Το Δεδικασμένο Στις Εμπορικές Διαφορές Και Την Πολιτική Δίκη

Δεδικασμένο, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.

Περαιτέρω, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.

Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1255/2015).

Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Τούτο σημαίνει ότι εμποδίζεται το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.

Τέλος, κατά το άρθρο 332 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης,

Επενέργεια Δεδικασμένου

Η παραπάνω απαγόρευση αυτή ενεργεί με δύο τρόπους:

  • Κατ’ αρχάς ενεργεί θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη.
  • Επίσης, επενεργεί και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Εξαιρέσεις

Εξαίρεση από την παραπάνω διπλή δέσμευση δικαιολογείται, όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε υπό νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον κρίσιμο στην προηγούμενη δίκη χρόνο, κατά τον οποίο και κρίθηκε η επίδικη τότε απαίτηση.

Τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει η αναγκαία για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας ή όταν στη μεταγενέστερη αγωγή γίνεται επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών που συντελέστηκαν σε χρόνο που ήταν αδύνατη πλέον η παραδεκτή επίκλησή τους στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης.

Αν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, το δεδικασμένο ισχύει ακόμη και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη με βάση την έννομη σχέση που πρόκειται να κριθεί και στη νέα δίκη, στην οποία ανακύπτει έτσι ως προδικαστικό ζήτημα.

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν μόνο από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή αν, αντίθετα, το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ’ αυτό (ΑΠ 2028/2014).

Έκταση Δεδικασμένου

Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Έννομη σχέση“, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννoµες συνέπειες.

Επίσης, το δεδικασμένο, εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.

Για να επεκταθεί το δεδικασμένο στο ζήτημα που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη παρεμπιπτόντως, πρέπει το ζήτημα αυτό να αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρισιολόγηση του κύριου ζητήματος της διαφοράς της πρώτης δίκης (ΑΠ 266/2022).

Δηλαδή, απαιτείται το μεν παρεμπίπτον ζήτημα να αποτελεί στοιχείο – όρο του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, στον οποίο θεμελιώνεται το κύριο, ουσιαστικό ή δικονομικό, ζήτημα, το δε κύριο ζήτημα (να αποτελεί) την έννομη συνέπεια του κανόνα αυτού, την οποία δέχθηκε ή απέρριψε το δικαστήριο.

Ζήτημα, που κρίθηκε “παρεμπιπτόντως“, νοείται πάντοτε έννομη σχέση (υπό την έννοια που προεκτέθηκε), δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου.

Το Δεδικασμένο Στη Διαταγή Πληρωμής

Η άσκηση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ, δημιουργεί υποχρέωση του καθ’ ου η εκτέλεση-οφειλέτη να προτείνει τις κατά του τίτλου και της απαίτησης ενστάσεις του και γενικά τους ισχυρισμούς του, όπως αυτούς που αφορούν την βασιμότητα της απαίτησης ή του ύψους αυτής.

Η τελεσίδικη επί της ανακοπής απόφαση, έστω απορριπτική, αποτελεί δεδικασμένο, που δεσμεύει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, η διαταγή πληρωμής αποκτά ισχύ δεδικασμένου ως προς την επιδικασθείσα απαίτηση και στην περίπτωση που επιδοθεί δύο φορές στον οφειλέτη, και ο οφειλέτης δεν ασκήσει ανακοπή κατ’ αυτής ή αν η ασκηθείσα ανακοπή είναι εκπρόθεσμη.

Στην περίπτωση δε που η διαταγή πληρωμής αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, καθίσταται απαράδεκτη η προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, που αφορά το κύρος της βάσει αυτής εκτέλεσης, λόγων ανακοπής, οι οποίοι, παρόλο που ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προβληθούν, δεν προβλήθηκαν με μία από τις δύο ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής ή δεν προβλήθηκαν εμπρόθεσμα ή προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν, έστω και για τυπικούς λόγους, έστω και αν υπάρχει προθεσμία προβολής (ΜΠΠ 363/2021).

Εξάλλου το απαράδεκτο ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, εκτός βέβαια αν στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο μπορεί να ασκηθεί με κύρια αγωγή (γνήσια ένσταση).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το δεδικασμένο στις εμπορικές διαφορές και την αστική δίκη.

Πωλήσεις Και Εκθέσεις Καλλιτεχνικών Δημιουργημάτων Από Δ.Υ.

Η δυνατότητα ενός καλλιτέχνη δημοσίου υπαλλήλου (Δ.Υ.) να εκθέτει τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες ή και να πωλεί αυτές, έχει απασχολήσει κατ’ επανάληψη τον νομοθέτη, τη νομολογία και τα όργανα της Δημόσιας Διοίκησης.

Ειδικότερα απασχόλησε το ερώτημα εάν οι εκθέσεις και πωλήσεις πνευματικών δημιουργιών αποτελούν εμπορική πράξη.

Κατά συνέπεια, εάν υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ της καλλιτεχνικής δημιουργίας του δημοσίου υπαλλήλου και της άσκησης εμπορικής δραστηριότητάς, ή έργου επ’ αμοιβή.

Νομοθεσία

Σύμφωνα με τον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα (Ν. 3528/2007), όπως ισχύει σήμερα μετά την αναθεώρησή του με τον Ν. 5149/2024 ισχύουν τα εξής:

  1. Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή, εφόσον συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του.
  2. Η άδεια χορηγείται για συγκεκριμένο έργο ή εργασία μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου και μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο (…).
  3. Δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο η κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας.
Θέση Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
Προϋποθέσεις

Περαιτέρω, όπως έχει γίνει δεκτό από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) με την υπ’ αριθμ. 436/2012 Γνωμοδότηση της Ολομέλεια Διακοπών αυτού, οι προϋποθέσεις έκδοσης από τη Διοίκηση της προβλεπόμενης άδειας για άσκηση εξωυπηρεσιακής επαγγελματικής δραστηριότητας με αμοιβή, είναι σωρευτικά οι εξής:

  1. Η άδεια να αφορά σε συγκεκριμένο έργο ή εργασία, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον υπάλληλο στη αίτησή του (τόπος, χρόνος, είδος και συνθήκες απασχόλησης).
  2. Το ιδιωτικό έργο ή εργασία να συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου, θα πρέπει δηλαδή να συνάδει με το αντικείμενο της αρμοδιότητας που ασκεί, να μην συγκρούεται το ιδιωτικό συμφέρον του υπαλλήλου προς το συμφέρον της υπηρεσίας και, γενικότερα, να μη μειώνει το κύρος της.
  3. Το κατά τα ανωτέρω, εκτός του νομίμου ωραρίου λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών, αιτηθέν από τον υπάλληλο ιδιωτικό έργο ή εργασία να ασκείται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην παρακωλύει ή επηρεάζει την απρόσκοπτη άσκηση των καθηκόντων του και την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας του.

Ο έλεγχος της συνδρομής των κατά τα ανωτέρω προϋποθέσεων εναπόκειται στην  ουσιαστική  κρίση  του  εκάστοτε  επιλαμβανόμενου  υπηρεσιακού συμβουλίου, το οποίο, προκειμένου να αποφανθεί επί των αιτήσεων των ενδιαφερόμενων υπαλλήλων, προβαίνει στην αξιολόγησή τους και κατ’ επέκταση, στην αποδοχή τους ή μη, με βάση τα, κατά περίπτωση τεθέντα ενώπιόν του πραγματικά στοιχεία (βλ και Γνμδ. Ν.Σ.Κ. 391/2010, 447/2009, 462/2008).

Η γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου προβλέπεται ως ουσιώδης τύπος της ανωτέρω διαδικασίας, αφού με αυτήν διαπιστώνεται, αφενός μεν, η συμβατότητα του έργου ή της εργασίας με την υπηρεσιακή ιδιότητα του αιτουμένου υπαλλήλου και το κύρος της υπηρεσίας, αφετέρου δε, η δυνατότητα του τελευταίου να τα εκτελέσει χωρίς να παρεμποδίζεται η ομαλή εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, καθώς και εάν μπορεί να γίνει σε τόπο και χρόνο που δεν θα επηρεάσουν τη δυνατότητά του να ανταποκριθεί στα κύρια καθήκοντά του.

Ασυμβίβαστο

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ad hoc με αρ. 81/2021 Γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. αναφέρεται πως :

«…γίνεται δεκτό ότι κύριος σκοπός του καλλιτέχνη είναι η δημιουργία, με ικανοποίηση της αντίστοιχης φιλοδοξίας του, ενώ το οικονομικό μέρος είναι γι’ αυτόν παρεπόμενο στοιχείο, φέρει δε η πώληση των έργων από τον ίδιο τον δημιουργό τους και κατά την οικονομική της ακόμα πλευρά, τον χαρακτήρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ξένης προς την εμπορία.

Κατά συνέπεια, η από τον καλλιτέχνη πώληση των δικών του καλλιτεχνικών του δημιουργημάτων δεν αποτελεί εμπορική πράξη, καθόσον δεν έχει τα γνωρίσματα της εμπορικής πράξης, προσβλέποντας είτε στην χειροτεχνία, είτε στη διαμεσολάβηση»

Τα ανωτέρω ακολουθούν την παγία νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων, κάνοντας μάλιστα η Γνωμοδότηση ρητή αναφορά στην με αρ. 669/1994 απόφαση του Αρείου Πάγου καθώς και στην με αρ. 953/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Η παραπάνω με αρ. 81/2021 Γνωμοδότηση κατέληξε στην εξής απάντηση προς τη Διοίκηση:

«… η από τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, κατασκευή και πώληση καλλιτεχνικών δημιουργημάτων … δεν συνιστούν άσκηση εμπορίας κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 3 του ΥΚ. Οι λοιπές προϋποθέσεις όμως για τη χορήγηση από τη Διοίκηση της σχετικής άδειας στους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους, … ανήκει στην ουσιαστική κρίση της Διοίκησης».

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την δυνατότητα καλλιτέχνη δημοσίου υπαλλήλου να εκθέτει ή να πωλεί τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες.

Αμοιβή Μηχανικού Για Έκδοση Οικοδομικής Άδειας

Κατά τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ ορίζεται ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Επομένως, προκύπτει ότι και η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης ή και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης έργου.

Τούτο διότι με τη σύμβαση αυτή οι συμβαλλόμενοι (μηχανικός και ιδιοκτήτης) αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα παραδόσεως της μελέτης που εκπονήθηκε και των σχεδίων που συντάχθηκαν ως και στο αποτέλεσμα της επιβλέψεως, που είναι η κατά τα συμβατικά στοιχεία, την επιστήμη και τους κανόνες της τέχνης έντεχνη, εμπρόθεσμη και οικονομική εκτέλεση των επιμέρους εργασιών του όλου έργου και όχι στην εργασία που καταβάλλεται για την εκτέλεση αυτών, ως περιεχόμενο της σχετικής συμβάσεως.

Τέλος, με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη ή και επιβλέποντας την κατασκευή του έργου, δικαιούται δε, παραδίδοντας τούτο (άρθ. 694 ΑΚ), να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή. 

Χρόνος Καταβολής Αμοιβής

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 104 του Π.Δ. 696/1974:

Δια τα ιδιωτικά έργα η πλήρης αμοιβή της μελέτης δέον να κατατίθεται, κατά τας κειμένας διατάξεις, προ της υποβολής της συνταχθείσης μελέτης προς έγκριση ή έκδοση της τυχόν απαιτουμένης αδείας“,

Επομένως, από τα παραπάνω συνάγεται ότι, κατά παρέκκλιση της διατάξεως του άρθρου 694 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ, κατά την οποία, η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, επί μελετών ιδιωτικών έργων, οι οποίες υποβάλλονται προς έγκριση ή έκδοση αδείας από αρμοδία αρχή, η αμοιβή του μηχανικού καθίσταται απαιτητή, όταν ολοκληρωθεί η εκπόνηση της μελέτης, ανεξαρτήτως παραδόσεως αυτής προς τον εργοδότη, και κατατίθεται στο Τεχνικό Επιμελητήριο προ της υποβολής της μελέτης προς έγκριση ή έκδοση αδείας (ΑΠ 724/2019).

Συνεπώς, η συμβατική υποχρέωση του μηχανικού για την έκδοση οικοδομικής άδειας εξαντλείται με την εκπόνηση των σχετικών μελετών και δεν περιλαμβάνει τελική έκδοσης αυτής.

Δηλαδή, ακόμα και στην περίπτωση που η οικοδομική άδεια δεν εκδοθεί, ο μηχανικός δικαιούται να λάβει τη νόμιμη αμοιβή του για την εκπόνηση των μελετών που του ανατέθηκαν.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικό με τη νόμιμη αμοιβή μηχανικού.

Η Ευθύνη Του Παραγωγού Για Ελαττωματικά Προϊόντα

Η ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα καθορίζεται από τον Ν. 2251/1994 (“Προστασία των Καταναλωτών”), όπως αυτός ισχύει σήμερα, μετά την κωδικοποίηση του με την Υπ. Απόφαση 5338/2018.

Ο παραπάνω νόμος, ενσωματώνει τις κοινοτικές προβλέψεις των Οδηγιών 85/374/ΕΟΚ και 93/13/ΕΟΚ.

Έννοια Καταναλωτή

Σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα. 

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα, σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν την διοχετεύει σε τρίτους (Ολ. ΑΠ 13/2015). 

Εξ’ αντιδιαστολής προκύπτει ότι η ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα δεν καταλαμβάνει εταιρείες (νομικά πρόσωπα), καθώς και συναλλαγές για τις οποίες εκδόθηκε τιμολόγιο (και όχι απόδειξη).

Έννοια Προϊόντος

Από τη διατύπωση του άρθρου 6 του ως άνω Νόμου προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της ευθύνης του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα, ως προϊόν θεωρείται κάθε κινητό πράγμα, δηλαδή κάθε ενσώματο αντικείμενο ( όπως το ορίζει η ΑΚ 947), ακόμη και αν έχει ενσωματωθεί ως συστατικό σε άλλο πράγμα κινητό ή ακίνητο. 

Ειδικότερα προβλέπεται πως προϊόντα θεωρούνται και τα κινητά πράγματα που ενσωματώθηκαν ως συστατικά σε άλλα πράγματα κινητά ή ακίνητα.  Προϊόντα θεωρούνται, εξάλλου, οι φυσικές δυνάμεις, ιδίως το ηλεκτρικό ρεύμα και η θερμότητα, εφόσον υπόκεινται σε εξουσίαση, όταν περιορίζονται σε ορισμένο χώρο.

