Πώς Επιλέγεται Το Αρμόδιο Δικαστήριο Σε Σύμβαση Με Αλλοδαπή Επιχείρηση
Εν συντομία:
- Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 (Βρυξέλλες Ια) διέπει κάθε αγωγή που ασκείται από τις 10 Ιανουαρίου 2015. Η ρήτρα παρέκτασης ρυθμίζεται πλέον στο άρθρο 25 και η σιωπηρή παρέκταση στο άρθρο 26.
- Χωρίς ρήτρα, αρμόδια είναι καταρχήν τα δικαστήρια της έδρας του εναγομένου, με συντρέχουσα δωσιδικία τον τόπο παράδοσης των εμπορευμάτων ή παροχής των υπηρεσιών.
- Η επιλογή δικαστηρίου κρίνεται πρακτικά από τη εκτέλεση της απόφασης. Εντός της Ένωσης η εκτέλεση γίνεται χωρίς κήρυξη εκτελεστότητας. Εκτός Ένωσης εξαρτάται από τη Σύμβαση Λουγκάνο ή τις Συμβάσεις της Χάγης.
- Το άρθρο 31 παρ. 2 έδωσε προτεραιότητα στο ορισθέν δικαστήριο και ανέτρεψε τον προηγούμενο κανόνα του πρώτου επιληφθέντος.
- Το κύρος της ρήτρας κρίνεται κατά το δίκαιο του κράτους μέλους του επιλεγέντος δικαστηρίου. Η ασάφεια και η ανισορροπία κρίνονται με αυτοτελή ενωσιακά κριτήρια.
Ποιο δικαστήριο δικάζει όταν η σύμβαση δεν έχει πρόβλεψη;
Όταν η σύμβαση δεν περιέχει ρήτρα δικαιοδοσίας, αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου εδρεύει ο εναγόμενος. Παράλληλα ο ενάγων μπορεί να επιλέξει τα δικαστήρια του τόπου όπου παραδόθηκαν ή έπρεπε να παραδοθούν τα εμπορεύματα ή όπου παρασχέθηκαν και έπρεπε να παρασχεθούν οι υπηρεσίες. Η επιλογή ανήκει στον ενάγοντα και δεσμεύει τη δίκη.
Ο γενικός κανόνας βρίσκεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Κανονισμού 1215/2012:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»
Παράλληλα με τον γενικό κανόνα λειτουργεί η ειδική δωσιδικία του άρθρου 7 σημείο 1. Για τις διαφορές από σύμβαση, αρμόδιο είναι και το δικαστήριο του τόπου εκπλήρωσης της επίδικης παροχής.
Το στοιχείο β’ της ίδιας διάταξης ορίζει ότι, στην πώληση εμπορευμάτων, τόπος εκπλήρωσης είναι ο τόπος του κράτους μέλους όπου έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση, ενώ στην παροχή υπηρεσιών ο τόπος όπου έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή.
Για ελληνική επιχείρηση, για παράδειγμα, που πουλάει σε γερμανική εταιρεία με παράδοση στο Αμβούργο, αμφότερες οι βάσεις οδηγούν στα γερμανικά δικαστήρια. Ελληνική δωσιδικία δεν υπάρχει.
Το χρονικό πεδίο εφαρμογής είναι το πρώτο που ελέγχεται. Ο Κανονισμός 1215/2012 εφαρμόζεται από τις 10 Ιανουαρίου 2015 κατά το άρθρο 81 αυτού, ενώ το άρθρο 66 παρ. 2 διατηρεί τον προγενέστερο Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 για αγωγές που ασκήθηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή.
Τη διάκριση επιβεβαιώνει η ΑΠ 1131/2024, η οποία δέχεται ότι ο Κανονισμός 1215/2012 καλύπτει τις αγωγές που ασκούνται από τις 10 Ιανουαρίου 2015.
Συμβάσεις που υπογράφηκαν το 2013 και οδηγούν σε αγωγή το 2026 κρίνονται κατά τον νέο Κανονισμό, επειδή κρίσιμος είναι ο χρόνος άσκησης της αγωγής και όχι ο χρόνος κατάρτισης.
