Κριτήρια ESG – Νομικό Πλαίσιο Και Υποχρεώσεις Για Επιχειρήσεις

Τα κριτήρια ESG (“Environmental, Social, Governance” – “Περιβαλλοντικά, Κοινωνικά, Εταιρικής Διακυβέρνησης”) αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της επιχειρηματικής στρατηγικής και λειτουργίας, καθώς η βιώσιμη ανάπτυξη και η εταιρική υπευθυνότητα μετατρέπονται από προαιρετικές πρακτικές σε νομικές υποχρεώσεις. 

Ειδικότερα, η πρόσφατη ενσωμάτωση της Οδηγίας CSRD στην ελληνική νομοθεσία με τον Ν. 5164/2024 σηματοδοτεί μια νέα εποχή για επιχειρήσεις και εταιρείες, καθώς αυτές καλούνται να προσαρμοστούν σε αυστηρότερες απαιτήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας σχετικά με τις επιδόσεις τους σε θέματα βιωσιμότητας. 

Επιπλέον, το νέο νομικό πλαίσιο δεν αφορά μόνο τις μεγάλες εισηγμένες εταιρείες, αλλά σταδιακά επεκτείνεται και σε μικρότερες επιχειρήσεις, διαμορφώνοντας ένα νέο τοπίο στο επιχειρείν.

Περαιτέρω, η συμμόρφωση με το νέο νομικό πλαίσιο παρουσιάζει σημαντικές προκλήσεις για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες, λόγω της πολυπλοκότητας του κανονιστικού πλαισίου, της έλλειψης εξειδικευμένης γνώσης και πόρων, καθώς και του κόστους συμμόρφωσης. 

Ωστόσο, παρέχει επίσης σημαντικές ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις που υιοθετούν έγκαιρα και αποτελεσματικά τις απαιτήσεις ESG, όπως βελτιωμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενίσχυση της φήμης και της εικόνας τους, προσέλκυση και διατήρηση ταλέντων, καινοτομία, αποδοτικότητα, και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ

Τα κριτήρια ESG αποτελούν ένα πλαίσιο αξιολόγησης των επιχειρήσεων με βάση τις επιδόσεις τους σε τρεις βασικούς πυλώνες: Περιβαλλοντικά, Κοινωνικά και Εταιρικής Διακυβέρνησης.

Περιβαλλοντικά κριτήρια (Environmental)

Αφορούν στην επίδραση της επιχείρησης στο φυσικό περιβάλλον και περιλαμβάνουν παράγοντες όπως οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η ενεργειακή απόδοση, η διαχείριση αποβλήτων, η προστασία της βιοποικιλότητας και η χρήση φυσικών πόρων.

Κοινωνικά κριτήρια (Social)

Αναφέρονται στις σχέσεις της επιχείρησης με τους εργαζομένους, τους προμηθευτές, τους πελάτες και τις κοινότητες στις οποίες δραστηριοποιείται. Περιλαμβάνουν θέματα όπως οι εργασιακές συνθήκες, η υγεία και ασφάλεια, η διαφορετικότητα και συμπερίληψη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η κοινωνική συνεισφορά.

Κριτήρια Εταιρικής Διακυβέρνησης (Governance)

Αφορούν στις πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης, όπως η δομή και σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, η διαφάνεια, η επιχειρηματική ηθική, η συμμόρφωση με τους κανονισμούς, οι πολιτικές αμοιβών και η προστασία των συμφερόντων των μετόχων.

Σημασία

Η σημασία των κριτηρίων ESG έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς επηρεάζουν πλέον καθοριστικά:

  • Την πρόσβαση σε χρηματοδότηση: Οι επενδυτές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ενσωματώνουν ολοένα και περισσότερο τα κριτήρια ESG στις επενδυτικές τους αποφάσεις, προσφέροντας ευνοϊκότερους όρους σε επιχειρήσεις με υψηλές επιδόσεις βιωσιμότητας.
  • Τη φήμη και την εικόνα της επιχείρησης: Οι καταναλωτές, οι εργαζόμενοι και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη δείχνουν αυξανόμενη προτίμηση σε εταιρείες που επιδεικνύουν υπεύθυνη συμπεριφορά σε περιβαλλοντικά, κοινωνικά και θέματα διακυβέρνησης. Σύμφωνα με πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα, το 83% των καταναλωτών πιστεύει ότι οι εταιρείες πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στη δημιουργία βέλτιστων πρακτικών ESG, ενώ το 76% δήλωσε ότι θα διέκοπτε τις σχέσεις του με οργανισμούς που αντιμετωπίζουν άσχημα τους εργαζόμενους, τις τοπικές κοινότητες ή το περιβάλλον.
  • Την ανταγωνιστικότητα και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα: Οι επιχειρήσεις που ενσωματώνουν τα κριτήρια ESG στη στρατηγική τους είναι καλύτερα προετοιμασμένες για την αντιμετώπιση μελλοντικών προκλήσεων και κινδύνων, όπως η κλιματική αλλαγή, οι κοινωνικές αναταραχές και οι αλλαγές στο κανονιστικό περιβάλλον.
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου κανονιστικού πλαισίου για τη βιωσιμότητα, με στόχο την επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία έως το 2050. 

Οι βασικοί πυλώνες του ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου για το ESG περιλαμβάνουν:

Οδηγία για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (CSRD)

Η Οδηγία για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (“Corporate Sustainability Reporting Directive” – CSRD) αποτελεί την αναθεώρηση και διεύρυνση της προηγούμενης Οδηγίας για τη Μη Χρηματοοικονομική Πληροφόρηση (“Non-Financial Reporting Directive” – NFRD). 

Η CSRD εισάγει αυστηρότερες απαιτήσεις για τη δημοσιοποίηση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών και επεκτείνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής, καλύπτοντας περισσότερες επιχειρήσεις.

Βασικά στοιχεία της CSRD:

  • Διευρυμένο πεδίο εφαρμογής: Καλύπτει όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις (εισηγμένες και μη) και τις εισηγμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις (με εξαίρεση τις πολύ μικρές).
  • Λεπτομερέστερες απαιτήσεις αναφοράς: Απαιτεί τη δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους και τις ευκαιρίες βιωσιμότητας, τις επιπτώσεις των δραστηριοτήτων της επιχείρησης στο περιβάλλον και την κοινωνία, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τα θέματα βιωσιμότητας επηρεάζουν την επιχειρηματική στρατηγική και τις επιδόσεις.
  • Υποχρεωτική εξωτερική διασφάλιση: Εισάγει την υποχρέωση εξωτερικής διασφάλισης των πληροφοριών βιωσιμότητας από ανεξάρτητους ελεγκτές.
  • Ψηφιακή μορφή αναφοράς: Απαιτεί την υποβολή των εκθέσεων βιωσιμότητας σε ηλεκτρονικό μορφότυπο iXBRL, διευκολύνοντας την πρόσβαση και την ανάλυση των πληροφοριών.
Κανονισμός Taxonomy

Ο Κανονισμός 2020/852 (“Taxonomy”) θεσπίζει ένα σύστημα ταξινόμησης για τον προσδιορισμό των περιβαλλοντικά βιώσιμων οικονομικών δραστηριοτήτων. Αποτελεί ένα βασικό εργαλείο για την καταπολέμηση του “greenwashing” (πρακτικές παραπλανητικής προβολής περιβαλλοντικής υπευθυνότητας) και την προώθηση της διαφάνειας στις επενδύσεις.

 Ο Κανονισμός Taxonomy καθορίζει έξι περιβαλλοντικούς στόχους: 

  1. Μετριασμός της κλιματικής αλλαγής.
  2. Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
  3. Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και θαλάσσιων πόρων.
  4. Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία.
  5. Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης.
  6. Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων.

Για να χαρακτηριστεί μια οικονομική δραστηριότητα ως περιβαλλοντικά βιώσιμη σύμφωνα με τον Κανονισμό Taxonomy, πρέπει να συμβάλλει ουσιαστικά σε έναν τουλάχιστον από τους παραπάνω στόχους, να μην επιφέρει σημαντική βλάβη σε κανέναν από τους υπόλοιπους και να συμμορφώνεται με ελάχιστες κοινωνικές διασφαλίσεις.

Κανονισμός Γνωστοποιήσεων Αειφορίας (SFDR)

Ο Κανονισμός για τις Γνωστοποιήσεις Αειφορίας στον Τομέα των Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών (Sustainable Finance Disclosure Regulation – SFDR) τέθηκε σε ισχύ το 2021. Στοχεύει στην αύξηση της διαφάνειας σχετικά με τους κινδύνους βιωσιμότητας και τις αρνητικές επιπτώσεις στη βιωσιμότητα στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Ο SFDR απαιτεί από τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους να γνωστοποιούν: 

  • Πώς ενσωματώνουν τους κινδύνους βιωσιμότητας στις επενδυτικές τους αποφάσεις και συμβουλές,
  • Τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων στους παράγοντες βιωσιμότητας,
  • Πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας των χρηματοπιστωτικών προϊόντων.
Πακέτο “Omnibus”

Το πακέτο “Omnibus” αποτελεί μια πρόσφατη πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που στοχεύει στη συγχώνευση και απλοποίηση των κανονιστικών ρυθμίσεων για τη βιωσιμότητα.. 

Η πρωτοβουλία αυτή προέκυψε ως απάντηση στις ανησυχίες σχετικά με την πολυπλοκότητα και το διοικητικό βάρος που επιφέρει το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Βασικά στοιχεία του πακέτου “Omnibus” περιλαμβάνουν: 

  • Μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων που υποχρεούνται να υποβάλλουν εκθέσεις βιωσιμότητας,
  • Περιορισμό των ευθυνών στην εφοδιαστική αλυσίδα,
  • Δυνατότητα για εθελοντική υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από επιχειρήσεις που δεν εμπίπτουν στις υποχρεωτικές κατηγορίες.

Μια σημαντική πρόσφατη εξέλιξη είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 3 Απριλίου 2025 για παράταση της εφαρμογής της CSRD κατά δύο έτη για τις εταιρείες που θα είχαν απαίτηση δημοσίευσης από το επόμενο έτος. 

Η απόφαση αυτή αποσκοπεί στο να δώσει περισσότερο χρόνο στις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις.

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει προχωρήσει στην ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών οδηγιών για τη βιωσιμότητα στην εσωτερική έννομη τάξη. Η πιο πρόσφατη και σημαντική εξέλιξη είναι η ψήφιση του Νόμου 5164/2024, ο οποίος ενσωματώνει την Οδηγία CSRD στην ελληνική νομοθεσία και το εθνικό δίκαιο.

Νόμος 5164/2024 – Ενσωμάτωση Της Οδηγίας CSRD

Ο Νόμος 5164/2024 θεσπίζει την υποχρέωση κατάρτισης και δημοσίευσης Έκθεσης Βιωσιμότητας για τις επιχειρήσεις που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια.

Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει δείκτες ESG (Περιβαλλοντικούς, Κοινωνικούς και Διακυβέρνησης) που ορίζονται από το Ευρωπαϊκό Πρότυπο Υποβολής Εκθέσεων Βιωσιμότητας (ESRS).

Ο νόμος προβλέπει τη σταδιακή εφαρμογή της υποχρέωσης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, ανάλογα με την κατηγορία και τα χαρακτηριστικά της εκάστοτε επιχείρησης.

Υπόχρεες Εταιρείες Και Επιχειρήσεις 
Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2024

Η υποχρέωση εφαρμόζεται σε μεγάλες επιχειρήσεις ή μητρικές επιχειρήσεις μεγάλου ομίλου, οι οποίες είναι οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος και κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους υπερβαίνουν τον μέσο όρο των 500 εργαζομένων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους.

Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2025

Εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις ή μητρικές επιχειρήσεις μεγάλου ομίλου, οι οποίες κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους πληρούν τουλάχιστον δύο από τα τρία αναθεωρημένα κριτήρια του άρθρου 2 του Ν. 4308/2014, δηλαδή

  • Σύνολο ενεργητικού 25.000.000 ευρώ 
  • Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών 50.000.000 ευρώ 
  • Μέσος όρος απασχολουμένων 250 άτομα
Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2026

Η υποχρέωση επεκτείνεται σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, δηλαδή επιχειρήσεις και εταιρείες που πληρούν τουλάχιστον δύο από τα τρία παρακάτω κριτήρια:

  • Σύνολο ενεργητικού 5.000.000 ευρώ 
  • Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών 10.000.000 ευρώ 
  • Μέσος όρος απασχολουμένων 50 άτομα

Επιπλέον, περιλαμβάνονται ορισμένα μικρά και μη πολύπλοκα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, εφόσον πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2028

Η εφαρμογή επεκτείνεται σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών με ουσιώδη δραστηριότητα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το νομικό πλαίσιο ESG δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις που υπόκεινται άμεσα στις σχετικές υποχρεώσεις. 
Επηρεάζει έμμεσα και τις μικρότερες επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος της αλυσίδας του ελληνικού επιχειρείν, καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να απαιτούν πληροφορίες και συμμόρφωση με συγκεκριμένα πρότυπα βιωσιμότητας από τους προμηθευτές και συνεργάτες τους. 

