Skip to content
Αρθρογραφία

Φοροδιαφυγή: Πότε Παραγράφεται η Ποινική Ευθύνη (ΚΦΔ 2026)

Από τον Γεώργιο Στουραΐτη, Δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω · Τελευταία ενημέρωση: 18 Ιουλίου 2026

Εν συντομία:

  • Το πλημμέλημα φοροδιαφυγής παραγράφεται σε πέντε έτη και το κακούργημα σε δεκαπέντε, με αφετηρία τον χρόνο τέλεσης της πράξης (άρθρα 111 και 112 του Ποινικού Κώδικα).
  • Η προθεσμία αναστέλλεται αυτοδικαίως με την έκδοση της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή της πράξης επιβολής προστίμου (άρθρο 81 παρ. 2 του ΚΦΔ).
  • Στα φορολογικά εγκλήματα η αναστολή αυτή δεν υπόκειται στο ανώτατο όριο των τριών ή πέντε ετών που ισχύει για κάθε άλλο έγκλημα, καθώς το άρθρο 81 παρ. 2 περ. ε’ του ΚΦΔ αποκλείει ρητά την εφαρμογή του άρθρου 113 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα.
  • Το πάγωμα διαρκεί μέχρι να οριστικοποιηθεί η πράξη ή να καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου. Όσο διαρκεί η διοικητική δίκη, η ποινική παραγραφή δεν προχωρά.
  • Για τα αδικήματα που τελέστηκαν έως τις 6 Νοεμβρίου 2020 εφαρμόζεται το προϊσχύσαν άρθρο 55Α παρ. 3 του Ν. 4174/2013, με έναρξη από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής.

Πότε παραγράφεται το αδίκημα της φοροδιαφυγής;

Το πλημμέλημα παραγράφεται σε πέντε έτη και το κακούργημα σε δεκαπέντε, από την ημέρα τέλεσης της πράξης. Η προθεσμία όμως δεν τρέχει αδιάλειπτα.

Αναστέλλεται με την έκδοση της καταλογιστικής πράξης της φορολογικής αρχής και παραμένει παγωμένη, χωρίς ανώτατο όριο διάρκειας, μέχρι να κριθεί αμετάκλητα η φορολογική οφειλή.

Ο υπολογισμός στηρίζεται σε δύο διακριτά μεγέθη:

  • Το πρώτο είναι η ονομαστική διάρκεια της προθεσμίας, που προκύπτει από τον χαρακτηρισμό της πράξης ως πλημμελήματος ή κακουργήματος.
  • Το δεύτερο είναι ο χρόνος κατά τον οποίο η προθεσμία τελεί σε αναστολή.

Το άθροισμα των δύο, όχι η ονομαστική διάρκεια από μόνη της, δίνει τον πραγματικό χρόνο δυνατότητας άσκησης ποινικής δίωξης.

Πρόκειται για ερώτημα διαφορετικό από εκείνο του χρόνου εντός του οποίου η φορολογική αρχή μπορεί να καταλογίσει φόρο. Εκεί ισχύει ο κανόνας της πενταετίας του άρθρου 37 του ΚΦΔ, με εξαίρεση τη δεκαετία σε υποθέσεις φοροδιαφυγής.

Οι δύο προθεσμίες τρέχουν παράλληλα, με διαφορετική αφετηρία και διαφορετική συνέπεια. Η συμπλήρωση της μιας δεν συνεπάγεται τη συμπλήρωση της άλλης, καθώς η πρώτη αποκλείει τον καταλογισμό φόρου και η δεύτερη εξαλείφει το αξιόποινο.

Κατά το άρθρο 111 παρ. 3 του Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου τα κακουργήματα παραγράφονται μετά είκοσι έτη αν απειλείται ισόβια κάθειρξη και μετά δεκαπέντε σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτός αν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά.

Επειδή για την κακουργηματική φοροδιαφυγή δεν απειλείται ισόβια κάθειρξη, η εφαρμοστέα προθεσμία είναι η δεκαπενταετία.

Ο χαρακτηρισμός της πράξης ως πλημμελήματος ή κακουργήματος εξαρτάται από το ύψος του διαφυγόντος φόρου ανά έτος και ανά είδος φόρου. Το ζήτημα αυτό προηγείται λογικά του υπολογισμού της παραγραφής, καθώς καθορίζει ποια από τις δύο προθεσμίες τίθεται σε κίνηση.

Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τη διαφορά που καθιστά τα φορολογικά εγκλήματα ιδιαίτερα.