Αν ο εναγόμενος εδρεύει εκτός της Ένωσης και δεν διατηρεί εγκατάσταση σε κράτος μέλος, ο Κανονισμός δεν θεμελιώνει δικαιοδοσία και η κρίση γίνεται κατά το εθνικό δικονομικό δίκαιο, δηλαδή κατά τα άρθρα 3 επ. ΚΠολΔ.
Χωριστό ζήτημα από τη δικαιοδοσία είναι το εφαρμοστέο δίκαιο που διέπει την σύμβαση, το οποίο καθορίζεται από τον Κανονισμό (ΕΚ) 593/2008 (Ρώμη Ι). Ένα ελληνικό δικαστήριο μπορεί να έχει διεθνή δικαιοδοσία και να εφαρμόσει γερμανικό ουσιαστικό δίκαιο.
Πότε εξυπηρετεί η ρήτρα υπέρ των ελληνικών δικαστηρίων και πότε όχι;
Η ρήτρα υπέρ των ελληνικών δικαστηρίων εξυπηρετεί όταν η περιουσία του αντισυμβαλλομένου βρίσκεται σε κράτος μέλος, οπότε η ελληνική απόφαση εκτελείται εκεί χωρίς ενδιάμεση διαδικασία.
Δεν εξυπηρετεί όταν η περιουσία εντοπίζεται σε τρίτο κράτος, όπου η αναγνώριση εξαρτάται από διεθνή σύμβαση που ενδέχεται να μην υπάρχει. Το κριτήριο επιλογής του δικαστηρίου που θα δικάσει (forum) είναι η εκτελεστότητα της απόφασης και όχι η δικονομική άνεση.
Η βασική διευκόλυνση που εισήγαγε ο Κανονισμός 1215/2012 είναι η κατάργηση της κήρυξης εκτελεστότητας. Το άρθρο 39 ορίζει:
«Απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος και είναι εκτελεστή σε αυτό το κράτος μέλος είναι ομοίως εκτελεστή στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας.»
Πρακτικά, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά ιταλικής, πχ, εταιρείας εκτελείται στην Ιταλία με το αντίγραφο της απόφασης και τη βεβαίωση του άρθρου 53, χωρίς ιταλική δίκη αναγνώρισης της απόφασης.
Η ίδια απόφαση, όμως, απέναντι σε εταιρεία με περιουσία μόνο στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή στην Κίνα, παραμένει πρακτικά ανεκτέλεστη.
| Επιλογή | Πότε εξυπηρετεί | Βασικός κίνδυνος | Διαδρομή εκτέλεσης |
|---|---|---|---|
| Ρήτρα υπέρ ελληνικών δικαστηρίων | Όταν ο αντισυμβαλλόμενος έχει περιουσία σε κράτος μέλος, ή όταν η ελληνική επιχείρηση θα είναι τυπικά ο ενάγων | Ο χρόνος εκδίκασης στην Ελλάδα και το κόστος επίδοσης στο εξωτερικό | Άμεση εκτέλεση σε κάθε κράτος μέλος κατά το άρθρο 39 |
| Ρήτρα υπέρ δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους | Όταν εκεί εντοπίζεται η περιουσία, ή όταν το forum έχει εξειδίκευση στο αντικείμενο | Κόστος αλλοδαπής εκπροσώπησης, γλώσσα, μεταφράσεις | Ίδια, αμοιβαία εκτέλεση εντός της Ένωσης |
| Ρήτρα υπέρ δικαστηρίων τρίτου κράτους | Όταν η περιουσία βρίσκεται αποκλειστικά εκεί και υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης | Ο Κανονισμός δεν διέπει την επιλογή. Το ελληνικό δικαστήριο κρίνει το κύρος της κατά το εθνικό δίκαιο | Εξαρτάται από Λουγκάνο, Χάγη ή διμερή σύμβαση. Χωρίς αυτές, αβέβαιη |
| Καμία ρήτρα | Όταν οι νόμιμες δωσιδικίες οδηγούν ήδη σε ευνοϊκό forum, ή όταν η διαπραγματευτική θέση δεν επιτρέπει επιβολή | Παράλληλες δίκες, επιλογή forum από τον αντίδικο, αβεβαιότητα κόστους | Κατά περίπτωση, ανάλογα με το δικαστήριο που θα επιληφθεί |
Η επιλογή αντιστρέφεται ανάλογα με το ποιος αναμένεται να είναι ενάγων.