Επίσης, υπάγεται στην εφαρμογή του Νόμου κάθε προϊόν που προορίζεται για τους καταναλωτές ή ενδέχεται, υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες, να χρησιμοποιηθεί από τους καταναλωτές, ακόμη και αν δεν προορίζεται για αυτούς και το οποίο παρέχεται ή διατίθεται στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, έναντι τιμήματος ή δωρεάν, είτε είναι καινούργιο είτε μεταχειρισμένο ή ανασκευασμένο. 

Δεν αποτελούν προϊόντα τα οποία καλύπτονται από τον Νόμο, τα μεταχειρισμένα προϊόντα που διατίθενται ως αντίκες ή ως προϊόντα που πρέπει να επισκευαστούν ή να ανασκευαστούν πριν από τη χρήση τους, εφόσον ο προμηθευτής ενημερώνει σχετικώς τον καταναλωτή.

Ελαττωματικό Προϊόν

Ελαττωματικό, είναι ένα προϊόν το οποίο δεν παρέχει την προβλεπόμενη απόδοση σύμφωνα με τις προδιαγραφές του ή και την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια εν όψει όλων των ειδικών συνθηκών και, ιδίως, της εξωτερικής εμφάνισής του, της αναμενόμενης χρησιμοποίησής του και του χρόνου κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία. 

Επίσης, σε κάθε πώληση ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει στον καταναλωτή τα αγαθά με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα.

Δηλαδή, ελαττωματικό είναι όχι το προϊόν που έχει ελαττώματα ή στερείται των συμφωνημένων ιδιοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 534 ΑΚ, αλλά εκείνο που δεν παρέχει την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, ενόψει όλων των ειδικών συνθηκών, υπό τις οποίες αυτό τίθεται σε κυκλοφορίας και του χρόνου κατά τον οποίο κυκλοφόρησε (ΑΠ 1359/2018). 

Επίσης, δεν είναι ελαττωματικό ένα προϊόν για μόνο το λόγο ότι μεταγενέστερα τέθηκε σε κυκλοφορία άλλο τελειότερο.. 

Περαιτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο το προϊόν παρέχει την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις και ιδίως η εξωτερική εμφάνιση, η ευλόγως αναμενόμενη χρησιμοποίηση και ο χρόνος θέσεως του προϊόντος σε κυκλοφορία. 

Τρόπο παρουσίασης του προϊόντος (ή διαφορετική εξωτερική εμφάνιση του προϊόντος) αποτελούν και οι ενδείξεις κινδύνου και πρόληψης, οι οδηγίες ασφαλούς χρήσης, οι κάθε είδους ανακοινώσεις που δημιουργούν στους αγοραστές του προϊόντος συγκεκριμένες προσδοκίες, όσον αφορά την παρεχόμενη ασφάλεια κ.λπ. 

Ιδιαίτερη σημασία για τον προσδιορισμό ή μη ελαττωματικότητας του προϊόντος θα πρέπει να δίδεται στις οδηγίες χρήσης ή προφύλαξης με τις οποίες συνοδεύει το προϊόν ο παραγωγός, οι οποίες πρέπει να είναι εύκολα κατανοητές, σαφείς και πλήρεις. 

Εξάλλου ως εύλογα αναμενόμενη χρησιμοποίηση του προϊόντος νοείται η αντικειμενικά αναμενόμενη χρησιμοποίησή του, δηλαδή η κοινωνικά πρόσφορη ή πιθανή και όχι μόνο η χρησιμοποίηση που είναι σύμφωνη με τον προορισμό του.

Συνεπώς ο παραγωγός οφείλει να υπολογίζει και το ενδεχόμενο λανθασμένης χρήσης του πράγματος, όχι όμως και κατάχρησής του. 

Ασφαλές Προϊόν

Ασφαλές θεωρείται το προϊόν το οποίο, υπό συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας της και της θέσης αυτού σε λειτουργία, της εγκατάστασής του και των αναγκών συντήρησής του, ή δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ή παρουσιάζει κινδύνους ήσσονος σημασίας, που είναι συνυφασμένοι με τη χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί στο πλαίσιο ενός υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, των ακόλουθων στοιχείων:

  • των χαρακτηριστικών του προϊόντος και ιδίως της σύνθεσης, της συσκευασίας, των οδηγιών συναρμολόγησης, της εγκατάστασης και της συντήρησής του,
  • των επιπτώσεων που έχει το προϊόν σε άλλα προϊόντα, εφόσον, ευλόγως, μπορεί να προβλεφθεί ότι το προϊόν αυτό θα χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα προϊόντα,
  • της παρουσίασης του προϊόντος, της επισήμανσής του, των προειδοποιήσεων κινδύνου και των οδηγιών χρήσης και διάθεσής του, καθώς και κάθε άλλης οδηγίας ή πληροφορίας σχετικής με το προϊόν,
  • των κατηγοριών καταναλωτών που εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω της χρησιμοποίησης του προϊόντος, ιδίως των ανηλίκων και των ηλικιωμένων.

Ρητά προβλέπεται ότι η δυνατότητα επίτευξης υψηλότερου βαθμού ασφάλειας ή προμήθειας άλλων προϊόντων, χαμηλότερης επικινδυνότητας, δεν συνιστά επαρκή λόγο για τον χαρακτηρισμό ενός προϊόντος ως μη ασφαλούς ή επικινδύνου.

Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος περί προστασίας των καταναλωτών δεν σκοπεί να υποκαταστήσει το πλέγμα των νομικών διατάξεων που ρυθμίζει τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού προϊόντος, αλλά θεσμοθετεί την ευθύνη του παραγωγού που διέθεσε στην αγορά προϊόντα μη ασφαλή, από την χρήση των οποίων προέκυψε ζημία στον καταναλωτή. 

Έννοια Παραγωγού

Ο παραπάνω Νόμος ορίζει ευρύτατα την έννοια του παραγωγού (του ευθυνόμενου δηλαδή προς αποζημίωση) και περιλαμβάνει όχι μόνο τον πραγματικό παραγωγό, αλλά και άλλα πρόσωπα, που συμμετέχουν στη διαδικασία παραγωγής και διανομής, καθώς απώτερος σκοπός του νομοθέτη ήταν να μπορεί ο ζημιωθείς σε κάθε περίπτωση να βρει κάποιο υπεύθυνο πρόσωπο, προς το οποίο να είναι δυνατόν να προβάλει της αξιώσεις του. 

Ειδικότερα ορίζεται ότι ως παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα.

Επίσης, ευθύνεται όπως ο παραγωγός και κάθε πρόσωπο το οποίο εισάγει ένα προϊόν για πώληση, χρηματοδοτική ή απλή μίσθωση ή άλλης μορφής διανομή στα πλαίσια της επαγγελματικής εμπορικής του δραστηριότητας.

Στην έννοια του πραγματικού παραγωγού, δηλαδή του προσώπου – φυσικού ή νομικού – στην κατασκευαστική δραστηριότητα του οποίου αποδίδεται το προϊόν, υπάγονται ο παραγωγός του τελικού προϊόντος, ο παραγωγής της πρώτης ύλης και ο παραγωγός συστατικού μέρους που ενσωματώθηκε στο τελικό προϊόν. 

Σύμφωνα, μάλιστα, με πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ, σε αγορά αυτοκινήτου κρίθηκε ότι και ο διανομέας θεωρείται “παραγωγός”.

Τέλος, ο Νομος θέλοντας να προστατεύσει πλήρως τον καταναλωτή σε περίπτωση όπου η ανεύρεση του παραγωγού είναι δυσχερής προβλέπει πως όταν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν.

Ευθύνη Παραγωγού

Η ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 6 του άνω νόμου. 

Η ρύθμιση αποτελεί στην ουσία ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων. Στο πλαίσιο της ειδικής αυτής ρύθμισης ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του.

Απορρέει έτσι άμεσα από το νόμο συγκεκριμένη συναλλακτική υποχρέωση, η παράβαση της οποίας αποτελεί παράβαση επιτακτικού κανόνα δικαίου, που επισύρει αυτόνομα την αδικοπρακτική ευθύνη των παραγωγών προμηθευτών.

Ο παραγωγός του τελικού προϊόντος ευθύνεται για όλα τα ελαττώματα τα οποία παρουσιάζει το προϊόν, ακόμη και όταν το ελάττωμα δεν οφείλεται στη δική του συμβολή στην παραγωγική διαδικασία, αλλά βαρύνει τμήμα του προϊόντος προερχόμενο από άλλο επιχειρηματία, από τον οποίο το παρήγγειλε και το προμηθεύτηκε. 

Αντιθέτως, ο παραγωγός συστατικού πράγματος ευθύνεται κατά τις διατάξεις του νόμου υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το ελάττωμα που προκάλεσε τη ζημία εκπορεύεται από το συγκεκριμένο συστατικό μέρος πράγματος. 

Η ειδική ρύθμιση της ευθύνης του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα αποσκοπεί στη διαφύλαξη της σωματικής και περιουσιακής ακεραιότητας των καταναλωτών (διαφέρον ακεραιότητας) από προσβολές εξαιτίας ελαττωματικών προϊόντων (ΑΠ 891/2013). 

Βάρος Απόδειξης
Βάρος Απόδειξης Καταναλωτή

Ο ενάγων, δηλαδή ο καταναλωτής, έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί με την αγωγή αποζημιώσεως και να αποδείξει το ελάττωμα και την ταυτότητα του προϊόντος, δηλαδή τη σύνδεση του με τον εναγόμενο παραγωγό ή τα λοιπά εξομοιούμενα με αυτόν πρόσωπα, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ελαττώματος και της ζημίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η ζημία λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης

Το αίτιο όμως της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος με τη μορφή της υπαίτιας παράβασης συγκεκριμένης συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού ή των προμηθευτών του προϊόντος, ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος, δηλαδή προς τη σφαίρα επιρροής άλλων προσώπων, και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις που οδήγησαν στην κυκλοφορία ελαττωματικού προϊόντος. 

Γίνεται έτσι δεκτό, με ανάλογη εφαρμογή του αρθ. 925 ΑΚ, που απηχεί τη λεγόμενη θεωρία των σφαιρών επιρροής ή προελεύσεως των κινδύνων, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και αντίθετα έχει το βάρος ο παραγωγός ή ο προμηθευτής του προϊόντος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή ή ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ή σε υπαιτιότητα προσώπων για τα οποία ευθύνεται (αρθ. 71 και 922 ΑΚ). 

Έτσι με αναστροφή του βάρους απόδειξης, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται, κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΕφΑθ 47/2006). 

Βάρος Απόδειξης Παραγωγού

Αντίθετα, για τον αποκλεισμό της ευθύνης του παραγωγού και των λοιπών εξομοιούμενων προσώπων, πρέπει αυτοί να επικαλεστούν και να αποδείξουν την συνδρομή λόγου απαλλαγής τους και μάλιστα ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή την έλλειψη υπαιτιότητάς τους, αφού η ευθύνη τους έχει διαμορφωθεί ως γνήσια αντικειμενική. 

Τέλος, η ζημία, που κατά το χρόνο αυτό πρέπει να αποκατασταθεί, περιορίζεται στο θάνατο και τη σωματική βλάβη προσώπων, καθώς επίσης και στη βλάβη η καταστροφή κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή, που οφείλεται στο ελάττωμα του προϊόντος, εφόσον τούτο προοριζόταν κατά τη φύση του και πράγματι από τον ζημιωθέντα για προσωπική του χρήση ή κατανάλωση. 

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που αφορά στην ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα .

Πρόωρη Αποχώρηση Μισθωτή Από Το Μίσθιο – Δικαιώματα Μερών

Η πρόωρη αποχώρηση του μισθωτή από το μίσθιο, ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Ο κανόνας είναι ότι στη σύμβαση μίσθωσης, σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησης του μισθωτή, ο τελευταίος οφείλει να καταβάλει όλα τα μισθώματα μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης, ενώ ο εκμισθωτής οφείλει να προχωρήσει σε προσπάθεια ανεύρεσης νέου μισθωτή. Ταυτόχρονα, ερευνάται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 574 ΑΚ με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.

Κατά δε το άρθρο 596 ΑΚ ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα, αν εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο.

Έχει δικαίωμα όμως να αφαιρέσει από το μίσθωμα καθετί που ωφελήθηκε ο εκμισθωτής χρησιμοποιώντας το μίσθιο με άλλο τρόπο, ακόμη και ό,τι δολίως ή από αμέλεια αυτός δεν ωφελήθηκε, παραλείποντας την εκμετάλλευση του μισθίου με άλλο τρόπο ή καταχρηστικά.

Δικαιώματα Εκμισθωτή

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί μίσθωσης ορισμένης διάρκειας ο μισθωτής, στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου, υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα στο μισθωτή, και αν ακόμη αδυνατεί από λόγους που αφορούν τον ίδιο ή δεν θέλει να κάνει χρήση του μισθίου.

Έτσι, αν ο μισθωτής εγκαταλείψει το μίσθιο πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου χωρίς νόμιμο ή συμβατικό δικαίωμα, η μίσθωση δεν λύνεται και ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα για ολόκληρο το μέχρι τη λήξη υπόλοιπο χρόνο της μίσθωσης, έστω και αν δεν κάνει χρήση του μισθίου για λόγους που αφορούν τον ίδιο, ή δεν οφείλει κανένα μίσθωμα κατά το χρόνο της εγκατάλειψης του μισθίου (ΑΠ 1730/2013).

Επιπλέον, η εγγύηση η οποία δόθηκε κατά την έναρξη της μίσθωσης, η οποία αποτελεί εγγυοδοσία και ειδικότερα προκαταβολή έναντι ενδεχόμενου μελλοντικού χρέους του μισθωτή, δεν επιστρέφεται.

Δικαιώματα Μισθωτή

Περαιτέρω, όταν ο εκμισθωτής αρνείται ή παραλείπει να εκμισθώσει το μίσθιο μετά την αποχώρηση του μισθωτή σε ορισμένο ενδιαφερόμενο προς τούτο πρόσωπο, παρότι η εκμίσθωσή του είναι ευχερής, ευθύνεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ως καταχρώμενος το δικαίωμά του, αφού η άρνησή του αυτή αντίκειται στην καλή πίστη.

Ακόμη, το πιο πάνω δικαίωμα του εκμισθωτή υπόκειται και στον κανόνα του άρθρου 300 ΑΚ, αφού ο εκμισθωτής έχει συντελέσει με τη συμπεριφορά του στην επέλευση της ζημίας του και στην έκταση αυτής, παραλείποντας να αποτρέψει ή να περιορίσει αυτή με την εκμίσθωση του ακινήτου του μετά την πρόωρη αποχώρηση του μισθωτή του (ΜονΠρΘηβ 231/2017).