Υπόχρεα Πρόσωπα Και Ευθύνη ΔΣ 

Σύμφωνα με τον Νόμο 5164/2024, το Διοικητικό Συμβούλιο (ή ο Σύμβουλος – Διαχειριστής)  φέρει την ευθύνη για την κατάρτιση και τη δημοσίευση της Έκθεσης Βιωσιμότητας με τον ίδιο βαθμό επιμέλειας και λογοδοσίας που απαιτείται για τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις, την Έκθεση Διαχείρισης και τη Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης.

Το Διοικητικό Συμβούλιο οφείλει να διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των προβλεπόμενων προτύπων υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. 

Επιπλέον, στην ετήσια οικονομική έκθεση πρέπει να περιλαμβάνεται δήλωση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, με την οποία να επιβεβαιώνεται ότι η Έκθεση Διαχείρισης έχει καταρτιστεί σύμφωνα με τα εκάστοτε εφαρμοστέα πρότυπα έκθεσης βιωσιμότητας.

Έκθεση Βιωσιμότητας

Η Έκθεση Βιωσιμότητας πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με:

  1. Το επιχειρηματικό μοντέλο και τη στρατηγική της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της ανθεκτικότητάς της σε κινδύνους που σχετίζονται με θέματα βιωσιμότητας.
  2. Τους στόχους βιωσιμότητας που έχει θέσει η επιχείρηση και την πρόοδο προς την επίτευξή τους.
  3. Τον ρόλο των διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών οργάνων σε σχέση με θέματα βιωσιμότητας.
  4. Τις πολιτικές που εφαρμόζει η επιχείρηση σε σχέση με θέματα βιωσιμότητας.
  5. Τη διαδικασία δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζεται για θέματα βιωσιμότητας.
  6. Τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις, πραγματικές και δυνητικές, που συνδέονται με τις δραστηριότητες της επιχείρησης.
  7. Τις ενέργειες που έχουν ληφθεί για την πρόληψη, τον μετριασμό ή την αποκατάσταση δυσμενών επιπτώσεων.
  8. Τους κύριους κινδύνους για την επιχείρηση που σχετίζονται με θέματα βιωσιμότητας και τον τρόπο διαχείρισής τους.
  9. Βασικούς δείκτες επίδοσης που σχετίζονται με τις παραπάνω πληροφορίες.

Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να παρουσιάζονται σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Υποβολής Εκθέσεων Βιωσιμότητας (ESRS), τα οποία καθορίζουν λεπτομερώς τους δείκτες και τις μεθοδολογίες μέτρησης για κάθε πτυχή του ESG.

Υποχρεώσεις Δημοσίευσης και Διαφάνειας

Οι υπόχρεες επιχειρήσεις πρέπει να συμμορφώνονται με τις παρακάτω υποχρεώσεις δημοσίευσης και διαφάνειας. Ειδικότερα:

Δημοσίευση στο Γ.Ε.ΜΗ.

Όπως προαναφέρθηκε, οι επιχειρήσεις οφείλουν να δημοσιεύουν στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο τα στοιχεία των προσώπων που έχουν οριστεί ως αρμόδια για τη διασφάλιση της υποβολής των εκθέσεων βιωσιμότητας, καθώς και τη γνώμη του ελεγκτή.των προσώπων που έχουν οριστεί ως αρμόδια για τη διασφάλιση της υποβολής των εκθέσεων βιωσιμότητας, καθώς και των σχετικών αλλαγών. Επίσης υποχρεούται να δημοσιεύουν τη γνώμη του ελεγκτή και το πλήρες κείμενο της έκθεσης ελέγχου επί της Έκθεσης Βιωσιμότητας, εντός 20 ημερών από την έγκρισή τους από τη Γενική Συνέλευση.

Ηλεκτρονικός μορφότυπος

Οι επιχειρήσεις που υπάγονται στην υποχρέωση κατάρτισης έκθεσης βιωσιμότητας πρέπει να συντάσσουν την Έκθεση Διαχείρισης σε ηλεκτρονικό μορφότυπο iXBRL, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3 του Κανονισμού 2019/815.

Ειδική αναφορά στη Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης

Στην ετήσια Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης (ΔΕΔ) πρέπει να περιλαμβάνεται ειδική αναφορά ότι η υποβολή της Έκθεσης Βιωσιμότητας ενσωματώνει όλες τις πληροφορίες που καταδεικνύουν τη συνεκτίμηση παραγόντων όπως η πολυμορφία και η διαφορετικότητα, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια ESG.

Διασφάλιση από ανεξάρτητο ελεγκτή

Η Έκθεση Βιωσιμότητας πρέπει να υπόκειται σε εξωτερική διασφάλιση από ανεξάρτητο ελεγκτή, ο οποίος εκφράζει γνώμη σχετικά με τη συμμόρφωση της έκθεσης με τις απαιτήσεις του νόμου και τα εφαρμοστέα πρότυπα.

Η μη συμμόρφωση με τις παραπάνω υποχρεώσεις μπορεί να επιφέρει κυρώσεις από τις ελεγκτικές αρχές.

ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Το νομικό πλαίσιο για τα κριτήρια ESG είναι πολύπλοκο και συνεχώς εξελισσόμενο, γεγονός που δυσχεραίνει την κατανόηση και την εφαρμογή του από τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες.

Επιπλέον, πολλές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα οι μικρότερες, δεν διαθέτουν την απαραίτητη εξειδικευμένη γνώση και τους πόρους για την αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτήσεων ESG.

Ταυτοχρονα, η συλλογή, επεξεργασία και αναφορά των απαιτούμενων δεδομένων ESG αποτελεί μια σημαντική πρόκληση, ιδιαίτερα για επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν προηγούμενη εμπειρία σε αυτόν τον τομέα.

Τέλος, η συμμόρφωση με τα κριτήρια ESG συνεπάγεται σημαντικό κόστος, τόσο για την ανάπτυξη των απαραίτητων συστημάτων και διαδικασιών όσο και για την εξωτερική διασφάλιση των εκθέσεων βιωσιμότητας.

Για τους παραπάνω λόγους οι επιχειρήσεις θα πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα την προετοιμασία τους για τη συμμόρφωση με τα κριτήρια ESG, ακόμη και αν δεν εμπίπτουν σήμερα στις υποχρεωτικές κατηγορίες.

Η επένδυση στην ανάπτυξη εξειδικευμένης γνώσης και συστημάτων/διαδικασιών για την αποτελεσματική συλλογή, επεξεργασία και αναφορά των απαιτούμενων δεδομένων ESG, είναι κρίσιμη για την αποτελεσματική συμμόρφωση.

Περαιτέρω, η συνεργασία με εξειδικευμένους συμβούλους σε θέματα ESG μπορεί να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να κατανοήσουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τις απαιτήσεις του νομικού πλαισίου.

Ο σκοπός των ρυθμίσεων είναι, αντί να αντιμετωπίζονται τα κριτήρια ESG ως μια πρόσθετη κανονιστική υποχρέωση,να ενσωματωθούν από εταιρείες και επιχειρήσεις  στην επιχειρηματική τους στρατηγική.

Με τον τρόπο αυτό, οι επιχειρήσεις μπορούν να αποκτήσουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα με βελτιωμένη, μεταξύ άλλων, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενίσχυση της φήμης και της εικόνας τους, αλλά και καινοτομία και αποδοτικότητα, μέσω της ανάπτυξης νέων προϊόντων και υπηρεσιών, της βελτιστοποίησης των διαδικασιών και της μείωσης του κόστους.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά τις υποχρεώσεις της επιχείρησής σας στο πλαίσιο του νέου νομικού πλαισίου ESG και να σας υποστηρίξουμε στην αποτελεσματική συμμόρφωση με αυτές.

Καταχρηστική Άσκηση Δικαιώματος Και Αποδυνάμωσή Του

Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος ορίζεται στο άρθρο 281 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος».

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 1982/2022).

Κατά την έννοια της διατάξεως του 281 ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Παράλειψη & Αδράνεια Δικαιούχου Να Ασκήσει Το Δικαίωμα

Η παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει, εν όλω ή εν μέρει, την αξίωση του, και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι η αξίωση δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκηση της καταχρηστική, εν όψει ιδίως του ότι οι συνέπειες της αδράνειας του δικαιούχου αντιμετωπίζονται από το δίκαιο με το θεσμό της παραγραφής. Κατά μείζονα λόγω ισχύουν τα ανωτέρω επί αξιώσεων, παραίτηση από τις οποίες δεν επιτρέπεται κατά νόμο (όπως πχ οι μισθολογικές αξιώσεις).

Μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή συνεπάγεται δυσαναλόγως δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη, μπορεί κατά περίπτωση να αποκρουσθεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση της αξιώσεως, την οποία προηγουμένως ο δανειστής είχε παραλείψει να ασκήσει.

Τέτοιες όμως περιστάσεις δεν συνιστούν ενέργειες τρίτων, που μπορεί να επακολουθήσουν, και δη η άσκηση μελλοντικός από τρίτους, κατά μίμηση του ενάγοντος, αξιώσεων παρομοίων προς την ήδη επίδικη.

Στην περίπτωση, της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν αρκεί κατ’ αρχήν μόνον αυτή η επί μακρόν χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλ’ υπάρχει τέτοια κατάχρηση μόνον εφ’ όσον συντρέχουν προσθέτως και άλλα περιστατικά, που ανάγονται στο ίδιο διάστημα και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου, όσο και του υποχρέου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία δημιουργείται στον τελευταίο η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ’ αυτού, σε τρόπο που η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπής μίας καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί επί μακρόν χρόνο, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες.

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του.

Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.

Παραδεκτό Ένστασης Καταχρηστικής Άσκησης Δικαιώματος

Επειδή, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για την πληρότητα της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό αυτής, από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην κατ’ έφεση δίκη είναι κατ’ εξαίρεση παραδεκτή η προβολή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη ή προτάθηκαν απαραδέκτως, και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

 Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι, για να θεωρηθεί ως παραδεκτώς προτεινόμενη στο Εφετείο ένσταση, που δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να αποδεικνύεται παραχρήμα, ήτοι εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ολόκληρος ο ισχυρισμός που συνιστά την ένσταση, ήτοι καθόλα τα επί μέρους πραγματικά αυτού στοιχεία. Στην πιο πάνω εξαίρεση υπάγονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος.

Αποδυνάμωση Δικαιώματος

Η αποδυνάμωση δικαιώματος συνιστά ειδικότερη μορφή της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του.

Υπό τις συνθήκες δε αυτές, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς – επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών της ΑΚ 281, είναι δηλαδή καταχρηστική. 

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπαίτιο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη .

Κατάχρηση Θεσμού Εταιρείας

Η κατάχρηση θεσμού, όπως ο θεσμός της εταιρίας, δε ρυθμίζεται μεν από το νόμο, υπάγεται όμως στη διάταξη του 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της αντιμετωπίζονται όπως οι συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 149/2013).

Η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό.

Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο.

Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος.

Με την παραπάνω έννοια δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων ΕΠΕ ή ΙΚΕ σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία, η οποία και διατηρεί κατ’ αρχήν την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της.

Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Επίσης, η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθείσης και λειτουργούσας ανωνύμου εταιρείας δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς τα αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης με καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων.

Συνεπώς δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί όμως όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως.

Νομιμοποίηση αποτελέσματος αντίθετο προς την καλή πίστη υπάρχει ιδίως όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και η μετακύλιση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως ή μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Εικονική Εταιρεία: Έννοια Φορολογική & Ασφαλιστική Αντιμετώπιση

Εικονική εταιρεία, είναι η εταιρεία της οποίας η εταιρική σύμβαση ερείδεται σε εικονική δήλωση βούλησης, δηλαδή καταρτίστηκε μόνο φαινομενικά.

Εικονική δήλωση βούλησης είναι εκείνη η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εν τύπωση μεταβολής ορισμένης νομικής κατάστασης, χωρίς να υφίσταται πρόθεση στον δηλούντα τέτοιας νομικής μεταβολής. Αναλυτικά:

Εικονική Δήλωση Βούλησης

Σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ. α ΑΚ ορίζεται ότι «Δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη».

Περαιτέρω, στο άρθρο 138 παρ. β ΑΚ αναφέρεται ότι  «Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της».

