Σε συντομία:
- Η τιμή έκδοσης καθορίζει πόσο πληρώνει ο επενδυτής, ο αριθμός των νέων τίτλων καθορίζει τι ποσοστό παίρνει. Τα δύο μεγέθη είναι ανεξάρτητα. Εκεί βρίσκεται ολόκληρος ο μηχανισμός.
- Το υπερβάλλον της ονομαστικής αξίας πιστώνεται σε ειδικό αποθεματικό που δεν διανέμεται ποτέ ως μέρισμα. Επιτρέπονται μόνο η κεφαλαιοποίηση και ο συμψηφισμός ζημιών.
- Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών έχει καταλογίσει φόρο επί ολόκληρης της διαφοράς όταν η αύξηση έγινε χωρίς μεταβολή μετόχων, σε ζημιογόνα εταιρεία και με τιμή πολλαπλάσια της ονομαστικής.
- Οι δύο επιβαρύνσεις κινούνται αντίθετα. Ο φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου αγνοεί το άρτιο, ενώ το τέλος υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού το ρυθμίζει από τις 28 Νοεμβρίου 2025 και βαρύνει μόνο τις ανώνυμες εταιρείες.
Πώς προκύπτει το ποσοστό του επενδυτή από την τιμή έκδοσης;
Το ποσοστό δεν προκύπτει από το ύψος της εισφοράς αλλά από τη σχέση των νέων τίτλων προς το σύνολο μετά την αύξηση. Η ονομαστική αξία καθορίζει πόσοι τίτλοι εκδίδονται για δεδομένη αύξηση κεφαλαίου, η τιμή έκδοσης καθορίζει πόσο κοστίζει ο καθένας.
Το ποσοστό προκύπτει από τη διαίρεση των δύο. Το ίδιο ποσό μπορεί να αγοράσει 3% ή 40% της ίδιας εταιρείας, ανάλογα με την τιμή που συμφωνήθηκε.
Το μέγεθος που μεσολαβεί ανάμεσα στα δύο είναι η αποτίμηση. Όταν τα μέρη συμφωνούν ότι η επιχείρηση αξίζει ένα ορισμένο ποσό πριν από την είσοδο του επενδυτή, η αξία αυτή διαιρείται με τον υφιστάμενο αριθμό τίτλων και δίνει την τιμή έκδοσης.
Η ονομαστική αξία δεν συμμετέχει καθόλου σε αυτόν τον υπολογισμό. Παραμένει σταθερή και εξυπηρετεί έναν εντελώς διαφορετικό σκοπό, τη μέτρηση του κεφαλαίου.
Το παράδειγμα που ακολουθεί χρησιμοποιεί σχηματικά μεγέθη. Εταιρεία με κεφάλαιο 1.000 ευρώ διαιρεμένο σε 1.000 μερίδια ονομαστικής αξίας ενός ευρώ δέχεται επενδυτή που καταβάλλει εκατό χιλιάδες ευρώ έναντι ποσοστού 3%.
| Στοιχείο | Πριν την αύξηση | Μετά την αύξηση |
|---|---|---|
| Κεφάλαιο | 1.000 ευρώ | 1.031 ευρώ |
| Αριθμός μεριδίων | 1.000 | 1.031 |
| Ονομαστική αξία ανά μερίδιο | 1 ευρώ | 1 ευρώ |
| Τιμή έκδοσης νέων μεριδίων | δεν υφίσταται | 3.226 ευρώ |
| Μερίδια επενδυτή | 0 | 31 |
| Ποσοστό επενδυτή | 0% | 3,01% |
| Καταβολή επενδυτή | δεν υφίσταται | 100.006 ευρώ |
| Ποσό που αυξάνει το κεφάλαιο | δεν υφίσταται | 31 ευρώ |
| Ποσό στο ειδικό αποθεματικό | δεν υφίσταται | 99.975 ευρώ |
Από τις εκατό χιλιάδες ευρώ, τα 31 ευρώ γίνονται κεφάλαιο. Τα υπόλοιπα 99.975 ευρώ καταλήγουν σε λογαριασμό της καθαρής θέσης με δεσμευμένη χρήση. Η αναλογία αυτή δεν είναι στρέβλωση του μηχανισμού, είναι ο ίδιος ο μηχανισμός.
