Εν συντομία:
- Η υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου γεννάται με την αποστολή ή παράδοση των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών, ενώ η προθεσμία έκδοσης εκτείνεται έως τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα (άρθρο 11 ν. 4308/2014).
- Στη συνεχιζόμενη παροχή η προθεσμία τρέχει από τον χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται απαιτητό το μέρος της αμοιβής και όχι από την είσπραξή της.
- Από 2.3.2026 οι επιχειρήσεις με ακαθάριστα έσοδα άνω του 1.000.000 ευρώ για το φορολογικό έτος 2023 εκδίδουν αποκλειστικά ηλεκτρονικό τιμολόγιο. Για τις λοιπές οντότητες η υποχρέωση αρχίζει την 1.10.2026.
- Ο χρόνος έκδοσης και ο χρόνος διαβίβασης στο myDATA αποτελούν δύο αυτοτελείς υποχρεώσεις, με διαφορετικές προθεσμίες και διαφορετικές κυρώσεις.
- Η έκδοση με χειρόγραφο τρόπο ή μέσω προγράμματος εμπορικής διαχείρισης από υπόχρεη οντότητα αντιμετωπίζεται ως μη έκδοση τιμολογίου και επισύρει τα πρόστιμα του άρθρου 57 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
Πότε γεννάται η υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου και μέχρι πότε επιτρέπεται να εκδοθεί;
Η υποχρέωση γεννάται κατά τον χρόνο που πραγματοποιείται η αποστολή ή η παράδοση των αγαθών ή των υπηρεσιών. Η προθεσμία έκδοσης είναι ευρύτερη, καθώς το τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα από την παράδοση ή αποστολή των αγαθών ή την ολοκλήρωση της υπηρεσίας. Η γένεση της υποχρέωσης και ο νόμιμος χρόνος έκδοσης αποτελούν δύο διακριτά χρονικά σημεία με διαφορετικές έννομες συνέπειες.
Το άρθρο 11 του ν. 4308/2014 διακρίνει πέντε περιπτώσεις, οι οποίες παραμένουν αμετάβλητες από τη θέσπισή τους.
- Πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, όπου το τιμολόγιο εκδίδεται έως τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα από την παράδοση ή την ολοκλήρωση.
- Συνεχιζόμενη παροχή αγαθών, υπηρεσίας ή κατασκευή έργου, όπου η προθεσμία συνδέεται με το απαιτητό μέρους της αμοιβής.
- Απόκτηση δικαιώματος λήψης υπηρεσίας, όπου το τιμολόγιο εκδίδεται με την απόκτηση του δικαιώματος.
- Συγκεντρωτικό τιμολόγιο της παρ. 3 του άρθρου 10, όπου η προθεσμία τρέχει από τον μήνα του πρώτου γεγονότος πώλησης.
- Αγοραστής το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, όπου το τιμολόγιο δύναται να εκδοθεί έως το τέλος της ετήσιας περιόδου.
Όταν η ημερομηνία έκδοσης αποκλίνει από την ημερομηνία της συναλλαγής, το άρθρο 9 παρ. 1 περ. ζ’ των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων επιβάλλει την αναγραφή και της ημερομηνίας κατά την οποία πραγματοποιήθηκε ή ολοκληρώθηκε η παράδοση.
Η παράλειψη αυτής της ένδειξης αφαιρεί από την επιχείρηση το βασικό αποδεικτικό στοιχείο ότι η έκδοση έγινε εμπρόθεσμα. Διαφορετική αντιμετώπιση ισχύει για τον τίτλο κτήσης, ο οποίος εκδίδεται από τον λήπτη της υπηρεσίας και ακολουθεί δικό του χρονικό κανόνα.
Πώς προσδιορίζεται η προθεσμία όταν η παροχή είναι συνεχιζόμενη;
Στη συνεχιζόμενη παροχή κρίσιμο δεν είναι ούτε η ολοκλήρωση του συνόλου του έργου ούτε η είσπραξη, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο καθίσταται απαιτητό το μέρος της αμοιβής που αντιστοιχεί στο παρασχεθέν τμήμα. Από εκείνο το χρονικό σημείο τρέχει η προθεσμία της 15ης ημέρας του επόμενου μήνα, ανεξάρτητα από το αν ο πελάτης έχει καταβάλει οτιδήποτε.