Διακρίσεις Εικονικής Δήλωσης Βούλησης

Με βάση το παραπάνω άρθρο, γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε:

  • απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, όταν αυτή δεν καλύπτει έτερη δικαιοπραξία, δηλαδή όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με τη δικαιοπραξία ορισμένη έννομη μεταβολή, και σε
  • σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας, που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω από αυτήν, η οποία είναι έγκυρη, εάν την ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Ακυρότητα Εικονικής Δήλωσης Βούλησης

Επομένως, από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 138 ΑΚ, συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε.

Εικονική δύναται να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία, δε, περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητα από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά τον χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνάφθηκε δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Εάν ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, η εικονικότητα (της δήλωσης βούλησης) κρίνεται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευόμενου.

Έτσι, για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της (ΑΠ 502/2018) προκύπτουν ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει έτερη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωσή της ο δόλος του οφειλέτη εις βάρος των δανειστών του ή εν γένει πρόθεση εξαπατήσεως.

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 138 ΑΚ, δεν είναι προσδιοριστική της εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργειά της, αλλά έχει αυτοτέλεια, διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΑΠ 291/2018).

Συνέπειες Εικονικότητας Δήλωσης Βούλησης

Η έννοια της εικονικότητας είναι καθ’ εαυτήν ορισμένη και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας ισχυρισμού, να περιέχεται και το στοιχείο ότι άπαντες οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας, κατά τον χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον.

Την εικονικότητα μίας δικαιοπραξίας μπορεί να επικαλεσθεί αυτός που έκανε τη δήλωση ή οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί του, οι δανειστές του και έκαστος τρίτος μη συμβαλλόμενος, όταν έχει έννομο συμφέρον, το οποίο δύναται να είναι υλικό ή ηθικό, ενώ υφίσταται όταν από την κατάρτιση της άκυρης σύμβασης δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη σχέση και κίνδυνος για τα συμφέροντά του, είτε άμεσος, είτε επικείμενος.

Ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας δύναται να αντιτάξει την εικονικότητα και την ακυρότητα από αυτήν της δικαιοπραξίας τόσο κατά του αντισυμβληθέντος, όσο και κατά του τρίτου, που συναλλάχθηκε εν γνώσει της εικονικότητας, όχι όμως και κατά εκείνου που αγνοούσε οπωσδήποτε αυτήν.

Εικονική Εταιρεία

Σε εικονικότητα (προσωπικής ή κεφαλαιουχικής) εταιρείας, δεν δύναται να γίνει λόγος για δικαιώματα και υποχρεώσεις των εταίρων που απορρέουν από την εταιρική σύμβαση, για διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και εταιρικών μερίδων, ούτε δημιουργείται υποχρέωση για τον εντολοδόχο από σύμβαση εντολής για τη διαχείριση εταιρικών υποθέσεων εικονικής προσωπικής εταιρείας.

Τα παραπάνω, δε, ασχέτως ορισμένων συνεπειών που δύνανται να επέλθουν για το παρελθόν, χάριν ιδίως του συμφέροντος των τρίτων από την πραγματική λειτουργία της εταιρείας, της οποίας αγνοούσαν την εικονικότητα,

Συνέπειες Εικονικότητας

Όπως προαναφέρθηκε, καθε δικαιοπραξία, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης εταιρείας, εάν καταρτίσθηκε κατά τα φαινόμενα μόνο, είναι άκυρη και λογίζεται ως μη γενόμενη.

Επιπλέον είναι αδιάφορο εάν κατά την κατάρτιση της εικονικής αυτής σύμβασης μετείχε ο ένας από τους συμβαλλομένους κατ’ εντολή του ετέρου, αφού και τότε δεν παράγονται έννομες συνέπειες, καθόσον λόγω της εικονικότητάς της ουδεμία μεταβολή επέρχεται στις μεταξύ των σχέσεις, ούτε ορισμένο δικαίωμα γεννάται υπέρ αυτών.

Η εικονικότητα μπορεί να αφορά τόσο στο ότι η εταιρεία υποκρύπτεται υπό έτερη σύμβαση, όσο και ότι η εταιρεία υποκρύπτει έτερη ή και καμία σύμβαση.

Μεταξύ των δυνατών περιπτώσεων εικονικότητας ανήκει και η εικονική συμμετοχή εταίρου ή η εικονικότητα ύψους συμμετοχής, δίχως εικονικότητα της όλης εταιρείας.

Εικονική Συμμετοχή Εταίρου

Περαιτέρω, με έρεισμα την “de facto” εταιρεία (άρθρο 251 § 3 εδαφ. β Ν. 4072/2012) πρέπει να θεωρηθεί, ως περιεχόμενο της καλής πίστεως, ότι οι εταιρικές ακυρότητες θεωρούνται καταρχήν μερικές ακυρότητες, οι οποίες δεν επηρεάζουν το λοιπό περιεχόμενο της συμβάσεως.

Συνακόλουθα, η εταιρεία, στην οποία ορισμένος από τους συνεταίρους συμμετέχει εικονικώς, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως μερικώς άκυρη, δηλαδή καθ’ ο μέρος αφορά στην εικονική συμμετοχή του σε αυτήν, δίχως η μερική αυτή ακυρότητα να επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εταιρείας, εφόσον δεν συνάγεται ότι η εταιρεία δεν θα είχε συσταθεί χωρίς την εικονική αυτή συμμετοχή.

Επιπλέον, εικονικότητα υφίσταται και όταν κάποιος, επιθυμώντας να διατηρήσει μυστική έναντι των τρίτων τη συμμετοχή του σε ορισμένη δικαιοπραξία, χρησιμοποιεί για την κατάρτιση αυτής έτερο (παρένθετο) πρόσωπο, το οποίο, εμφανιζόμενο ως κατ’ επίφαση συμβαλλόμενος, συνάπτει τη δικαιοπραξία φαινομενικώς, μεν, στο όνομά του, στην πραγματικότητα, όμως, για λογαριασμό του υποκρυπτομένου προσώπου, εν γνώσει του αντισυμβαλλομένου, ο οποίος και αποδέχεται τη συνομολόγηση της συμβάσεως υπέρ του υποκρυπτομένου προσώπου.

Στην περίπτωση αυτή, η καταρτισθείσα σύμβαση ισχύει, κατά τη βούληση των συμβληθέντων υπέρ του καλυπτομένου προσώπου.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και όταν, κατ’ ειδική νομοθετική διάταξη, για τη σύσταση της συμβάσεως απαιτείται ορισμένος τύπος, αρκεί να έχει περιβληθεί τον τύπο αυτό η εικονική, ως προς το πρόσωπο του συμβληθέντος, σύμβαση.

Επομένως, κάποιος επιθυμώντας να συστήσει (προσωπική ή κεφαλαιουχική) εταιρεία, χωρίς να γνωρίζουν άλλοι τη συμμετοχή του σε αυτήν, μπορεί να χρησιμοποιεί προς τούτο παρένθετο πρόσωπο, το οποίο συμπράττει στην ιδρυτική της εν λόγω εταιρείας σύμβαση, φαινομενικώς, μεν, στο όνομά του, στην πραγματικότητα, όμως, για λογαριασμό του υποκρυπτομένου προσώπου.

Συνέπειες Εικονικότητας Ως Προς Τα Πρόσωπα

Στην περίπτωση εικονικότητας ως προς τα πρ΄όσωπα, ενώ είναι άκυρη, ως εικονική, για τις μεταξύ των σχέσεις η συμμετοχή του παρενθέτου προσώπου στην εταιρεία, παραμένει έγκυρη η, υπό την εικονική αυτή σύμβαση, καλυπτόμενη και υπό των συμβληθέντων θεληθείσα έτερη σύμβαση, βάσει της οποίας αληθής εταίρος τυγχάνει το υπό του παρενθέτου υποκρυπτόμενο πρόσωπο, εφόσον για την κατάρτιση της συμβάσεως τηρήθηκε ο αξιούμενος, κατ’ ειδική νομοθετική διάταξη, τύπος (ΠολΠρΓιαν 6/2025).

Ως εκ τούτου, τα δια της εταιρικής συμβάσεως αποκτώμενα εταιρικά μερίδια ή οι μετοχές υπό του παρενθέτου προσώπου περιέρχονται άνευ ετέρου στο υποκρυπτόμενο πρόσωπο, το οποίο είναι και ο αληθής εταίρος και το οποίο, σε περίπτωση αμφισβητήσεως των εκ της εταιρικής σχέσεως δικαιωμάτων του από το παρένθετο πρόσωπο, δικαιούται να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση αυτών.

Φορολογική & Ασφαλιστική Αντιμετώπιση Εικονικής Εταιρείας

Σύμφωνα με την ΠΟΛ. 1008/16-01-2017 έγινε αποδεκτή από τον Διοικητή ΑΑΔΕ η υπ’ αριθ. 275/2016 Γνωμοδότηση της Α’ Τακτικής Ολομέλειας του ΝΣΚ.

Με την ανωτέρω γνωμοδότηση έγινε ομόφωνα δεκτό ότι σε περίπτωση ύπαρξης βεβαιωμένης ληξιπρόθεσμης οφειλής σε βάρος εικονικής επιχείρησης, οι πραγματικοί υπόχρεοι που υποκρύπτονται δεν έχουν την ιδιότητα των συνυπόχρεων προσώπων κατά την έννοια του ΚΕΔΕ.

Τούτο διότι, τα πρόσωπα αυτά ευθύνονται ανεξαρτήτως από τα φαινόμενα πρόσωπα (εκείνα, δηλαδή, που εικονικά φέρονται ότι ασκούν την επιχείρηση) και κατά συνέπεια λαμβάνονται σε βάρος τους όλα τα προβλεπόμενα διοικητικά, ασφαλιστικά, αναγκαστικά και λοιπά μέτρα είσπραξης, αφού συνταχθεί ιδιαίτερη έκθεση ελέγχου όπου θα καταλογιστούν οι ανάλογες κυρώσεις και σ’ αυτά.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικό με την εικονική εταιρεία.

Η Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής (Ν.Ε.Π.Α.) – Νομοθεσία

Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής (ΝΕΠΑ) είναι η κεφαλαιουχική εταιρεία με νομική προσωπικότητα, η οποία θεωρείται εμπορική, και η οποία έχει ως αποκλειστικό σκοπό την κτήση κυριότητας, την εκμετάλλευση ή τη διαχείριση πλοίων αναψυχής με ελληνική σημαία που χαρακτηρίζονται ως επαγγελματικά.

Το νομικό πλαίσιό της καθορίζεται στο Ν. 4926/2022 και στις αντίστοιχες αποφάσεις άλλων οργάνων της Διοίκησης

Ίδρυση

Η ΝΕΠΑ ιδρύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα, τους ιδρυτές, ενώ μπορεί δύναται να καταστεί και μονοπρόσωπη.

Για τα χρέη της εταιρείας ευθύνεται μόνο η ίδια με την περιουσία της. Η σύσταση εταιρειών άλλης νομικής μορφής, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις με το ίδιο αντικείμενο δραστηριότητας, δεν αποκλείεται. Επίσης, μια ΝΕΠΑ μπορεί να συμμετέχει σε άλλες ΝΕΠΑ

Η σύμβαση με την οποία συστήνεται η ΝΕΠΑ αποτελεί το καταστατικό της, καταρτίζεται εγγράφως ή ψηφιακά από έναν τουλάχιστον ιδρυτή και καταχωρίζεται υπογεγραμμένη, στο Μητρώο ΝΕΠΑ.

Το καταστατικό της ΝΕΠΑ και οι τροποποιήσεις αυτού, εφόσον είναι ιδιωτικά έγγραφα, καθώς και οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου της και τα πρακτικά αυτών μπορούν να συντάσσονται, εκτός της ελληνικής, και σε μία από τις άλλες επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  

Η ΝΕΠΑ αποκτά νομική προσωπικότητα από την ημερομηνία καταχώρισης του καταστατικού της στο Μητρώο ΝΕΠΑ

Ευθύνη Ιδρυτών Κατά Το Ιδρυτικό Στάδιο 

Πρόσωπα που έχουν ενεργήσει στο όνομα της υπό ίδρυση ΝΕΠΑ ευθύνονται για τις πράξεις αυτές απεριόριστα και εις ολόκληρον. Μόνη η εταιρεία εύθυνεται για τις πράξεις που έγιναν στο όνομά της κατά το ιδρυτικό στάδιο αν, μέσα σε 3 μήνες από τη σύστασή της, ανέλαβε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές τις πράξεις.

Οι ιδρυτές είναι υπεύθυνοι για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η εταιρεία ή οι καλόπιστοι τρίτοι, μέτοχοι ή μη, από παράλειψη υποχρεωτικής διάταξης του καταστατικού ή ανακριβείς πληροφορίες που δόθηκαν κατά την εγγραφή στο κεφάλαιο ή περιλήφθηκαν στο καταστατικό, από τη μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την εκτίμηση και την καταβολή των εισφορών, καθώς και από την κήρυξη της ακυρότητας της εταιρείας, αν γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τις σχετικές πλημμέλειες. 

