Σύμφωνα με το ν. 2121/1993 «περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων», το δικαίωμα στην πνευματική δημιουργία μπορεί κατά το περιουσιακό του περιεχόμενο (περιουσικό δικαίωμα) να αποτελεί αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης, δηλαδή μεταβίβασης ή εκμετάλλευσής του, με τη μορφή της άδειας ή σύμβασης εκμετάλλευσης.
Για το ηθικό δικαίωμα προβλέπεται το αμεταβίβαστο εν ζωή, ήτοι ο δημιουργός έργου του λόγου ή της τέχνης, ακόμη και αν μεταβιβάσει το σύνολο των εξουσιών του περιουσιακού του δικαιώματος, διατηρεί το αντίστοιχο επί του έργου ηθικό δικαίωμα.
Το Κληρονομικό Δικαίωμα Στην Πνευματική Ιδιοκτησία
Μετά τον θάνατο του δημιουργού το δικαίωμα στην πνευματική του δημιουργία περιέρχεται στους κληρονόμους του και προστατεύεται απο τις σχετικές διατάξεις.
Ειδικά δε για το ηθικό δικαίωμα προβλέπεται ότι οι τελευταίοι οφείλουν να το ασκούν σύμφωνα με τη θέληση του δημιουργού, εφόσον τέτοια θέληση έχει ρητά εκφραστεί.
Συνακόλουθα, ως προς την αμοιβή των δημιουργών, που με σύμβαση είχαν μεταβιβάσει ή παραχωρήσει κλπ. το περιουσιακό τους δικαίωμα σε άλλους, θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 32 επ. του ν. 2121/1993.
Ειδικότερα, το άρθρο 32 καθιερώνει ως γενικό κανόνα την ποσοστιαία αμοιβή για κάθε δικαιοπραξία που αφορά το περιουσιακό δικαίωμα των κληρονόμων.
Η διάταξη του συγκεκριμένου άρθρου για την ποσοστιαία αμοιβή, καθώς και οι άλλες σχετικές ρυθμίσεις των επόμενων άρθρων, έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα, διότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 39 του ιδίου νόμου, το οποίο προβλέπει καταρχήν την ακυρότητα των αντίθετων συμφωνιών. Τούτο ισχύει ακόμη και αν ο κληρονομούμενος δεν άσκησε το σχετικό δικάιωμα, καθώς μπορούν να το ασκήσoυν οι κληρονόμοι ακόμη και πρώτη φορά.
Συνακόλουθα, σε περίπτωση που πληγεί το κύρος των συμβάσεων που αφορούν το περιουσιακό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας του δημιουργού συνεπεία των ανωτέρω περιστάσεων και επανέλθουν στην έννομη σφαίρα αυτού όλες οι εξουσίες της πνευματικής ιδιοκτησίας που είχαν μεταβιβάσει σε τρίτο πρόσωπο, ο δημιουργός όπως και ο κληρονόμος αυτού, μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος επί του πνευματικού έργου, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον.
Τούτο διότι η εμπορική εκμετάλλευση που εξακολουθεί να γίνεται από τον τρίτο χωρίς την άδεια του δικαιούχου είναι παράνομη και έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 65 του παραπάνω νόμου (βλ. ΠολΠρΑθ 1257/2014, ΕφΑθ 3835/2007).
Νομική Φύση Μεταβίβασης Και Συνέπειες
Κατά πάγια νομολογία, στη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος δεν έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις που αφορούν την μεταβίβαση της κυριότητος ενσωμάτων αντικειμένων, κινητών ή ακινήτων, όπου πράγματι ο μεταβιβάζων αποξενώνεται οριστικά από το δικαίωμά του επί του πράγματος.
Αντίθετα από τη φύση των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας, ως δικαιωμάτων με αντικείμενα άυλα αγαθά και όχι πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 947 ΑΚ, συνεπάγεται ότι για τη μεταβίβασή τους εφαρμόζονται, κατ’ αρχήν, ανάλογα οι διατάξεις του αστικού κώδικα για την εκχώρηση απαιτήσεων.
Η νομική η φύση των δικαιωμάτων από το πνευματικό έργο περιέχει ιδιαίτερα στοιχεία, όπως το αμεταβίβαστο του ηθικού δικαιώματος, καθώς και τη διάρκεια προστασίας της πνευματικής δημιουργίας (70 χρόνια από το θάνατο του δημιουργού).
Τα στοιχεία αυτά της νομικής φύσης, δεν επιτρέπουν την εκμετάλλευση του περιουσιακού δικαιώματος στο πνευματικό έργο κι αν ακόμη έχει καταρτισθεί σύμβαση για την πλήρη μεταβίβασή του.
Το παραπάνω, είναι αυτό ακριβώς που διαφοροποιεί ουσιωδώς την μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικού έργου, από την μεταβίβαση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων.
Επομένως, δεν μπορεί να θεωρείται αποπερατωμένη η μεταβιβαστική σύμβαση, όπως συμβαίνει αντίστοιχα με τις συμβάσεις μεταβίβασης πράγματος ή εκμετάλλευσης. Τέτοια αποπεράτωση υφίσταται μόνο, αν παρέλθει η παραπάνω διάρκεια προστασίας του πνευματικού έργου (ΑΠ 1141/2023).
Φορολογική ΑντιμετώπισηΚληρονομικού Δικαιώματος
Φόρος Κληρονομιάς Και Όχι Εισοδήματος
Γίνεται δεκτό, ότι τα πνευματικά δικαιώματα από έργο αποβιώσαντα που θα εισπράξουν οι κληρονόμοι πνευματικών δικαιωμάτων, υπόκεινται σε φόρο κληρονομιάς και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος.
Υποχρεωτική Υπαγωγή Σε ΦΠΑ
Επιπλέον, η είσπραξη ποσών από κληρονόμους πνευματικών δικαιωμάτων, συνιστά άσκηση οικονομικής δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών υπαγόμενης στον ΦΠΑ, εκτός αν αφορά ποσό κατώτερο των 10.000 Ευρώ ετησίως.
Υποχρέωση Τήρησης Βιβλίων
Η υπαγωγή των κληρονόμων πνευματικών δικαιωμάτων σε ΦΠΑ, έχει ως αποτέλεσμα την γέννηση της υποχρέωσης των κληρονόμων για δήλωση έναρξης εργασιών και την εκπλήρωση όλων των φορολογικών υποχρεώσεων που αυτή επιφέρει.
Ασφαλιστική Αντιμετώπιση
Τέλος, με δεδομένο ότι η ασφάλιση είναι καθαρά προσωποπαγής, με παλαιότερο έγγραφο του πρώην ΟΑΕΕ, είχε γίνει δεκτό ότι υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα από την χρήση πνευματικών δικαιωμάτων τους, είναι μόνο οι ίδιοι οι πνευματικοί δημιουργοί και όχι τα πρόσωπα στα οποία τυχόν περιήλθαν δικαιώματα των πνευματικών δημιουργών. Επομένως, οι κληρονόμοι πνευματικών δικαιωμάτων, δεν έχουν υποχρέωση ασφάλισης.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το Κληρονομικό Δικαίωμα στην Πνευματική Ιδιοκτησία.
Μίσθωση δικαιώματος είναι η σύμβαση, με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (εκμισθωτής), αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρήσει στον άλλον (μισθωτή), έναντι ανταλλάγματος (μίσθωμα), τη χρήση και την κάρπωση, κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης, ενός δικαιώματος.
Η μίσθωση δικαιώματος αποτελεί κατηγορία των μισθώσεων προσοδοφόρου αντικειμένου (638 ΑΚ).
Διαφορές Μίσθωσης Δικαιώματος Και Μίσθωσης Πράγματος
Η βασική διαφορά μεταξύ μίσθωσης δικαιώματος και μίσθωσης πράγματος έγκειται στο αντικείμενο της μίσθωσης και στο εύρος των δικαιωμάτων που παραχωρούνται.
Μίσθωση Πράγματος
Σύμφωνα με το άρθρο 574 του ΑΚ, η μίσθωση πράγματος είναι η σύμβαση με την οποία ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση, και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.
Τα βασικά χαρακτηριστικά της μίσθωσης πράγματος είναι:
Αντικείμενο είναι ένα υλικό πράγμα (κινητό ή ακίνητο),
Παραχωρείται μόνο η χρήση του πράγματος,
Ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης (άρθρο 575 ΑΚ),
Ο μισθωτής έχει δικαίωμα, εφόσον δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, να παραχωρήσει σε άλλον τη χρήση του μισθίου ή να το υπεκμισθώσει (άρθρο 593 ΑΚ).
Μίσθωση Δικαιώματος
Η μίσθωση δικαιώματος αποτελεί ειδική περίπτωση μίσθωσης που εμπίπτει στην έννοια της μίσθωσης προσοδοφόρων αντικειμένων. Σύμφωνα το άρθρο 638 ΑΚ προβλέπεται η περίπτωση της μίσθωσης άλλων προσοδοφόρων αντικειμένων και ορίζεται ότι “Οι διατάξεις που ισχύουν για τη μίσθωση αγροτικού κτήματος, έχουν, με εξαίρεση τα άρθρα 632 έως 637, ανάλογη εφαρμογή και σε μισθώσεις όπου, με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος, παραχωρείται η χρήση άλλου πράγματος ή δικαιώματος και η κάρπωσή του κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης.“.
Επομένως τα βασικά χαρακτηριστικά της μίσθωσης δικαιώματος είναι:
Αντικείμενο είναι ένα δικαίωμα (π.χ. πνευματικό, εμπορικό, επαγγελματικό κλπ),
Παραχωρείται όχι μόνο η χρήση αλλά και η κάρπωση του δικαιώματος,
Το δικαίωμα πρέπει να είναι προσοδοφόρο, δηλαδή να παράγει καρπούς,
Η παραχώρηση αφορά τη χρήση και την κατά τους κανόνες τακτικής εκμετάλλευσης κάρπωση του δικαιώματος.
Βασικές Διαφορές
Αντικείμενο: Στη μίσθωση πράγματος το αντικείμενο είναι ένα υλικό πράγμα, ενώ στη μίσθωση δικαιώματος είναι ένα άυλο δικαίωμα.
Εύρος παραχώρησης: Στη μίσθωση πράγματος παραχωρείται μόνο η χρήση, ενώ στη μίσθωση δικαιώματος παραχωρείται τόσο η χρήση όσο και η κάρπωση του δικαιώματος.
Νομική φύση: Η μίσθωση δικαιώματος αποτελεί σύνθετη ή μικτή σύμβαση, που περιέχει στοιχεία από διάφορες συμβάσεις, ενώ η μίσθωση πράγματος είναι μια τυπική ενοχική σύμβαση.
Εφαρμοστέες διατάξεις: Στη μίσθωση δικαιώματος εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί μισθώσεως αγροτικού κτήματος, με εξαίρεση τα άρθρα 632 έως 637, ενώ στη μίσθωση πράγματος εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 574 επ. του ΑΚ.
Χρηματοδοτική μίσθωση (Leasing): Αποτελεί ειδική περίπτωση. Πρόκειται για σύνθετη ή μικτή σύμβαση που περιέχει στοιχεία: α) της σύμβασης μισθώσεως πράγματος, β) της συμβάσεως εντολής, γ) της συμβάσεως εκχωρήσεως και δ) συμφώνου προαιρέσεως.
Διαφορές Μίσθωσης Δικαιώματος Και Μίσθωσης Επιχείρησης
Από τη σύγκριση της σύμβασης μίσθωσης δικαιώματος και της σύμβασης διαχείρισης (πχ διαχείριση ξενοδοχείου) προκύπτει ότι οι συμβάσεις αυτές έχουν ως κοινό τους σημείο, ότι η διοίκηση της επιχείρησης ασκείται από πρόσωπο τρίτο προς τον φορέα- εμφανίζονται άλλωστε σε ίδιους ή συγγενείς οικονομικούς τομείς.
Η διαφορά τους όμως έγκειται στο εξής:
Στη μίσθωση επιχείρησης (άρθρο 638 ΑΚ) ο μισθωτής ενεργεί ως επιχειρηματίας, έχει τη χρήση και κάρπωση του “μισθίου” και φέρει συνεπώς τον επιχειρηματικό κίνδυνο. Ο δε εκμισθωτής αποξενώνεται πλήρως κατά τη διάρκεια της μίσθωσης από την επιχείρηση ως οργανωτική ομάδα.
Αντίθετα στη σύμβαση διαχείρισης ο διαχειριστής παρέχει υπηρεσίες διοίκησης στον επιχειρηματία, που εξακολουθεί να φέρει τον επιχειρηματικό κίνδυνο (ΑΠ 1465/2018).
Διαφορές Μίσθωσης Δικαιώματος Και Μίσθωσης Έργου
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 681 και 638 ΑΚ το κριτήριο διαχωρισμού της σύμβασης έργου από τη σύμβαση μίσθωσης δικαιώματος συνίσταται στο ότι, αν σύμφωνα με το περιεχόμενο της σύμβασης, την πραγματοποίηση του αποτελέσματος αναλαμβάνει αυτός που διαθέτει το δικαίωμα, ο οποίος διατηρεί για αυτόν το λόγο και τη φυσική εξουσίαση και τη διεύθυνση του χειρισμού του, τότε πρόκειται για μίσθωση έργου.
Αντίθετα, όταν αυτός που διαθέτει το δικαίωμα περιορίζεται στο να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου του, μόνο τη χρήση αυτού, πρόκειται για μίσθωση δικαιώματος (ΑΠ 1235/2010).
Ο χαρακτήρας δε της όλης σύμβασης ως μίσθωσης δικαιώματος, δεν αλλοιώνεται από το γεγονός ότι αυτός που διαθέτει το δικαίωμα προβαίνει και στον χειρισμό του δικαιώματος με τη βοήθεια του κατάλληλου προσωπικού, υπό την προϋπόθεση ότι την ευθύνη για την επέλευση του επιδιωκόμενου αποτελέσματος φέρει αυτός προς τον οποίο πραγματοποιείται η διάθεση του δικαιώματος.
Τέλος, το χρησιμοποιούμενο αναγκαίο προσωπικό μπορεί να παρέχεται στον μισθωτή του δικαιώματος από τον εκμισθωτή, με παρεπόμενες (στην κυρία σύμβαση) συμβάσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.
Σύμβαση API Licensing: Ποιο Μοντέλο και Ποιες Ρήτρες Επιλέγει η Επιχείρηση
Περιληπτικά
Η άδεια χρήσης API είναι αυτοτελής σύμβαση παραχώρησης, διακριτή από τους γενικούς όρους χρήσης. Όταν η πρόσβαση έχει εμπορικό χαρακτήρα, ενσωματώνεται σε προϊόν τρίτου ή αφορά δεδομένα, η επιχείρηση χρειάζεται χωριστή σύμβαση με σαφής ρήτρες.
Στο ενωσιακό δίκαιο προστατεύονται ο κώδικας και η τεκμηρίωση του API, όχι όμως η λειτουργικότητα, η διεπαφή ή ο μορφότυπος δεδομένων (ΔΕΕ C-406/10), διαφοροποιούμενο από την προσέγγιση των ΗΠΑ μέσω της δίκαιης χρήσης (Google κατά Oracle).
Το μοντέλο άδειας (ανοιχτό, εμπορικό, freemium, OEM) μεταθέτει ανα περίπτωση τον κίνδυνο και τα δικαιώματα κάθε πλευράς.
Οι κρίσιμες ρήτρες (πεδίο άδειας, πνευματική ιδιοκτησία, όρια κλήσεων, αποποίηση εγγυήσεων, περιορισμός ευθύνης, αποζημίωση, καταγγελία κλπ) και η συμμόρφωση με Data Act και GDPR καθορίζουν την κατανομή ευθύνης μεταξύ παρόχου και χρήστη – επιχείρησης.
Πότε χρειάζεται αυτοτελής σύμβαση API licensing και πότε αρκούν οι όροι χρήσης;
Η άδεια χρήσης API (API licensing – Αδειοδότηση Διεπαφών Προγραμματισμού Εφαρμογών) είναι η σύμβαση με την οποία ο πάροχος παραχωρεί σε τρίτη επιχείρηση το δικαίωμα πρόσβασης και αξιοποίησης του API υπό συγκεκριμένους όρους.
Αυτοτελής σύμβαση απαιτείται όταν η χρήση έχει εμπορικό χαρακτήρα, ενσωματώνεται σε προϊόν τρίτου ή περιλαμβάνει πρόσβαση σε δεδομένα. Για περιστασιακή και μη εμπορική πρόσβαση αρκούν συχνά οι γενικοί όροι παροχής υπηρεσιών (Terms of Service – ToS).
Ένα API (Application Programming Interface – Διεπαφή Προγραμματισμού Εφαρμογών) είναι, από τεχνική σκοπιά, σύνολο πρωτοκόλλων και μεθόδων που επιτρέπουν σε μία εφαρμογή να επικοινωνεί με άλλη.
Από νομική σκοπιά, το API , αποτελεί σύνολο αντικειμένων πνευματικής ιδιοκτησίας που παραχωρούνται προς χρήση με σύμβαση. Η σύμβαση αυτή ορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις παρόχου και χρήστη ως προς την πρόσβαση, τη χρήση, την τροποποίηση και την περαιτέρω διανομή των λειτουργιών και δεδομένων.
Η πρακτική διαφορά μεταξύ API και ToS είναι ουσιώδης για την επιχείρηση. Οι όροι χρήσης διέπουν γενικά τη χρήση μιας πλατφόρμας και απευθύνονται αδιακρίτως σε κάθε χρήστη. Η αυτοτελής άδεια API ρυθμίζει ειδικά το πεδίο της παραχώρησης, τα επίπεδα εξυπηρέτησης, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και την κατανομή ευθύνης.
Όταν η χρήση του API στηρίζει εμπορική δραστηριότητα, η απουσία αυτοτελούς σύμβασης αφήνει την επιχείρηση εκτεθειμένη σε μονομερείς μεταβολές των όρων ή σε ανάκληση της πρόσβασης χωρίς συμβατική προστασία.