Η διάκριση αυτή έχει επιβεβαιωθεί και δικαστικά. Η ΣτΕ 43/2026, κρίνοντας υπό το άρθρο 12 παρ. 14 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, δέχθηκε ότι σε διαρκή παροχή υπηρεσιών η υποχρέωση έκδοσης φορολογικού στοιχείου γεννάται όταν καθίσταται απαιτητό το μέρος της αμοιβής και όχι μόνον όταν αυτή εισπράττεται.
Η διατύπωση της περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 11 των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων επαναλαμβάνει την ίδια συνδετική έννοια του απαιτητού, γεγονός που καθιστά τη σκέψη αυτή κρίσιμη και για το ισχύον πλαίσιο.
Πρακτικά, το χρονικό σημείο του απαιτητού καθορίζεται από τη σύμβαση. Ρήτρα που συνδέει την καταβολή με πιστοποίηση, με έγκριση παραδοτέου ή με ορόσημα προόδου μετακινεί και τη φορολογική προθεσμία έκδοσης, ενώ ρήτρα που ορίζει σταθερή μηνιαία αμοιβή την καθιστά απαιτητή κάθε μήνα.
Η διατύπωση των όρων πληρωμής σε μια σύμβαση έργου δεν αφορά μόνο την είσπραξη, καθώς καθορίζει και τον χρόνο κατά τον οποίο η επιχείρηση οφείλει να τιμολογήσει. Η αοριστία στο σημείο αυτό μεταφέρει στον φορολογικό έλεγχο τη διακριτική ευχέρεια να τοποθετήσει το απαιτητό νωρίτερα από όσο υπολόγιζε η επιχείρηση.
Πότε επιτρέπεται η έκδοση τιμολογίου πριν από την παράδοση των αγαθών;
Η τιμολόγηση πριν από τη φυσική παράδοση επιτρέπεται όταν ο πελάτης έχει αποδεχθεί την πώληση και η παράδοση καθυστερεί κατόπιν δικού του ρητού αιτήματος. Απαιτείται σωρευτικά τα αγαθά να είναι διαθέσιμα και έτοιμα προς παράδοση και η πιθανότητα πραγματοποίησής της να είναι υψηλή. Σε κάθε άλλη περίπτωση δεν έχει λάβει χώρα οικονομική συναλλαγή που να δικαιολογεί έκδοση παραστατικού.
Η λύση αυτή στηρίζεται στη ΣΛΟΤ 3201ΕΞ/12.1.2021 και συνδέεται με την παρ. 3 του άρθρου 25 των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων, κατά την οποία το έσοδο από πώληση αγαθών αναγνωρίζεται όταν μεταβιβάζονται στον αγοραστή οι ουσιαστικοί κίνδυνοι και τα οφέλη της κυριότητας, τα αγαθά γίνονται αποδεκτά και τα οικονομικά οφέλη επιμετρώνται αξιόπιστα. Ο πωλητής δύναται να διατηρήσει τα αγαθά στους αποθηκευτικούς του χώρους ως εμπορεύματα τρίτων μέχρι τη διακίνησή τους.
Η αντίστροφη περίπτωση είναι σαφώς οριοθετημένη. Αν τα αγαθά δεν είναι διαθέσιμα κατά την ημερομηνία έκδοσης, δεν καταχωρίζεται έσοδο και δεν εκδίδεται τιμολόγιο, επειδή η πώληση δεν έχει λάβει χώρα. Η έκδοση παραστατικού για συναλλαγή που δεν έχει πραγματοποιηθεί μεταφέρει το ζήτημα από την τυπική παράβαση στο πεδίο των εικονικών τιμολογίων, με ριζικά βαρύτερες συνέπειες.
Η επιλογή ανάμεσα στην πρόωρη τιμολόγηση και στην αναμονή απαιτεί στάθμιση των πραγματικών περιστατικών της κάθε συναλλαγής και τεκμηρίωση του αιτήματος του αγοραστή με έγγραφο ίχνος.