Ένας Έλληνας προμηθευτής που πουλάει με πίστωση θα είναι σχεδόν πάντα ο ενάγων, οπότε τον συμφέρει forum κοντά στην περιουσία του αγοραστή.
Ένας Έλληνας διανομέας που φοβάται αιφνίδια καταγγελία θα διεκδικήσει αποζημίωση πελατείας ως ενάγων, οπότε τον συμφέρει ελληνικό forum. Η ίδια ρήτρα, στην ίδια σύμβαση, έχει αντίθετη αξία για τα δύο μέρη.
Στο κόστος συνυπολογίζεται και η επίδοση σε κάτοικο εξωτερικού, η οποία προσθέτει χρόνο και δαπάνη σε κάθε δίκη με στοιχείο αλλοδαπότητας, ανεξάρτητα από το ποιο δικαστήριο επιλέχθηκε.
Πώς διατυπώνεται ρήτρα παρέκτασης πότε ευσταθεί;
Το άρθρο 25 παρ. 1 απαιτεί συμφωνία που ορίζει ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους και αφορά διαφορές από συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Η δικαιοδοσία που ιδρύεται είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Ο τόπος κατοικίας των μερών δεν έχει πλέον καμία σημασία για την εφαρμογή της διάταξης.
Το τελευταίο σημείο είναι η σημαντικότερη αλλαγή σε σχέση με το προϊσχύσαν άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001, το οποίο απαιτούσε ένα τουλάχιστον μέρος να κατοικεί σε κράτος μέλος. Σήμερα η διάταξη αρχίζει με τη φράση «Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν…».
Για παράδειγμα, ρήτρα υπέρ των ελληνικών δικαστηρίων σε σύμβαση μεταξύ ελβετικής και βραζιλιάνικης εταιρείας δεσμεύει, πλέον, τα ελληνικά δικαστήρια.
Η ρήτρα αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής συμφωνία. Το άρθρο 25 παρ. 5 ορίζει ότι «συμφωνία καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας που αποτελεί στοιχείο σύμβασης λογίζεται ως συμφωνία ανεξάρτητη από τους λοιπούς όρους της σύμβασης» και προσθέτει ότι η εγκυρότητά της «δεν επιδέχεται προσβολής εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση δεν είναι έγκυρη». Επομένως, η ένσταση ακυρότητας της κύριας σύμβασης δεν αποδεσμεύει από το επιλεγέν δικαστήριο.
Η ερμηνεία της ρήτρας είναι στενή. Κατά την ΕφΠειρ 563/2023, απαιτείται «κάθε σχετική ρήτρα να ερμηνεύεται στενά, υπό την έννοια ότι θα πρέπει να έχει αποτελέσει αντικείμενο συναίνεσης των μερών, η ύπαρξη της οποίας θα πρέπει επιπλέον να εκδηλώνεται με ακρίβεια και σαφήνεια».
Η έννοια της συμφωνίας διεθνούς δικαιοδοσίας ερμηνεύεται αυτόνομα κατά το ενωσιακό δίκαιο, χωρίς προσφυγή στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών κατοικίας των μερών.
Πρακτικά, αυτό επιβάλλει διατύπωση κατά περίπτωση (ad hoc) για κάθε σύμβαση. Η ρήτρα πρέπει να ορίζει το δικαστήριο με επαρκή προσδιορισμό, να καθορίζει το εύρος των διαφορών που καταλαμβάνει και να λαμβάνει θέση για το αν είναι αποκλειστική ή συντρέχουσα.
Τυποποιημένη διατύπωση αντιγραμμένη από άλλη σύμβαση συχνά αφήνει έξω ακριβώς τις αξιώσεις που θα γίνουν επίδικες, όπως τις αξιώσεις από τη λύση της σχέσης ή από προσυμβατικό στάδιο.
Η αντίστοιχη παρέκταση αρμοδιότητας σε καθαρά εσωτερικές διαφορές διέπεται από τα άρθρα 42 έως 44 ΚΠολΔ και ακολουθεί διαφορετικές προϋποθέσεις.