Η αξίωση αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πέντε 5 ετών από την ίδρυση της ΝΕΠΑ

ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΝΕΠΑ
Καταστατικό

Το καταστατικό πρέπει να περιέχει υποχρεωτικά: 

  • την επωνυμία και τον σκοπό της εταιρείας, 
  • την έδρα της εταιρείας, 
  • το ύψος του εταιρικού κεφαλαίου, τον τρόπο καταβολής του και τις μετοχές της εταιρείας, 
  • τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες σύγκλησης του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης των μετόχων
  • τα δικαιώματα των μετόχων και 
  • τις διαδικασίες για τη διάλυση και την εκκαθάριση της περιουσίας της εταιρείας.

 Στο καταστατικό ορίζονται τα μέλη του πρώτου διοικητικού συμβουλίου της ΝΕΠΑ

Επωνυμία – Έδρα

Η επωνυμία της ΝΕΠΑ περιλαμβάνει τις λέξεις «ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΛΟΙΩΝ ΑΝΑΨΥΧΗΣ» ή το ακρωνύμιο «ΝΕΠΑ». Για τις διεθνείς συναλλαγές της εταιρείας η επωνυμία μπορεί να αποτυπώνεται με λατινικούς χαρακτήρες και να συνοδεύεται από τις λέξεις «MARITIME COMPANY FOR PLEASURE YACHTS» ή το ακρωνύμιο «M.C.P.Y.».

Η επωνυμία της ΝΕΠΑ αποκλείεται σε περίπτωση πρόκλησης σύγχυσης με άλλη ΝΕΠΑ, Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής (Ε.Ι.Π.Α.) ή άλλη εταιρεία εγγεγραμμένη στο Γ.Ε.ΜΗ.

Η ΝΕΠΑ έχει την έδρα της σε Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού που βρίσκεται στην Ελλάδα και τη διεύθυνση που αναφέρεται στο καταστατικό της.

Σε κάθε έντυπο της εταιρείας αναγράφονται τουλάχιστον η επωνυμία, η έδρα και ο αριθμός μητρώου της.

Διάρκεια

Η ΝΕΠΑ έχει διάρκεια ορισμένου χρόνου που καθορίζεται στο καταστατικό. Σε περίπτωση που δεν ορίζεται στο καταστατικό συγκεκριμένη διάρκεια, η διάρκεια της ΝΕΠΑ είναι 30 έτη.

Η διάρκεια ορισμένου χρόνου μπορεί να παραταθεί με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία. Αν δεν ορίζεται συγκεκριμένος χρόνος παράτασης στην απόφαση αυτή, η διάρκεια της ΝΕΠΑ γίνεται αόριστης διάρκειας.

Με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, η διάρκεια της ΝΕΠΑ μπορεί να μετατραπεί από ορισμένου σε αορίστου χρόνου και αντίστροφα.

Μετοχικό Κεφάλαιο

Ως ελάχιστο εταιρικό κεφάλαιο για την ίδρυση της ΝΕΠΑ ορίζεται το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο καταβάλλεται ολοσχερώς εντός 2 μηνών από τη σύσταση της ΝΕΠΑ Η καταβολή του κεφαλαίου γίνεται σε χρήμα.

Το αρχικό κεφάλαιο της ΝΕΠΑ καλύπτεται, σύμφωνα με το καταστατικό της, από έναν ή περισσότερους ιδρυτές και καταβάλλεται εντός 2 μηνών από τη σύσταση της ΝΕΠΑ, στο σύνολό του. 

Σε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου, αυτό καλύπτεται στο σύνολό του από μετόχους ή τρίτους, σύμφωνα με τον νόμο, και καταβάλλεται στο ταμείο της ΝΕΠΑ

Η καταβολή σε μετρητά του αρχικού κεφαλαίου ή των αυξήσεων αυτού, καθώς και οι καταθέσεις μετόχων με προορισμό τη μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου πραγματοποιούνται υποχρεωτικά με κατάθεση σε ειδικό λογαριασμό της εταιρείας, που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, στην ΕΕ, ή σε χώρα του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), με προσκόμιση του σχετικού παραστατικού στο Μητρώο ΝΕΠΑ 

Η παράλειψη καταβολής σε λογαριασμό δεν επάγεται ακυρότητα, αν αποδεικνύεται ότι το σχετικό ποσό δαπανήθηκε για τους σκοπούς της εταιρείας, με την προϋπόθεση ότι αυτό έχει ειδικά προβλεφθεί στο καταστατικό.

Μετοχές

Οι μετοχές της ΝΕΠΑ είναι μόνο ονομαστικές και ενσωματώνονται σε τίτλο της μιας ή περισσότερων μετοχών.

Η ονομαστική αξία κάθε μετοχής δεν μπορεί να ορισθεί κατώτερη του 1 ευρώ. Τα δικαιώματα του μετόχου που πηγάζουν από τη μετοχή είναι ανάλογα προς το ποσοστό του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει η μετοχή.

Η μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών γίνεται με εγγραφή στο βιβλίο των μετόχων. Η εγγραφή αυτή χρονολογείται και υπογράφεται από τον κύριο και από αυτόν στον οποίο γίνεται η μεταβίβαση της μετοχής. 

Μετά τη μεταβίβαση κάθε ονομαστικής μετοχής, εκδίδεται νέος τίτλος ή γίνεται σημείωση από την εταιρεία στον τίτλο που υπάρχει για τη μεταβίβαση που έγινε. Για την εταιρεία μέτοχος θεωρείται αυτός που γράφεται στο βιβλίο μετόχων.

Επιτρέπεται με το καταστατικό να επιβάλλονται περιορισμοί στη μεταβίβαση των μετοχών. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διάταξη του καταστατικού αναγράφεται πάνω στον τίτλο της μετοχής.

Αύξηση & Μείωση Εταιρικού Κεφαλαίου 

Επιτρέπεται να ορίζεται στο καταστατικό ότι το Διοικητικό Συμβούλιο ή η γενική συνέλευση μπορούν να αποφασίζουν την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της εταιρείας μέχρι του συνολικού ποσού που αναφέρεται στο καταστατικό, με έκδοση νέων μετοχών. Στο καταστατικό ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις της αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου. 

Η καταβολή του ποσού της αύξησης του κεφαλαίου γίνεται σε χρήμα.

Σε κάθε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου παρέχεται δικαίωμα προτίμησης σε ολόκληρο το νέο κεφάλαιο υπέρ των κατά τον χρόνο της αύξησης μετόχων της εταιρείας, ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο εταιρικό κεφάλαιο. 

Αν κάποιος μέτοχος δεν ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο καταστατικό, που δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη των 3 μηνών ή δηλώσει ότι δεν πρόκειται να το ασκήσει, οι μετοχές που δεν έχουν αναληφθεί διατίθενται στους μετόχους που άσκησαν το δικαίωμα προτίμησης κατ΄ αναλογία συμμετοχής τους στο εταιρικό κεφάλαιο.

Υπόλοιπο που δεν αναλήφθηκε διατίθεται ελεύθερα από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας.

Η προθεσμία καταβολής της αύξησης του κεφαλαίου ορίζεται από το όργανο που έλαβε τη σχετική απόφαση και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 14 ημερών ούτε μεγαλύτερη των 4 μηνών από την ημέρα που καταχωρήθηκε η απόφαση αυτή στο Μητρώο ΝΕΠΑ

Αντίστοιχα, επιτρέπεται η γενική συνέλευση να αποφασίζει τη μείωση του εταιρικού κεφαλαίου μέχρι το ελάχιστο εταιρικό κεφάλαιο, είτε με μείωση του αρχικού αριθμού μετοχών, είτε με μείωση της ονομαστικής αξίας αυτών.

Με την υποβολή πρακτικού γενικής συνέλευσης αναγγελίας της μείωσης του εταιρικού κεφαλαίου υποβάλλεται περίληψη της απόφασης αυτής δημοσιευμένη τουλάχιστον δύο φορές σε εφημερίδα ή εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας με συννημένα τα σχετικά φύλλα.

Οι αυξομειώσεις του εταιρικού κεφαλαίου δεν αποτελούν τροποποίηση του καταστατικού.

 ΟΡΓΑΝΑ ΝΕΠΑ
Το Διοικητικό Συμβούλιο

Η ΝΕΠΑ διοικείται από το Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από 3, τουλάχιστον, φυσικά πρόσωπα ως μέλη, μετόχους ή μη.

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, εκλέγονται με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων. Το διοικητικό συμβούλιο είναι ελευθέρως ανακλητό και επανεκλέξιμο.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζονται υποχρεωτικά Πρόεδρος, αντιπρόεδρος και γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου. Η ιδιότητα του προέδρου ταυτίζεται με αυτή του Διευθύνοντα Συμβούλου.

Η ΝΕΠΑ εκπροσωπείται από το διευθύνοντα σύμβουλο.

Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου είναι εξαετής. Αν λήξει η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου και για οποιονδήποτε λόγο δεν εκλεγεί νέο Διοικητικό Συμβούλιο, η θητεία του παλαιού παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την εκλογή νέου από την αμέσως επόμενη γενική συνέλευση.

Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για θέματα που αφορούν στη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της, την παροχή εγγυήσεων και κάθε εμπράγματης ασφάλειας υπέρ άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων και για κάθε θέμα για την επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.

Από την αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου εξαιρούνται τα θέματα που ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης.

Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και των αρμοδιοτήτων τους, τηρούν τον νόμο, το καταστατικό και τις νόμιμες αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Διαχειρίζονται τις εταιρικές υποθέσεις με σκοπό την προαγωγή του εταιρικού συμφέροντος, εποπτεύουν την εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης και ενημερώνουν τα άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τις εταιρικές υποθέσεις.

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν υποχρέωση πίστεως απέναντι στην εταιρεία. Ιδίως:

  • Δεν επιδιώκουν ίδια συμφέροντα που αντιβαίνουν στα συμφέροντα της εταιρείας.
  • Αποκαλύπτουν έγκαιρα και με επάρκεια στα υπόλοιπα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου τα ίδια συμφέροντά τους, που ενδέχεται να ανακύψουν από συναλλαγές της εταιρείας, οι οποίες εμπίπτουν στα καθήκοντά τους, καθώς και κάθε σύγκρουση των συμφερόντων τους με εκείνα της εταιρείας, η οποία ανακύπτει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Ως επαρκής αποκάλυψη θεωρείται εκείνη που περιλαμβάνει περιγραφή τόσο της συναλλαγής όσο και των ιδίων συμφερόντων.
  •  Τηρούν αυστηρή εχεμύθεια για τις εταιρικές υποθέσεις και τα απόρρητα της εταιρείας, τα οποία κατέστησαν γνωστά σε αυτούς λόγω της ιδιότητάς τους ως συμβούλων.

Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των παραπάνω η ΝΕΠΑ δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση. Μπορεί, όμως, αντί της αποζημίωσης να απαιτήσει, προκειμένου μεν για πράξεις που έγιναν για λογαριασμό του ίδιου του συμβούλου, να θεωρηθεί ότι οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν για λογαριασμό της ΝΕΠΑ, προκειμένου δε για πράξεις που έγιναν για λογαριασμό τρίτου, να δοθεί στη ΝΕΠΑ η αμοιβή για τη μεσολάβηση ή να εκχωρηθεί σε αυτήν η σχετική απαίτηση.

Τέλος, επιτρέπεται στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου να ενεργούν, εκτός αν απαγορεύεται από σχετική πρόβλεψη του καταστατικού, για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται στους σκοπούς της εταιρείας, καθώς και να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι ή ως μέτοχοι ή εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν όμοιους σκοπούς.

Ευθύνη Μελών Διοικητικού Συμβουλίου

Κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ευθύνεται έναντι της ΝΕΠΑ για ζημία που αυτή υφίσταται λόγω πράξης ή παράλειψης που συνιστά παράβαση των καθηκόντων του.

Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται, αν το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αποδείξει ότι κατέβαλε κατά την άσκηση των καθηκόντων του την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία που δραστηριοποιείται σε παρόμοιες συνθήκες. Η επιμέλεια αυτή κρίνεται με βάση την ιδιότητα κάθε μέλους και τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί κατά τον νόμο, το καταστατικό ή με απόφαση των αρμόδιων εταιρικών οργάνων.

Επίσης, η ευθύνη κ δεν υφίσταται, προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε σύννομη απόφαση της γενικής συνέλευσης ή που αφορούν σε εύλογη επιχειρηματική απόφαση, η οποία ελήφθη:

  • με καλή πίστη,
  • με βάση επαρκή, για τις συγκεκριμένες συνθήκες, πληροφόρηση και 
  • με αποκλειστικό κριτήριο την εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος. 

