Υποκατάστημα Αλλοδαπής ή Θυγατρική; Κριτήρια Επιλογής 2026

Πότε Επιλέγεται Υποκατάστημα & Πότε Ίδρυση Θυγατρικής Στην Ελλάδα;

Περιληπτικά:

  • Το υποκατάστημα αλλοδαπής είναι προέκταση της μητρικής εταιρείας χωρίς δική του νομική προσωπικότητα, ενώ η θυγατρική είναι αυτοτελές νομικό πρόσωπο. Η διαφορά αυτή καθορίζει ευθύνη, φορολογία και ευελιξία εξόδου.
  • Στο υποκατάστημα η ευθύνη έναντι τρίτων βαρύνει ολόκληρη την αλλοδαπή εταιρεία και τον νόμιμο εκπρόσωπο. Στη θυγατρική η ευθύνη περιορίζεται κατ’ αρχήν στο κεφάλαιό της.
  • Φορολογικά, η μεταφορά κερδών του υποκαταστήματος προς τη μητρική δεν επιβαρύνεται με παρακράτηση ή με φόρο μερισμάτων, σε αντίθεση με τη διανομή μερίσματος θυγατρικής.
  • Η εγγραφή στο ΓΕΜΗ είναι υποχρεωτική και διαφοροποιείται ανάλογα με το αν η μητρική εδρεύει σε κράτος-μέλος της ΕΕ ή σε τρίτη χώρα.

Πότε επιλέγεται υποκατάστημα αλλοδαπής και πότε θυγατρική;

Το υποκατάστημα αλλοδαπής επιλέγεται όταν ο όμιλος θέλει άμεση παρουσία στην Ελλάδα χωρίς ίδρυση νέου νομικού προσώπου, αναλαμβάνοντας όμως ευθύνη σε επίπεδο μητρικής. Η ίδρυση θυγατρικής προτιμάται όταν επιδιώκεται περιορισμός ευθύνης, αυτοτελής φορολογική και επιχειρηματική υπόσταση ή προετοιμασία για μελλοντική είσοδο επενδυτή. Η επιλογή κρίνεται από το αναλαμβανόμενο ρίσκο, τη φορολογική στρατηγική και το αν η δραστηριότητα είναι μόνιμη ή δοκιμαστική.

Υποκατάστημα είναι κάθε επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης εκτός του κεντρικού καταστήματος, μέσω της οποίας αναπτύσσεται ιδιαίτερη συναλλακτική δραστηριότητα από όργανα με σχετική εξουσία. Όταν η μητρική εδρεύει στο εξωτερικό, το υποκατάστημα αλλοδαπής λειτουργεί ως προέκτασή της σε άλλο κράτος, με διάρκεια και χωρίς δική του νομική προσωπικότητα και συνάπτει έννομες σχέσεις με τρίτους στη χώρα εγκατάστασης.

Κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 459/2000), για τον χαρακτηρισμό μιας εγκατάστασης ως υποκαταστήματος δεν αρκεί η απλή διενέργεια προπαρασκευαστικών πράξεων ή πράξεων υλικής εκτέλεσης συμβάσεων που έχουν ήδη καταρτιστεί αλλού, όπως παράδοση εμπορευμάτων ή είσπραξη χρημάτων.

Σε ενωσιακό επίπεδο, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-154/11) δέχεται ότι η έννοια του υποκαταστήματος προϋποθέτει κέντρο επιχειρήσεων που εκδηλώνεται με διαρκή τρόπο προς τα έξω, διαθέτει διεύθυνση και είναι υλικά εξοπλισμένο ώστε να διαπραγματεύεται με τρίτους. Η οριακή αυτή ζώνη, ανάμεσα σε απλή παρουσία και πραγματικό υποκατάστημα, καθορίζει αν γεννώνται υποχρεώσεις εγγραφής και φορολόγησης στην Ελλάδα και αποτελεί αντικείμενο νομικής κρίσης κατά περίπτωση.