Πότε δεν εφαρμόζεται η ρήτρα λόγω τύπου;
Η ρήτρα είναι ανεφάρμοστη όταν δεν τηρείται κανένας από τους τρεις τύπους του άρθρου 25 παρ. 1:
- γραπτά ή προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση,
- υπό μορφή ανταποκρινόμενη στην πρακτική που έχουν καθιερώσει τα μέρη, ή
- υπό μορφή ανταποκρινόμενη στις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου στον συγκεκριμένο κλάδο.
Η απαίτηση τύπου υφίσταται για να αποδεικνύεται η σύμπτωση των βουλήσεων των μερών.
Το σημείο όπου παραβλέπουν οι περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις είναι τα τιμολόγια. Στην υπόθεση C-64/17, Saey Home & Garden κατά Lusavouga, της 8ης Μαρτίου 2018, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι ρήτρα παρέκτασης «η οποία περιλαμβάνεται στους γενικούς όρους πωλήσεως που μνημονεύονται σε τιμολόγια που εκδίδει ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της διατάξεως αυτής».
Το τιμολόγιο εκδίδεται μετά τη σύναψη και μονομερώς, οπότε δεν τεκμηριώνει συμφωνία. Η επανειλημμένη και αδιαμαρτύρητη εξόφληση τιμολογίων δεν αρκεί από μόνη της. Μπορεί να θεμελιώσει καθιερωμένη πρακτική ή εμπορική συνήθεια κατά τα στοιχεία β’ και γ’, αλλά αυτό απαιτεί χωριστή απόδειξη και δεν λειτουργεί ως αυτόματος κανόνας.
Για τις ηλεκτρονικές συμβάσεις η λύση είναι ρητή. Το άρθρο 25 παρ. 2 ορίζει ότι κάθε διαβίβαση δια της ηλεκτρονικής οδού που επιτρέπει μεταγενέστερη πρόσβαση στο περιεχόμενο της συμφωνίας λογίζεται ότι έχει καταρτισθεί γραπτά.
Στην υπόθεση C-358/21, Tilman κατά Unilever, της 24ης Νοεμβρίου 2022, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ρήτρα σε γενικούς όρους προσβάσιμους μέσω υπερσυνδέσμου πληροί τον έγγραφο τύπο, όταν η υπογεγραμμένη σύμβαση παραπέμπει σε αυτούς.
Η απόφαση εκδόθηκε επί του άρθρου 23 της Σύμβασης του Λουγκάνο ΙΙ, του οποίου το γράμμα είναι παρόμοιο με εκείνο του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. α’ του Κανονισμού 1215/2012. Το ίδιο το Δικαστήριο επισημαίνει ρητά την αντιστοιχία των δύο διατάξεων.
Η ένταξη της ρήτρας σε γενικούς όρους συναλλαγών ανοίγει, παράλληλα, ζήτημα ελέγχου περιεχομένου κατά το εθνικό δίκαιο, το οποίο είναι διακριτό από τον έλεγχο τύπου του άρθρου 25.
Ποιο δίκαιο κρίνει το κύρος της ρήτρας;
Το κύρος της ρήτρας κρίνεται κατά το δίκαιο του κράτους μέλους του επιλεγέντος δικαστηρίου. Το άρθρο 25 παρ. 1 θεμελιώνει τη δικαιοδοσία «εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ» βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, δηλαδή εκείνου του οποίου τα δικαστήρια ορίστηκαν.
Ο κανόνας αυτός εισήχθη με τον Κανονισμό 1215/2012 και δεν υπήρχε στο προϊσχύσαν άρθρο 23.Το σημείο αυτό παραμένει πηγή σύγχυσης, επειδή η ελληνική νομολογία εξακολουθεί να παράγει αποφάσεις επί του παλαιού καθεστώτος.
Στην ΑΠ 1546/2024, που αφορούσε ρήτρα υπέρ των αγγλικών δικαστηρίων σε συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων, κρίθηκε ότι «το κύρος και η ισχύς της θα κριθεί από το δίκαιο της χώρας του δικαστή που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή τη lex fori».
