Πώς Αντιδρά η Τουριστική Επιχείρηση σε Απόφαση Σφράγισης
Εν συντομία:
- Η απόφαση της Περιφερειακής Υπηρεσίας Τουρισμού (Π.Υ.Τ.) συνήθως επιβάλλει δύο πράξεις μαζί: διοικητική κύρωση (πρόστιμο, ανάκληση Ε.Σ.Λ.) και το διοικητικό μέτρο της σφράγισης. Καθεμία προσβάλλεται με διαφορετικό ένδικο βοήθημα.
- Η Επιτροπή Προσφυγών του Υπουργείου Τουρισμού κρίνει μόνο τις κυρώσεις. Η υπ’ αρ. 23200/2025 απόφαση της Υπουργού Τουρισμού (ΦΕΚ Β΄ 6312/25.11.2025) αποκλείει ρητά τη σφράγιση από την αρμοδιότητά της.
- Η εκτέλεση της σφράγισης γίνεται εντός 30 ημερών από την έκδοση της απόφασης και τουλάχιστον 5 ημέρες μετά την κοινοποίηση. Μετά την εκτέλεση, η αίτηση αναστολής αποκλείεται κατά το άρθρο 202 παρ. 4 Κ.Δ.Δ.
- Με τον Ν. 5170/2025 η προθεσμία εξηγήσεων τρέχει από την εγχείριση της έκθεσης ελέγχου χωρίς άλλη κλήση. Η μη εκκένωση που παρεμποδίζει τη σφράγιση επισύρει πλέον αυτοτελές πρόστιμο 20.000 ευρώ.
- Για ειδική τουριστική υποδομή, τουριστικά γραφεία, γραφεία ενοικίασης οχημάτων και ναυλομεσιτικά, η σφράγιση αίρεται με τη συμμόρφωση, χωρίς δικαστήριο.
Τι πρέπει να κάνει η επιχείρηση μόλις παραλάβει απόφαση σφράγισης;
Η επιχείρηση οφείλει πρώτα να διακρίνει τι ακριβώς επιβάλλει η απόφαση, γιατί το πρόστιμο και η σφράγιση ακολουθούν χωριστές ένδικες διαδρομές με διαφορετικές προθεσμίες και διαφορετικό ανασταλτικό αποτέλεσμα. Στη συνέχεια μετρά την προθεσμία έως την ορισθείσα ημερομηνία εκτέλεσης, διότι μετά τη σφράγιση τα διαθέσιμα μέσα περιορίζονται δραστικά.
Το κρίσιμο σημείο είναι δικονομικό, καθώς το άρθρο 202 παρ. 4 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζει ότι η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη πράξη έχει ήδη εκτελεστεί.
Όταν η σφραγίδα μπει στην πόρτα, η αίτηση αναστολής χάνει το αντικείμενό της και στην επιχείρηση απομένει μόνο η αίτηση αποσφράγισης και η κύρια δίκη, δηλαδή χρονικός ορίζοντας αρκετών μηνών.
Η δεύτερη διάκριση αφορά την κατηγορία στην οποία εντάσσεται η επιχείρηση, καθώς οι επτά κατηγορίες τουριστικών επιχειρήσεων δεν αντιμετωπίζονται ενιαία. Για τα καταλύματα η σφράγιση επιβάλλεται σωρευτικά με τις κυρώσεις κατά την παρ. 4 του άρθρου 7 του Ν. 4276/2014.
Για τις επιχειρήσεις της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, ο νόμος προβλέπει ρητά ότι η σφράγιση αίρεται με τη συμμόρφωση. Η ίδια πραγματική βάση, δηλαδή λειτουργία χωρίς αδειοδοτικό τίτλο, οδηγεί σε τελείως διαφορετική στρατηγική ανάλογα με το αν πρόκειται για ξενοδοχείο ή για ναυλομεσιτικό γραφείο.
