Παραγραφή Εικονικών Τιμολογίων: Διοικητική & Ποινική. Πενταετία & Δεκαετία
Περιληπτικά:
- Το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει φόρο και πρόστιμο για λήψη ή έκδοση εικονικών τιμολογίων παραγράφεται κατά κανόνα μετά την πενταετία (άρθρο 37 Ν. 5104/2024).
- Η δεκαετής παραγραφή εφαρμόζεται μόνον επί γνήσιων «συμπληρωματικών στοιχείων» που η Φορολογική Διοίκηση δεν γνώριζε, ούτε όφειλε να γνωρίζει εντός της πενταετίας (ΣτΕ Ολ. 1738/2017, ΣτΕ 1681/2024).
- Η ειδική χρηματική κύρωση του άρθρου 8 παρ. 12 Ν. 1882/1990 είναι παρεπόμενη της πράξης ΦΠΑ και παραγράφεται με αυτή.
- Το ποινικό αδίκημα της αποδοχής εικονικών τιμολογίων ακολουθεί τρία διαδοχικά καθεστώτα παραγραφής, ανάλογα με το χρόνο τέλεσης (πριν την 17-10-2015, 17-10-2015 έως 6-11-2020, μετά την 6-11-2020).
- Η ένσταση παραγραφής προβάλλεται κατά κανόνα στην ενδικοφανή προσφυγή και στο Διοικητικό Δικαστήριο. Εξαιρετικά, στην ανακοπή κατά ταμειακής βεβαίωσης, η ένσταση παραγραφής εξετάζεται σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, εφόσον προβληθεί από διάδικο και αποδεικνύεται αμέσως (ΣτΕ 567/2024).
Πότε παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου σε υποθέσεις εικονικών τιμολογίων;
Το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου ή επιβολής προστίμου για λήψη ή έκδοση εικονικών τιμολογίων παραγράφεται κατά κανόνα σε πέντε έτη από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της σχετικής δήλωσης (άρθρο 37 παρ. 1 Ν. 5104/2024). Η δεκαετής παραγραφή ισχύει εξαιρετικά, μόνον εφόσον συντρέξουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις του νόμου.
Ο γενικός κανόνας της πενταετίας προήλθε από την εμβληματική απόφαση ΣτΕ Ολομ. 1738/2017. Με αυτήν, το Συμβούλιο της Επικρατείας έθεσε τη παραγραφή φορολογικών αξιώσεων σε νέα βάση: η διάρκεια της παραγραφής συνιστά ουσιαστικό στοιχείο της φορολογικής ενοχής, οφείλει να καθορίζεται εκ των προτέρων, και η λήξη της δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από ενέργειες της Διοίκησης.
Το ισχύον πλαίσιο διακρίνει τρεις περιπτώσεις παραγραφής:
| Διάρκεια | Προϋποθέσεις | Βάση |
|---|---|---|
| Πενταετία (κανόνας) | Υποβληθείσα δήλωση χωρίς νέα στοιχεία μετά την παρέλευση της πενταετίας. | Άρθρο 37 παρ. 1 Ν. 5104/2024 |
| Δεκαετία (εξαίρεση) | Δεν είχε υποβληθεί δήλωση ή προέκυψαν συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν στη Φορολογική Διοίκηση μετά την πενταετία και η αρχή δεν τα γνώριζε ούτε όφειλε να τα γνωρίζει. | Άρθρο 37 παρ. 2 Ν. 5104/2024 |
| Εικοσαετία | Η εικοσαετία του παλαιού αρθ. 36 παρ. 3 Ν. 4174/2013 κρίθηκε αντισυνταγματική (ΣτΕ Ολ. 1738/2017) και αντικαταστάθηκε από δεκαετή. | Άρθρο 32 παρ. 2 Ν. 4646/2019 |
Η εφαρμογή της κάθε διαρκείας απαιτεί συγκεκριμένη αιτιολογία από τη φορολογική αρχή. Η ΣτΕ Ολομ. 1738/2017 απέκλεισε τις διαδοχικές νομοθετικές παρατάσεις της πενταετίας ως αντισυνταγματικές, ορίζοντας ότι η παραγραφή πρέπει να έχει εύλογη διάρκεια και προβλέψιμο τέλος. Η έννοια του εικονικού φορολογικού στοιχείου εξετάζεται ξεχωριστά από το ζήτημα της παραγραφής, σε αυτοτελή νομική βάση.