Η απόφαση εφαρμόζει ρητά το άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001, επειδή η αγωγή ασκήθηκε το 2014. Η μεταφορά του συμπεράσματος σε σύμβαση του 2026 θα ήταν λάθος.
Το εύρος του νέου κανόνα οριοθετήθηκε στην υπόθεση C-537/23, Società Italiana Lastre κατά Agora, της 27ης Φεβρουαρίου 2025.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αιτιάσεις που αφορούν φερόμενη ασάφεια ή ανισορροπία της συμφωνίας δεν εξετάζονται υπό το πρίσμα των εθνικών κριτηρίων ουσιαστικής ακυρότητας, αλλά υπό το πρίσμα αυτοτελών κριτηρίων που συνάγονται από το ίδιο το άρθρο 25.
Η παραπομπή στο εθνικό δίκαιο είναι, δηλαδή, στενότερη από όσο υποδηλώνει το γράμμα της διάταξης.
Η ίδια απόφαση έδωσε την πρώτη ενωσιακή απάντηση για τις ασύμμετρες ρήτρες, εκείνες που δεσμεύουν το ένα μέρος σε ένα μόνο δικαστήριο και αφήνουν στο άλλο την ευχέρεια να προσφύγει και αλλού.
Κρίθηκαν έγκυρες, στο μέτρο που ορίζουν ως έχοντα διεθνή δικαιοδοσία τα δικαστήρια κρατών που είναι είτε μέλη της Ένωσης είτε συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση του Λουγκάνο.
Η ανισορροπία που δημιουργεί μια τέτοια συμφωνία δεν την καθιστά παράνομη, εφόσον τα μέρη συναίνεσαν ελεύθερα σε αυτήν. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις που δανείζονται από αλλοδαπές τράπεζες, η ασύμμετρη ρήτρα δύσκολα ανατρέπεται με επίκληση της ίδιας της ασυμμετρίας.
Ο έλεγχος καταχρηστικότητας του όρου δεν διενεργείται αυτεπαγγέλτως. Στην ΑΠ 441/2023, όπου κρίθηκε ρήτρα υπέρ των κυπριακών δικαστηρίων, η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη «μη αυτεπαγγέλτως ερευνωμένης της καταχρηστικότητας του σχετικού όρου παρέκτασης».
Ο ισχυρισμός είχε προταθεί πρώτη φορά στην έφεση και κρίθηκε απαράδεκτος. Η παράλειψη προβολής στον πρώτο βαθμό είναι, εδώ, καθοριστική.
Τι καλύπτει η ρήτρα πέρα από τις συμβατικές αξιώσεις;
Η ρήτρα καλύπτει και τις αδικοπρακτικές αξιώσεις που έχουν αναγκαίο ιστορικό υπόβαθρο τη σύμβαση. Δεσμεύει επίσης τον ειδικό διάδοχο του αρχικού συμβαλλομένου και εκτείνεται στη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Το αντικειμενικό της εύρος κρίνεται από τη σύνδεση των αξιώσεων με τη συμβατική σχέση και όχι από τον νομικό χαρακτηρισμό τους.
Η ΑΠ 783/2018, επί σύμβασης αποκλειστικής διανομής με ρήτρα υπέρ των αγγλικών δικαστηρίων, δέχθηκε ότι το αντικειμενικό πεδίο της συμφωνίας «καλύπτει και τις συναφείς αδικοπρακτικές αξιώσεις, που απορρέουν μεν από το νόμο και όχι από τη σύμβαση, πλην όμως έχουν αναγκαίο ιστορικό υπόβαθρο αυτή και συνδέονται στενά με τα βιοτικά περιστατικά της παραβάσεως της συμβάσεως».
Η προσπάθεια του Έλληνα διανομέα να παρακάμψει τη ρήτρα θεμελιώνοντας την αγωγή στον αθέμιτο ανταγωνισμό και στο άρθρο 914 ΑΚ απέτυχε.
Η ίδια απόφαση επισημαίνει ότι η ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, λόγω του δικονομικού της χαρακτήρα, δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ.
Ο δικονομικός χαρακτήρας, ωστόσο, δεν αποκλείει τον έλεγχο του κύρους της συμφωνίας όταν η ελευθερία επιλογής δικαστηρίου ασκείται καταχρηστικά ή η ρήτρα αντίκειται στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη.
