Καταχώριση του υπογεγραμμένου καταστατικού στο Μητρώο ΝΕΠΑ, από την οποία η εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα.
  4. Καταβολή του κεφαλαίου σε ειδικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα και προσκόμιση του παραστατικού στο μητρώο.

Η εμπειρία από υποθέσεις σύστασης ναυτιλιακών εταιρειών δείχνει ότι οι πιο κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται στη διατύπωση των καταστατικών ρητρών, όπως περιορισμοί στη μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών, αυξημένες απαρτίες και πλειοψηφίες για συγκεκριμένες αποφάσεις, καθορισμός διάρκειας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Κάθε επιλογή δεσμεύει τη λειτουργία της εταιρείας και τη σχέση των μετόχων για χρόνια.

Ποια η ευθύνη μετόχων και μελών ΔΣ και ποιοι κίνδυνοι παραμένουν;

Για τα χρέη της ΝΕΠΑ ευθύνεται μόνο η ίδια με την περιουσία της και οι μέτοχοι δεν ευθύνονται πέραν της εισφοράς τους. Ο κανόνας αυτός, ωστόσο, δεν είναι απόλυτος. Για φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές προς το Δημόσιο, τα πρόσωπα που διοικούν την εταιρεία ευθύνονται αλληλεγγύως και προσωπικά.

Η περιορισμένη ευθύνη καλύπτει τις συμβατικές και εμπορικές υποχρεώσεις της εταιρείας. Δεν καλύπτει όμως την ευθύνη των διοικούντων για τις φορολογικές οφειλές, αφού ο Πρόεδρος, ο Διευθύνων Σύμβουλος και όσοι ασκούν διοίκηση ευθύνονται προσωπικά για φόρους που δεν αποδόθηκαν. Ανάλογη υποχρέωση προκύπτει και για τις ασφαλιστικές εισφορές, καθώς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου με ποσοστό μετοχών 3% και άνω υπάγονται σε υποχρεωτική ασφάλιση.

Πέρα από τη φορολογική ευθύνη, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου φέρουν ευθύνη επιμέλειας και υποχρέωση πίστεως προς την εταιρεία. Ευθύνονται για ζημία από παράβαση των καθηκόντων τους, εκτός αν αποδείξουν ότι επέδειξαν την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία και ότι η απόφαση ελήφθη με καλή πίστη και επαρκή πληροφόρηση.

Ένας ακόμη περιορισμός αφορά τη σύνθεση των μετόχων. Επειδή η ΝΕΠΑ φέρει ελληνική σημαία, ισχύουν οι προϋποθέσεις εθνικότητας της πλοιοκτησίας. Επενδυτής από χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου πρέπει να ελέγξει αν και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να συμμετάσχει, πριν δεσμεύσει κεφάλαια.

Μπορεί μια ΙΚΕ ή ΑΕ να μετατραπεί σε ΝΕΠΑ;

Όχι. Ο ν. 4926/2022 απαγορεύει τόσο τη μετατροπή εταιρείας άλλης νομικής μορφής σε ΝΕΠΑ όσο και τη μετατροπή ΝΕΠΑ σε άλλη μορφή. Πηγές που αναφέρουν ότι επιτρέπεται η μετατροπή μιας ΙΚΕ ή ΕΠΕ σε ΝΕΠΑ στηρίζονται στο προϊσχύον καθεστώς του ν. 3182/2003, το οποίο καταργήθηκε ως προς τις σχετικές διατάξεις.

Η απαγόρευση έχει άμεση συνέπεια για τον σχεδιασμό. Επιχειρηματίας δεν μπορεί να ξεκινήσει με μια ευέλικτη ΙΚΕ και αργότερα, όταν αποκτήσει το σκάφος, να τη μετατρέψει σε ΝΕΠΑ για να επωφεληθεί από το φορολογικό καθεστώς.

Στην πρακτική αντιμετώπιση τέτοιων υποθέσεων, η επιλογή του οχήματος πρέπει να οριστικοποιείται πριν την απόκτηση του πλοίου, με βάση τον προγραμματισμένο τρόπο εκμετάλλευσης. Λανθασμένη αρχική επιλογή σημαίνει διάλυση της μιας εταιρείας και σύσταση νέας, με το κόστος και τον χρόνο που αυτό συνεπάγεται.

Συχνές Ερωτήσεις

Πόσο κεφάλαιο χρειάζεται για τη σύσταση ΝΕΠΑ;

Το ελάχιστο εταιρικό κεφάλαιο είναι 10.000 ευρώ. Καταβάλλεται ολοσχερώς σε χρήμα εντός δύο μηνών από τη σύσταση, σε ειδικό λογαριασμό της εταιρείας σε πιστωτικό ίδρυμα.

Μπορεί ένα φυσικό πρόσωπο να ιδρύσει μονοπρόσωπη ΝΕΠΑ;

Ναι. Η ΝΕΠΑ ιδρύεται από έναν ή περισσότερους ιδρυτές και μπορεί να είναι μονοπρόσωπη. Το διοικητικό συμβούλιο απαιτεί ωστόσο τουλάχιστον τρία μέλη, μετόχους ή μη.

Ποια η διαφορά της ΝΕΠΑ από την ΕΙΠΑ;

Η ΝΕΠΑ αφορά πλοία που εκμεταλλεύονται επαγγελματικά με ναυλώσεις. Η Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής αφορά πλοία που προορίζονται για ιδιωτική χρήση. Η επιλογή εξαρτάται από τον τρόπο χρήσης του σκάφους.