Το κριτήριο είναι η ένταση και ο σκοπός της χρήσης. Μια startup που χρησιμοποιεί ένα API χαρτογράφησης για εσωτερική δοκιμή καλύπτεται συνήθως από τους όρους χρήσης του παρόχου. Εαν, η ίδια startup, ενσωματώνει το API σε προϊόν προς πώληση, εξαρτά κρίσιμη λειτουργία του προϊόντος της από τη διαθεσιμότητα του API. Εαν διακινεί μέσω API δεδομένα πελατών, φέρει ευθύνη κατά GDPR. Επομένως, χρειάζεται αυτοτελή σύμβαση με εγγυημένο επίπεδο εξυπηρέτησης, κατανομή υποχρεώσεων, ρητούς όρους ευθύνης και πρόβλεψη για τις συνέπειες διακοπής.
Η διάκριση καθορίζει αν, σε περίπτωση δυσλειτουργίας, η επιχείρηση διαθέτει εξειδικευμένο συμβατικό υπόβαθρο που την καλύπτει νομικά, ή μόνο τη γενική προστασία ενός χρήστη πλατφόρμας.
Πώς προστατεύεται νομικά ένα API: κώδικας, δομή ή λειτουργικότητα;
Το API προστατεύεται ως αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας στο μέτρο που συνιστά πρωτότυπη έκφραση. Ο πηγαίος και ο αντικειμενικός κώδικας, καθώς και η τεκμηρίωση, εμπίπτουν στην προστασία του λογισμικού.
Αντίθετα, η λειτουργικότητα, η γλώσσα προγραμματισμού και ο μορφότυπος των δεδομένων δεν προστατεύονται ως έκφραση. Η διάκριση αυτή καθορίζει αν η αναπαραγωγή τμήματος ενός API συνιστά προσβολή ή επιτρεπτή πρακτική διαλειτουργικότητας.
Τι προστατεύει το ελληνικό και ενωσιακό δίκαιο;
Στο ελληνικό δίκαιο, το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2121/1993 ορίζει ότι τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και το προπαρασκευαστικό υλικό του σχεδιασμού τους προστατεύονται ως έργα λόγου.
Η ρύθμιση αυτή ενσωματώνει την ενωσιακή Οδηγία 2009/24/ΕΚ για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, η οποία κωδικοποίησε την παλαιότερη Οδηγία 91/250/ΕΟΚ.
Στην πράξη, η προστασία του λογισμικού εκτείνεται στον κώδικα και στην τεκμηρίωση του API ως έργα λόγου. Η διάρθρωση, η ονοματολογία συναρτήσεων και το σχήμα ανταλλαγής δεδομένων (data schema) μπορούν, υπό προϋποθέσεις πρωτοτυπίας, να θεωρηθούν εκφράσεις πνευματικής ιδιοκτησίας.
Το ευρύτερο πλαίσιο της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας καθορίζει το όριο, καθώς η ίδια η διαλειτουργικότητα μεταξύ δύο συστημάτων εξαιρείται της προστασίας, διότι αφορά ιδέες και αρχές, όχι μορφή έκφρασης.
Πώς κρίθηκε η αντιγραφή API: SAS Institute (ΕΕ) και Google κατά Oracle (ΗΠΑ);
Η κρίσιμη ενωσιακή νομολογία είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση SAS Institute κατά World Programming (C-406/10). Το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε η λειτουργικότητα ενός προγράμματος ούτε η γλώσσα προγραμματισμού και ο μορφότυπος των αρχείων δεδομένων αποτελούν μορφή έκφρασης και επομένως δεν προστατεύονται από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.
Παράλληλα, ο νόμιμος κάτοχος άδειας δικαιούται να παρατηρεί, να μελετά και να δοκιμάζει τη λειτουργία του προγράμματος ώστε να εντοπίσει τις ιδέες και αρχές που το διέπουν, εφόσον δεν προσβάλλει τα αποκλειστικά δικαιώματα του δικαιούχου.
Στις ΗΠΑ, στην υπόθεση Google κατά Oracle (2021), το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ότι η επαναϋλοποίηση τμήματος ενός API για λόγους διαλειτουργικότητας μπορεί να συνιστά δίκαιη χρήση (fair use).
Η ενωσιακή προσέγγιση καταλήγει σε ίδιο πρακτικό αποτέλεσμα με τις ΗΠΑ, ως προς τη διαλειτουργικότητα, αλλά μέσω διαφορετικού νομικού σκεπτικού. Η διαφορά είναι ότι η ΕΕ αρνείται εξαρχής την προστασία της λειτουργικότητας ως έκφρασης, ενώ οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν την προστασία και την κάμπτουν μέσω της δίκαιης χρήσης.
Πρακτικά, για μια επιχείρηση με διασυνοριακή δραστηριότητα, η διαφορά αυτή αλλάζει τη νομική βάση τεκμηρίωσης της επιτρεπτής χρήσης, ανάλογα με την δικαιοδοσία.
API license ή σύμβαση SaaS: ποια κριτήρια καθορίζουν την επιλογή;
Η σύμβαση SaaS και η άδεια API διαφέρουν στη νομική τους φύση και κατά συνέπεια στους εφαρμοστέους κανόνες.
Η SaaS (Software as a Service – λογισμικό ως υπηρεσία) είναι κατ’ ουσίαν σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Στη SaaS ο πάροχος διαθέτει πρόσβαση σε λογισμικό που εκτελείται απομακρυσμένα, χωρίς να μεταβιβάζει κώδικα. Η άδεια API παραχωρεί δικαίωμα ενσωμάτωσης λειτουργικότητας σε προϊόν τρίτου μέσω προγραμματιστικών κλήσεων.
Η επιλογή εξαρτάται από το αν η επιχείρηση χρειάζεται έτοιμη υπηρεσία ή ενσωμάτωση τεχνολογικού πόρου στη δική της υποδομή.
Κριτήριο
Σύμβαση SaaS
Άδεια API
Νομική φύση
Παροχή υπηρεσιών
Άδεια εκμετάλλευσης τεχνολογικού πόρου
Αντικείμενο
Πρόσβαση σε απομακρυσμένο λογισμικό
Ενσωμάτωση λειτουργικότητας σε προϊόν τρίτου
Τρόπος πρόσβασης
Μέσω browser ή διεπαφής χρήστη
Μέσω προγραμματιστικών κλήσεων (calls)
Εμπορική εκμετάλλευση
Χρήση λειτουργιών, όχι μεταπώληση κώδικα
Συχνά επιτρεπτή ενσωμάτωση σε προϊόντα τρίτων
Έλεγχος δεδομένων
Στο cloud του παρόχου, με κίνδυνο εξάρτησης (vendor lock-in)
Ανταλλαγή μέσω API, με κατανομή ελέγχου κατά σύμβαση
Ποιο μοντέλο άδειας API επιλέγεται: ανοιχτό, εμπορικό, freemium ή OEM;
Το μοντέλο άδειας επιλέγεται ανάλογα με το επιχειρηματικό μοντέλο και το επιθυμητό επίπεδο ελέγχου.
Οι ανοιχτές άδειες ταιριάζουν σε ευρεία διάδοση, οι εμπορικές ή ιδιόκτητες προστατεύουν τα συμφέροντα του παρόχου με λεπτομερείς περιορισμούς, οι freemium συνδυάζουν δωρεάν βαθμίδα με πακέτα επί πληρωμή και οι OEM παραχωρούν δικαίωμα ενσωμάτωσης σε προϊόντα τρίτων.
Κάθε μοντέλο μεταθέτει διαφορετικά το ρίσκο και τις υποχρεώσεις των δύο πλευρών.
Μοντέλο άδειας
Τυπική χρήση
Αντάλλαγμα
Βασικό ρίσκο ή περιορισμός
Ανοιχτή (Open)
Ευρεία ανάπτυξη, δημόσια δεδομένα
Συνήθως χωρίς τίμημα
Περιορισμένος έλεγχος, υποχρεώσεις αναφοράς πηγής
Εμπορική ή Ιδιόκτητη
Προστασία παρόχου, B2B χρήση
Συνδρομή ή χρέωση ανά κλήση (usage-based)
Αυστηροί περιορισμοί χρήσης και επιτρεπόμενων σκοπών
Freemium
Προσέλκυση και σταδιακή κλιμάκωση
Δωρεάν βαθμίδα και πακέτα επί πληρωμή
Όρια κλήσεων, αποθάρρυνση εμπορικής χρήσης χωρίς αναβάθμιση
OEM / Embedded
Ενσωμάτωση σε προϊόν τρίτου
Κατά συμφωνία των μερών
Ευθύνη του χρήστη για τη χρήση από τους τελικούς πελάτες
Ειδική μεταχείριση έχουν τα API που παρέχονται από δημόσιους φορείς. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1024 για τα ανοικτά δεδομένα, η οποία ενθαρρύνει τη διάθεση δεδομένων μέσω API υπό ανοικτές άδειες.
Τα API αυτά οφείλουν να πληρούν ελάχιστες τεχνικές προδιαγραφές, ενώ απαγορεύεται η επιβολή αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση.
Ποιες ρήτρες πρέπει να περιλαμβάνει η σύμβαση API licensing;
Η σύμβαση API licensing οφείλει να ρυθμίζει, κατ’ ελάχιστον α) το πεδίο της άδειας, β) τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, γ) τους περιορισμούς χρήσης, δ) την ευθύνη και ε) την καταγγελία. Η ισορροπία μεταξύ παρόχου και χρήστη – επιχείρησης κρίνεται από τη διατύπωση κάθε ρήτρας.
Το ίδιο API μπορεί να παραχωρηθεί με ριζικά διαφορετική κατανομή κινδύνου, ανάλογα με το πώς συντάσσονται οι όροι αποποίησης εγγυήσεων, περιορισμού ευθύνης και αποζημίωσης.
Πεδίο άδειας και δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας
Το πεδίο της άδειας (scope) προσδιορίζει το επιτρεπόμενο εύρος χρήσης. Για παράδειγμα, αν η άδεια είναι αποκλειστική ή μη, μεταβιβάσιμη ή μη, ανακλητή ή μη, καθώς και τον σκοπό, τους γεωγραφικούς περιορισμούς και τον αριθμό τελικών χρηστών ή κλήσεων.
Η ρήτρα πεδίου απαιτεί ad hoc διατύπωση που να καλύπτει συνολικά τα παραπάνω στοιχεία. Παράλειψη σε οποιοδήποτε από αυτά διευρύνει ακούσια την παραχώρηση και αποδυναμώνει τη θέση του παρόχου σε περίπτωση μεταγενέστερης διαφοράς.
Ως προς την πνευματική ιδιοκτησία, η σύμβαση προβλέπει ότι όλα τα δικαιώματα επί του API, της τεκμηρίωσης και των σχετικών εμπορικών σημάτων παραμένουν στον πάροχο. Περιλαμβάνει επίσης ρητές απαγορεύσεις αντίστροφης μηχανικής (reverse engineering) και αποσυμπίλησης (decompilation), με την επιφύλαξη των πράξεων που ο νόμος επιτρέπει για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας.
Περιορισμοί χρήσης, ευθύνη και αποζημίωση
Οι περιορισμοί χρήσης ορίζουν τα όρια κλήσεων (rate limits), τις απαγορευμένες χρήσεις και τις απαιτήσεις ασφαλείας για τη διαχείριση των κλειδιών API. Οι βασικές ρήτρες που καθορίζουν ποιο μέρος φέρει τον κίνδυνο είναι:
η αποποίηση εγγυήσεων (disclaimer of warranties), με την οποία ο πάροχος διαθέτει το API «ως έχει» χωρίς εγγύηση αδιάλειπτης λειτουργίας,
ο περιορισμός ευθύνης (limitation of liability), που θέτει ανώτατο όριο αποζημίωσης και αποκλείει συχνά τις αποθετικές ζημίες και
η αποζημίωση (indemnification), με την οποία ο χρήστης αναλαμβάνει να καλύψει τον πάροχο για αξιώσεις που προκύπτουν από δική του παράβαση ή από χρήση που θίγει τρίτους.
Η εμπειρία από υποθέσεις παραχώρησης λογισμικού δείχνει ότι ο συνδυασμός ευρείας αποποίησης εγγυήσεων με εκτεταμένη ρήτρα αποζημίωσης μεταθέτει δυσανάλογο ρίσκο στον χρήστη – επιχείρηση, ιδίως όταν το API στηρίζει κρίσιμη λειτουργία του προϊόντος του.
Η διαπραγμάτευση οφείλει να οριοθετεί την έκταση των αποθετικών ζημιών, να συνδέει το ανώτατο όριο ευθύνης με το καταβαλλόμενο τίμημα και να εξαιρεί από την αποζημίωση τις περιπτώσεις δόλου ή βαριάς αμέλειας του παρόχου.
Η ρήτρα καταγγελίας (termination) ολοκληρώνει την εικόνα, καθώς ο πάροχος συνήθως διατηρεί δικαίωμα άμεσης καταγγελίας σε σοβαρή παράβαση, ενώ ο χρήστης χρειάζεται εύλογη προθεσμία προειδοποίησης ώστε να προσαρμόσει το προϊόν του.
Πώς επηρεάζουν ο Data Act και το GDPR τη σύνταξη σύμβασης API;
Όταν το API παρέχει πρόσβαση σε δεδομένα, η σύμβαση οφείλει να συμμορφώνεται με δύο πλαίσια:
Ο Data Act (Κανονισμός ΕΕ 2023/2854), σε εφαρμογή από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025, εισάγει υποχρεώσεις διαλειτουργικότητας και δίκαιης πρόσβασης σε δεδομένα, με ρητές εγγυήσεις για την προστασία των εμπορικών μυστικών.
Όταν διακινούνται προσωπικά δεδομένα, εφαρμόζονται παράλληλα ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (GDPR) και ο εθνικός εκτελεστικός Ν. 4624/2019.
Οι απαιτήσεις διαλειτουργικότητας του Data Act επηρεάζουν άμεσα τη ρήτρα περιορισμών χρήσης, καθώς οι ενισχυμένες υποχρεώσεις για υπηρεσίες cloud εφαρμόζονται από τις 12 Σεπτεμβρίου 2026.
Ιδιαίτερη σημασία για τις συμβάσεις API έχουν οι διατάξεις του Data Act για την αλλαγή παρόχου υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων και τη φορητότητα. Όταν η αλλαγή παρόχου ή η μεταφορά δεδομένων υλοποιείται τεχνικά μέσω API, η σύμβαση οφείλει να προβλέπει τους όρους εξαγωγής και τη συνεργασία κατά τη μετάβαση, ώστε ο χρήστης – επιχείρηση να μην εγκλωβίζεται.
Η πρόβλεψη αυτή λειτουργεί συμπληρωματικά προς τη ρήτρα καταγγελίας, εφόσον η εμπορική προστασία της επιχείρησης κρίνεται όχι μόνο από το δικαίωμα εξόδου, αλλά και από τη δυνατότητα ανάκτησης των δεδομένων της σε χρησιμοποιήσιμη μορφή.
Στο πεδίο των προσωπικών δεδομένων, η σύμβαση προσδιορίζει τον ρόλο κάθε μέρους ως υπεύθυνου επεξεργασίας (controller) ή εκτελούντος, τους τύπους δεδομένων, τους σκοπούς επεξεργασίας, τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, καθώς και τις διαδικασίες για αιτήματα υποκειμένων και διασυνοριακές μεταφορές. Μηχανισμοί πιστοποίησης όπως το OAuth και η κρυπτογράφηση κατά την ανταλλαγή λειτουργούν ως πρακτικά μέτρα συμμόρφωσης.
Η εμπειρία από υποθέσεις πρόσβασης σε δεδομένα μέσω API δείχνει ότι η σύνθεση Data Act, GDPR και προστασίας εμπορικού απορρήτου οδηγεί σε διαφορετική προσέγγιση κατά περίπτωση. Όταν το API εκθέτει επιχειρησιακή λογική ή εμπιστευτικά στοιχεία αρχιτεκτονικής, ο πάροχος ενισχύει τη θέση του με συμπληρωματική σύμβαση εχεμύθειας (NDA) και με ρήτρες που αποτρέπουν τη χρήση του API για αθέμιτο ανταγωνισμό ή για τη δημιουργία ανταγωνιστικών προϊόντων που εκμεταλλεύονται την υποδομή του.
Συχνές Ερωτήσεις
Προστατεύεται ένα API από πνευματικά δικαιώματα;
Εν μέρει. Ο πηγαίος και ο αντικειμενικός κώδικας, καθώς και η τεκμηρίωση, προστατεύονται ως έργα λόγου. Η λειτουργικότητα, η γλώσσα προγραμματισμού και ο μορφότυπος των δεδομένων δεν προστατεύονται ως έκφραση, κατά την απόφαση C-406/10 του ΔΕΕ. Η δομή και το σχήμα δεδομένων μπορούν να προστατευθούν μόνο εφόσον πληρούν την προϋπόθεση της πρωτοτυπίας.
Επιτρέπεται η μεταπώληση ή ενσωμάτωση API τρίτου;
Εξαρτάται από το πεδίο της άδειας. Οι άδειες OEM και embedded επιτρέπουν ρητά την ενσωμάτωση του API σε προϊόν τρίτου. Αντίθετα, οι εμπορικές και οι freemium άδειες συχνά απαγορεύουν τη μεταπώληση ή την εμπορική ενσωμάτωση χωρίς ειδική συμφωνία ή αναβάθμιση πακέτου. Η απάντηση εξαρτάται από τις ρήτρες πεδίου και επιτρεπόμενων σκοπών της κάθε σύμβασης.
Ποια η διαφορά άδειας API και όρων χρήσης (ToS);
Οι όροι χρήσης διέπουν γενικά μια πλατφόρμα και απευθύνονται σε κάθε χρήστη αδιακρίτως. Η άδεια API είναι ειδική σύμβαση που ρυθμίζει το πεδίο της παραχώρησης, τα επίπεδα εξυπηρέτησης, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και την κατανομή ευθύνης ad hoc. Συχνά οι όροι χρήσης παραπέμπουν ή ενσωματώνουν τους ειδικούς όρους αδειοδότησης του API.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Πεδίο άδειας: Ο ρητός προσδιορισμός αποκλειστικότητας, μεταβιβασιμότητας, σκοπού, γεωγραφίας και ορίων κλήσεων αποτρέπει την ακούσια διεύρυνση της παραχώρησης.
