Skip to content
Αρθρογραφία

Αγωγή Αδικαιολόγητου Πλουτισμού 904 ΑΚ: Προϋποθέσεις & Άμυνα

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 15 Μαΐου 2026

Αδικαιολόγητος πλουτισμός: 4 προϋποθέσεις και άμυνα κατά της απόδοσης

Σε περίληψη:

  • Το άρθρο 904 ΑΚ θεμελιώνει αυτοτελή αξίωση όταν συντρέχουν τέσσερις σωρευτικές προϋποθέσεις: πλουτισμός του λήπτη, επέλευση από την περιουσία ή ζημία άλλου, αιτιώδης συνάφεια και έλλειψη νόμιμης αιτίας.
  • Η αξίωση είναι επιβοηθητική (ΟλΑΠ 23/2003): ασκείται μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία, ή όταν στηρίζεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.
  • Όταν η ωφέλεια προέρχεται από άκυρη σύμβαση και η αδικαιολόγητη απαίτηση σωρεύεται επικουρικά, αρκεί απλή επίκληση της ακυρότητας στο δικόγραφο (ΑΠ 215/2026).
  • Σε B2B διαφορές αξιοποιείται κυρίως όταν έχει παραγραφεί η κύρια αξίωση από αξιόγραφο ή σύμβαση, όταν λείπει ο συμβολαιογραφικός τύπος, ή όταν η αιτία της παροχής δεν επακολούθησε.
  • Ο εναγόμενος αμύνεται με την ένσταση του 909 ΑΚ (μη σωζόμενος πλουτισμός) και με επίκληση ισάξιου ανταλλάγματος ως νόμιμης αιτίας διατήρησης.

Τι ορίζει το άρθρο 904 ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό;

Το άρθρο 904 ΑΚ θεμελιώνει αυτοτελή ενοχή με τέσσερις σωρευτικές προϋποθέσεις:

  • πλουτισμός του λήπτη,
  • επέλευση από την περιουσία ή ζημία άλλου,
  • αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δύο και
  • έλλειψη νόμιμης αιτίας.

Όταν συντρέχουν, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει την ωφέλεια ή την αξία της. Η ενοχή πηγάζει απευθείας από τον νόμο, δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα και είναι εξισωτική, όχι αποζημιωτική.

Το άρθρο 904 εδ. β’ ΑΚ απαριθμεί ενδεικτικά τέσσερις τυπικές περιπτώσεις: αχρεώστητη παροχή, παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε, για αιτία που έληξε και για αιτία παράνομη ή ανήθικη. Η απαρίθμηση δεν είναι περιοριστική. Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι υποχρέωση απόδοσης γεννάται «σε κάθε περίπτωση κατά την οποία από την παροχή του δότη γίνεται πλουσιότερος ο λήπτης χωρίς νόμιμη αιτία», με ανοιχτό κατάλογο εφαρμογών (ΑΠ 1228/2025).

Ως πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, θετική (επαύξηση ενεργητικού) ή αποθετική (αποφυγή ελάττωσης), όπως όταν εξοικονομείται δαπάνη που θα κατέβαλλε σε άλλον. Ο πλουτισμός οριοθετείται κατ’ ανώτατο όριο από τη ζημία του δότη. Η έλλειψη νόμιμης αιτίας υπάρχει όταν ο πλουτισμός δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή από διάταξη του νομοθέτη. Το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης συνιστά νόμιμη αιτία διατήρησης, εφόσον είναι ισάξιο με τον πλουτισμό (ΟλΑΠ 6/2020). Έναντι της αδικοπραξίας, η αξίωση από 904 ΑΚ δεν απαιτεί υπαιτιότητα και αποσκοπεί στην απόδοση της ωφέλειας του λήπτη, όχι στην αποκατάσταση της ζημίας του δότη.

Πώς οριοθετείται η επικουρικότητα έναντι σύμβασης και αδικοπραξίας;

Η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσης. Ασκείται μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα της κύριας βάσης (ΟλΑΠ 2/2019). Αν υπάρχει έγκυρη σύμβαση που δικαιολογεί τον πλουτισμό, η εφαρμογή της 904 ΑΚ αποκλείεται, διότι δεν λείπει η νόμιμη αιτία.