ΣτοιχείοΚοινά εγκλήματαΕγκλήματα φοροδιαφυγής
Προθεσμία πλημμελήματος5 έτη (άρθρο 111 παρ. 3 ΠΚ)5 έτη (ίδια διάταξη)
Προθεσμία κακουργήματος15 έτη (άρθρο 111 παρ. 2 ΠΚ)15 έτη (ίδια διάταξη)
ΑφετηρίαΧρόνος τέλεσης (άρθρο 112 ΠΚ)Χρόνος τέλεσης, για πράξεις μετά τις 6.11.2020
Λόγος αναστολήςΝόμιμο κώλυμα δίωξης, κύρια διαδικασία (άρθρο 113 παρ. 1 ΠΚ)Έκδοση καταλογιστικής πράξης (άρθρο 81 παρ. 2 περ. α’ ΚΦΔ)
Ανώτατη διάρκεια αναστολής3 έτη για πλημμελήματα, 5 έτη για κακουργήματα (άρθρο 113 παρ. 2 ΠΚ)Χωρίς ανώτατο όριο (άρθρο 81 παρ. 2 περ. ε’ ΚΦΔ)
Λήξη αναστολήςΜε τη συμπλήρωση του ορίουΜε το αμετάκλητο της διοικητικής κρίσης

Πώς προσδιορίζεται ο χρόνος τέλεσης κάθε φορολογικού εγκλήματος;

Ο χρόνος τέλεσης διαφέρει ανά αδίκημα και ορίζει την αφετηρία της προθεσμίας. Στα εικονικά ή πλαστά στοιχεία κρίσιμη είναι η σύνταξη από τον εκδότη ή η παραλαβή από τον λήπτη προς καταχώριση.

Στον ΦΠΑ κρίσιμη είναι η λήξη της προθεσμίας απόδοσης. Στον φόρο εισοδήματος κρίσιμη είναι η τελευταία ημέρα της ετήσιας προθεσμίας δήλωσης.

Η ακρίβεια στο σημείο αυτό έχει άμεση δικονομική συνέπεια. Μετατόπιση της αφετηρίας κατά έναν μήνα μπορεί να μεταθέσει τη συμπλήρωση της πενταετίας πέρα από την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και να ανατρέψει το αποτέλεσμα.

Στην κατηγορία των εικονικών φορολογικών στοιχείων ο χρόνος τέλεσης αποσυνδέεται εντελώς από τη φορολογική ζημία. Η πράξη ολοκληρώνεται με τη σύνταξη ή την καταχώριση του στοιχείου, ανεξάρτητα από το πότε ή αν επήλθε αποτέλεσμα.

Στον ΦΠΑ και στον φόρο εισοδήματος η αφετηρία συνδέεται με την παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας. Η πράξη τελείται τη στιγμή που εκπνέει η προθεσμία χωρίς να εκπληρωθεί η υποχρέωση.

Κρίσιμη είναι η διάκριση ανάμεσα στον χρόνο τέλεσης και στον χρόνο διαπίστωσης. Η φορολογική αρχή μπορεί να διαπιστώσει την παράβαση χρόνια αργότερα, με τον έλεγχο.

Η διαπίστωση δεν μετακινεί τον χρόνο τέλεσης, επιδρά όμως στην αναστολή. Η σύγχυση των δύο μεγεθών οδηγεί σε εσφαλμένο υπολογισμό υπέρ ή σε βάρος του κατηγορουμένου.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η κατ’ εξακολούθηση τέλεση. Κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί δικό της χρόνο τέλεσης και δική της προθεσμία. Ορισμένες μερικότερες πράξεις μπορεί να έχουν παραγραφεί και άλλες όχι, μέσα στην ίδια δικογραφία.

Η εμπειρία από υποθέσεις ποινικής φοροδιαφυγής δείχνει ότι ακριβώς αυτή η ανάλυση ανά μερικότερη πράξη μεταβάλλει συχνά την έκταση της κατηγορίας.

Γιατί η αναστολή στα φορολογικά εγκλήματα δεν έχει χρονικό όριο;

Το άρθρο 113 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ότι η αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από πέντε έτη για τα κακουργήματα και τρία για τα πλημμελήματα.

Το άρθρο 81 παρ. 2 περ. ε’ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ – Ν. 5104/2024) αποκλείει ρητά τον περιορισμό αυτόν στα εγκλήματα φοροδιαφυγής. Το πάγωμα διαρκεί όσο η διοικητική διαδικασία.