Ο πίνακας δείχνει και κάτι που στην πράξη δημιουργεί τριβή στη διαπραγμάτευση. Το ποσοστό σπάνια βγαίνει ακριβές, επειδή οι τίτλοι είναι αδιαίρετοι. Το 3% απαιτεί 30,93 μερίδια, οπότε είτε το ποσοστό ανεβαίνει στο 3,01% με 31 μερίδια είτε προσαρμόζεται το ποσό της καταβολής.
Σε γύρους χρηματοδότησης με κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών, όπου το ποσοστό συνδέεται με δικαιώματα αρνησικυρίας που ενεργοποιούνται σε συγκεκριμένα όρια συμμετοχής, η στρογγυλοποίηση αυτή έχει συνέπειες πέρα από την αριθμητική.
Ποια όρια θέτει ο νόμος στην τιμή έκδοσης;
Ο νόμος θέτει κατώτατο όριο και όχι ανώτατο. Απαγορεύεται η έκδοση μετοχών σε τιμή κατώτερη του αρτίου, δηλαδή κάτω από την ονομαστική αξία, κατά το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4548/2018.
Προς τα πάνω η τιμή διαμορφώνεται ελεύθερα από τη συμφωνία των μερών, χωρίς νομοθετικό πλαφόν και χωρίς υποχρέωση προσφυγής σε ανεξάρτητο εκτιμητή.
Η ίδια η ονομαστική αξία υπόκειται σε όρια που διαφέρουν ανά εταιρικό τύπο.
Στην ανώνυμη εταιρεία δεν μπορεί να ορισθεί κάτω από τέσσερα λεπτά του ευρώ ούτε πάνω από εκατό ευρώ, ενώ πρέπει να είναι η ίδια για όλες τις μετοχές, με εξαίρεση τις μετοχές που ανήκουν σε ιδιαίτερη σειρά ή κατηγορία.
Στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία η ονομαστική αξία κάθε μεριδίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός ευρώ, χωρίς να προβλέπεται ανώτατο όριο. Παραμένει επίσης ίδια για όλα τα μερίδια ανεξάρτητα από το είδος της εισφοράς που εκπροσωπούν.
Η επιλογή της ονομαστικής αξίας κατά τη σύσταση προδιαγράφει την ευελιξία των μεταγενέστερων γύρων. Χαμηλή ονομαστική αξία επιτρέπει λεπτότερη διαβάθμιση ποσοστών, γιατί το ίδιο κεφάλαιο διαιρείται σε περισσότερους τίτλους. Υψηλή ονομαστική αξία υποχρεώνει σε χονδροειδέστερα βήματα και κάνει δυσκολότερη την ακριβή απόδοση ενός συμφωνημένου ποσοστού.
Η απόφαση του αρμόδιου οργάνου για την αύξηση οφείλει να αναφέρει το ποσό της αύξησης, τον τρόπο και την προθεσμία κάλυψης, τον αριθμό και το είδος των τίτλων που εκδίδονται, την ονομαστική αξία και την τιμή διάθεσης.
Η παράλειψη της τιμής διάθεσης δεν είναι τυπική έλλειψη, καθώς χωρίς αυτήν δεν προσδιορίζεται ούτε το οφειλόμενο ποσό ούτε το μέρος που θα πιστωθεί στο αποθεματικό.
Όταν η εισφορά δεν είναι χρηματική, η τιμή έκδοσης υπέρ το άρτιο συνδυάζεται με τους κανόνες αποτίμησης. Οι εισφορές σε είδος απαιτούν έκθεση αποτίμησης, οπότε η αξία του εισφερόμενου στοιχείου προσδιορίζεται από ελεγκτές και όχι από τα μέρη, ενώ η κατανομή της αξίας αυτής μεταξύ ονομαστικού κεφαλαίου και αποθεματικού παραμένει αντικείμενο της απόφασης του οργάνου.
Πότε κρίνεται τεχνητή διευθέτηση η έκδοση υπέρ το άρτιο;
Όταν λείπει η οικονομική δικαιολόγηση της τιμής. Η φορολογική διοίκηση έχει αγνοήσει τη διάκριση μεταξύ ονομαστικής αξίας και αποθεματικού και έχει καταλογίσει φόρο επί ολόκληρης της διαφοράς, εφαρμόζοντας τον γενικό κανόνα απαγόρευσης καταχρήσεων.
Το κρίσιμο δεν είναι το ύψος της τιμής αυτό καθαυτό, αλλά αν η πράξη εξυπηρετεί πραγματικό επιχειρηματικό σκοπό ή αποκλειστικά φορολογικό πλεονέκτημα.