Η οριοθέτηση αυτή έχει πρακτική σημασία όταν στηρίζεται η αγωγή στα ίδια πραγματικά περιστατικά τόσο για τη συμβατική αξίωση όσο και για την επικουρική του 904 ΑΚ. Σε τέτοια περίπτωση η σωρευόμενη βάση είναι νομικά αβάσιμη, καθώς η ύπαρξη σύμβασης ή αδικοπραξίας αποκλείει την προσφυγή στον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1228/2025).

Αντίθετα, όταν τα πραγματικά περιστατικά δείχνουν αχρεώστητη παροχή χωρίς αντάλλαγμα, η οποία δεν στηρίζεται σε ισχυρή σύμβαση ούτε σε νόμιμη υποχρέωση, η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Πρόκειται για περιπτώσεις όπου επένδυση γίνεται για εκπλήρωση εκκρεμούς υποχρέωσης που τελικά δεν συνομολογήθηκε, χωρίς να συντρέχουν τα στοιχεία αδικοπραξίας ή έγκυρης σύμβασης (ΑΠ 957/2025, που επικύρωσε την αναγνώριση 180.000 € πλουτισμού εταιρείας από αχρεώστητες δαπάνες ανακαίνισης υποψήφιου αγοραστή, σε αναμονή μεταβίβασης μετοχών που ποτέ δεν επακολούθησε).

ΣτοιχείοΣύμβαση (361 ΑΚ)Αδικοπραξία (914 ΑΚ)Αδικαιολόγητος πλουτισμός (904 ΑΚ)
Πηγή ενοχήςΣυμφωνία μερώνΠαράνομη πράξηΝόμος (εξισωτική λειτουργία)
ΥπαιτιότηταΌχι αναγκαίαΑναγκαία (δόλος/αμέλεια)Δεν απαιτείται
ΑντικείμενοΕκπλήρωση παροχήςΑποκατάσταση ζημίαςΑπόδοση ωφέλειας
Όριο αξίωσηςΣυμφωνημένη παροχήΠλήρης ζημία (θετική + αποθετική)Πλουτισμός, με ανώτατο όριο τη ζημία
Παραγραφή5 ή 20 έτη (250, 249 ΑΚ)5ετία (937 ΑΚ)20ετία (249 ΑΚ)

Πότε σωρεύεται ως επικουρική βάση η αξίωση από 904 ΑΚ;

Όταν η αγωγή έχει κύρια βάση τη σύμβαση και επικουρικά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης της κύριας βάσης (άρθρο 219 ΚΠολΔ), αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσης η απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης. Δεν χρειάζεται να αναφέρονται οι λόγοι ακυρότητας, διότι αυτοί θα διαγνωστούν στην ίδια δίκη κατά την εξέταση της κύριας βάσης (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 1228/2025).

Διαφορετική είναι η περίπτωση όπου ο ενάγων αναζητεί ευθέως τον πλουτισμό εξαιτίας ακυρότητας σύμβασης χωρίς σώρευση κύριας βάσης. Εδώ τα περιστατικά της ακυρότητας πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται.

Ωστόσο η νομική βάση δεν χρειάζεται να αναφέρεται ρητά: το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό (jura novit curia). Έτσι, αν ο ενάγων εκθέτει ότι κατέβαλε ορισμένο ποσό σε εκτέλεση ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης ακινήτου που τελικά δεν περιβλήθηκε τον συμβολαιογραφικό τύπο, το δικαστήριο οφείλει να κρίνει την αγωγή ως ορισμένη επί τη βάσει της 904 ΑΚ, ακόμη και αν δεν γίνεται «πανηγυρική» επίκληση της ακυρότητας (ΑΠ 215/2026).

Στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση, αν η κύρια βάση απορριφθεί επειδή έγινε δεκτή ένσταση ακυρότητας, η επικουρική του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξετάζεται χωρίς να απαιτείται νέα επίκληση των ίδιων περιστατικών – αυτά είναι ήδη δεδομένα από την προηγηθείσα κρίση του δικαστηρίου.