Πώς αλλάζει η προθεσμία στην πράξη μετά τις 2.3.2026 και την 1.10.2026;
Η προθεσμία του άρθρου 11 των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων παραμένει η ίδια, αλλά περιορίζεται δραστικά ο τρόπος εκπλήρωσής της. Οι υπόχρεες οντότητες εκδίδουν πλέον αποκλειστικά ηλεκτρονικό τιμολόγιο, είτε μέσω Παρόχου Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Έκδοσης Στοιχείων είτε μέσω των εφαρμογών της ΑΑΔΕ. Η τήρηση της ημερομηνίας δεν αρκεί όταν το παραστατικό εκδοθεί εκτός του επιτρεπόμενου καναλιού.
Το πλαίσιο θεσπίστηκε με το άρθρο 239 του ν. 5222/2025, το οποίο τροποποίησε το άρθρο 14 των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων και εξειδικεύτηκε με την απόφαση Α.1128/2025.
Προηγήθηκε η Εκτελεστική Απόφαση (ΕΕ) 2025/502 της 5ης Μαρτίου 2025, με την οποία επιτράπηκε στην Ελλάδα παρέκκλιση από τα άρθρα 218 και 232 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ έως την 31.12.2027.
Η αρχική ημερομηνία της πρώτης περιόδου μετατέθηκε από την 2.2.2026 στην 2.3.2026 με την απόφαση Α.1044/2026, όπως αποτυπώνεται στις οδηγίες της ΑΑΔΕ.
| Στοιχείο | Πρώτη περίοδος | Δεύτερη περίοδος |
|---|---|---|
| Υπόχρεες οντότητες | Ακαθάριστα έσοδα άνω του 1.000.000 ευρώ βάσει δήλωσης φορολογικού έτους 2023 | Όλες οι λοιπές οντότητες του άρθρου 1 των ΕΛΠ |
| Έναρξη υποχρέωσης | 2.3.2026 | 1.10.2026 |
| Διάστημα σταδιακής εκπλήρωσης | έως 3.5.2026 | έως 31.12.2026 |
| Αποδοχή από τον λήπτη | Υποχρεωτική από 2.3.2026 | Υποχρεωτική από 2.3.2026 |
Η υποχρέωση καλύπτει τις χονδρικές συναλλαγές εντός της χώρας, τις χονδρικές συναλλαγές με επιχειρήσεις τρίτων χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και την τιμολόγηση δημοσίων συμβάσεων.
Η εμπειρία από υποθέσεις φορολογικών ελέγχων δείχνει ότι η μεταβατική περίοδος λειτουργεί υπό προϋπόθεση και όχι αυτοδικαίως, αφού απαιτείται εμπρόθεσμη δήλωση έναρξης ηλεκτρονικής έκδοσης στοιχείων. Παράλληλα, η μετάβαση επηρεάζει και τη δικονομική διάσταση, καθώς το ηλεκτρονικό τιμολόγιο ως βάση διαταγής πληρωμής ακολουθεί δικές του προϋποθέσεις απόδειξης.
Πώς διακρίνεται ο χρόνος έκδοσης από τον χρόνο διαβίβασης στο myDATA;
Η έκδοση και η διαβίβαση αποτελούν δύο αυτοτελείς υποχρεώσεις με διαφορετικές προθεσμίες και διαφορετικές κυρώσεις. Η τήρηση της μίας δεν καλύπτει την παράβαση της άλλης. Η έκδοση διέπεται από το άρθρο 11 των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων, ενώ η διαβίβαση από το άρθρο 16 του ν. 5104/2024 και την απόφαση Α.1138/2020.