Υποκατάστημα ή θυγατρική: ποια μορφή εξυπηρετεί ανά κριτήριο;

Η σύγκριση υποκαταστήματος και θυγατρικής δεν απαντάται με έναν γενικό κανόνα, αλλά ανά κριτήριο. Καθοριστικά είναι η νομική προσωπικότητα, η έκταση ευθύνης έναντι τρίτων, η φορολογική μεταχείριση των κερδών, το απαιτούμενο κεφάλαιο, η διαδικασία εγγραφής και η ευκολία μελλοντικής πώλησης ή εξόδου. Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τις βασικές διαφορές.

ΚριτήριοΥποκατάστημα αλλοδαπήςΘυγατρική εταιρεία
Νομική προσωπικότηταΔεν διαθέτει, λειτουργεί ως προέκταση της μητρικήςΑυτοτελές νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητο από τη μητρική
Ευθύνη έναντι τρίτωνΒαρύνει ολόκληρη την αλλοδαπή μητρική και τον νόμιμο εκπρόσωποΠεριορίζεται κατ’ αρχήν στο κεφάλαιο της θυγατρικής
Φορολόγηση και μεταφορά κερδώνΜεταφορά κερδών στη μητρική χωρίς παρακράτηση ή φόρο μερισμάτωνΔιανομή μερίσματος υπό φόρο μερισμάτων κατά τον ΚΦΕ
ΚεφάλαιοΧωρίς ίδιο εταιρικό κεφάλαιο, χρηματοδοτείται από τη μητρικήΊδιο κεφάλαιο ανάλογα με τον εταιρικό τύπο (ΙΚΕ, ΑΕ, ΕΠΕ)
Εγγραφή ΓΕΜΗΥποχρεωτική, με διαφοροποίηση ΕΕ ή τρίτης χώραςΣύσταση νέας εταιρείας μέσω της Υπηρεσίας Μίας Στάσης
Πώληση ή έξοδοςΑπαιτεί προηγούμενη μετατροπή με απόσχιση κλάδουΜεταβίβαση μεριδίων ή μετοχών απευθείας

Στην πράξη, η εμπειρία από υποθέσεις εγκατάστασης αλλοδαπών ομίλων στην Ελλάδα, δείχνει ότι η επιλογή δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη, καθώς το ίδιο σχέδιο μπορεί να εξυπηρετεί ως υποκατάστημα από άποψη φορολογικής ροής κερδών και ως θυγατρική από άποψη περιορισμού ευθύνης.

Η στάθμιση είναι επιλογή που εξαρτάται από τον επιδιωκόμενο σκοπό της επένδυσης. Όταν επιλεγεί η θυγατρική, ακολουθεί ξεχωριστή απόφαση για τον κατάλληλο εταιρικό τύπο, με κριτήρια πέρα από το κόστος σύστασης.

Πώς διακρίνεται το υποκατάστημα από πρακτορείο και εμπορικό αντιπρόσωπο;

Το υποκατάστημα διακρίνεται από συγγενείς μορφές εμπορικής παρουσίας με βάση τον βαθμό εξάρτησης από τη μητρική. Σε αντίθεση με το πρακτορείο και τον εμπορικό αντιπρόσωπο, το υποκατάστημα υπάγεται στη διεύθυνση της κύριας επιχείρησης και απασχολεί δικό του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Η επιχείρηση πρακτορείας δεν προϋποθέτει δικό της εξαρτημένο προσωπικό κατά τον τρόπο που το προϋποθέτει το υποκατάστημα. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ανεξάρτητος, καθώς οργανώνει ελεύθερα τη δραστηριότητά του, μπορεί να αντιπροσωπεύει περισσότερες ανταγωνιστικές εταιρείες και περιορίζεται κυρίως στη διαβίβαση παραγγελιών, χωρίς να μετέχει ενεργά στην εκτέλεση των υποθέσεων.

Το υποκατάστημα, αντίθετα, προϋποθέτει έλεγχο και υπαγωγή στη διεύθυνση της μητρικής. Η διάκριση έχει πρακτικές συνέπειες ως προς την ευθύνη, τη φορολογία και την υποχρέωση δημοσιότητας, καθώς ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός μιας σχέσης μπορεί να οδηγήσει σε μη αναμενόμενες υποχρεώσεις.