Σε ποιες πρακτικές περιπτώσεις χρησιμοποιείται σε επιχειρηματικές διαφορές;

Η εμπειρία από υποθέσεις διεκδίκησης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών δείχνει ότι, σε B2B διαφορές, η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού εφαρμόζεται, κυρίως, σε τρεις περιπτώσεις: 

  • παραγραφή της κύριας αξίωσης: όταν η αξίωση από αξιόγραφο (πχ επιταγή, συναλλαγματική) ή σύμβαση έχει υποπέσει στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή της αλλά ο λήπτης διατηρεί την περιουσιακή ωφέλεια, η παραγραφή της κύριας αξίωσης δεν εμποδίζει την επικουρική αναζήτηση μέσω 904 ΑΚ, που υπόκειται στη γενική 20ετή παραγραφή. 
  • Άκυρος τύπος: όταν συναλλαγή που απαιτεί συμβολαιογραφικό τύπο (πώληση ακινήτου, μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος) έχει συμφωνηθεί με ιδιωτικό συμφωνητικό και έχει ήδη καταβληθεί προκαταβολή (βλ ΑΠ 215/2026, που αναίρεσε απόρριψη αγωγής για 57.600 € καταβληθέντα σε άκυρο ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας διαμερίσματος). 
  • Αιτία που δεν επακολούθησε: όταν δαπάνες πραγματοποιήθηκαν σε προσδοκία μελλοντικής δικαιοπραξίας που τελικά ματαιώθηκε, η ωφέλεια του υπόχρεου επιστρέφεται ως αχρεώστητη παροχή (ΑΠ 957/2025, που επικύρωσε αναγνωριστική απόφαση για 180.000 € δαπάνες ανακαίνισης ξενοδοχείου σε αναμονή μεταβίβασης μετοχών εταιρείας ξενοδόχου που ποτέ δεν συντελέστηκε).

Ποιο είναι το αντικείμενο της απόδοσης κατά το άρθρο 908 ΑΚ;

Σύμφωνα με το άρθρο 908 ΑΚ ο λήπτης οφείλει κατ’ αρχήν να αποδώσει αυτούσιο τον πλουτισμό, δηλαδή το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Όταν η αυτούσια απόδοση είναι αδύνατη, επειδή το πράγμα αναλώθηκε, καταστράφηκε ή ενσωματώθηκε σε ξένη περιουσία, ο λήπτης οφείλει την αξία του. Η αξία αυτή οριοθετείται κατ’ ανώτατο όριο από τη ζημία του δικαιούχου, ώστε να μην ωφεληθεί εκείνος περισσότερο από όσο έχασε.

Σε εκτέλεση ακύρως συνομολογηθείσας σύμβασης έργου, για παράδειγμα, ο πλουτισμός του εργοδότη συνίσταται στη δαπάνη που εξοικονόμησε, δηλαδή στην αμοιβή που θα κατέβαλε σε άλλον εργολάβο για το ίδιο έργο με έγκυρη σύμβαση.

Σε άκυρη σύμβαση εργασίας, ο πλουτισμός του εργοδότη ισούται με τις αποδοχές που θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό υπό τις ίδιες συνθήκες, χωρίς προσαυξήσεις που εξαρτώνται από προϋπηρεσία ή ειδικά επιδόματα (πάγιο πλαίσιο).

Σε άκυρη πώληση ακινήτου, ο αγοραστής αναζητεί ό,τι κατέβαλε ως προκαταβολή ή τίμημα, καθώς η μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου υπόκειται στον συμβολαιογραφικό τύπο τόσο ως προς την εμπράγματη όσο και ως προς την ενοχική σύμβαση (369, 513, 1033 ΑΚ – ΑΠ 1228/2025).

Η ευθύνη του εργολάβου από έγκυρη σύμβαση και η αξίωση 904 ΑΚ από άκυρη σύμβαση έργου διαφέρουν ριζικά στη βάση τους, όχι όμως στον υπολογισμό: και στις δύο περιπτώσεις κρίσιμος χρόνος προσδιορισμού είναι αυτός της ακύρως συνομολογηθείσας σύμβασης, με βάση τις τιμές που θα ίσχυαν για έγκυρη ανάθεση.

Ποια η ένσταση μη σωζόμενου πλουτισμού (άρθρο 909 ΑΚ);

Η ένσταση του άρθρου 909 ΑΚ καταλύει την αξίωση όταν ο λήπτης κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής δεν είναι πλέον πλουσιότερος. Πρόκειται για καταχρηστική ένσταση καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος, της οποίας το βάρος επίκλησης και απόδειξης φέρει ο εναγόμενος. Η μη σωζόμενη ωφέλεια πρέπει να έχει χαθεί μετά την απόκτησή της, χωρίς υπαιτιότητα του λήπτη και χωρίς αυτός να γνώριζε τη μη ύπαρξη της αιτίας.