Ο κανόνας βρίσκεται σήμερα στο άρθρο 39 του ν. 5104/2024, που αντικατέστησε το άρθρο 38 του ν. 4987/2022 υπό το οποίο κρίθηκαν οι σχετικές υποθέσεις.
Η τεχνητή διευθέτηση προϋποθέτει διευθέτηση μη γνήσια, δηλαδή χωρίς βάσιμους εμπορικούς λόγους που απηχούν την οικονομική πραγματικότητα.
Από τις αποφάσεις ΔΕΔ 1352/2024, ΔΕΔ 642/2024, ΔΕΔ 964/2023 και ΔΕΔ 2746/2022 προκύπτει σταθερό σχήμα τριών ενδείξεων που συνέτρεχαν σωρευτικά:
- Καμία μεταβολή στη μετοχική σύνθεση. Η αύξηση καλύφθηκε από τους ίδιους μετόχους, συχνά από μοναδικό μέτοχο, οπότε δεν υπήρχε τρίτος που να αποτιμά την επιχείρηση.
- Οικονομική κατάσταση που δεν δικαιολογούσε υπεραξία. Η εταιρεία εμφανιζόταν ζημιογόνος από την έναρξη λειτουργίας της ή με αρνητικά ίδια κεφάλαια.
- Τιμή διάθεσης πολλαπλάσια της ονομαστικής αξίας, χωρίς μελέτη αποτίμησης που να τη στηρίζει.
Η ανάγνωση εξ αντιδιαστολής είναι το πρακτικά χρήσιμο συμπέρασμα. Η γνήσια είσοδος τρίτου επενδυτή αναιρεί την πρώτη και ισχυρότερη ένδειξη, γιατί η μεταβολή της μετοχικής σύνθεσης αποδεικνύει ότι κάποιος πλήρωσε πραγματικό τίμημα για ποσοστό που δεν κατείχε.
Η ίδια πράξη που κρίνεται καταχρηστική όταν την επιχειρεί ο μοναδικός μέτοχος σε ζημιογόνα εταιρεία, κρίνεται νόμιμη όταν αντανακλά διαπραγμάτευση με ανεξάρτητο αντισυμβαλλόμενο.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις κρίνεται στο αρχείο και όχι στη λογιστική εγγραφή. Η εμπειρία από υποθέσεις φορολογικού ελέγχου σε αυξήσεις κεφαλαίου δείχνει ότι η αποτίμηση που συντάχθηκε πριν από την απόφαση της συνέλευσης αντιμετωπίζεται διαφορετικά από εκείνη που προσκομίζεται μετά την πρόσκληση ελέγχου.
Το ίδιο ισχύει για τα έγγραφα της διαπραγμάτευσης, τα οποία τεκμηριώνουν ότι η τιμή προέκυψε από αντικρουόμενα συμφέροντα και όχι από μονομερή επιλογή.
Ανάλογη λογική εφαρμόζεται και σε διαδοχικές εταιρικές πράξεις. Η μείωση μετοχικού κεφαλαίου που αναιρείται από επόμενη αύξηση κρίνεται ως ενιαίο σύνολο, οπότε ο επιχειρηματικός σκοπός κάθε σταδίου τεκμηριώνεται αυτοτελώς.
Τι απογίνεται το υπερβάλλον ποσό και ποιος το ελέγχει;
Πιστώνεται σε ειδικό λογαριασμό αποθεματικού που δεν διανέμεται ως μέρισμα. Το άρθρο 35 παρ. 3 του ν. 4548/2018 απαγορεύει τη διάθεση της διαφοράς για πληρωμή μερισμάτων ή ποσοστών προς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
Οι μόνες επιτρεπτές χρήσεις είναι η κεφαλαιοποίηση και ο συμψηφισμός προς απόσβεση ζημιών. Αμφότερες προϋποθέτουν απόφαση της γενικής συνέλευσης.
Ο συμψηφισμός με ζημιές λειτουργεί σήμερα χωρίς προϋποθέσεις προτεραιότητας. Μέχρι την τροποποίηση της διάταξης με το άρθρο 80 του ν. 4916/2022, η δυνατότητα ήταν επικουρική και ενεργοποιούνταν μόνο εφόσον δεν υπήρχαν αποθεματικά ή άλλα κονδύλια που κατά νόμο μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον ίδιο σκοπό.
Η προϋπόθεση αυτή απαλείφθηκε. Το Συμβούλιο Λογιστικής Τυποποίησης, με τη γνωμοδότηση 31 ΕΞ/2023, δέχθηκε ρητά ότι ο συμψηφισμός διενεργείται κατόπιν απόφασης της συνέλευσης χωρίς να προηγηθεί αύξηση κεφαλαίου.