Οι αξιώσεις της εταιρείας κατά το παρόν άρθρο παραγράφονται μετά από ένα έτος από την τέλεση της πράξης ή την παράλειψη. Η παραγραφή αναστέλλεται ενόσω ο υπεύθυνος έχει την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου.

Η Γενική Συνέλευση 

Η γενική συνέλευση συνέρχεται στην έδρα της ΝΕΠΑ, τουλάχιστον μία φορά σε κάθε εταιρική χρήση. 

Η Γ.Σ. συγκαλείται τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, από το Διοικητικό Συμβούλιο. και συνεδριάζει εγκύρως, αν είναι παρόντες ή εκπροσωπούνται σε αυτή όλοι οι μέτοχοι ακόμα και αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις.

Αρμοδιότητα Γενικής Συνέλευσης

Η γενική συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο της εταιρείας και αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση. Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης δεσμεύουν όλους τους μετόχους, ακόμη και αυτούς που είναι απόντες ή διαφωνούν.

Η γενική συνέλευση είναι αποκλειστικά αρμόδια να αποφασίζει για τα ακόλουθα θέματα:

  • τις τροποποιήσεις του καταστατικού, 
  • την εκλογή και ανάκληση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, 
  • την έγκριση του ισολογισμού ή της λογιστικής κατάστασης της εταιρείας και τη διάθεση των κερδών, 
  • την απαλλαγή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου από κάθε ευθύνη, 
  • την παράταση της διάρκειας ή τη διάλυση της εταιρείας, 
  • τον διορισμό εκκαθαριστών και 
  • τη μείωση του εταιρικού κεφαλαίου.
Συνεδρίαση 

Στη γενική συνέλευση έχει δικαίωμα να συμμετέχει κάθε μέτοχος, o οποίος έχει και αποδεικνύει την ιδιότητα αυτή κατά την ημέρα διεξαγωγής της γενικής συνέλευσης. Μέτοχοι που είναι νομικά πρόσωπα μετέχουν στη γενική συνέλευση διά των εκπροσώπων τους. 

Η δυνατότητα συμμετοχής κάθε μετόχου στη γενική συνέλευση εξασφαλίζεται και από το βιβλίο μετόχων.  

Η γενική συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως, όταν είναι παρόντες ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι που εκπροσωπούν ποσοστό μεγαλύτερο από το 50% του εταιρικού κεφαλαίου.

Αν δεν υπάρχει απαρτία, η γενική συνέλευση συνέρχεται και πάλι την εικοστή ημέρα από την ημερομηνία που ματαιώθηκε η συνεδρίαση. Κατά την επαναληπτική αυτή συνεδρίαση, η συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως με τα θέματα της αρχικής ημερήσιας διάταξης, με οποιοδήποτε ποσοστό εταιρικού κεφαλαίου εκπροσωπείται σε αυτή.

Επιτρέπεται με το καταστατικό να ορίζονται θέματα για τα οποία απαιτούνται αυξημένα ποσοστά απαρτίας σε σχέση με όσα προβλέπονται παραπάνω.

Λήψη Αποφάσεων

Κάθε μετοχή παρέχει δικαίωμα μιας ψήφου.

Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων που εκπροσωπούνται σε αυτή. Ωστόσο, επιτρέπεται με το καταστατικό να ορίζονται θέματα για τα οποία απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία.

Ακυρότητα Αποφάσεων Γενικής Συνέλευσης

Απόφαση της γενικής συνέλευσης που αντίκειται στον νόμο ή στο καταστατικό είναι άκυρη.

Η ακυρότητα κηρύσσεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ύστερα από αίτηση του Διοικητικού Συμβουλίου ή μετόχων που εκπροσωπούν το 1/20 του εταιρικού κεφαλαίου, εάν αυτοί δεν συμφώνησαν στη λήψη της απόφασης ή δεν ήταν παρόντες στη γενική συνέλευση.

Η αίτηση για ακύρωση απόφασης της γενικής συνέλευσης ασκείται μέσα σε προθεσμία 60 ημερών από τη χρονολογία λήψης της απόφασης και απευθύνεται κατά της εταιρείας.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ & ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Φορολογία ΝΕΠΑ

Οι Ν.Ε.Π.Α. που διαχειρίζονται ή εκμεταλλεύονται επαγγελματικά πλοία αναψυχής και ανήκουν σε τρίτους, τηρούν διπλογραφικά βιβλία και έχουν όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (Ε.Λ.Π.).

Περαιτέρω, το βασικό πλεονέκτημα της ΝΕΠΑ είναι ότι τα κέρδη της είναι αφορολόγητα, εφόσον η φορολόγηση της διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 27/1975. Ειδικότερα η ΝΕΠΑ απαλλάσεται από κάθε φόρο, τέλος και οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου, εκτός τελών χαρτοσήμου.

Επομένως απαλλάσσεται από:

  • φόρο εισοδήματος αλλά και
  • φόρο μερισμάτων

Ειδικότερα, τα κέρδη δηλώνονται στον κωδικό 559 των φορολογικών δηλώσεων, ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να συμπληρωθεί και ο αντίστοιχος κωδικός της «Κατάστασης Φορολογικής Αναμόρφωσης», με βά­ση τις αντίστοιχες δαπάνες που αφορούν στα απαλ­λασσόμενα έσοδα για λόγους εκκαθάρισης της δή­λωσης. 

Ασφάλιση ΝΕΠΑ

Σύμφωνα με την εγκύκλιο 69/28.12.2021 του ΕΦΚΑ, τα μέλη ΔΣ που παράλληλα κατέχουν ποσοστό μετοχών 3% και άνω στο κεφάλαιο της εταιρίας ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Το ίδιο ισχύει και για τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας.

Περαιτέρω, ως ημερομηνία έναρξης της ασφάλισης λογίζεται η πρώτη ημέρα του μήνα καταχώρησης του πρακτικού μεταβολής (σύσταση ή αντικατάσταση εκπροσώπου) στο Μητρώο Εταιρειών ΝΕΠΑ, ενώ ως ημερομηνία λήξης της ασφάλισης λογίζεται η τελευταία ημέρα του μήνα καταχώρησης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ΝΕΠΑ.

Ευθύνη Διαχειριστή ΙΚΕ – Προϋποθέσεις Απαλλαγής

Η ευθύνη διαχειριστή ΙΚΕ προσδιορίστηκε περαιτέρω με την πρόσφατη με αριθμό 4309/2024 Απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απάλλαξε τον διαχειριστή για τα χρέη της ΙΚΕ.

Σχετικά με την ευθύνη των διοικούντων για τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας, έχουμε αναφερθεί ξανά σε προηγούμενη αρθρογραφία (εδώ, εδώ και εδώ).

Περιληπτικά, εφαρμόζεται το άρθρο 50 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ – Ν. 4174/2013), όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και ισχύει μετά τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 4646/2019 και εξειδικεύεται από την Α.1082/7-4-2021 ΚΥΑ.

Επιπλέον, πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπό των διοικούντων σωρευτικώς (Ολ ΣτΕ 355/2023) όλες οι αναφερόμενες προϋποθέσεις . 

Περαιτέρω, η ανωτέρω εγκύκλιος ορίζει ότι τα πρόσωπα που φέρουν τις ιδιότητες που ορίζονται στον ΚΦΔ θεωρούνται καταρχήν υπαίτια για τη μη καταβολή ή μη απόδοση των οριζόμενων στις ως άνω διατάξεις οφειλών των νομικών προσώπων και των νομικών οντοτήτων, εκτός αν στα πρόσωπα αυτά συντρέχει περίπτωση έλλειψης υπαιτιότητας.

Έλλειψη Υπαιτιότητας

Η Εγκύκλιος ορίζει ενδεικτικά περιπτώσεις έλλειψης υπαιτιότητας των νομίμων εκπροσώπων και των διαχειριστών, ανάμεσα σε άλλες, ως εξής:

  • Αποδεδειγμένη και παρατεταμένη αδυναμία ασκήσεως καθηκόντων διοίκησης λόγω βαριάς ασθένειας.
  • Εκκαθάριση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας.
  • Αποδεδειγμένη, με βάση έγγραφα (π.χ. σύμβαση εργασίας, βεβαίωση εταιρίας), αποκλειστική ανάθεση συγκεκριμένων καθηκόντων διοίκησης και εκπροσώπησης που δεν άπτονται των φορολογικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας (όπως π.χ. διευθυντής μάρκετινγκ, δ/ντής ανθρωπίνου δυναμικού, δ/ντής πληροφορικής, δ/ντής τεχνικών – υποστηρικτικών υπηρεσιών, δ/ντής αποθήκης, δ/ντής πωλήσεων) , εφόσον τα συγκεκριμένα πρόσωπα δεν έχουν αρμοδιότητα αποκλειστικής γενικής εκπροσώπησης και διαχείρισης του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, σύμφωνα με δημοσιευμένα έγγραφα.
  • Ύπαρξη αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος τελεσίδικη ή απόφαση δικαστηρίου.
  • Παραίτηση προγενέστερη της κρίσιμης περιόδου, για την οποία τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας.
  • Ορισμός ως νομίμου εκπροσώπου αλλοδαπού νομικού προσώπου / νομικής οντότητας, το οποίο δεν έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα.
  • Στην περίπτωση κατά την οποία πρόσωπα που αν και φέρουν μία από τις ιδιότητες που προβλέπονται δεν έχουν πραγματική ανάμειξη στη διοίκηση/διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας..
  • Έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας κατά τον επίμαχο χρόνο.
Ειδικά Για Την Ευθύνη Διαχειριστή ΙΚΕ

Στο Ν. 4072/2012 για τις ΙΚΕ ορίζεται ότι «Το καταστατικό μπορεί να ορίζει τον τρόπο διαχείρισης και εκπροσώπησης της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας (καταστατική διαχείριση)».

Ωστόσο, ο διαχειριστής της ΙΚΕ απαλλάσσεται από την αλληλέγγυα ευθύνη του για τις φορολογικές οφειλές της τελευταίας, εφόσον πληρούται μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις έλλειψης υπαιτιότητας, τις οποίες αναφέρει η Εγκύκλιος.

Στην περίπτωση που εξέτασε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ο διαχειριστής:

  • δεν κατείχε εταιρικό μερίδιο στην ΙΚΕ, 
  • ορίστηκε διαχειριστής της για χρονικό διάστημα μικρότερο των 3 μηνών,
  • δεν προβλέφθηκε στο καταστατικό της ΙΚΕ αμοιβή για την ανατεθείσα σε αυτόν διαχείριση, και 
  • δεν είχε εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης της ως άνω εταιρίας για συναλλαγές που υπερέβαιναν το ποσό των 250 ευρώ, καθώς και για το σύνολο, τελικώς, σχεδόν των ουσιωδών εταιρικών ζητημάτων, για τις οποίες απαιτούνταν και συνυπογραφή εταίρου. 

Κατά συνέπεια, η όποια ανάθεση σε αυτόν εξουσίας διαχείρισης και εκπροσώπησης ήταν τυπική, αφού στη συνέχεια του κειμένου του καταστατικού αναιρέθηκε κατ’ ουσίαν η αρχικώς βάσει του ίδιου κειμένου ανάθεση σε αυτόν της εταιρικής διαχείρισης και εκπροσώπησης. Τούτο διότι συμπεριλήφθηκε ρητός όρος συνυπογραφής του βασικού εταίρου για κάθε θέμα που εξυπηρετεί τον εταιρικό σκοπό, δηλαδή όχι μόνο για τη διενέργεια συναλλαγών άνω των 250 ευρώ αλλά, πρακτικώς, για το οτιδήποτε. 

Επομένως, ο διαχειριστής της ΙΚΕ δεν είχε πραγματική ανάμειξη στη διαχείριση των υποθέσεών της, γεγονός που αποδεικνύεται με τη λήψη υπόψη στοιχείων, όπως:
  • η έλλειψη εταιρικής σχέσης με το ανωτέρω νομικό πρόσωπο και 
  • η έλλειψη αμοιβής προς το παραπάνω φυσικό πρόσωπο, 
  • σε συνδυασμό με στοιχεία που αποδεικνύουν το (φυσικό) πρόσωπο που πραγματικά διαχειρίζεται τις εταιρικές υποθέσεις. 

Τέλος, από τα ως άνω στοιχεία, σε συνδυασμό και με έγγραφα, στα οποία ο εταίρος (και όχι ο Διαχειριστής) υπογράφει ως εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας, συνήχθη, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι ο εταίρος ήταν αυτός που ασκούσε εν τοις πράγμασι τα καθήκοντα διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων της ΙΚΕ και όχι ο τυπικά ορισθείς ως διαχειριστής αυτής, ο οποίος δεν είχε καμία εν τοις πράγμασι ουσιαστική διαχειριστική εξουσία. 

Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων διαχειριστής ΙΚΕ δεν ευθύνεται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τις οφειλόμενες από την εταιρεία φορολογικές οφειλές.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το προμέρισμα και την ευθύνη του διαχειριστή ΙΚΕ.

Άκυρες, Ακυρώσιμες, Ανυπόστατες Αποφάσεις Ανώνυμης Εταιρείας

ΑΚΥΡΕΣ, ΑΚΥΡΩΣΙΜΕΣ & ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ

Σύμφωνα με το Ν. 4548/2018, οι ελαττωματικές αποφάσεις της Γ.Σ. διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: 

  • τις άκυρες (άρθρ. 138),
  • τις ακυρώσιμες (άρθρ. 137),
  • τις ανυπόστατες (άρθρ. 139 & 140 ).
Άκυρες Αποφάσεις  Γενικής Συνέλευσης

Άκυρες είναι οι αποφάσεις της ΓΣ αν δεν υπήρξε σύγκληση του οργάνου, ήτοι νόμιμη πρόσκληση και συνεδρίαση ή αν το περιεχόμενο της απόφασης είναι αντίθετο στο νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας.

Θεωρείται ότι συγκλήθηκε νόμιμα η γενική συνέλευση αν υπήρξε πρόσκλησή της προερχόμενη από την εταιρεία και περιέχουσα τουλάχιστον ένδειξη της ημερομηνίας και του τόπου της γενικής συνέλευσης και η πρόσκληση αυτή δημοσιεύθηκε κατά τον νόμο και το καταστατικό.

Ενεργητική Νομιμοποίηση

Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο, μέτοχο ή τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον. Επίσης, η ακυρότητα μπορεί να ληφθεί και αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο εντός της ετήσιας προθεσμίας. 

Η προβολή ακυρότητας εκ μέρους μετόχου λόγω έλλειψης σύγκλησης της γενικής συνέλευσης δεν είναι επιτρεπτή, αν ο μέτοχος αυτός μεταγενέστερα δήλωσε προς την εταιρεία εγγράφως ή με δήλωσή του στα πρακτικά, ότι η γενική συνέλευση συνεδρίασε νομίμως.

Προθεσμία

Ο νόμος προβλέπει αποκλειστική προθεσμία ενός έτους, η οποία άρχεται από τη λήψη της απόφασης ή την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ, αν αυτή υποβάλλεται σε δημοσιότητα. 

Δημοσιότητα

Η αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας απόφασης της γενικής συνέλευσης, που έχει καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ., η δικαστική απόφαση παντός βαθμού δικαιοδοσίας που αναγνωρίζει την ακυρότητά της και η δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα ή αναστέλλεται η ισχύς της υποβάλλονται σε δημοσιότητα.

Ακυρώσιμες Αποφάσεις Γενικής Συνέλευσης

Ακυρώσιμες είναι οι αποφάσεις ΓΣ μιας ΑΕ όταν λήφθηκαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό.

Επομένως, δεν μπορεί να ζητηθεί ακύρωση αν η απόφαση έρχεται σε αντίθεση με εσωτερικό κανονισμό. Ειδικότερο ζήτημα υπάρχει αν η απόφαση έρχεται σε αντίθεση με εξωεταιρική συμφωνία

Περαιτέρω, ακυρώσιμη είναι η απόφαση όταν λήφθηκε: 

  • χωρίς να παρασχεθούν πληροφορίες για τις υποθέσεις της εταιρείας, στο μέτρο που αυτές είναι σχετικές με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, 
  • όταν η εξουσία της πλειοψηφίας ασκήθηκε καταχρηστικά και 
  • όταν πρόκειται παραβίαση επουσιωδών διατάξεων για τη λήψη απόφασης ΓΣ χωρίς συνεδρίαση.

Εξάλλου, αποκλείεται ρητώς η ακυρωσία σε περίπτωση:

  • συμμετοχής προσώπων στη Γ.Σ. που δεν είχαν δικαίωμα και η συμμετοχή τους δεν ήταν αποφασιστική για την απαρτία ή η ψήφος για την πλειοψηφία, 
  • ακυρότητας ή ακυρωσίας επιμέρους ψήφων που δεν ήταν αποφασιστικές για την πλειοψηφία, 
  • αοριστιών ή πλημμελειών του πρακτικού, εκτός αν άπτονται της διάγνωσης του περιεχομένου της απόφασης, 
  • ελαττώματος στην απόφαση ΔΣ για σύγκληση ΓΣ, εκτός αν επέφερε μη έγκαιρη και επαρκή πληροφόρηση μετόχων και
  • που δεν τηρήθηκαν ή τηρήθηκαν πλημμελώς οι διατάξεις για την αποστολή email για επικείμενες ΓΣ , για τη θέση στη διάθεση των μετόχων πρόκλησης για σύγκληση ΓΣ, αριθμού μετοχών, εντύπων και επιπλέον πληροφοριών των εταιριών που οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.

Επίσης, δεν υπάρχει νόμιμη βάση ακύρωσης για αποφάσεις που επικυρώθηκαν με νεότερη απόφαση της ΓΣ. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, εξακολουθεί να υφίσταται δικαίωμα αποζημίωσης στους ζημιωθέντες.

Τέλος, η αγωγή ακύρωσης δικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας και στρέφεται κατά της εταιρείας.

Ενεργητική Νομιμοποίηση

Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει οποιοσδήποτε μέτοχος κατέχει το 2% των μετοχών του κεφαλαίου, εφόσον δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση, καθώς και κάθε μέλος του Δ.Σ. ξεχωριστά. 

Μέτοχοι που δεν μπορούν να ζητήσουν την ακύρωση, επειδή δεν έχουν το απαιτούμενο ποσοστό μετοχών, μπορούν να αξιώσουν από την εταιρεία αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν. Αξίωση αποζημίωσης έχουν οι μέτοχοι και αν ακόμη η απόφαση ακυρώθηκε. 

Προθεσμία

Προβλέπεται εκ του νόμου αποκλειστική προθεσμία 4 μηνών, η οποία άρχεται από τη λήψη της απόφασης ή την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ, αν αυτή υποβάλλεται σε δημοσιότητα. 

Δημοσιότητα

Τέλος, η άσκηση της αγωγής ακύρωσης καθώς και η δικαστική απόφαση που ακυρώνει την απόφαση της Γ.Σ. υποβάλλεται σε δημοσιότητα και ισχύει έναντι όλων. Προστατεύονται όμως οι καλόπιστοι τρίτοι με ρητή διάταξη, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε το ελάττωμα της απόφασης.

Ανυπόστατες Αποφάσεις Γενικής Συνέλευσης

Ανυπόστατες είναι οι αποφάσεις ΓΣ μιας ΑΕ όταν στη ψηφοφορία συμμετέχουν πρόσωπα, τα οποία στο σύνολό τους:

  • δεν είχαν μετοχική ιδιότητα, ή 
  • είχαν αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από πρόσωπα που δεν είχαν μετοχική ιδιότητα.

Επίσης, στην περίπτωση προσυπογραφής πρακτικού χωρίς συνεδρίαση, η απόφαση είναι ανυπόστατη, αν η κατάρτιση και η υπογραφή πρακτικού δεν έλαβε χώρα από όλους τους μετόχους.

ΑΚΥΡΕΣ ΚΑΙ ΑΚΥΡΩΣΙΜΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ 

Άκυρες είναι οι αποφάσεις του ΔΣ μιας ΑΕ όταν το περιεχόμενό τους αντίκειται στο νόμο, στα χρηστά ήθη ή στο καταστατικό.

Αντίθετα, η λήψη απόφασης με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο και το καταστατικό, δεν είναι άκυρες εφόσον η απόφαση αυτή λήφθηκε από όλα τα μέλη του ΔΣ με ομοφωνία.

Εξάλλου, άλλες διατάξεις του νόμου δεν απαιτούν ομοφωνία στην απόφαση για να θεραπευτεί η πλημμέλεια αλλά αρκεί και απλή συμμετοχή των μελών χωρίς κανένα από αυτά να αντιλέξει. Τέτοιες είναι οι αποφάσεις:

  • συνεδρίασης του ΔΣ εκτός της έδρας του
  • η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλα τα μέλη του ΔΣ ακόμη και αν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση

Επίσης, προβλέπεται ακυρότητα και ακυρωσία των αποφάσεων του Δ.Σ. κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων για τη Γενική Συνέλευση. Οι περιπτώσεις αυτές είναι: 

  • περιορισμός ή αποκλεισμός του δικαιώματος προτίμησης, 
  • έκδοση τίτλων κτήσης μετοχών, 
  • ομολογιακό δάνειο, 
  • αύξηση κεφαλαίου,
  • τροποποίηση καταστατικού από το Δ.Σ. και
  • απορρόφηση της ανώνυμης εταιρίας. 

Στις περιπτώσεις αυτές θα πρόκειται για παράδειγμα για άκυρη απόφαση αν δεν υπήρξε σύγκληση του Δ.Σ., ενώ για ακυρώσιμη αν συμμετείχαν πρόσωπα που δεν είχαν το δικαίωμα αυτό και η συμμετοχή αυτή ήταν αποφασιστική για την επίτευξη απαρτίας ή πλειοψηφίας.

Αντίθετα ο νόμος αποκλείει ρητά ως λόγο ακυρότητας ή ακυρωσίας την κατάχρηση της εξουσίας πλειοψηφίας (λόγος που προβλέπεται για τη Γ.Σ.).

Τέλος, οι άκυρες και ακυρώσιμες αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, σύμφωνα με  ρητή διάταξη (κατ’ εφαρμογή των οδηγιών 2009/101 και 2017/1132) αλλά και πάγια νομολογία (ενδεικτικά: ΑΠ 2034/2022) δεν μπορούν να αντιταχθούν έναντι τρίτων για πράξεις καθ’ υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή για περιορισμούς της εξουσίας του Δ.Σ.

Ενεργητική Νομιμοποίηση

Την ακυρότητα μπορούν να επικαλεστούν τα μέλη του Δ.Σ. αλλά και τρίτοι, μέτοχοι ή μη, αν έχουν προσωπικό και ειδικό έννομο συμφέρον. 

Προθεσμία

Ο νόμος θέτει αποκλειστική προθεσμία 6 μηνών, η οποία άρχεται από την καταχώρηση της απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ., για όσες αποφάσεις υποβάλλονται σε δημοσιότητα, άλλως από την καταχώρηση στο βιβλίο πρακτικών.

Δημοσιότητα

Η απόφαση του δικαστηρίου που αναγνωρίζει την ακυρότητα ή κηρύσσει την ακυρωσία υπόκειται σε δημοσιότητα, αν η απόφαση του ΔΣ της οποίας η ακυρότητα αναγνωρίστηκε δικαστικά υπέκειτο σε δημοσιότητα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ελαττωματικές αποφάσεις των οργάνων της Ανώνυμης Εταιρείας.

Οι Λόγοι Λύσης Της Ανώνυμης Εταιρείας

Οι λόγοι λύσης της ανώνυμης εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 164 του Ν. 4548/2018, είναι:

  • η πάροδος του χρόνου διάρκειάς της που ορίζει το καταστατικό,
  • η απόφαση της γενικής συνέλευσης (που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία),
  • η κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση και
  • η δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση των μετόχων ή από οιοδήποτε έχει έννομο συμφέρον.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 45 του παραπάνω νόμου, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη λύση της εταιρείας αν διατάξει εξαγορά των μετοχών της μειοψηφίας από την πλειοψηφία και αυτή δεν ολοκληρωθεί μέσα σε ορισμένη προθεσμία.

Λύση Της Εταιρείας Με Δικαστική Απόφαση Ύστερα Από Αίτηση Των Μετόχων.

Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν το 1/3 τουλάχιστον του καταβεβλημέ­νου κεφαλαίου, αν υφίσταται προς τούτο σπουδαίος λόγος, που, κατά τρόπο προφανή και μόνιμο, καθιστά τη συνέχιση της εταιρείας αδύνατη. Σπουδαίος λόγος υφίσταται, ιδίως, αν, λόγω ίσων συμμετοχών στην εταιρεία, η εκλογή διοικητικού συμβουλίου είναι αδύνατη ή η εταιρεία δεν μπορεί να λειτουργήσει.

Το δικαστήριο, πριν εκδώσει την απόφασή του, παρέχει στην εταιρεία και τους μετόχους εύλογη προθεσμία για άρση των λόγων λύσης, ιδίως μέσω εξαγοράς μετοχών μεταξύ των μετόχων, εκτός αν αιτιολογημένα θεωρεί ότι το μέτρο αυτό είναι άσκοπο. Η προθεσμία αυτή μπορεί να είναι 2 έως 4 μήνες. Αν παρασχεθεί η παραπάνω προθεσμία, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει μέτρα για την προσωρινή ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων.

Μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/3 τουλάχιστον του κεφαλαίου, μπορούν να παρέμβουν στη σχετική δίκη και να ζητήσουν την εξαγορά από αυτούς του συνόλου των μετοχών του αιτούντος ή των αιτούντων. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο διατάσσει την εξαγορά και ορίζει και το αντάλλαγμα, που πρέπει να είναι δίκαιο και να ανταποκρίνεται στην αξία των με­τοχών αυτών, καθώς και τους όρους καταβολής του. Για τον προσδιορισμό της αξίας, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει πραγματογνωμοσύνη. Η αξία εξαγοράς δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που πιθανολογείται ότι θα λάβουν οι ενάγοντες σε περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας, το οποίο το δικαστήριο μπορεί να προσαυξήσει μέχρι 20%.

Το παραπάνω, ωστόσο, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς αγωγής (ΑΠ 337/2021)

Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη λύση της εταιρείας αν η διατασσόμενη εξαγορά δεν ολοκληρωθεί μέσα σε ορισμένη προθεσμία, εξαιτίας πταίσματος του υπόχρεου σε εξαγορά.

Δικονομικά – Ερμηνεία

Η λύση της εταιρείας αποτελεί το έσχατο μέσο, το οποίο τελεσφορεί όταν είναι ο μοναδικός αντιμετώπισης της κρίσης στο εσωτερικό της εταιρείας.

Επομένως, αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι υφίσταται ηπιότερος τρόπος άρσης του επικαλούμενου λόγου λύσης, ο οποίος εναπόκειται στη βούληση των μετόχων, θα απορρίψει την αγωγή. Τέτοια ηπιότερα μέτρα, σύμφωνα με τη θεωρία, είναι καταστατικές προβλέψεις, όπως τα δικαιώματα «sell out» ή «buy or sell» κλπ. Στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο θα απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον υφίσταται εναλλακτικός τρόπος αντιμετώπισης.

Εξάλλου, το δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κάθε γεγονός που κινείται εκτός των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη το οποίο καθιστά για τον μέτοχο τη συνέχιση της ΑΕ μη ανεκτή και δυσβάσταχτη και σύμφωνα με τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Περαιτέρω, δεν αρκεί η ύπαρξη σπουδαίου λόγου αλλά αυτός θα πρέπει: 1. να καθιστά αδύνατη τη συνέχιση της εταιρείας και μάλιστα 2. κατά τρόπο μόνιμο και 3. προφανή.

Αδύνατη θεωρείται η συνέχιση της επιχείρησης όταν προκαλείται αδυναμία λειτουργίας των εταιρικών οργάνων και η άσκηση των μετοχικών δικαιωμάτων καθίσταται αναποτελεσματική με αποτέλεσμα να ματαιώνεται η επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.

Μονιμότητα συντρέχει όταν τα γεγονότα που καθιστούν τη λειτουργία της εταιρείας αδύνατη έχουν διαρκή, οριστικό και μη αναστρέψιμο χαρακτήρα και δεν πρόκειται για μια παροδική κατάσταση.

Προφανής είναι η αδυναμία λειτουργίας η οποία εξωτερικεύεται και καθιστά αναμφισβήτητα σαφές, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, ότι η συνέχιση της ΑΕ δεν είναι ανεκτή για τον μέτοχο.

Τέλος, αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, το οποίο δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η αίτηση κοινοποιείται επί ποινή απαραδέκτου στην εταιρεία. Η απόφαση που κηρύσσει τη λύση της εταιρείας υποβάλλεται σε δημοσιότητα στο ΓΕΜΗ ενώ, με την ίδια δικαστική απόφαση, διορίζονται και οι εκκαθαριστές. Η απόφαση μπορεί να προβληθεί από τους διαδίκους με όλα τα τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα, ακόμα και με τριτανακοπή.

Λύση Της Εταιρείας Με Δικαστική Απόφαση Ύστερα Από Αίτηση Του Έχοντος Έννομο Συμφέρον

Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον αν:

  • κατά τη σύσταση της εταιρείας δεν καταβλή­θηκε το κεφάλαιο που ήταν καταβλητέο, ολικά ή μερικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και του καταστατικού, και εξακολουθεί να είναι μη καταβεβλημένο κατά την υποβολή της αίτησης (μη καταβολή συντρέχει και στην περίπτωση όπου οι ιδρυτές επέλεξαν την τμηματική καταβολή του κεφαλαίου αλλά δεν κατέβαλαν το ¼ της ονομαστικής αξίας της κάθε μετοχής με ταυτόχρονη καταβολή του ελάχιστα προβλεπόμενου από τον νόμο μετοχικού κεφαλαίου),
  • η εταιρεία δεν έχει το ελάχιστο κεφάλαιο που ορίζεται κάθε φορά από το νόμο,
  • η εταιρεία δεν έχει υποβάλλει προς καταχώριση χρηματοοικονομικές καταστάσεις 2 τουλάχιστον συνεχών διαχειριστικών χρήσεων, εγκεκριμένες από τη γενική συνέλευση.

Σημειωτέο ότι το δικαστήριο, πριν εκδώσει την απόφασή του, παρέχει στην εταιρεία εύλογη προθεσμία για άρση των λόγων λύσης, εκτός αν αιτιολογημένα θεωρεί ότι το μέτρο αυτό είναι άσκοπο. Η προθεσμία μπορεί να είναι 2 έως 4 μήνες.

Αν παρασχεθεί η παραπάνω προθεσμία, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει μέτρα για την προσωρινή ρύθμιση των εταιρικών υποθέσεων. Συνήθη μέτρα είναι ο διορισμός προσωρινής διοίκησης, όταν υπάρχει έλλειψη διοίκησης ή σύγκρουση συμφερόντων των μελών του ΔΣ με την ΑΕ, καθώς και η χορήγηση δυνατότητας σύγκλησης ΓΣ σε ορισμένους μετόχους.

Δικονομικά – Ερμηνεία

Αιτιολογική βάση των παραπάνω αποτελεί η προστασία των συναλλαγών και των συναλλασσόμενων από κινδύνους, που παρουσιάζονται εαν ελλείψουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ίδρυσης ΑΕ.

Επομένως, τη δικαστική λύση της ΑΕ μπορεί να αιτηθεί κάθε τρίτος που θεμελιώνει έννομο συμφέρον. Σύμφωνα με τη θεωρία, έννομο συμφέρον θεμελιώνουν οι ελεγκτές της εταιρείας, το ΔΣ καθώς και οι δανειστές αυτής.

Ωστόσο, για να είναι βάσιμη η αγωγή του τρίτου θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους άμεσο, ειδικό έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον δεν απαιτείται να είναι καθαρά οικονομικό ή ατομικό αλλά μπορεί να εξυπηρετεί ευρύτερους σκοπούς, όπως την προστασία των καταναλωτών ή των συναλλαγών.

Αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, το οποίο δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η αίτηση κοινοποιείται επί ποινή απαραδέκτου στην εταιρεία, η οποία αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου.

Η απόφαση που κηρύσσει τη λύση της εταιρείας είναι διαπλαστική, υποβάλλεται σε δημοσιότητα στο ΓΕΜΗ και ισχύει erga omnes, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους λόγους λύσης της Ανώνυμης Εταιρείας.

Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων (Shareholders’ agreement – SHA)

Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων (Shareholders’ agreement – SHA) είναι η σύμβαση μεταξύ των μετόχων μιας Ανώνυμης Εταιρείας (ή μεταξύ των μετόχων και τρίτων ή και της ίδιας της εταιρίας), η οποία αφορά την εταιρική σχέση.

Σύμφωνα με τις 1123/2013 και 569/2007 ΠολΠρΑθ, «Υπό τον όρο συμφωνίες μεταξύ μετόχων ή εξωεταιρικές συμβάσεις νοούνται οι συμβάσεις μεταξύ των μελών μιας εταιρίας, στην περίπτωση της ανώνυμης εταιρίας μετόχων, οι οποίες αφορούν την ενάσκηση εταιρικών δικαιωμάτων, το status ή και το μέλλον της ίδιας της εταιρικής συμμετοχής ή ακόμα γενικότερα ρυθμίζουν σχέσεις των μετόχων προς την εταιρία (λ.χ. χρηματοδότηση, άσκηση επιχειρηματικής πολιτικής) ή σχέσεις της εταιρίας προς τρίτους».

Η Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων συνάπτεται όταν οι συμφωνίες που εμπεριέχονται σε αυτή, δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος του καταστατικού της Α.Ε.. Τούτο, λόγω του αναγκαστικού χαρακτήρα των κανόνων που διέπουν το δίκαιο της Α.Ε., το οποίο καθορίζεται αυστηρώς από τον Νόμο.

Για το λόγο αυτό, οι παραπάνω αποφάσεις αναφέρουν ότι η Εξωεταιρικές Συμφωνίες «δεν αποτελούν τμήμα του εταιρικού μηχανισμού, όμως τον αφορούν, αν και δεν δύνανται να αποτελέσουν στοιχείο της ιδρυτικής πράξης ή του καταστατικού».

Για παράδειγμα, συμφωνία μεταξύ των μετόχων μιας Ανώνυμης Εταιρείας για τα Δικαιώματα Συμπαράσυρσης (Drag Along Right) και τα Δικαιώματα Προσκολλήσεως (Tag Along Right), κατά κανόνα, δεν μπορούν να αποτελέσουν καταστατικό όρο, μπορούν όμως να είναι το αντικείμενο μιας Εξωεταιρικής Συμφωνίας.

Νομική Φύση

Σύμφωνα με την παραπάνω νομολογία, η Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων συνάπτεται με σκοπό να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες των συμβαλλομένων. Θεμελιώνεται νομικά στη γενική αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361).

Μια Εξωεταιρική Συμφωνία έχει πάντοτε ενοχικό χαρακτήρα, ήτοι ενεργεί μόνον μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

Ανάλογα με το περιεχόμενό της, μπορεί να υπάγεται στην έννοια της:

οπότε ανάλογα προσδιορίζεται και το δίκαιο που τη διέπει.

Σύμφωνα με την ΑΠ 1448/2014, οι Εξωεταιρικές Συμφωνίες, με τις οποίες οι μέτοχοι ανώνυμης εταιρίας ρυθμίζουν σε ατομικό επίπεδο ζητήματα σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία αυτής και καθορίζουν τις σχέσεις μεταξύ τους και με τρίτους ως προς την άσκηση των εταιρικών δικαιωμάτων τους, αποτελούν εκδήλωση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και είναι έγκυρες, εφόσον δεν αντίκεινται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, στις διατάξεις του οικείου καταστατικού και στις γενικές αρχές του δικαίου της ανώνυμης εταιρίας.

Οι εν λόγω συμφωνίες παράγουν ενοχικού χαρακτήρα έννομες συνέπειες, δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και δεν θίγουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών ως μετόχων της Α.Ε. ή ως μελών του Δ.Σ., ούτε το κύρος των αποφάσεων του Δ.Σ. ή της Γ.Σ. της Α.Ε., που έχουν τυχόν ληφθεί κατά παράβαση των εξωεταιρικών συμφωνιών, η υπαίτια μη τήρηση των οποίων θεμελιώνει υποχρέωση αποζημίωσης του αναίτιου εταίρου κατά τις σχετικές διατάξεις του ενοχικού δικαίου.

Σχέση Καταστατικού Και Εξωεταιρικής Συμφωνίας Μετόχων
Θεωρία

Παρότι υφίσταται αδιαμφισβήτητη ιεραρχική υπεροχή του καταστατικού έναντι μιας Εξωεταιρικής Συμφωνίας. Εντούτοις η τελευταία συνυπάρχει με το καταστατικό και λειτουργεί, καταρχήν, ανεξάρτητα από αυτό.

Ζήτημα, ωστόσο, τίθεται όταν το Καταστατικό έρχεται σε σύγκρουση με την Εξωεταιρική Συμφωνία ή όταν, συνηθέστερα, μέτοχος παραβιάσει την τελευταία και ψηφίσει αντίθετα με αυτή.

Περαιτέρω, έχουν διατυπωθεί δύο βασικές αρχές για τη σχέση μεταξύ Καταστατικού Και Εξωεταιρικής Συμφωνίας Μετόχων:

Η αρχή του χωρισμού μεταξύ καταστατικού και Εξωεταιρικής Συμφωνίας. Σύμφωνα με αυτή δεν επιτρέπεται καμία επιρροή της ενοχικής σφαίρας πάνω στην εταιρική σύμβαση. Η αυστηρά ενοχική φύση της Εξωεταιρικής Συμφωνίας, έχει ως αποτέλεσμα αυτή να παράγει έννομες συνέπειες μόνο αναφορικά με τις εσωτερικές σχέσεις των συμβαλλομένων.

Ταυτόχρονα, η παραβίασή τους έχει ως αποτέλεσμα να γεννάται αξίωση αποζημίωσης του συμβαλλομένου που ζημιώθηκε και όχι αξίωση για την εκτέλεση ή την ακύρωση κάποιας απόφασης που λήφθηκε στα πλαίσια της Γ.Σ.