Πότε υποχρεούται το υποκατάστημα αλλοδαπής σε εγγραφή στο ΓΕΜΗ;

Η εγγραφή του υποκαταστήματος αλλοδαπής στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο είναι υποχρεωτική κατά το άρθρο 16 του Ν. 4919/2022, όπως ισχύει. Η έκταση και οι λεπτομέρειες της δημοσιότητας διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν η μητρική εδρεύει σε κράτος-μέλος της ΕΕ, σε τρίτη χώρα ή πρόκειται για λοιπά πρόσωπα που ασκούν εμπορικές πράξεις στην Ελλάδα.

Το άρθρο 16 διακρίνει τρεις κατηγορίες:

  • υποκαταστήματα εταιρειών με τη μορφή ΑΕ,
  • ΕΠΕ ή ετερόρρυθμης κατά μετοχές με έδρα σε κράτος-μέλος της ΕΕ,
  • υποκαταστήματα εταιρειών τρίτων χωρών με ανάλογη νομική μορφή και υποκαταστήματα μέσω των οποίων ασκούν εμπορική δραστηριότητα λοιπά πρόσωπα με έδρα στην αλλοδαπή.

Τα δημοσιευτέα στοιχεία ορίζονται στο άρθρο 43 του ίδιου νόμου, σε εναρμόνιση με τα άρθρα 36 έως 38 της Οδηγίας 2017/1132/ΕΕ και είναι, ιδρυτική πράξη και καταστατικό, διεύθυνση και δραστηριότητες του υποκαταστήματος, εφαρμοστέο δίκαιο της εταιρείας, στοιχεία των προσώπων που τη δεσμεύουν, καθώς και τα δημοσιευμένα λογιστικά της έγγραφα.

Η ηλεκτρονική καταχώριση γίνεται μέσω της Υπηρεσίας Μίας Στάσης, με τα νομιμοποιητικά έγγραφα της μητρικής επίσημα μεταφρασμένα και θεωρημένα.

Ποια φορολογικά πλεονεκτήματα και ποιοι κίνδυνοι ευθύνης συνοδεύουν το υποκατάστημα;

Το υποκατάστημα αλλοδαπής συνδυάζει φορολογικά πλεονεκτήματα στη ροή κερδών με αυξημένη, όμως, ευθύνη. Ως μόνιμη εγκατάσταση φορολογείται στην Ελλάδα για το αποτέλεσμά του, αλλά η μεταφορά κερδών στη μητρική παραμένει αφορολόγητη, ενώ ταυτόχρονα η ευθύνη έναντι τρίτων δεν περιορίζεται στην ελληνική δραστηριότητα.

Ποια η φορολογική μεταχείριση των κερδών;

Το υποκατάστημα διαθέτει ελληνικό ΑΦΜ και, ως μόνιμη εγκατάσταση κατά το άρθρο 6 του Ν. 4172/2013, τηρεί βιβλία στην Ελλάδα και εξάγει λογιστικό αποτέλεσμα που ενσωματώνεται στις οικονομικές καταστάσεις του κεντρικού. Η διασυνοριακή μεταφορά κερδών μεταξύ κεντρικού και υποκαταστήματος δεν επιβαρύνεται με φόρο εισοδήματος ούτε με παρακράτηση.

Τα κέρδη αυτά δεν χαρακτηρίζονται μέρισμα και απαλλάσσονται από φόρο μερισμάτων. Επειδή δεν συνάπτεται σύμβαση μεταξύ κεντρικού και υποκαταστήματος, οι μεταξύ τους συναλλαγές δεν επιβαρύνονται με τέλη χαρτοσήμου.

Για μητρική με έδρα εντός της ΕΕ, η χρηματοδότηση του υποκαταστήματος δεν υπάγεται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου. Σε σχέση με τη διανομή μερίσματος μιας θυγατρικής, η ροή αυτή είναι φορολογικά ελαφρύτερη, στοιχείο που συχνά κατευθύνει την αρχική επιλογή.