Για τον επενδυτή η συνέπεια είναι σοβαρή και συχνά υποτιμάται κατά τη διαπραγμάτευση. Το ποσό που κατέβαλε δεν του επιστρέφεται με κανέναν εταιρικό μηχανισμό.
Δεν λαμβάνει μέρισμα από αυτό, δεν έχει αξίωση απόδοσης και δεν αποκτά προνομιακή θέση επί του αποθεματικού έναντι των παλαιών μετόχων. Το αντάλλαγμά του είναι αποκλειστικά η μετοχική συμμετοχή, όποια αξία και αν έχει αυτή στην πορεία.
Οι διαθέσιμοι τρόποι ρευστοποίησης είναι δύο:
- Ο πρώτος είναι η μεταβίβαση των τίτλων σε τρίτο ή στους λοιπούς μετόχους.
- Ο δεύτερος προϋποθέτει διαδοχικές εταιρικές πράξεις, δηλαδή κεφαλαιοποίηση του αποθεματικού και εν συνεχεία μείωση κεφαλαίου με επιστροφή, διαδρομή που επιβαρύνεται φορολογικά σε κάθε στάδιο και εκτίθεται στον έλεγχο του προηγούμενου κεφαλαίου.
Η ασυμμετρία αυτή είναι ο λόγος για τον οποίο οι όροι εξόδου ρυθμίζονται συμβατικά. Στην εξωεταιρική συμφωνία μετόχων προβλέπονται συνήθως προτεραιότητα είσπραξης σε περίπτωση πώλησης, ρήτρες κατά της απομείωσης σε επόμενο γύρο με χαμηλότερη αποτίμηση και μηχανισμοί συντονισμένης εξόδου.
Καμία από αυτές τις προβλέψεις δεν πηγάζει από τον νόμο. Η διατύπωσή τους καθορίζει αν ο επενδυτής θα ανακτήσει την εισφορά του πριν από τους ιδρυτές ή μαζί τους.
Πότε απαιτείται κατάργηση του δικαιώματος προτίμησης;
Όταν ο επενδυτής είναι τρίτος. Σε κάθε αύξηση που δεν γίνεται με εισφορά σε είδος, οι υφιστάμενοι μέτοχοι έχουν εκ του νόμου δικαίωμα προτίμησης σε ολόκληρο το νέο κεφάλαιο, ανάλογα με τη συμμετοχή τους.
Η διάθεση των νέων τίτλων σε τρίτο προϋποθέτει προηγούμενη κατάργηση ή περιορισμό του δικαιώματος αυτού, με απόφαση που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.
Το κρίσιμο στοιχείο της διαδικασίας δεν είναι η πλειοψηφία αλλά η έκθεση του ΔΣ. Το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να υποβάλει στη συνέλευση γραπτή έκθεση όπου αναφέρονται οι λόγοι που επιβάλλουν τον περιορισμό ή την κατάργηση και όπου δικαιολογείται η τιμή ή η κατώτατη τιμή που προτείνεται για την έκδοση των νέων μετοχών.
Η έκθεση και η απόφαση υποβάλλονται σε δημοσιότητα. Η ρύθμιση εναρμονίζεται με το άρθρο 72 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 για το εταιρικό δίκαιο.
Η ίδια έκθεση εξυπηρετεί δύο σκοπούς που κατά κανόνα αντιμετωπίζονται χωριστά.
- Εταιρικά, δικαιολογεί έναντι της μειοψηφίας γιατί η αραίωση (dilution) είναι θεμιτή.
- Φορολογικά, αποτελεί το πρώτο έγγραφο που τεκμηριώνει την τιμή έκδοσης πριν από την πράξη, δηλαδή ακριβώς το στοιχείο που αναζητείται όταν εξετάζεται αν η διαφορά υπέρ το άρτιο συνιστά τεχνητή διευθέτηση.
Η σύνταξή της ως τυπική διαδικαστική υποχρέωση, με γενικόλογη αναφορά στην ανάγκη χρηματοδότησης, αφήνει και τα δύο μέτωπα ακάλυπτα.
Ο τρόπος άσκησης και τα όρια του νόμιμου αποκλεισμού, καθώς και η σχέση του με τις συμβατικές ρήτρες προτίμησης, αναλύονται στο δικαίωμα προτίμησης επί μετοχών, ενώ τα όργανα και οι προθεσμίες της πράξης ακολουθούν τη διαδικασία της έκτακτης αύξησης μετοχικού κεφαλαίου.