Κατανομή ευθύνης: Ο συνδυασμός αποποίησης εγγυήσεων, περιορισμού ευθύνης και αποζημίωσης καθορίζει ποια πλευρά φέρει τον κίνδυνο δυσλειτουργίας ή αξιώσεων τρίτων και αποτελεί το κύριο αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Συμμόρφωση δεδομένων: Όταν το API εκθέτει δεδομένα, οι ρόλοι του GDPR και οι υποχρεώσεις διαλειτουργικότητας του Data Act ενσωματώνονται ρητά στη σύμβαση, μαζί με τις εγγυήσεις για τα εμπορικά μυστικά.
Διαλειτουργικότητα και δικαιοδοσία: Η αναπαραγωγή τμήματος API για λόγους διαλειτουργικότητας κρίνεται με διαφορετικό νομικό σκεπτικό σε ΕΕ και ΗΠΑ, οπότε η τεκμηρίωση της επιτρεπτής χρήσης προσαρμόζεται στην εφαρμοστέα δικαιοδοσία.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση API licensing.
Ρήτρες Drag Along και Tag Along: Πού Δεσμεύουν Πραγματικά τη Μεταβίβαση Μετοχών;
Περιληπτικά:
Η ρήτρα drag along (δικαίωμα συμπαράσυρσης) επιτρέπει στην πλειοψηφία να υποχρεώσει τη μειοψηφία να πωλήσει μαζί της, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών. Η ρήτρα tag along (δικαίωμα προσκόλλησης) παρέχει στη μειοψηφία την ευχέρεια να πωλήσει μαζί με την πλειοψηφία, με τους ίδιους όρους.
Το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018 επιτρέπει ρητά την καταστατική κατοχύρωση και των δύο ρητρών στην ανώνυμη εταιρεία, ως μορφές δεσμευμένων μετοχών.
Η επιλογή του εγγράφου όπου αποτυπώνονται οι ρήτρες κρίνει το εύρος της προστασίας, καθώς η παραβίαση καταστατικής ρήτρας καθιστά τη μεταβίβαση άκυρη (ΑΠ 396/2019), ενώ η παραβίαση ρήτρας που υπάρχει μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία γεννά μόνο αξίωση αποζημίωσης (ΑΠ 1448/2014).
Το όριο ενεργοποίησης, η ταυτότητα τιμής και όρων, οι εξαιρέσεις και οι προθεσμίες άσκησης καθορίζουν την πραγματική λειτουργία των ρητρών και αποτελούν τα κρίσιμα σημεία της διαπραγμάτευσης.
Πότε χρησιμοποιείται το δικαίωμα drag along και πότε το tag along;
Το δικαίωμα drag along εξυπηρετεί την πλειοψηφία όταν αυτή σχεδιάζει ολική έξοδο, καθώς αυτό της επιτρέπει να συμπαρασύρει τη μειοψηφία στην πώληση, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών χωρίς εμπόδια.
Το δικαίωμα tag along προστατεύει τη μειοψηφία στην αντίστροφη περίπτωση: όταν η πλειοψηφία πωλεί, η μειοψηφία δικαιούται, χωρίς να υποχρεούται, να συμμεταβιβάσει τις δικές της μετοχές με την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους.
Χαρακτηριστικό
Δικαίωμα Drag Along
Δικαίωμα Tag Along
Προστατευόμενο μέρος
Πλειοψηφούντες μέτοχοι
Μειοψηφούντες μέτοχοι
Ποιος ασκεί το δικαίωμα
Πλειοψηφούντες μέτοχοι
Μειοψηφούντες μέτοχοι
Σκοπός
Διευκόλυνση πώλησης του συνόλου της εταιρείας
Διασφάλιση ισότιμης εξόδου της μειοψηφίας
Αποτέλεσμα
Αναγκαστική πώληση μετοχών μειοψηφίας
Δυνατότητα συμμετοχής μειοψηφίας στην πώληση
Τα δύο δικαιώματα αφορούν την ίδια στιγμή της εταιρικής ζωής, τη μεταβίβαση των μετοχών σε τρίτο, αλλά κατανέμουν αντίστροφα την προστασία. Στην πράξη λειτουργούν αλληλοσυμπληρούμενα και περιλαμβάνονται από κοινού στο καταστατικό ή στη συμφωνία των μετόχων.
Η συνύπαρξή τους δημιουργεί ένα ισορροπημένο πλαίσιο, καθώς η πλειοψηφία διατηρεί τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει την επένδυσή της χωρίς εμπόδια και η μειοψηφία εξασφαλίζει δίκαιη και ισότιμη έξοδο.
Πώς λειτουργεί η ρήτρα drag along υπέρ της πλειοψηφίας;
Η ρήτρα drag along (δικαίωμα συμπαράσυρσης ή συμμεταβίβασης) είναι συμβατικός όρος που επιτρέπει στον πλειοψηφούντα μέτοχο ή σε ομάδα μετόχων να υποχρεώσει τους μειοψηφούντες να πωλήσουν τις μετοχές τους στον ίδιο τρίτο αγοραστή, με την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους που συμφωνήθηκαν για τις μετοχές της πλειοψηφίας.
Ο πρακτικός σκοπός της ρήτρας είναι η καθαρή έξοδος (clean exit). Ο αγοραστής που επιδιώκει πλήρη έλεγχο θέλει το 100% των μετοχών, ώστε να μην παραμείνουν μειοψηφούντες μέτοχοι με δικαιώματα παρεμπόδισης ή αξιώσεις. Χωρίς τη ρήτρα, ένας μειοψηφών μέτοχος μπορεί να αρνηθεί την πώληση και να ματαιώσει τη συναλλαγή ή να απαιτήσει δυσανάλογο αντάλλαγμα για τη συναίνεσή του.
Η ρήτρα διαφέρει από τη δικαστική εξαγορά μετοχών της μειοψηφίας που προβλέπουν τα άρθρα 45 επ. του Ν. 4548/2018, καθώς εκείνη προϋποθέτει συγκεκριμένους λόγους και δικαστική κρίση, ενώ το drag along ενεργοποιείται συμβατικά, με μόνη προϋπόθεση τη συνδρομή των προσυμφωνημένων όρων.
Τα βασικά πλεονεκτήματα για την πλειοψηφία είναι:
Διευκόλυνση πώλησης: η εταιρεία γίνεται ελκυστικότερη για αγοραστές, αφού η απόκτηση του συνόλου των μετοχών είναι εξασφαλισμένη.
Προστασία της εξόδου: η πλειοψηφία ρευστοποιεί την επένδυσή της χωρίς εμπόδια από τη μειοψηφία.
Αποφυγή αδιεξόδων: αποτρέπονται καταστάσεις όπου η μειοψηφία εκβιάζει τη συναλλαγή αρνούμενη την πώληση.
Το κόστος βαρύνει τη μειοψηφία, εφόσον ενδέχεται να πωλήσει παρά τη θέλησή της, ακόμη και αν εκτιμά ότι η εταιρεία έχει μεγαλύτερες προοπτικές, χάνοντας τη μελλοντική υπεραξία.
Πώς προστατεύει η ρήτρα tag along τη μειοψηφία;
Η ρήτρα tag along (δικαίωμα προσκολλήσεως) παρέχει στους μειοψηφούντες μετόχους το δικαίωμα, όχι την υποχρέωση, να συμμετάσχουν στην πώληση που πραγματοποιεί ο πλειοψηφών μέτοχος προς τρίτο, απαιτώντας από τον αγοραστή να αποκτήσει και τις δικές τους μετοχές με τους ίδιους όρους.
Ο μειοψηφών μέτοχος αποφεύγει έτσι δύο κινδύνους. Πρώτον, τον εγκλωβισμό στην εταιρεία με νέο πλειοψηφούντα μέτοχο, ο οποίος μπορεί να είναι ανεπιθύμητος ή να επιδιώκει διαφορετικά συμφέροντα. Δεύτερον, την απώλεια της ευκαιρίας να πωλήσει στη συμφέρουσα τιμή που εξασφάλισε η πλειοψηφία.
Η ρήτρα λειτουργεί συμπληρωματικά προς το δικαίωμα προτίμησης επί μετοχών, καθώς το δεύτερο ελέγχει ποιος εισέρχεται στη μετοχική σύνθεση, ενώ το tag along εξασφαλίζει με ποιους όρους εξέρχεται η μειοψηφία.
Τα βασικά οφέλη για τη μειοψηφία είναι:
Ισότιμη μεταχείριση: η μειοψηφία πωλεί με την τιμή και τους όρους της πλειοψηφίας.
Ρευστότητα: εξασφαλίζεται διέξοδος από μια κατά τα άλλα δύσκολα ρευστοποιήσιμη συμμετοχή σε μη εισηγμένη εταιρεία.
Επενδυτική εμπιστοσύνη: η ύπαρξη της ρήτρας διευκολύνει την προσέλκυση μειοψηφικών επενδυτών.
Το αντίστοιχο κόστος βαρύνει την πλειοψηφία, καθώς η πώληση περιπλέκεται, αφού ο αγοραστής καλείται να αποκτήσει περισσότερες μετοχές από όσες ίσως αρχικά επιδίωκε, ενώ ορισμένοι αγοραστές αποθαρρύνονται εντελώς.
Καταστατικό ή συμφωνία μετόχων: πού κατοχυρώνεται η ρήτρα;
Η επιλογή του εγγράφου κατοχύρωσης καθορίζει το εύρος της προστασίας. Η καταστατική ρήτρα δεσμεύει την εταιρεία και κάθε τρίτο, με συνέπεια η -κατά παράβαση- μεταβίβαση να είναι άκυρη. Η ρήτρα που περιλαμβάνεται μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία δεσμεύει αποκλειστικά τους συμβαλλομένους και η παραβίασή της γεννά μόνο αξίωση αποζημίωσης.
Στην ανώνυμη εταιρεία, το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018 προβλέπει ρητά αμφότερους τους μηχανισμούς ως επιτρεπτούς καταστατικούς περιορισμούς στη μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών (δεσμευμένες μετοχές):
«Το καταστατικό μπορεί να ορίσει και άλλες μορφές περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, όπως ιδίως:
γ) τον όρο ότι, προκειμένου να εγκριθεί η μεταβίβαση μετοχών σε τρίτο, ο τρίτος θα δεσμευθεί να αποκτήσει μετοχές και άλλων μετόχων, που θα προσφερθούν με τους ίδιους όρους με τους οποίους εγκρίνεται η μεταβίβαση ή και διαφορετικούς όρους, κατά τις διατάξεις του καταστατικού, ή
δ) τον όρο ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης μετοχών από μέτοχο σε τρίτο, οι λοιποί μέτοχοι θα υποχρεούνται να μεταβιβάσουν και αυτοί στον τρίτο ποσοστό αντίστοιχο μετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού».
Η περίπτωση γ’ αποτυπώνει τον μηχανισμό tag along και η περίπτωση δ’ τον μηχανισμό drag along. Οι ρήτρες μπορούν επομένως να ενταχθούν στα καταστατικά άρθρα της ΑΕ ως γνήσιοι όροι δεσμευμένων μετοχών. Η μεταβίβαση μετοχών ΑΕ που διενεργείται κατά παράβαση της καταστατικά προβλεπόμενης διαδικασίας είναι άκυρη, όπως έκρινε η ΑΠ 396/2019 για τις δεσμευμένες ονομαστικές μετοχές. Ο παραβαίνων μέτοχος δεν μεταβιβάζει έγκυρα και ο τρίτος δεν αποκτά τη μετοχική ιδιότητα.
Όταν, αντίθετα, η ρήτρα περιλαμβάνεται μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (Shareholders’ Agreement – SHA), η ισχύς της είναι αμιγώς ενοχική. Κατά την ΑΠ 1448/2014, οι εξωεταιρικές συμφωνίες παράγουν δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων και δεν θίγουν το κύρος των εταιρικών πράξεων που διενεργούνται κατά παράβασή τους. Ωστόσο, η υπαίτια παραβίαση θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, την οποία τα μέρη ενισχύουν στην πράξη με ποινική ρήτρα προσυμφωνημένου ύψους.
Η επιλογή εξετάζεται ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ο επενδυτής που επιδιώκει δέσμευση έναντι πάντων προκρίνει την καταστατική αποτύπωση. Η εμπιστευτικότητα και η ευελιξία αναθεώρησης συνηγορούν υπέρ της SHA, αφού το καταστατικό δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ και τροποποιείται μόνο με απόφαση γενικής συνέλευσης.
Η διατύπωση της καταστατικής ρήτρας ώστε να συνιστά λειτουργικό όρο του άρθρου 43, με ορισμένη διαδικασία, προθεσμίες και συνέπειες, απαιτεί προσαρμογή στο συγκεκριμένο μετοχικό σχήμα. Η απλή μεταφορά υποδείγματος αφήνει κενά που κρίνονται κατά περίπτωση, όταν πλέον η σύγκρουση έχει εκδηλωθεί.
Κριτήριο
Καταστατική ρήτρα
Ρήτρα μόνο σε SHA
Δεσμευτικότητα
Έναντι της εταιρείας και κάθε τρίτου
Μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων
Συνέπεια παραβίασης
Ακυρότητα της μεταβίβασης (ΑΠ 396/2019)
Αξίωση αποζημίωσης ή ποινική ρήτρα (ΑΠ 1448/2014)
Δημοσιότητα
Δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ, ορατή σε τρίτους
Εμπιστευτική μεταξύ των μερών
Τροποποίηση
Απόφαση γενικής συνέλευσης για τροποποίηση καταστατικού
Συναίνεση των συμβαλλομένων
Νέοι μέτοχοι
Δεσμεύονται αυτοδικαίως με την απόκτηση μετοχών
Δεσμεύονται μόνο εφόσον προσχωρήσουν στη συμφωνία (πράξη προσχώρησης, deed of adherence)
Επί ΙΚΕ, ΕΠΕ και προσωπικών εταιρειών
Αντίστοιχη ρητή πρόβλεψη δεν υπάρχει στις λοιπές εταιρικές μορφές. Η νομική βάση των ρητρών παραμένει η αρχή της συμβατικής ελευθερίας του άρθρου 361 του ΑΚ. Στην ΙΚΕ, η μεταβίβαση των μεριδίων είναι κατ’ αρχήν ελεύθερη (άρθρο 83 του Ν. 4072/2012), ενώ το άρθρο 84 παρ. 2 του ίδιου νόμου επιτρέπει στο καταστατικό να την αποκλείει ή να την περιορίζει, παρέχοντας έδαφος για αντίστοιχη καταστατική διαμόρφωση των μηχανισμών συμπαράσυρσης και προσκόλλησης.
Η εμπειρία από υποθέσεις εξόδου μετόχων σε μη εισηγμένες εταιρείες δείχνει ότι η παράλληλη αποτύπωση της ρήτρας σε καταστατικό και SHA, με ταυτόσημη διατύπωση, προλαμβάνει τις αντιφάσεις μεταξύ των δύο κειμένων που τροφοδοτούν δικαστικές αμφισβητήσεις κατά την εκτέλεση της συναλλαγής.
Ποια σημεία κρίνουν τη λειτουργικότητα των ρητρών drag along και tag along;
Τέσσερα σημεία καθορίζουν την πραγματική λειτουργία των ρητρών:
το όριο ενεργοποίησης,
η ταυτότητα τιμής και όρων,
οι εξαιρέσεις και
οι προθεσμίες.
Καθένα κατανέμει διαφορετικά τον κίνδυνο μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας, με αποτέλεσμα η ίδια ρήτρα να λειτουργεί προστατευτικά ή ασφυκτικά ανάλογα με τη διατύπωσή της.
Όροι ενεργοποίησης του drag along
Στη συναλλακτική πρακτική το όριο ενεργοποίησης ορίζεται συνήθως στο 75% των μετοχών, αλλά αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Προφανώς, υψηλότερο όριο προστατεύει τη μειοψηφία, ενώ χαμηλότερο διευκολύνει την έξοδο της πλειοψηφίας. Η μειοψηφία πρέπει να λαμβάνει την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους με την πλειοψηφία και να ειδοποιείται εγκαίρως για τη σχεδιαζόμενη πώληση.
Η μειοψηφία διαπραγματεύεται επιπλέον προστασίες: ελάχιστη τιμή ενεργοποίησης, καταβολή του τιμήματος αποκλειστικά σε μετρητά και περιορισμό των δηλώσεων και εγγυήσεων (representations and warranties) που καλείται να παράσχει στο μέτρο της δικής της συμμετοχής.
Κάθε μία από τις προβλέψεις αυτές, μεταβάλλει τον κίνδυνο του μειοψηφούντος μετόχου στη συναλλαγή και απαιτεί διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη μετοχική σχέση. Ορισμένες συμφωνίες εξαιρούν από την ενεργοποίηση συγκεκριμένες συναλλαγές, όπως μεταβιβάσεις προς συγγενικά πρόσωπα ή εταιρείες του ίδιου ομίλου.
Πεδίο εφαρμογής και προθεσμίες του tag along
Ορισμένες συμφωνίες επιτρέπουν την προσκόλληση μόνο όταν η πλειοψηφία πωλεί το σύνολο των μετοχών της, ενώ άλλες καταλαμβάνουν και μερικές πωλήσεις. Η άσκηση του δικαιώματος υπόκειται σε προθεσμία (για παράδειγμα 30 ημερών από την ειδοποίηση).
Ως προς την εκτέλεση, άλλες συμφωνίες υποχρεώνουν τον αγοραστή να αποκτήσει πρόσθετες μετοχές και άλλες προβλέπουν αναλογική (pro rata) μείωση των μετοχών που μεταβιβάζει η πλειοψηφία, ώστε το συνολικό μέγεθος της συναλλαγής να μείνει σταθερό.
Στους επενδυτικούς γύρους οι δύο ρήτρες αποτελούν σταθερό αίτημα των επενδυτών, από τους επενδυτικούς αγγέλους έως τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) και τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (private equity), διότι το drag along τους εξασφαλίζει έλεγχο της στρατηγικής εξόδου και το tag along ρευστότητα όταν πωλούν οι ιδρυτές.