Σε ποιον εκτείνεται η ευθύνη;

Το βασικό μειονέκτημα είναι η έκταση της ευθύνης. Ζημία που προκαλεί το υποκατάστημα σε τρίτους βαρύνει ολόκληρη την αλλοδαπή εταιρεία, αφού το υποκατάστημα δεν έχει χωριστή περιουσία ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο.

Αντίστοιχα, ο νόμιμος εκπρόσωπος του υποκαταστήματος ευθύνεται στην ίδια έκταση με μέλος του διοικητικού συμβουλίου ΑΕ ή διαχειριστή ΕΠΕ, ιδίως για οφειλές προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς.

Πώς μετατρέπεται το υποκατάστημα σε θυγατρική εταιρεία;

Η μετατροπή υποκαταστήματος σε θυγατρική πραγματοποιείται ως απόσχιση κλάδου, δηλαδή ως εισφορά της ελληνικής δραστηριότητας σε νεοσυσταθείσα εταιρεία που αποτελεί θυγατρική της εισφέρουσας αλλοδαπής. Το ίδιο σχήμα απαιτείται και ως προϋπόθεση πριν από την πώληση ενός υποκαταστήματος.

Η πράξη αυτή υπάγεται στον Ν. 4601/2019 για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Η μετατροπή υποκαταστήματος σε νεοσυσταθείσα θυγατρική, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 52 του Ν. 4172/2013, συνιστά απόσχιση κλάδου κατά το άρθρο 57 του Ν. 4601/2019 και διέπεται από τις διατάξεις του ως προς το επιτρεπτό, τις προϋποθέσεις και τα αποτελέσματά της, όπως έχει δεχθεί και η διοικητική πρακτική (ΑΑΔΕ Ε.2048/2019).

Συχνές ερωτήσεις

Υποκατάστημα ή θυγατρική: ποια μορφή προτιμάται για είσοδο στην ελληνική αγορά;

Εξαρτάται από τη στάθμιση ευθύνης και φορολογίας. Το υποκατάστημα δίνει άμεση παρουσία με ελαφρύτερη φορολογική ροή κερδών, αλλά εκθέτει ολόκληρη τη μητρική σε ευθύνη. Η θυγατρική περιορίζει την ευθύνη και προσφέρει αυτοτελή υπόσταση, με κόστος τη φορολόγηση των μερισμάτων. Για δοκιμαστική ή βραχυπρόθεσμη δραστηριότητα συχνά προκρίνεται το υποκατάστημα, ενώ για μακροπρόθεσμη επένδυση ή προοπτική επενδυτή, η θυγατρική.

Ποιος ευθύνεται για τα χρέη του υποκαταστήματος αλλοδαπής;

Για τα χρέη και τις ζημίες του υποκαταστήματος ευθύνεται ολόκληρη η αλλοδαπή εταιρεία, καθώς το υποκατάστημα δεν διαθέτει αυτοτελή νομική προσωπικότητα ούτε χωριστή περιουσία. Ο νόμιμος εκπρόσωπος ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται μέλος διοικητικού συμβουλίου ΑΕ ή διαχειριστής ΕΠΕ, ιδίως για οφειλές προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς.

Πώς φορολογείται το υποκατάστημα αλλοδαπής στην Ελλάδα;

Ως μόνιμη εγκατάσταση, το υποκατάστημα φορολογείται στην Ελλάδα για το αποτέλεσμα της ελληνικής δραστηριότητάς του και τηρεί βιβλία με ελληνικό ΑΦΜ. Η μεταφορά των κερδών στη μητρική δεν υπόκειται σε παρακράτηση ούτε σε φόρο μερισμάτων και οι εσωτερικές συναλλαγές κεντρικού και υποκαταστήματος δεν φέρουν χαρτόσημο, αφού δεν θεωρούνται σύμβαση.