Επενδυτής σε ΑΕ ή σε ΙΚΕ: τι αλλάζει στην έκδοση υπέρ το άρτιο;
Αλλάζουν τρία πράγματα. Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία δεν έχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη για έκδοση υπέρ το άρτιο και στηρίζεται σε αναλογική εφαρμογή, επιτρέπει την πρακτική μόνο σε μερίδια κεφαλαιακών εισφορών και δεν βαρύνεται με το τέλος υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Οι δύο πρώτες διαφορές είναι εταιρικές, η τρίτη οικονομική.
Η νομική βάση προκύπτει από τη Γνωμοδότηση 63/2017 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Το Τμήμα Α’ δέχθηκε ομόφωνα ότι η έκδοση εταιρικών μεριδίων υπέρ το άρτιο από ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία είναι επιτρεπτή, αποκλειστικά για μερίδια κεφαλαιακών εισφορών, με ανάλογη εφαρμογή των ρυθμίσεων που ισχύουν στις κεφαλαιουχικές εταιρείες κατ’ επίκληση του άρθρου 116 παρ. 1 του ν. 4072/2012. Η ίδια λογική είχε γίνει δεκτή για την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με τη Γνωμοδότηση 113/2009.
Ο περιορισμός στις κεφαλαιακές εισφορές δεν είναι διατύπωση επιφύλαξης. Μερίδια που αντιστοιχούν σε εξωκεφαλαιακές ή εγγυητικές εισφορές, δηλαδή σε παροχή εργασίας ή σε ανάληψη ευθύνης για τα εταιρικά χρέη, δεν εκδίδονται υπέρ το άρτιο.
Θα δημιουργούσαν μερίδια διφυούς χαρακτήρα, αφού ο εταίρος θα υποχρεωνόταν να καταβάλει και χρηματικό ποσό πέραν της ανειλημμένης παροχής, κατά παράβαση της αναγκαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 76 παρ. 2 του ν. 4072/2012, σύμφωνα με την οποία κάθε μερίδιο εκπροσωπεί ένα μόνο είδος εισφοράς.
Πρακτικές διαφορές που επηρεάζουν τον σχεδιασμό του γύρου:
- Τρόπος αύξησης: στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία η αύξηση κεφαλαίου γίνεται με αύξηση του αριθμού των μεριδίων και όχι με αύξηση της ονομαστικής αξίας των υφιστάμενων, ώστε να μη δημιουργηθεί ανισότητα μεταξύ μεριδίων διαφορετικού είδους εισφοράς.
- Πλειοψηφία: η απόφαση λαμβάνεται με τα δύο τρίτα του συνολικού αριθμού των μεριδίων, ανεξάρτητα από το είδος της εισφοράς που εκπροσωπούν, εκτός αν το καταστατικό ορίζει μεγαλύτερη πλειοψηφία ή ομοφωνία.
- Μονοπρόσωπη εταιρεία: όταν η αύξηση καλύπτεται από τρίτο, προηγείται τροποποίηση της ιδρυτικής πράξης και του καταστατικού, καθώς η εταιρεία μεταβάλλεται από μονοπρόσωπη σε πολυπρόσωπη, ανεξάρτητα από το αν τα νέα μερίδια εκδίδονται στο άρτιο ή υπέρ αυτό.
- Κατηγορίες τίτλων: η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία δεν εκδίδει προνομιούχους τίτλους ούτε μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια, οπότε η διαβάθμιση δικαιωμάτων επιτυγχάνεται μόνο καταστατικά και συμβατικά.
Ο τελευταίος περιορισμός είναι συνήθως ο λόγος για τον οποίο ένας γύρος ωρίμανσης οδηγεί σε μετατροπή. Οι προνομιούχες μετοχές επιτρέπουν στον επενδυτή να λάβει την εισφορά του πριν από τους κατόχους κοινών τίτλων σε περίπτωση πώλησης ή εκκαθάρισης, προστασία που το αποθεματικό υπέρ το άρτιο δεν παρέχει από μόνο του.
Τα υπόλοιπα κριτήρια επιλογής μεταξύ των δύο τύπων, από το ασφαλιστικό κόστος έως τη δημοσιότητα, εξετάζονται στα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της ΙΚΕ.