Πότε επεκτείνεται η παραγραφή στη δεκαετία ειδικά για εικονικά τιμολόγια;
Η επέκταση της παραγραφής σε δεκαετία ειδικά για πλαστά και εικονικά τιμολόγια συντρέχει μόνον όταν η Φορολογική Διοίκηση δεν γνώριζε ούτε μπορούσε με τη δέουσα επιμέλεια να διαπιστώσει την εικονικότητα εντός της αρχικής πενταετίας. Με την ΣτΕ 1681/2024, το Συμβούλιο της Επικρατείας όρισε στενά τα πραγματικά κριτήρια που μετατρέπουν μια ένδειξη εικονικότητας σε «συμπληρωματικό στοιχείο» κατά την έννοια του άρθρου 37 παρ. 2 Ν. 5104/2024.
Η ΣτΕ 1681/2024 διατύπωσε τρεις βασικές αρχές για τα εικονικά τιμολόγια:
- Πρώτον, έγγραφο άλλης δημόσιας υπηρεσίας που αποδεικνύει την εικονικότητα δεν συνιστά συμπληρωματικό στοιχείο εάν η αρμόδια φορολογική αρχή μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει την εικονικότητα με τη δέουσα επιμέλεια, ιδίως όταν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις που οδηγούσαν σε εντοπισμένο έλεγχο.
- Δεύτερον, όταν εντός της πενταετίας περιέλθουν πληροφορίες από έτερη φορολογική αρχή για πιθανή εικονικότητα, η αρμόδια αρχή υποχρεούται σε άμεσο έλεγχο και έκδοση καταλογιστικών πράξεων εντός της πενταετίας.
- Τρίτον, η αρμόδια για τον λήπτη αρχή δεν μπορεί να αναμένει την ολοκλήρωση ελέγχου από την αρμόδια για τον εκδότη αρχή, αλλά οφείλει να ενεργήσει παράλληλα, ανταλλάσσοντας πληροφορίες και διενεργώντας διασταυρωτικούς ελέγχους.
Νωρίτερη νομολογία είχε δεχθεί πιο ελαστική ερμηνεία. Η διοικητική νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι όταν η εικονικότητα αναδείχθηκε λόγω συμπληρωματικών στοιχείων που η Φορολογική Διοίκηση δεν μπορούσε να γνωρίζει εντός της πενταετίας, ιδίως όταν απαιτείται συνδρομή φορολογικών αρχών άλλου κράτους μέλους, η παραγραφή νομίμως παρεκτείνεται σε δεκαετή. Η ανάγκη συνδρομής φορολογικών αρχών άλλου κράτους μέλους εξαιρούσε τη συνήθη επιμέλεια. Η ΔΠΘ 270/2024 ακολούθησε γραμμή σύμφωνη με την ΣτΕ 1681/2024 σε επίπεδο διοικητικού πρωτοδικείου.
Ωστόσο, η νομολογία δεν είναι μονοσήμαντη. Η ΣτΕ 1584/2025 δέχεται ότι έγγραφο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕΕ) προς τις φορολογικές αρχές για διενέργεια ελέγχου συνιστά συμπληρωματικό στοιχείο κατά την έννοια της παρ. 2 του αρθ. 37 Ν. 5104/2024, επιμηκύνοντας την παραγραφή σε δεκαετή
Παραγράφεται και η ειδική χρηματική κύρωση του άρθρου 8 παρ. 12 Ν. 1882/1990;
Η ειδική χρηματική κύρωση του άρθρου 8 παρ. 12 Ν. 1882/1990 για λήψη πλαστών ή εικονικών τιμολογίων είναι παρεπόμενη της πράξης προσδιορισμού του ΦΠΑ. Σύμφωνα με την ΠΟΛ 1125/2004 και τη γνωμοδότηση ΝΣΚ 327/2004, η παραγραφή της ακολουθεί την παραγραφή της κύριας πράξης. Εφόσον παραγράφεται το δικαίωμα της Διοίκησης να επιβάλει ΦΠΑ σε βάρος του εκδότη ή του λήπτη, παραγράφεται και το δικαίωμα επιβολής της κύρωσης.