Ως προς τα ασφαλιστικά μέτρα, η ΑΠ 93/2017, σε υπόθεση κήρυξης εκτελεστότητας γαλλικής απόφασης, δέχθηκε ως ορθότερη την άποψη ότι, όταν έχει συμφωνηθεί παρέκταση για την κύρια υπόθεση, το αποκλειστικά αρμόδιο δικαστήριο της παρέκτασης αποκτά άνευ ετέρου και τη διεθνή δικαιοδοσία να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα «με διακρατική μάλιστα εμβέλεια».
Το εύρος περιορίζεται όταν υπάρχει διεθνής σύμβαση ειδικού θέματος. Το άρθρο 71 παρ. 1 ορίζει ότι ο Κανονισμός «δεν θίγει τις συμβάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη είναι μέρη και οι οποίες ρυθμίζουν, σε ειδικά θέματα, τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση ή την εκτέλεση αποφάσεων».
Στη διεθνή οδική μεταφορά, η Σύμβαση CMR διατηρεί τους δικούς της κανόνες δικαιοδοσίας, ακριβώς επειδή το άρθρο 71 τους διασώζει. Ρήτρα παρέκτασης σε σύμβαση μεταφοράς που αγνοεί το πλαίσιο αυτό κινδυνεύει να αποδειχθεί ανενεργή.
Πώς αποτρέπεται η προσφυγή του αντισυμβαλλομένου σε άλλο δικαστήριο;
Το άρθρο 31 παρ. 2 δίνει προτεραιότητα στο δικαστήριο που ορίστηκε με τη ρήτρα, ανεξάρτητα από το ποιο δικαστήριο επιλήφθηκε πρώτο. Κάθε άλλο δικαστήριο αναστέλλει τη διαδικασία έως ότου το ορισθέν κρίνει τη δικαιοδοσία του. Κατά την παράγραφο 3 κηρύσσεται αναρμόδιο υπέρ αυτού μόλις εκείνο διαπιστώσει ότι έχει δικαιοδοσία.
Η ρύθμιση αντέστρεψε το προηγούμενο καθεστώς. Το άρθρο 27 παρ. 1 του Κανονισμού 44/2001 όριζε ότι «κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που επελήφθη πρώτο, αναστέλλει αυτεπάγγελτα την διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο», χωρίς καμία επιφύλαξη υπέρ της ρήτρας παρέκτασης.
Έτσι, ο αντισυμβαλλόμενος που ήθελε να καθυστερήσει τη δίκη προσέφευγε σε δικαστήριο βραδείας απονομής και ακινητοποιούσε το επιλεγμένο αρμόδιο δικαστήριο για χρόνια.
Η αιτιολογική σκέψη 22 του Κανονισμού 1215/2012 δηλώνει ρητά ότι η νέα εξαίρεση θεσπίστηκε «προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των αποκλειστικών συμφωνιών παρέκτασης και να αποφεύγονται οι καταχρηστικές πρακτικές προσφυγής στη δικαιοσύνη».
Η προστασία, όμως, δεν είναι απόλυτη. Το άρθρο 31 παρ. 2 τελεί υπό την επιφύλαξη του άρθρου 26, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας.
Η σιωπηρή παρέκταση υπερισχύει της ρητής. Επιχείρηση που δέχεται αγωγή σε αλλοδαπό δικαστήριο κατά παράβαση της ρήτρας και παρίσταται συζητώντας την ουσία, χάνει το πλεονέκτημα που είχε διαπραγματευθεί.
Η ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να προβληθεί εγκαίρως και πριν από κάθε άλλη υπεράσπιση επί της ουσίας. Η ΕφΠειρ 563/2023 αναλύει ακριβώς αυτόν τον μηχανισμό τεκμηρίου σιωπηρής παρέκτασης.
Τι αλλάζει όταν ο αντισυμβαλλόμενος εδρεύει εκτός της Ένωσης;
Ο Κανονισμός ρυθμίζει την επιλογή δικαστηρίου κράτους μέλους, ανεξαρτήτως κατοικίας των μερών. Δεν ρυθμίζει την επιλογή δικαστηρίου τρίτου κράτους.