Πόσο κοστίζει η είσοδος και πότε γεννάται κάθε επιβάρυνση;
Οι δύο επιβαρύνσεις αντιμετωπίζουν το άρτιο με αντίθετο τρόπο. Ο φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου βαρύνει κατά την καταβολή μόνο το τμήμα που αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία των νέων τίτλων.
Η διαφορά υπέρ το άρτιο μένει εκτός φόρου έως την τυχόν κεφαλαιοποίησή της. Το τέλος υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού υπολογίζεται από τις 28 Νοεμβρίου 2025 και επί της διαφοράς αυτής, ήδη κατά την αύξηση.
Η ρύθμιση του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου έχει μεταφερθεί. Τα άρθρα 17 έως 31 του ν. 1676/1986, που αποτελούσαν επί δεκαετίες τη βάση, καταργήθηκαν με το άρθρο 63 του ν. 5177/2025 και οι διατάξεις κωδικοποιήθηκαν στα άρθρα 32 έως 42 του νέου Κώδικα Έμμεσων Φόρων.
Ο συντελεστής ανέρχεται σε 0,2% και εφαρμόζεται σε πράξεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μετά την 11η Δεκεμβρίου 2023, μετά τη μείωσή του από 0,5% με τον ν. 5073/2023.
Ο συντελεστής είχε προηγουμένως μειωθεί από 1% σε 0,5% με τον ν. 4839/2021, ενώ η επιβολή του κατά τη σύσταση εταιρειών είχε καταργηθεί ήδη από τις 7 Απριλίου 2014.
Η εξαίρεση της διαφοράς υπέρ το άρτιο από τον φόρο κατά τον χρόνο καταβολής δεν είναι ευνοϊκή μεταχείριση αλλά συνέπεια της δομής του φόρου. Ο φόρος συνδέεται με την απόκτηση δικαιωμάτων εταιρικής φύσης, τα οποία ενσωματώνονται μόνο σε τίτλους.
Επειδή για τη διαφορά υπέρ το άρτιο δεν εκδίδονται τίτλοι, ο εισφέρων δεν αποκτά κατά τη στιγμή εκείνη δικαιώματα ίδιας φύσης με εκείνα των εταίρων.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό με τις αποφάσεις 3015/2009 και 1774/2018, ενώ η φορολογική διοίκηση συμμορφώθηκε με την ΠΟΛ 1238/2018, η οποία έπαυσε την ισχύ της προγενέστερης ΠΟΛ 1044/2014.
Το τέλος υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού άλλαξε βάση υπολογισμού με το άρθρο 42 του ν. 5255/2025, που τροποποίησε την παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 3959/2011.
Το τέλος υπολογίζεται πλέον τόσο επί του κεφαλαίου που αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία όσο και επί του ποσού που προκύπτει από τη διάθεση μετοχών υπέρ το άρτιο, ενώ αποκλείεται η δυνατότητα επίκλησης απαλλαγών.
Υπόχρεες είναι μόνο οι ανώνυμες εταιρείες, κατά τη σύσταση και κατά την αύξηση του κεφαλαίου, περιλαμβανομένων των αυξήσεων που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο συγχώνευσης ή άλλου εταιρικού μετασχηματισμού.
| Επιβάρυνση | Βάση υπολογισμού | Χρόνος γένεσης | Εταιρικός τύπος |
|---|---|---|---|
| Φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου 0,2% | Μόνο η ονομαστική αξία των νέων τίτλων | Κατά την καταβολή | ΑΕ και ΙΚΕ |
| Φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου 0,2% επί της διαφοράς | Το ποσό του αποθεματικού που κεφαλαιοποιείται | Κατά την κεφαλαιοποίηση, εφόσον αποφασισθεί | ΑΕ και ΙΚΕ |
| Τέλος υπέρ Επιτροπής Ανταγωνισμού 1‰ | Ονομαστική αξία και διαφορά υπέρ το άρτιο | Κατά την αύξηση | Μόνο ΑΕ |
Η αντίθεση φαίνεται καθαρά στα μεγέθη του παραδείγματος. Με καταβολή 100.006 ευρώ εκ των οποίων μόλις 31 ευρώ αυξάνουν το κεφάλαιο, ο φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου ανέρχεται σε λίγα λεπτά του ευρώ.
Αν η ίδια πράξη γινόταν σε ανώνυμη εταιρεία, το τέλος υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού θα υπολογιζόταν επί ολόκληρου του ποσού και θα ανερχόταν σε περίπου εκατό ευρώ.