| Κανάλι | Χρόνος διαβίβασης χονδρικών συναλλαγών |
|---|---|
| Πάροχος Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Έκδοσης Στοιχείων | Σε πραγματικό χρόνο, ταυτόχρονα με την έκδοση |
| Εφαρμογές ΑΑΔΕ (timologio, myDATAapp) | Σε πραγματικό χρόνο, ταυτόχρονα με την έκδοση |
| Πρόγραμμα εμπορικής ή λογιστικής διαχείρισης | Έως την επόμενη ημέρα από την ημερομηνία έκδοσης |
| Ειδική φόρμα καταχώρησης | Έως την επόμενη ημέρα από την ημερομηνία έκδοσης |
Η πρακτική συνέπεια της διάκρισης αποτυπώνεται στην παρ. 2 του άρθρου 16 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, κατά την οποία η αξία των φορολογητέων πράξεων που λαμβάνεται υπόψη δεν δύναται να υπολείπεται αυτής που προκύπτει από τα διαβιβασθέντα παραστατικά, ενώ εκπτώσεις φόρων και δαπάνες προς έκπτωση δεν λαμβάνονται υπόψη αν τα παραστατικά στα οποία στηρίζονται δεν έχουν διαβιβασθεί.
Η επιχείρηση που εκδίδει εμπρόθεσμα αλλά διαβιβάζει καθυστερημένα διατηρεί τη νομιμότητα της έκδοσης. Ο αντισυμβαλλόμενός της όμως κινδυνεύει να χάσει την έκπτωση της δαπάνης.
Τι διακινδυνεύει η επιχείρηση αν το τιμολόγιο εκδοθεί εκπρόθεσμα ή με λάθος τρόπο;
Η έκδοση εκτός του επιτρεπόμενου καναλιού από οντότητα που έχει ενταχθεί στην υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση δεν αντιμετωπίζεται ως τυπική πλημμέλεια.
Θεωρείται μη έκδοση του τιμολογίου και ενεργοποιεί τα πρόστιμα των περ. 5 και 6 του άρθρου 57 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Το βασικό μέγεθος του προστίμου δεν είναι σταθερό ποσό αλλά ποσοστό επί του φόρου που θα προέκυπτε από το παραστατικό.
Η θέση αυτή διατυπώθηκε ρητά στην εγκύκλιο Ε.2004/13.2.2026 του Διοικητή της ΑΑΔΕ, η οποία διευκρίνισε ότι η έκδοση με χειρόγραφο τρόπο ή με άλλο τεχνικό μέσο, όπως πρόγραμμα εμπορικής ή λογιστικής διαχείρισης, θεωρείται μη έκδοση, με μόνη εξαίρεση την απώλεια διασύνδεσης.
Κατά την παρ. 6 του άρθρου 57 του ΚΦΔ, σε πρόσωπο που δεν εκδίδει παραστατικά πώλησης για πράξεις που επιβαρύνονται με ΦΠΑ επιβάλλεται πρόστιμο πενήντα τοις εκατό επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, με ελάχιστα όρια 250 και 500 ευρώ κατά περίπτωση. Σε υποτροπή εντός πενταετίας το πρόστιμο διπλασιάζεται.
Η εμπειρία από υποθέσεις φορολογικών ελέγχων δείχνει ότι η αμφισβήτηση τέτοιων προστίμων κρίνεται στην τεκμηρίωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, δηλαδή στο αν η επιχείρηση ανήκε στην πρώτη ή στη δεύτερη περίοδο, στο αν είχε υποβληθεί εμπρόθεσμη δήλωση έναρξης και στο αν συνέτρεχε αποδεδειγμένη απώλεια διασύνδεσης.
Η προσβολή γίνεται με ενδικοφανή προσφυγή εντός αποκλειστικής προθεσμίας. Όταν η μη έκδοση συνδυάζεται με μη απόδοση του αναλογούντος φόρου, το ζήτημα μετατοπίζεται στη ποινική αντιμετώπιση του ΦΠΑ, με διακριτές προϋποθέσεις και διακριτούς υπαιτίους.
Συχνές Ερωτήσεις
Μπορεί το τιμολόγιο να εκδοθεί με ημερομηνία προγενέστερη της παράδοσης;
Η προχρονολόγηση επιτρέπεται μόνο στο στενό πλαίσιο της ΣΛΟΤ 3201ΕΞ/2021, δηλαδή όταν ο πελάτης έχει αποδεχθεί την πώληση και ζητά ο ίδιος την καθυστέρηση της παράδοσης, ενώ τα αγαθά είναι διαθέσιμα και έτοιμα. Εκτός αυτού του πλαισίου η έκδοση αφορά συναλλαγή που δεν έχει πραγματοποιηθεί.
