Εν συντομία:
- Η αξίωση αποζημίωσης κατά του λογιστή θεμελιώνεται κατά κανόνα στη σύμβαση και όχι στην αδικοπραξία. Αγωγή που στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 914 ΑΚ απορρίπτεται ως μη νόμιμη.
- Το πταίσμα του λογιστή τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του. Η επιχείρηση αποδεικνύει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια, ο λογιστής την έλλειψη υπαιτιότητας.
- Η παράλειψη ενημέρωσης για επικείμενο κίνδυνο θεμελιώνει αυτοτελή ευθύνη κατά το άρθρο 718 ΑΚ, ανεξάρτητα από ρητή συμβατική πρόβλεψη.
- Το πρόστιμο δεν μετακυλίεται όταν προήλθε από ανακριβή στοιχεία που παρέδωσε η ίδια η επιχείρηση ή από μη προσκόμιση βιβλίων στον έλεγχο.
Πότε ευθύνεται ο λογιστής για πρόστιμο που επιβλήθηκε στην επιχείρηση;
Ο λογιστής ευθύνεται όταν το πρόστιμο ανάγεται σε δική του πλημμέλεια κατά την εκτέλεση των εργασιών που του ανατέθηκαν και όχι στα δεδομένα που παρέδωσε η επιχείρηση.
Μέτρο είναι η επιμέλεια που επιδεικνύει ο συνετός επαγγελματίας του οικείου κύκλου συναλλαγών. Η υπαιτιότητα τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων και ο λογιστής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει.
Η βάση της υποχρέωσης βρίσκεται στο άρθρο 12 του ΠΔ 340/1998, κατά το οποίο ο λογιστής φοροτεχνικός οφείλει να επιδεικνύει την προσήκουσα επιμέλεια στην εκτέλεση των εργασιών που του ανατίθενται, άλλως ευθύνεται έναντι του εντολέα του για τις κάθε είδους φορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις που προέκυψαν από υπαιτιότητά του.
Η διάταξη αυτή δεν είναι διακηρυκτική. Θεμελιώνει ευθεία αξίωση αποζημίωσης, με αντικείμενο ακριβώς το πρόστιμο και τις προσαυξήσεις.
Το επίπεδο επιμέλειας που απαιτείται είναι υψηλό. Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι στη σύμβαση εντολής δεν αξιώνεται ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των χαριστικών συμβάσεων, αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της σχέσης, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη, με αποτέλεσμα ο εντολοδόχος να ευθύνεται και για ελαφρά αμέλεια (ΑΠ 1027/2024).
Ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης προηγείται. Αν ο λογιστής υπόκειται σε έλεγχο και εποπτεία ως προς τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής, η σχέση είναι εξαρτημένης εργασίας.
Αν διατηρεί πρωτοβουλία ως προς τη μέθοδο διεκπεραίωσης, πρόκειται για σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών. Η διάκριση από τη σύμβαση έργου έχει σημασία, γιατί ο εξωτερικός λογιστής αναλαμβάνει διαρκή παροχή υπηρεσιών και όχι συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
Συμβατική ή αδικοπρακτική βάση: ποια επιλέγεται και τι αλλάζει;
Η ίδια πλημμέλεια μπορεί να θεμελιώσει διαφορετικές αξιώσεις ανάλογα με τη βάση που επιλέγεται. Η επιλογή δεν είναι δικονομική λεπτομέρεια. Μεταβάλλει την παραγραφή, το βάρος απόδειξης, τη δυνατότητα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και τη διάταξη που καθιστά τον λογιστή υπεύθυνο για τους βοηθούς του γραφείου του.
| Κριτήριο | Συμβατική βάση (ΑΚ 330, 714, 297-298) | Αδικοπρακτική βάση (ΑΚ 914) | Άρθρο 8 Ν. 2251/1994 |
|---|---|---|---|
| Προϋπόθεση | Παράβαση υποχρέωσης που απορρέει από τη σύμβαση | Παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά που θα ήταν παράνομη και χωρίς τη σύμβαση | Παροχή υπηρεσίας κατά τρόπο ανεξάρτητο στο πλαίσιο επαγγελματικής δραστηριότητας |
| Υπαιτιότητα | Τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων | Αποδεικνύεται από τον ζημιωθέντα | Ο παρέχων φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψης (παρ. 4) |
| Παραγραφή | Εικοσαετία (ΑΚ 249) | Πενταετία από τη γνώση ζημίας και υπόχρεου, εικοσαετία από την πράξη (ΑΚ 937) | Κρίνεται κατά περίπτωση ανάλογα με τον χαρακτηρισμό της ευθύνης |
| Ηθική βλάβη (ΑΚ 932) | Κατά κανόνα δεν επιδικάζεται | Επιδικάζεται | Καλύπτεται ρητά η ζημία που προκλήθηκε υπαιτίως |
| Ευθύνη για βοηθούς | ΑΚ 334 | ΑΚ 922 (πρόστηση) | Ο παρέχων ευθύνεται για την οργάνωση της υπηρεσίας |
| Τυπικό πεδίο | Πλημμελής τήρηση βιβλίων, εκπρόθεσμη υποβολή, λανθασμένος υπολογισμός | Απάτη, υπεξαίρεση, συμπεριφορά κατά το άρθρο 919 ΑΚ | Εξωτερικό λογιστικό γραφείο χωρίς υποδείξεις του αποδέκτη |
Η απόφαση αποτελεί βασική νομική επιλογή και όχι τυπική διατύπωση. Όταν η ζημία περιορίζεται στο πρόστιμο και τις προσαυξήσεις, η συμβατική βάση επαρκεί και προσφέρει το πλεονέκτημα της εικοσαετούς παραγραφής μαζί με το τεκμήριο πταίσματος.
Όταν όμως τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης περιλαμβάνουν στοιχεία δόλιας συμπεριφοράς, η σωρευτική επίκληση της αδικοπραξίας ανοίγει το κεφάλαιο της ηθικής βλάβης.
Η διατύπωση του δικογράφου καθορίζει το αποτέλεσμα. Δεν αρκεί η αόριστη επίκληση και των δύο βάσεων. Απαιτείται έκθεση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν χωριστά καθεμία, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να ερευνήσει την επικουρική βάση αν απορρίψει την κύρια.
Πότε η επίκληση αδικοπραξίας οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής;
Η αγωγή που στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 914 ΑΚ για πλημμελή τήρηση βιβλίων απορρίπτεται. Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι η μη κανονική τήρηση των φορολογικών στοιχείων της επιχείρησης από υπαιτιότητα του λογιστή συνιστά υπαίτια παραβίαση της σύμβασης και όχι αδικοπραξία, ακριβώς επειδή η παράβαση αυτή δεν νοείται χωρίς την υποκείμενη σχέση εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 1901/2008).
Η ίδια λογική επιβεβαιώνεται στο πεδίο της εντολής. Η αξίωση αποζημίωσης για ζημία που προκλήθηκε επειδή ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη ενέργεια θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 ΑΚ και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις που στοιχειοθετούν αυτοτελές αδίκημα, όπως απάτη ή υπεξαίρεση, οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 1027/2024).
Ο κανόνας αυτός εξηγεί γιατί το ερώτημα της βάσης τίθεται πριν από τη σύνταξη της αγωγής. Η επιχείρηση που στράφηκε κατά του λογιστή με αδικοπρακτική βάση επειδή θεώρησε ότι έτσι εξασφαλίζει χρηματική ικανοποίηση χωρίς να εκθέσει τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη συμβατική ευθύνη, μένει χωρίς επικουρική βάση όταν το δικαστήριο απορρίψει την κύρια.
Υπάρχει και η αντίστροφη περίπτωση. Όταν η επιχείρηση αντιληφθεί τη ζημία πολύ αργότερα, για παράδειγμα κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου έξι ή επτά χρόνια μετά την επίμαχη χρήση, η πενταετία του άρθρου 937 ΑΚ ενδέχεται να έχει συμπληρωθεί ενώ η συμβατική αξίωση παραμένει ενεργή.
Η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ αποδεικνύεται τότε ουσιωδώς ευνοϊκότερη. Το σχήμα δεν είναι ιδιαιτερότητα της λογιστικής σχέσης. Η ίδια λογική διέπει και την ευθύνη για ελαττωματικά προϊόντα, όπου η επιλογή μεταξύ ειδικής και αδικοπρακτικής βάσης μεταβάλλει τόσο τις προθεσμίες όσο και το βάρος απόδειξης.
Ποια παράλειψη ενημέρωσης θεμελιώνει αυτοτελή ευθύνη κατά το άρθρο 718 ΑΚ;
Η αποσιώπηση ουσιωδών πληροφοριών ή η παράλειψη ενημέρωσης για επικείμενο κίνδυνο συνιστά αυτοτελή παράβαση που γεννά αξίωση αποζημίωσης.
Ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να παρέχει στον εντολέα πληροφορίες σχετικές με την υπόθεση που του ανατέθηκε, εφόσον αυτές είναι αναγκαίες κατά την καλή πίστη. Αν παραβεί την υποχρέωση αυτή καθίσταται υπόχρεος σε αποκατάσταση της ζημίας του απληροφόρητου εντολέα (ΑΠ 1027/2024).
Η περίπτωση αυτή έχει αυτοτελές πεδίο εφαρμογής. Δεν προϋποθέτει λάθος στην τήρηση των βιβλίων. Προϋποθέτει σιωπή σε στιγμή που η ενημέρωση θα απέτρεπε τη ζημία.
Τυπικά παραδείγματα από τη φορολογική πράξη είναι:
- η μη ενημέρωση για επερχόμενη προθεσμία υποβολής με συνέπεια πρόστιμο εκπρόθεσμης δήλωσης,
- η παράλειψη προειδοποίησης ότι συγκεκριμένη δαπάνη δεν αναγνωρίζεται φορολογικά,
- η σιωπή ως προς την υποχρέωση κατάρτισης φακέλου τεκμηρίωσης, ή
- η μη ενημέρωση ότι προμηθευτής εμφανίζει ενδείξεις που δικαιολογούν έλεγχο πριν την καταχώριση τιμολογίων.
Η τεκμηρίωση της παράβασης απαιτεί απόδειξη ότι η συγκεκριμένη πληροφορία ήταν αναγκαία κατά την καλή πίστη υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της εντολής.
Το ερώτημα αυτό απαντάται με βάση το εύρος της ανάθεσης, την πολυπλοκότητα του φορολογικού αντικειμένου και τη γνώση που είχε ή όφειλε να έχει ο λογιστής.
Η ίδια πληροφορία μπορεί να είναι αναγκαία σε μια σχέση και περιττή σε άλλη, οπότε το περιεχόμενο της υποχρέωσης διαφοροποιείται κατά περίπτωση.
Τι πρέπει να αποδείξει η επιχείρηση και τι ο λογιστής;
Η επιχείρηση αποδεικνύει τρία ζητήματα:
- την ύπαρξη της σύμβασης και το εύρος της ανάθεσης,
- τη ζημία και
- την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του λογιστή και της ζημίας.
Το πταίσμα δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεων. Ο λογιστής προβάλλει κατ’ ένσταση την έλλειψη υπαιτιότητας.
Η κατανομή αυτή ενισχύεται όταν εφαρμόζεται το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994. Η διάταξη ορίζει ότι ο ζημιωθείς αποδεικνύει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας.
Για την εκτίμηση αυτή λαμβάνονται υπόψη η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα και η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια. Η διάταξη προσθέτει επίσης ότι η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας δεν συνιστά από μόνη της υπαιτιότητα.
Το κρίσιμο αποδεικτικό σημείο είναι σχεδόν πάντα η αιτιώδης συνάφεια. Αν ο εντολέας δεν υπέστη ζημία, ή αν η ζημία δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, δεν γεννάται υποχρέωση αποζημίωσης.
Η φορολογική διοίκηση επιβάλλει πρόστιμα για πολλαπλούς λόγους ταυτόχρονα. Το δικαστήριο καλείται να διακρίνει ποιο τμήμα του καταλογισμού ανάγεται στη συμπεριφορά του λογιστή.
Η εμπειρία από υποθέσεις καταλογισμού μετά από φορολογικό έλεγχο δείχνει ότι η έκθεση ελέγχου αποτελεί το ισχυρότερο αποδεικτικό μέσο και για τις δύο πλευρές.
Όταν η έκθεση αποδίδει ρητά την παράβαση σε πράξη ή παράλειψη του λογιστή, το τεκμήριο ενισχύεται. Όταν αποδίδει την παράβαση στη διοίκηση της επιχείρησης, ο λογιστής την επικαλείται προς απαλλαγή.
Πότε η ευθύνη παραμένει στην επιχείρηση;
Η ευθύνη δεν μετακυλίεται όταν το πρόστιμο ανάγεται σε συμπεριφορά της ίδιας της επιχείρησης. Τρεις είναι οι τυπικές περιπτώσεις:
- ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία που παραδόθηκαν στον λογιστή,
- μη προσκόμιση βιβλίων και στοιχείων στον έλεγχο,
- οδηγίες της διοίκησης αντίθετες προς τις φορολογικές διατάξεις τις οποίες ο λογιστής δεν όφειλε να ακολουθήσει.
Η πρώτη περίπτωση έχει ρητό νομοθετικό έρεισμα. Κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του ΠΔ 340/1998, ο λογιστής δικαιούται και ο εντολέας υποχρεούται στη χορήγηση κάθε είδους στοιχείων και παραστατικών που κρίνονται αναγκαία για την ορθή εκτέλεση των εργασιών. Η μη χορήγηση συνιστά παράβαση υποχρέωσης της επιχείρησης.
Η δεύτερη περίπτωση οδηγεί σε εξωλογιστικό προσδιορισμό, ο οποίος βαρύνει την επιχείρηση και τον νόμιμο εκπρόσωπό της. Δεν συνιστά αυτοτελή βάση καταλογισμού ευθύνης σε τρίτο πρόσωπο που δεν είχε τα βιβλία στην κατοχή ή στον έλεγχό του. Η απόδοση ευθύνης στον εξωτερικό λογιστή σε τέτοια περίπτωση απαιτεί εξατομικευμένη κρίση της δικής του συμπεριφοράς.
Η τρίτη περίπτωση είναι η πιο λεπτή. Ο λογιστής δεν υποχρεούται να συμμορφώνεται με οδηγίες του εντολέα αντίθετες προς τις φορολογικές διατάξεις. Αν όμως συμμορφώθηκε, δεν απαλλάσσεται επικαλούμενος την εντολή.
Η εμπειρία από υποθέσεις διαφορών μεταξύ επιχείρησης και λογιστικού γραφείου δείχνει ότι το σημείο αυτό κρίνεται σχεδόν αποκλειστικά από την ύπαρξη γραπτής αλληλογραφίας.
Όπου ο λογιστής έχει αποτυπώσει εγγράφως την αντίρρησή του, η ευθύνη μετατοπίζεται στη διοίκηση. Όπου η επικοινωνία ήταν προφορική, το τεκμήριο πταίσματος λειτουργεί εις βάρος του.
Ο λογιστής δεν ευθύνεται επίσης για τη νομιμότητα των παραστατικών που εκδίδει ή λαμβάνει η επιχείρηση στο πλαίσιο των συναλλαγών της. Η ευθύνη για τα εικονικά τιμολόγια βαρύνει τον επιχειρηματία, εκτός αν αποδειχθεί γνώση ή σύμπραξη του λογιστή.
Πώς επηρεάζει η ευθύνη έναντι του Δημοσίου την αξίωση της επιχείρησης;
Η ευθύνη του λογιστή έναντι του Δημοσίου λειτουργεί αυτοτελώς και δεν υποκαθιστά την αστική αξίωση της επιχείρησης. Παράγει όμως αποδεικτικό υλικό που αξιοποιείται στην αγωγή.
Όταν η φορολογική διοίκηση καταλογίζει πρόστιμο στον λογιστή για την ίδια παράβαση, τεκμηριώνει ταυτόχρονα τη δική του πλημμέλεια.
Το νομοθετικό έρεισμα της ευθύνης έναντι του Δημοσίου είναι το άρθρο 38 παρ. 3 του Ν. 2873/2000, κατά το οποίο ο λογιστής φοροτεχνικός είναι υπεύθυνος για την ορθή μεταφορά των οικονομικών δεδομένων από τα στοιχεία στα βιβλία και για την ακρίβεια των δηλώσεων ως προς τη συμφωνία τους με τα δεδομένα που προκύπτουν από τα τηρούμενα βιβλία. Η ευθύνη αυτή αφορά τη συμφωνία δηλώσεων και βιβλίων, όχι την πρωτογενή ακρίβεια των παραστατικών.
Ενδεικτική της έκτασης που μπορεί να λάβει ο καταλογισμός είναι η ΔΕΔ 2240/2023. Λογιστής υπέβαλλε δηλώσεις ΦΠΑ εταιρείας με αριθμούς που του γνωστοποιούνταν τηλεφωνικά, χωρίς να λαμβάνει γνώση βιβλίων και στοιχείων, ενώ διέθετε τους κωδικούς TAXISnet της εταιρείας και μπορούσε να διασταυρώσει τους προμηθευτές.
Η ΔΕΔ έκρινε ότι ενήργησε ως άμεσος συνεργός στην τέλεση εγκλημάτων φοροδιαφυγής και επικύρωσε πρόστιμα συνολικού ποσού 2.245.856,39 ευρώ, ισόποσα με εκείνα που καταλογίστηκαν στην ελεγχόμενη εταιρεία.
Δέχθηκε επιπλέον ότι ως υπόχρεο πρόσωπο του άρθρου 5 του Ν. 4557/2018 δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και δεν αναφέρθηκε στην αρμόδια αρχή κατά το άρθρο 22 του ίδιου νόμου.
Η απόφαση εκδόθηκε υπό τον τότε ισχύοντα Ν. 4987/2022, με βάση τα άρθρα 60 και 67 παρ. 3 αυτού. Το ισχύον πλαίσιο είναι πλέον ο Ν. 5104/2024, ο οποίος διατηρεί την αρχή ότι όποιος συνεργεί με άλλο πρόσωπο στη διάπραξη παράβασης υπόκειται στα ίδια πρόστιμα με τον φορολογούμενο.
Για την επιχείρηση που έχει ήδη επιβαρυνθεί, η ύπαρξη παράλληλου καταλογισμού στον λογιστή αποτελεί ισχυρή ένδειξη υπαιτιότητας κατά τη σύνταξη της αγωγής.
Το θεσμικό πλαίσιο μεταβλήθηκε τον Ιούνιο του 2026. Με τον Ν. 5313/2026 η αρμοδιότητα επιβολής προστίμων στους λογιστές για παραβάσεις δέουσας επιμέλειας μεταφέρθηκε στο Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, ενώ η ΑΑΔΕ διατηρεί τον ελεγκτικό ρόλο και το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζει τα μέτρα δέουσας επιμέλειας. Η μεταβολή αφορά τον φορέα επιβολής και δεν μεταβάλλει την αστική ευθύνη έναντι του εντολέα.
Πριν τη στροφή κατά του λογιστή, η επιχείρηση εξαντλεί τα μέσα αμφισβήτησης του ίδιου του καταλογισμού. Η ενδικοφανής προσφυγή και η δικαστική προσφυγή μπορούν να μειώσουν ή να εξαλείψουν τη ζημία, οπότε η αξίωση κατά του λογιστή περιορίζεται αντίστοιχα. Η παράλειψη άσκησης των μέσων αυτών ενδέχεται να προβληθεί ως συντρέχον πταίσμα.
Συχνές Ερωτήσεις
Μπορεί η επιχείρηση να ζητήσει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης;
Μόνο εφόσον θεμελιώνεται παράλληλη αδικοπραξία. Η καθαρά συμβατική ευθύνη δεν γεννά κατά κανόνα αξίωση κατά το άρθρο 932 ΑΚ. Απαιτείται συμπεριφορά που θα ήταν παράνομη και χωρίς τη σύμβαση, όπως απάτη ή συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη με πρόθεση πρόκλησης ζημίας κατά το άρθρο 919 ΑΚ. Στα νομικά πρόσωπα η ηθική βλάβη συνδέεται με προσβολή της εμπορικής φήμης και πίστης.
Σε πόσο χρόνο παραγράφεται η αξίωση κατά του λογιστή;
Η συμβατική αξίωση υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Η αδικοπρακτική παραγράφεται σε πέντε έτη από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου και σε κάθε περίπτωση σε είκοσι έτη από την πράξη, κατά το άρθρο 937 ΑΚ. Η αφετηρία της πενταετίας συνήθως συμπίπτει με την κοινοποίηση της πράξης επιβολής προστίμου.
Καλύπτει το ασφαλιστήριο επαγγελματικής ευθύνης του λογιστή το πρόστιμο;
Η απάντηση εξαρτάται από τους όρους του συγκεκριμένου συμβολαίου. Πολλά ασφαλιστήρια εξαιρούν ρητά τα διοικητικά πρόστιμα ή περιορίζουν την κάλυψη στην αμέλεια, αποκλείοντας τον δόλο. Ο έλεγχος ύπαρξης και εύρους ασφαλιστικής κάλυψης προηγείται της άσκησης αγωγής, γιατί καθορίζει την εισπραξιμότητα της απαίτησης.
Ευθύνεται ο λογιστής για εικονικά τιμολόγια που έλαβε η επιχείρηση;
Όχι για την ίδια τη λήψη, η οποία βαρύνει την επιχείρηση. Ευθύνη γεννάται όταν αποδεικνύεται ότι γνώριζε την εικονικότητα, την αποδέχθηκε ή συνέβαλε στη διαμόρφωση ψευδούς φορολογικής εικόνας. Η ΔΕΔ 2240/2023 δέχθηκε ότι η πρόσβαση σε στοιχεία που επέτρεπαν διασταύρωση, σε συνδυασμό με την υποβολή δηλώσεων χωρίς παραστατικά, στοιχειοθετεί συνέργεια.
Τι σημαίνει συνυπευθυνότητα του λογιστή και πότε στοιχειοθετείται;
Πρόκειται για τον παράλληλο καταλογισμό προστίμων στον λογιστή για παράβαση που διέπραξε ο φορολογούμενος. Δεν τεκμαίρεται από την ιδιότητα και δεν προκύπτει αυτόματα από το αποτέλεσμα του ελέγχου. Απαιτείται εξατομικευμένη κρίση της δικής του συμπεριφοράς και απόδειξη γνώσης ή ενεργού συμβολής. Η μεταφορά του αποτελέσματος του ελέγχου στον λογιστή χωρίς τέτοια τεκμηρίωση συνιστά ανεπίτρεπτη αντιστροφή του βάρους απόδειξης.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Καθορισμός του εύρους της εντολής εγγράφως: Η ευθύνη οριοθετείται από αυτό που ανατέθηκε. Συμβατική πρόβλεψη που προσδιορίζει ρητά ποιες εργασίες αναλαμβάνει το λογιστικό γραφείο, ποια στοιχεία οφείλει να παραδίδει η επιχείρηση και με ποια συχνότητα, καθορίζει το πεδίο της μεταγενέστερης διαφοράς.
Διατήρηση γραπτής αλληλογραφίας: Οι οδηγίες, οι αντιρρήσεις και οι προειδοποιήσεις που ανταλλάσσονται προφορικά δεν αποδεικνύονται. Η ηλεκτρονική αλληλογραφία αποτελεί το βασικό αποδεικτικό υλικό τόσο για την παράλειψη ενημέρωσης κατά το άρθρο 718 ΑΚ όσο και για την ανατροπή του τεκμηρίου πταίσματος.
Αμφισβήτηση του καταλογισμού πριν την αγωγή: Η ζημία δεν οριστικοποιείται πριν εξαντληθούν τα μέσα κατά της πράξης επιβολής προστίμου. Η άσκηση αγωγής κατά του λογιστή ενόσω εκκρεμεί η φορολογική διαφορά ενέχει τον κίνδυνο απόρριψης λόγω μη οριστικής ζημίας.
Επιλογή βάσης με βάση τη χρονολογία: Όταν η πλημμέλεια ανάγεται σε χρήση παλαιότερη της πενταετίας, η αδικοπρακτική βάση ενδέχεται να έχει παραγραφεί. Η συμβατική βάση παραμένει διαθέσιμη και πρέπει να αποτελεί την κύρια, με την αδικοπραξία επικουρικά.
Έλεγχος ασφαλιστικής κάλυψης: Η ύπαρξη ασφαλιστηρίου επαγγελματικής αστικής ευθύνης καθορίζει αν η δικαστική νίκη θα μεταφραστεί σε είσπραξη. Ο έλεγχος γίνεται πριν την κατάθεση του δικογράφου.
Διάκριση μεταξύ φορολογικής και αστικής διαδικασίας: Ο καταλογισμός προστίμου στον λογιστή από την ΑΑΔΕ ή, μετά τον Ν. 5313/2026, από το Οικονομικό Επιμελητήριο δεν επιδικάζει τίποτε στην επιχείρηση. Οι δύο διαδικασίες τρέχουν χωριστά. Η αστική αξίωση απαιτεί δική της αγωγή.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με αστική ευθύνη των λογιστών.