Μπορεί το υποκατάστημα να μετατραπεί αργότερα σε θυγατρική εταιρεία;

Ναι, αλλά όχι με απλή μετονομασία. Η μετατροπή πραγματοποιείται ως απόσχιση κλάδου κατά τον Ν. 4601/2019, με εισφορά της ελληνικής δραστηριότητας σε νεοσυσταθείσα θυγατρική της αλλοδαπής εταιρείας. Το ίδιο σχήμα απαιτείται και πριν από την πώληση του υποκαταστήματος.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Επιλογή μορφής ανα κίνδυνο: Η απόφαση υποκατάστημα ή θυγατρική κρίνεται πρωτίστως από το επίπεδο ευθύνης που είναι διατεθειμένος να αναλάβει ο όμιλος, όχι μόνο από το κόστος σύστασης.

Φορολογική ροή κερδών: Η αφορολόγητη μεταφορά κερδών στη μητρική αποτελεί ισχυρό πλεονέκτημα του υποκαταστήματος, που πρέπει όμως να σταθμίζεται έναντι της διευρυμένης ευθύνης.

Ευθύνη εκπροσώπου: Ο διορισμός νόμιμου εκπροσώπου συνεπάγεται προσωπική ευθύνη ανάλογη με αυτή μέλους ΔΣ ΑΕ, ιδίως έναντι Δημοσίου και ασφαλιστικών φορέων.

Σχεδιασμός εξόδου εκ των προτέρων: Η μετατροπή σε θυγατρική και η πώληση προϋποθέτουν απόσχιση κλάδου, οπότε η δομή της παρουσίας σχεδιάζεται από την αρχή με γνώμονα και το πιθανό exit.

Σωστός χαρακτηρισμός εγκατάστασης: Η οριακή διάκριση από πρακτορείο ή απλή προπαρασκευαστική δραστηριότητα καθορίζει υποχρεώσεις εγγραφής και φορολόγησης και πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το υποκατάστημα αλλοδαπής επιχείρησης

Προστασία Εταιρείας σε Διαζύγιο: Αποκτήματα & Μετοχές

Πώς Προστατεύεται Η Επιχείρηση Όταν Ο Σύζυγος Διεκδικεί Μετοχές Και Μερίδιο Σε Διαζύγιο

Σε συντομία:

  • Απόκτημα δεν είναι η ίδια η εταιρεία ούτε τα περιουσιακά της στοιχεία (ακίνητα, εξοπλισμός, ταμείο), αλλά μόνο η ατομική συμμετοχή του συζύγου, δηλαδή οι μετοχές ή το εταιρικό μερίδιο και τα καθαρά κέρδη που εισέπραξε κατά τον γάμο.
  • Ο δικαιούχος σύζυγος δικαιούται, κατά τεκμήριο, το 1/3 της αύξησης της αξίας της συμμετοχής, με βάση τη σύγκριση αρχικής και τελικής περιουσίας.
  • Η αξίωση είναι κατ’ αρχήν χρηματική, όμως ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει και αυτούσια μεταβίβαση μετοχών ή μεριδίου, δηλαδή είσοδο στην εταιρεία.
  • Δεν υπάρχει στο ελληνικό δίκαιο προγαμιαίο σύμφωνο που να αποκλείει εκ των προτέρων την αξίωση. Πραγματική άμυνα δίνουν οι καταστατικές ρήτρες και ο διακανονισμός ενόψει συναινετικού διαζυγίου.

Τι από την εταιρεία θεωρείται απόκτημα σε περίπτωση διαζυγίου;

Απόκτημα δεν αποτελούν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Τα ακίνητα, ο εξοπλισμός, οι καταθέσεις και η πελατεία ανήκουν στο νομικό πρόσωπο, όχι στον σύζυγο. Απόκτημα είναι μόνο η ατομική του συμμετοχή, δηλαδή οι μετοχές ή το εταιρικό μερίδιο και τα αναλογούντα καθαρά κέρδη που εισέπραξε κατά τη διάρκεια του γάμου.

Το σημείο αυτό είναι θεμελιώδες και συχνά παρανοείται. Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, κατά το άρθρο 1400 του Αστικού Κώδικα, δίνει στον σύζυγο που συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του άλλου δικαίωμα απόδοσης μέρους αυτής της αύξησης.