Η εμπειρία από διαπραγματεύσεις επενδυτικών συμφωνιών δείχνει ότι το ύψος του ορίου και το εύρος των εξαιρέσεων είναι τα δύο σημεία όπου οι θέσεις ιδρυτών και επενδυτών αποκλίνουν περισσότερο.
Συχνές Ερωτήσεις
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ drag along και tag along;
Το drag along ασκείται από την πλειοψηφία και δημιουργεί υποχρέωση της μειοψηφίας να πωλήσει μαζί της, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών. Το tag along ασκείται από τη μειοψηφία και της παρέχει δικαίωμα, όχι υποχρέωση, να συμμετάσχει στην πώληση της πλειοψηφίας με τους ίδιους όρους. Το πρώτο διευκολύνει την έξοδο της πλειοψηφίας, το δεύτερο προστατεύει την έξοδο της μειοψηφίας.
Ισχύει η ρήτρα drag along όταν περιλαμβάνεται μόνο σε ιδιωτικό συμφωνητικό μετόχων;
Ισχύει, αλλά με ενοχική μόνο ενέργεια, καθώς δεσμεύει αποκλειστικά όσους την υπέγραψαν. Αν ο μειοψηφών μέτοχος αρνηθεί τη συμμεταβίβαση, η μεταβίβαση δεν ακυρώνεται και ο υπαίτιος οφείλει αποζημίωση ή την προσυμφωνημένη ποινική ρήτρα. Δέσμευση έναντι της εταιρείας και κάθε τρίτου, με ακυρότητα της μεταβίβασης, επιτυγχάνεται μόνο με καταστατική κατοχύρωση κατά το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018.
Τι σημαίνει η ενεργοποίηση του drag along για τον μέτοχο μειοψηφίας;
Ο μειοψηφών μέτοχος υποχρεούται να πωλήσει τις μετοχές του στον τρίτο αγοραστή με την τιμή και τους όρους που εξασφάλισε η πλειοψηφία, ακόμη και αν διαφωνεί με τη συναλλαγή. Η πραγματική του προστασία εξαρτάται από όσα προσυμφωνήθηκαν: ταυτότητα τιμής, τρόπος καταβολής του τιμήματος, έκταση των δηλώσεων που καλείται να παράσχει και τυχόν ελάχιστη αποτίμηση κάτω από την οποία η ρήτρα δεν ενεργοποιείται.
Τι όρους περιλαμβάνει τυπικά μια ρήτρα drag along ή tag along;
Οι βασικοί όροι είναι το όριο ενεργοποίησης, η ρητή πρόβλεψη ίδιας τιμής και όρων για όλους τους μετόχους, η διαδικασία και η προθεσμία ειδοποίησης, η προθεσμία άσκησης του δικαιώματος, οι εξαιρούμενες συναλλαγές και ο μηχανισμός εκτέλεσης, δηλαδή αν ο αγοραστής αποκτά πρόσθετες μετοχές ή αν οι πωλούμενες μειώνονται αναλογικά.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Συμμετρική πρόβλεψη των δύο ρητρών: Η ταυτόχρονη κατοχύρωση drag along και tag along ισορροπεί τα συμφέροντα πλειοψηφίας και μειοψηφίας και αποτρέπει μονομερείς διατυπώσεις που αποθαρρύνουν μελλοντικούς επενδυτές ή συνιδρυτές.
Έλεγχος του καταστατικού πριν από κάθε επενδυτικό γύρο: Αν το υφιστάμενο καταστατικό δεν προβλέπει τις ρήτρες ή προβλέπει ασύμβατους περιορισμούς μεταβίβασης, η εναρμόνισή του πρέπει να προηγηθεί της επένδυσης, αφού η μεταγενέστερη τροποποίηση απαιτεί απόφαση γενικής συνέλευσης με τη συναίνεση που ενδέχεται να μην είναι πλέον διαθέσιμη.
Ταυτόσημη διατύπωση σε καταστατικό και SHA: Όταν η ρήτρα αποτυπώνεται και στα δύο κείμενα, κάθε απόκλιση στη διατύπωση δημιουργεί ερμηνευτικό ζήτημα για το ποια εκδοχή υπερισχύει. Η ευθυγράμμιση των δύο κειμένων είναι αντικείμενο νομικής επιμέλειας κατά την κατάρτιση και κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση.
Σαφής μηχανισμός τιμής: Η αναφορά σε «ίδια τιμή και όρους» χρειάζεται συγκεκριμενοποίηση για μη χρηματικά ανταλλάγματα, τμηματικές καταβολές και ρήτρες αναπροσαρμογής τιμήματος, διαφορετικά η εκτέλεση της ρήτρας προσφέρει πεδίο αμφισβήτησης.
Πρόβλεψη πράξης προσχώρησης για νέους μετόχους: Όταν οι ρήτρες υπάρχουν μόνο σε SHA, κάθε νέος μέτοχος πρέπει να προσχωρεί ρητά στη συμφωνία, διαφορετικά δεν δεσμεύεται από αυτές και το προστατευτικό πλέγμα διαρρηγνύεται.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα δικαιώματα Drag Along και Tag Along.
Υπαγωγή στη NIS2: κριτήρια, ευθύνη διοίκησης και κυρώσεις μη συμμόρφωσης
Εν συντομία:
Η υπαγωγή μιας επιχείρησης στη NIS2 κρίνεται σωρευτικά από δύο κριτήρια: δραστηριότητα σε τομέα των Παραρτημάτων Ι ή ΙΙ του Ν. 5160/2024 και μέγεθος τουλάχιστον μεσαίας επιχείρησης. Ορισμένες οντότητες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους.
Οι υπόχρεες επιχειρήσεις διακρίνονται σε βασικές και σημαντικές οντότητες. Η διάκριση καθορίζει την ένταση της εποπτείας και το ανώτατο πρόστιμο: έως 10 εκατ. ευρώ ή 2% του κύκλου εργασιών για τις βασικές, έως 7 εκατ. ευρώ ή 1,4% για τις σημαντικές.
Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες δεν υπάγονται στις υποχρεώσεις της NIS2 αλλά στον Κανονισμό DORA, που λειτουργεί ως ειδικότερο νομικό πλαίσιο.
Η υπαγωγή ενεργοποιεί μέτρα διαχείρισης κινδύνων, αναφορά περιστατικών σε αυστηρές προθεσμίες, ορισμό Υπεύθυνου Ασφάλειας και εγγραφή στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας.
Η ευθύνη δεν περιορίζεται μόνο στην οντότητα, αλλά και τα μέλη της διοίκησης φέρουν προσωπική ευθύνη για την έγκριση και εποπτεία των μέτρων.
Πότε υπάγεται μια επιχείρηση στη NIS2;
Η υπαγωγή κρίνεται σωρευτικά από δύο κριτήρια. Πρώτον, η επιχείρηση να δραστηριοποιείται σε τομέα των Παραρτημάτων Ι ή ΙΙ του Ν. 5160/2024, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 (NIS2). Δεύτερον, να υπερβαίνει το όριο μεγέθους της μεσαίας επιχείρησης.
Το κριτήριο του τομέα καλύπτει ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων (πχ ενέργεια, μεταφορές, υγεία, τραπεζικές υπηρεσίες, ψηφιακές υποδομές και πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών). Τομείς που υπό την προηγούμενη Οδηγία NIS έμεναν εκτός (όπως η παραγωγή και διανομή τροφίμων, η διαχείριση αποβλήτων, η παρασκευή χημικών προϊόντων, ο κατασκευαστικός τομέας και οι ταχυδρομικές υπηρεσίες), τώρα υπάγονται. Πολλές μεσαίες επιχειρήσεις εμπίπτουν πλέον στο πεδίο εφαρμογής, χωρίς να το έχουν αντιληφθεί.
Το κριτήριο του μεγέθους παραπέμπει στον ορισμό της μεσαίας επιχείρησης κατά τη σύσταση 2003/361/ΕΚ (απασχόληση τουλάχιστον 50 ατόμων ή ετήσιος κύκλος εργασιών άνω των 10 εκατ. ευρώ). Ωστόσο, ορισμένες κατηγορίες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών εμπιστοσύνης, τα μητρώα ονομάτων τομέα ανωτάτου επιπέδου, οι πάροχοι υπηρεσιών DNS και οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Στις περιπτώσεις αυτές, ακόμη και μια πολύ μικρή εταιρεία υπάγεται πλήρως.
Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες που καλύπτει ο Κανονισμός DORA (Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554) εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις διαχείρισης κινδύνων και αναφοράς της NIS2, καθώς ο DORA λειτουργεί ως ειδικότερο νομικό πλαίσιο και θεσπίζει αυστηρότερες απαιτήσεις για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Μια τράπεζα ή ασφαλιστική επιχείρηση συμμορφώνεται με το πλαίσιο του DORA, όχι με εκείνο της NIS2.
Ζητήματα προκύπτουν σε επιχειρήσεις με μεικτές δραστηριότητες, ομιλικές δομές με θυγατρικές σε διαφορετικούς τομείς ή εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες υποστήριξης σε υπόχρεες οντότητες, οι αποίες χρειάζονται κατά περίπτωση νομική κρίση για να προσδιοριστεί αν και υπό ποια ιδιότητα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής.
Βασική ή σημαντική οντότητα: τι αλλάζει στην πράξη;
Η διάκριση μεταξύ βασικής (essential) και σημαντικής (important) οντότητας καθορίζει α) την ένταση της εποπτείας και β) το ύψος των κυρώσεων. Οι βασικές οντότητες υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία και υψηλότερα ανώτατα πρόστιμα. Οι σημαντικές οντότητες υπόκεινται σε κατασταλτική εποπτεία και χαμηλότερα ανώτατα όρια. Η ορθή κατάταξη επηρεάζει άμεσα την έκθεση της επιχείρησης σε κίνδυνο.
Η κατάταξη προκύπτει από τον τομέα δραστηριότητας και το μέγεθος, όπως ορίζονται στα Παραρτήματα του νόμου. Ωστόσο, για επιχειρήσεις που λειτουργούν σε περισσότερους του ενός τομείς, η κατάταξη μπορεί να μεταβάλλεται ανά δραστηριότητα και να καθορίζει διαφορετικό επίπεδο υποχρεώσεων για διαφορετικά τμήματα της ίδιας οντότητας.
Ποιες υποχρεώσεις ενεργοποιεί η υπαγωγή;
Η υπαγωγή ενεργοποιεί τέσσερις δέσμες υποχρεώσεων:
Πρώτον, τη λήψη τεχνικών, επιχειρησιακών και οργανωτικών μέτρων διαχείρισης κινδύνων κατά το άρθρο 15 του Ν. 5160/2024.
Δεύτερον, την αναφορά σημαντικών περιστατικών σε αυστηρές προθεσμίες.
Τρίτον, τον ορισμό Υπεύθυνου Ασφάλειας.
Τέταρτον, την εγγραφή στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας.
Τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων εξειδικεύονται από την ΚΥΑ 1689/2025, που θέσπισε το Εθνικό Πλαίσιο Απαιτήσεων Κυβερνοασφάλειας. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πολιτικές ανάλυσης και διαχείρισης κινδύνων, διαχείριση περιστατικών, επιχειρησιακή συνέχεια, ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού, κρυπτογράφηση, έλεγχο πρόσβασης και πολυπαραγοντική ταυτοποίηση. Το πλαίσιο απαιτεί τα μέτρα να είναι αναλογικά προς τον βαθμό έκθεσης της οντότητας σε κίνδυνο.
Επίσης, η αναφορά περιστατικών ακολουθεί πολυεπίπεδη προσέγγιση. Η οντότητα οφείλει έγκαιρη προειδοποίηση εντός 24 ωρών από τη στιγμή που αντιλήφθηκε το σημαντικό περιστατικό, πλήρη ενημέρωση εντός 72 ωρών, ενδιάμεση έκθεση κατά την αντιμετώπιση και τελική έκθεση εντός ενός μηνός. Η μη τήρηση των προθεσμιών συνιστά αυτοτελή παράβαση, ανεξάρτητα από την έκβαση του ίδιου του περιστατικού.
Σημειώνεται ότι ο ορισμός Υπεύθυνου Ασφάλειας Συστημάτων Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΥΑΣΠΕ) διαφέρει νομικά από τον Υπεύθυνο Προστασίας Δεδομένων (DPO) του GDPR. Ο πρώτος εστιάζει στην ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών, ο δεύτερος στη νομιμότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων.
Σε πολλές επιχειρήσεις οι δύο ρόλοι συνυπάρχουν με διακριτές αρμοδιότητες και η σύγχυσή τους δημιουργεί κενά συμμόρφωσης. Η NIS2 αποτελεί το πλαίσιο ενός ευρύτερου ψηφιακού κανονιστικού πλαισίου, στο οποίο εντάσσονται επίσης ο Κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη και η νομοθεσία προστασίας δεδομένων.
Τι ευθύνη φέρει προσωπικά η διοίκηση;
Η ευθύνη δεν περιορίζεται στην οντότητα. Τα διοικητικά όργανα εγκρίνουν τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων κυβερνοασφάλειας και εποπτεύουν την εφαρμογή τους, κατά το άρθρο 20 της Οδηγίας 2022/2555. Η παράλειψη αυτού του καθήκοντος επισύρει προσωπική ευθύνη των μελών της διοίκησης, πέρα από το διοικητικό πρόστιμο που βαρύνει την ίδια την επιχείρηση.
Πρακτικά, η υποχρέωση σημαίνει ότι η κυβερνοασφάλεια παύει να είναι αποκλειστικά ζήτημα του τμήματος πληροφορικής και ανάγεται σε καθήκον επιμέλειας της διοίκησης. Τα μέλη οφείλουν να παρακολουθούν σχετική κατάρτιση και να είναι σε θέση να αξιολογούν τους κινδύνους και την επάρκεια των μέτρων. Η τυπική ανάθεση σε τρίτο πάροχο δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την ευθύνη εποπτείας.
Η μετάβαση από τη συλλογική ευθύνη της οντότητας στην προσωπική ευθύνη των μελών της διοίκησής της, έχει συγκεκριμένες συνέπειες ως προς την τεκμηρίωση. Η καταγραφή των εγκρίσεων, η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών και η τεκμηρίωση της παρακολούθησης των μέτρων αποκτούν διαφορετική σημασία σε περίπτωση ελέγχου.
Πώς κατανέμεται συμβατικά ο κίνδυνος της αλυσίδας εφοδιασμού;
Η ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού είναι ρητή υποχρέωση της υπόχρεης οντότητας κατά το άρθρο 21 της Οδηγίας 2022/2555. Η επιχείρηση οφείλει να αξιολογεί τους προμηθευτές της από την άποψη της κυβερνοασφάλειας και να κατανέμει τον σχετικό κίνδυνο. Η κατανομή αυτή γίνεται κατά κύριο λόγο συμβατικά, μέσω ρητρών που μετακυλίουν συγκεκριμένες απαιτήσεις στους τρίτους.
Η εμπειρία από υποθέσεις συμβατικής κατανομής κινδύνου με προμηθευτές δείχνει ότι οι τυποποιημένοι όροι σπάνια επαρκούν όταν ο προμηθευτής έχει πρόσβαση σε κρίσιμα συστήματα ή δεδομένα. Οι ουσιαστικές ρήτρες πρέπει να περιλαμβάνουν απαιτήσεις ασφαλείας με συγκεκριμένο περιεχόμενο, δικαίωμα ελέγχου της συμμόρφωσης του προμηθευτή, υποχρέωση άμεσης ενημέρωσης για περιστατικά που τον αφορούν και κατανομή της ευθύνης για ζημία που προέρχεται από αδυναμία στην πλευρά του.
Κάθε μία από τις παραπάνω ρήτρες απαιτεί ad hoc διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη σχέση. Η αόριστη αναφορά σε «συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία» δεν μεταφέρει ουσιαστικά τον κίνδυνο. Όταν η ίδια η επεξεργασία αφορά προσωπικά δεδομένα, η συμβατική κάλυψη πρέπει να συντονίζεται με τη σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 του GDPR, ώστε οι δύο δέσμες υποχρεώσεων να μην αφήνουν κενά.
Τι κίνδυνο επιφέρει η μη συμμόρφωση;
Η μη συμμόρφωση επισύρει κλιμακούμενες κυρώσεις. Πέρα από τα διοικητικά πρόστιμα, η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας μπορεί να εκδώσει εντολές συμμόρφωσης με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, να επιβάλει περιορισμούς στη λειτουργία συστημάτων, να διατάξει διακοπή λειτουργίας υποδομής και να δημοσιοποιήσει τις παραβάσεις. Η βαρύτητα της κύρωσης συναρτάται με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης.
Το ύψος των προστίμων κλιμακώνεται βάσει της σοβαρότητας της παράβασης, της τυχόν υποτροπής, του βαθμού συνεργασίας με τις αρχές και των μέτρων που λήφθηκαν για την άμεση διόρθωση. Η έγκαιρη και τεκμηριωμένη ανταπόκριση σε ένα περιστατικό μπορεί να λειτουργήσει ελαφρυντικά, ενώ η απόκρυψη ή η καθυστερημένη αναφορά επιβαρύνει τη θέση της οντότητας.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η περίπτωση που το περιστατικό αφορά και προσωπικά δεδομένα. Όταν κυβερνοεπίθεση οδηγεί σε διαρροή δεδομένων ενεργοποιεί σωρευτικά τις υποχρεώσεις της NIS2 και του GDPR, με χωριστές προθεσμίες αναφοράς προς διαφορετικές αρχές και κίνδυνο διπλής κύρωσης. Ο συντονισμός της απόκρισης απαιτεί προηγούμενη συμμόρφωση με τον GDPR, ώστε οι δύο ροές υποχρεώσεων να αντιμετωπίζονται ενιαία και όχι αποσπασματικά.
Συχνές ερωτήσεις
Ποιους αφορά η NIS2;
Η NIS2 αφορά μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς υψηλής ή σημαντικής κρισιμότητας των Παραρτημάτων Ι και ΙΙ του Ν. 5160/2024, καθώς και ορισμένες κατηγορίες παρόχων που υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους. Δεν αφορά κατά κανόνα τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, εκτός αν εμπίπτουν σε κατηγορία που υπάγεται ανεξαρτήτως μεγέθους.