Η αρχή της ενότητας μεταξύ καταστατικού και Εξωεταιρικής Συμφωνίας. Σύμφωνα με αυτή τόσο το καταστατικό όσο και οι εξωεταιρικές συμφωνίες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο οργανωτικό πλαίσιο λειτουργίας της ανώνυμης εταιρείας.

Με τη θεωρία αυτή η εταιρική πραγματικότητα διαμορφώνεται από κοινού τόσο από το καταστατικό όσο και από την Εξωεταιρική Συμφωνία των μετόχων της Α.Ε.

Νομολογία
Υπέρ της Αρχής Του Διαχωρισμού

Η νομολογία αναγνωρίζει παγίως ως κρατούσα την αρχή του χωρισμού ανάμεσα στο καταστατικό και τις εξωεταιρικές συμφωνίες μετόχων.

Σύμφωνα με την ΑΠ 1121/2006, νομολογήθηκε ότι «…η συμφωνία των μετόχων ισχύει μεταξύ των σε αυτή συμβληθέντων, μη έχουσα συνέπειες εταιρικού δικαίου και μη δεσμεύουσα τη μη συμβληθείσα σ’ αυτήν ανώνυμη εταιρία…».

Περαιτέρω, σύμφωνα με την 569/2007 ΠολΠρΑθ αποφασίστηκε ότι «οι εξωεταιρικές συμφωνίες έχουν ενοχικό πάντοτε χαρακτήρα, ήτοι ενεργούν μόνον μεταξύ των συμβαλλομένων μερών», ενώ στην 3265/1991 ΠολΠρΑθ έγινε δεκτό πως «Το γεγονός ότι μέτοχοι, μέλη μιας εξωεταιρικής ομάδος, προαποφάσισαν ή δεσμεύτηκαν να ψηφίσουν προς ορισμένη κατεύθυνση, δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στο συμπέρασμα ότι καταργήθηκαν οι διατάξεις εκείνες του νόμου και του καταστατικού που καθορίζουν τις αποκλειστικές και κυριαρχικές αρμοδιότητες του Δ.Σ. και της Γ.Σ. διότι, ανεξάρτητα από τις ενοχικής φύσεως δεσμεύσεις που δημιουργούνται μεταξύ των μελών της εξωεταιρικής ομάδος η Γ.Σ. και το Δ.Σ. δεν δεσμεύονται να ψηφίσουν προς την ίδια κατεύθυνση».

Επομένως, σύμφωνα με την παραπάνω κρατούσα νομολογία, η παραβίαση εξωεταιρικής συμφωνίας συναφθείσας ακόμα και από το σύνολο των μετόχων μιας ανώνυμης εταιρείας δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της αποφάσεως που λαμβάνεται από το εταιρικό όργανο του νομικού προσώπου.

Τούτο διότι μια τέτοια ενοχική συμφωνία δεν αναπτύσσει εταιρικού δικαίου συνέπειες, δεσμεύοντας μόνο τους συμβαλλόμενους και μη αναπτύσσοντας τριενέργεια σε βάρος της μη συμβληθείσας ανώνυμης εταιρείας.

Η τυχόν υιοθέτηση της αντίθετης άποψης, θα προσέδιδε «οιονεί» καταστατική ισχύ στην ενοχική σύμβαση χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αυτό, παρακάμπτοντας βασικές δομικές αρχές του ισχύοντος δικαίου.

Υπέρ της Αρχής Της Ενότητας

Αντιθέτως, σύμφωνα με την με αρ. 5723/2006 ΠολΠρΑθ, «…δεν αποτελεί μια απλή εξωεταιρική συμφωνία μεταξύ μετόχων μιας ανώνυμης εταιρίας, δήθεν μη δεσμευτική για την εναγόμενη (εταιρία) και τα εταιρικά όργανά της, … διότι, υπό τις περιστάσεις (συμμετοχή στη σύμβαση απάντων των μετόχων), η σύμβαση καθίσταται ουσιώδες ερμηνευτικό και συμπληρωματικό κείμενο του καταστατικού για τη ρύθμιση του τρόπου διοίκησης της εναγόμενης (εταιρίας)».

Επομένως, σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα σε μια εξωεταιρική συμφωνία η οποία συνάπτεται από μέρος μόνο των μετόχων μιας ΑΕ και σε μια «καθολική» εξωεταιρική συμφωνία που συνάπτεται από το σύνολο των μετόχων μιας Α.Ε.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, σύμφωνα με την απόφαση, η εξωεταιρική συμφωνία αναπτύσσει τριτενέργεια και δεσμεύει και την εταιρεία, με αποτέλεσμα τυχόν απόφαση της εταιρείας, κατά παράβαση της εξωεταιρικής συμφωνίας (δλδ με ψήφο μετόχου αντίθετη στη συμφωνία την οποία είχε υπογράψει), να καθιστά την ληφθείσα απόφαση του εταιρικού οργάνου άκυρη

Επιπλέον, περιπτωσιολογικά, η ΑΠ 1448/2014 έκρινε ότι «Η εξωεταιρική συμφωνία, με την οποία περιορίζεται το δικαίωμα ψήφου μετόχου (χωρίς να καταλήγει σε πλήρη στέρησή του) και με την οποία μέτοχοι δεσμεύονται να ψηφίζουν στη γενική συνέλευση προς ορισμένη κατεύθυνση και με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε η σύνθεση του εκλεγόμενου διοικητικού συμβουλίου να αντιστοιχεί, ως προς τον αριθμό των μελών του, στη συμμετοχή τους στην εταιρία, αντικείμενο που δεν ταυτίζεται και δεν θίγει την αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης για εκλογή διοικητικού συμβουλίου και που η ανάκλησή τους όπως και του Δ/ντος Συμβούλου όταν παραβαίνουν τα καθήκοντά τους, είναι έγκυρη …, εφόσον πληροί τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις και δεν αντίκειται στο εταιρικό συμφέρον.

Με τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο, κρίνοντας ως άκυρη ολόκληρη την εξωεταιρική συμφωνία, …, χωρίς προηγουμένως το Εφετείο να αναζητήσει και να εξακριβώσει ότι η (υποθετική) βούληση των συμβαλλομένων μερών κατά τη σύναψη της όλης συμφωνίας (η οποία και κατά τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου δεν αφορούσε μόνο τις προαναφερθείσες δύο μερικότερες συμφωνίες – όρους αλλά το σύνολο της συμφωνηθείσας συνδιοίκησης της εταιρείας), θα ήταν να μην προχωρήσουν στην κατάρτισή της, αν γνώριζαν την ακυρότητα των δύο μερικότερων και διακριτών συμφωνιών αυτής, έκαμε εσφαλμένη εφαρμογή της γενικής ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 181 ΑΚ

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων (Shareholders’ agreement – SHA).

Προμέρισμα & Προσωρινή Απόληψη (Προκαταβολή) Κερδών 

Προσωρινό Μέρισμα (Προμέρισμα), για τις ΑΕ, ή Προκαταβολή Διανομής (Προσωρινή Απόληψη) Κερδών, για τις λοιπές εταιρικές μορφές, είναι η προκαταβολή στους μετόχους ή εταίρους χρηματικού ποσού, εντός της τρέχουσας χρήσης, έναντι των οριστικών μερισμάτων και κερδών.

Ανώνυμες Εταιρείες

Για τις Ανώνυμες Εταιρίες, η έκδοση προμερίσματος ρυθμίζεται από το άρθρο 162 του Ν. 4548/2018.

Σύμφωνα με αυτό, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται εντός της χρήσης, είναι δυνατή η διανομή προσωρινών μερισμάτων με τις εξής προϋποθέσεις:

  • καταρτίζονται οικονομικές καταστάσεις από τις οποίες προκύπτει ότι υφίστανται τα προς τούτο αναγκαία ποσά,
  • οι παραπάνω οικονομικές καταστάσεις υποβάλλονται στις διατυπώσεις δημοσιότητας δύο μήνες πριν από τη διανομή.

Το ποσό που θα διανεμηθεί δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των αποτελεσμάτων, προσαυξημένο με τα κέρδη, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις και δεν έχουν διατεθεί, και τα αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται και αποφασίστηκε η διανομή τους, και μειωμένο: 

  • κατά το ποσό των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη, 
  • κατά το ποσό των ζημιών προηγούμενων χρήσεων και 
  • κατά τα ποσά που επιβάλλεται να διατεθούν για το σχηματισμό αποθεματικών, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό.
Διανομή κερδών και προαιρετικών αποθεματικών μέσα στην τρέχουσα εταιρική χρήση είναι δυνατή και με απόφαση γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου, υποκείμενη σε δημοσιότητα.

Κατά την διανομή προσωρινών μερισμάτων η ανώνυμη εταιρεία δεν καταβάλλει τον εταιρικό φόρο εισοδήματος που αναλογεί σε αυτά κατά τον χρόνο διανομής τους. Ο φόρος εισοδήματος καταβάλλεται στον χρόνο που προσδιορίζεται, από τις διατάξεις του άρθρου 68 του Ν.4172/2013, που αφορά την υποβολή της ετήσιας δήλωσης φορολογίας Εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων και καταβολή του φόρου του φορολογικού έτους που αφορά.

Κατά την καταβολή των προμερισμάτων διενεργείται παρακράτηση φόρου (σήμερα 5%). Ο χρόνος κατά τον οποίο δηλώνεται το προμέρισμα είναι ο χρόνος λήψης της απόφασης για την έγκριση της διανομής τους από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου. Η παρακράτηση εξαντλεί την φορολογική υποχρέωση, δηλαδή δεν καταβάλλεται επιπλέον φόρος κατά την έγκρισή τους ως μερισμάτων.

Οι παραπάνω διατάξεις ενσωματώνουν στο εσωτερικό δίκαιο, τις διατάξεις της παραγρ 5 του άρθρου 56 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 163 του ίδιου νόμου, κάθε ποσό που διανέμεται στους μετόχους κατά παράβαση του νόμου, επιστρέφεται από αυτούς που το εισέπραξαν, αν η εταιρεία αποδείξει ότι οι μέτοχοι γνώριζαν ή, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι διανομές που έγιναν σ’ αυτούς δεν ήταν σύννομες.

ΕΠΕ και ΙΚΕ

Στις ΕΠΕ και στις ΙΚΕ δεν υπάρχει η έννοια του προσωρινού μερίσματος (προμερίσματος), αλλά αυτή “προσωρινής απόληψης κερδών”. 

Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Ν. 4541/2018, που αναμόρφωσε το δίκαιο των ΕΠΕ, το παλαιό άρθρο 24 του ν. 3190/1955, πλέον προβλέπει ότι, οι εταίροι έχουν δικαιώματα επί των καθαρών κερδών που προκύπτουν από τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ανάλογα με τα εταιρικά τους μερίδια. Επιπλέον, αν πραγματοποιήθηκε διανομή μη πραγματικών κερδών, οι εταίροι που έλαβαν αυτά υποχρεούνται να τα αποδώσουν.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να διενεργηθεί προσωρινή διανομή κερδών, παρά μόνον διανομή μέρους των κερδών, οι οποίες πραγματοποιούνται κατόπιν έγκρισης των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων. Οι απολήψεις των οικονομικών καταστάσεων, αντιμετωπίζονται φορολογικά ως μερίσματα, διενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή 5%.

Ομοίως και στις ΙΚΕ δεν υπάρχει η έννοια του προσωρινού μερίσματος (προμερίσματος), αλλά αυτή “προσωρινής απόληψης κερδών”. 

ΟΕ, ΕΕ, Προσωπικές Εταιρείες & Λοιπές Οντότητες

Για τις προσωπικές εταιρείες που τηρούν διπλογραφικά αρχεία, καθώς και για άλλες νομικές οντότητες (κοινωνίες αστικού δικαίου, ΑΜΚΕ, κοινοπραξίες, αφανείς εταιρείες κλπ) με υποχρέωση τήρησης διπλογραφικού συστήματος και δυνατότητα διανομής κερδών, η διαδικασία είναι απλούστερη, καθώς δεν υπάρχουν οι διατυπώσεις δημοσιότητας. 

Σε περίπτωση απόληψης κερδών από νομικά πρόσωπα που τηρούν απλογραφικά βιβλία, δεν ενεργείται παρακράτηση φόρου, καθόσον τα κέρδη αυτά φορολογούνται μόνο στο όνομα του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, αφού λόγω της φύσης των βιβλίων δεν νοείται παρακράτηση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το προμέρισμα και την προσωρινή απόληψη κερδών.

Άρση Αυτοτέλειας Νομικού Προσώπου

Η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και η κάμψη της νομικής του προσωπικότητας. Περιπτώσεις νομολογίας. Έννοιες νομικής προσωπικότητας και περιουσιακής αυτοτέλειας

Continue reading