| Διαδρομή | Τι προσβάλλει ή επιδιώκει | Προθεσμία | Ανασταλτικό | Πότε έχει νόημα |
|---|---|---|---|---|
| Συμμόρφωση κατά την παρ. 6 άρθρου 7 | Έκδοση Ε.Σ.Λ. ή Β.Σ.Ν.Π. και αυτοδίκαιη άρση του μέτρου | Πριν την εκτέλεση | Δεν απαιτείται | Ειδική τουριστική υποδομή, τουριστικά γραφεία, γραφεία ενοικίασης οχημάτων, Τ.Ε.Ο.Μ., ναυλομεσιτικά, όταν το κώλυμα είναι θεραπεύσιμο |
| Ενδικοφανής προσφυγή στην Επιτροπή Προσφυγών | Την πράξη επιβολής διοικητικής κύρωσης (πρόστιμο, ανάκληση Ε.Σ.Λ.) | 30 ημέρες από την κοινοποίηση, αποκλειστική, με αναστολή 1 έως 31 Αυγούστου | Ναι, ως προς την κύρωση | Πάντα όταν υπάρχει πρόστιμο. Η παράλειψη καθιστά απαράδεκτη τη μετέπειτα δικαστική προσβολή |
| Αντιρρήσεις ως προς τον χρόνο εκτέλεσης στην Π.Υ.Τ. | Μετάθεση της ημερομηνίας σφράγισης έως 15 ημέρες | Πριν την ορισθείσα ημερομηνία | Εκδίδεται νέα απόφαση σε αντικατάσταση της προηγούμενης | Όταν υπάρχουν πελάτες υπό κράτηση, προσωπικό ή ευπαθή προϊόντα και χρειάζεται χρόνος για την τακτοποίηση |
| Δικαστική αίτηση αναστολής και προσωρινή διαταγή | Την ίδια την απόφαση σφράγισης | Πριν την εκτέλεση, μαζί με το κύριο ένδικο βοήθημα | Μόνο αν χορηγηθεί | Όταν το κώλυμα δεν θεραπεύεται άμεσα και η επιχείρηση λειτουργεί εντός τουριστικής περιόδου |
| Αίτηση αποσφράγισης ή προσωρινής αποσφράγισης | Άρση της ήδη εκτελεσμένης σφράγισης | Οποτεδήποτε μετά την εκτέλεση | Άνευ αντικειμένου | Όταν εξέλιπαν οι λόγοι, ή για πρόσβαση στην εγκατάσταση χωρίς λειτουργία της |
Πότε επιβάλλεται σφράγιση τουριστικής επιχείρησης;
Η σφράγιση δεν είναι ενιαία κύρωση με ενιαίες προϋποθέσεις. Το άρθρο 7 του Ν. 4276/2014 προβλέπει τρεις διακριτές βάσεις με διαφορετικό βαθμό δέσμευσης της Διοίκησης, ενώ η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση της Υπουργού Τουρισμού (ΦΕΚ Β΄ 1479/3.5.2019) ορίζει τη διαδικασία. Ο εντοπισμός της ορθής βάσης καθορίζει ποιοι λόγοι ακύρωσης είναι διαθέσιμοι.
Καταλύματα που λειτουργούν χωρίς Ε.Σ.Λ. ή γνωστοποίηση
Κατά την παρ. 4 του άρθρου 7, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 4582/2018, στην τουριστική επιχείρηση που λειτουργεί χωρίς Ειδικό Σήμα Λειτουργίας (Ε.Σ.Λ.), χωρίς Βεβαίωση Συνδρομής Νόμιμων Προϋποθέσεων (Β.Σ.Ν.Π.) ή χωρίς να έχει υποβάλει γνωστοποίηση έναρξης, επιβάλλεται σωρευτικά με τις διοικητικές κυρώσεις και το διοικητικό μέτρο της σφράγισης.
Η διάταξη καλύπτει αδιακρίτως ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια και οργανωμένες κατασκηνώσεις, καθώς και σύνθετα τουριστικά καταλύματα, χωρίς διαβάθμιση ανάλογα με τη λειτουργική μορφή.
Εδώ βρίσκεται μια παρανόηση που κυκλοφορεί ευρέως. Πριν από τον Ν. 4582/2018 η διάταξη απαιτούσε να προκύπτει άμεσος κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον και να παρίσταται έκτακτη ανάγκη αποτροπής του.
Η ισχύουσα διατύπωση δεν περιέχει τέτοιον όρο. Πρακτικά, η άμυνα που στηρίζεται στο επιχείρημα ότι το ξενοδοχείο δεν δημιουργεί κανέναν κίνδυνο για το κοινό δεν βρίσκει έρεισμα στο κείμενο της παρ. 4. Ο κρίσιμος έλεγχος μετατοπίζεται στη διαπίστωση της παράβασης, στην τήρηση του τύπου και στην αρχή της αναλογικότητας κατά την επιμέτρηση.
Με τον Ν. 5170/2025 προστέθηκε τέταρτη βάση. Το νέο άρθρο 5Α του Ν. 4276/2014 προβλέπει ότι, αν διαπιστωθεί πως το κατάλυμα κατατάχθηκε σε ανώτερη κατηγορία περιβαλλοντικής απόδοσης χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις, η λειτουργία διακόπτεται και η εγκατάσταση σφραγίζεται με απόφαση του προϊσταμένου της Π.Υ.Τ. έως την προσκόμιση νέου πιστοποιητικού κατάταξης από το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος.