Η κατανομή του τιμήματος μεταξύ ονομαστικής αξίας και άρτιου μεταθέτει το φορολογικό βάρος στον χρόνο, χωρίς να το εξαφανίζει. Ως προς το τέλος δεν το μεταθέτει πλέον καθόλου.
Υπέρ το άρτιο ή κατάθεση για μελλοντική αύξηση κεφαλαίου;
Η κατάθεση για μελλοντική αύξηση αναβάλλει την εταιρική πράξη αλλά ενεργοποιεί δωδεκάμηνη προθεσμία. Τα ποσά εμφανίζονται στην καθαρή θέση μόνο εφόσον υπάρχει ανέκκλητη δέσμευση κεφαλαιοποίησης και υποχρέωση της οντότητας να εκδώσει τίτλους προς τους συνεισφέροντες εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία της εισφοράς.
Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, τα ποσά μεταφέρονται στις υποχρεώσεις και αντιμετωπίζονται ως δανειακή σχέση.
Η μεταφορά αυτή δεν είναι λογιστική τακτοποίηση. Ενεργοποιεί το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής, το οποίο αντικατέστησε τα τέλη χαρτοσήμου από την 1η Δεκεμβρίου 2024, με συντελεστή 2,4% όταν τουλάχιστον ένας από τους συναλλασσομένους είναι κεφαλαιουχική ή προσωπική εταιρεία.
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, με την απόφαση 1620/2024, επιβεβαίωσε ότι η απαλλαγή των καταθέσεων για μελλοντική αύξηση τελεί υπό την προϋπόθεση της πραγματοποίησης της αύξησης.
Η εγκύκλιος Ε. 2094/2025 της ΑΑΔΕ διατύπωσε τον ίδιο κανόνα ρητά, ορίζοντας ότι η κατάθεση δεν υπόκειται σε τέλος υπό την προϋπόθεση ότι τα ποσά δεν θα διατεθούν για άλλο λόγο πέρα από εκείνον για τον οποίο προορίζονται.
Η επιλογή μεταξύ των διαθέσιμων επιλογών κρίνεται από τρεις παραμέτρους, τον χρόνο απόκτησης της μετοχικής ιδιότητας, την τύχη του υπερβάλλοντος ποσού και το προφίλ κινδύνου του επενδυτή.
| Οδός | Πότε αποκτά τίτλους ο επενδυτής | Τύχη υπερβάλλοντος | Κύριος κίνδυνος |
|---|---|---|---|
| Αύξηση με έκδοση υπέρ το άρτιο | Άμεσα, με την πιστοποίηση καταβολής | Δεσμευμένο αποθεματικό, χωρίς διανομή | Έλεγχος τεκμηρίωσης της τιμής έκδοσης |
| Αύξηση στο άρτιο | Άμεσα | Δεν υφίσταται υπερβάλλον | Υψηλό ποσοστό επενδυτή ή τεχνητά υψηλή ονομαστική αξία |
| Κατάθεση για μελλοντική αύξηση | Μετά την απόφαση αύξησης, εντός δώδεκα μηνών | Κατά την κεφαλαιοποίηση | Μετάπτωση σε υποχρέωση και επιβολή τέλους 2,4% |
| Μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο | Κατά την άσκηση του δικαιώματος μετατροπής | Καθορίζεται από τους όρους μετατροπής | Διαθέσιμο μόνο σε ΑΕ, σύνθετη διαπραγμάτευση όρων |
Η κατάθεση για μελλοντική αύξηση επιλέγεται συχνά όταν εκκρεμεί έλεγχος δέουσας επιμέλειας ή όταν η αποτίμηση δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η ευελιξία αυτή έχει τίμημα.
Ο επενδυτής παραμένει για διάστημα έως δώδεκα μηνών χωρίς μετοχική ιδιότητα, χωρίς δικαίωμα ψήφου και χωρίς προστασία έναντι μεταγενέστερων αποφάσεων της συνέλευσης, ενώ η εταιρεία εκτίθεται σε επιβάρυνση που υπερβαίνει κατά πολύ τον φόρο τον οποίο απέφυγε.
Συχνές Ερωτήσεις
Τι σημαίνει έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο;
Σημαίνει διάθεση των νέων τίτλων σε τιμή μεγαλύτερη από την ονομαστική τους αξία. Το ποσό μέχρι την ονομαστική αξία αυξάνει το κεφάλαιο, ενώ το υπερβάλλον πιστώνεται σε ειδικό λογαριασμό της καθαρής θέσης. Ο όρος «ίδια κεφάλαια» δεν ταυτίζεται με τον όρο «μετοχικό κεφάλαιο». Η διάκριση αυτή καθορίζει τόσο τα εταιρικά δικαιώματα όσο και τη φορολογική μεταχείριση.