Ποια είναι η προθεσμία συμμόρφωσης και υπάρχει παράταση;
Οι υποχρεώσεις απορρέουν ήδη από τον Ν. 5160/2024 και την ΚΥΑ 1689/2025, με προθεσμίες εγγραφής στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας που έχουν ήδη παρέλθει για τις πρώτες κατηγορίες υπόχρεων. Οι κατά καιρούς παρατάσεις αφορούν συγκεκριμένες ομάδες οντοτήτων. Η μη εγγραφή δεν αναστέλλει τις ουσιαστικές υποχρεώσεις διαχείρισης κινδύνων και αναφοράς περιστατικών.
Πώς ελέγχει μια επιχείρηση αν υπάγεται;
Ο έλεγχος υπαγωγής γίνεται σε δύο βήματα: αρχικά εξετάζεται αν η κύρια ή δευτερεύουσα δραστηριότητα εμπίπτει σε τομέα των Παραρτημάτων του νόμου και, στη συνέχεια, αν η επιχείρηση υπερβαίνει το όριο της μεσαίας επιχείρησης ή ανήκει σε κατηγορία που υπάγεται ανεξαρτήτως μεγέθους. Σε σύνθετες περιπτώσεις μεικτών δραστηριοτήτων ή ομιλικών δομών απαιτείται εξατομικευμένη νομική αξιολόγηση.
Τι ισχύει για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις;
Κατά κανόνα οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν υπάγονται στις υποχρεώσεις της NIS2. Ωστόσο υπάρχουν επιχειρήσεις οι οποίες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών εμπιστοσύνης ή DNS. Επιπλέον, μικρή επιχείρηση που είναι προμηθευτής υπόχρεης οντότητας ενδέχεται να δεσμεύεται έμμεσα μέσω συμβατικών απαιτήσεων.
Πρακτικές επισημάνσεις
Έλεγχος υπαγωγής: Το πρώτο βήμα είναι ο προσδιορισμός αν και υπό ποια ιδιότητα υπάγεται η επιχείρηση. Λανθασμένη παραδοχή υπαγωγής οδηγεί είτε σε περιττό κόστος συμμόρφωσης είτε, χειρότερα, σε έκθεση σε κυρώσεις.
Διάκριση NIS2 και DORA από την αρχή: Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες δεν εφαρμόζουν τη NIS2 αλλά τον DORA. Η εσφαλμένη ταξινόμηση οδηγεί σε εφαρμογή λάθος πλαισίου και σε κενά συμμόρφωσης.
Η ευθύνη της διοίκησης τεκμηριώνεται: Η έγκριση και εποπτεία των μέτρων από τα διοικητικά όργανα πρέπει να αποτυπώνεται εγγράφως. Η τεκμηρίωση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία σε περίπτωση ελέγχου ή περιστατικού.
Συμβατική θωράκιση της αλυσίδας εφοδιασμού: Οι σχέσεις με προμηθευτές που έχουν πρόσβαση σε κρίσιμα συστήματα χρειάζονται ειδικές ρήτρες ασφαλείας, ελέγχου και κατανομής ευθύνης, συντονισμένες με τις υποχρεώσεις του GDPR.
Ενιαία αντιμετώπιση περιστατικού με διπλή διάσταση: Όταν ένα περιστατικό αφορά και προσωπικά δεδομένα, οι προθεσμίες και οι αρχές της NIS2 και του GDPR τρέχουν παράλληλα. Ο σχεδιασμός της απόκρισης πρέπει να καλύπτει και τις δύο ροές ταυτόχρονα.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Κυβερνοασφάλεια και την υπαγωγή μιας επιχείρησης στη NIS2 .
Γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται όσες ελλείπει, κατ’ αρχήν, το στοιχείο της αντιδικίας και έχουν ως αντικείμενο την δημοσίου δικαίου αξίωση του αιτούντος κατά της πολιτείας να προβεί στην επιδιωκόμενη διαπίστωση ή διάπλαση.
Αντίθετα, μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται οι γνήσιες ιδιωτικού δικαίου διαφορές, όπου εμφανίζεται κανονικά το στοιχείο της αντιδικίας, οι οποίες κατά παραπομπή του νόμου εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ.
Γνήσιες Υποθέσεις Εκούσιας Δικαιοδοσίας
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 και 753 KΠολΔ προκύπτει, ότι η έννοια του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ελαστικότητα της διαδικασίας, έχει άλλο περιεχόμενο από ό,τι έχει στο πεδίο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας
Τούτο, διότι στη διαδικασία αυτή δεν υφίσταται, κατά κανόνα, αντιδικία και για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν αντιδικούντα πρόσωπα, αλλά πρόσωπα που “ενδιαφέρονται” θετικώς ή αρνητικώς ως προς τη ρύθμιση που θα αποφασιστεί και που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.
Τα πρόσωπα αυτά αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου:
με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας,
με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστηρίου,
με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης ,
με την προσεπίκλησή τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο .
Έτσι, ο καθού η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη.
Ένδικα Μέσα
Επομένως, ως μη διάδικος, σε περίπτωση που η απόφαση είναι εκκλητή δεν έχει δικαίωμα έφεσης κατά της απόφασης που θα εκδοθεί, αλλά σε κάθε περίπτωση, αν η απόφαση αυτή προκαλεί σε αυτόν βλάβη ή εκθέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του, μπορεί να την τριτανακόψει (ΑΠ 429/2024).
Ούτε άλλωστε, ο από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ορισμός, κατά την κατάθεση της αίτησης, απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίησή της στον Εισαγγελέα και στους καθών για να ασκήσουν παρέμβαση ή να προστατεύσουν κατά άλλο, ενδεχομένως, τρόπο τα πιθανά συμφέροντα τους, συνιστά ή μπορεί να αναπληρώσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ.3 ΚΠολΔ κλήτευση, με διαταγή του αρμόδιου δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, ώστε να προσδίδει στον καθού η αίτηση ιδιότητα διαδίκου.
Δεδικασμένο
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 778 του ΚΠολΔ. “Αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατό να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 781“.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αναφερόμενη σε αυτή δεσμευτική ισχύς, εκδηλώνεται τόσο αρνητικά, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αίτησης, εκτός αν στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά, όσο και θετικά με την έννοια της δέσμευσης κάθε τρίτου προσώπου, ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, χωρίς η έναντι τρίτων δεσμευτική αυτής ισχύς να εμποδίζει όποιον δεν συμμετείχε στη διαδικασία, να προστατεύσει τυχόν προσβαλλόμενο δικαίωμά του, αν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, με την άσκηση τριτανακοπής.
Μη Γνήσιες ΥποθέσειςΕκούσιας Δικαιοδοσίας
Οι μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, αφορούν κυρίως διαφορές διαπλαστικού χαρακτήρα, τις οποίες ο νομοθέτης για λόγους σκοπιμότητας υπάγει προς εκδίκαση στην εκούσια δικαιοδοσία, αντί της περισσότερο δύσκαμπτης διαδικασίας της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
Είναι, δηλαδή, εκείνες όπου απαντάται το στοιχείο της διαφοράς και αν δεν είχαν από το νομοθέτη υπαχθεί στη διαδικασία αυτή, που προτιμήθηκε λόγω της ελαστικότητάς της, θα δικάζονταν με την κατ’ αντιδικία διαδικασία (ΑΠ 564/2021).
Στις μη γνήσιες υποθέσεις, ενδεικτικά, περιλαμβάνονται:
Τέλος, οι μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας υπάγονται σε διαμεσολάβηση, δεδομένου ότι εισάγουν ιδιωτικές διαφορές και τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους.
Έτσι, στις περιπτώσεις αυτές, ήτοι των μη γνήσιων υποθέσεων θα πρέπει για το παραδεκτό της συζήτησής τους να προσκομίζεται στο Δικαστήριο το προβλεπόμενο στην παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 4640/2019 έγγραφο ενημέρωσης.
Σε περίπτωση, πάντως, μη προσκομιδής του σχετικού ενημερωτικού εγγράφου γίνεται δεκτό ότι το Δικαστήριο μπορεί να καλέσει το διάδικο να το προσκομίσει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 227 ΚΠολΔ, ενώ η τυχόν μη έγκαιρη ενημέρωση του διαδίκου (ήτοι ενημέρωση μετά την κατάθεση της αγωγής) εκτιμάται ότι δεν συνεπάγεται δικονομικές συνέπειες, αφού ο νομοθέτης περιόρισε την εμβέλεια του απαραδέκτου αποκλειστικά στην περίπτωση της μη προσκομιδής του ενημερωτικού εγγράφου.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.
Δικαίωμα υψούν είναι η πρόβλεψη του δικαιώματος της επέκτασης της οικοδομής προς τα άνω.
Μεταβίβαση του δικαιώματος υψούν είναι η μεταβίβαση της αέρινης στήλης του διαμερίσματος που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο δικαίωμα υψούν.
Ο Νόμος 3741/1929 Περί Οροφοκτησίας
Ειδικότερα, από τη διάταξη του ο άρθρου 8 § 1 του ν. 3741/1929 “περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους“ προκύπτει ότι το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής, είτε προς τα άνω με την προσθήκη νέων ορόφων (“δικαίωμα υψούν”), είτε προς τα κάτω με την ανόρυξη υπογείου ή προς τα πλάγια με την ανέγερση νέας πτέρυγας, ανήκει από κοινού σε όλους τους συνιδιοκτήτες του εδάφους.
Το συγκεκριμένο δικαίωμα επεκτάσεως, δεν έχει βέβαια το χαρακτήρα εμπραγμάτου δικαιώματος αλλά απλώς εξουσία προς κατάκτηση στο μέλλον και εκμετάλλευση του σκοπούμενου χώρου και μελλοντική κτήση του αντίστοιχου εμπράγματου δικαιώματος.
Τον προς ανοικοδόμηση απλώς προοριζόμενο χώρο ο νόμος δεν χαρακτηρίζει ως αντικείμενο ιδιοκτησίας, αλλά ως αγαθό εκμεταλλεύσιμο με την άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως, το οποίο παρέχεται ως συνέπεια των εξουσιών, που απορρέουν από το δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας που υφίσταται επί του εδάφους.
Δηλαδή, επί οριζόντιας ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, η οποία αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.
Και είναι μεν δυνατόν να συμφωνηθεί, με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, ότι το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής θα ανήκει σε ορισμένους ή και σε ένα μόνο από τους περισσότερους συνιδιοκτήτες του εδάφους, πλην όμως και στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα της επεκτάσεως εμφανίζεται ως συνέπεια, του υφιστάμενου δικαιώματος συνιδιοκτησίας επί του εδάφους.
Δηλαδή το δικαίωμα υψούν είναι παρεπόμενο του δικαιώματος της συνιδιοκτησίας, άλλως είναι εξουσία που εμπεριέχεται στο δικαίωμα της συνιδιοκτησίας, το οποίο έχει ο δικαιούχος επί του εδάφους (ΕφΠειρ 222/2024).
Έτσι, το δικαίωμα υψούν δεν νοείται, ως δικαίωμα κυριότητας αλλά ως εξουσία όλων των συνδιοκτητών ή μερικών εξ αυτών κατά τη συμφωνία των μερών, απορρέουσα από το δικαίωμα της κυριότητας ή συγκυριότητας τους στο έδαφος της υφιστάμενης οικοδομής.
Μετά την ανέγερσή του, ο νέος όροφος περιέρχεται στον δικαιούχο της επεκτάσεως, κατ’ αποκλειστική κυριότητα νομή και κατοχή και με το ανάλογο ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής.
Εωσότου κατασκευασθεί ο νέος όροφος, το ως άνω “ηλιακό δώμα” (ταράτσα), ανήκει κατά συγκυριότητα και χρήση σε όλους από κοινού τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων.
Σε καμία περίπτωση το δικαίωμα υψούν δεν παρέχει στον δικαιούχο την εξουσία αποκλειστικής χρήσεως του ακαλύπτου δώματος, προ της σκεπάσεως του ακαλύπτου χώρου διά της υλοποιήσεως του μελλοντικού ορόφου.
Δηλαδή, στην οριζόντια ιδιοκτησία που συνιστάται με αυτόν τον τρόπο, ο οροφοκτήτης αποκτά αφενός δικαίωμα προσδοκίας πλήρους κυριότητας επί του μελλοντικού ορόφου, το οποίο τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τούτου, και αφετέρου, αυτοδικαίως, δικαίωμα αναγκαστικής συγκυριότητας, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα κοινά μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το έδαφος, οι αυλές και η στέγη (δώμα – ταράτσα), κλπ.
Αυθαιρεσίες, Νομιμοποίηση και Τακτοποίηση
Η άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως της οικοδομής καθ’ ύψος προϋποθέτει την τήρηση των σχετικών διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας.
Επομένως, για να είναι νόμιμη η άσκηση του δικαιώματος υψούν από το συνιδιοκτήτη του ενιαίου οικοπέδου, στον οποίο χορηγήθηκε με την κοινή συμφωνία όλων των λοιπών συνιδιοκτητών διά της συστατικής πράξεως που έχει μεταγραφεί, και αυτός να καταστεί αποκλειστικά κύριος του νέου κτίσματος άνωθεν του δώματος, πρέπει η κατασκευή αυτού να γίνει με την τήρηση των πολεοδομικών διατάξεων.
Τούτο διότι, σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή η προσθήκη του κτίσματος γίνει αυθαιρέτως κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων, ο φορέας του άνω δικαιώματος δεν αποκτά αποκλειστική επ’ αυτού κυριότητα και οι λοιποί συνιδιοκτήτες εξακολουθούν να έχουν το δικαίωμα της αναγκαστικής συγκυριότητας, συγκατοχής και συγχρήσεως όλου του (κοινοχρήστου) χώρου του δώματος.
Ωστόσο, αν με νεότερη νομοθετική ρύθμιση παρασχεθεί η δυνατότητα νομιμοποιήσεως του αυθαιρέτου κτίσματος και ο έχων ανεγείρει τούτο τηρήσει τις προβλεπόμενες από τη ρύθμιση αυτή προϋποθέσεις νομιμοποιήσεως, τότε η άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως καθ’ ύψος της οικοδομής από τον δικαιούχο είναι επιτρεπτή, αφού το ανεγερθέν κτίσμα απέβαλε το χαρακτήρα του αυθαιρέτου και κατέστη νόμιμο (ΑΠ 220/2013).
Κατά συνέπεια, μόνο μετά τη νομιμοποίηση του αυθαιρέτου κτίσματος, ο έχων το δικαίωμα επεκτάσεως καθ’ ύψος της οικοδομής αποκτά αποκλειστική κυριότητα επί του κτίσματος και του υπ’ αυτού καταλαμβανομένου χώρου του δώματος.
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ
Φόρος Μεταβίβασης
Με την 1079551/105/Γ0013/1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, όπως ισχύει, ορίσθηκε ο τύπος και το περιεχόμενο των φύλλων υπολογισμού φορολογητέας αξίας ακινήτων.
Σύμφωνα την παραπάνω απόφαση (σε συνδυασμό με την 1067780/82/Γ0013/1994), ο φόρος μεταβίβασης του δικαιώματος υψούν υπολογίζεται κατά τρόπον ανάλογο προς την αξία υπολειπομένου ποσοστού οικοπέδου, βάσει του Φύλλου Υπολογισμού Αξίας Ακινήτου – Οικόπεδο.
Οι εν λόγω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας του δικαιώματος υψούν, βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων, δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα, κατά πάγια νομολογία του ΣτΕ, εφόσον η φορολογούμενη ύλη δεν είναι πλασματική, αλλά πραγματική. Τούτο δε ενόψει του ότι οι διατάξεις αυτές δεν θεσπίζουν αμάχητο τεκμήριο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας του δικαιώματος υψούν (ΣτΕ 315-6/2023 7μ.).
Φόρος Κληρονομιάς
Σύμφωνα με την πρόσφατη 1045/2024 Απόφαση του ΣτΕ, το δικαίωμα υψούν διαφέρει από το δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί ενός αδόμητου οικοπέδου.
Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, τ οδικαίωμα υψούν δεν αντιστοιχεί σε δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του δώματος, αλλά μόνον σε ποσοστό της αναλογίας (του δώματος) επί του οικοπέδου και σε απλό δικαίωμα προσδοκίας ως προς τους τυχόν ανεγερθησομένους ορόφους, η κατασκευή, μάλιστα, των οποίων εξαρτάται από τα νομικά και πραγματικά δεδομένα του υφισταμένου κτιρίου.
Επομένως, τα εν λόγω ειδικά χαρακτηριστικά του δικαιώματος υψούν πρέπει να συνυπολογίζονται, κατά τον καθορισμό της φορολογητέας αξίας του, σε περίπτωση μεταβιβάσεως του δικαιώματος αιτία θανάτου.
Τούτο, δε, προκειμένου να αποτυπώνεται η πραγματική αξία του κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας.
Δηλαδή, η φορολογητέα αξία του δικαιώματος υψούν πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματική, κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αύξηση της φοροδοτικής ικανότητας του κληρονόμου και όχι σε ενδεχόμενη αύξηση αυτής, υπό προϋποθέσεις οι οποίες ενδέχεται να διαμορφωθούν σε μελλοντικό χρονικό διάστημα.
Ενόψει των ανωτέρω, σε περίπτωση μεταβιβάσεως αιτία θανάτου πρέπει (μεταξύ άλλων) να λαμβάνονται υπόψη, για τον υπολογισμό της φορολογητέας αξίας του εν λόγω ιδιαίτερου δικαιώματος, τα αντιστοιχούντα χιλιοστά αναγκαστικής συνιδιοκτησίας επί του εδάφους, όπως προσδιορίζονται στην υφιστάμενη, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Τούτο ισχύει ακόμη και όταν η σχετική αναγραφή δεν αντιστοιχεί στην αναλογία μεταξύ του εμβαδού των προβλεπομένων ορόφων και της εκτάσεως του οικοπέδου (ανακρίβεια η οποία, λόγω της φύσεως του δικαιώματος υψούν ως δικαιώματος προσδοκίας, δεν συνιστά, πάντως, πλημμέλεια της πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας).