Η βάση αυτή λειτουργεί παράλληλα με την υποχρεωτική κατάταξη των ξενοδοχειακών μονάδων σε αστέρες, οπότε ένα κατάλυμα μπορεί να ελεγχθεί σωρευτικά ως προς δύο διαφορετικά συστήματα κατάταξης.
Ειδική τουριστική υποδομή, γραφεία και ναυλομεσιτικά
Η παρ. 6 του άρθρου 7 ρυθμίζει διαφορετικά τις εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής, όπου εντάσσονται και τα κέντρα αναζωογόνησης, τα τουριστικά γραφεία, τα γραφεία ενοικίασης αυτοκινήτων, τις επιχειρήσεις εκμίσθωσης δικύκλων άνω των 50 κ.εκ., τις Τουριστικές Επιχειρήσεις Οδικών Μεταφορών και τα ναυλομεσιτικά γραφεία.
Επιβάλλεται σωρευτικά σφράγιση και πρόστιμο 5.000 ευρώ, όμως ο νόμος προσθέτει ρητά ότι, αν η επιχείρηση εκδώσει το Ε.Σ.Λ. ή τη Β.Σ.Ν.Π. σε συμμόρφωση με τη διαπιστωθείσα παράβαση, αίρεται το διοικητικό μέτρο της σφράγισης.
Η διάταξη λειτουργεί ως αυτοδίκαιη διέξοδος και δεν έχει αντίστοιχη στα καταλύματα. Σε υποτροπή εντός του ίδιου έτους διαπίστωσης, επιβάλλεται διπλάσιο πρόστιμο και σφράγιση, ενώ σε νέα υποτροπή τριπλάσιο πρόστιμο και σφράγιση.
Καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος και πισίνες εντός καταλύματος
Το κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος που λειτουργεί εντός τουριστικού καταλύματος διέπεται από την υπ’ αρ. 13387/2022 κοινή υπουργική απόφαση.
Στις διατάξεις της περί κυρώσεων ορίζεται ότι, πέραν των χρηματικών κυρώσεων, δύναται να επιβάλλεται από την αρμόδια αρχή και το διοικητικό μέτρο της διακοπής λειτουργίας με τη σφράγιση του καταστήματος, εφόσον προκύπτει άμεσος κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον και παρίσταται έκτακτη ανάγκη αποτροπής του κινδύνου αυτού.
Η συνέπεια είναι ότι το ίδιο συγκρότημα μπορεί να δεχθεί σφράγιση του εστιατορίου του υπό όρο που ελέγχεται δικαστικά ως προς τη συνδρομή του κινδύνου και ταυτόχρονα σφράγιση του ίδιου του καταλύματος όπου ο έλεγχος αυτός δεν χωρεί.
Το ποια από τις δύο βάσεις ενεργοποιείται εξαρτάται από το ποιο τμήμα της εγκατάστασης αφορά η διαπιστωθείσα παράβαση, ζήτημα που κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και όχι από τον τίτλο της απόφασης.
Η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση εφαρμόζεται οριζόντια σε όλες τις παραπάνω τις βάσεις. Στο πεδίο εφαρμογής της εμπίπτουν τα τουριστικά καταλύματα και οι εγκαταστάσεις εντός αυτών, οι λοιπές τουριστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν χωρίς Ε.Σ.Λ. ή Β.Σ.Ν.Π., καθώς και κάθε άλλη περίπτωση για την οποία η τουριστική νομοθεσία προβλέπει την κύρωση ή το μέτρο της σφράγισης. Η διαδικασία είναι κοινή, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις όμως όχι.
Ποιες προθεσμίες τρέχουν από τον έλεγχο έως την εκτέλεση;
Από τη διαπίστωση της παράβασης έως τη σφράγιση μεσολαβούν τέσσερις διακριτές προθεσμίες. Η πρώτη είναι το δεκαπενθήμερο για έγγραφες εξηγήσεις, η δεύτερη το εικοσαήμερο εντός του οποίου η Π.Υ.Τ. καλεί την επιχείρηση, η τρίτη το τριακονθήμερο εκτέλεσης της απόφασης και η τέταρτη η πενθήμερη ελάχιστη απόσταση από την κοινοποίηση.
Ο Ν. 5170/2025 άλλαξε το σημείο εκκίνησης. Με το νέο δεύτερο εδάφιο της παρ. 16 του άρθρου 7, αν οι παραβάσεις διαπιστωθούν με επιτόπιο έλεγχο, γίνεται μνεία στην έκθεση ελέγχου που εγχειρίζεται στον ελεγχόμενο για το δικαίωμά του να δώσει εξηγήσεις εντός δεκαπέντε ημερών, χωρίς να απαιτείται άλλη κλήση.
Η επιχείρηση που παραλαμβάνει έκθεση ελέγχου και περιμένει τη συστημένη επιστολή της υπ’ αρ. 7471/2019 απόφασης χάνει την προθεσμία εξηγήσεων και φτάνει στην απόφαση σφράγισης χωρίς να έχει αντικρούσει τίποτε.