Η κύρωση αυτή δεν ορίζεται στο νόμο ως πρόστιμο ή ως φόρος, ούτε διαθέτει αυτοτελή χρόνο παραγραφής. Ο παρεπόμενος χαρακτήρας της απορρέει από τη σύνδεσή της με τον προσδιορισμό του ΦΠΑ που εξέπεσε ο λήπτης των εικονικών στοιχείων και δεν απέδωσε ο εκδότης. Η ΔΕΔ ακολουθεί τη θέση αυτή σε υποθέσεις πλαστών και εικονικών τιμολογίων, σε ευθυγράμμιση με τη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η θέση της ΠΟΛ 1125/2004 διευκρινίζει επιπλέον ότι, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί αρχικό φύλλο ελέγχου εντός του κανονικού χρόνου παραγραφής, η Διοίκηση δεν μπορεί να εκδώσει νομίμως συμπληρωματικά φύλλα ελέγχου ή πράξεις. Η αρχή αυτή λειτουργεί ως ασπίδα σε υποθέσεις όπου η ειδική κύρωση επιχειρείται να επιβληθεί μετά την πενταετία, χωρίς προηγούμενη οριστικοποιημένη πράξη ΦΠΑ.
Με την κατάργηση του Ν. 2859/2000 (παλαιού Κώδικα ΦΠΑ) από το άρθρο 71 παρ. 5 Ν. 5144/2024 από τις 11 Οκτωβρίου 2024, οι αναφορές σε άρθρα του παλαιού κώδικα παραμένουν ιστορικά κρίσιμες για υποθέσεις που αφορούν χρήσεις πριν την κατάργηση. Για χρήσεις από 11/10/2024 και έπειτα ισχύει το νέο πλαίσιο. Η αρχή του παρεπόμενου χαρακτήρα της κύρωσης παραμένει η ίδια, καθώς ερείδεται στη φύση της σχέσης μεταξύ κύριας πράξης ΦΠΑ και ειδικής χρηματικής κύρωσης.
Πώς υπολογίζεται η παραγραφή του ποινικού αδικήματος της αποδοχής ή έκδοσης εικονικών τιμολογίων;
Η παραγραφή του ποινικού αδικήματος της έκδοσης ή αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων ακολουθεί τρία διαδοχικά καθεστώτα, ανάλογα με τον χρόνο τέλεσης της πράξης. Η μεταβατική διάταξη του άρθρου 96 Ν. 4745/2020 διατήρησε σε ισχύ το παλιό σύστημα για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι 6 Νοεμβρίου 2020, με αποτέλεσμα ο εφαρμοστής του δικαίου να εξετάζει πάντοτε πρώτα τον χρόνο τέλεσης. Η σύγχρονη νομολογία του Αρείου Πάγου επιβεβαιώνει αυτή τη διάκριση και δίνει συγκεκριμένες οδηγίες για κάθε καθεστώς.
| Χρόνος τέλεσης πράξης | Εφαρμοστέο πλαίσιο | Έναρξη παραγραφής |
|---|---|---|
| Πριν 17-10-2015 | Άρθρο 21 παρ. 2 και 10 Ν. 2523/1997 | Από τον χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου |
| 17-10-2015 έως 6-11-2020 | Άρθρο 55Α παρ. 3 Ν. 4174/2013 | Από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής |
| Μετά 6-11-2020 | Άρθρο 163 Ν. 4764/2020, και ήδη άρθρο 84 παρ. 4 Ν. 5104/2024 | Από το πέρας της πενταετίας εντός της οποίας η Διοίκηση μπορούσε να εκδώσει πράξη προσδιορισμού φόρου, ή από την έκδοση της πράξης αυτής, εάν προηγηθεί |
Η εφαρμογή του ορθού καθεστώτος έχει αποφασιστική σημασία για την έκβαση της δίκης. Με την ΑΠ 360/2023 (όπως και ΑΠ 792/2023, ΑΠ 862/2022, ΑΠ 95/2022), ο Άρειος Πάγος επιβεβαίωσε ότι τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι τις 6 Νοεμβρίου 2020 υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του Ν. 4174/2013, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τον Ν. 4745/2020 Για την παραγραφή ειδικά εφαρμόζεται το άρθρο 55Α παρ. 3, που επαναφέρει τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997, ακόμη και μετά την κατάργηση του άρθρου 68 παρ. 2 Ν. 4174/2013.
Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε στην ίδια απόφαση ότι οι διατάξεις περί παραγραφής και οι διατάξεις περί αναστολής αυτής συνιστούν αδιάσπαστο σύνολο. Δεν επιτρέπεται ο διαχωρισμός τους με επιλογή των ευνοϊκότερων τμημάτων από διαφορετικά καθεστώτα. Η ΑΠ 186/2025 εφάρμοσε την αρχή αυτή σε υπόθεση πράξης του 2006: η παραγραφή άρχισε από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω άπρακτης παρέλευσης της 30ήμερης προθεσμίας προσφυγής, και ανεστάλη επί τριετία βάσει των άρθρων 111-113 ΠΚ.
Η ΑΠ 628/2025 ολοκληρώνει την εικόνα ως προς την επιεικέστερη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου: η ισχύουσα ρύθμιση του άρθρου 79 Ν. 5104/2024 (πρώην αρ. 66 παρ. 5 Ν. 4987/2022 και Ν. 4174/2013 με Ν. 4337/2015) είναι επιεικέστερη του παλαιού άρθρου 19 Ν. 2523/1997. Το όριο κακουργήματος ανέβηκε από τις 150.000 ευρώ στις 200.000 ευρώ, και η ποινή κάθειρξης έως δέκα ετών μειώθηκε διαζευκτικά σε φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι ετών μέσω του άρθρου 463 παρ. 3 ΠΚ. Η ΑΠ 782/2022 παραμένει αυθεντική αναφορά για την έναρξη παραγραφής στο παλαιότερο καθεστώς.
Πότε απορροφάται το ποινικό αδίκημα από άλλη πράξη φοροδιαφυγής;
Από τις 17 Οκτωβρίου 2015 και εφεξής, η πράξη της έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων καθίσταται ανέγκλητη όταν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής. Ο δράστης τότε τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Η ρύθμιση τέθηκε αρχικά με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015 (που τροποποίησε το άρθρο 66 Ν. 4174/2013) και ισχύει σήμερα ως άρθρο 79 παρ. 5 Ν. 5104/2024.
Η απορρόφηση δεν εφαρμόζεται αυτόματα. Σύμφωνα με την ΑΠ 628/2025 και την προγενέστερη νομολογία του Αρείου Πάγου, η εφαρμογή προϋποθέτει σωρευτικά: (i) ότι τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την τέλεση ή υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 του ίδιου άρθρου, και (ii) ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικαστεί για την κύρια πράξη φοροδιαφυγής ή τουλάχιστον εκκρεμεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη. Η απλή παραδοχή ότι τα τιμολόγια χρησιμοποιήθηκαν για φοροδιαφυγή δεν αρκεί χωρίς ποινική δίωξη.
Στην ΑΠ 1374/2025, το δικαστήριο επανέλαβε ότι η ρύθμιση της απορρόφησης δεν ισχύει και όταν το ύψος του φόρου που δεν πληρώθηκε υπολείπεται των ποσοτικών ορίων που στοιχειοθετούν ποινικό αδίκημα φοροδιαφυγής. Πρόκειται για ποσά κάτω των 100.000 ευρώ ανά φορολογικό έτος για φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ ή ειδικό φόρο ακινήτων, και κάτω των 50.000 ευρώ για ΦΠΑ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αυτοτελής δίωξη για τα εικονικά τιμολόγια επιστρέφει στο πεδίο εφαρμογής.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής. Αν συντρέξει η περίπτωση απορρόφησης, ο χρόνος παραγραφής υπολογίζεται με βάση την κύρια πράξη φοροδιαφυγής (φόρου εισοδήματος ή ΦΠΑ). Αν δεν συντρέξει, ο υπολογισμός γίνεται για την αυτοτελή πράξη των εικονικών τιμολογίων, με τα τρία διαδοχικά καθεστώτα που αναπτύχθηκαν παραπάνω. Η ακύρωση φορολογικού προστίμου παρά την ποινική καταδίκη δείχνει πώς η διοικητική και η ποινική διαδικασία εξακολουθούν να κρίνονται σε αυτοτελή βάση, παρά τη φαινομενική σύνδεσή τους.
