Εισφορές σε Είδος σε ΑΕ και ΙΚΕ: Αποτίμηση και Δημοσιότητα
Περιληπτικά:
- Η εισφορά σε είδος είναι κάθε μη χρηματική εισφορά μετόχου ή εταίρου που σχηματίζει το κεφάλαιο κεφαλαιουχικής εταιρείας και ρυθμίζεται από το άρθρο 17 του Ν. 4548/2018 για τις ΑΕ και από το άρθρο 77 του Ν. 4072/2012 για τις ΙΚΕ.
- Επιτρέπονται μόνο στοιχεία ενεργητικού δεκτικά χρηματικής αποτίμησης. Αποκλείονται απαιτήσεις από εκτέλεση εργασιών ή παροχή υπηρεσιών.
- Η αποτίμηση γίνεται από δύο ορκωτούς ελεγκτές λογιστές, ελεγκτική εταιρεία ή δύο πιστοποιημένους εκτιμητές. Η αξία της εισφοράς δεν υπερβαίνει εκείνη που προκύπτει από την έκθεση.
- Το άρθρο 18 του Ν. 4548/2018 προβλέπει τρεις περιπτώσεις απαλλαγής από έκθεση αποτίμησης , για κινητές αξίες σε ρυθμιζόμενη αγορά, πρόσφατη αποτίμηση εμπειρογνώμονα και αξίες από ελεγμένους λογαριασμούς.
- Ο Ν. 5162/2024 εισήγαγε φορολογική ουδετερότητα στην εισφορά ατομικής επιχείρησης ή κλάδου σε νέα ή υφιστάμενη εταιρεία, εφόσον πληρούνται οι όροι των άρθρων 47-52.
Τι είναι η εισφορά σε είδος και ποιο είναι το νομοθετικό πλαίσιο;
Η εισφορά σε είδος αποτελεί κάθε μη χρηματική εισφορά μετόχου ή εταίρου προς κεφαλαιουχική εταιρεία, η οποία σχηματίζει μέρος του κεφαλαίου της. Το άρθρο 17 του Ν. 4548/2018 ρυθμίζει την περίπτωση των ανωνύμων εταιρειών. Το άρθρο 77 του Ν. 4072/2012 ρυθμίζει τις κεφαλαιακές εισφορές στην Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία και παραπέμπει αναλογικά στους κανόνες αποτίμησης του Ν. 4548/2018.
Ο νομοθέτης απαιτεί ρητή πρόβλεψη της εισφοράς στο καταστατικό ή στην απόφαση του οργάνου που αποφασίζει την αύξηση κεφαλαίου. Η σχετική πράξη αναφέρει το είδος της εισφοράς, το πρόσωπο που την αναλαμβάνει και το ποσό του κεφαλαίου που της αντιστοιχεί. Η εταιρεία οφείλει επίσης να δημοσιεύσει την έκθεση αποτίμησης στο Γ.Ε.ΜΗ., είτε ταυτόχρονα με την εγγραφή της σύστασης είτε με την καταχώριση της αύξησης.
Το πλαίσιο αυτό συμπληρώνεται από τον Ν. 5162/2024, που θέσπισε νέο φορολογικό καθεστώς ουδετερότητας για εταιρικούς μετασχηματισμούς και εισφορές ατομικής επιχείρησης. Η εμπορική και η φορολογική διάσταση συνυπάρχουν: η μία επιβάλλει τους κανόνες αποτίμησης και δημοσιότητας, η άλλη ρυθμίζει την υπεραξία και τις απαλλαγές.
Ποιες περιουσιακές αξίες επιτρέπονται ως εισφορά σε είδος;
Επιτρέπονται μόνο στοιχεία ενεργητικού δεκτικά χρηματικής αποτίμησης. Ο νόμος αποκλείει ρητά απαιτήσεις που προκύπτουν από ανάληψη υποχρέωσης εκτέλεσης εργασιών ή παροχής υπηρεσιών. Η πρακτική παρουσιάζει πέντε βασικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων που εισφέρονται συνηθέστερα στις κεφαλαιουχικές εταιρείες.
Ακίνητα
Η εισφορά ακινήτου απαιτεί έκθεση αποτίμησης από πιστοποιημένο εκτιμητή ή ορκωτό ελεγκτή, συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή στο κτηματολόγιο. Ο εκτιμητής λαμβάνει υπόψη τη νομική και πραγματική κατάσταση του ακινήτου, τους τίτλους κτήσης, τυχόν βάρη, την εμπορικότητα της περιοχής και τις τρέχουσες αγοραίες τιμές.