Η απώλεια αυτή είναι οριστική, γιατί το άρθρο 3 παρ. 1 της υπ’ αρ. 7471/2019 απόφασης ορίζει ότι με την παρέλευση της προθεσμίας, εφόσον οι εξηγήσεις δεν υποβληθούν ή κριθούν ελλιπείς ή ανεπαρκείς, η απόφαση σφράγισης εκδίδεται υποχρεωτικά. Η Π.Υ.Τ. δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια στο σημείο αυτό. Το δεκαπενθήμερο των εξηγήσεων είναι το μοναδικό στάδιο όπου η επιχείρηση επηρεάζει το αν θα εκδοθεί καν η απόφαση.
Η προθεσμία των τριάντα ημερών και η μετάθεσή της
Η εκτέλεση της απόφασης πραγματοποιείται εντός τριάντα ημερών από την έκδοσή της και τουλάχιστον πέντε ημέρες μετά την κοινοποίηση στην Π.Υ.Τ. του αποδεικτικού ταχυδρομικής παραλαβής, του αποδεικτικού αστυνομικής επίδοσης ή του πρακτικού θυροκόλλησης.
Η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση προσθέτει έναν ενδιάμεσο μηχανισμό. Αν η Π.Υ.Τ. κρίνει βάσιμες τις αντιρρήσεις του φορέα εκμετάλλευσης ως προς τον χρόνο εκτέλεσης, η σφράγιση μετατίθεται σε χρόνο που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε ημέρες από την παραλαβή ή τη θυροκόλληση, με έκδοση νέας απόφασης σε αντικατάσταση της προηγούμενης.
Το παράθυρο αυτό είναι και το τελευταίο. Η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση ορίζει ότι, αν κατά τη διενέργεια της σφράγισης ο εκπρόσωπος της επιχείρησης θέσει υπόψη της επιτροπής στοιχεία που πιθανώς ακυρώνουν τους λόγους της σφράγισης, η σφράγιση εκτελείται κανονικά και τα στοιχεία αξιολογούνται στη συνέχεια από την Π.Υ.Τ.
Η επιτροπή δεν έχει εξουσία αναστολής, οπότε η προσκόμιση της εκκρεμούσας άδειας την ημέρα της εκτέλεσης δεν αποτρέπει τη σφραγίδα.
Η διατύπωση των αντιρρήσεων ως προς τον χρόνο είναι σημείο όπου η νομική κρίση αποδίδει άμεσα. Οι αντιρρήσεις δεν αφορούν την ουσία της παράβασης, αφορούν μόνο τον χρόνο, οπότε η επιχείρηση κερδίζει προθεσμία χωρίς να αποδεχθεί τίποτε επί της ουσίας.
Η εμπειρία από υποθέσεις σφράγισης τουριστικών μονάδων δείχνει ότι το δεκαπενθήμερο αυτό συχνά αρκεί για να ολοκληρωθεί εκκρεμής αδειοδοτική πράξη ή για να προσδιοριστεί η αίτηση αναστολής, όμως το αίτημα πρέπει να είναι τεκμηριωμένο με συγκεκριμένα στοιχεία και να μην εκληφθεί ως ομολογία.
Ενδικοφανής προσφυγή ή απευθείας δικαστήριο;
Η απάντηση εξαρτάται από το τι προσβάλλεται. Κατά την παρ. 16 του άρθρου 7 του Ν. 4276/2014, κατά των πράξεων επιβολής διοικητικών κυρώσεων επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών του άρθρου 4 παρ. 6 περ. δ΄ του Ν. 3270/2004.
Η υπ’ αρ. 23200/2025 απόφαση της Υπουργού Τουρισμού, που θέσπισε τον Κανονισμό λειτουργίας της Επιτροπής, οριοθέτησε ρητά την αρμοδιότητα αυτή.
Το άρθρο 2 παρ. 1 του Κανονισμού ορίζει ότι στις αρμοδιότητες της Επιτροπής δεν εμπίπτει η εξέταση αποφάσεων επιβολής διοικητικών μέτρων και προσδιορίζει ως διοικητικό μέτρο τη σφράγιση ή διακοπή λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, κολυμβητικής δεξαμενής ή τουριστικής επιχείρησης για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Το άρθρο 7 παρ. 2 προβλέπει ότι η άσκηση της προσφυγής αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, με ρητή επιφύλαξη υπέρ του άρθρου 2 παρ. 1.