Όταν όμως η περιουσία αυτή συνδέεται με εταιρεία που έχει νομική προσωπικότητα, ΑΕ, ΙΚΕ, ΕΠΕ ή προσωπική, η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο και διακρίνεται πλήρως από την ατομική περιουσία του εταίρου ή μετόχου.

Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι, για παράδειγμα, αν ο σύζυγος κατέχει το 60% μιας εταιρείας που απέκτησε ακίνητα μεγάλης αξίας κατά τον γάμο, ο άλλος σύζυγος δεν διεκδικεί ποσοστό επί των ακινήτων αυτών. Διεκδικεί μόνο ποσοστό επί της αξίας του μεριδίου συμμετοχής και επί των κερδών που διανεμήθηκαν και εισπράχθηκαν. Έτσι έκρινε ο Άρειος Πάγος με την ΑΠ 312/2023, απορρίπτοντας αγωγή που αξίωνε ποσοστό επί ακινήτων ομόρρυθμης εταιρείας αντί επί της εταιρικής μερίδας.

Η εμπειρία από υποθέσεις αποκτημάτων με εταιρική συμμετοχή δείχνει ότι η πιο συχνή αιτία απόρριψης δεν είναι η ουσία, αλλά η λανθασμένη διατύπωση του αιτήματος. Ο δικαιούχος που στοχεύει στα στοιχεία του ενεργητικού της εταιρείας, αντί στη μερίδα συμμετοχής, χάνει την αξίωσή του ακόμη και όταν η συμβολή του υπήρξε πραγματική.

Μετράει ως απόκτημαΔεν μετράει ως απόκτημα
Οι μετοχές ή το εταιρικό μερίδιο του συζύγουΤα ακίνητα, ο εξοπλισμός και το ταμείο της εταιρείας
Η αύξηση της αξίας της συμμετοχής κατά τον γάμοΗ αξία της εταιρικής περιουσίας ως τέτοια
Τα καθαρά κέρδη που διανεμήθηκαν και εισπράχθηκανΤα κέρδη που παρέμειναν στην εταιρεία ή είναι μελλοντικά
Συμμετοχή που αποκτήθηκε με τη συμβολή του άλλου συζύγουΣυμμετοχή ή αύξηση από δωρεά, κληρονομιά ή γονική παροχή

Πώς υπολογίζεται η αξία της συμμετοχής και πόσο δικαιούται ο σύζυγος;

Ο υπολογισμός γίνεται με σύγκριση δύο χρονικών σημείων. Συγκρίνεται η περιουσία του υπόχρεου κατά την τέλεση του γάμου (αρχική) με την περιουσία του κατά τη γέννηση της αξίωσης (τελική), σε τιμές του χρόνου της αγωγής. Η διαφορά είναι η αύξηση. Επί αυτής, ο δικαιούχος δικαιούται κατά τεκμήριο το 1/3, χωρίς να αποδείξει συγκεκριμένη συμβολή.

Ο κρίσιμος χρόνος για την τελική περιουσία διαφέρει ανάλογα με τον τρόπο λύσης. Σε λύση ή ακύρωση του γάμου με δικαστική απόφαση, κρίσιμος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση έγινε αμετάκλητη. Στην τριετή διάσταση, όπου ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί, κρίσιμος είναι ο χρόνος άσκησης της αγωγής. Οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας δεν επιδρούν στον προσδιορισμό του αποκτήματος.

Το τεκμήριο του 1/3 λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Αν ο δικαιούχος αξιώνει ποσοστό μεγαλύτερο του 1/3, φέρει ο ίδιος το βάρος να αποδείξει τη μεγαλύτερη πραγματική συμβολή του, με χρηματική αποτίμηση των παροχών ή των υπηρεσιών του (ΑΠ 1059/2014).

Αντίστροφα, ο υπόχρεος μπορεί, κατ’ ένσταση, να αποδείξει μικρότερη ή καμία συμβολή, καθώς και να ζητήσει την αφαίρεση του παθητικού για να προκύψει η καθαρή αύξηση.