Πάγια στοιχεία
Στα μηχανήματα, τα μεταφορικά μέσα και τον εξοπλισμό, η εκτίμηση συνεκτιμά τη χρονολογία και την αξία κτήσης, τον βαθμό χρησιμοποίησης, την κατάσταση συντήρησης, την ενδεχόμενη τεχνολογική απαξίωση και τις τρέχουσες αγοραίες τιμές για παρεμφερή πάγια.
Κινητές αξίες και μέσα χρηματαγοράς
Οι μετοχές, οι ομολογίες και τα παράγωγα ακολουθούν διαφορετικό καθεστώς, που περιγράφεται κατωτέρω στην ενότητα για τη μη αποτίμηση. Η αποτίμησή τους συχνά γίνεται με αναφορά σε τιμή ρυθμιζόμενης αγοράς, όχι με έκθεση εκτιμητή.
Δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας
Η εισφορά εμπορικού σήματος, διπλώματος ευρεσιτεχνίας, λογισμικού ή know-how απαιτεί ειδικό εκτιμητή με γνώσεις αποτίμησης άυλων στοιχείων. Οι όροι της εισφοράς συνήθως κατοχυρώνονται σε παράλληλη εξωεταιρική συμφωνία μετόχων, ιδίως όταν αφορούν τεχνογνωσία ή μελλοντικές βελτιώσεις του δικαιώματος.
Κλάδος ή ολόκληρη ατομική επιχείρηση
Η εισφορά ενός λειτουργικού κλάδου ή ολόκληρης ατομικής επιχείρησης περιλαμβάνει ένα σύνολο στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, συμβάσεων, αδειών και πελατείας. Η αποτίμηση γίνεται συνολικά για το σύνολο της επιχείρησης ή του κλάδου και όχι ανά επιμέρους στοιχείο, με τη μέθοδο των προεξοφλημένων ταμειακών ροών ή αναπροσαρμοσμένης καθαρής θέσης.
Πώς γίνεται η αποτίμηση της εισφοράς σε είδος;
Η αποτίμηση συντάσσεται είτε από δύο ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή μία ελεγκτική εταιρεία είτε από δύο ανεξάρτητους πιστοποιημένους εκτιμητές. Ο νόμος επιτρέπει την πρόσληψη ειδικών εκτιμητών, ημεδαπών ή αλλοδαπών, για στοιχεία που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις ή διεθνή εμπειρία. Η έκθεση υποβάλλεται στο Γ.Ε.ΜΗ. και η εισφορά δεν επιτρέπεται να αποτιμηθεί υψηλότερα από εκείνο που προκύπτει από αυτή.
Η έκθεση περιλαμβάνει υποχρεωτικά την περιγραφή κάθε εισφοράς, τις μεθόδους αποτίμησης που εφαρμόστηκαν και την τελική γνώμη για την αξία. Όταν η αποτίμηση καταλήγει σε εύρος τιμών, η έκθεση υποδεικνύει μία τελική τιμή. Οι μετοχές που εκδίδονται έναντι της εισφοράς ακολουθούν το γενικό καθεστώς για τη μεταβίβαση μετοχών ΑΕ, χωρίς ειδικούς περιορισμούς πέραν αυτών που τυχόν προβλέπει το καταστατικό. Η εμπειρία μας από υποθέσεις σύστασης και αύξησης κεφαλαίου με εισφορά σε είδος, δείχνει ότι η επιλογή μεταξύ ορκωτών ελεγκτών και πιστοποιημένων εκτιμητών εξαρτάται κυρίως από τη φύση του στοιχείου: για κλάδο επιχείρησης ή σύνολο ενεργητικού προτιμώνται οι ορκωτοί ελεγκτές, για ακίνητα και ειδικά πάγια οι πιστοποιημένοι εκτιμητές.