Τι ισχύει αν η παράδοση γίνει τον Δεκέμβριο και το τιμολόγιο εκδοθεί τον Ιανουάριο;
Η έκδοση έως τη 15η Ιανουαρίου παραμένει εμπρόθεσμη κατά το άρθρο 11 των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων. Το έσοδο όμως αναγνωρίζεται στη χρήση κατά την οποία πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 25, βάσει της αρχής του δεδουλευμένου, ανεξάρτητα από την ημερομηνία του παραστατικού.
Η καθυστερημένη διαβίβαση στο myDATA ακυρώνει το τιμολόγιο;
Η καθυστερημένη διαβίβαση δεν καθιστά άκυρη την έκδοση, αποτελεί όμως αυτοτελή παράβαση. Επιπλέον, κατά την παρ. 2 του άρθρου 16 του ΚΦΔ, δαπάνες που στηρίζονται σε μη διαβιβασθέντα παραστατικά δεν λαμβάνονται υπόψη προς έκπτωση.
Ποιες συναλλαγές εξαιρούνται από την υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση;
Η υποχρέωση καταλαμβάνει τις χονδρικές συναλλαγές εντός της χώρας, τις χονδρικές συναλλαγές με επιχειρήσεις τρίτων χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις δημόσιες συμβάσεις. Οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές δεν περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 της Α.1128/2025, οπότε δεν καταλαμβάνονται από την υποχρέωση.
Το πρόγραμμα εμπορικής διαχείρισης αρκεί για συμμόρφωση;
Το πρόγραμμα εμπορικής ή λογιστικής διαχείρισης δεν αποτελεί αποδεκτό τρόπο έκδοσης για τις υπόχρεες οντότητες. Η έκδοση γίνεται μέσω Παρόχου ή μέσω των εφαρμογών timologio και myDATAapp της ΑΑΔΕ.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Ημερομηνία παράδοσης στο σώμα του παραστατικού: Όταν η ημερομηνία έκδοσης αποκλίνει από την ημερομηνία της συναλλαγής, η αναγραφή της δεύτερης είναι υποχρεωτική κατά το άρθρο 9 παρ. 1 περ. ζ’ των ΕΛΠ και αποτελεί το βασικό αποδεικτικό στοιχείο του εμπρόθεσμου.
Συμβατικός καθορισμός του απαιτητού: Σε διαρκείς συμβάσεις, οι όροι πληρωμής καθορίζουν και τη φορολογική προθεσμία έκδοσης. Ρήτρες πιστοποίησης, έγκρισης παραδοτέου ή οροσήμων προόδου χρειάζονται διατύπωση που να ορίζει σαφές χρονικό σημείο.
Έλεγχος ένταξης στην πρώτη ή στη δεύτερη περίοδο: Το κριτήριο είναι τα ακαθάριστα έσοδα της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του φορολογικού έτους 2023 και όχι ο τρέχων κύκλος εργασιών.
Δήλωση έναρξης ηλεκτρονικής έκδοσης στοιχείων: Η δυνατότητα σταδιακής εκπλήρωσης κατά τη μεταβατική περίοδο τελεί υπό την προϋπόθεση εμπρόθεσμης δήλωσης. Χωρίς αυτήν, η παράλληλη χρήση άλλων τρόπων έκδοσης δεν καλύπτει την επιχείρηση.
Παρακολούθηση διαβίβασης, όχι μόνο έκδοσης: Ο εσωτερικός έλεγχος χρειάζεται να επιβεβαιώνει ότι κάθε εκδοθέν παραστατικό έχει λάβει και τον μοναδικό αριθμό καταχώρησης, καθώς η έκδοση και η διαβίβαση κρίνονται χωριστά.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με τον χρόνο έκδοσης φορολογικού παραστατικού.