Ο μηχανισμός λειτουργεί σε δύο χρόνους. Κατά το άρθρο 81 παρ. 2 περ. α’ του ΚΦΔ, η έκδοση οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή πράξης επιβολής προστίμου αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας.

Κατά την περ. γ’, η αναστολή διαρκεί μέχρι την οριστικοποίηση της πράξης λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας προσφυγής ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου.

Η ρύθμιση δεν είναι νέα ούτε συγκυριακή. Ο Άρειος Πάγος την αναγνωρίζει ρητά ως συνειδητή νομοθετική επιλογή, επισημαίνοντας ότι ο Ν. 4745/2020 καθιέρωσε την αναστολή της παραγραφής πέραν των προβλεπόμενων στο άρθρο 113 παρ. 2 α’ του Ποινικού Κώδικα ορίων, για όσο διάστημα διαρκεί η διοικητική διαδικασία. Το ίδιο σκεπτικό επαναλαμβάνεται σταθερά, μεταξύ άλλων στις ΑΠ 75/2024 και ΑΠ 88/2025.

Η δικαιολογητική βάση που δέχεται ο Άρειος Πάγος είναι η συστημική αδυναμία της φορολογικής διοίκησης. Τα οικονομικά εγκλήματα απαιτούν ευρύτερη προκαταρκτική έρευνα, ώστε η ταυτόχρονη ολοκλήρωση διοικητικής και ποινικής διαδικασίας μέσα στην πενταετία να μην είναι πάντα ρεαλιστική. Χωρίς την απεριόριστη αναστολή, το πλημμέλημα θα παραγραφόταν πριν καν κριθεί η οφειλή.

Η πρακτική συνέπεια είναι ότι η πενταετία του πλημμελήματος λειτουργεί ως ονομαστικό μέγεθος. Ο πραγματικός χρόνος προσδιορίζεται από τη διάρκεια της διοικητικής δίκης, η οποία σε υποθέσεις με προσφυγή ενώπιον διοικητικού πρωτοδικείου, εφετείου και Συμβουλίου της Επικρατείας εκτείνεται σε πολλά έτη.

Πώς επηρεάζει η άσκηση προσφυγής τον χρόνο της ποινικής παραγραφής;

Η προσφυγή παρατείνει την αναστολή μέχρι το αμετάκλητο της διοικητικής απόφασης. Η αποχή, όμως, από προσφυγή οριστικοποιεί την πράξη με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας και θέτει σε κίνηση την παραγραφή νωρίτερα.

Πρόκειται για δύο επιλογές με αντίθετη επίδραση στα δύο επίπεδα, η στάθμιση των οποίων εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης.

Η αντίστροφη σχέση προκύπτει από το γράμμα της περ. γ’. Η αναστολή λήγει είτε με την οριστικοποίηση λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας είτε με το αμετάκλητο της δικαστικής κρίσης. Όποιος επιλέγει την προσφυγή μεταθέτει το σημείο λήξης της αναστολής όσο διαρκεί η δίκη.

Η αποχή από προσφυγή δεν αποτελεί όμως ρεαλιστική εναλλακτική. Το άρθρο 72 του ΚΦΔ καθιστά την ενδικοφανή προσφυγή υποχρεωτικό προηγούμενο στάδιο, ενώ η άπρακτη πάροδος της τριακονθήμερης προθεσμίας αποκλείει οριστικά και τη δικαστική προσφυγή.

Η οφειλή καθίσταται απαιτητή στο σύνολό της. Επομένως, η επιτάχυνση της ποινικής παραγραφής οδηγεί στην πλήρη απώλεια της διοικητικής άμυνας και σε βεβαία καταβολή της οφειλής.

Η στάθμιση διαφοροποιείται ριζικά ανά περίπτωση. Όταν ο ισχυρισμός περί παραγραφής του δικαιώματος καταλογισμού έχει σοβαρό έρεισμα, η προσφυγή μπορεί να εξαφανίσει την ίδια την πράξη στην οποία στηρίζεται η μηνυτήρια αναφορά.

Όταν αντιθέτως ο καταλογισμός είναι στέρεος και το επίδικο ποσό μέτριο, ο χειρισμός κρίνεται με άλλα κριτήρια. Η επιλογή μεταξύ των δύο δρόμων είναι στρατηγική επιλογή που απαιτεί νομική κρίση, όχι μηχανική εφαρμογή κανόνα.