Η αποτίμηση της αξίας της συμμετοχής είναι το σημείο όπου κρίνεται στην πράξη η υπόθεση. Η αξία μιας μη εισηγμένης εταιρείας δεν προκύπτει από το μετοχικό κεφάλαιο, αλλά από μεθόδους αποτίμησης (καθαρή θέση, προεξόφληση ταμειακών ροών, συγκριτικοί δείκτες) που δίνουν αποκλίνοντα αποτελέσματα και συνήθως απαιτούν πραγματογνωμοσύνη. Η επιλογή της μεθόδου και του χρόνου αναφοράς μεταβάλλει ουσιωδώς το ποσό, γι’ αυτό αποτελεί πεδίο έντονης αντιδικίας.

Μπορεί ο σύζυγος να γίνει μέτοχος ή εταίρος μετά το διαζύγιο;

Κατ’ αρχήν όχι, γιατί η αξίωση συμμετοχής είναι ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική απαίτηση. Ο δικαιούχος όμως δεν περιορίζεται πάντα σε χρήμα. Μπορεί να ζητήσει, ως εναλλακτικό ή επικουρικό αίτημα, την αυτούσια μεταβίβαση μέρους των μετοχών ή του μεριδίου. Αν το δικαστήριο το δεχθεί, ο πρώην σύζυγος αποκτά εταιρική ιδιότητα και εισέρχεται στη μετοχική σύνθεση.

Στην ΑΠ 421/2022, ο ενάγων ζήτησε κυρίως χρηματική καταβολή που αντιστοιχούσε στο ποσοστό του επί των αποκτημάτων και, επικουρικά, τη μεταβίβαση του μισού ή του ενός τρίτου των μετοχών της συζύγου του σε ανώνυμη εταιρεία. Η δυνατότητα να ζητηθεί μέρος των ίδιων των μετοχών ή του μεριδίου, πέρα από την αξία τους, αναγνωρίζεται πλέον παγίως στη νομολογία.

Για τον επιχειρηματία, η είσοδος του πρώην συζύγου στο μετοχολόγιο δημιουργεί πραγματικό λειτουργικό πρόβλημα. Ο νέος μέτοχος αποκτά δικαιώματα ψήφου, πληροφόρησης και ελέγχου. Ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αποχωρήσει ή να απομακρυνθεί εξαρτάται από τον εταιρικό τύπο και το καταστατικό.

Η μεταβίβαση μετοχών μη εισηγμένης ΑΕ ολοκληρώνεται έναντι της εταιρείας με την εγγραφή στο βιβλίο μετόχων, ενώ η κατάσταση διαφέρει στη μεταβίβαση μεριδίων ΕΠΕ και ΙΚΕ, όπου ισχύουν διαφορετικές διατυπώσεις και περιορισμοί.

Μόλις ο πρώην σύζυγος καταστεί μειοψηφών μέτοχος, ενεργοποιούνται τα δικαιώματα της μειοψηφίας, τα οποία μπορεί να ασκήσει είτε ενδοεταιρικά είτε δικαστικά. Η πρόβλεψη του τρόπου αποχώρησης, του δικαιώματος εξαγοράς και της μεθόδου αποτίμησης ήδη στο καταστατικό, πριν προκύψει η κρίση, καθορίζει αν η εταιρεία θα διαχειριστεί ελεγχόμενα την είσοδο ή θα οδηγηθεί σε παρατεταμένη αντιδικία.

Ισχύει προγαμιαίο σύμφωνο για την προστασία της εταιρείας;

Στο ελληνικό δίκαιο δεν υπάρχει προγαμιαίο σύμφωνο που να αποκλείει εκ των προτέρων την αξίωση συμμετοχής. Το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κανόνας αναγκαστικού δικαίου και κάθε παραίτηση ή αντίθετη συμφωνία πριν γεννηθεί η αξίωση είναι άκυρη. Πραγματική άμυνα δίνουν μόνο τα εταιρικά εργαλεία και ο διακανονισμός ενόψει συναινετικού διαζυγίου.