Εκεί η προστασία της ρήτρας εξαρτάται από το αν το κράτος αυτό δεσμεύεται από τη Σύμβαση του Λουγκάνο ή από τις Συμβάσεις της Χάγης.
Η Σύμβαση του Λουγκάνο ΙΙ επεκτείνει σύστημα ανάλογο του Κανονισμού 44/2001 στη Νορβηγία από την 1η Ιανουαρίου 2010, στην Ελβετία από την 1η Ιανουαρίου 2011 και στην Ισλανδία από την 1η Μαΐου 2011.
Η Σύμβαση της Χάγης της 30ής Ιουνίου 2005 για τις συμφωνίες παρέκτασης της δικαιοδοσίας δεσμεύει την Ένωση από την 1η Οκτωβρίου 2015. Καλύπτει, όμως, μόνο αποκλειστικές ρήτρες, ενώ κατά το άρθρο 3 ρήτρα υπέρ των δικαστηρίων ενός συμβαλλόμενου κράτους τεκμαίρεται αποκλειστική εκτός αν τα μέρη όρισαν ρητά το αντίθετο.
Το Ηνωμένο Βασίλειο δεσμεύεται αυτοτελώς από την 1η Ιανουαρίου 2021 και η Ελβετία από την 1η Ιανουαρίου 2025. Η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υπογράψει χωρίς να κυρώσουν, οπότε ρήτρα υπέρ κινεζικών ή αμερικανικών δικαστηρίων δεν απολαμβάνει την προστασία της Σύμβασης.
Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση δημιούργησε κενό που καλύφθηκε μόλις το 2025. Η Σύμβαση της Χάγης της 2ας Ιουλίου 2019 για την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων δεσμεύει την Ένωση από την 1η Σεπτεμβρίου 2023 και το Ηνωμένο Βασίλειο από την 1η Ιουλίου 2025.
Η αίτηση προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου στη Σύμβαση του Λουγκάνο, που υποβλήθηκε τον Απρίλιο του 2020, παραμένει εκκρεμής, καθώς η Ένωση δεν έδωσε τη συναίνεσή της.
Όταν η περιουσία του αντισυμβαλλομένου βρίσκεται σε κράτος που δεν δεσμεύεται από καμία από τις παραπάνω συμβάσεις, η επιλογή δικαστηρίου φτάνει στα όριά της.
Στις περιπτώσεις αυτές η εναλλακτική είναι η ρήτρα διαιτησίας, η οποία στηρίζεται στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958 με 172 συμβαλλόμενα κράτη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα από τις 14 Οκτωβρίου 1962. Η σύγκριση των δύο μηχανισμών ως προς το κόστος, τον χρόνο και την εμπιστευτικότητα αποτελεί χωριστό ζήτημα.
Συχνές Ερωτήσεις
Ισχύει ακόμη ο Κανονισμός 44/2001;
Ισχύει περιορισμένα. Κατά το άρθρο 66 παρ. 2 του Κανονισμού 1215/2012, ο Κανονισμός 44/2001 εξακολουθεί να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές οι οποίες ασκήθηκαν πριν από τις 10 Ιανουαρίου 2015, καθώς και τα δημόσια έγγραφα και τους δικαστικούς συμβιβασμούς της ίδιας περιόδου. Για κάθε νέα αγωγή εφαρμόζεται ο Κανονισμός 1215/2012. Επειδή οι ελληνικές δίκες διαρκούν, εξακολουθούν να εκδίδονται αποφάσεις του Αρείου Πάγου επί του παλαιού καθεστώτος.
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ Βρυξέλλες Ι και Βρυξέλλες Ια;
Ο Κανονισμός 44/2001 είναι ο Βρυξέλλες Ι και ο Κανονισμός 1215/2012 ο Βρυξέλλες Ια, δηλαδή η αναδιατύπωσή του. Οι τρεις σημαντικότερες αλλαγές για τις εμπορικές συμβάσεις είναι η κατάργηση της κήρυξης εκτελεστότητας, η προτεραιότητα του ορισθέντος δικαστηρίου κατά το άρθρο 31 παρ. 2 και η εφαρμογή της ρήτρας παρέκτασης ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας των μερών. Άλλαξε επίσης η αρίθμηση: η παρέκταση μετακινήθηκε από το άρθρο 23 στο άρθρο 25.