Δεν υπάρχει όμως κατάχρηση δικαιώματος, κατά τα ανωτέρω, στην περίπτωση που ο εκμισθωτής αμέσως μετά την οικειοθελή πρόωρη αποχώρηση του μισθωτή και χωρίς να περάσει εύλογος χρόνος επιμελήθηκε και εκμίσθωσε σε τρίτον το μίσθιο και ζητεί τα οφειλόμενα μισθώματα μέχρι την εκμίσθωσή ή τις διαφορές των μισθωμάτων, όταν το εκμίσθωσε με μικρότερο μίσθωμα (ΑΠ 1330/2020).

Σπουδαίος Λόγος

Ο μισθωτής απαλλάσσεται από το μίσθωμα εάν καταγγείλει τη μίσθωση για σπουδαίο λόγο, που, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 588, 672 και 766 ΑΚ, συντρέχει όταν δεν είναι δυνατόν να συνεχιστεί η μίσθωση ή όταν η συνέχιση της είναι υπέρμετρα δυσβάστακτη γι’ αυτόν. Η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δεν απαιτείται δηλαδή καταρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία.

Επιβάλλεται, λοιπόν, να γίνει δεκτό ότι σπουδαίος λόγος συντρέχει στις περιπτώσεις που τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά καθιστούν την εξακολούθηση της μίσθωσης για το συμβαλλόμενο που την καταγγέλλει μη αξιώσιμη, σύμφωνα με την καλή πίστη. Έχει κριθεί, για παράδειγμα, ότι η συνταξιοδότηση δημοσίου λειτουργού ο οποίος, λόγω της υπηρεσίας του, διέμενε σε τόπο διαφορετικό της κατοικίας του, αποτελεί σπουδαίο λόγο λύσης και καταγγελίας της μίσθωσης.

Τα πραγματικά δε περιστατικά που συνθέτουν τον σπουδαίο λόγο δεν είναι απαραίτητο να αφορούν μόνο εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία δηλαδή να αφορούν το πρόσωπο του ή να εμπίπτουν στη σφαίρα των κινδύνων του χωρίς, όμως, να απαιτείται και πταίσμα αυτού – αλλά, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναφέρονται και στη σφαίρα συμφερόντων του καταγγέλλοντος, ή και μόνον του καταγγέλλοντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του και τούτο διότι κατά γενική αρχή του δικαίου, κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει ωφελήματα από την παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά του ή από δικό του πταίσμα (ΑΠ 208/2018).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πρόωρη αποχώρηση μισθωτή από το μίσθιο.

Δικαίωμα Οίκησης Σε Περίπτωση Κατάσχεσης & Πλειστηριασμού

Δικαίωμα Οίκησης” αποτελεί το περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα ουσίας και συγκεκριμένα προσωπική δουλεία, η οποία παρέχει στο δικαιούχο της το αποκλειστικό δικαίωμα να χρησιμοποιεί προς κατοικία ξένη οικοδομή ή διαμέρισμα αυτής (1183 ΑΚ).

Ο δικαιούχος της οίκησης δικαιούται να νέμεται το πράγμα, διάνοια δικαιούχου δουλείας, έναντι του κυρίου αλλά και παντός τρίτου, ενώ η νομή του κυρίου ασκείται διά του δικαιούχου της δουλείας.

Επομένως, πρόκειται για δικαίωμα αυστηρά προσωποπαγές, αμεταβίβαστο, ακληρονόμητο και ως προς την άσκησή του αδιαίρετο, ακόμη και αν στη συστατική πράξη προβλέπεται η μεταβίβαση ή η κληρονομία. Τούτο αποτελεί και τη βασική διαφορά του με την επικαρπία.

Ως εκ τούτου, το δικαίωμα οίκησης δεν μπορεί να κατασχεθεί ή να υποθηκευτεί.

Ως εμπράγματο δικαίωμα η οίκηση διέπεται από την αρχή της χρονικής προτεραιότητας.

Η αρχή της χρονικής προτεραιότητας ορίζει ότι σε περίπτωση που στο ίδιο πράγμα συρρέουν περισσότερα δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας, η ικανοποίηση των δανειστών καθορίζεται με βάση το χρόνο σύστασης των εμπράγματων ασφαλειών, ήτοι οι προγενέστερες ικανοποιούνται πρώτες (ΑΠ 1276/2007).

Ο κανόνας της χρονικής προτεραιότητας εφαρμόζεται και όταν συγκρούονται δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας με άλλα περιορισμένα εμπράγματα δικαιώματα (“δουλείες“), οπότε προηγείται και πάλι αυτό που συστάθηκε πρώτα.

ΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΗ

Με βάση την παραπάνω αρχή αντιμετωπίζεται το ζήτημα της συνάντησης στο ίδιο ακίνητο της οίκησης με δικαίωμα υποθήκης. Έτσι, γίνεται πάγια δεκτό ότι αν ο κύριος βεβαρημένου με υποθήκη ακινήτου παραχωρήσει στο ίδιο ακίνητο οίκηση υπέρ του ενυπόθηκου δανειστή ή τρίτου, η μεταγενέστερη οίκηση δεν επηρεάζει την τύχη της υποθήκης. Αυτό σημαίνει ότι, αν καταλήξει σε πλειστηριασμό το βεβαρημένο ακίνητο, ο υπερθεματιστής το αποκτά ελεύθερο από κάθε βάρος.

Αντίστροφα, αν προηγηθεί σύσταση οίκησης και ακολουθήσει σύσταση υποθήκης, στο ίδιο ακίνητο, υπέρ του δικαιούχου οίκησης ή τρίτου, η υποθήκη καταλαμβάνει το ακίνητο όπως είναι βεβαρημένο. Εκτείνεται, δηλαδή, μόνο στην περιορισμένη, κατά τις εξουσίες που αποτελούν το περιεχόμενο της οίκησης, κυριότητα.

Πλειστηριασμός Ενυπόθηκου Ακινήτου Με Δικαίωμα Οίκησης

Αν πλειστηριαστεί το ακίνητο, ο υπερθεματιστής το αποκτά βεβαρημένο με την οίκηση. Η δικαιολογική βάση της ως άνω διάκρισης ειδικά όσον αφορά τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου είναι η εξής:

Κατά την αναγκαστική εκτέλεση επί ενυπόθηκου ακινήτου εκδηλώνεται έντονα η φύση της υποθήκης ως εμπραγμάτου δικαιώματος αξίας. Ο ενυπόθηκος δανειστής έχει την εκ του δικαιώματος της υποθήκης απορρέουσα αξίωση προς προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης του από την αξία του ενυπόθηκου.

Η αξίωση δε αυτή, ως απορρέουσα από εμπράγματο δικαίωμα, στρέφεται κατά του εκάστοτε κυρίου του ενυπόθηκου, των εχόντων μεταγενέστερο εμπράγματο δικαίωμα επ` αυτού, των λοιπών δανειστών του ενυπόθηκου οφειλέτη κλπ.

Περαιτέρω, ενώ επί του συνήθους πλειστηριασμού ο υπερθεματιστής αποκτά το πλειστηριαζόμενο σε όποια νομική και πραγματική κατάσταση αυτό βρίσκεται στον καθ` ου η αναγκαστική εκτέλεση οφειλέτη, επί του πλειστηριασμού ενυπόθηκου ο υπερθεματιστής αποκτά αυτό σε όποια νομική και πραγματική κατάσταση καταλαμβάνεται από το δικαίωμα της υποθήκης.

Επομένως, τα μεταγενέστερα της εγγραφής της υποθήκης εμπράγματα δικαιώματα επί του ενυπόθηκου θίγονται από την εξουσία διαθέσεως του ενυπόθηκου δανειστή, καθόσον η υποθήκη καταλαμβάνει το ενυπόθηκο ελεύθερο των μετά την εγγραφή αυτής επί του ενυπόθηκου κτηθέντων περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων και αντίστροφα: τα προγενέστερα της εγγραφής της υποθήκης εμπράγματα δικαιώματα επί του ενυπόθηκου δεν θίγονται από την εξουσία διαθέσεως του ενυπόθηκου δανειστή, καθότι η υποθήκη καταλαμβάνει το ενυπόθηκο βεβαρημένο διά των προ της εγγραφής αστής επί του ενυπόθηκου κτηθέντων περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων.

Συνεπώς, ο υπερθεματιστής αποκτά το ενυπόθηκο ελεύθερο μεν των μετά την εγγραφή της υποθήκης επ’ αυτού κτηθέντων περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων, βεβαρημένο δε διά των προ της εγγραφής της υποθήκης υφιστάμενων επί του ενυπόθηκου περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων (ad hoc 21912/2002 ΜονΠρΘεσαλ).

ΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗ ΥΠΟΘΗΚΗΣ

Η ίδια λύση γίνεται δεκτή και όταν συναντάται η οίκηση ή άλλο περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα όπως σε περίπτωση προσημείωση υποθήκης.

Πράγματι, η προσημείωση υποθήκης αποτελεί κατά την κρατούσα γνώμη υποθήκη υπό αναβλητική αίρεση, δηλαδή η προσημείωση χορηγεί δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης υπό την διπλή αναβλητική αίρεση αφενός μεν της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης και αφετέρου της τροπής σε υποθήκη εντός της προθεσμίας του άρθρου 1323 ΑΚ.

Η καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή επιφέρει απόσβεση της υποθήκης ή προσημείωσης που υπάρχει επάνω στο ακίνητο η οποία δικαιολογείται από την φύση της υποθήκης και της προσημείωσης ως εμπραγμάτων δικαιωμάτων αξίας που στερούνται λόγο ύπαρξης μετά τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου.

Συνεπώς, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης επί του βεβαρημένου ακινήτου χρονικό σημείο μέχρι του οποίου μπορεί να γίνει τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, να πληρωθεί δηλαδή η πρώτη εκ των αναβλητικών αιρέσεων υπό τις οποίες τελεί η προσημείωση, είναι αυτό της καταβολής του πλειστηριάσματος.

Από το χρονικό αυτό σημείο και μετά η πλήρωση της αίρεσης αυτής καθίσταται εκ του νόμου πλέον αδύνατη. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η προσημείωση καθίσταται ανενεργός.

Το δικαίωμα της προσημείωσης ως δικαίωμα εμπράγματης ασφάλειας αποσβέννυται μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος ως βάρος του πράγματος, οι εξουσίες όμως που πηγάζουν από το δικαίωμα αστό ως δικαίωμα επί της αξίας του βεβαρημένου πράγματος κατευθύνονται πλέον στην αξία του πράγματος, δηλαδή στο πλειστηρίασμα.

Έτσι, όπως γίνεται πάγια δεκτό, μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος και εφόσον η προσημείωση δεν έχει τραπεί σε υποθήκη, διατηρείται μόνο η δεύτερη καθαρά ουσιαστικού δικαίου αίρεση, δηλαδή αυτή της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφάλιζόμενης απαίτησης, με αποτέλεσμα να κατατάσσεται η εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης απαίτηση, όπως και η ασφαλισμένη με την υποθήκη απαίτηση, προνομιακά μεν, δηλαδή κατά τη σειρά εγγραφής της προσημείωσης, αλλά τυχαία, δηλαδή υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης.

Εξάλλου, γίνεται πλέον δεκτό ότι και ο προσημειούχος δανειστής, εφόσον διαθέτει υπέρ της απαιτήσεως του τίτλο εκτελεστό, μπορεί να επισπεύσει κατάσχεση και πλειστηριασμό του βεβαρημένου ακινήτου κατά του τρίτου κυρίου ή νομέα πριν από τη μετατροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, αν δε κατά το χρόνο της κατάταξης η προσημείωση δεν έχει μετατραπεί σε υποθήκη, ο προσημειούχος δανειστής θα καταταγεί τυχαία.

Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι τόσο από άποψη ουσιαστικού όσο και από άποψη δικονομικού δικαίου η μεταχείριση της προσημείωσης υποθήκης είναι αντίστοιχη με αυτή της υποθήκης.

Χαρακτηριστικά, το άρθρο 41 του ΕισΝΚΠολΔ ορίζει ότι οι σχετικές με την υποθήκη διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην προσημείωση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

Συνεπώς, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι σε περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτου επί του οποίου υπάρχει εγγεγραμμένη προσημείωση υποθήκης, ανεξάρτητα από το αν την αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδει ο προσημειούχος ή άλλος δανειστής του καθού η εκτέλεση, ο υπερθεματιστής αποκτά το ακίνητο ελεύθερο των μεταγενέστερων της εγγραφής της προσημείωσης περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το Δικαίωμα Οίκησης.

Άκυρη ή Ακυρώσιμη Απόφαση ΑΕ: Ποια Προσβολή Χωρεί

Πότε και Πώς Προσβάλλεται Ελαττωματική Απόφαση Οργάνου ΑΕ

Περιληπτικά:

  • Η κατηγορία του ελαττώματος καθορίζει την προσβολή: ακυρώσιμη (άρθρο 137 του Ν. 4548/2018), άκυρη (άρθρο 138) ή ανυπόστατη (άρθρο 139).
  • Η ακυρωσία επέρχεται μόνο με διαπλαστική αγωγή ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων μηνών.
  • Η ακυρότητα προβάλλεται με αναγνωριστική αγωγή ή και αυτεπαγγέλτως, εντός ενός έτους. Μετά την πάροδο του έτους ακόμη και η άκυρη απόφαση θεραπεύεται (ΑΠ 214/2022).
  • Νομιμοποιείται ο μέτοχος με 2% που δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε ρητά, καθώς και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Κάτω του ποσοστού αυτού απομένει μόνο αξίωση αποζημίωσης.
  • Για τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου ισχύει χωριστό καθεστώς (άρθρο 95) με προθεσμία έξι μηνών.

Πότε μια απόφαση ΑΕ είναι άκυρη, ακυρώσιμη ή ανυπόστατη;

Η διάκριση εξαρτάται από τη βαρύτητα του ελαττώματος:

  • Ακυρώσιμη κατά το άρθρο 137 του Ν. 4548/2018 είναι η απόφαση που λήφθηκε με τρόπο αντίθετο στον νόμο ή το καταστατικό.
  • Άκυρη κατά το άρθρο 138 είναι η απόφαση χωρίς νόμιμη σύγκληση ή με περιεχόμενο αντίθετο στον νόμο.
  • Ανυπόστατη κατά το άρθρο 139 είναι η απόφαση που λήφθηκε με ψήφους προσώπων χωρίς μετοχική ιδιότητα.