Η σχέση των δύο διαδικασιών λειτουργεί και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η αμετάκλητη ποινική απόφαση δεσμεύει τον διοικητικό δικαστή και μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση του παράλληλου φορολογικού προστίμου. Η σειρά με την οποία οριστικοποιείται η κάθε διαδικασία μεταβάλλει, επομένως, το τελικό αποτέλεσμα και στα δύο πεδία.

Υπάρχει και μία περίπτωση όπου η αναστολή ενεργοποιείται πριν καν εκδοθεί οριστική πράξη. Κατά το άρθρο 81 παρ. 1 περ. β’ του ΚΦΔ, όταν συντρέχουν ενδείξεις κακουργήματος που συρρέει με αυτόφωρο κακούργημα εγκληματικής οργάνωσης του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα, η έρευνα διενεργείται από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και η ποινική διαδικασία αναστέλλεται μετά το τυπικό πέρας της ανάκρισης, με ταυτόχρονη αναστολή της παραγραφής.

Ποιο καθεστώς παραγραφής εφαρμόζεται στα αδικήματα πριν από τις 6.11.2020;

Στα αδικήματα που τελέστηκαν έως τις 6 Νοεμβρίου 2020 εφαρμόζεται το άρθρο 55Α παρ. 3 του Ν. 4174/2013, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του, με έναρξη της παραγραφής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Η μεταβατική διάταξη του άρθρου 96 του Ν. 4745/2020 αποκλείει την αναδρομική εφαρμογή του ηπιότερου νεότερου καθεστώτος.

Η τομή προκύπτει από τη διαδοχή τριών νομοθετημάτων:

  • Υπό τον Ν. 4174/2013 η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής ή από την οριστικοποίηση λόγω άπρακτης παρόδου.
  • Ο Ν. 4745/2020 κατάργησε την πρόβλεψη αυτή και επανέφερε τον κανόνα της ταύτισης χρόνου τέλεσης και έναρξης, εισάγοντας παράλληλα την απεριόριστη αναστολή.
  • Ο Ν. 4764/2020 επανέφερε εκ νέου μετάθεση της αφετηρίας.

Η ΑΠ 95/2022 θεμελίωσε τη γραμμή που ακολουθείται έκτοτε σταθερά. Το σκεπτικό στηρίζεται σε δύο άξονες.

  • Πρώτον, οι διατάξεις περί έναρξης και περί αναστολής της παραγραφής αποτελούν αδιάσπαστο σύνολο και αντιμετωπίζονται ως μία «διάταξη» κατά την έννοια του άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα, ώστε να μην επιτρέπεται η επιλογή των ευνοϊκότερων τμημάτων από διαφορετικά καθεστώτα.
  • Δεύτερον, η θέσπιση με ειδική μεταβατική διάταξη της μη αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου είναι επιτρεπτή και δεν προσκρούει στο άρθρο 15 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ούτε στο άρθρο 49 παρ. 1 περ. γ’ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι αποσκοπεί στην ασφάλεια δικαίου.

Ο ακόλουθος πίνακας αποδίδει το εφαρμοστέο καθεστώς ανά χρόνο τέλεσης.

Χρόνος τέλεσηςΕφαρμοστέα διάταξηΑφετηρία παραγραφής
Έως 6.11.2020Άρθρο 55Α παρ. 3 Ν. 4174/2013, ως ίσχυε πριν τον Ν. 4745/2020Οριστικοποίηση φορολογικής εγγραφής (τελεσιδικία επί προσφυγής ή άπρακτη πάροδος)
7.11.2020 έως 22.12.2020Άρθρο 32 Ν. 4745/2020Χρόνος τέλεσης, με αναστολή κατά τη διοικητική διαδικασία
Από 23.12.2020Άρθρο 163 Ν. 4764/2020, ήδη άρθρο 81 Ν. 5104/2024Χρόνος τέλεσης, με αναστολή από την έκδοση της καταλογιστικής πράξης

Η διάκριση διατηρεί πρακτική σημασία και σήμερα. Υποθέσεις με χρόνο τέλεσης πριν από τις 6.11.2020 εξακολουθούν να εκκρεμούν, ιδίως όταν η διοικητική διαδικασία ξεκίνησε μετά από έλεγχο παλαιότερων χρήσεων.

Η εμπειρία από υποθέσεις φορολογικών ελέγχων δείχνει ότι ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης καθορίζει ποιο από τα τρία καθεστώτα εφαρμόζεται, με διαφορετική αφετηρία στο καθένα.