Γιατί η παράλειψη της ενδικοφανούς αποκλείει το δικαστήριο
Η ενδικοφανής προσφυγή δεν είναι προαιρετική δυνατότητα. Το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών με την απόφαση 1091/2019 έκρινε ότι η πράξη της Προϊσταμένης της Π.Υ.Τ. απαραδέκτως προσβάλλεται αυτοτελώς, διότι ενσωματώθηκε, κατόπιν άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής του άρθρου 4 παρ. 6 του Ν. 3270/2004, στην απόφαση της Επιτροπής Προσφυγών, με μόνη εκτελεστή και παραδεκτώς προσβαλλόμενη την τελευταία όπως κυρώθηκε από τον Υπουργό.
Η αντίστροφη ανάγνωση είναι εξίσου δεσμευτική, καθώς χωρίς εμπρόθεσμη ενδικοφανή δεν υπάρχει παραδεκτή δικαστική προσβολή του προστίμου.
Η Επιτροπή είναι πενταμελής, εδρεύει στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Τουρισμού και στις συνεδριάσεις της παρίσταται χωρίς δικαίωμα ψήφου μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Ένα μέλος μπορεί να ορίζεται εκπρόσωπος του οικείου συλλογικού επαγγελματικού φορέα.
Ο προσφεύγων έχει δικαίωμα να παρίσταται αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου, με πρόσκληση που επιδίδεται τουλάχιστον σαράντα οκτώ ώρες πριν. Η Επιτροπή αποφαίνεται εντός τριών μηνών από την υποβολή, οι αποφάνσεις κυρώνονται από τον Υπουργό Τουρισμού για να καταστούν εκτελεστές. Κατά της κυρωτικής απόφασης χωρεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων.
Δύο λεπτομέρειες του Κανονισμού έχουν πρακτικό βάρος για τουριστική επιχείρηση. Πρώτη, οι προθεσμίες τόσο για τη Διοίκηση όσο και για τον διοικούμενο αναστέλλονται από 1 έως 31 Αυγούστου αι δεύτερη, ο Κανονισμός εφαρμόζεται και στις υποθέσεις που εκκρεμούσαν προς συζήτηση κατά τη δημοσίευσή του.
Πότε έχει νόημα η αίτηση αναστολής και τι πρέπει να αποδειχθεί;
Η αίτηση αναστολής έχει νόημα μόνο πριν την εκτέλεση, γιατί το άρθρο 202 παρ. 4 Κ.Δ.Δ. αποκλείει τη χορήγησή της κατά το μέρος που η πράξη έχει ήδη εκτελεστεί.
Κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεστεί και αποδείξει ανεπανόρθωτη βλάβη από την άμεση εκτέλεση, ή αν το δικαστήριο κρίνει το ένδικο βοήθημα προδήλως βάσιμο.
Τι απορρίπτει και τι δέχεται το δικαστήριο
Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Λιβαδειάς με την απόφαση 14/2021, κρίνοντας αίτηση αναστολής κατά πράξης που επέβαλλε πρόστιμο και αναστολή λειτουργίας καταστήματος, απέρριψε τον ισχυρισμό περί πρόδηλης βασιμότητας με το σκεπτικό ότι οι λόγοι απαιτούσαν ενδελεχή έρευνα του νομικού και πραγματικού μέρους της υπόθεσης και δεν ερείδονταν σε παγιωμένη νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δέχθηκε όμως την αίτηση επί της ανεπανόρθωτης βλάβης, σταθμίζοντας συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία.
Το ίδιο Δικαστήριο, με την απόφαση 16/2021, εξειδίκευσε ότι έλαβε υπόψη τη ζημιογόνο λειτουργία της αιτούσας εταιρείας σε τρεις διαδοχικές χρήσεις, με αριθμητική παράθεση των ποσών, τη σχέση της ζημίας προς τα ακαθάριστα έσοδα και τις οφειλές προς τη Δ.Ο.Υ.
Κατέληξε ότι η αποστέρηση εσόδων κατά το διάστημα της σφράγισης παρίσταται ικανή να επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη συνιστάμενη στον ισχυρό κλονισμό της επιχείρησης σε βαθμό μη αναστρέψιμο.
Πώς τεκμηριώνεται η βλάβη σε τουριστική μονάδα
Για τουριστική μονάδα, η τεκμηρίωση αυτή δεν εξαντλείται σε φορολογικές δηλώσεις. Δίπλα στην ταμειακή διάσταση υπάρχει και η συμβατική, η οποία εκδηλώνεται σε τρία επίπεδα:
- υφιστάμενες συμβάσεις allotment ή guarantee με tour operators που ενεργοποιούν ρήτρες αποζημίωσης,
- εποχικό προσωπικό που δεν επανευρίσκεται εντός της περιόδου και
- κρατήσεις μέσω πλατφορμών με αυτόματες κυρώσεις ακύρωσης.
