Skip to content
Αρθρογραφία

Η Εταιρική Αγωγή – Νομικό Πλαίσιο Και Προϋποθέσεις Άσκησης

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 27 Μαρτίου 2026

Με το όρο “Εταιρική Αγωγή“, νοείται η αγωγή της εταιρείας κατά των μελών της διοικήσεώς της προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τις πράξεις ή παραλείψεις τους.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η Ευθύνη Μελών Του Διοικητικού Συμβουλίου

Σύμφωνα με το άρθρο 102 του Ν. 4548/2018Κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ευθύνεται έναντι της εταιρείας για ζημία που αυτή υφίσταται λόγω πράξης ή παράλειψης που συνιστά παράβαση των καθηκόντων του”.

Περαιτέρω ορίζεται ότι “Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται, αν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου αποδείξει ότι κατέβαλε κατά την άσκηση των καθηκόντων του την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία που δραστηριοποιείται σε παρόμοιες συνθήκες. Η επιμέλεια αυτή κρίνεται με βάση και την ιδιότητα κάθε μέλους και τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί κατά το νόμο, το καταστατικό ή με απόφαση των αρμόδιων εταιρικών οργάνων.

Αν από κοινή πράξη περισσότερων μελών του διοικητικού συμβουλίου προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία. 

Το δικαστήριο όμως μπορεί να αποφασίσει για επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ των υπευθύνων, ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης, το βαθμό του πταίσματος και την κατανομή των καθηκόντων των μελών του διοικητικού συμβουλίου. 

Το δικαστήριο μπορεί να ρυθμίσει και το δικαίωμα αναγωγής των υπευθύνων μεταξύ τους.

Η ευθύνη δεν υφίσταται προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε σύννομη απόφαση της γενικής συνέλευσης ή που αφορούν εύλογη επιχειρηματική απόφαση, η οποία ελήφθη 

  • με καλή πίστη, 
  • με βάση επαρκή, για τις συγκεκριμένες συνθήκες, πληροφόρηση και 
  • με αποκλειστικό κριτήριο την εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος. 

Τα στοιχεία αυτά κρίνονται με αναφορά στο χρόνο λήψης της απόφασης. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου φέρουν το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων της παρούσας παραγράφου. Επίσης το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι δεν υφίσταται ευθύνη προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε εισήγηση ή γνώμη ανεξάρτητου οργάνου ή επιτροπής, που λειτουργεί στην εταιρεία, σύμφωνα με το νόμο.

Οι αξιώσεις της εταιρείας παραγράφονται μετά τριετία από την τέλεση της πράξης ή την παράλειψη. Η παραγραφή αναστέλλεται ενόσω ο υπεύθυνος έχει την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου. 

Σε κάθε περίπτωση η παραγραφή επέρχεται μετά πάροδο δεκαετίας από την τέλεση της πράξης ή την παράλειψη.

Η εταιρεία μπορεί, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, να παραιτηθεί των αξιώσεών της προς αποζημίωση ή να συμβιβασθεί για αυτές μετά πάροδο 2 ετών από τη γένεση της αξίωσης και μόνο εφόσον συγκατατίθεται η γενική συνέλευση και δεν αντιτίθεται μειοψηφία που εκπροσωπεί το 1/10 του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου. 

Μετά την άσκηση της αγωγής, η παραπάνω παραίτηση ή ο συμβιβασμός μπορούν να λάβουν χώρα οποτεδήποτε, εφόσον συγκατατίθεται η γενική συνέλευση και δεν αντιτίθεται το 1/20 του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου. Στην συνέλευση αυτή καλείται να παραστεί και ο ειδικός εκπρόσωπος που τυχόν έχει οριστεί.”

Η Άσκηση Των Αξιώσεων Της Εταιρείας Με Αίτημα Της Μειοψηφίας

Σύμφωνα με το άρθρο 104 του Ν. 4548/2018Μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου έχουν δικαίωμα να υποβάλουν εγγράφως προς το διοικητικό συμβούλιο αίτηση με αντικείμενο την άσκηση των αξιώσεων της εταιρείας. Το καταστατικό της εταιρείας μπορεί να μειώσει το παραπάνω ποσοστό. Οι αιτούντες πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν καταστεί μέτοχοι 6 μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης.