Επιτρέπεται έκδοση μεριδίων υπέρ το άρτιο σε ΙΚΕ;
Ναι, με βάση τη Γνωμοδότηση 63/2017 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία δέχθηκε ομόφωνα την επιτρεπτότητα κατ’ ανάλογη εφαρμογή των ρυθμίσεων για τις κεφαλαιουχικές εταιρείες. Η δυνατότητα αφορά αποκλειστικά μερίδια που εκπροσωπούν κεφαλαιακές εισφορές. Μερίδια εξωκεφαλαιακών ή εγγυητικών εισφορών εξαιρούνται, γιατί θα αποκτούσαν διφυή χαρακτήρα.
Πληρώνεται φόρος συγκέντρωσης κεφαλαίου στη διαφορά υπέρ το άρτιο;
Όχι κατά την καταβολή. Ο φόρος με συντελεστή 0,2% υπολογίζεται τότε μόνο επί της ονομαστικής αξίας των νέων τίτλων. Η διαφορά υπάγεται στον φόρο μόνο αν και όταν κεφαλαιοποιηθεί, οπότε εκδίδονται νέοι τίτλοι που ενσωματώνουν εταιρικά δικαιώματα. Το τέλος υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού ακολουθεί αντίθετη λογική και υπολογίζεται και επί της διαφοράς ήδη κατά την αύξηση.
Μπορεί να διανεμηθεί το αποθεματικό υπέρ το άρτιο στους μετόχους;
Όχι ως μέρισμα ή ως ποσοστά προς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Το άρθρο 35 παρ. 3 του ν. 4548/2018 επιτρέπει μόνο την κεφαλαιοποίηση και τον συμψηφισμό προς απόσβεση ζημιών. Έμμεση απόδοση των ποσών στους μετόχους προϋποθέτει προηγούμενη κεφαλαιοποίηση και εν συνεχεία μείωση κεφαλαίου με επιστροφή, διαδρομή που εξετάζεται ως ενιαίο σύνολο κατά τον φορολογικό έλεγχο.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Ο εταιρικός τύπος αλλάζει το κόστος της πράξης: Το τέλος υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού βαρύνει μόνο τις ανώνυμες εταιρείες και υπολογίζεται πλέον και επί της διαφοράς υπέρ το άρτιο, χωρίς δυνατότητα επίκλησης απαλλαγών. Σε γύρους μεγάλου ύψους η διαφορά κόστους μεταξύ των δύο τύπων γίνεται μετρήσιμη.
Η αποτίμηση συντάσσεται πριν από τη συνέλευση: Το έγγραφο που τεκμηριώνει την τιμή έκδοσης έχει αξία μόνο αν προηγείται της απόφασης. Εκθέσεις που προσκομίζονται μετά την πρόσκληση ελέγχου αντιμετωπίζονται με επιφυλακτικότητα, όπως δείχνει η σειρά αποφάσεων της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών για τη διαφορά υπέρ το άρτιο.
Η έκθεση του άρθρου 27 δεν είναι τυπικό έγγραφο: Η γραπτή έκθεση που δικαιολογεί την κατάργηση του δικαιώματος προτίμησης και την προτεινόμενη τιμή καλύπτει ταυτόχρονα το εταιρικό και το φορολογικό μέτωπο. Γενικόλογη διατύπωση περί ανάγκης χρηματοδότησης αφήνει και τα δύο ακάλυπτα.
Η ονομαστική αξία επιλέγεται με ορίζοντα τους επόμενους γύρους: Χαμηλή ονομαστική αξία επιτρέπει ακριβέστερη απόδοση ποσοστών, επειδή οι τίτλοι είναι αδιαίρετοι. Το ζήτημα ανακύπτει τη στιγμή που ένα συμφωνημένο ποσοστό δεν διαιρείται σε ακέραιο αριθμό τίτλων.
Ο επενδυτής δεν ανακτά το αποθεματικό: Η καταβολή υπέρ το άρτιο δεν γεννά αξίωση απόδοσης ούτε προνομιακή θέση επί του αποθεματικού. Η προτεραιότητα είσπραξης σε περίπτωση εξόδου ρυθμίζεται αποκλειστικά συμβατικά ή με έκδοση προνομιούχων τίτλων.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις Μετοχές Υπέρ το Άρτιο.