Πώς συνδέεται ο Κανονισμός Ρώμη Ι με την επιλογή δικαστηρίου;
Πρόκειται για δύο διακριτά ερωτήματα που ρυθμίζονται από διαφορετικά κείμενα. Ο Κανονισμός 1215/2012 απαντά στο ποιο δικαστήριο δικάζει, ενώ ο Κανονισμός 593/2008 απαντά στο ποιο ουσιαστικό δίκαιο εφαρμόζεται. Μια σύμβαση μπορεί να ορίζει ελληνικά δικαστήρια και γερμανικό δίκαιο, ή το αντίστροφο. Η επιλογή δικαστηρίου δεν συνεπάγεται επιλογή δικαίου.
Ο Κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα αφορά εμπορικές συμβάσεις;
Όχι. Η ονομασία Βρυξέλλες ΙΙα παραπέμπει στο πλαίσιο για τις γαμικές διαφορές και τη γονική μέριμνα, το οποίο δεν έχει καμία εφαρμογή σε εμπορικές συμβάσεις. Για τις αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμόζεται αποκλειστικά ο Κανονισμός 1215/2012, ο οποίος αναφέρεται ως Βρυξέλλες Ια ή Brussels I bis.
Πώς προβάλλεται η έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου;
Προβάλλεται στον πρώτο βαθμό και πριν από κάθε υπεράσπιση επί της ουσίας. Παράσταση χωρίς αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας θεμελιώνει σιωπηρή παρέκταση κατά το άρθρο 26 και εξαλείφει την προστασία της ρήτρας. Η καθυστερημένη προβολή, όπως στην ΑΠ 441/2023 όπου ο ισχυρισμός τέθηκε πρώτη φορά στην έφεση, οδηγεί σε απόρριψη ως απαράδεκτου.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Έλεγχος διαχρονικού δικαίου: Αφετηριακά εξετάζεται ο χρόνος άσκησης της αγωγής και όχι ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης. Αγωγές πριν από τις 10 Ιανουαρίου 2015 κρίνονται κατά τον Κανονισμό 44/2001.
Η ρήτρα σχεδιάζεται με βάση την εκτέλεση: Καθοριστικός είναι ο τόπος όπου βρίσκεται η περιουσία από την οποία θα ικανοποιηθεί η απαίτηση. Η δικονομική άνεση του τόπου διεξαγωγής της δίκης έρχεται δεύτερη.
Τα τιμολόγια δεν υποκαθιστούν τη συμφωνία: Η αναγραφή ρήτρας σε γενικούς όρους που μνημονεύονται σε τιμολόγια δεν πληροί τον τύπο του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. α’. Η ρήτρα ενσωματώνεται στο υπογεγραμμένο κείμενο ή σε ηλεκτρονική επικοινωνία που επιτρέπει μεταγενέστερη πρόσβαση.
Το εύρος της ρήτρας ορίζεται ρητά: Διατύπωση που καλύπτει τις διαφορές από τη σύμβαση καταλαμβάνει και τις συναφείς αδικοπρακτικές αξιώσεις, αλλά η αναφορά σε αξιώσεις από τη λύση, από το προσυμβατικό στάδιο και από τα ασφαλιστικά μέτρα αποτρέπει μεταγενέστερη αμφισβήτηση.
Η ένσταση προβάλλεται αμέσως: Παράσταση σε αλλοδαπό δικαστήριο με συζήτηση της ουσίας θεμελιώνει σιωπηρή παρέκταση κατά το άρθρο 26 και ακυρώνει στην πράξη τη ρήτρα, όσο σαφής και αν είναι.
Εκτός Ένωσης απαιτείται χωριστός έλεγχος: Πριν οριστεί δικαστήριο τρίτου κράτους, εξετάζεται αν το κράτος αυτό δεσμεύεται από τη Σύμβαση του Λουγκάνο ή από τις Συμβάσεις της Χάγης. Η υπογραφή χωρίς κύρωση, όπως στην περίπτωση της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν παράγει δέσμευση.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που αφορά επιλογή δικαστηρίου στις εμπορικές συμβάσεις.