Ο νόμος εισάγει αυστηρά ασυμβίβαστα ως προς το πρόσωπο του εκτιμητή. Δεν επιτρέπεται να είναι αυτός που πραγματοποιεί την εισφορά, μέλος του διοικητικού συμβουλίου, πρόσωπο με επιχειρηματική ή επαγγελματική σχέση με την εταιρεία ή τον εισφέροντα, ή συγγενής αυτών μέχρι δεύτερου βαθμού. Για τους ορκωτούς ελεγκτές ισχύουν επιπλέον τα γενικά κωλύματα του ελεγκτικού επαγγέλματος, όπως ορίζονται στον κώδικα δεοντολογίας της ΕΛΤΕ. Η καταβολή της εισφοράς πρέπει να ολοκληρωθεί εντός εξαμήνου από την ημερομηνία της έκθεσης, αλλιώς διενεργείται νέα αποτίμηση.
Πότε επιτρέπεται στις ΑΕ μη αποτίμηση της εισφοράς σε είδος;
Το άρθρο 18 του Ν. 4548/2018 προβλέπει τρεις περιπτώσεις απαλλαγής από την έκθεση αποτίμησης. Η εταιρεία μπορεί να μην εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 17 όταν:
- το αντικείμενο της εισφοράς είναι κινητές αξίες σε ρυθμιζόμενη αγορά,
- στοιχεία ήδη αποτιμηθέντα από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα εντός εξαμήνου, ή
- στοιχεία των οποίων η αξία προκύπτει από ελεγμένους υποχρεωτικούς λογαριασμούς προηγούμενης χρήσης.
| Περίπτωση | Αντικείμενο | Όροι |
|---|---|---|
| Κινητές αξίες ή μέσα χρηματαγοράς | Μετοχές, ομολογίες, παράγωγα διαπραγματεύσιμα σε ρυθμιζόμενη αγορά | Αποτίμηση σε μέση σταθμισμένη τιμή τελευταίου εξαμήνου. Σε εξαιρετικές περιστάσεις απαιτείται αναπροσαρμογή. |
| Προηγούμενη αποτίμηση από εμπειρογνώμονα | Λοιπά στοιχεία ενεργητικού | Αποτίμηση εύλογης αξίας από αναγνωρισμένο ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα εντός 6 μηνών, με γενικά αποδεκτές μεθόδους. |
| Αξία από ελεγμένους λογαριασμούς | Λοιπά στοιχεία ενεργητικού | Η εύλογη αξία προκύπτει από τους υποχρεωτικούς λογαριασμούς προηγούμενου οικονομικού έτους, εφόσον αυτοί ελέγχθηκαν. |
Σε κάθε περίπτωση μη αποτίμησης, η εταιρεία υποβάλλει στο Γ.Ε.ΜΗ. δήλωση του διοικητικού συμβουλίου εντός μηνός από την πραγματοποίηση της εισφοράς. Μέτοχοι που κατέχουν τουλάχιστον 5% του κεφαλαίου διατηρούν δικαίωμα να ζητήσουν αποτίμηση όταν συντρέχουν νέες περιστάσεις που μεταβάλλουν αισθητά την αξία. Αν προκύψει αναντιστοιχία, ο μέτοχος που εισέφερε υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά σε μετρητά. Σχετική είναι η ρύθμιση για την εξαγορά μετοχών από τη μειοψηφία, που ενεργοποιείται σε αντίστοιχες περιπτώσεις διαφωνίας περί αξίας.
Ποιες ιδιαιτερότητες ισχύουν για την εισφορά σε είδος στην ΙΚΕ;
Στην Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία οι κεφαλαιακές εισφορές μπορούν να είναι σε μετρητά ή σε είδος, σύμφωνα με το άρθρο 77 του Ν. 4072/2012. Η ονομαστική αξία κάθε εταιρικού μεριδίου είναι τουλάχιστον ένα ευρώ. Η εισφορά σε είδος επιτρέπεται μόνο εφόσον το εισφερόμενο αποτελεί στοιχείο ενεργητικού δεκτικό χρηματικής αποτίμησης. Έκθεση αποτίμησης απαιτείται όταν η αξία της εισφοράς υπερβαίνει τις 5.000 ευρώ, με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 17 του Ν. 4548/2018.
Η ΙΚΕ διαφέρει από την ΑΕ στο ότι δέχεται και άλλα δύο είδη εισφορών πέραν των κεφαλαιακών:
- τις εξωκεφαλαιακές, που συνίστανται σε παροχές μη δεκτικές κεφαλαιακής εισφοράς όπως η εργασία ή υπηρεσίες και
- τις εγγυητικές, με τις οποίες ο εταίρος αναλαμβάνει ευθύνη για τα εταιρικά χρέη έως ποσοστό.