Η σημασία της ταξινόμησης είναι πρακτική, όχι θεωρητική, καθώς κάθε κατηγορία ανοίγει διαφορετική δικονομική οδό και θέτει διαφορετική προθεσμία. Δύο αποφάσεις που μπορεί να φαίνονται όμοιες, είναι πιθανό να ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και να απαιτούν εντελώς διαφορετικό χειρισμό.

Η άκυρη απόφαση προϋποθέτει σοβαρό ελάττωμα. Άκυρη είναι η απόφαση όταν δεν υπήρξε καθόλου σύγκληση της συνέλευσης ή όταν το περιεχόμενό της αντίκειται στον νόμο ή το καταστατικό.

Αντίθετα, η πλημμελής μεν αλλά υπαρκτή σύγκληση οδηγεί σε ακυρωσία και όχι σε ακυρότητα. Η ακυρώσιμη απόφαση καλύπτει τα ελαττώματα του τρόπου λήψης, μεταξύ των οποίων η μη παροχή πληροφοριών για θέματα της ημερήσιας διάταξης (άρθρο 141) και η καταχρηστική άσκηση της εξουσίας της πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας.

Η ανυπόστατη απόφαση δεν φέρει καν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα απόφασης της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 226/2022). Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου στην ψηφοφορία συμμετείχαν στο σύνολό τους πρόσωπα χωρίς μετοχική ιδιότητα, ή όπου το πρακτικό χωρίς συνεδρίαση δεν υπογράφηκε από όλους τους μετόχους.

Όταν το διοικητικό συμβούλιο έχει εκλεγεί με ανυπόστατη ή άκυρη απόφαση, θεωρείται ότι η εταιρεία στερείται διοίκησης και διορίζεται προσωρινό διοικητικό συμβούλιο (ΑΠ 547/2019).

ΚατηγορίαΤυπικός λόγοςΕίδος αγωγήςΠροθεσμίαΝομιμοποίηση
Ακυρώσιμη (άρθρο 137)Μη νόμιμος τρόπος λήψης, κατάχρηση πλειοψηφίας, μη παροχή πληροφοριώνΔιαπλαστική (ακύρωσης)4 μήνεςΜέτοχος 2% που δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε, μέλος ΔΣ
Άκυρη (άρθρο 138)Παντελής έλλειψη σύγκλησης, περιεχόμενο αντίθετο στον νόμο ή το καταστατικόΑναγνωριστική1 έτοςΚάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον, αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο
Ανυπόστατη (άρθρο 139)Ψήφοι μη μετόχων, πρακτικό χωρίς συνεδρίαση χωρίς όλους τους μετόχουςΑναγνωριστικήΚαταρχήν απρόθεσμηΚάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον

Ποια οδός χωρεί: αγωγή ακύρωσης ή αναγνώριση ακυρότητας;

Η οδός εξαρτάται από την κατηγορία και η επιλογή της απαιτεί νομική κρίση. Η ακυρωσία επέρχεται μόνο με τελεσίδικη διαπλαστική απόφαση, δηλαδή απόφαση που μεταβάλλει τη νομική κατάσταση. Δεν μπορεί να προβληθεί με ένσταση, ούτε παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο άλλης δίκης, ούτε εξωδίκως. Αντίθετα, η ακυρότητα αναγνωρίζεται με αναγνωριστική αγωγή, μπορεί να προβληθεί και παρεμπιπτόντως, ενώ το δικαστήριο τη λαμβάνει και αυτεπαγγέλτως υπόψη.

Η πρακτική συνέπεια της διάκρισης είναι ουσιώδης. Η ακυρώσιμη απόφαση παράγει πλήρως τα αποτελέσματά της έως ότου ακυρωθεί με δικαστική απόφαση. Η άκυρη απόφαση πάσχει από την αρχή, με αποτέλεσμα η αναγνωριστική αγωγή απλώς να διαπιστώνει μια προϋπάρχουσα κατάσταση.

Η αρμοδιότητα και η διαδικασία ταυτίζονται και για τις δύο μορφές. Η αγωγή εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας και στρέφεται κατά της εταιρείας (άρθρο 137 παρ. 7). Η δυσκολία δεν βρίσκεται στην αρμοδιότητα αλλά στην ορθή υπαγωγή του ελαττώματος στην ορθή κατηγορία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μη προφανούς υπαγωγής είναι η καταχρηστική άσκηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, η οποία, αν και αποτελεί ελάττωμα του περιεχομένου, υπάγεται από τον νόμο στην ακυρωσία (άρθρο 137 παρ. 2) και όχι στην ακυρότητα. Λάθος επιλογή δικονομικού οχήματος οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής, ανεξάρτητα από το βάσιμο της ουσιαστικής αιτίασης.

Μέχρι πότε προσβάλλεται η απόφαση και πότε θεραπεύεται;

Η αγωγή ακύρωσης ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων μηνών από τη λήψη της απόφασης ή, αν αυτή υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ). Για την ακυρότητα η αποκλειστική προθεσμία είναι ένα έτος. Σημειώνεται ότι «αποκλειστική» είναι η προθεσμία που δεν αναστέλλεται ούτε διακόπτεται και της οποίας η παρέλευση αποσβέννυει το δικαίωμα.

Το κρίσιμο σημείο για τον θιγόμενο μέτοχο είναι ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί ουδέτερα. Η ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης θεραπεύεται με την πάροδο της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας. Έκτοτε, ακόμη και η εξ ορισμού άκυρη απόφαση, παγιώνεται και δεν προσβάλλεται πλέον (ΑΠ 214/2022). Έως τη συμπλήρωση του έτους, η εταιρεία δεν μπορεί να αποκρούσει την επίκληση της ακυρότητας ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα.

Η εμπειρία από υποθέσεις προσβολής αποφάσεων γενικής συνέλευσης δείχνει ότι κρίσιμη είναι η έγκαιρη τήρηση της προθεσμίας. Η τετράμηνη προθεσμία της ακυρωσίας εκπνέει, συχνά πριν ο θιγόμενος μέτοχος ολοκληρώσει τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού και τη νομική τεκμηρίωση.

Ποιος μέτοχος νομιμοποιείται να ζητήσει την ακύρωση;

Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει ο μέτοχος που κατέχει το 2% του κεφαλαίου, εφόσον δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση, καθώς και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου χωριστά. Ο μέτοχος που δεν συγκεντρώνει το ποσοστό αυτό δεν νομιμοποιείται προς ακύρωση, διατηρεί όμως αξίωση αποζημίωσης κατά της εταιρείας.

Η προϋπόθεση της εναντίωσης είναι λεπτή. Η αντίθεση πρέπει να είναι ρητή: η απλή αρνητική ψήφος δεν θεωρείται κατ’ ανάγκη εναντίωση, εφόσον δεν συνοδεύεται από σαφή δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η εμπειρία από εταιρικές διαφορές δείχνει ότι η απουσία ρητής εναντίωσης στα πρακτικά αρκεί για να κριθεί απαράδεκτη μια, κατά τα άλλα, βάσιμη αγωγή ακύρωσης.

Για τους μετόχους που υπολείπονται του ορίου του 2%, ο νόμος προβλέπει εναλλακτική προστασία αντί της ακύρωσης. Μπορούν να αξιώσουν από την εταιρεία αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν (άρθρο 137 παρ. 4). Αξίωση αποζημίωσης διατηρείται και όταν η απόφαση τελικά ακυρώθηκε. Η μειοψηφία διαθέτει και άλλα μέσα ελέγχου, όπως ο έκτακτος έλεγχος της εταιρείας, που μπορούν να αναδείξουν τις πλημμέλειες πριν φτάσει η υπόθεση στο στάδιο της προσβολής.

Πότε αποκλείεται ή θεραπεύεται η προσβολή της απόφασης;

Η ακυρωσία αποκλείεται όταν η ίδια η γενική συνέλευση επικυρώσει με νεότερη απόφαση την πλημμελή, διορθώνοντας ή αποκαθιστώντας το ελάττωμα που αποτελούσε τον λόγο της. Στην περίπτωση αυτή παύει η δυνατότητα ακύρωσης, διατηρείται όμως αξίωση αποζημίωσης για τους ζημιωθέντες. Δεν θεμελιώνει ακυρωσία η αντίθεση της απόφασης σε εσωτερικό κανονισμό ή σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων.

Η δυνατότητα της συνέλευσης να διορθώνει ή να ανακαλεί τις αποφάσεις της λειτουργεί ως μηχανισμός θεραπείας που μπορεί να εξουδετερώσει μια εκκρεμή προσβολή. Πρόκειται για διακριτή ενέργεια από τη δικαστική προσβολή, με δικές της προϋποθέσεις και συνέπειες.

Ο νόμος αποκλείει ρητά την ακυρωσία σε σειρά επιμέρους περιπτώσεων:

  • όταν συμμετείχαν στη συνέλευση πρόσωπα χωρίς δικαίωμα αλλά η συμμετοχή τους δεν ήταν αποφασιστική για την απαρτία ή την πλειοψηφία,
  • όταν πρόκειται για ακυρότητα ή ακυρωσία επιμέρους ψήφων που δεν ήταν αποφασιστικές,
  • όταν υπάρχουν αοριστίες του πρακτικού που δεν εμποδίζουν τη διάγνωση του περιεχομένου της απόφασης και
  • όταν το ελάττωμα της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου για τη σύγκληση δεν στέρησε από τους μετόχους έγκαιρη και επαρκή πληροφόρηση (άρθρο 137 παρ. 5).

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η σχέση με τη μετοχική συμφωνία (shareholders’ agreement, SHA). Η παραβίαση της εξωεταιρικής αυτής συμφωνίας γεννά συμβατικές αξιώσεις μεταξύ των μερών, χωρίς να θίγει το κύρος της εταιρικής απόφασης (ΑΠ 1448/2014). Η συνύπαρξη του εταιρικού με το συμβατικό επίπεδο παράγει μη προφανές αποτέλεσμα, καθώς μια απόφαση μπορεί να είναι έγκυρη εταιρικά αλλά να συνεπάγεται παράβαση συγκεκριμένης ρήτρας της μετοχικής συμφωνίας, με συμβατικές συνέπειες παράλληλες προς την εταιρική εγκυρότητα.

Πώς προσβάλλεται απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου;

Άκυρη είναι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της οποίας το περιεχόμενο αντίκειται στον νόμο ή το καταστατικό (άρθρο 95). Άκυρη είναι και η απόφαση που λήφθηκε με μη νόμιμο τρόπο, εκτός αν λήφθηκε ομόφωνα από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, παρόντα ή νομίμως εκπροσωπούμενα. Την ακυρότητα προβάλλουν, εντός έξι μηνών, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου καθώς και τρίτοι, μέτοχοι ή μη, με προσωπικό και ειδικό έννομο συμφέρον.

Η εξάμηνη προθεσμία εκκινεί από την καταχώριση της απόφασης στο ΓΕΜΗ, για όσες αποφάσεις υποβάλλονται σε δημοσιότητα, άλλως από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση όπου από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή η δυνατότητα επίκλησης της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία. Η ομοφωνία θεραπεύει μόνο τα ελαττώματα του τρόπου λήψης, όχι τα ελαττώματα του περιεχομένου.

Σε αντίθεση με τη γενική συνέλευση, το άρθρο 95 δεν προβλέπει την κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας ως αυτοτελή λόγο ελαττωματικότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου. Πριν από κάθε προσβολή σταθμίζεται η προστασία των τρίτων, καθώς οι άκυρες και ακυρώσιμες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου δεν αντιτάσσονται έναντι καλόπιστων τρίτων για πράξεις καθ’ υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή για περιορισμούς της εξουσίας του οργάνου, σύμφωνα με τις αρχές της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132.

Όργανο και είδοςΠροθεσμίαΣημείο εκκίνησης
Γενική συνέλευση, ακυρωσία (άρθρο 137)4 μήνεςΛήψη ή καταχώριση στο ΓΕΜΗ
Γενική συνέλευση, ακυρότητα (άρθρο 138)1 έτοςΛήψη ή καταχώριση στο ΓΕΜΗ
Διοικητικό συμβούλιο (άρθρο 95)6 μήνεςΚαταχώριση στο ΓΕΜΗ ή στο βιβλίο πρακτικών

Συχνές Ερωτήσεις

Αρκεί η αρνητική ψήφος για να προσβληθεί η απόφαση;

Όχι πάντα. Το άρθρο 137 απαιτεί ο μέτοχος είτε να μην παρέστη είτε να έχει αντιταχθεί στην απόφαση. Η αντίθεση πρέπει να είναι ρητή και να καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η απλή αρνητική ψήφος, χωρίς σαφή δήλωση εναντίωσης, ενδέχεται να μην επαρκεί για τη θεμελίωση της νομιμοποίησης προς άσκηση της αγωγής ακύρωσης.

Τι συμβαίνει αν περάσει η τετράμηνη προθεσμία;

Η προθεσμία των τεσσάρων μηνών για την ακυρωσία είναι αποκλειστική. Μετά την εκπνοή της η απόφαση δεν ακυρώνεται πλέον. Αν το ελάττωμα συνιστά λόγο ακυρότητας, η προθεσμία είναι ένα έτος. Μετά την παρέλευση και αυτού, ακόμη και η άκυρη απόφαση θεραπεύεται (ΑΠ 214/2022) και δεν προσβάλλεται.

Μπορεί μια άκυρη απόφαση να θεραπευτεί με τον χρόνο;

Ναι. Η ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης θεραπεύεται με την πάροδο της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας και έκτοτε το δικαίωμα προσβολής αποσβέννυται. Έως τότε το δικαστήριο λαμβάνει την ακυρότητα και αυτεπαγγέλτως υπόψη και η εταιρεία δεν μπορεί να αποκρούσει την επίκλησή της ως καταχρηστική (ΑΠ 214/2022).

Η αντίθεση της απόφασης σε εξωεταιρική συμφωνία θεμελιώνει ακύρωση;

Όχι. Λόγος ακυρωσίας ή ακυρότητας είναι η αντίθεση στον νόμο ή το καταστατικό, όχι σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων ή σε εσωτερικό κανονισμό. Η παραβίαση της μετοχικής συμφωνίας γεννά συμβατικές αξιώσεις μεταξύ των μερών, χωρίς να θίγει το κύρος της εταιρικής απόφασης έναντι της εταιρείας (ΑΠ 1448/2014).