Δηλαδή, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη, για τον καθορισμό της φορολογητέας αξίας του δικαιώματος υψούν, τα χιλιοστά αναγκαστικής συνιδιοκτησίας όπως αυτά ενδέχεται να προσδιορισθούν μεταγενέστερα (προς αποκατάσταση της ανακρίβειας / πραγματικής αναλογίας, η οποία θα προκύψει), είτε με νέα πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας κατόπιν συμφωνίας των συνιδιοκτητών είτε, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους, με δικαστική απόφαση.
Περαιτέρω, το δικαίωμα της επεκτάσεως της οικοδομής προς τα άνω, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του εδάφους, δύναται να αφορά και σε περισσότερους ορόφους μέχρι του επιτρεπομένου από τον Γ.Ο.Κ. και από τους ειδικούς νόμους ύψους και αναλόγως προς τη στατική κατάσταση της υφιστάμενης οικοδομής,
Επομένως, κατά τον ανωτέρω υπολογισμό της πραγματικής / φορολογητέας αξίας του εν λόγω δικαιώματος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον οι ειδικές πολεοδομικές διατάξεις που τυχόν δεσμεύουν το συγκεκριμένο ακίνητο (όπως προβλέπεται στο Φύλλο Υπολογισμού του Εντύπου 3), αλλά και οι λοιπές, ισχύουσες κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, διατάξεις (του Γ.Ο.Κ., του αντισεισμικού κανονισμού κ.ά.), εάν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δεν επιτρέπεται, ενόψει της καταστάσεως του υπάρχοντος κτίσματος, η ανέγερση των επιπλέον ορόφων σε αυτό (π.χ. διότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, το υφιστάμενο κτίσμα δεν πληροί τις προβλεπόμενες από τις εν λόγω διατάξεις προϋποθέσεις στατικής επάρκειας που επιτρέπουν την ανέγερση επιπλέον ορόφων).
Διαδικασία Αμφισβήτησης Φόρου
Σε περίπτωση μεταβιβάσεως αιτία θανάτου του δικαιώματος υψούν, ο υπόχρεος σε φόρο αναγράφει στην οικεία φορολογική δήλωση την αντικειμενικώς προσδιοριζόμενη, βάσει του άρθρου 10 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, αξία του δικαιώματος υψούν, σύμφωνα με το Φύλλο Υπολογισμού Αξίας Ακινήτου – Οικόπεδο (Έντυπο 3).
Εάν, όμως, θεωρεί την προκαθορισμένη αξία μεγαλύτερη από την αγοραία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας με βάση τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 10 της ενότητας Β του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών.
Σημειώνεται ότι, με την προσφυγή αυτή, ο φορολογούμενος δεν αρκεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της κανονιστικής ρυθμίσεως, αλλά πρέπει να προβάλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς ότι η εφαρμοσθείσα κανονιστική ρύθμιση οδηγεί σε καθορισμό αξίας του κληρονομιαίου δικαιώματος που είναι (ουσιωδώς) μεγαλύτερη από την πραγματική αγοραία αξία του, συνοδευόμενους και από έγγραφα, πρόσφορα στοιχεία για την τεκμηρίωσή του, καθώς και να διατυπώσει συγκεκριμένο αίτημα ως προς το ύψος στο οποίο πρέπει να καθορισθεί η εν λόγω αγοραία αξία.
Τους ισχυρισμούς αυτούς πρέπει να εξετάσει, κατ’ αρχάς, η αρμόδια για την ενδικοφανή προσφυγή διοικητική αρχή, αφού, μεταξύ άλλων, ακούσει και τις απόψεις της φορολογικής αρχής.
Τέλος, εάν η ενδικοφανής προσφυγή απορριφθεί ρητώς ή σιωπηρώς με την πάροδο της νόμιμης προς απόφανση προθεσμίας, το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο πρέπει να καθορίσει τελικώς τη φορολογητέα αξία για την επιβολή του φόρου κληρονομίας.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το δικαίωμα υψούν.
Η εξάλειψη είναι η διαγραφή της υποθήκης από το βιβλίο υποθηκών, η οποία γίνεται με πράξη του υποθηκοφύλακα.
Ειδικότερα, η υποθήκη, όπως και το ενέχυρο, είναι δικαίωμα παρεπόμενο, καθώς υπάρχει υπέρ ορισμένης έγκυρης απαιτήσεως. Η εξασφάλιση της απαιτήσεως, δηλαδή, αποτελεί την αιτία για την κτήση του δικαιώματος.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 1281 ΑΚ, η υποθήκη είναι δικαίωμα αδιαίρετο, δηλαδή αποκτάται σε ολόκληρο το ακίνητο ή και σε ιδανική μερίδα του, ακόμη και αν η απαίτηση που ασφαλίζει είναι διαιρετή.
Επομένως, για να επιφέρει η απόσβεση της απαιτήσεως και την απόσβεση της υποθήκης (και, συνακολούθως, να στηρίξει αγωγή περί εξαλείψεως), απαιτείται η απόσβεση να είναι ολοσχερής, διότι εάν απέμεινε έστω και μικρό υπόλοιπο χρέους, η υποθήκη δεν αποσβένυται, λόγω ακριβώς του αδιαιρέτου χαρακτήρα αυτής.
Περαιτέρω, είναι δυνατή η σύσταση υποθήκης στην ψιλή κυριότητα, σε οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, σε εξ αδιαιρέτου δικαίωμα συγκυριότητας, ακόμη και στο δικαίωμα υψούν.
Νομοθεσία
Κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 1317 έως 1329) προκύπτει ότι η απόσβεση της απαίτησης, με οποιονδήποτε τρόπο, επιφέρει και την απόσβεση της υποθήκης.
Απόσβεση της υποθήκης επέρχεται επίσης:
με την ολοσχερή εξαφάνιση του ενυποθήκου κτήματος,
με την παραίτηση του δανειστή,
με τον πλειστηριασμό του ενυποθήκου κτήματος και την καταβολή του εκπλειστηριάσματος,
με την παρέλευση της προθεσμίας με την οποία είχε παραχωρηθεί η υποθήκη.
Περαιτέρω, η παραίτηση από το δικαίωμα της υποθήκης γίνεται με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, ενώ με την παραγραφή της απαίτησης επέρχεται απόσβεση της υποθήκης. Επίσης, η υποθήκη αποσβήνεται όταν ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα της υποθήκης.,
Τέλος, οι υποθήκες που έχουν εγγραφεί, εξαλείφονται από το βιβλίο υποθηκών είτε με τη συναίνεση του δανειστή είτε με τελεσίδικη απόφαση, ενώ η συναίνεση του δανειστή για την εξάλειψη γίνεται με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση.
Εξάλλου, αν ο δανειστής δεν συναινεί στην εξάλειψη, αυτή τη διατάζει το δικαστήριο, ύστερα από αγωγή όποιου έχει έννομο συμφέρον. Το δικαστήριο διατάζει την εξάλειψη, αν η υποθήκη έχει αποσβεσθεί ή η εγγραφή της είναι άκυρη.
Η εγγραφή είναι άκυρη:
εάν από αυτή προκύπτει αβεβαιότητα για το πρόσωπο του δανειστή ή του οφειλέτη ή για το ενυπόθηκο ακίνητο ή για το ποσόν της ασφαλιζόμενης απαίτησης
εάν δεν έχει χρονολογία και
αν έγινε με βάση άκυρο τίτλο.
Ερμηνεία
Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι η εξάλειψη γίνεται από τον υποθηκοφύλακα είτε:
μετά από συναίνεση του δανειστή, είτε
με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Άλλοι τρόποι που να οδηγούν στην εξάλειψη της υποθήκης, δεν υπάρχουν.
Σημειώνεται ότι η συναίνεση του δανειστή για την εξάλειψη της υποθήκης δίνεται με μονομερή, μη απευθυντέα και μη ανακλητή δήλωση βουλήσεως, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου που προβλέπεται με ποινή ακυρότητος. Δηλαδή, δεν αρκεί απλώς δημόσιο ή εκτελεστό έγγραφο ούτε επίσης οι δικαστικές εκθέσεις για ομολογία ή συμβιβασμό.
Περαιτέρω, η συναίνεση για την εξάλειψη της υποθήκης δεν πρέπει να συγχέεται με την παραίτηση του δανειστή από το δικαίωμα της υποθήκης που προβλέπεται από το άρθρο 1318 ΑΚ, ως λόγος απόσβεσης της υποθήκης. Τούτο διότι η τελευταία συνιστά εκποιητική δικαιοπραξία εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου και, σε κάθε περίπτωση, υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου
Εξάλειψη Και Διαγραφή Υποθήκης
Εξάλλου, απαραίτητη προϋπόθεση για να επιληφθεί το δικαστήριο είναι η άρνηση της συναίνεσης του δανειστή για εξάλειψη της υποθήκης. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν υπάρχει άρνηση της συναίνεσης του δανειστή, δε γεννιέται το δικαίωμα του ενάγοντα να ζητήσει τη δικαστική διαταγή εξάλειψης της υποθήκης
Σε περίπτωση άρνησης του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης, οι εγγεγραμμένες υποθήκες εξαλείφονται από τα βιβλία υποθηκών, κατόπιν τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, η οποία εκδίδεται. Η τελευταία εκδίδεται αφού ασκήσει σχετική αγωγή ο έχων προς τούτο έννομο συμφέρον, αν η υποθήκη έχει αποσβεσθεί (με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο απόσβεσης της απαίτησης) ή αν η εγγραφή της είναι άκυρη.
Επίσης, γίνεται δεκτό ότι η αγωγή που διώκει την εξάλειψη υποθήκης είναι ενοχική και υπάγεται στο κατά τις γενικές διατάξεις περί καθ’ ύλην αρμοδιότητας δικαστήριο, με βάση το ποσό της ασφαλιζόμενης απαίτησης (ΜΠρΑθ 227/2022).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 29 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, εκτός των άλλων και οι διαφορές που αφορούν σε εμπράγματα δικαιώματα επί του ακινήτου. Επομένως, για την εξάλειψη και διαγραφή υποθήκης, κατά τόπο αρμόδιο είναι το δικαστήριο εκείνο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, επί του οποίου έχει εγγραφεί η υποθήκη, της οποίας ζητείται η εξάλειψη, ανεξάρτητα από τον ενοχικό χαρακτήρα της σχετικής αγωγής. Και τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 973 ΑΚ, η υποθήκη είναι εμπράγματο δικαίωμα.
Τέλος, η αγωγή αυτή για την εξάλειψη υποθήκης δεν απαιτείται να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων, ούτε υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου βάσει του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν.Δ. 1544/1942, ενώ εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την εξάλειψη κα ιδιαγραφή υποθήκης.
Τα κριτήρια ESG (“Environmental, Social, Governance” – “Περιβαλλοντικά, Κοινωνικά, Εταιρικής Διακυβέρνησης”) αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της επιχειρηματικής στρατηγικής και λειτουργίας, καθώς η βιώσιμη ανάπτυξη και η εταιρική υπευθυνότητα μετατρέπονται από προαιρετικές πρακτικές σε νομικές υποχρεώσεις.
Ειδικότερα, η πρόσφατη ενσωμάτωση της Οδηγίας CSRD στην ελληνική νομοθεσία με τον Ν. 5164/2024 σηματοδοτεί μια νέα εποχή για επιχειρήσεις και εταιρείες, καθώς αυτές καλούνται να προσαρμοστούν σε αυστηρότερες απαιτήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας σχετικά με τις επιδόσεις τους σε θέματα βιωσιμότητας.
Επιπλέον, το νέο νομικό πλαίσιο δεν αφορά μόνο τις μεγάλες εισηγμένες εταιρείες, αλλά σταδιακά επεκτείνεται και σε μικρότερες επιχειρήσεις, διαμορφώνοντας ένα νέο τοπίο στο επιχειρείν.
Περαιτέρω, η συμμόρφωση με το νέο νομικό πλαίσιο παρουσιάζει σημαντικές προκλήσεις για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες, λόγω της πολυπλοκότητας του κανονιστικού πλαισίου, της έλλειψης εξειδικευμένης γνώσης και πόρων, καθώς και του κόστους συμμόρφωσης.
Ωστόσο, παρέχει επίσης σημαντικές ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις που υιοθετούν έγκαιρα και αποτελεσματικά τις απαιτήσεις ESG, όπως βελτιωμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενίσχυση της φήμης και της εικόνας τους, προσέλκυση και διατήρηση ταλέντων, καινοτομία, αποδοτικότητα, και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ
Τα κριτήρια ESG αποτελούν ένα πλαίσιο αξιολόγησης των επιχειρήσεων με βάση τις επιδόσεις τους σε τρεις βασικούς πυλώνες: Περιβαλλοντικά, Κοινωνικά και Εταιρικής Διακυβέρνησης.
Περιβαλλοντικά κριτήρια (Environmental)
Αφορούν στην επίδραση της επιχείρησης στο φυσικό περιβάλλον και περιλαμβάνουν παράγοντες όπως οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η ενεργειακή απόδοση, η διαχείριση αποβλήτων, η προστασία της βιοποικιλότητας και η χρήση φυσικών πόρων.
Κοινωνικά κριτήρια (Social)
Αναφέρονται στις σχέσεις της επιχείρησης με τους εργαζομένους, τους προμηθευτές, τους πελάτες και τις κοινότητες στις οποίες δραστηριοποιείται. Περιλαμβάνουν θέματα όπως οι εργασιακές συνθήκες, η υγεία και ασφάλεια, η διαφορετικότητα και συμπερίληψη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η κοινωνική συνεισφορά.
Κριτήρια Εταιρικής Διακυβέρνησης (Governance)
Αφορούν στις πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης, όπως η δομή και σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, η διαφάνεια, η επιχειρηματική ηθική, η συμμόρφωση με τους κανονισμούς, οι πολιτικές αμοιβών και η προστασία των συμφερόντων των μετόχων.
Σημασία
Η σημασία των κριτηρίων ESG έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς επηρεάζουν πλέον καθοριστικά:
Την πρόσβαση σε χρηματοδότηση: Οι επενδυτές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ενσωματώνουν ολοένα και περισσότερο τα κριτήρια ESG στις επενδυτικές τους αποφάσεις, προσφέροντας ευνοϊκότερους όρους σε επιχειρήσεις με υψηλές επιδόσεις βιωσιμότητας.
Τη φήμη και την εικόνα της επιχείρησης: Οι καταναλωτές, οι εργαζόμενοι και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη δείχνουν αυξανόμενη προτίμηση σε εταιρείες που επιδεικνύουν υπεύθυνη συμπεριφορά σε περιβαλλοντικά, κοινωνικά και θέματα διακυβέρνησης. Σύμφωνα με πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα, το 83% των καταναλωτών πιστεύει ότι οι εταιρείες πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στη δημιουργία βέλτιστων πρακτικών ESG, ενώ το 76% δήλωσε ότι θα διέκοπτε τις σχέσεις του με οργανισμούς που αντιμετωπίζουν άσχημα τους εργαζόμενους, τις τοπικές κοινότητες ή το περιβάλλον.
Την ανταγωνιστικότητα και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα: Οι επιχειρήσεις που ενσωματώνουν τα κριτήρια ESG στη στρατηγική τους είναι καλύτερα προετοιμασμένες για την αντιμετώπιση μελλοντικών προκλήσεων και κινδύνων, όπως η κλιματική αλλαγή, οι κοινωνικές αναταραχές και οι αλλαγές στο κανονιστικό περιβάλλον.
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου κανονιστικού πλαισίου για τη βιωσιμότητα, με στόχο την επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία έως το 2050.
Οι βασικοί πυλώνες του ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου για το ESG περιλαμβάνουν:
Οδηγία για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (CSRD)
Η Οδηγία για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (“Corporate Sustainability Reporting Directive” – CSRD) αποτελεί την αναθεώρηση και διεύρυνση της προηγούμενης Οδηγίας για τη Μη Χρηματοοικονομική Πληροφόρηση (“Non-Financial Reporting Directive” – NFRD).
Η CSRD εισάγει αυστηρότερες απαιτήσεις για τη δημοσιοποίηση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών και επεκτείνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής, καλύπτοντας περισσότερες επιχειρήσεις.
Βασικά στοιχεία της CSRD:
Διευρυμένο πεδίο εφαρμογής: Καλύπτει όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις (εισηγμένες και μη) και τις εισηγμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις (με εξαίρεση τις πολύ μικρές).
Λεπτομερέστερες απαιτήσεις αναφοράς: Απαιτεί τη δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους και τις ευκαιρίες βιωσιμότητας, τις επιπτώσεις των δραστηριοτήτων της επιχείρησης στο περιβάλλον και την κοινωνία, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τα θέματα βιωσιμότητας επηρεάζουν την επιχειρηματική στρατηγική και τις επιδόσεις.
Υποχρεωτική εξωτερική διασφάλιση: Εισάγει την υποχρέωση εξωτερικής διασφάλισης των πληροφοριών βιωσιμότητας από ανεξάρτητους ελεγκτές.
Ψηφιακή μορφή αναφοράς: Απαιτεί την υποβολή των εκθέσεων βιωσιμότητας σε ηλεκτρονικό μορφότυπο iXBRL, διευκολύνοντας την πρόσβαση και την ανάλυση των πληροφοριών.
Κανονισμός Taxonomy
Ο Κανονισμός 2020/852 (“Taxonomy”) θεσπίζει ένα σύστημα ταξινόμησης για τον προσδιορισμό των περιβαλλοντικά βιώσιμων οικονομικών δραστηριοτήτων. Αποτελεί ένα βασικό εργαλείο για την καταπολέμηση του “greenwashing” (πρακτικές παραπλανητικής προβολής περιβαλλοντικής υπευθυνότητας) και την προώθηση της διαφάνειας στις επενδύσεις.
Ο Κανονισμός Taxonomy καθορίζει έξι περιβαλλοντικούς στόχους:
Μετριασμός της κλιματικής αλλαγής.
Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και θαλάσσιων πόρων.
Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία.
Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης.
Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων.