Οι εξωκεφαλαιακές και οι εγγυητικές εισφορές δεν αποτιμώνται με τη διαδικασία του Ν. 4548/2018, αλλά η αξία τους ορίζεται με συμφωνία των εταίρων στο καταστατικό. Η μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ΕΠΕ και ΙΚΕ ακολουθεί διακριτό καθεστώς ανά είδος εισφοράς.
Οι ομοιότητες και διαφορές μεταξύ Ανώνυμης Εταιρείας και Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας ως προς την εισφορά σε είδος συνοψίζονται στον ακόλουθο πίνακα.
| Σημείο σύγκρισης | Ανώνυμη Εταιρεία (Ν. 4548/2018) | Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (Ν. 4072/2012) |
|---|---|---|
| Είδη εισφορών | Μόνο κεφαλαιακές, σε χρήμα ή σε είδος | Τρία είδη: κεφαλαιακές, εξωκεφαλαιακές, εγγυητικές |
| Νομοθετική βάση εισφοράς σε είδος | Άρθρα 17 έως 19 | Άρθρο 77, με αναλογική εφαρμογή του Ν. 4548/2018 |
| Επιτρεπτό αντικείμενο εισφοράς σε είδος | Στοιχεία ενεργητικού δεκτικά χρηματικής αποτίμησης | Ίδιο για κεφαλαιακή εισφορά. Οι εξωκεφαλαιακές καλύπτουν εργασία ή υπηρεσίες, οι εγγυητικές ανάληψη ευθύνης για εταιρικά χρέη |
| Υποχρεωτική έκθεση αποτίμησης | Πάντοτε όταν εφαρμόζεται το άρθρο 17 | Μόνο όταν η αξία της εισφοράς υπερβαίνει τα 5.000 ευρώ |
| Πρόσωπο εκτιμητή | Δύο ορκωτοί ελεγκτές, ελεγκτική εταιρεία ή δύο πιστοποιημένοι εκτιμητές | Ίδιο, με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 17 |
| Εξαιρέσεις από αποτίμηση (άρθρο 18) | Ισχύουν οι τρεις περιπτώσεις απαλλαγής | Ισχύουν αναλογικά |
| Ονομαστική αξία τίτλου συμμετοχής | Μετοχή από 0,04 έως 100 ευρώ, διαφοροποιημένη ανά κατηγορία | Μερίδιο τουλάχιστον 1 ευρώ, ίδια αξία για όλα τα μερίδια ανεξαρτήτως είδους εισφοράς |
| Δικαίωμα προτίμησης σε αύξηση με εισφορά σε είδος | Δεν παρέχεται ex lege κατά το άρθρο 26, εκτός αν το καταστατικό προβλέπει διαφορετικά | Δεν τίθεται με αντίστοιχη μορφή, λόγω διαφορετικής δομής συμμετοχής και αποσύνδεσης μεριδίων από κεφάλαιο |
| Δημοσιότητα στο Γ.Ε.ΜΗ. | Υποχρεωτική, ταυτόχρονα με τη σύσταση ή την καταχώριση της αύξησης | Υποχρεωτική, με ίδιους όρους |
Η σύσταση ΙΚΕ με εισφορά σε είδος γίνεται μέσω της Υπηρεσίας Μίας Στάσης, με συμβολαιογραφική πράξη όταν αφορά ακίνητα ή με ηλεκτρονική σύσταση μέσω e-ΥΜΣ στις λοιπές περιπτώσεις. Το πρότυπο καταστατικό περιλαμβάνει σχετική πρόβλεψη για το ποσό των κεφαλαιακών εισφορών σε είδος και την κατ’ αναλογία εφαρμογή του άρθρου 17 του Ν. 4548/2018.