Ποιο δικαστήριο δικάζει την αγωγή ακύρωσης;

Η αγωγή ακύρωσης απόφασης της γενικής συνέλευσης εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας και στρέφεται κατά της εταιρείας (άρθρο 137 παρ. 7). Η άσκηση της αγωγής και η δικαστική απόφαση που ακυρώνει την εταιρική απόφαση υποβάλλονται σε δημοσιότητα και ισχύουν έναντι όλων, με προστασία των καλόπιστων τρίτων.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χαρακτηρισμός του ελαττώματος πρώτα: Η ταξινόμηση της απόφασης ως ακυρώσιμης, άκυρης ή ανυπόστατης προηγείται κάθε ενέργειας, διότι καθορίζει την αγωγή και την προθεσμία. Λανθασμένος χαρακτηρισμός οδηγεί σε απόρριψη.

Προθεσμία ως πρώτη προτεραιότητα: Η τετράμηνη και η ετήσια προθεσμία είναι αποκλειστικές. Η συγκέντρωση των αποδεικτικών και η σύνταξη της αγωγής ξεκινούν αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης, ώστε να μην εκπνεύσει το δικαίωμα.

Ρητή εναντίωση στα πρακτικά: Ο μέτοχος που διαφωνεί φροντίζει να καταχωριστεί σαφής δήλωση εναντίωσης, ώστε να διασφαλίσει τη νομιμοποίησή του προς προσβολή.

Διάκριση ακύρωσης από ανάκληση: Η δικαστική προσβολή διαφέρει από την ανάκληση της απόφασης από την ίδια τη συνέλευση. Η επιλογή μεταξύ τους είναι στρατηγική και εξαρτάται από τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Στάθμιση συνεπειών για τρίτους: Πριν από κάθε προσβολή εκτιμώνται οι συνέπειες σε καλόπιστους τρίτους που συναλλάχθηκαν βάσει της απόφασης, καθώς η ακύρωση ισχύει έναντι όλων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ελαττωματικές αποφάσεις των οργάνων της Ανώνυμης Εταιρείας.

Συνεργασία Με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών: Όροι, Κόστος & Όρια

Σύμβαση Ανεξάρτητων Υπηρεσιών: Πώς Δομείται για να Αντέξει σε Έλεγχο

Περιληπτικά:

  • Η σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι νόμιμη μόνο όταν ο πάροχος δεν τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση, δηλαδή η επιχείρηση δεν κατευθύνει δεσμευτικά τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης.
  • Ο τίτλος του εγγράφου, το δελτίο παροχής υπηρεσιών (ΔΠΥ) και η ασφάλιση ελεύθερου επαγγελματία δεν δεσμεύουν το δικαστήριο και τα ελεγκτικά όργανα (ΑΠ 730/2023).
  • Όταν ο πάροχος αμείβεται με ΔΠΥ από έναν ή δύο αντισυμβαλλόμενους, το άρθρο 39 παρ. 9 Ν. 4387/2016 επιβάλλει εισφορές με τους κανόνες των μισθωτών και δήλωση από τον αντισυμβαλλόμενο.
  • Η αυτοπρόσωπη, αποκλειστική ή κατά κύριο λόγο παροχή στον ίδιο εργοδότη επί εννέα συνεχείς μήνες ενεργοποιεί το τεκμήριο εξαρτημένης εργασίας του άρθρου 140 ΠΔ 62/2025.
  • Οι ρήτρες ανεξαρτησίας βαρύνουν μόνο όσο αποτυπώνουν την πραγματική λειτουργία της συνεργασίας.

Πότε επιτρέπεται σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών αντί πρόσληψης;

Η σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών επιτρέπεται όταν ο πάροχος προσφέρει τις υπηρεσίες του χωρίς νομική και προσωπική εξάρτηση από την επιχείρηση. Ο πάροχος καθορίζει ο ίδιος τον τρόπο εκτέλεσης, διατηρεί ουσιαστική ελευθερία ως προς τον χρόνο, δεν εντάσσεται στην οργανωτική δομή και δεν υπόκειται σε δεσμευτικές οδηγίες και εποπτεία. Όταν η επιχείρηση σχεδιάζει να κατευθύνει ωράριο, διαδικασίες και τρόπο εργασίας, η νόμιμη οδός είναι η πρόσληψη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Η μορφή αυτή στηρίζεται στις γενικές διατάξεις για τη μίσθωση εργασίας (άρθρα 648 επ. ΑΚ), χωρίς την εφαρμογή της προστατευτικής εργατικής νομοθεσίας. Κατά τη διατύπωση της ΑΠ 297/2012, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο παρέχων αμείβεται για τις υπηρεσίες του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του αντισυμβαλλομένου ως προς τον χρόνο και τον τρόπο παροχής. Σε πρόσωπα με επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις η εξάρτηση, όπου υπάρχει, εμφανίζεται χαλαρότερη, χωρίς όμως να εξαφανίζεται.

Στην πράξη το σχήμα ταιριάζει σε εξωτερικούς λογιστές, μηχανικούς, νομικούς και τεχνικούς συμβούλους, σε εξειδικευμένους επαγγελματίες πληροφορικής κλπ, όταν η επιχείρηση ενδιαφέρεται για το αντικείμενο της υπηρεσίας και όχι για τη διάθεση του χρόνου του παρόχου. Η συνολική στάθμιση ανάμεσα σε πρόσληψη, ανεξάρτητες υπηρεσίες και μίσθωση έργου ανήκει στο στάδιο της επιλογής συμβατικού σχήματος. Όταν γίνει η επιλογή, το ζητούμενο μετατοπίζεται στη νομικά ασφαλή υλοποίησή της.

Ποια δεδομένα κρίνουν τον χαρακτηρισμό σε έλεγχο και δικαστήριο;

Τον χαρακτηρισμό κρίνουν οι πραγματικές συνθήκες λειτουργίας της συνεργασίας, όπως ο βαθμός πρωτοβουλίας του παρόχου, η ελευθερία χρόνου, η ένταξη στην οργάνωση και η έκταση των οδηγιών. Ο τίτλος του εγγράφου, η έκδοση ΔΠΥ και η ασφάλιση ελεύθερου επαγγελματία δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια (ΑΠ 730/2023).

Με την ίδια παραπάνω απόφαση ο Άρειος Πάγος νομολόγησε ότι το δικαστήριο αποφαίνεται με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών υπό τα οποία λειτούργησε η σχέση, με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που έδωσαν οι συμβαλλόμενοι. Η ίδια λογική διέπει τον ασφαλιστικό και τον εργατικό έλεγχο.

Ενδείξεις εξάρτησηςΕνδείξεις ανεξαρτησίας
Δεσμευτικό ωράριο και έλεγχος παρουσίαςΕλεύθερος καθορισμός τρόπου και προγραμματισμού
Ένταξη στο οργανόγραμμα και αναφορά σε προϊστάμενοΠαράλληλη συνεργασία με περισσότερους πελάτες
Χρήση εξοπλισμού, χώρου και λογαριασμών της επιχείρησηςΔικά του μέσα, έδρα και επαγγελματική υποδομή
Πάγια αμοιβή ανεξάρτητη από παραδοτέαΑμοιβή ανά παραδοτέο ή έργο, με ανάληψη κινδύνου
Υποχρεωτική συμμόρφωση σε εσωτερικές διαδικασίες ως προς τον τρόποΔυνατότητα άρνησης επιμέρους αναθέσεων

Χαρακτηριστική περίπτωση ανεξαρτησίας, περιγράφει η ΑΠ 628/2023, σε υπόθεση λογίστριας που ανέλαβε την τήρηση των βιβλίων και τη φοροτεχνική υποστήριξη εταιρείας χωρίς υποχρέωση ωραρίου και χωρίς εντολές τρίτων ως προς τον χρόνο και τον τόπο παροχής. Τα στοιχεία αυτά συνθέτουν την τυπολογία της ανεξάρτητης συνεργασίας. Αντιστρόφως, η σώρευση ενδείξεων εξάρτησης οδηγεί σε εξαρτημένη εργασία, όποιον τίτλο και αν φέρει το έγγραφο.

Τι διαφοροποιεί ασφαλιστικά τη συνεργασία με ΔΠΥ σε έναν ή δύο αντισυμβαλλόμενους;

Όταν το εισόδημα του παρόχου προέρχεται μόνο από έναν ή δύο αντισυμβαλλόμενους, το άρθρο 39 παρ. 9 του Ν. 4387/2016 επιβάλλει υπολογισμό των εισφορών με τους κανόνες των μισθωτών. Επομένως, ο επιχειρηματίας υποβάλλει Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (ΑΠΔ), επιβαρύνεται με το εργοδοτικό σκέλος και παρακρατεί το σκέλος του ασφαλισμένου από την αμοιβή. Το «μπλοκάκι» δεν συνεπάγεται αυτομάτως χαμηλότερο κόστος.

Η σύμβαση δηλώνεται στη σχετική ηλεκτρονική υπηρεσία του e-ΕΦΚΑ, η συμφωνημένη αμοιβή κατανέμεται ανά μήνα με βάση τη διάρκεια της σύμβασης και ως ανώτατη μηνιαία βάση υπολογισμού ορίζεται το δεκαπλάσιο του εκάστοτε κατώτατου βασικού μισθού. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής αποτυπώνονται στις εγκυκλίους 17/2017 και 41/2023 του φορέα.

Στο καθεστώς δεν υπάγεται όποιος λαμβάνει από τον ίδιο εργοδότη μέρος των αποδοχών ως μισθωτός και μέρος με ΔΠΥ, ενώ η υπαγωγή κρίνεται από τα πραγματικά δεδομένα κάθε συνεργασίας και όχι από τον αριθμό των τιμολογίων.

ΣτοιχείοΈως δύο αντισυμβαλλόμενοι (παρ. 9)Τρεις και περισσότεροι
Υπολογισμός εισφορώνΚανόνες μισθωτών (άρθρο 38 Ν. 4387/2016)Καθεστώς μη μισθωτών
ΔήλωσηΑΠΔ από τον αντισυμβαλλόμενοΑτομικές υποχρεώσεις του παρόχου
Άμεση επιβάρυνση επιχείρησηςΕργοδοτικές εισφορέςΚαμία, πέραν της αμοιβής

Η ασφαλιστική αυτή εξίσωση ανατρέπει τον πρόχειρο υπολογισμό κόστους, καθώς η επιχείρηση που συνεργάζεται με αποκλειστικό πάροχο της παρ. 9 επωμίζεται ήδη εργοδοτικές εισφορές, ενώ διατηρεί ακέραιο τον κίνδυνο επαναχαρακτηρισμού. Ο αριθμός των αντισυμβαλλομένων, η διάρκεια και το ύψος της αμοιβής σταθμίζονται πριν από την υπογραφή και όχι κατά την πρώτη δήλωση.

Ποιες συμβατικές προβλέψεις ενισχύουν τον ανεξάρτητο χαρακτήρα;

Τον ανεξάρτητο χαρακτήρα ενισχύουν ρήτρες που κατοχυρώνουν ελευθερία τρόπου και προγραμματισμού, δυνατότητα παράλληλης συνεργασίας με άλλους πελάτες, χρήση ίδιων μέσων, αμοιβή συνδεδεμένη με παραδοτέα, ανάληψη επαγγελματικού κινδύνου κλπ. Οι προβλέψεις αυτές βαρύνουν μόνο εφόσον αποτυπώνουν την πραγματική λειτουργία της συνεργασίας.

Στη σύνταξη της σχετικής σύμβασης, ενδιαφέρουν ιδίως:

  1. η περιγραφή του αντικειμένου ως αποτελέσματος ή παραδοτέων και όχι ως διάθεσης χρόνου,
  2. η ρητή ελευθερία του παρόχου ως προς τον τρόπο εκτέλεσης, με συμφωνημένα μόνο ορόσημα και προθεσμίες,
  3. η απουσία αποκλειστικότητας, με διακριτή πρόβλεψη εχεμύθειας και, όπου χρειάζεται, ρήτρα μη ανταγωνισμού με συγκεκριμένο χρονικό, τοπικό και αντικειμενικό εύρος,
  4. η δυνατότητα χρήσης βοηθών ή υπεργολάβων, στοιχείο που αποδυναμώνει τον αυτοπρόσωπο χαρακτήρα της παροχής και
  5. η αμοιβή ανά παραδοτέο κατά τα άρθρα 404 επ. ΑΚ, σε αντίθεση με την ποινική ρήτρα σε σύμβαση εργασίας, όπου η νομολογία επιβάλλει αυστηρότερο έλεγχο.

Η εμπειρία από τη σύνταξη συμβάσεων συνεργασίας δείχνει ότι οι γενικόλογες διακηρύξεις «ανεξαρτησίας» δεν λαμβάνονται καν υπόψη σε τυχόν έλεγχο. Επίσης, ρήτρες με εργασιακό λεξιλόγιο (ωράριο, άδειες, υπερωρίες, προϊστάμενος, πειθαρχικές κυρώσεις κλπ) υπονομεύουν τη σύμβαση.

Ανάλογη προσοχή απαιτεί η εξ αποστάσεως εκτέλεση με διαρκή εποπτεία, αφού η τηλεργασία και η κατ’ οίκον απασχόληση συγκαταλέγονται στις χαρακτηριστικές περιπτώσεις του τεκμηρίου του άρθρου 140 ΠΔ 62/2025. Η διατύπωση κάθε όρου απαιτεί ad hoc στάθμιση των δεδομένων της συγκεκριμένης συνεργασίας.

Πώς διενεργείται ο έλεγχος της Επιθεώρησης Εργασίας και του e-ΕΦΚΑ και ποιες ενδείξεις βαρύνουν;

Ο έλεγχος ξεκινά από τα διαθέσιμα δεδομένα: αναγγελίες προσωπικού στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ, δηλωμένες συμβάσεις της παρ. 9 στον e-ΕΦΚΑ και φορολογική εικόνα των τιμολογίων. Σταθμίζεται τυχόν διάρκεια που πλησιάζει τους εννέα συνεχείς μήνες, η αποκλειστικότητα, το σταθερό ωράριο και η χρήση υποδομής της επιχείρησης.

Στον επιτόπιο έλεγχο, τα όργανα της Επιθεώρησης Εργασίας (πρώην ΣΕΠΕ) αναζητούν την πραγματική θέση του παρόχου μέσα στην επιχείρηση: σταθερό γραφείο, εταιρικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, συμμετοχή σε βάρδιες και εσωτερικές διαδικασίες, καταχώριση σε συστήματα παρουσίας.