Στην αίτησή τους οι μέτοχοι θέτουν εύλογη προθεσμία, εντός της οποίας το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να αξιολογήσει το περιεχόμενο της αίτησης και να αποφασίσει αν η εταιρεία θα ασκήσει αγωγή για τις αξιώσεις που περιγράφει η αίτηση αυτή. 

Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει επί του αιτήματος των μετόχων, αφού λάβει υπόψη του τις παρατηρήσεις και εξηγήσεις των μελών εκείνων του διοικητικού συμβουλίου, που κατονομάζονται στην αίτηση των μετόχων. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου που κατονομάζονται στην αίτηση, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου για τη λήψη απόφασης επί του αιτήματος των μετόχων. 

Σε περίπτωση που η αίτηση υποβληθεί από την πλειοψηφία των μετόχων, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να προβεί αμελλητί στην άσκηση της εταιρικής αγωγής.

Διορισμός ειδικού εκπροσώπου για άσκηση της αγωγής

Σύμφωνα με το άρθρο 105 του Ν. 4548/2018,

Αν :

  1. το διοικητικό συμβούλιο απορρίψει εν όλω ή εν μέρει την αίτηση της μειοψηφίας, ή 
  2. παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, ή  
  3. παρέλθουν 4 μήνες από την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που αποφάσισε την άσκηση της αγωγής, χωρίς να έχει ασκηθεί η αγωγή, όπως αποφασίστηκε από το διοικητικό συμβούλιο, ή
  4. το διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως της μειοψηφίας, ή 
  5. η εταιρεία δεν ασκεί αμελλητί την αγωγή,

η πλειοψηφία των μετόχων που υπέβαλαν το αίτημα έχουν δικαίωμα, εντός 2 μηνών να υποβάλουν αίτημα ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου με αντικείμενο το διορισμό ειδικού εκπροσώπου για την άσκηση αγωγής κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΑΓΩΓΗΣ

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ευθύνονται έναντι της εταιρείας για κάθε πταίσμα κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, ενώ ρυθμίζεται ζήτημα των νομιμοποιούμενων στην άσκηση της παραπάνω εταιρικής αγωγής, η οποία αποσκοπεί καταρχήν στην αποκατάσταση της ζημίας της εταιρείας από πράξη ή παράλειψη των μελών του Δ.Σ. 

Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω άρθρα η εταιρική αγωγή: 

  • ασκείται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου και κατά την κρίση του, μόνον εάν διαπιστωθεί ότι η ζημία της εταιρείας οφείλεται σε πράξεις του μέλους των συμβουλίου οφειλόμενες σε δόλο, και η άσκηση της αγωγής αυτής είναι αποτέλεσμα της βούλησης του νομικού προσώπου της εταιρείας όπως αυτή διαμορφούται από το διοικητικό συμβούλιο. 
  • ασκείται δυνητικά από το διοικητικό συμβούλιο, εάν το ζητήσουν μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου και έχουν καταστεί μέτοχοι 6 μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης.
  • ασκείται υποχρεωτικά από το διοικητικό συμβούλιο, εάν το ζητήσουν η πλειοψηφία των μετόχων της εταιρείας είτε η ζημία της εταιρείας οφείλεται σε πράξεις του μέλους των συμβουλίου από αμέλεια είτε σε πράξεις από δόλο, η δε άσκηση της αγωγής αυτής δεν είναι αποτέλεσμα της βούλησης του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά αποτέλεσμα της ασκήσεως από την μειοψηφία ενός δικαιώματος που της παρέχει ο νόμος και 
  • ασκείται υποχρεωτικά από το διοικητικό συμβούλιο, εάν το αποφασίσει η γενική συνέλευση των μετόχων με απόλυτη πλειοψηφία, είτε η ζημία της εταιρείας οφείλεται σε πράξεις του μέλους των συμβουλίου από αμέλεια είτε σε πράξεις από δόλο, και η άσκηση της αγωγής αυτής αποτελεί και αποδίδει την βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, είναι, άλλως, αποτέλεσμα της βούλησης του νομικού προσώπου της εταιρείας όπως αυτή διαμορφούται από το κυρίαρχο όργανο της ανώνυμης εταιρείας, δηλαδή την Γ.Σ,
ΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ

Κατά την έννοια του άρθρου 3 ΑΚ, διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (“δημόσιας τάξης”) είναι εκείνες, την εφαρμογή των οποίων δεν μπορεί να αποκρούσει η ιδιωτική βούληση. Ο χαρακτήρας μιας διατάξεως ως δημοσίας τάξεως, εφόσον δεν συνάγεται με σαφήνεια από τον νόμο, αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της. 

Κριτήρια για τη διάγνωση της υπάρξεως κανόνα αναγκαστικού δικαίου αποτελούν η επιδίωξη γενικότερων συμφερόντων ή των συμφερόντων προσώπων που έχουν ανάγκη από ιδιαίτερη προστασία, καθώς και η συνάρτηση της διατάξεως με θεμελιώδεις αρχές του δικαίου. Οι διατάξεις του δικαίου της ανώνυμης εταιρείας αποτελούν, κατά κανόνα, αναγκαστικό δίκαιο. Τούτο δε δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας κυρίως των εταιρικών δανειστών.

Ο λόγος θέσπισης κανόνων αναγκαστικού δικαίου συνίσταται στην αυξημένη κοινωνική εμπλοκή της ανώνυμης εταιρείας, που πραγματοποιείται με τη συμμετοχή του επενδυτικού κοινού στο μετοχικό της κεφάλαιο και τη λειτουργία της ως μέσου αποταμίευσης. Καθίσταται έτσι αναγκαία η τυποποίηση της μετοχικής σχέσης και ο συμβιβασμός των αντικρουόμενων συμφερόντων με σκοπό την εξασφάλιση ασφάλειας δικαίου τόσο για τους μετόχους της εταιρείας όσο και για τους τρίτους που συναλλάσσονται με αυτή. Από την άλλη πλευρά ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι το δικαίωμα συμμετοχής σε μία ανώνυμη εταιρεία είναι ιδιωτικό δικαίωμα και ως εκ τούτου ισχύει και εδώ καταρχήν η ελευθερία των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). 

Όπως προαναφέρθηκε, εφόσον δεν προκύπτει σαφώς ο χαρακτήρας μίας διάταξης ως αναγκαστικού δικαίου, μπορεί ένα τέτοιο συμπέρασμα να συναχθεί ερμηνευτικά. Εξάλλου η εταιρική αγωγή, όπως προαναφέρθηκε, ασκείται στο όνομα της εταιρείας είτε από το Δ.Σ. είτε από ειδικούς επιτρόπους κατόπιν ειδικής απόφασης διορισμού τους. Το σχετικό δικαίωμα απονέμεται καταρχάς στη γενική συνέλευση, που δικαιούται ως ανώτατο όργανο της εταιρείας να λάβει απόφαση για άσκηση της αγωγής.

Η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στην άσκηση ελέγχου στο διοικητικό συμβούλιο και τίθεται κατά κύριο λόγο για την προστασία της εταιρείας έναντι κακοδιαχείρισης από τα μέλη του Δ.Σ και η σχετική αγωγή αποσκοπεί στη διασφάλιση της καλής πορείας της εταιρείας και στην προστασία τόσο των μετόχων από την έμμεση ζημία που ενδεχομένως θα υποστούν από την πτώση της αξίας της επένδυσής τους, όσο και των δανειστών της εταιρείας και των τρίτων συναλλασσομένων με αυτή, των προσώπων δηλαδή, για την προστασία των οποίων έχουν προβλεφθεί διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. 

Επομένως στην περίπτωση αυτή δεν χωρεί παραίτηση εκ μέρους της γενικής συνέλευσης από το δικαίωμα άσκησης της εταιρικής αγωγής, παρά μόνο υπό τους όρους του νόμου (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΑΠ 5/2015).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Ανώνυμη Εταιρεία.