Για να χαρακτηριστεί μια οικονομική δραστηριότητα ως περιβαλλοντικά βιώσιμη σύμφωνα με τον Κανονισμό Taxonomy, πρέπει να συμβάλλει ουσιαστικά σε έναν τουλάχιστον από τους παραπάνω στόχους, να μην επιφέρει σημαντική βλάβη σε κανέναν από τους υπόλοιπους και να συμμορφώνεται με ελάχιστες κοινωνικές διασφαλίσεις.
Κανονισμός Γνωστοποιήσεων Αειφορίας (SFDR)
Ο Κανονισμός για τις Γνωστοποιήσεις Αειφορίας στον Τομέα των Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών (Sustainable Finance Disclosure Regulation – SFDR) τέθηκε σε ισχύ το 2021. Στοχεύει στην αύξηση της διαφάνειας σχετικά με τους κινδύνους βιωσιμότητας και τις αρνητικές επιπτώσεις στη βιωσιμότητα στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Ο SFDR απαιτεί από τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους να γνωστοποιούν:
Πώς ενσωματώνουν τους κινδύνους βιωσιμότητας στις επενδυτικές τους αποφάσεις και συμβουλές,
Τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων στους παράγοντες βιωσιμότητας,
Πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας των χρηματοπιστωτικών προϊόντων.
Πακέτο “Omnibus”
Το πακέτο “Omnibus” αποτελεί μια πρόσφατη πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που στοχεύει στη συγχώνευση και απλοποίηση των κανονιστικών ρυθμίσεων για τη βιωσιμότητα..
Η πρωτοβουλία αυτή προέκυψε ως απάντηση στις ανησυχίες σχετικά με την πολυπλοκότητα και το διοικητικό βάρος που επιφέρει το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Βασικά στοιχεία του πακέτου “Omnibus” περιλαμβάνουν:
Μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων που υποχρεούνται να υποβάλλουν εκθέσεις βιωσιμότητας,
Περιορισμό των ευθυνών στην εφοδιαστική αλυσίδα,
Δυνατότητα για εθελοντική υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από επιχειρήσεις που δεν εμπίπτουν στις υποχρεωτικές κατηγορίες.
Μια σημαντική πρόσφατη εξέλιξη είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 3 Απριλίου 2025 για παράταση της εφαρμογής της CSRD κατά δύο έτη για τις εταιρείες που θα είχαν απαίτηση δημοσίευσης από το επόμενο έτος.
Η απόφαση αυτή αποσκοπεί στο να δώσει περισσότερο χρόνο στις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις.
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει προχωρήσει στην ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών οδηγιών για τη βιωσιμότητα στην εσωτερική έννομη τάξη. Η πιο πρόσφατη και σημαντική εξέλιξη είναι η ψήφιση του Νόμου 5164/2024, ο οποίος ενσωματώνει την Οδηγία CSRD στην ελληνική νομοθεσία και το εθνικό δίκαιο.
Νόμος 5164/2024 – Ενσωμάτωση Της Οδηγίας CSRD
Ο Νόμος 5164/2024 θεσπίζει την υποχρέωση κατάρτισης και δημοσίευσης Έκθεσης Βιωσιμότητας για τις επιχειρήσεις που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια.
Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει δείκτες ESG (Περιβαλλοντικούς, Κοινωνικούς και Διακυβέρνησης) που ορίζονται από το Ευρωπαϊκό Πρότυπο Υποβολής Εκθέσεων Βιωσιμότητας (ESRS).
Ο νόμος προβλέπει τη σταδιακή εφαρμογή της υποχρέωσης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, ανάλογα με την κατηγορία και τα χαρακτηριστικά της εκάστοτε επιχείρησης.
Υπόχρεες Εταιρείες Και Επιχειρήσεις
Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2024
Η υποχρέωση εφαρμόζεται σε μεγάλες επιχειρήσεις ή μητρικές επιχειρήσεις μεγάλου ομίλου, οι οποίες είναι οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος και κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους υπερβαίνουν τον μέσο όρο των 500 εργαζομένων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους.
Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2025
Εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις ή μητρικές επιχειρήσεις μεγάλου ομίλου, οι οποίες κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους πληρούν τουλάχιστον δύο από τα τρία αναθεωρημένα κριτήρια του άρθρου 2 του Ν. 4308/2014, δηλαδή
Σύνολο ενεργητικού 25.000.000 ευρώ
Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών 50.000.000 ευρώ
Μέσος όρος απασχολουμένων 250 άτομα
Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2026
Η υποχρέωση επεκτείνεται σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, δηλαδή επιχειρήσεις και εταιρείες που πληρούν τουλάχιστον δύο από τα τρία παρακάτω κριτήρια:
Σύνολο ενεργητικού 5.000.000 ευρώ
Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών 10.000.000 ευρώ
Μέσος όρος απασχολουμένων 50 άτομα
Επιπλέον, περιλαμβάνονται ορισμένα μικρά και μη πολύπλοκα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, εφόσον πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2028
Η εφαρμογή επεκτείνεται σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών με ουσιώδη δραστηριότητα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το νομικό πλαίσιο ESG δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις που υπόκεινται άμεσα στις σχετικές υποχρεώσεις. Επηρεάζει έμμεσα και τις μικρότερες επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος της αλυσίδας του ελληνικού επιχειρείν, καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να απαιτούν πληροφορίες και συμμόρφωση με συγκεκριμένα πρότυπα βιωσιμότητας από τους προμηθευτές και συνεργάτες τους.
Υπόχρεα Πρόσωπα Και Ευθύνη ΔΣ
Σύμφωνα με τον Νόμο 5164/2024, το Διοικητικό Συμβούλιο (ή ο Σύμβουλος – Διαχειριστής) φέρει την ευθύνη για την κατάρτιση και τη δημοσίευση της Έκθεσης Βιωσιμότητας με τον ίδιο βαθμό επιμέλειας και λογοδοσίας που απαιτείται για τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις, την Έκθεση Διαχείρισης και τη Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης.
Το Διοικητικό Συμβούλιο οφείλει να διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των προβλεπόμενων προτύπων υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία.
Επιπλέον, στην ετήσια οικονομική έκθεση πρέπει να περιλαμβάνεται δήλωση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, με την οποία να επιβεβαιώνεται ότι η Έκθεση Διαχείρισης έχει καταρτιστεί σύμφωνα με τα εκάστοτε εφαρμοστέα πρότυπα έκθεσης βιωσιμότητας.
Έκθεση Βιωσιμότητας
Η Έκθεση Βιωσιμότητας πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με:
Το επιχειρηματικό μοντέλο και τη στρατηγική της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της ανθεκτικότητάς της σε κινδύνους που σχετίζονται με θέματα βιωσιμότητας.
Τους στόχους βιωσιμότητας που έχει θέσει η επιχείρηση και την πρόοδο προς την επίτευξή τους.
Τον ρόλο των διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών οργάνων σε σχέση με θέματα βιωσιμότητας.
Τις πολιτικές που εφαρμόζει η επιχείρηση σε σχέση με θέματα βιωσιμότητας.
Τη διαδικασία δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζεται για θέματα βιωσιμότητας.
Τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις, πραγματικές και δυνητικές, που συνδέονται με τις δραστηριότητες της επιχείρησης.
Τις ενέργειες που έχουν ληφθεί για την πρόληψη, τον μετριασμό ή την αποκατάσταση δυσμενών επιπτώσεων.
Τους κύριους κινδύνους για την επιχείρηση που σχετίζονται με θέματα βιωσιμότητας και τον τρόπο διαχείρισής τους.
Βασικούς δείκτες επίδοσης που σχετίζονται με τις παραπάνω πληροφορίες.
Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να παρουσιάζονται σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Υποβολής Εκθέσεων Βιωσιμότητας (ESRS), τα οποία καθορίζουν λεπτομερώς τους δείκτες και τις μεθοδολογίες μέτρησης για κάθε πτυχή του ESG.
Υποχρεώσεις Δημοσίευσης και Διαφάνειας
Οι υπόχρεες επιχειρήσεις πρέπει να συμμορφώνονται με τις παρακάτω υποχρεώσεις δημοσίευσης και διαφάνειας. Ειδικότερα:
Δημοσίευση στο Γ.Ε.ΜΗ.
Όπως προαναφέρθηκε, οι επιχειρήσεις οφείλουν να δημοσιεύουν στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο τα στοιχεία των προσώπων που έχουν οριστεί ως αρμόδια για τη διασφάλιση της υποβολής των εκθέσεων βιωσιμότητας, καθώς και τη γνώμη του ελεγκτή.των προσώπων που έχουν οριστεί ως αρμόδια για τη διασφάλιση της υποβολής των εκθέσεων βιωσιμότητας, καθώς και των σχετικών αλλαγών. Επίσης υποχρεούται να δημοσιεύουν τη γνώμη του ελεγκτή και το πλήρες κείμενο της έκθεσης ελέγχου επί της Έκθεσης Βιωσιμότητας, εντός 20 ημερών από την έγκρισή τους από τη Γενική Συνέλευση.
Ηλεκτρονικός μορφότυπος
Οι επιχειρήσεις που υπάγονται στην υποχρέωση κατάρτισης έκθεσης βιωσιμότητας πρέπει να συντάσσουν την Έκθεση Διαχείρισης σε ηλεκτρονικό μορφότυπο iXBRL, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3 του Κανονισμού 2019/815.
Ειδική αναφορά στη Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης
Στην ετήσια Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης (ΔΕΔ) πρέπει να περιλαμβάνεται ειδική αναφορά ότι η υποβολή της Έκθεσης Βιωσιμότητας ενσωματώνει όλες τις πληροφορίες που καταδεικνύουν τη συνεκτίμηση παραγόντων όπως η πολυμορφία και η διαφορετικότητα, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια ESG.
Διασφάλιση από ανεξάρτητο ελεγκτή
Η Έκθεση Βιωσιμότητας πρέπει να υπόκειται σε εξωτερική διασφάλιση από ανεξάρτητο ελεγκτή, ο οποίος εκφράζει γνώμη σχετικά με τη συμμόρφωση της έκθεσης με τις απαιτήσεις του νόμου και τα εφαρμοστέα πρότυπα.
Η μη συμμόρφωση με τις παραπάνω υποχρεώσεις μπορεί να επιφέρει κυρώσεις από τις ελεγκτικές αρχές.
ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Το νομικό πλαίσιο για τα κριτήρια ESG είναι πολύπλοκο και συνεχώς εξελισσόμενο, γεγονός που δυσχεραίνει την κατανόηση και την εφαρμογή του από τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες.
Επιπλέον, πολλές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα οι μικρότερες, δεν διαθέτουν την απαραίτητη εξειδικευμένη γνώση και τους πόρους για την αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτήσεων ESG.
Ταυτοχρονα, η συλλογή, επεξεργασία και αναφορά των απαιτούμενων δεδομένων ESG αποτελεί μια σημαντική πρόκληση, ιδιαίτερα για επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν προηγούμενη εμπειρία σε αυτόν τον τομέα.
Τέλος, η συμμόρφωση με τα κριτήρια ESG συνεπάγεται σημαντικό κόστος, τόσο για την ανάπτυξη των απαραίτητων συστημάτων και διαδικασιών όσο και για την εξωτερική διασφάλιση των εκθέσεων βιωσιμότητας.
Για τους παραπάνω λόγους οι επιχειρήσεις θα πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα την προετοιμασία τους για τη συμμόρφωση με τα κριτήρια ESG, ακόμη και αν δεν εμπίπτουν σήμερα στις υποχρεωτικές κατηγορίες.
Η επένδυση στην ανάπτυξη εξειδικευμένης γνώσης και συστημάτων/διαδικασιών για την αποτελεσματική συλλογή, επεξεργασία και αναφορά των απαιτούμενων δεδομένων ESG, είναι κρίσιμη για την αποτελεσματική συμμόρφωση.
Περαιτέρω, η συνεργασία με εξειδικευμένους συμβούλους σε θέματα ESG μπορεί να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να κατανοήσουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τις απαιτήσεις του νομικού πλαισίου.
Ο σκοπός των ρυθμίσεων είναι, αντί να αντιμετωπίζονται τα κριτήρια ESG ως μια πρόσθετη κανονιστική υποχρέωση,να ενσωματωθούν από εταιρείες και επιχειρήσεις στην επιχειρηματική τους στρατηγική.
Με τον τρόπο αυτό, οι επιχειρήσεις μπορούν να αποκτήσουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα με βελτιωμένη, μεταξύ άλλων, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενίσχυση της φήμης και της εικόνας τους, αλλά και καινοτομία και αποδοτικότητα, μέσω της ανάπτυξης νέων προϊόντων και υπηρεσιών, της βελτιστοποίησης των διαδικασιών και της μείωσης του κόστους.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά τις υποχρεώσεις της επιχείρησής σας στο πλαίσιο του νέου νομικού πλαισίου ESG και να σας υποστηρίξουμε στην αποτελεσματική συμμόρφωση με αυτές.
Σύμβαση SaaS: Ποιους Όρους Διαπραγματεύεται η Επιχείρηση Πριν Υπογράψει
Περιληπτικά:
Η σύμβαση SaaS δεσμεύει την επιχείρηση όπως ακριβώς υπογράφεται. Στις αμιγώς επιχειρηματικές συναλλαγές η προστασία καταναλωτή δεν εφαρμόζεται και η διαπραγμάτευση πριν την υπογραφή αποτελεί το μόνο ουσιαστικό εργαλείο προστασίας.
Τα σημεία που κρίνουν τη σύμβαση: επίπεδα εξυπηρέτησης (SLA) με αυτόματες συνέπειες, όροι εξόδου και μεταφοράς δεδομένων, επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, όρια ευθύνης του παρόχου, διάρκεια και καταγγελία.
Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2854 (Data Act) εφαρμόζεται από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025 και μετατρέπει την αλλαγή παρόχου σε κανονιστικό δικαίωμα του πελάτη. Οι χρεώσεις αλλαγής καταργούνται πλήρως από τις 12 Ιανουαρίου 2027.
Οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης ισχύουν για ελαφρά αμέλεια, είναι όμως άκυρες κατά το μέρος που καλύπτουν δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρο 332 ΑΚ).
Όταν η υπηρεσία επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα, η σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 GDPR είναι υποχρεωτική και όχι προαιρετική.
Πότε αρκούν οι τυποποιημένοι όροι του παρόχου και πότε απαιτείται διαπραγμάτευση;
Οι τυποποιημένοι όροι του παρόχου αρκούν όταν η υπηρεσία έχει χαμηλή κρισιμότητα, δηλαδή όταν δεν φιλοξενεί παραγωγικά ή προσωπικά δεδομένα, αντικαθίσταται εύκολα και το κόστος της παραμένει περιορισμένο. Η διαπραγμάτευση γίνεται αναγκαία όταν η επιχείρηση αναθέτει στον πάροχο κρίσιμη λειτουργία ή δεδομένα πελατών, όταν ο κλάδος της υπόκειται σε κανονιστικές απαιτήσεις και όταν το κόστος μετάβασης σε άλλη λύση είναι υψηλό.
Η σύμβαση SaaS, δηλαδή το λογισμικό ως υπηρεσία (SaaS – Software as a Service), συνιστά τη συμφωνία με την οποία ο πάροχος παρέχει πρόσβαση σε λογισμικό και συναφείς υπηρεσίες μέσω διαδικτύου, έναντι περιοδικής αμοιβής. Το λογισμικό και τα δεδομένα φιλοξενούνται σε υποδομές που ελέγχει ο πάροχος και ο πελάτης αποκτά πρόσβαση χωρίς τοπική εγκατάσταση.
Νομικά πρόκειται για σύνθετη ή μεικτή σύμβαση, καθώς συνδυάζει στοιχεία σύμβασης έργου και παροχής υπηρεσιών (φιλοξενία, τεχνική υποστήριξη, επεξεργασία δεδομένων κλπ) με στοιχεία παραχώρησης άδειας χρήσης λογισμικού. Η σημασία της μεικτής φύσης έγκειται στο ότι, σε κάθε επιμέρους ζήτημα, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του αντίστοιχου συμβατικού τύπου και, επομένως, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός κάθε παροχής καθορίζει τα δικαιώματα των μερών σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης.
Καθοριστικό στοιχείο για τη στρατηγική της επιχείρησης είναι το γεγονός ότι η έννοια του καταναλωτή καλύπτει μόνο φυσικά πρόσωπα που ενεργούν εκτός της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας (άρθρο 1α του Ν. 2251/1994). Η επιχείρηση που προμηθεύεται SaaS μένει εκτός αυτής της προστασίας. Ο δικαστικός έλεγχος των τυποποιημένων όρων στηρίζεται στις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και όχι στην καταναλωτική νομοθεσία, με συνέπεια ό,τι υπογράφεται να δεσμεύει, ακόμα και αν είναι καταχρηστικό κατά το δίκαιο του καταναλωτή.
SaaS ή άδεια χρήσης λογισμικού: ποιο μοντέλο εξυπηρετεί την επιχείρηση;
Η επιλογή κρίνεται από τρία κριτήρια:
ποιος ελέγχει τα δεδομένα,
ποιες κανονιστικές απαιτήσεις βαρύνουν τον κλάδο και
πώς κατανέμεται το κόστος στον χρόνο.
Το SaaS προσφέρει χαμηλό αρχικό κόστος και ευελιξία με αντάλλαγμα την εξάρτηση από τον πάροχο. Η άδεια χρήσης λογισμικού με τοπική εγκατάσταση διατηρεί τον έλεγχο εντός της επιχείρησης με υψηλότερη πάγια επένδυση.
Κριτήριο
Σύμβαση SaaS
Άδεια χρήσης (on-premise)
Παράδοση λογισμικού
Υπηρεσία μέσω διαδικτύου, χωρίς τοπική εγκατάσταση
Τοπική εγκατάσταση και εκτέλεση στις υποδομές του χρήστη
Έλεγχος δεδομένων
Αποθήκευση στους διακομιστές του παρόχου. Η ασφάλεια και η συμμόρφωση βαρύνουν κυρίως τον πάροχο
Πλήρης έλεγχος από την επιχείρηση, η οποία φέρει και την ευθύνη ασφάλειας
Υποστήριξη και ενημερώσεις
Περιλαμβάνονται στην υπηρεσία
Ξεχωριστές υπηρεσίες με πρόσθετο κόστος
Ευελιξία κλιμάκωσης
Προσθαφαίρεση χρηστών και λειτουργιών κατά τις ανάγκες
Πρόσθετες άδειες και πιθανές αναβαθμίσεις εξοπλισμού
Εξάρτηση από τον πάροχο
Υψηλή (vendor lock-in), μετριάζεται πλέον από τον Data Act
Περιορισμένη, τα δεδομένα παραμένουν τοπικά
Διαθεσιμότητα
Εξαρτάται από τον πάροχο και τη σύνδεση, απαιτείται SLA
Εξαρτάται από την υποδομή της επιχείρησης
Το SaaS επιλέγεται κατά κανόνα όταν προέχουν η ταχύτητα ανάπτυξης και το προβλέψιμο λειτουργικό κόστος. Η εγκατεστημένη άδεια προτιμάται όταν κανονιστικές απαιτήσεις επιβάλλουν φυσικό έλεγχο των δεδομένων ή όταν το λογισμικό συνδέεται με κρίσιμα εσωτερικά συστήματα.
Η σύμβαση SaaS διαφέρει εξάλλου από τις συμβάσεις API licensing, καθώς η πρώτη αφορά παροχή υπηρεσίας, ενώ η δεύτερη συνιστά άδεια εκμετάλλευσης τεχνολογικού πόρου με διαφορετικούς κανόνες δικαίου.
Ποιους όρους SLA πρέπει να διαπραγματευτεί η επιχείρηση;
Η συμφωνία επιπέδου υπηρεσιών (SLA – Service Level Agreement) προσδιορίζει την εγγυημένη διαθεσιμότητα, τους χρόνους απόκρισης και την ποιότητα της τεχνικής υποστήριξης. Χωρίς αυτόματες συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης, το SLA μένει απλά διακηρυκτικό. Η επιχείρηση πρέπει να διαπραγματεύεται μετρήσιμα όρια και κυρώσεις που ενεργοποιούνται χωρίς προσφυγή στα δικαστήρια.
Η εγγυημένη διαθεσιμότητα (uptime) εκφράζεται σε ποσοστό και η διαφορά των δεκαδικών έχει ουσία. Παράδειγμα: το 99,9% σε ετήσια βάση επιτρέπει έως 8,8 ώρες διακοπής, ενώ το 99,5% έως 43,8 ώρες.
Κρίσιμα σημεία ελέγχου αποτελούν:
ο τρόπος μέτρησης και οι εξαιρέσεις, όπως η προγραμματισμένη συντήρηση,
οι χρόνοι απόκρισης ανά βαθμό σοβαρότητας του προβλήματος και
το ωράριο και τα κανάλια της τεχνικής υποστήριξης.
Η παραβίαση του SLA πρέπει να ενεργοποιεί προκαθορισμένες συνέπειες, όπως πιστώσεις υπηρεσίας (service credits), επιστροφή μέρους της αμοιβής, δωρεάν παράταση ή ποινικές ρήτρες. Η ποινική ρήτρα παρέχει το πλεονέκτημα της κατ’ αποκοπή αποζημίωσης χωρίς απόδειξη ζημίας, υπόκειται όμως σε δικαστική μείωση όταν είναι δυσανάλογα μεγάλη (άρθρο 409 ΑΚ).
Η εμπειρία από διαπραγματεύσεις συμβάσεων πληροφορικής δείχνει ότι οι πάροχοι αποδέχονται ευκολότερα κλιμακωτές πιστώσεις υπηρεσίας παρά ποινικές ρήτρες, οπότε η επιλογή του μηχανισμού κυρώσεων αποτελεί αντικείμενο στρατηγικής στάθμισης και διαπραγμάτευσης κατά περίπτωση.
Πώς αλλάζει ο Data Act τη διαπραγμάτευση για το vendor lock-in;
Από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025 ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2854 (Data Act – κανονισμός για τα δεδομένα) μετατρέπει την αλλαγή παρόχου υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων από διαπραγματευτικό αίτημα σε κανονιστική υποχρέωση. Το Κεφάλαιο VI επιβάλλει υποχρεωτικό συμβατικό περιεχόμενο για την έξοδο του πελάτη και προβλέπει την πλήρη κατάργηση των χρεώσεων αλλαγής από τις 12 Ιανουαρίου 2027.
Η εξάρτηση από τον πάροχο (vendor lock-in) αποτελούσε τον κεντρικό κίνδυνο του μοντέλου SaaS, καθώς τα δεδομένα φιλοξενούνται στις υποδομές του παρόχου και η μετάβαση σε άλλη λύση μπορούσε να αποδειχθεί τεχνικά ή οικονομικά απαγορευτική. Ο Data Act καλύπτει τις «υπηρεσίες επεξεργασίας δεδομένων», έννοια που περιλαμβάνει τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους σε όλα τα επίπεδα, μεταξύ των οποίων και το SaaS.
Το άρθρο 25 του Κανονισμού απαιτεί η σύμβαση να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:
δικαίωμα του πελάτη να αλλάξει πάροχο ή να μεταφέρει τα εξαγώγιμα δεδομένα του σε δική του υποδομή, με μέγιστη μεταβατική περίοδο 30 ημερολογιακών ημερών μετά τη λήξη της περιόδου προειδοποίησης, κατά τη διάρκεια της οποίας ο πάροχος παρέχει εύλογη συνδρομή,
ελάχιστη περίοδο ανάκτησης δεδομένων τουλάχιστον 30 ημερολογιακών ημερών μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και
ρήτρα πλήρους διαγραφής των δεδομένων του πελάτη μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Κατά το άρθρο 29, έως τις 12 Ιανουαρίου 2027 επιτρέπονται μόνο μειωμένες χρεώσεις αλλαγής και έκτοτε καμία.
Για τον αγοραστή ο Κανονισμος σημαίνει ότι δεν ζητά πλέον το δικαίωμα εξόδου ως παραχώρηση, αλλά ελέγχει αν οι όροι του παρόχου έχουν προσαρμοστεί στον Κανονισμό. Η μετάφραση των γενικών απαιτήσεων σε λειτουργικές ρήτρες (ποια δεδομένα θεωρούνται εξαγώγιμα, σε ποιους μορφότυπους, με ποια συνδρομή και με ποιο κόστος έως το 2027) απαιτεί διατύπωση κατά περίπτωση και εκεί κρίνεται η πραγματική προστασία.
Ποιους όρους για δεδομένα, ασφάλεια και συμμόρφωση πρέπει να απαιτήσει η επιχείρηση;
Όταν η υπηρεσία επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα, η σύναψη σύμβασης επεξεργασίας κατά το άρθρο 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (GDPR) αποτελεί νομική υποχρέωση και η παράλειψή της συνιστά αυτοτελή παράβαση. Η επιχείρηση απαιτεί επιπλέον συγκεκριμένα μέτρα ασφάλειας, όρους για τους υπεργολάβους επεξεργασίας και δεσμεύσεις για την τοποθεσία των δεδομένων.
Σύμβαση επεξεργασίας δεδομένων (DPA)
Στο τυπικό σχήμα SaaS η επιχείρηση – πελάτης ενεργεί ως υπεύθυνος επεξεργασίας και ο πάροχος ως εκτελών την επεξεργασία. Η σύμβαση επεξεργασίας (DPA – Data Processing Agreement) κατά το άρθρο 28 παρ. 3 GDPR ορίζει το αντικείμενο, τη διάρκεια, τη φύση και τον σκοπό της επεξεργασίας, το είδος των δεδομένων και τις υποχρεώσεις του εκτελούντος.
Κρίσιμα σημεία ελέγχου είναι η προηγούμενη έγκριση ή ενημέρωση για τους υπεργολάβους, οι διαβιβάσεις εκτός Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και η συνδρομή του παρόχου σε περιστατικά παραβίασης δεδομένων.
Κυβερνοασφάλεια και NIS2
Ο Ν. 5160/2024 ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 (NIS2) και επιβάλλει στις βασικές και σημαντικές οντότητες μέτρα διαχείρισης κινδύνων που εκτείνονται στην ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού.
Με τον τρόπο αυτό, οι υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας της επιχείρησης μετακυλίονται συμβατικά στους παρόχους SaaS, περιλαμβάνοντας πιστοποιήσεις (ενδεικτικά ISO 27001), γνωστοποίηση περιστατικών σε καθορισμένο χρόνο και δικαιώματα ελέγχου. Σε ρυθμιζόμενους κλάδους, όπως ο χρηματοοικονομικός τομέας και η υγεία, προστίθενται τομεακές απαιτήσεις για την τοποθεσία αποθήκευσης των δεδομένων.
Πρόσθετοι όροι όταν το SaaS ενσωματώνει τεχνητή νοημοσύνη
Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 για την τεχνητή νοημοσύνη (AI Act) εφαρμόζεται σταδιακά, με τις υποχρεώσεις για τα συστήματα υψηλού κινδύνου να ισχύουν πλήρως από τις 2 Αυγούστου 2026.
Όταν η υπηρεσία SaaS ενσωματώνει λειτουργίες τεχνητής νοημοσύνης, η σύμβαση οφείλει να κατανέμει τους ρόλους του παρόχου και του φορέα εφαρμογής, τις αντίστοιχες κανονιστικές υποχρεώσεις και την ευθύνη για αποφάσεις που λαμβάνονται αυτοματοποιημένα. Για παρόχους διαμεσολαβητικών ψηφιακών υπηρεσιών ισχύουν παράλληλα οι υποχρεώσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 (DSA).
Πόσο ισχύουν οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης του παρόχου;
Οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης δεσμεύουν στο μέτρο που καλύπτουν ελαφρά αμέλεια. Κάθε εκ των προτέρων συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια είναι άκυρη κατά το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ. Η επιχείρηση διαπραγματεύεται το ανώτατο όριο ευθύνης και τις εξαιρέσεις του, γνωρίζοντας ότι ο νόμος θέτει το απώτατο πλαίσιο.
Οι τυποποιημένοι όροι των παρόχων ορίζουν ανώτατο όριο ευθύνης (liability cap), συνήθως ίσο με τις αμοιβές ορισμένων μηνών και αποκλείουν την αποθετική ζημία ή το διαφυγόν κέρδος. Οι ρήτρες αυτές παράγουν αποτελέσματα μόνο εντός των ορίων του νόμου. Κατά την ΑΠ 1223/2015, η διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 ΑΚ απειλεί ακυρότητα μόνο όταν η απαλλακτική ρήτρα αφορά αποκλεισμό ή περιορισμό της ευθύνης από δόλο ή βαριά αμέλεια, ενώ σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ η απαλλαγή για ελαφρά αμέλεια είναι επιτρεπτή.
Πρακτικά, αν η απώλεια δεδομένων οφείλεται σε βαριά αμέλεια του παρόχου, το συμβατικό όριο δεν τον προστατεύει, ανεξάρτητα από τη διατύπωσή του. Ο χαρακτηρισμός όμως της αμέλειας ως ελαφράς ή βαριάς κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και το βάρος απόδειξης φέρει ο ζημιωθείς πελάτης.
Η εμπειρία από διαφορές με παρόχους τεχνολογικών υπηρεσιών δείχνει ότι η έκβαση εξαρτάται από την τεκμηρίωση των οργανωτικών παραλείψεων του παρόχου και, επομένως, καθίσταται κρίσιμη η συμβατική πρόβλεψη για καταγραφή συμβάντων και η πρόσβαση του πελάτη σε αρχεία ελέγχου.
Ποιοι όροι εξόδου προστατεύουν την επιχείρηση στη λήξη ή την καταγγελία;
Η προστασία στην έξοδο στηρίζεται σε τέσσερις προβλέψεις:
σαφή διάρκεια χωρίς αιφνιδιαστική αυτόματη ανανέωση,
δικαίωμα καταγγελίας με εύλογη προθεσμία και για σπουδαίο λόγο,
περίοδο ανάκτησης δεδομένων μετά τη λήξη και
ρητή ρύθμιση της τύχης των δεδομένων.
Χωρίς αυτές, η λήξη της σύμβασης λειτουργεί ως μοχλός πίεσης υπέρ του παρόχου.
Η ρήτρα αυτόματης ανανέωσης (auto-renewal) δεσμεύει αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμη εναντίωση, οπότε η σύμβαση οφείλει να ορίζει ρητά την προθεσμία και τον τρόπο γνωστοποίησης. Ως διαρκής ενοχική σχέση, η σύμβαση SaaS μπορεί επιπλέον να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο, κατά τη γενική αρχή των διατάξεων του Αστικού Κώδικα για τις διαρκείς συμβάσεις.
Η συμβατική εξειδίκευση των λόγων καταγγελίας (όπως πχ επανειλημμένη παραβίαση του SLA, σοβαρό περιστατικό ασφάλειας ή αφερεγγυότητα του παρόχου), προλαμβάνει τη μεταγενέστερη αμφισβήτηση.
Στη λήξη, τα δεδομένα του πελάτη παραμένουν δικά του, καθώς η περίοδος ανάκτησης και η υποχρέωση διαγραφής αποτελούν πλέον και κανονιστική απαίτηση του Data Act. Το λογισμικό προστατεύεται ως έργο λόγου κατά τον Ν. 2121/1993 και η πνευματική ιδιοκτησία λογισμικού παραμένει στον πάροχο.
«Γκρίζα ζώνη» αποτελούν οι παραμετροποιήσεις και τα παραδοτέα που αναπτύχθηκαν ειδικά για τον πελάτη. Για αυτά, χωρίς ρητή ρήτρα, η τύχη τους κρίνεται κατά περίπτωση. Οι ρήτρες εχεμύθειας οφείλουν να προβλέπουν ρητά την επιβίωσή τους μετά τη λήξη της σύμβασης.
Συχνές Ερωτήσεις
Τι είναι η σύμβαση SaaS;
Η σύμβαση SaaS είναι η συμφωνία με την οποία πάροχος παραχωρεί σε επιχείρηση ή χρήστη πρόσβαση σε λογισμικό μέσω διαδικτύου, έναντι περιοδικής αμοιβής και χωρίς τοπική εγκατάσταση. Νομικά συνιστά μεικτή σύμβαση με στοιχεία παροχής υπηρεσιών, έργου και άδειας χρήσης λογισμικού. Το λογισμικό και τα δεδομένα φιλοξενούνται σε υποδομές που ελέγχει ο πάροχος, στοιχείο που καθορίζει και τους κρίσιμους όρους της.
Σε τι διαφέρει η σύμβαση SaaS από την άδεια χρήσης λογισμικού;
Στη σύμβαση SaaS το λογισμικό παρέχεται ως υπηρεσία μέσω διαδικτύου και τα δεδομένα αποθηκεύονται στις υποδομές του παρόχου, με την υποστήριξη και τις ενημερώσεις ενσωματωμένες στην αμοιβή. Στην άδεια χρήσης το λογισμικό εγκαθίσταται τοπικά, η επιχείρηση διατηρεί τον πλήρη έλεγχο των δεδομένων και αναλαμβάνει η ίδια την ασφάλεια και τη συντήρηση.
Τι περιλαμβάνει ένα SLA;
Το SLA προσδιορίζει την εγγυημένη διαθεσιμότητα της υπηρεσίας, τους χρόνους απόκρισης ανά βαθμό σοβαρότητας του προβλήματος, το εύρος της τεχνικής υποστήριξης και τις συνέπειες της παραβίασης, όπως πιστώσεις υπηρεσίας ή επιστροφή αμοιβής. Χωρίς μετρήσιμα όρια και αυτόματες κυρώσεις, η αξία του περιορίζεται σε διακήρυξη προθέσεων.
Ισχύει ο Data Act για κάθε υπηρεσία SaaS;
Ο Data Act καλύπτει τις υπηρεσίες επεξεργασίας δεδομένων, έννοια που περιλαμβάνει τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους σε όλα τα επίπεδα και επομένως και το SaaS. Οι υποχρεώσεις για τη διευκόλυνση της αλλαγής παρόχου εφαρμόζονται από τις 12 Σεπτεμβρίου 2025, ενώ οι χρεώσεις αλλαγής καταργούνται πλήρως από τις 12 Ιανουαρίου 2027.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Αξιολόγηση κρισιμότητας πριν την υπογραφή: Η ένταση της διαπραγμάτευσης ακολουθεί την κρισιμότητα της υπηρεσίας. Υπηρεσία που φιλοξενεί παραγωγικά δεδομένα ή δεδομένα πελατών δεν καλύπτεται με απλή αποδοχή των τυποποιημένων όρων.
SLA με αυτόματες συνέπειες: Ποσοστά διαθεσιμότητας χωρίς προβλεπόμενες πιστώσεις ή ρήτρες δεν παρέχουν πραγματική εξασφάλιση. Η συνέπεια της παραβίασης ορίζεται στη σύμβαση και ενεργοποιείται χωρίς δικαστική διεκδίκηση.
Έλεγχος συμβατότητας με τον Data Act: Οι απαιτήσεις του Κανονισμού καταλαμβάνουν και τις ενεργές συμβάσεις υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων. Ο έλεγχος των όρων εξόδου, των μορφότυπων εξαγωγής και των χρεώσεων αλλαγής αφορά επομένως και τις υφιστάμενες συνεργασίες.
DPA ως προϋπόθεση: Η χρήση SaaS με προσωπικά δεδομένα χωρίς σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 GDPR εκθέτει την επιχείρηση αυτοτελώς, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του παρόχου.
Τα όρια των ρητρών ευθύνης: Το ανώτατο όριο ευθύνης δεν καλύπτει δόλο ή βαριά αμέλεια. Η διαπραγμάτευση πρέπει να εστιάζει στο ύψος του ορίου για την ελαφρά αμέλεια και στη συμβατική πρόσβαση σε αρχεία καταγραφής για την τεκμηρίωση τυχόν παραλείψεων.
Όροι εξόδου από την έναρξη: Η περίοδος ανάκτησης δεδομένων, οι μορφότυποι εξαγωγής και η τύχη των παραμετροποιήσεων συμφωνούνται κατά τη σύναψη. Στη λήξη, η διαπραγματευτική θέση της επιχείρησης είναι η ασθενέστερη.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση SaaS.