Η κράτηση κατά ποσόστωση ή εγγυημένη κατανέμει διαφορετικά τον κίνδυνο, οπότε η ίδια σφράγιση παράγει διαφορετικού ύψους έκθεση ανάλογα με το ποια μορφή έχει υπογραφεί. Η στάθμιση του άρθρου 202 παρ. 3 περ. β΄ Κ.Δ.Δ. απαιτεί από το δικαστήριο να αντιπαραβάλει αυτή τη βλάβη προς το δημόσιο συμφέρον, οπότε η ποσοτικοποίησή της με αντίγραφα συμβάσεων και υπολογισμό των ρητρών είναι η διαφορά μεταξύ αοριστίας και απόδειξης.
Παράλληλα, το άρθρο 202 παρ. 3 περ. α΄ Κ.Δ.Δ. ορίζει ότι η αίτηση απορρίπτεται αν το κύριο ένδικο βοήθημα είναι προδήλως απαράδεκτο, ακόμη και όταν η βλάβη είναι ανεπανόρθωτη.
Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών με την απόφαση 1252/2018, σε υπόθεση σφράγισης καταστήματος, υπενθύμισε ότι απαράδεκτα προσβάλλεται προπαρασκευαστική πράξη που στερείται εκτελεστού χαρακτήρα. Η επιλογή της προσβαλλόμενης πράξης προηγείται, λοιπόν, κάθε έρευνας περί βλάβης.
Πώς αίρεται η σφράγιση χωρίς δικαστήριο;
Για τις επιχειρήσεις της παρ. 6 του άρθρου 7, η άρση επέρχεται με την έκδοση του Ε.Σ.Λ. ή της Β.Σ.Ν.Π. σε συμμόρφωση με τη διαπιστωθείσα παράβαση, χωρίς δικαστική παρέμβαση. Για τα καταλύματα, η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση προβλέπει δύο διαφορετικά εργαλεία ανάλογα με το αν η σφράγιση έχει ήδη εκτελεστεί:
- Πριν την εκτέλεση, αν παύσουν να συντρέχουν οι λόγοι και οι νόμιμες προϋποθέσεις, η διαδικασία ματαιώνεται και εκδίδεται απόφαση ανάκλησης της σφράγισης.
- Μετά την εκτέλεση, η αποσφράγιση διενεργείται όταν αποδεδειγμένα παύσουν να συντρέχουν οι λόγοι επιβολής.
Η Π.Υ.Τ. , κατόπιν αιτήματος της επιχείρησης ή αυτεπαγγέλτως, εκδίδει απόφαση αποσφράγισης που απευθύνεται στην αστυνομική αρχή, η οποία προβαίνει στην αποσφράγιση και συντάσσει έκθεση.
Υπάρχει και τρίτη δυνατότητα, διακριτή από τις δύο προηγούμενες. Η επιχείρηση μπορεί να ζητήσει προσωρινή αποσφράγιση, εφόσον συντρέχουν αντικειμενικοί και ουσιαστικοί λόγοι και υπό την προϋπόθεση της απαγόρευσης λειτουργίας των εγκαταστάσεων κατά το χρονικό διάστημα διάρκειας της αποσφράγισης.
Το εργαλείο εξυπηρετεί την απομάκρυνση περιουσιακών στοιχείων ή την εκτέλεση των ίδιων των εργασιών που θα αποκαταστήσουν τη νομιμότητα.
Για τις έκτακτες ανάγκες δεν απαιτείται καν αίτημα. Η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση προβλέπει ότι ο εκπρόσωπος της επιχείρησης ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δύναται να εισέρχεται στη σφραγισθείσα επιχείρηση προς αντιμετώπιση ειδικών αναγκών ή έκτακτων περιστατικών, ενδεικτικά συντήρησης κτιρίων ή πλημμύρας, χωρίς να παραβιάζεται η σφράγιση.
Η επιλογή ανάμεσα στη διοικητική και τη δικαστική οδό δεν είναι πάντοτε διαζευκτική. Όταν το κώλυμα είναι θεραπεύσιμο εντός των τριάντα ημερών, η συμμόρφωση υπερέχει, γιατί εξαλείφει και τη βάση του προστίμου σε υποτροπή.
Όταν το κώλυμα εξαρτάται από πράξη τρίτης αρχής, όπως εκκρεμής Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων ή οικοδομική τακτοποίηση, η συμμόρφωση δεν ελέγχεται από την επιχείρηση και η δικαστική αναστολή γίνεται μονόδρομος.
Ποιες συνέπειες έχει η παραβίαση σφραγίδας ή η μη εκκένωση;
Η παραβίαση σφραγίδας συνιστά πλημμέλημα κατά το άρθρο 178 του Ποινικού Κώδικα, με ποινή φυλάκισης έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Η μη εκκένωση που παρεμποδίζει την ορισθείσα σφράγιση επισύρει, μετά τον Ν. 5170/2025, αυτοτελές διοικητικό πρόστιμο 20.000 ευρώ.