Πώς προβάλλεται και πώς εξετάζεται η παραγραφή;
Ο φορολογούμενος προβάλλει την ένσταση παραγραφής κατά κανόνα μέσα στην ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (άρθρο 72 Ν. 5104/2024) και στη συνέχεια στην προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου. Η παράλειψη προβολής στο πρώτο στάδιο δημιουργεί σοβαρό δικονομικό κίνδυνο, καθώς οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο δικαστήριο μπορεί να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Εξαιρετικά, η παραγραφή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της δίκης όταν η υπόθεση εκκρεμεί στο πλαίσιο ανακοπής κατά ταμειακής βεβαίωσης. Η ΣτΕ 567/2024 επιβεβαίωσε ότι, κατά το άρθρο 224 παρ. 5 ΚΔΔ, οι ισχυρισμοί περί αποσβέσεως της οφειλής, στους οποίους περιλαμβάνεται και η παραγραφή, εξετάζονται από τα δικαστήρια της ουσίας σε οποιοδήποτε στάδιο, εφόσον αποδεικνύονται αμέσως. Η εξαίρεση αυτή δεν αναιρεί την υποχρέωση έγκαιρης προβολής στις τυπικές προθεσμίες, αλλά παρέχει ασφαλιστική δικλείδα.
Η ψηφιακή υποβολή ενδικοφανών προσφυγών έχει καταστήσει το πρώτο στάδιο πιο τυποποιημένο, αλλά απαιτεί προσοχή στους ισχυρισμούς που θα προβληθούν. Σε εκκρεμείς διαφορές, ο φορολογούμενος μπορεί επίσης να εξετάσει τη διαδικασία της επιτροπής εξώδικης επίλυσης φορολογικών διαφορών, η οποία εξετάζει ρητά ισχυρισμούς παραγραφής μεταξύ άλλων.
Η εμπειρία από ενδικοφανείς προσφυγές δείχνει ότι η ένσταση παραγραφής αποδίδει όταν τεκμηριώνεται με ακρίβεια τόσο ως προς τον χρόνο τέλεσης της πράξης όσο και ως προς τη γνώση της Διοίκησης για τα κρίσιμα στοιχεία. Η αόριστη επίκληση «παρόδου της πενταετίας» χωρίς προσδιορισμό του αφετηρίου χρονικού σημείου και ανάλυση της φύσης των επικαλούμενων από τη Διοίκηση συμπληρωματικών στοιχείων συνήθως οδηγεί σε απόρριψη.
Συχνές Ερωτήσεις
Πότε αρχίζει να τρέχει η πενταετία της διοικητικής παραγραφής;
Η πενταετία τρέχει από το τέλος του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή της σχετικής δήλωσης. Παράδειγμα: για χρήση 2020 με προθεσμία υποβολής δήλωσης εντός του 2021, η πενταετία αρχίζει την 1/1/2022 και λήγει την 31/12/2026. Από την επόμενη ημέρα το δικαίωμα του Δημοσίου έχει παραγραφεί, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις δεκαετίας ή εικοσαετίας.
Ισχύει δεκαετής παραγραφή για φοροδιαφυγή σε υποθέσεις εικονικών τιμολογίων;
Η δεκαετής παραγραφή του άρθρου 37 παρ. 3 Ν. 5104/2024 ισχύει σε δύο περιπτώσεις: (α) όταν ο φορολογούμενος δεν έχει υποβάλει δήλωση εντός της πενταετίας, και (β) όταν περιέλθουν στη Φορολογική Διοίκηση νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να είναι σε γνώση της εντός της πενταετίας. Η εικοσαετία του παλαιού αρθ. 36 παρ. 3 Ν. 4174/2013 κρίθηκε αντισυνταγματική (ΣτΕ Ολ. 1738/2017) και έχει αντικατασταθεί από δεκαετή. Η δεκαετία δεν αυτοματοποιείται απλώς επειδή υπάρχει εικονικό τιμολόγιο.