Πού τηρείται το Μητρώο ΝΕΠΑ;

Το Μητρώο ΝΕΠΑ τηρείται ηλεκτρονικά και σε αυτό καταχωρίζεται το καταστατικό, από το οποίο η εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα. Στο ίδιο μητρώο καταχωρίζονται και οι μεταγενέστερες μεταβολές της εταιρείας.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ο αποκλειστικός σκοπός δεσμεύει: Η ΝΕΠΑ δεν μπορεί να ασκήσει δραστηριότητα πέρα από την εκμετάλλευση πλοίων αναψυχής. Επιχειρηματικός σχεδιασμός με παράλληλες δραστηριότητες απαιτεί διαφορετικό ή πρόσθετο εταιρικό όχημα.

Το φορολογικό πλεονέκτημα προϋποθέτει πλοιοκτησία: Η απαλλαγή από φόρο εισοδήματος ισχύει όταν η ΝΕΠΑ είναι πλοιοκτήτρια και καταβάλλει φόρο χωρητικότητας. Ως διαχειρίστρια πλοίου τρίτου φορολογείται κανονικά στα κέρδη της.

Η επιλογή μορφής κλειδώνει εξαρχής: Επειδή η μετατροπή προς και από τη ΝΕΠΑ απαγορεύεται, η μορφή πρέπει να επιλεγεί με βάση τον τρόπο εκμετάλλευσης πριν την απόκτηση του σκάφους.

Η περιορισμένη ευθύνη δεν καλύπτει το Δημόσιο: Για φόρους και ασφαλιστικές εισφορές που δεν αποδόθηκαν, τα διοικούντα πρόσωπα ευθύνονται προσωπικά και αλληλεγγύως, ανεξάρτητα από την περιορισμένη ευθύνη της εταιρείας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ΝΕΠΑ.

Παραγραφή Τόκων Υπερημερίας Δανείου & Διαταγής Πληρωμής

Η παραγραφή τόκων ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 250 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των τόκων, ενώ κατά το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 253 ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα προηγούμενα άρθρα.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε πέντε χρόνια παραγράφονται και οι τόκοι της υπερημερίας.

Η συγκεκριμένη βραχυπρόθεσμη (πενταετής) παραγραφή αρχίζει να τρέχει από την αρχή κάθε επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου έχουν παραχθεί αυτοί (τόκοι) και κατά το οποίο ο δικαιούχος μπορούσε να εγείρει αγωγή και να τους ζητήσει.

Παραγραφή Τόκων Από Διαταγή Πληρωμής

Εξάλλου, κατά το άρθρο 268 ΑΚ κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπάγεται σε συντομότερη παραγραφή.

Αξιώσεις όμως παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά, όπως οι τόκοι, και βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή.

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι κατ’ εξαίρεση του κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των με τελεσίδικη απόφαση βεβαιωθεισών αξιώσεων, όταν πρόκειται περί περιοδικής παροχής, όπως είναι οι τόκοι, εφόσον κατά την τελεσιδικία της απόφασης, που την βεβαιώνει, δεν είναι απαιτητή ως καθισταμένη μεταγενεστέρως ληξιπρόθεσμη, η περί αυτής αξίωση του κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των, με τελεσίδικη απόφαση, βεβαιωθεισών απαιτήσεων, υπόκεινται στην βραχυπρόθεσμη πενταετή παραγραφή.

Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 634 ΚΠολΔ, η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή.

Τέλος, οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα σχετικά με τους λόγους διακοπής της παραγραφής προβλέπουν, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 270 ότι αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφού περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή.

Παραγραφή Τόκων Δανείου

Περαιτέρω, οι αξιώσεις εκ δανείου υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει με τη λήξη του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. 

Χρεώλυτρο“, κατά την έννοια των παραπάνω άρθρων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το “τοκοχρεώλυτρο“.

Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως, αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες  χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.

Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων (Ad hoc ΕιρΑκρ 44/2023).

Μόνον όμως όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή (AΠ 747/2012).

Νομιμότητα Ένστασης Παραγραφής

Προσέτι, από τη διάταξη του άρθρ. 277 ΑΚ, ορίζεται ότι το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που δεν έχει προταθεί, συνάγεται ότι, όπως ο ισχυρισμός για παραγραφή της αξίωσης συνιστά ένσταση του υπόχρεου,

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 262 ΚΠολΔ και 249, 250 και 277 του ΑΚ συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένη η ένσταση πενταετούς παραγραφής περιοδικών παροχών που αναφέρονται σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις, πρέπει να εκτίθενται προς θεμελίωση της:

  • ο χρόνος γέννησης κάθε περιοδικής παροχής
  • το ύψος κάθε μιας περιοδικής παροχής ανά έτος, εφόσον οι τόκοι που συνιστούν την περιοδική παροχή δεν εξάγονται για όλη τη μελλοντική περίοδο βάσει σταθερού κεφαλαίου, διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη,
  • ο χρόνος έναρξης της παραγραφής κάθε επί μέρους παροχής για να είναι ευχερής ο προσδιορισμός του χρόνου συμπλήρωσης της πενταετούς παραγραφής για κάθε μια από αυτές και ο χρόνος επίδοσης της διαταγής πληρωμής προκειμένου να διαπιστωθεί αν, με αφετηρία το ανωτέρω χρονικό σημείο και μέχρι της επιδόσεως της διαταγής πληρωμής, από της οποίας διακόπτεται η παραγραφή, συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής (ΑΠ 623/2011).

Σημειώνεται, τέλος, ότι και ο ισχυρισμός για διακοπή ή αναστολή της παραγραφής συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που πρέπει να προτείνει ο δικαιούχος της αξίωσης και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την παραγραφή τόκων δανείου & διαταγής πληρωμής.