Η νέα παρ. 24 του άρθρου 7, που προστέθηκε με το άρθρο 27 παρ. 3 του Ν. 5170/2025, ορίζει ότι όπου προβλέπεται το διοικητικό μέτρο της σφράγισης και εφόσον η απόφαση επιβολής κοινοποιηθεί στον παραβάτη τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία επιβολής, ο παραβάτης έχει υποχρέωση εκκένωσης της εγκατάστασης.
Αν παραβιαστεί η υποχρέωση αυτή με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της σφράγισης, επιβάλλεται πρόστιμο είκοσι χιλιάδων ευρώ. Επομένως, ο ξενοδόχος που κρατά τη μονάδα ανοιχτή έως την τελευταία στιγμή ελπίζοντας σε αναβολή δεν διακινδυνεύει πλέον μόνο την εκτέλεση, διακινδυνεύει και πρόστιμο 20.000 ευρώ που σωρεύεται στα υπόλοιπα.
Ταυτόχρονα, η υποχρέωση εκκένωσης γεννάται μόνο υπό τον όρο της εικοσαήμερης προκοινοποίησης, οπότε ο ακριβής υπολογισμός των ημερών από την επίδοση έως την ορισθείσα ημερομηνία καθορίζει αν το πρόστιμο μπορεί καν να επιβληθεί.
Ως προς την ποινική διάσταση, το άρθρο 178 Π.Κ. απαιτεί ο δράστης να θραύει ή να βλάπτει τη σφραγίδα, ή να ματαιώνει τη σφράγιση, με πρόθεση και αυθαίρετα.
Συνεπώς, η αμέλεια δεν αρκεί, ενώ η ύπαρξη χορηγηθείσας προσωρινής αποσφράγισης ή δικαστικής αναστολής αναιρεί τον αυθαίρετο χαρακτήρα της πράξης. Τέλος, σε περίπτωση παραβίασης σφράγισης η Π.Υ.Τ. δεν εκδίδει νέα απόφαση, αλλά προβαίνει σε νέα εκτέλεση της αρχικώς εκδοθείσας, οπότε δεν εκκινεί νέα προθεσμία προσβολής.
Συχνές Ερωτήσεις
Η άσκηση προσφυγής στην Επιτροπή Προσφυγών σταματά τη σφράγιση;
Όχι. Το άρθρο 7 παρ. 2 του Κανονισμού της υπ’ αρ. 23200/2025 απόφασης προβλέπει ανασταλτικό αποτέλεσμα, όμως με ρητή επιφύλαξη υπέρ του άρθρου 2 παρ. 1, το οποίο εξαιρεί τα διοικητικά μέτρα από την αρμοδιότητα της Επιτροπής. Η αναστολή καλύπτει το πρόστιμο και την ανάκληση του Ε.Σ.Λ., όχι τη σφράγιση. Για τη σφράγιση απαιτείται δικαστική αίτηση αναστολής, που ασκείται παράλληλα και ανεξάρτητα από την ενδικοφανή.
Πόσο κοστίζει η ενδικοφανής προσφυγή στην Επιτροπή Προσφυγών;
Καταβάλλεται παράβολο εκατό ευρώ για κάθε προσβαλλόμενη απόφαση. Μία προσφυγή μπορεί να αφορά περισσότερες πράξεις, όμως το παράβολο υπολογίζεται ανά πράξη. Αν η επιχείρηση παραιτηθεί πριν την ημερομηνία εξέτασης ή αν η προσβαλλόμενη πράξη ανακληθεί από την εκδούσα αρχή, το παράβολο επιστρέφεται ως αχρεωστήτως καταβληθέν.
Τι γίνεται αν η απόφαση σφράγισης επιδοθεί μέσα στον Αύγουστο;
Οι προθεσμίες ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών αναστέλλονται από 1 έως 31 Αυγούστου κατά το άρθρο 6 παρ. 3 του Κανονισμού, τόσο για τη Διοίκηση όσο και για τον διοικούμενο. Η αναστολή αυτή δεν επεκτείνεται στις προθεσμίες εκτέλεσης της σφράγισης, οι οποίες διέπονται από την υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση και τρέχουν κανονικά. Η επιχείρηση κερδίζει χρόνο για την ενδικοφανή κατά του προστίμου, όχι για τη σφράγιση.
Μπορεί να ζητηθεί μετάθεση της ημερομηνίας σφράγισης;
Ναι. Η υπ’ αρ. 7471/2019 απόφαση προβλέπει ότι, αν η Π.Υ.Τ. κρίνει βάσιμες τις αντιρρήσεις του φορέα εκμετάλλευσης ως προς τον χρόνο εκτέλεσης, η σφράγιση δύναται να πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε ημέρες από την παραλαβή, την αστυνομική επίδοση ή τη θυροκόλληση. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται νέα απόφαση σε αντικατάσταση της προηγούμενης, με νέα ημερομηνία εκτέλεσης, η οποία κοινοποιείται με την ίδια διαδικασία.
Ποιος υπογράφει την έκθεση σφράγισης και τι σημαίνει η άρνηση υπογραφής;
Η σφράγιση διενεργείται από επιτροπή δύο υπαλλήλων της Π.Υ.Τ. και ενός αστυνομικού υπαλλήλου του τμήματος της περιοχής όπου εδρεύει η επιχείρηση. Η έκθεση συνυπογράφεται από τα μέλη της επιτροπής και από τον εκπρόσωπο της επιχείρησης, τον υπεύθυνο λειτουργίας ή εργαζόμενο, εφόσον το επιθυμεί. Η υπογραφή είναι προαιρετική και δεν συνιστά αποδοχή της παράβασης, ενώ η άρνηση δεν εμποδίζει την εκτέλεση. Αντίγραφο κοινοποιείται στην επιχείρηση και στην αστυνομική αρχή.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Διαχωρισμός των δύο πράξεων: Η απόφαση της Π.Υ.Τ. συνήθως περιέχει κύρωση και μέτρο μαζί. Η κύρωση προσβάλλεται ενώπιον της Επιτροπής Προσφυγών εντός τριάντα ημερών επί ποινή απαραδέκτου της μετέπειτα δικαστικής προσβολής, ενώ η σφράγιση προσβάλλεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Η αντιμετώπιση της απόφασης ως ενιαίας οδηγεί είτε σε απώλεια της ενδικοφανούς είτε σε καθυστέρηση της αίτησης αναστολής.
Καταγραφή της ημερομηνίας εγχείρισης της έκθεσης ελέγχου: Μετά τον Ν. 5170/2025, η δεκαπενθήμερη προθεσμία εξηγήσεων τρέχει από τη στιγμή που τα ελεγκτικά όργανα εγχειρίζουν την έκθεση, χωρίς άλλη κλήση. Η αναμονή συστημένης επιστολής που δεν θα έρθει είναι ο ταχύτερος τρόπος να χαθεί το μοναδικό στάδιο όπου η επιχείρηση αντικρούει πριν εκδοθεί κυρωτική πράξη.
Άσκηση της αίτησης αναστολής πριν την εκτέλεση: Το άρθρο 202 παρ. 4 Κ.Δ.Δ. αποκλείει την αναστολή για ό,τι έχει ήδη εκτελεστεί. Το ωφέλιμο παράθυρο ορίζεται από τις τριάντα ημέρες εκτέλεσης και τις πέντε ημέρες μετά την κοινοποίηση. Παράλληλο αίτημα προσωρινής διαταγής είναι το μόνο που καλύπτει το κενό έως τη συζήτηση.
Ποσοτικοποίηση της βλάβης με συμβατικά τεκμήρια, όχι μόνο φορολογικά: Οι αποφάσεις που δέχονται αναστολή αιτιολογούν με αριθμούς. Για τουριστική μονάδα, στα φορολογικά στοιχεία προστίθενται οι συμβάσεις με tour operators και οι ρήτρες που ενεργοποιεί η αδυναμία παροχής, το εποχικό προσωπικό και οι εκκρεμείς κρατήσεις. Η αόριστη επίκληση απώλειας εσόδων εντός σεζόν δεν επαρκεί.
Υπολογισμός των είκοσι ημερών πριν αποφασιστεί η παραμονή σε λειτουργία: Η υποχρέωση εκκένωσης της νέας παρ. 24 γεννάται μόνο αν η απόφαση κοινοποιήθηκε τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία. Το πρόστιμο των 20.000 ευρώ προϋποθέτει τη συνδρομή αυτού του όρου, οπότε ο ακριβής υπολογισμός των ημερών από την επίδοση είναι προϋπόθεση τόσο της επιβολής όσο και της αμφισβήτησής του.
Έλεγχος της νομικής βάσης πριν επιλεγεί ο λόγος ακύρωσης: Ο ισχυρισμός περί απουσίας άμεσου κινδύνου για το δημόσιο συμφέρον έχει έρεισμα στη σφράγιση καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος ή κολυμβητικής δεξαμενής, όχι στη σφράγιση καταλύματος κατά την παρ. 4 του άρθρου 7 όπως ισχύει μετά τον Ν. 4582/2018.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αφράγιση τουριστικών επιχειρήσεων και τις ενέργειες αποσφράγισης.