Πώς αντιμετωπίζεται φορολογικά η εισφορά σε είδος;
Ο Ν. 5162/2024 εισήγαγε ενιαίο πλαίσιο φορολογικής ουδετερότητας για εταιρικούς μετασχηματισμούς και εισφορά ατομικής επιχείρησης. Στις περιπτώσεις εισφοράς κλάδου, ολόκληρης ατομικής επιχείρησης ή ανταλλαγής τίτλων προς υφιστάμενη ή νέα εταιρεία, η υπεραξία που προκύπτει δεν φορολογείται κατά τον χρόνο της εισφοράς, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 47 έως 52 του νόμου. Οι κανόνες αυτοί ισχύουν για μετασχηματισμούς μεταξύ ημεδαπών εταιρειών αλλά και σε διασυνοριακό επίπεδο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η εγκύκλιος Ε.2088/10.10.2025 της ΑΑΔΕ ερμηνεύει αναλυτικά το νέο πλαίσιο και προσδιορίζει τις προϋποθέσεις των απαλλαγών. Στην εισφορά ατομικής επιχείρησης ο νόμος απαιτεί η εισφερόμενη επιχείρηση να έχει πραγματοποιήσει έναρξη εργασιών τουλάχιστον δύο έτη πριν από την εισφορά. Η φορολογική ουδετερότητα στους εταιρικούς μετασχηματισμούς καλύπτει το σύνολο των φόρων, τελών και εισφορών υπέρ τρίτων, με επιφύλαξη μόνο των οριζομένων στον νέο Κώδικα ΦΠΑ (Ν.5144/2024).
Η εμπειρία μας από υποθέσεις εισφοράς κλάδου ατομικής επιχείρησης σε νέα ΙΚΕ ή ΕΠΕ δείχνει ότι η τεκμηρίωση οικονομικού σκοπού και πραγματικής συνέχισης της δραστηριότητας είναι κρίσιμη για την αναγνώριση της απαλλαγής. Ο νόμος προβλέπει ρήτρα κατά της κατάχρησης, που αποκλείει τις φορολογικές διευκολύνσεις όταν ο μετασχηματισμός εξυπηρετεί κυρίως φοροαποφυγή και δεν στηρίζεται σε θεμιτούς οικονομικούς λόγους.
Πώς δημοσιοποιείται η εισφορά σε είδος στο Γ.Ε.ΜΗ.;
Η έκθεση αποτίμησης και τα στοιχεία της εισφοράς υποβάλλονται στο Γ.Ε.ΜΗ. ταυτόχρονα με την εγγραφή της εταιρείας ή με την καταχώριση της αύξησης κεφαλαίου. Όταν η εισφορά γίνεται χωρίς αποτίμηση σύμφωνα με το άρθρο 18 του Ν. 4548/2018, η εταιρεία δημοσιεύει δήλωση του διοικητικού συμβουλίου εντός μηνός. Η δήλωση περιγράφει την εισφορά, την αξία της, την προέλευση της αποτίμησης, την αντιστοιχία με τις εκδιδόμενες μετοχές και βεβαιώνει ότι δεν συντρέχουν νέες περιστάσεις.
Σε αύξηση κεφαλαίου με εισφορά σε είδος, δημοσιεύεται προηγουμένως ανακοίνωση που περιλαμβάνει την ημερομηνία λήψης της απόφασης και τα κρίσιμα στοιχεία της. Σημαντική είναι επίσης η συνέπεια για το δικαίωμα προτίμησης των μετόχων: σύμφωνα με το άρθρο 26 του Ν. 4548/2018, σε αύξηση που γίνεται με εισφορά σε είδος δεν παρέχεται ex lege δικαίωμα προτίμησης, εκτός αν το καταστατικό προβλέπει διαφορετικά.
Όταν η αξία της εισφοράς συναρτάται με υψηλότερη ονομαστική αξία των εκδιδόμενων μετοχών, η διαφορά αποτυπώνεται ως υπέρ το άρτιο διαφορά στους λογαριασμούς της εταιρείας. Το λογιστικό αυτό κεφάλαιο επιτρέπει διαφοροποίηση της αξίας έκδοσης από την ονομαστική αξία και αξιοποιείται σε αυξήσεις με εισφορά υψηλής αξίας περιουσιακών στοιχείων.
Συχνές Ερωτήσεις
Χρειάζεται πάντα έκθεση εκτιμητή για εισφορά σε είδος;
Όχι. Το άρθρο 18 του Ν. 4548/2018 προβλέπει τρεις περιπτώσεις απαλλαγής: εισφορά κινητών αξιών σε ρυθμιζόμενη αγορά, στοιχεία ήδη αποτιμηθέντα από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα εντός εξαμήνου και αξίες από ελεγμένους υποχρεωτικούς λογαριασμούς προηγούμενης χρήσης. Στην ΙΚΕ η έκθεση δεν απαιτείται όταν η εισφορά σε είδος δεν υπερβαίνει τις 5.000 ευρώ.