Οι αποκλίσεις ανάμεσα στη δηλωμένη και στην πραγματική απασχόληση αποτελούν το πρώτο εύρημα που καταγράφεται. Η εμπειρία από υποθέσεις ελέγχων δείχνει ότι βαρύνουσα σημασία έχουν κυρίως οι έγγραφες αποδείξεις (πχ σύμβαση, τιμολόγια, αλληλογραφία αναθέσεων κλπ), οι οποίες εξετάζονται αφετηριακά.

Αν η σχέση κριθεί εξαρτημένη, η ανατροπή λειτουργεί αναδρομικά. Στην περίπτωση αυτή, καταλογίζονται εργοδοτικές εισφορές με πρόσθετα τέλη, αναζητούνται διαφορές αποδοχών, αδειών και επιδομάτων, οφείλεται αποζημίωση απόλυσης με βάση την πραγματική προϋπηρεσία και επιβάλλονται διοικητικά πρόστιμα, μέσα στα εκάστοτε όρια παραγραφής των σχετικών αξιώσεων. Η έκταση της αναδρομικότητας εξαρτάται από τη διάρκεια της σχέσης και από τα συνοδά στοιχεία.

Πότε πρέπει η συνεργασία να μετατραπεί σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας;

Η μετατροπή επιβάλλεται όταν η πραγματική λειτουργία της συνεργασίας έχει μεταβληθεί. Για παράδειγμα, όταν ο πάροχος εντάσσεται μόνιμα στην επιχείρηση, εργάζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για την επιχείρηση και η διάρκεια πλησιάζει τους εννέα συνεχείς μήνες. Η έγκαιρη μετατροπή κοστίζει λιγότερο από τον αναδρομικό επαναχαρακτηρισμό.

Το άρθρο 140 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, που κωδικοποίησε το άρθρο 1 του Ν. 3846/2010, τεκμαίρει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας όταν η παροχή υπηρεσιών ή έργου γίνεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη επί εννέα συνεχείς μήνες. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αντιστρέφει όμως το βάρος απόδειξης σε βάρος της επιχείρησης.

Πρακτικά κριτήρια για την απόφαση είναι:

  • το αντικείμενο έχει μετατοπιστεί από παραδοτέα σε πάγια καθήκοντα,
  • η επιχείρηση χρειάζεται πλέον δεσμευτικό ωράριο και ένταξη σε διαδικασίες,
  • ο πάροχος υπάγεται ήδη στην παρ. 9, οπότε η επιχείρηση καταβάλλει εργοδοτικές εισφορές χωρίς να διαθέτει το διευθυντικό δικαίωμα που παρέχει η σύμβαση εργασίας και
  • πλησιάζει η συμπλήρωση του εννεαμήνου.

Η μετάβαση γίνεται με νέα σύμβαση εργασίας και αναγγελία πρόσληψης, χωρίς να θεραπεύει αναδρομικά την προηγούμενη περίοδο καθώς, αν εκείνη λειτούργησε ως εξαρτημένη, οι σχετικές αξιώσεις διατηρούνται και η διαχείριση της μετάβασης κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης.

Συχνές Ερωτήσεις

Τι περιλαμβάνει μια πλήρης σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών;

Αντικείμενο διατυπωμένο σε παραδοτέα, διάρκεια και επιμέρους προθεσμίες, αμοιβή και όρους τιμολόγησης, ρητή ελευθερία τρόπου εκτέλεσης, απουσία αποκλειστικότητας, εχεμύθεια, ευθύνη και τυχόν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, όρους λύσης και καταγγελίας με σαφη προσαρμογή στα πραγματικά δεδομένα της συγκεκριμένης συνεργασίας.

Ποιος καταβάλλει τις ασφαλιστικές εισφορές όταν ο συνεργάτης αμείβεται με ΔΠΥ από έναν αντισυμβαλλόμενο;

Στο καθεστώς του άρθρου 39 παρ. 9 Ν. 4387/2016 οι εισφορές υπολογίζονται με τους κανόνες των μισθωτών. Ο επιχειρηματίας υποβάλλει ΑΠΔ, επιβαρύνεται με το εργοδοτικό σκέλος και παρακρατεί το σκέλος του ασφαλισμένου από την αμοιβή. Η σύμβαση δηλώνεται στη σχετική ηλεκτρονική υπηρεσία του e-ΕΦΚΑ και η αμοιβή κατανέμεται ανά μήνα με βάση τη διάρκειά της.

Ισχύει ρήτρα μη ανταγωνισμού σε σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών;

Ισχύει, εφόσον οριοθετείται συγκεκριμένα ως προς τη χρονική διάρκεια, τη γεωγραφική έκταση και το αντικείμενο και δεν περιορίζει υπέρμετρα την επαγγελματική ελευθερία του παρόχου κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ. Η ευρύτητα της δέσμευσης σταθμίζεται με το αντάλλαγμα που λαμβάνει ο δεσμευόμενος. Γενικές απαγορεύσεις χωρίς όρια κρίνονται, κατά κανόνα, άκυρες.

Διακόπτεται το τεκμήριο των εννέα μηνών αν μεσολαβήσει διάλειμμα στη συνεργασία;

Το άρθρο 140 ΠΔ 62/2025 απαιτεί εννέα συνεχείς μήνες, επομένως η πραγματική διακοπή της παροχής διακόπτει τη συνέχεια. Τεχνητά διαλείμματα χωρίς ουσιαστική παύση δεν μεταβάλλουν την εικόνα που εκτιμούν ο ελεγκτής και το δικαστήριο, αφού ο χαρακτηρισμός στηρίζεται στο σύνολο των πραγματικών περιστατικών και όχι σε τυπικές ημερομηνίες τιμολόγησης.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ευθυγράμμιση εγγράφου και πραγματικότητας: Η σύμβαση συντάσσεται ώστε να περιγράφει τη λειτουργία που πράγματι θα ακολουθηθεί. Κάθε απόκλιση ανάμεσα στο συμβατικό κείμενο και τα πραγματικά περιστατικά ενέχει κίνδυνο επαναχαρακτηρισμού από την Επιθεώρηση Εργασίας και τον e-ΕΦΚΑ, καθώς και αξιώσεις αναδρομικής αποζημίωσης και εργοδοτικών εισφορών.

Παρακολούθηση διάρκειας και αποκλειστικότητας: Πριν από τη συμπλήρωση εννέα συνεχών μηνών αποκλειστικής ή κατά κύριο λόγο συνεργασίας, επανεξετάζεται αν το σχήμα παραμένει υποστηρίξιμο ή αν επιβάλλεται μετατροπή.

Φάκελος τεκμηρίωσης ανεξαρτησίας: Τιμολόγια προς τρίτους πελάτες, αποδείξεις ίδιας υποδομής και αλληλογραφία αναθέσεων ανά παραδοτέο συγκεντρώνονται από την αρχή της συνεργασίας, για να είναι έτοιμα σε τυχόν έλεγχο.

Ασφαλιστικός σχεδιασμός πριν την υπογραφή: Η υπαγωγή ή μη στο άρθρο 39 παρ. 9 και το πραγματικό κόστος των εισφορών συνυπολογίζονται πριν από τη συμφωνία της αμοιβής.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Λύση Ανώνυμης Εταιρείας: Πότε Είναι Υποχρεωτική

Λύση ΑΕ: Πότε Είναι Υποχρεωτική, Πότε Προτιμάται και Ποια η Εναλλακτική

Εν συντομία:

  • Η ανώνυμη εταιρεία δεν λύεται μόνο όταν το αποφασίσουν οι μέτοχοι. Ορισμένα γεγονότα γεννούν υποχρέωση της διοίκησης να φέρει το θέμα της λύσης στη γενική συνέλευση.
  • Όταν τα ίδια κεφάλαια πέσουν κάτω από το μισό του μετοχικού κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να συγκαλέσει γενική συνέλευση μέσα σε έξι μήνες, με θέμα τη λύση ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου.
  • Η εκούσια λύση είναι μία μόνο επιλογή. Εναλλακτικές είναι η ανακεφαλαιοποίηση, ο μετασχηματισμός και, σε αδιέξοδο, η δικαστική λύση κατόπιν αίτησης μετόχων μειοψηφίας ή τρίτου με έννομο συμφέρον.
  • Η διακοπή εργασιών τακτοποιεί τη φορολογική εικόνα αλλά δεν υποκαθιστά τη νομική λύση και τη διαγραφή από το ΓΕΜΗ.
  • Η επιλογή καθορίζει τον χρόνο, το κόστος και την προσωπική ευθύνη των διοικούντων.

Πότε υποχρεούται η διοίκηση ΑΕ να θέσει θέμα λύσης;

Η διοίκηση υποχρεούται να θέσει θέμα λύσης όταν το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας γίνει κατώτερο από το μισό του μετοχικού κεφαλαίου. Στην περίπτωση αυτή, το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να συγκαλέσει γενική συνέλευση μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τη λήξη της χρήσης, με θέμα τη λύση της εταιρείας ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου (άρθρο 119 παρ. 4 Ν. 4548/2018).

Η ρύθμιση αυτή μετατοπίζει τη λύση από προαιρετική απόφαση των μετόχων σε νομική υποχρέωση του ΔΣ. Η δραστική μείωση των ιδίων κεφαλαίων κάτω από το όριο του 1/2 ενεργοποιεί καθήκον της διοίκησης ανεξάρτητα από το αν η ίδια επιθυμεί τη λύση. Ως «άλλο μέτρο» νοείται η αύξηση κεφαλαίου, η μείωση κεφαλαίου με ταυτόχρονη αύξηση για απορρόφηση ζημιών, ή ο μετασχηματισμός σε άλλον εταιρικό τύπο.

Η σύγκληση της γενικής συνέλευσης δεν εξαντλεί την υποχρέωση. Η διατύπωση της ημερήσιας διάταξης και η τεκμηρίωση της επιλεγείσας λύσης στα πρακτικά καθορίζουν αν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου καλύπτονται έναντι μεταγενέστερης αμφισβήτησης για παράβαση των καθηκόντων τους.

Η εμπειρία από υποθέσεις ανεπαρκών ιδίων κεφαλαίων δείχνει ότι η παράλειψη ή η καθυστερημένη σύγκληση είναι το σημείο όπου θεμελιώνεται προσωπική έκθεση των διοικούντων και όχι η ίδια η οικονομική δυσχέρεια. Η λύση κατά τον Ν. 4548/2018 αποτελεί την αφετηρία ενός ευρύτερου πλέγματος λύσης και εκκαθάρισης που διαφέρει ανά εταιρικό τύπο.

Πότε επιλέγεται η εκούσια λύση και πότε ηπιότερο μέτρο;

Η εκούσια λύση επιλέγεται όταν οι μέτοχοι κρίνουν ότι η δραστηριότητα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της, χωρίς προοπτική ανάκαμψης ή μεταβίβασης. Λαμβάνεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης σε αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και υποβάλλεται σε δημοσιότητα στο ΓΕΜΗ (άρθρο 164 Ν. 4548/2018). Ο εταιρικός τύπος της ανώνυμης εταιρείας δεν εμποδίζει αυτή τη λύση, την υποχρεώνει όμως σε αυστηρότερες διατυπώσεις.

Όταν το πρόβλημα είναι κεφαλαιακό αλλά η δραστηριότητα παραμένει βιώσιμη, η ανακεφαλαιοποίηση προτιμάται έναντι της λύσης. Όταν η αξία της επιχείρησης διασώζεται με άλλο σχήμα, ενδείκνυται ο μετασχηματισμός σε άλλον εταιρικό τύπο ή η συγχώνευση με υφιστάμενο σχήμα.

Η επιλογή μεταξύ εκούσιας λύσης, ανακεφαλαιοποίησης και μετασχηματισμού εξαρτάται από τη βιωσιμότητα της δραστηριότητας, τη φορολογική στρατηγική των μετόχων και την ύπαρξη υποψήφιου αγοραστή. Ο παρακάτω πίνακας συγκρίνει τις βασικές επιλογές αντιμετώπισης μιας ΑΕ που φτάνει σε κρίσιμο σημείο.

ΕπιλογήΠότε ενεργοποιείταιΠοιος αποφασίζειΤι τακτοποιείΤι δεν τακτοποιεί
Εκούσια λύση και εκκαθάρισηΟλοκλήρωση κύκλου, χωρίς προοπτική ανάκαμψηςΓενική συνέλευση (αυξημένη απαρτία)Οριστικό τέλος, διαγραφή ΓΕΜΗΔεν εφαρμόζεται σε αδυναμία πληρωμών
Ανακεφαλαιοποίηση ή άλλο μέτροΊδια κεφάλαια κάτω από το μισό, βιώσιμη δραστηριότηταΓενική συνέλευσηΔιατήρηση εταιρείας, άρση υποχρέωσης άρθρου 119Δεν λύνει διαρθρωτική απαξίωση
Μετασχηματισμός ή συγχώνευσηΗ αξία διασώζεται σε άλλο σχήμαΓενική συνέλευση, εγκρίσειςΣυνέχιση δραστηριότητας σε νέα μορφήΑπαιτεί υποψήφιο σχήμα ή αποκτώντα
Δικαστική λύση (άρθρα 165, 166)Μετοχικό αδιέξοδο ή έλλειψη νόμιμων προϋποθέσεωνΜονομελές ΠρωτοδικείοΈξοδος από μόνιμο αδιέξοδοΧρονοβόρα, έσχατο μέσο
Διακοπή εργασιών (αδρανοποίηση)Παύση δραστηριότητας χωρίς τυπική λύσηΔιοίκηση, δήλωση στην ΑΑΔΕΦορολογική εικόναΔεν αίρει υποχρέωση λύσης και διαγραφής
ΠτώχευσηΓενική και διαρκής αδυναμία πληρωμώνΔικαστήριο, σύνδικοςΣυλλογική ικανοποίηση δανειστώνΥποκαθιστά την κοινή εκκαθάριση

Πότε επιβάλλει τρίτος ή μέτοχος δικαστική λύση;

Η δικαστική λύση δεν εξαρτάται πάντα ή μόνο από τη βούληση της πλειοψηφίας. Ο νόμος επιτρέπει σε μέτοχο μειοψηφίας ή σε τρίτο με έννομο συμφέρον να ζητήσει από το δικαστήριο τη λύση της εταιρείας, σε δύο διακριτές περιπτώσεις με διαφορετικές προϋποθέσεις (άρθρα 165 και 166 Ν. 4548/2018).