Η ένσταση δεν λειτουργεί όταν ο λήπτης γνώριζε τη μη ύπαρξη του χρέους ή την επικείμενη ανατροπή της αιτίας. Στις περιπτώσεις αυτές τα άρθρα 910 και 911 ΑΚ αυστηροποιούν την ευθύνη του ως εάν είχε επιδοθεί αγωγή. Επίσης, οι οικονομικές θυσίες του λήπτη που προηγήθηκαν του πλουτισμού – όπως ανταλλάγματα που συνδέονται με την απόκτησή του – δεν εμπίπτουν στο 909 ΑΚ. Αντίθετα, συνιστούν νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού (904 ΑΚ), η επίκληση της οποίας αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, όχι ένσταση.

Στην πράξη, η ένσταση του 909 ΑΚ ευδοκιμεί όταν ο λήπτης αποδεικνύει ότι η ωφέλεια αναλώθηκε σε διορθώσεις, σε δαπάνες που εξυπηρετούν τον αρχικό σκοπό της παροχής ή σε ζημίες που σχετίζονται αιτιωδώς με την κτήση του πλουτισμού. Τότε ο λήπτης απαλλάσσεται έναντι του δότη, ακόμη και αν η αρχική αιτία ήταν αδικαιολόγητη. Σε υποθέσεις άμυνας εναγομένων ληπτών η εμπειρία δείχνει ότι η ένσταση πρέπει να προβληθεί ρητά και ορισμένα στην πρώτη συζήτηση, με συγκεκριμένη αναφορά στα ποσά και στους λόγους ανάλωσης του πλουτισμού. Γενική επίκληση «μη σωζόμενου πλουτισμού» δεν αρκεί.

Πότε παραγράφεται η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού;

Η αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό υπάγεται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Όταν εντάσσεται όμως σε σχέσεις της καθημερινής συναλλακτικής ζωής που υπάγονται στις ειδικότερες κατηγορίες του άρθρου 250 ΑΚ – όπως αξιώσεις εμπόρων, εργολάβων, μισθωτών, ή απαιτήσεις από περιοδικές παροχές – εφαρμόζεται η πενταετής παραγραφή. Έναντι του Δημοσίου και ΝΠΔΔ ο χρόνος περιορίζεται σε πενταετία ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της αξίωσης.

Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (251 ΑΚ). Στις περιπτώσεις αχρεώστητης παροχής, αυτό συμπίπτει με τον χρόνο της παροχής. Στις περιπτώσεις μη επακολουθήσασας αιτίας, αρχίζει από τον χρόνο οριστικής ματαίωσης της δικαιοπραξίας. Σε άκυρη σύμβαση πώλησης ακινήτου, από τον χρόνο καταβολής του τιμήματος. Η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση αγωγής (261 ΑΚ) και ξαναρχίζει από την τελευταία διαδικαστική πράξη, σύμφωνα με τους κανόνες της παραγραφής εν επιδικία.

ΠαραγραφήΔιάρκειαΠεδίο εφαρμογήςΈναρξη
249 ΑΚ (γενική)20 έτηΑξιώσεις 904 ΑΚ εκτός 250 ΑΚΓέννηση αξίωσης (251 ΑΚ)
250 ΑΚ5 έτηΤυπικές εμπορικές συναλλαγές (περ. 1-17)Λήξη έτους γέννησης (253 ΑΚ)
Έναντι Δημοσίου5 έτηΕνοχικές αξιώσεις κατά Δημοσίου/ΝΠΔΔ (ν.δ. 321/1969)Γέννηση αξίωσης
937 ΑΚ (αδικοπραξία)5 ή 20 έτηΣύγκριση: αξιώσεις από αδικοπραξίαΓνώση ζημίας/υπόχρεου ή τέλεση πράξης

Συχνές Ερωτήσεις

Σε πόσο χρόνο παραγράφεται η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού;

Η αξίωση υπάγεται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του 249 ΑΚ. Αν όμως αφορά κατηγορίες απαιτήσεων του 250 ΑΚ – π.χ. αξιώσεις από εμπορική δραστηριότητα, εργολαβίες, αμοιβές υπηρεσιών – εφαρμόζεται η πενταετής παραγραφή. Έναντι του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ ο χρόνος είναι πενταετής σε κάθε περίπτωση.