Είναι το πληροφοριακό δελτίο από άλλη Δ.Ο.Υ. «συμπληρωματικό στοιχείο»;
Εξαρτάται από τον χρόνο περιέλευσής του. Αν περιήλθε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. εντός της πενταετίας, δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο και η Διοίκηση όφειλε να ενεργήσει εντός της πενταετίας (ΣτΕ 1681/2024). Αν περιήλθε μετά την πενταετία, μπορεί να αποτελέσει συμπληρωματικό στοιχείο μόνον εφόσον η αρχή δεν το γνώριζε ούτε όφειλε να το γνωρίζει. Διοικητικά δικαστήρια έχουν δεχθεί τόσο τη μία όσο και την άλλη ερμηνεία, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά.
Αν παραγραφεί ο φόρος, παραγράφεται και το πρόστιμο;
Όταν το πρόστιμο είναι παρεπόμενο της πράξης προσδιορισμού φόρου, η παραγραφή του φόρου συμπαρασύρει και την κύρωση. Η αρχή αυτή ισχύει για την ειδική χρηματική κύρωση του άρθρου 8 παρ. 12 Ν. 1882/1990 σε υποθέσεις εικονικών τιμολογίων, σύμφωνα με την ΠΟΛ 1125/2004 και τη γνωμοδότηση ΝΣΚ 327/2004. Για πρόστιμα με αυτοτελή χρόνο παραγραφής (π.χ. πρόστιμα μη υποβολής δήλωσης), ο υπολογισμός γίνεται ξεχωριστά.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Διοικητική και ποινική παραγραφή κρίνονται αυτοτελώς: Η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να καταλογίσει φόρο και πρόστιμο είναι ζήτημα διοικητικής δίκης. Η παραγραφή του ποινικού αδικήματος είναι ζήτημα ποινικής δίκης, με δικούς της κανόνες έναρξης, διακοπής και αναστολής. Η μία δεν συμπαρασύρει την άλλη.
Ο χρόνος τέλεσης κρίνει το εφαρμοστέο καθεστώς ποινικής παραγραφής: Για πράξεις πριν 17/10/2015, εφαρμόζονται ο Ν. 2523/1997 και η ΑΠ 782/2022. Για πράξεις μεταξύ 17/10/2015 και 6/11/2020, εφαρμόζεται το άρθρο 55Α παρ. 3 Ν. 4174/2013 (ΑΠ 360/2023, ΑΠ 186/2025 Α’ Ποιν.). Για πράξεις μετά τις 6/11/2020, εφαρμόζονται οι νεότερες ρυθμίσεις των Ν. 4745/2020, 4764/2020 και ήδη του Ν. 5104/2024 (ΑΠ 628/2025).
Έγκαιρη προβολή ένστασης παραγραφής: Η ένσταση προβάλλεται στην ενδικοφανή προσφυγή στη ΔΕΔ και στην προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο. Η παράλειψη προβολής στο πρώτο στάδιο δημιουργεί σοβαρό δικονομικό κίνδυνο, ακόμη και αν η ένσταση μπορεί να προβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο στην ανακοπή ταμειακής βεβαίωσης (ΣτΕ 567/2024).
Τεκμηρίωση του γνωστικού status της Διοίκησης: Το κρίσιμο σημείο σε υποθέσεις δεκαετίας δεν είναι η ύπαρξη του στοιχείου αλλά ο χρόνος και ο τρόπος που η Διοίκηση το έλαβε ή όφειλε να το λάβει. Πληροφοριακά δελτία, εκθέσεις άλλων Δ.Ο.Υ. και αναφορές που υπήρχαν εντός της πενταετίας δεν επεκτείνουν την παραγραφή σε υποθέσεις εικονικών τιμολογίων (ΣτΕ Ολ. 1738/2017, ΣτΕ 1681/2024).
Παρεπόμενες κυρώσεις: Η ειδική χρηματική κύρωση του άρθρου 8 παρ. 12 Ν. 1882/1990 ακολουθεί την παραγραφή της κύριας πράξης ΦΠΑ. Αν δεν εκδόθηκε αρχικό φύλλο ελέγχου ΦΠΑ εντός της πενταετίας, η κύρωση δεν μπορεί να επιβληθεί αυτοτελώς (ΠΟΛ 1125/2004, ΝΣΚ 327/2004).
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με με την παραγραφή εικονικών τιμολογίων.