Επιβαρύνεται με ΦΠΑ η εισφορά ακινήτου σε εταιρεία;
Η αντιμετώπιση εξαρτάται από το πρόσωπο του εισφέροντος και τη χρήση του ακινήτου. Όταν η εισφορά εντάσσεται σε μετασχηματισμό του Ν. 5162/2024, ο νόμος προβλέπει απαλλαγή από κάθε φόρο και τέλος υπέρ του Δημοσίου, με επιφύλαξη όμως του Κώδικα ΦΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι ο ΦΠΑ μπορεί να οφείλεται όταν η εισφορά συνιστά παράδοση αγαθού κατά την έννοια του Κώδικα.
Επιτρέπεται εισφορά πελατείας ή υπεραξίας;
Η εισφορά goodwill δεν αναγνωρίζεται αυτοτελώς ως στοιχείο ενεργητικού δεκτικό αποτίμησης. Όταν όμως μεταβιβάζεται κλάδος ή ολόκληρη επιχείρηση, η υπεραξία αποτυπώνεται ως μέρος της συνολικής αξίας της εισφερόμενης μονάδας, που αποτιμάται ενιαία από τον ορκωτό ελεγκτή ή την ελεγκτική εταιρεία με τις αναγνωρισμένες μεθόδους.
Τι ισχύει για εισφορά IP δικαιωμάτων όπως σήμα ή λογισμικό;
Τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας αποτελούν στοιχεία ενεργητικού δεκτικά αποτίμησης και επιτρέπεται η εισφορά τους με τη διαδικασία του άρθρου 17 του Ν. 4548/2018. Απαιτείται έκθεση από ορκωτό ελεγκτή ή πιστοποιημένο εκτιμητή με γνώσεις αποτίμησης άυλων στοιχείων, ο οποίος εφαρμόζει μεθόδους όπως το discounted cash flow, ή relief from royalty ή η αγοραία σύγκριση.
Ποιες κυρώσεις προβλέπονται για υπερτίμηση εισφοράς;
Ο νόμος προβλέπει την υποχρέωση του μετόχου να καταβάλει σε μετρητά τη διαφορά όταν διαπιστώνεται απόκλιση μεταξύ της δηλωθείσας και της πραγματικής αξίας. Παράλληλα γεννάται ευθύνη των ιδρυτών για ζημία της εταιρείας, ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου που υπέγραψαν την πρόταση και ενδεχόμενη ποινική ευθύνη για ψευδή δήλωση στο Γ.Ε.ΜΗ. όταν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Επιλογή εκτιμητή ανάλογα με το αντικείμενο: Για ακίνητα και ειδικά πάγια επιλέγονται πιστοποιημένοι εκτιμητές με εμπειρία στη συγκεκριμένη κατηγορία. Για κλάδο επιχείρησης ή σύνολο ενεργητικού προτιμώνται ορκωτοί ελεγκτές, που γνωρίζουν τις μεθόδους αποτίμησης οικονομικών μονάδων και τα ΕΛΠ/ΔΠΧΑ.
Εξάμηνη προθεσμία: Η ολοκλήρωση της εισφοράς σε είδος πρέπει να γίνει εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της έκθεσης αποτίμησης. Παρέλευση της προθεσμίας συνεπάγεται υποχρέωση νέας αποτίμησης, με κόστος και καθυστερήσεις στη σύσταση ή την αύξηση κεφαλαίου.
Διαφύλαξη φορολογικής ουδετερότητας: Η εφαρμογή του Ν. 5162/2024 απαιτεί τεκμηρίωση οικονομικού σκοπού. Όταν ο μετασχηματισμός εξυπηρετεί πρωτίστως φοροαποφυγή, η ΑΑΔΕ μπορεί να επικαλεστεί τη ρήτρα κατά της κατάχρησης και να ανατρέψει τις απαλλαγές. Καλή πρακτική είναι η σύνταξη memorandum οικονομικού σκοπού πριν τον μετασχηματισμό.
Συμμόρφωση με ασυμβίβαστα εκτιμητών: Η επιλογή ελεγκτή ή εκτιμητή ελέγχεται αυστηρά ως προς τα κωλύματα. Η εμπλοκή του τακτικού ελεγκτή της εταιρείας ή προσώπου με επαγγελματική σχέση με τον εισφέροντα ακυρώνει τη διαδικασία και εκθέτει το διοικητικό συμβούλιο σε ευθύνη.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την εισφορά σε είδος.