Μπορεί να ασκηθεί παράλληλα με αγωγή από σύμβαση;

Ναι, αλλά μόνο επικουρικά υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση (219 ΚΠολΔ). Δεν επιτρέπεται όμως όταν η επικουρική βάση στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με την κύρια. Τότε η ύπαρξη της σύμβασης λειτουργεί ως νόμιμη αιτία και αποκλείει την εφαρμογή του 904 ΑΚ (ΑΠ 1228/2025).

Τι θεωρείται αχρεώστητη παροχή κατά το άρθρο 904 ΑΚ;

Αχρεώστητη είναι η παροχή που γίνεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από τον λήπτη και δεν στηρίζεται σε ισχυρή σύμβαση ή σε νόμιμη υποχρέωση. Παραδείγματα: ποσά καταβληθέντα σε άκυρο προσύμφωνο πώλησης ακινήτου, δαπάνες ανακαίνισης σε αναμονή μεταβίβασης μετοχών που δεν συντελέστηκε, αχρεωστήτως πληρωθέντα ηλεκτρονικά τιμολόγια λόγω λάθους χρέωσης.

Ποια στοιχεία πρέπει να αναφέρει το δικόγραφο για να είναι ορισμένο;

Τα τέσσερα στοιχεία της 904 ΑΚ: πλουτισμός του υπόχρεου, επέλευση από την περιουσία ή ζημία του ενάγοντος, αιτιώδης συνάφεια, έλλειψη νόμιμης αιτίας. Όταν ο πλουτισμός προέρχεται από άκυρη σύμβαση, απαιτείται και απλή επίκληση της ακυρότητας (όχι αναγκαία η αναλυτική παράθεση των λόγων της). Η νομική βάση δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά – το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον νόμο.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έλεγχος επικουρικότητας πριν την κατάθεση: αξιολόγηση αν η αξίωση μπορεί να στηριχθεί σε σύμβαση ή αδικοπραξία. Αν ναι, η 904 ΑΚ μπαίνει επικουρικά. Αν όχι, ασκείται αυτοτελώς. Λανθασμένη βάση οδηγεί σε απόρριψη ως νομικά αβάσιμης.

Παραγραφή κύριας αξίωσης ως κίνητρο για 904 ΑΚ: όταν η αξίωση από αξιόγραφο ή σύμβαση έχει υποπέσει σε βραχυπρόθεσμη παραγραφή, η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμούυφίσταται ως εναλλακτική. Η οδός αυτή απαιτεί όμως διαφορετική θεμελίωση από εκείνη της αρχικής αξίωσης.

Άκυρος τύπος και ορισμένο αγωγής: σε ιδιωτικά συμφωνητικά πώλησης ακινήτων ή προσύμφωνα χωρίς συμβολαιογραφικό τύπο, αρκεί απλή επίκληση της ακυρότητας τύπου. Δεν χρειάζεται «πανηγυρική» αναφορά. Το δικαστήριο εφαρμόζει την 904 ΑΚ.

Άμυνα με 909 ΑΚ: ο εναγόμενος προβάλλει ρητά και ορισμένα την ένσταση μη σωζόμενου πλουτισμού στην πρώτη συζήτηση. Γενική επίκληση δεν αρκεί, αλλά απαιτείται συγκεκριμένη αναφορά σε ποσά και λόγους ανάλωσης.

Ισάξιο αντάλλαγμα ως νόμιμη αιτία διατήρησης: η επίκληση από τον λήπτη ότι κατέβαλε ισάξιο αντάλλαγμα για τον πλουτισμό συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (όχι ένσταση 909 ΑΚ). Διαφορετική νομική θεμελίωση, διαφορετικό βάρος απόδειξης.

Εμμάρτυρη απόδειξη: ο περιορισμός του 393 παρ. 1 ΚΠολΔ για αντικείμενα άνω των 30.000 € αφορά συμβατικές αξιώσεις, όχι αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στις αξιώσεις 904 ΑΚ η μαρτυρική κατάθεση είναι παραδεκτή ανεξαρτήτως ποσού.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού.