Skip to content
Αρθρογραφία

Εκχωρημένες Απαιτήσεις: Ευθύνη Τράπεζας Για Μη Είσπραξη

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 31 Ιουλίου 2026

Πότε Ευθύνεται Η Τράπεζα Που Δεν Εισέπραξε Τις Ενεχυριασμένες Απαιτήσεις

Εν συντομία:

  • Η ενεχύραση ονομαστικής απαίτησης υπέρ τράπεζας επιφέρει εκ του νόμου εκχώρηση. Η τράπεζα καθίσταται μόνη δικαιούχος και οφείλει την επιμέλεια των συναλλαγών κατά την είσπραξη, με την παράλειψη είσπραξης τόκων υπερημερίας να στοιχειοθετεί βαριά αμέλεια.
  • Όταν το ενέχυρο έχει συσταθεί σε μετοχές ή άλλα κινητά, το άρθρο 1228 ΑΚ παρέχει δικαίωμα εκποίησης και όχι υποχρέωση. Η αδράνεια δεν είναι από μόνη της παράνομη.
  • Ο έλεγχος της παράλειψης υπό το άρθρο 281 ΑΚ προϋποθέτει ρητή επίκληση ότι κατά το κρίσιμο διάστημα απειλούνταν ουσιώδης μείωση της αξίας του ενεχύρου.
  • Η βάση της σύμβασης εντολής αντέχει εκεί όπου καταρρέει η βάση του ενεχυρούχου δανειστή, εφόσον υπήρξε ρητή εντολή είσπραξης ή πώλησης.

Πότε γεννά υποχρέωση είσπραξης η εκχώρηση απαιτήσεων προς τράπεζα;

Η υποχρέωση γεννιέται όταν η ενεχυριαζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου. Στην περίπτωση αυτή η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση προς την τράπεζα, η οποία καθίσταται μόνη δικαιούχος και δικαιούται να εισπράξει ολόκληρη την απαίτηση αποδίδοντας το υπόλοιπο στον ενεχυραστή.

Ως εκδοχέας, η τράπεζα οφείλει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Η παράβαση αυτής της υποχρέωσης γεννά αξίωση αποζημίωσης υπέρ του εκχωρητή.

Το πλαίσιο προκύπτει από τα άρθρα 455, 460, 461 και 462 του Αστικού Κώδικα. Μετά την αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη αποκόπτεται κάθε δεσμός του με τον εκχωρητή και μόνο ο εκδοχέας νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικά την απαίτηση, όπως δέχθηκε η ΑΠ 632/2023.

Το ίδιο ισχύει και όταν η εκχώρηση της απαίτησης γίνεται αποκλειστικά προς εξασφάλιση του εκδοχέα, δηλαδή στην καταπιστευτική εκχώρηση (μεταβίβαση της απαίτησης με σκοπό εξασφάλισης και όχι οριστικής διάθεσης).

Κατά το άρθρο 459 ΑΚ, με την εκχώρηση της κύριας απαίτησης μεταβιβάζεται και η απαίτηση για τους καθυστερούμενους τόκους, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά.

Η ρύθμιση αυτή είναι το σημείο όπου συνήθως εντοπίζεται η ζημία της επιχείρησης, καθώς οι τόκοι είναι εκείνο το τμήμα της απαίτησης που χάνεται σιωπηλά όταν κανείς δεν οχλήσει τον οφειλέτη.

Η ειδική ρύθμιση του άρθρου 39 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 προβλέπει ότι, όταν συνιστάται ενέχυρο υπέρ τράπεζας σε ονομαστική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση.

Από την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτο η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει ολόκληρη την ενεχυρασμένη απαίτηση, με υποχρέωση απόδοσης του υπολοίπου μετά την εξόφληση της δικής της απαίτησης.

Στην υπόθεση της ΑΠ 494/2023 οι ασφαλιζόμενες με το ενέχυρο απαιτήσεις ήταν από τη γέννησή τους τοκοφόρες με εξάμηνο ανατοκισμό. Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι η τράπεζα όφειλε να οχλήσει τον οφειλέτη ώστε να γεννηθεί η αξίωση για τόκους υπερημερίας ή να τους επιδιώξει δικαστικά.

Η παράλειψη των οργάνων της οφειλόταν σε βαριά αμέλεια. Παράλληλα με την ουσία, τρέχει και η πενταετής παραγραφή των τόκων, η οποία αρχίζει με τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση.

Γιατί η ευθύνη διαφέρει όταν το ενέχυρο έχει συσταθεί σε μετοχές αντί σε απαίτηση;

Η διαφορά προκύπτει από το είδος του καθήκοντος. Στην ενεχυριασμένη απαίτηση η τράπεζα ασκεί δικαίωμα είσπραξης που της μεταβιβάστηκε, οπότε η αδράνεια οδηγεί ευθέως σε απόσβεση ή αποδυνάμωση της ίδιας της απαίτησης.

Στις ενεχυριασμένες μετοχές δεν υφίσταται αντίστοιχο καθήκον ρευστοποίησης, καθώς το άρθρο 1228 ΑΚ παρέχει στον δανειστή δικαίωμα να ζητήσει δικαστική άδεια πώλησης και όχι υποχρέωση να το πράξει.

Η ΑΠ 1629/2024 έκρινε υπόθεση στελέχους τράπεζας που είχε αποκτήσει μετοχές μέσω δικαιωμάτων προαίρεσης με χρηματοδότηση της ίδιας της τράπεζας, με ενέχυρο υπέρ αυτής επί των μετοχών.

Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι η παράλειψη του ενεχυρούχου δανειστή να προβεί σε έγκαιρη εκποίηση των μετοχών δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία για την εκμηδένιση της χρηματιστηριακής τους αξίας.

Η ίδια απόφαση δέχθηκε επίσης ότι συμβατικός όρος ο οποίος απαιτεί τη συναίνεση της τράπεζας πριν από την πώληση δεν ισοδυναμεί με απαγόρευση διάθεσης.

Η κρίση αυτή δεν αναιρεί το καθήκον διαφύλαξης. Ο ενεχυρούχος δανειστής εξακολουθεί να οφείλει να μην προκαλέσει από πταίσμα του την απόσβεση ή την αποδυνάμωση της ενεχυριασμένης απαίτησης, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ.

Αυτό που δεν οφείλει είναι να επιλέξει τη ρευστοποίηση αντί της ικανοποίησης από τη βασική σχέση. Οι τυπικές προϋποθέσεις και η μορφή σύστασης του ενεχύρου κρίνονται σε προγενέστερο στάδιο και δεν επηρεάζουν αυτή τη διάκριση.

Αντικείμενο ενεχύρουΚαθήκον της τράπεζαςΣυνέπεια αδράνειαςΝομολογία
Ονομαστική απαίτηση κατά τρίτουΕίσπραξη της απαίτησης και διαφύλαξή της από απόσβεση ή αποδυνάμωσηΑποζημίωση του εκχωρητή για τη ζημία, περιλαμβανομένων των μη εισπραχθέντων τόκωνΑΠ 494/2023, ΑΠ 632/2023
Μετοχές ή άλλα κινητάΔιαφύλαξη του αντικειμένου, χωρίς υποχρέωση εκποίησης κατά το άρθρο 1228 ΑΚΚαμία ευθύνη από την απλή αδράνεια, χωρίς πρόσθετους ισχυρισμούς και τεκμηρίωσηΑΠ 1629/2024, ΑΠ 1067/2025

Ποια βάση αγωγής επιλέγεται κατά της τράπεζας;

Οι διαθέσιμες βάσεις είναι τρεις:

  1. Η ενδοσυμβατική ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ.
  2. Η ευθύνη του εντολοδόχου κατά τα άρθρα 713 και 714 ΑΚ, όταν έχει δοθεί ρητή εντολή διαχείρισης.
  3. Η αδικοπρακτική ευθύνη του άρθρου 914 ΑΚ.

Η επιλογή δεν είναι τυπική, διότι η ίδια συμπεριφορά της τράπεζας κρίνεται διαφορετικά ανά βάση.

Η ΑΠ 1067/2025 το δείχνει καθαρά. Εταιρεία είχε ενεχυριάσει τραπεζικές μετοχές προς εξασφάλιση δανείων και είχε χορηγήσει επτά επιστολές με ανέκκλητη εντολή πώλησης. Η τράπεζα εκποίησε μέρος μόνο των τίτλων.

Η αγωγή, κατά τη βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης της τράπεζας ως ενεχυρούχου δανείστριας, κρίθηκε μη νόμιμη. Κατά τη βάση της σύμβασης εντολής όμως ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι εκτίθενται επαρκώς η έννομη σχέση, το περιεχόμενο της εντολής, το πταίσμα, η ζημία και η αιτιώδης συνάφεια. Για τον λόγο αυτό αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου που την είχε απορρίψει ως αόριστη.

Το πρακτικό βάρος της διάκρισης εντοπίζεται στην απόδειξη. Στη σύμβαση εντολής το πταίσμα του εντολοδόχου τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του, ενώ στην αδικοπρακτική ευθύνη των τραπεζών ο ενάγων φέρει το βάρος για κάθε στοιχείο ξεχωριστά. Στη σύμβαση εντολής, τέλος, ο εντολοδόχος ευθύνεται και για ελαφρά αμέλεια λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της σχέσης.

ΒάσηΤι πρέπει να εκτίθεταιΠταίσμαΤυπικός λόγος απόρριψης
Σύμβαση ενεχύρου, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚΑπόσβεση ή αποδυνάμωση της ενεχυριασμένης απαίτησης από πταίσμα του δανειστήΑποδεικνύεται από τον ενάγονταΈλλειψη ισχυρισμού για κίνδυνο ουσιώδους μείωσης της αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο
Σύμβαση εντολής, άρθρα 713 και 714 ΑΚΗ εντολή, το περιεχόμενό της, η παράλειψη, η ζημία και η αιτιώδης συνάφειαΤεκμαίρεται από τη μη τήρηση της εντολήςΑοριστία ως προς τους όρους της συμφωνηθείσας διαχείρισης
Αδικοπραξία, άρθρο 914 ΑΚΠαράνομη συμπεριφορά, υπαιτιότητα και πρόσφορη αιτιώδης συνάφειαΑποδεικνύεται από τον ενάγονταΑπουσία νομικής υποχρέωσης θετικής ενέργειας, παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ

Τι πρέπει να εκτίθεται στο δικόγραφο ώστε να μην απορριφθεί η αγωγή;

Η κρίσιμη έλλειψη εντοπίζεται στον ισχυρισμό περί κινδύνου. Η ΑΠ 1067/2025 δέχθηκε ότι η άσκηση ή η μη άσκηση του δικαιώματος εκποίησης ελέγχεται υπό τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, όμως ο έλεγχος αυτός προϋποθέτει επίκληση ότι καθ’ όλο το κρίσιμο διάστημα συνέτρεχε πράγματι κίνδυνος ουσιώδους μείωσης της αξίας του ενεχύρου. Η μνεία της μηδενικής αξίας κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής δεν αναπληρώνει την έλλειψη.

Το ίδιο σφάλμα, με άλλη μορφή, εμφανίζεται και στην ΑΠ 1629/2024. Ο ενάγων θεμελίωσε την αγωγή του σε απαγόρευση εκποίησης των μετοχών, ενώ οι όροι των συμβάσεων που ο ίδιος παρέθεσε προέβλεπαν απλή υποχρέωση λήψης συναίνεσης.

Η αγωγή στηρίχθηκε σε εσφαλμένη προϋπόθεση και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Η επικουρική βάση του άρθρου 388 ΑΚ απορρίφθηκε επίσης, διότι δεν εκτέθηκε ότι τα μέρη στήριξαν τη σύναψη των συμβάσεων στη διατήρηση της χρηματιστηριακής τιμής σε ορισμένο ύψος.

Η εμπειρία από υποθέσεις ευθύνης πιστωτικών ιδρυμάτων δείχνει ότι η διάκριση μεταξύ παραδεκτής και απαράδεκτης αγωγής κρίνεται συνήθως στη διατύπωση δύο ή τριών παραγράφων του ιστορικού και μετά στην ουσία της υπόθεσης.

Η επιλογή του χρονικού σημείου κατά το οποίο τοποθετείται ο κίνδυνος, η αντιστοίχιση κάθε πραγματικού περιστατικού με τη βάση που το χρειάζεται και η αποφυγή σώρευσης βάσεων που αλληλοαναιρούνται αποτελούν στρατηγική επιλογή που διαφοροποιείται κατά περίπτωση.

Κατά ποιας τράπεζας στρέφεται η αξίωση μετά από μεταβίβαση εργασιών;

Η αξίωση παραμένει κατά της τράπεζας που τη δημιούργησε. Όταν οι τραπεζικές εργασίες μεταβιβάστηκαν ως μέτρο εξυγίανσης, η αποκτώσα τράπεζα υπεισέρχεται ως ειδική διάδοχος μόνο στα περιουσιακά στοιχεία και στις υποχρεώσεις που αναφέρονται ρητά στην απόφαση της εποπτικής αρχής και στη σύμβαση μεταβίβασης.

Το άρθρο 479 ΑΚ αποκλείεται από ειδική διάταξη, οπότε αξιώσεις αποζημίωσης που δεν απαριθμήθηκαν δεν βαρύνουν την αποκτώσα τράπεζα.

Στην υπόθεση της ΑΠ 1067/2025 η αρχική δανείστρια ήταν κυπριακό πιστωτικό ίδρυμα που τέθηκε σε εξυγίανση το 2013. Οι ελληνικές εργασίες του μεταβιβάστηκαν σε ελληνική τράπεζα. Από το παθητικό μεταβιβάστηκαν αποκλειστικά οι καταθέσεις του δικτύου των ελληνικών υποκαταστημάτων.

Η αγωγή αποζημίωσης, στο μέτρο που στρεφόταν κατά της αποκτώσας, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την κρίση αυτή.

Ο μηχανισμός ρυθμιζόταν στο άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007 και ήδη περιέχεται στο άρθρο 141 του ν. 4261/2014. Ο εντοπισμός του σωστού εναγομένου απαιτεί ανάγνωση της ίδιας της απόφασης της εποπτικής αρχής και του παραρτήματος της σύμβασης μεταβίβασης, καθώς κρίσιμο δεν είναι ποιος διαχειρίζεται σήμερα τη σχέση με την επιχείρηση αλλά ποιο παθητικό απαριθμήθηκε ρητά κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.

Ποιοι συμβατικοί όροι μετατρέπουν την ευχέρεια της τράπεζας σε δέσμευση;

Καθοριστική είναι η διατύπωση της σύμβασης ενεχύρασης. Όρος που απαιτεί απλή συναίνεση της τράπεζας πριν από τη διάθεση δεν ισοδυναμεί με απαγόρευση ούτε γεννά υποχρέωση ρευστοποίησης.

Αντίθετα, ρητή εντολή είσπραξης ή πώλησης με συγκεκριμένη προθεσμία μετατοπίζει τη σχέση στα άρθρα 713 και 714 ΑΚ, όπου ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα και το πταίσμα του τεκμαίρεται.

Οι προβλέψεις που μετατοπίζουν πραγματικά το βάρος είναι συγκεκριμένες:

  • Υποχρέωση όχλησης του τρίτου οφειλέτη εντός ορισμένης προθεσμίας από τη λήξη κάθε επιμέρους απαίτησης, ώστε να γεννηθεί η αξίωση για τόκους υπερημερίας.
  • Υποχρέωση δικαστικής επιδίωξης όταν η καθυστέρηση υπερβεί συμφωνημένο διάστημα, με ρητή αναφορά στο ποιος φέρει τη δικαστική δαπάνη.
  • Υποχρέωση περιοδικής ενημέρωσης του ενεχυραστή για την πορεία είσπραξης κάθε εκχωρημένης απαίτησης.
  • Αντικειμενικά κριτήρια επάρκειας της εξασφάλισης και μηχανισμός αντικατάστασης ή συμπλήρωσής της με προθεσμία.
  • Ρητή επιβεβαίωση ότι μεταβιβάζονται και οι τόκοι υπερημερίας, ώστε να μην ανακύψει αμφισβήτηση υπό το άρθρο 459 ΑΚ.

Η επιλογή του ίδιου του μέσου εξασφάλισης προηγείται αυτής της συζήτησης. Η εγγύηση τρίτου δεν δημιουργεί κίνδυνο αδρανούς διαχείρισης για την επιχείρηση, ενώ η εκχώρηση επισφαλών απαιτήσεων μεταφέρει στον εκδοχέα το σύνολο της διαχείρισης.

Η εμπειρία από τη διαπραγμάτευση συμβάσεων ενεχύρασης τιμολογίων και αξιογράφων δείχνει ότι οι τράπεζες δέχονται συχνότερα υποχρέωση ενημέρωσης παρά υποχρέωση δικαστικής επιδίωξης. Η υποχρέωση ενημέρωσης αρκεί ώστε ο ενεχυραστής να αντιληφθεί εγκαίρως την αδράνεια και να αντιδράσει με δική του όχληση.

Συχνές Ερωτήσεις

Υποχρεούται η τράπεζα να εισπράξει τους τόκους υπερημερίας των εκχωρημένων απαιτήσεων;

Όταν οι ενεχυριασμένες απαιτήσεις είναι από τη γέννησή τους τοκοφόρες, η τράπεζα ως εκδοχέας οφείλει να προβεί στην όχληση του οφειλέτη ή στη δικαστική επιδίωξη ώστε να γεννηθεί η αξίωση για τόκους υπερημερίας. Η παράλειψη αυτή κρίθηκε με την ΑΠ 494/2023 ως βαριά αμέλεια των οργάνων της τράπεζας, με συνέπεια υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας του εκχωρητή.

Θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης η μη ρευστοποίηση ενεχυριασμένων μετοχών;

Όχι από μόνη της. Το άρθρο 1228 ΑΚ παρέχει στον ενεχυρούχο δανειστή δικαίωμα να ζητήσει δικαστική άδεια πώλησης όταν απειλείται ουσιώδης μείωση της αξίας, χωρίς να του επιβάλλει αντίστοιχη υποχρέωση. Κατά την ΑΠ 1629/2024, η παράλειψη έγκαιρης εκποίησης δεν θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη για την απώλεια της χρηματιστηριακής αξίας.

Διατηρεί ο εκχωρητής δικαίωμα να στραφεί κατά του τρίτου οφειλέτη;

Όχι. Μετά την αναγγελία της εκχώρησης, μόνο ο εκδοχέας νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικά την απαίτηση, ενώ ο εκχωρητής αποξενώνεται από αυτήν κατά την ΑΠ 632/2023. Η επιχείρηση που εκχώρησε τις απαιτήσεις της στην τράπεζα στρέφεται κατά της τράπεζας για τη ζημία της και όχι κατά του αρχικού οφειλέτη.

Ποια προθεσμία ισχύει για την αξίωση κατά της τράπεζας;

Η βάση της αδικοπραξίας υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία τρέχει από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου. Οι συμβατικές βάσεις ακολουθούν τη γενική παραγραφή του Αστικού Κώδικα, με τις αξιώσεις για τόκους να υπόκεινται σε πενταετία. Η παραγραφή προβάλλεται ως ένσταση και δεν εξετάζεται παραδεκτά για πρώτη φορά στην αναιρετική δίκη.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ο διαχωρισμός ενεχύρου απαίτησης και ενεχύρου μετοχών προηγείται κάθε άλλης ανάλυσης: η ίδια αδράνεια της τράπεζας παράγει ευθύνη στην πρώτη περίπτωση και καμία ευθύνη στη δεύτερη, οπότε η αξιολόγηση της υπόθεσης ξεκινά από το τι ακριβώς ενεχυριάστηκε.

Η ρητή εντολή είναι το ισχυρότερο έγγραφο του φακέλου: επιστολή με συγκεκριμένη εντολή είσπραξης ή πώλησης μετατοπίζει τη διαφορά στα άρθρα 713 και 714 ΑΚ, όπου το πταίσμα τεκμαίρεται. Για τον λόγο αυτό διατηρείται με αποδεικτικό παραλαβής.

Ο ισχυρισμός για τον κίνδυνο διατυπώνεται με χρονική ακρίβεια: το δικόγραφο εκθέτει ότι ο κίνδυνος ουσιώδους μείωσης της αξίας συνέτρεχε καθ’ όλο το κρίσιμο διάστημα και όχι μόνο κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής.

Ο εναγόμενος επιβεβαιώνεται πριν από την κατάθεση: όταν μεσολάβησε μεταβίβαση τραπεζικών εργασιών, ελέγχεται ποιο παθητικό απαριθμήθηκε ρητά, καθώς το άρθρο 479 ΑΚ δεν εφαρμόζεται σε αυτές τις μεταβιβάσεις.

Οι τόκοι παραγράφονται ταχύτερα από το κεφάλαιο: η πενταετία των τόκων τρέχει με τη λήξη του έτους γέννησης της αξίωσης, οπότε η καθυστέρηση αντίδρασης περιορίζει το διεκδικήσιμο ποσό ακόμη και όταν η βάση παραμένει ισχυρή.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ευθύνη της τράπεζας για μη είσπραξη ενεχυριασμένων απαιτήσεων.