Συχνές Ερωτήσεις

Παραγράφεται το αδίκημα αν η εφορία καθυστερήσει τον έλεγχο;

Όχι κατά κανόνα, αλλά με μία σημαντική διαφοροποίηση ανά καθεστώς. Για πράξεις μετά τις 6.11.2020 η προθεσμία τρέχει από την τέλεση, οπότε καθυστέρηση της αρχής πέραν της πενταετίας χωρίς έκδοση καταλογιστικής πράξης οδηγεί σε παραγραφή του πλημμελήματος. Μόλις εκδοθεί η πράξη, η προθεσμία παγώνει. Για πράξεις έως τις 6.11.2020 η προθεσμία δεν είχε καν αρχίσει πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής.

Τρέχει η ποινική παραγραφή όσο εκκρεμεί η προσφυγή στη ΔΕΔ;

Όχι. Από την έκδοση της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή της πράξης επιβολής προστίμου, η προθεσμία τελεί σε αναστολή κατά το άρθρο 81 παρ. 2 περ. α’ του ΚΦΔ. Η αναστολή διαρκεί μέχρι την οριστικοποίηση της πράξης ή το αμετάκλητο της δικαστικής απόφασης, χωρίς το τριετές όριο που θα ίσχυε σε άλλο πλημμέλημα.

Ισχύει η πενταετία και για τα εικονικά τιμολόγια;

Εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό της πράξης. Εφόσον η έκδοση ή αποδοχή στοιχείων παραμένει σε βαθμό πλημμελήματος, η προθεσμία είναι πενταετής και εκκινεί από τη σύνταξη ή την παραλαβή του στοιχείου. Εφόσον η πράξη είναι κακουργηματική, η προθεσμία είναι δεκαπενταετής. Και στις δύο περιπτώσεις ισχύει ο ίδιος μηχανισμός αναστολής.

Εξαλείφεται το αξιόποινο αν εξοφληθεί η οφειλή;

Η εξόφληση δεν εξαλείφει από μόνη της το αξιόποινο της φοροδιαφυγής ούτε επηρεάζει τον υπολογισμό της παραγραφής. Λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και μπορεί να στηρίξει ελαφρυντικές περιστάσεις. Η μεταχείριση διαφέρει από το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Υπολογισμός σε δύο στάδια: Η ονομαστική πενταετία ή δεκαπενταετία δεν δίνει από μόνη της την απάντηση. Προσδιορίζεται πρώτα ο χρόνος τέλεσης και έπειτα το διάστημα αναστολής από την έκδοση της καταλογιστικής πράξης έως το αμετάκλητο της διοικητικής κρίσης.

Η ημερομηνία 6.11.2020 ως πρώτος έλεγχος: Ο χρόνος τέλεσης κρίνει ποιο από τα τρία καθεστώτα εφαρμόζεται. Πράξεις έως εκείνη την ημερομηνία υπάγονται στο άρθρο 55Α παρ. 3 του Ν. 4174/2013, με αφετηρία την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής και όχι την τέλεση.

Ανάλυση ανά μερικότερη πράξη: Στην κατ’ εξακολούθηση τέλεση κάθε πράξη έχει δικό της χρόνο τέλεσης και δική της προθεσμία. Μέρος της κατηγορίας μπορεί να έχει παραγραφεί ενώ το υπόλοιπο όχι, ακόμη και όταν όλες οι πράξεις περιλαμβάνονται στην ίδια δικογραφία.

Η προσφυγή έχει διπλή επίδραση: Ενισχύει τη διοικητική άμυνα αλλά παρατείνει την αναστολή της ποινικής παραγραφής μέχρι το αμετάκλητο. Η αποχή από προσφυγή επιταχύνει την παραγραφή αλλά αποκλείει οριστικά τη δικαστική οδό κατά το άρθρο 72 του ΚΦΔ και καθιστά την οφειλή απαιτητή.

Το τριετές όριο του άρθρου 113 παρ. 2 ΠΚ δεν εφαρμόζεται: Επίκληση του ορίου αυτού σε υπόθεση φοροδιαφυγής προσκρούει στο άρθρο 81 παρ. 2 περ. ε’ του ΚΦΔ, που το αποκλείει ρητά. Ο υπολογισμός με βάση το γενικό όριο οδηγεί σε εσφαλμένη εκτίμηση του πραγματικού χρόνου έκθεσης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για την παραγραφή του αδικήματος της φοροδιαφυγής.