Λύση με αίτηση μετόχων για σπουδαίο λόγο

Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν το ένα τρίτο τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου, αν υφίσταται σπουδαίος λόγος που, κατά τρόπο προφανή και μόνιμο, καθιστά τη συνέχιση της εταιρείας αδύνατη (άρθρο 166). Ο νόμος αναφέρει ως τυπική περίπτωση το αδιέξοδο από ίσες συμμετοχές, όταν η εκλογή διοικητικού συμβουλίου είναι αδύνατη ή η εταιρεία δεν μπορεί να λειτουργήσει.

Η συγκεκριμένη λύση αντιμετωπίζεται νομολογιακά ως έσχατο μέσο, καθώς προέχει η διατήρηση της εταιρείας. Πριν εκδώσει την απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας, που δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, παρέχει προθεσμία δύο έως τεσσάρων μηνών για άρση του λόγου λύσης, ιδίως μέσω εξαγοράς μετοχών μεταξύ των μετόχων.

Στη νομολογία για τις προσωπικές εταιρείες (που μελετάται αναλογικά), η ΑΠ 1140/2021 δέχθηκε ότι η δικαστική λύση για σπουδαίο λόγο χωρεί μόνο όταν δεν ανευρέθηκε άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου, αρχή που διέπει και τη λύση της ανώνυμης εταιρείας.

Η άμυνα της εταιρείας έναντι αίτησης δικαστικής λύσης στηρίζεται στην ανάδειξη ηπιότερου μέτρου εντός της προθεσμίας. Η καταστατικές ρήτρες εξόδου ή εξαγοράς, ad hoc προσαρμοσμένων στη μετοχική σύνθεση, μπορεί να παρέχουν εναλλακτικές και να διασωθεί η εταιρεία. Η εμπειρία από υποθέσεις μετοχικού αδιεξόδου δείχνει ότι το αποτέλεσμα κρίνεται στη διαπραγμάτευση αυτών των μηχανισμών.

Λύση με αίτηση τρίτου που έχει έννομο συμφέρον

Επίσης, η εταιρεία μπορεί να λυθεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον (άρθρο 165), αν συντρέχει μία από τρεις περιπτώσεις:

  1. κατά τη σύσταση δεν καταβλήθηκε το καταβλητέο κεφάλαιο και παραμένει μη καταβεβλημένο κατά την υποβολή της αίτησης,
  2. η εταιρεία δεν έχει το ελάχιστο κεφάλαιο που ορίζει ο νόμος, ή
  3. δεν έχει υποβάλει προς καταχώριση χρηματοοικονομικές καταστάσεις δύο τουλάχιστον συνεχών διαχειριστικών χρήσεων.

Έννομο συμφέρον θεμελιώνουν, μεταξύ άλλων, οι δανειστές της εταιρείας και οι ελεγκτές της, ενώ η απόφαση που κηρύσσει τη λύση είναι διαπλαστική και ισχύει έναντι όλων. Ο τρίτος λόγος (μη υποβολή χρηματοοικονομικών καταστάσεων), συνδέει άμεσα την παρατεταμένη αδράνεια με κίνδυνο εξωτερικά επιβαλλόμενης λύσης.

Τέλος, υφίσταται και η περίπτωση του άρθρου 45, όπου το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη λύση, αν η εξαγορά μετοχών της μειοψηφίας από την εταιρεία, την οποία το ίδιο διέταξε, δεν ολοκληρωθεί από πταίσμα του υπόχρεου.

Λύση ή αδράνεια: τι δεν λύνει η διακοπή εργασιών;

Η διακοπή εργασιών δεν είναι εναλλακτική της λύσης. Τακτοποιεί τη φορολογική εικόνα μιας εταιρείας που έπαψε να δραστηριοποιείται, αλλά δεν αίρει την υποχρέωση να ολοκληρωθεί η νομική λύση και η διαγραφή από το ΓΕΜΗ. Η εταιρεία εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο, με όλες τις σχετικές εταιρικές υποχρεώσεις σε ισχύ.

Η εκπρόθεσμη διακοπή εργασιών λειτουργεί ως αμυντικό φορολογικό εργαλείο για επιχειρήσεις που έπαψαν την πραγματική τους δραστηριότητα. Δεν μετατρέπει όμως την αδράνεια σε νόμιμο τερματισμό. Αντίθετα, μια εταιρεία που μένει αδρανής και δεν υποβάλλει χρηματοοικονομικές καταστάσεις εκτίθεται στον λόγο δικαστικής λύσης του άρθρου 165, με πρωτοβουλία δανειστή ή άλλου έχοντος έννομο συμφέρον. Η αδρανοποίηση απλά μεταθέτει το πρόβλημα, δεν το λύνει.

Τι ακολουθεί τη λύση της ΑΕ;

Με τη λύση, με εξαίρεση την περίπτωση της πτώχευσης, η εταιρεία περνά αυτοδικαίως στο στάδιο της εκκαθάρισης. Διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, η επωνυμία της συμπληρώνεται με τη μνεία «υπό εκκαθάριση» και εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με τη σύνταξη του τελικού ισολογισμού και τη διαγραφή από το ΓΕΜΗ.

Όταν προκύπτει σύγκρουση ή αδράνεια στο πρόσωπο του εκκαθαριστή, ο νόμος προβλέπει δικαστική αντικατάσταση εκκαθαριστή για σπουδαίο λόγο, ενώ πριν την οριστική διανομή της εταιρικής περιουσίας στους μετόχους, παραμένει ανοιχτή και η αναβίωση της λυθείσας εταιρείας με νέα απόφαση της γενικής συνέλευσης.

Συχνές Ερωτήσεις

Τι γίνεται με την εκκαθάριση ΑΕ που έχει χρέη;

Όταν η εταιρεία βρίσκεται σε γενική και διαρκή αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, η κοινή εκκαθάριση δεν είναι η ενδεδειγμένη λύση. Εφαρμόζεται ο Ν. 4738/2020 με κήρυξη πτώχευσης και διορισμό συνδίκου, που υποκαθιστά την εκκαθάριση και ικανοποιεί τους δανειστές κατά νόμιμη σειρά. Πριν φτάσει εκεί, ο εξωδικαστικός μηχανισμός επιτρέπει επαναδιαπραγμάτευση οφειλών χωρίς διακοπή λειτουργίας.

Πώς επηρεάζει η ύπαρξη ακινήτου τη λύση ΑΕ;

Το ακίνητο εντάσσεται στην εταιρική περιουσία που ρευστοποιείται ή διανέμεται κατά την εκκαθάριση. Η μεταβίβαση ή η αυτούσια διανομή του στους μετόχους γεννά φορολογικές συνέπειες και απαιτεί αποτίμηση, στοιχεία που καθορίζουν τον χρόνο και το κόστος της εκκαθάρισης. Η παρουσία ακινήτου συχνά κατευθύνει την επιλογή μεταξύ ρευστοποίησης και διανομής σε είδος.

Ποιες οι συνέπειες της πτώχευσης για τη λύση;

Η κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση αποτελεί αυτοτελή λόγο λύσης κατά το άρθρο 164. Δεν ακολουθεί η κοινή εκκαθάριση, αλλά η πτωχευτική διαδικασία με διορισμό συνδίκου. Λόγο λύσης συνιστά και η απόρριψη της αίτησης πτώχευσης λόγω ανεπάρκειας της περιουσίας του οφειλέτη να καλύψει τα έξοδα της διαδικασίας.

Μπορεί μια λυθείσα ΑΕ να αναβιώσει;

Ναι. Εταιρεία που λύθηκε με απόφαση της γενικής συνέλευσης ή λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειάς της μπορεί να αναβιώσει με νέα απόφαση των μετόχων. Η αναβίωση αποκλείεται εφόσον έχει ήδη ξεκινήσει η διανομή της εταιρικής περιουσίας στους μετόχους. Η δυνατότητα αυτή έχει σημασία όταν προκύψει νέα επιχειρηματική προοπτική κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Παρακολούθηση ιδίων κεφαλαίων: Η πτώση των ιδίων κεφαλαίων κάτω από το μισό του μετοχικού κεφαλαίου γεννά υποχρέωση σύγκλησης γενικής συνέλευσης εντός έξι μηνών. Η καθυστέρηση, όχι η ζημία αυτή καθαυτή, είναι το σημείο θεμελίωσης ευθύνης των διοικούντων.

Επιλογή διαδρομής πριν την απόφαση: Η σύγκριση εκούσιας λύσης, ανακεφαλαιοποίησης και μετασχηματισμού γίνεται με βάση τη βιωσιμότητα και τη φορολογική στρατηγική, πριν τυποποιηθεί η απόφαση της γενικής συνέλευσης.

Η αδράνεια δεν ολοκληρώνει τη λύση: Η διακοπή εργασιών τακτοποιεί τη φορολογική όψη αλλά αφήνει ανοιχτή την υποχρέωση νομικής λύσης και διαγραφής, ενώ η μη υποβολή ισολογισμών εκθέτει σε δικαστική λύση από τρίτο.

Άμυνα σε δικαστική λύση: Η προθεσμία των δύο έως τεσσάρων μηνών για άρση του λόγου λύσης αξιοποιείται με ανεύρεση ηπιότερων μέτρων. Τυχόν καταστατικές ρήτρες εξαγοράς προσαρμοσμένες στη μετοχική σύνθεση μπορούν να διασώσουν την εταιρεία.

Χρόνος και αναβίωση: Η αναβίωση παραμένει εφικτή μόνο πριν τη διανομή της περιουσίας, στοιχείο που καθορίζει το χρονικό περιθώριο αλλαγής πορείας κατά την εκκαθάριση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους λόγους λύσης της Ανώνυμης Εταιρείας.

Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων ή Καταστατικό: Ποιο Δεσμεύει & Τι

Πότε Χρειάζεται Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων και Τι Ισχύει σε Παράβαση

Περιληπτικά:

  • Η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (Shareholders’ Agreement, – SHA) ρυθμίζει σχέσεις που ο αναγκαστικός χαρακτήρας του δικαίου της ανώνυμης εταιρείας δεν επιτρέπει να ενταχθούν στο καταστατικό: δέσμευση ψήφου, δικαιώματα εξόδου, χρηματοδότηση, σύνθεση της διοίκησης.
  • Το καταστατικό δεσμεύει εταιρεία, όργανα και τρίτους, αλλά δημοσιεύεται και τροποποιείται δύσκολα. Το SHA δεσμεύει μόνο τους συμβαλλομένους, με αντάλλαγμα εμπιστευτικότητα και ευελιξία.
  • Η παράβαση του SHA γεννά αξίωση αποζημίωσης, όχι ακύρωση απόφασης της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου (ΑΠ 1448/2014, ΑΠ 1121/2006). Επειδή η ζημία αποδεικνύεται δύσκολα, η ποινική ρήτρα είναι ο πρακτικός μηχανισμός.
  • Ρήτρες που περιορίζουν, ευθέως ή εμμέσως, την ελεύθερη ανάκληση μελών του διοικητικού συμβουλίου είναι άκυρες έναντι της εταιρείας (ΑΠ 1810/2022, ΑΠ 1448/2014).

Πότε χρειάζεται εξωεταιρική συμφωνία μετόχων και τι ρυθμίζει που δεν χωρά στο καταστατικό;

Η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (Shareholders’ Agreement – SHA) χρειάζεται όταν οι μέτοχοι θέλουν να ρυθμίσουν σχέσεις που ο αναγκαστικός χαρακτήρας του δικαίου της ανώνυμης εταιρείας δεν επιτρέπει να ενταχθούν στο καταστατικό. Πρόκειται για σύμβαση μεταξύ των μετόχων, ενίοτε και με τρίτους ή την ίδια την εταιρεία, με αντικείμενο την άσκηση εταιρικών δικαιωμάτων, τη χρηματοδότηση, τη σύνθεση της διοίκησης και την έξοδο από την εταιρεία.

Το δίκαιο της ανώνυμης εταιρείας περιέχει, κατά κύριο λόγο, κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Το καταστατικό δεν μπορεί να αποκλίνει από αυτούς, ούτε να ρυθμίσει ελεύθερα ζητήματα όπως τον τρόπο που θα ψηφίσει ο κάθε μέτοχος ή την υποχρέωσή του να πουλήσει τις μετοχές του υπό όρους. Η εξωεταιρική συμφωνία καλύπτει ακριβώς αυτό το κενό, ενώ θεμελιώνεται στην ελευθερία των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) και έχει ενοχικό χαρακτήρα, δηλαδή δεσμεύει μόνο όσους την υπογράφουν.

Στην πράξη, η ανάγκη συνήθως εμφανίζεται όταν εισέρχεται στρατηγικός επενδυτής, όταν συνεργάζονται ιδρυτές με διαφορετική συνεισφορά ή όταν σχεδιάζεται μελλοντική έξοδος. Τότε συμφωνούνται ρυθμίσεις που δεν χωρούν στο καταστατικό. Συχνά προστίθενται ρήτρες σταδιακής κατοχύρωσης μετοχών (vesting), όροι για την εξαγορά μετοχών μειοψηφίας και προβλέψεις για τη συμμετοχή του επενδυτή μέσω προνομιούχων μετοχών, ή τα δικαιώματα drag along και tag along.

Πέρα από τη μεταβίβαση, η συμφωνία ρυθμίζει συχνά και τη λήψη αποφάσεων. Καθορίζει θέματα αυξημένης πλειοψηφίας (reserved matters) για τα οποία απαιτείται η σύμπραξη της μειοψηφίας, μηχανισμούς επίλυσης αδιεξόδου (deadlock) όταν οι μέτοχοι ισοψηφούν, ρήτρα αμοιβαίας εξαγοράς (shotgun) ως έσχατη λύση, υποχρεώσεις μη ανταγωνισμού και υπαγωγή των διαφορών σε διαιτησία. Κάθε όρος έχει διαφορετική νομική βαρύτητα και διαφορετικά όρια εγκυρότητας.

Η εξωεταιρική συμφωνία δεν υποκαθιστά τη μεταβίβαση των μετοχών ούτε το καταστατικό. Λειτουργεί παράλληλα, ως δεύτερο επίπεδο ρύθμισης μεταξύ συγκεκριμένων μετόχων. Η διάκριση των δύο επιπέδων είναι το πρώτο κρίσιμο σημείο, γιατί καθορίζει τι δεσμεύει και ποιον.

SHA ή καταστατικό: τι δεσμεύει, ποιον και πότε επιλέγεται το καθένα

Το καταστατικό και η εξωεταιρική συμφωνία λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα.

Το καταστατικό αποτελεί τον «οργανωτικό νόμο» της εταιρείας, δηλαδή δεσμεύει εταιρεία, όργανα και τρίτους με οργανική ισχύ, αλλά δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ και τροποποιείται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.

Η εξωεταιρική συμφωνία δεσμεύει μόνο όσους την υπογράφουν, παραμένει εμπιστευτική και τροποποιείται ελεύθερα.

ΚριτήριοΚαταστατικόΕξωεταιρική συμφωνία (SHA)
ΔέσμευσηΕταιρεία, όργανα, τρίτοι (οργανική ισχύς)Μόνο οι συμβαλλόμενοι μέτοχοι (ενοχική ισχύς)
ΔημοσιότηταΔημόσιο, καταχωρίζεται στο ΓΕΜΗΕμπιστευτικό, δεν δημοσιεύεται
ΤροποποίησηΑπόφαση ΓΣ με αυξημένη απαρτία και καταχώριση ΓΕΜΗΕλεύθερη συμφωνία των μερών
Συνέπεια παράβασηςΑκυρότητα ή προσβολή της εταιρικής πράξηςΑποζημίωση ή κατάπτωση ποινικής ρήτρας
Τυπικό περιεχόμενοΚεφάλαιο, όργανα, αρμοδιότητες, μεταβιβαστικοί περιορισμοίΔέσμευση ψήφου, drag/tag, exit, χρηματοδότηση

Η ίδια ρύθμιση παράγει διαφορετικό αποτέλεσμα ανάλογα με το πού τοποθετείται. Ένας περιορισμός μεταβίβασης μέσα στο καταστατικό δεσμεύει κάθε τρίτο αγοραστή. Ο ίδιος περιορισμός μέσα στο SHA δεσμεύει μόνο τον συμβαλλόμενο μέτοχο και αφήνει τον αγοραστή ελεύθερο, εκτός αν αναλάβει ρητά τη σχετική υποχρέωση.

Η εμπειρία από υποθέσεις σύνταξης συμφωνιών μετόχων δείχνει ότι το συχνότερο λάθος είναι η διατύπωση της συμφωνίας στο λάθος έγγραφο, με αποτέλεσμα να μην παράγει την προστασία που επιδίωκε ο μέτοχος.

Η σωστή κατανομή απαιτεί κρίση για το ποια στοιχεία πρέπει να αποκτήσουν καταστατική ισχύ και δημοσιότητα και ποια εξυπηρετεί να μείνουν εμπιστευτικά και ευέλικτα. Η διατύπωση της διεπαφής των δύο κειμένων, ώστε το ένα να μην αναιρεί το άλλο, καθορίζει αν η συνολική δομή θα αντέξει σε δικαστικό έλεγχο.

Τι ισχύει αν μέτοχος παραβιάσει το SHA ψηφίζοντας αντίθετα από τη συμφωνία;

Η παράβαση εξωεταιρικής συμφωνίας γεννά αξίωση αποζημίωσης κατά του υπαίτιου μετόχου, όχι ακύρωση της απόφασης της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου. Κατά την ΑΠ 1448/2014 και την ΑΠ 1121/2006, η συμφωνία παράγει ενοχικές μόνο συνέπειες και δεν θίγει το κύρος των εταιρικών αποφάσεων που λήφθηκαν κατά παράβασή της. Η απόφαση παραμένει έγκυρη και ο αντισυμβαλλόμενος αποζημιώνεται.

Αυτή είναι η αρχή του διαχωρισμού, η κρατούσα θέση στη νομολογία την οποία ακολουθεί η ΑΠ 1448/2014. Η συμφωνία λειτουργεί έξω από τον εταιρικό μηχανισμό. Ο μέτοχος που δεσμεύτηκε να ψηφίσει με ορισμένο τρόπο και ψήφισε αντίθετα παραβιάζει σύμβαση, όχι κανόνα εταιρικού δικαίου. Η ψήφος του προσμετράται κανονικά στη γενική συνέλευση και η ακύρωση της απόφασης της ΓΣ δεν χωρεί για τον λόγο αυτό.

Το πρακτικό πρόβλημα είναι η απόδειξη της ζημίας. Η ψήφος μπορεί να είναι μυστική, ο υπολογισμός της βλάβης από μια αντισυμβατική ψήφο είναι δυσχερής και, αν η ψήφος δεν επηρέασε το τελικό αποτέλεσμα, ζημία ενδέχεται να μην υπάρχει καθόλου. Για τον λόγο αυτό η αποζημίωση συχνά παραμένει θεωρητική.

Η λύση που επιλέγεται στην πράξη είναι η ποινική ρήτρα. Με αυτήν τα μέρη προσδιορίζουν εκ των προτέρων το ποσό που οφείλει ο παραβάτης ανά παράβαση, χωρίς ανάγκη απόδειξης ζημίας. Η διατύπωση της ρήτρας, το ύψος της και η σύνδεσή της με τη συγκεκριμένη δέσμευση είναι κρίσιμα, καθώς μια υπερβολική ή κακοδιατυπωμένη ρήτρα μπορεί να κριθεί άκυρη ή να μειωθεί, ενώ μια ρήτρα που εμμέσως αποκλείει δικαιώματα αναγκαστικού δικαίου προσκρούει στα όρια που εξετάζονται παρακάτω.

Μπορεί η παράβαση SHA να ακυρώσει απόφαση ΓΣ ή ΔΣ;

Κατά κανόνα όχι. Μόνο όταν όλοι οι μέτοχοι έχουν υπογράψει τη συμφωνία και αυτή λειτουργεί ως ερμηνευτικό και συμπληρωματικό κείμενο του καταστατικού, μέρος της νομολογίας δέχεται ότι η παράβαση μπορεί να θεμελιώσει ακυρότητα εταιρικής απόφασης. Ακόμη και τότε, όμως, η ακυρότητα προκύπτει μέσω του καταστατικού, όχι αυτοτελώς από τη συμφωνία.

Τη θέση αυτή, που αποτελεί την αρχή της ενότητας, εξέφρασε η ΠολΠρΑθ 5723/2006 σε διαφορά μετόχων οικογενειακής βιομηχανίας με στρατηγικό επενδυτή. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι, όταν στη σύμβαση συμμετέχει το σύνολο των μετόχων, αυτή καθίσταται ουσιώδες ερμηνευτικό κείμενο του καταστατικού για τον τρόπο διοίκησης. Η ακυρότητα όμως των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου στηρίχθηκε σε παράβαση συγκεκριμένης διάταξης του καταστατικού περί αυξημένης πλειοψηφίας, ερμηνευόμενης υπό το φως της σύμβασης, σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ. Δηλαδή, το δικαστήριο δεν στηρίχθηκε μόνο στην εξωεταιρική συμφωνία.

Η ίδια εταιρική διαμάχη έφτασε στον Άρειο Πάγο. Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη της ΑΠ 1121/2006, η εξωεταιρική συμφωνία ισχύει μόνο μεταξύ των συμβληθέντων, δεν έχει συνέπειες εταιρικού δικαίου και δεν δεσμεύει την εταιρεία που δεν την υπέγραψε. Η μειοψηφούσα γνώμη του ίδιου τμήματος υποστήριξε την αρχή της ενότητας ότι, δηλαδή, η συμφωνία όλων των μετόχων δεν είναι αδιάφορη για τα όργανα. Η διάσταση αυτή δείχνει ότι η αρχή της ενότητας παραμένει η εξαίρεση.

Το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι μια ρύθμιση που πρέπει οπωσδήποτε να δεσμεύει την εταιρεία και τα όργανά της δεν εξασφαλίζεται μέσω της εξωεταιρικής συμφωνίας. Η μόνη ασφαλής οδός είναι η ένταξή της στο καταστατικό, ενδεχομένως και σε συνδυασμό με υποχρέωση αυξημένης απαρτίας. Η εξωεταιρική συμφωνία προσφέρει ευελιξία και εμπιστευτικότητα, όχι οργανική δεσμευτικότητα.

Ποιες ρήτρες SHA είναι έγκυρες και πού σταματά η ελευθερία των μετόχων;

Έγκυρες είναι οι ρήτρες δέσμευσης ψήφου που δεν στερούν πλήρως το δικαίωμα ψήφου, καθώς και τα δικαιώματα συμπαράσυρσης, συμμετοχής και το δικαίωμα προτίμησης. Άκυρες έναντι της εταιρείας είναι οι ρήτρες που περιορίζουν, ευθέως ή εμμέσως, την ελεύθερη ανάκληση μελών του διοικητικού συμβουλίου από τη γενική συνέλευση, ακόμη και μέσω ρητρών αποζημίωσης ή ποινικών ρητρών.

Το όριο της δέσμευσης ψήφου χαράχθηκε από την ΑΠ 1448/2014: η συμφωνία με την οποία μέτοχοι δεσμεύονται να ψηφίζουν προς ορισμένη κατεύθυνση, ώστε η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου να αντιστοιχεί στη συμμετοχή τους, είναι έγκυρη εφόσον δεν στερεί πλήρως το δικαίωμα ψήφου και δεν αντίκειται στο εταιρικό συμφέρον.

Το πιο κρίσιμο όριο αφορά την ανάκληση της διοίκησης. Κατά την ΑΠ 1810/2022, το δικαίωμα της γενικής συνέλευσης να ανακαλεί ελεύθερα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν υπόκειται σε περιορισμό, ούτε ευθύ ούτε έμμεσο, με τη μορφή δυσμενών οικονομικών συνεπειών. Η εταιρεία δεν δεσμεύεται από τέτοιες συμφωνίες. Στην ΑΠ 1448/2014 ποινική ρήτρα ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ, που εξασφάλιζε δέσμευση ψήφου με αποτέλεσμα να αποκλείει στην πράξη την ανάκληση μελών για δέκα έτη, κρίθηκε αντίθετη σε κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

Η εμπειρία από επενδυτικούς γύρους δείχνει ότι η διασφάλιση θέσεων διοίκησης επιτυγχάνεται με έγκυρα εργαλεία, όπως το δικαίωμα ορισμού μελών εκ του καταστατικού, ή η αυξημένη πλειοψηφία για συγκεκριμένες θέσεις και όχι με αποτρεπτικές ρήτρες που προσκρούουν σε αναγκαστικού δικαίου κανόνες.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι τα άρθρα 18, 19 και 33 του ν. 2190/1920 στα οποία στηρίχθηκαν οι παραπάνω αποφάσεις αντικαταστάθηκαν από τον ν. 4548/2018, ο οποίος διατηρεί την αρχή της ελεύθερης ανάκλησης των μελών του διοικητικού συμβουλίου από τη γενική συνέλευση.

Συχνές Ερωτήσεις

Δεσμεύει η εξωεταιρική συμφωνία την ίδια την εταιρεία;

Κατά κανόνα όχι. Η εξωεταιρική συμφωνία έχει ενοχικό χαρακτήρα και δεσμεύει μόνο τους μετόχους που την υπέγραψαν, όχι την εταιρεία που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Κατά την ΑΠ 1121/2006 και την ΑΠ 1448/2014, δεν θίγει το κύρος των αποφάσεων των οργάνων. Εξαίρεση γίνεται δεκτή, υπό προϋποθέσεις, μόνο όταν υπογράφει το σύνολο των μετόχων και η συμφωνία λειτουργεί ως ερμηνευτικό κείμενο του καταστατικού.

Χρειάζεται συμβολαιογραφικός τύπος για την εξωεταιρική συμφωνία;

Όχι. Ως ενοχική σύμβαση καταρτίζεται κατ’ αρχήν ατύπως και ισχύει με απλό ιδιωτικό έγγραφο. Συμβολαιογραφικός τύπος απαιτείται μόνο αν η συμφωνία περιλαμβάνει δικαιοπραξία για την οποία ο νόμος προβλέπει τύπο. Στην πράξη συντάσσεται εγγράφως για λόγους απόδειξης.

Μπορεί η εξωεταιρική συμφωνία να υποχρεώσει μέτοχο να πουλήσει τις μετοχές του;

Ναι, μεταξύ των συμβαλλομένων. Το δικαίωμα συμπαράσυρσης (drag along) υποχρεώνει τη μειοψηφία να συμμετάσχει σε πώληση που αποφασίζει η πλειοψηφία, ενώ το δικαίωμα συμμετοχής (tag along) προστατεύει τη μειοψηφία. Η υποχρέωση δεσμεύει, όμως, μόνο τους υπογράφοντες. Έναντι τρίτου αγοραστή ισχύει μόνο αν ενσωματωθεί στο καταστατικό.

Τι υπερισχύει σε σύγκρουση καταστατικού και εξωεταιρικής συμφωνίας;

Ως προς την εταιρεία και τα όργανά της υπερισχύει το καταστατικό. Η εξωεταιρική συμφωνία ρυθμίζει τις σχέσεις των μετόχων μεταξύ τους και η παράβασή της οδηγεί σε αποζημίωση, όχι σε ανατροπή της εταιρικής πράξης. Για τον λόγο αυτό κρίσιμες ρυθμίσεις που πρέπει να δεσμεύουν την εταιρεία εντάσσονται στο καταστατικό.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Διεπαφή με το καταστατικό: κάθε ρύθμιση διατυπώνεται, μετά από αξιολόγηση, σε ένα από τα δύο έγγραφα. Όσα πρέπει να δεσμεύουν την εταιρεία ή τρίτους εντάσσονται στο καταστατικό, όσα αφορούν μόνο τις σχέσεις των μετόχων παραμένουν στη συμφωνία.

Ποινική ρήτρα αντί αποζημίωσης: επειδή η ζημία από αντισυμβατική ψήφο αποδεικνύεται δύσκολα, η εκτελεστότητα της δέσμευσης εξαρτάται από τη διατύπωση και το ύψος της ποινικής ρήτρας.

Όρια στη δέσμευση ψήφου: η δέσμευση ψήφου επιτρέπεται εφόσον δεν κατατείνει σε πλήρη στέρηση του δικαιώματος και δεν αντίκειται στο εταιρικό συμφέρον, κατά την ΑΠ 1448/2014.

Απαγόρευση μονιμότητας της διοίκησης: ρήτρες που εμποδίζουν, έστω έμμεσα, την ελεύθερη ανάκληση μελών του διοικητικού συμβουλίου είναι άκυρες έναντι της εταιρείας, κατά την ΑΠ 1810/2022 και την ΑΠ 1448/2014.

Καθολική ή μερική συμμετοχή: η συμμετοχή όλων των μετόχων αλλάζει τη βαρύτητα της συμφωνίας και μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να την καταστήσει ερμηνευτικό κείμενο του καταστατικού, σύμφωνα με την ΠολΠρΑθ 5723/2006.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων (Shareholders’ agreement – SHA).