Ο κανόνας αυτός επιβεβαιώθηκε από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την ΟλΑΠ 6/2019. Η διάταξη προστατεύει τον οικονομικά ασθενέστερο σύζυγο, γι’ αυτό η εκ των προτέρων παραίτηση απαγορεύεται.

Κατ’ εξαίρεση, γίνεται δεκτή η ρύθμιση του ζητήματος των αποκτημάτων όταν εντάσσεται σε γενικότερο διακανονισμό των περιουσιακών σχέσεων ενόψει συναινετικού διαζυγίου κατά το άρθρο 1441 ΑΚ, υπό την αναβλητική αίρεση ότι ο γάμος θα λυθεί πράγματι με αυτόν τον τρόπο.

Η ουσιαστική προστασία της εταιρείας μετατοπίζεται έτσι στο πεδίο του εταιρικού δικαίου. Οι καταστατικές ρήτρες περιορίζουν την ελεύθερη είσοδο τρίτου στη μετοχική σύνθεση. Το δικαίωμα προτίμησης υπέρ των υπολοίπων μετόχων, η ρήτρα έγκρισης της μεταβίβασης από το όργανο της εταιρείας και οι ρήτρες εξαγοράς με προκαθορισμένη μέθοδο αποτίμησης λειτουργούν ως δικλείδες που ενεργοποιούνται όταν επιχειρείται μεταβίβαση ή είσοδος νέου προσώπου.

Η εμπειρία από τον σχεδιασμό καταστατικών ρητρών δείχνει ότι η άμυνα χτίζεται πριν από την κρίση, όχι μετά. Ένα καταστατικό που προβλέπει δικαίωμα προτίμησης και μηχανισμό εξαγοράς μετοχών επιτρέπει στους υπόλοιπους μετόχους να αποκτήσουν το ποσοστό που θα περιερχόταν στον πρώην σύζυγο, με τίμημα που προσδιορίζεται βάσει προσυμφωνημένων κριτηρίων και όχι στο πεδίο της αντιδικίας.

Δεν προστατεύει την εταιρείαΠροστατεύει την εταιρεία
Προγαμιαίο σύμφωνο με παραίτηση από τα αποκτήματα (άκυρο)Ρήτρα δικαιώματος προτίμησης και έγκρισης μεταβίβασης στο καταστατικό
Οποιαδήποτε εκ των προτέρων συμφωνία πριν γεννηθεί η αξίωσηΡήτρα εξαγοράς με προκαθορισμένη μέθοδο αποτίμησης
Άτυπες υποσχέσεις ή ιδιωτικά συμφωνητικά εκτός νόμιμης οδούΔιακανονισμός αποκτημάτων ενόψει συναινετικού διαζυγίου (1441 ΑΚ)

Πώς εξασφαλίζεται η αξίωση όσο εκκρεμεί το διαζύγιο;

Η αξίωση συμμετοχής γεννάται με την αμετάκλητη λύση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης. Έως τότε, ο δικαιούχος διαθέτει μέσα προσωρινής εξασφάλισης, ώστε να μην απαξιωθεί ή αποκρυβεί η περιουσία. Μπορεί να εγγράψει υποθήκη, να ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα και να επιδιώξει συντηρητική κατάσχεση ή μεσεγγύηση των μετοχών.

Η υποθήκη στηρίζεται στο άρθρο 1262 αρ. 4 ΑΚ, που παρέχει νόμιμο τίτλο εγγραφής για την εξασφάλιση της αξίωσης. Παράλληλα, εφόσον πιθανολογείται βάσιμος φόβος εκποίησης ή απόκρυψης, μπορεί να ζητηθεί δικαστικά η δέσμευση των μετοχών της εταιρείας με συντηρητική κατάσχεση ή η μεσεγγύησή τους, ώστε να παραμείνουν διαθέσιμες για την ικανοποίηση της μελλοντικής αξίωσης.

Η δέσμευση της εταιρικής συμμετοχής αγγίζει και τη λειτουργία της εταιρείας. Η κατάσχεση της επιχείρησης και των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων ακολουθεί ειδικές διατυπώσεις, ενώ η δέσμευση μετοχών επηρεάζει την άσκηση δικαιωμάτων ψήφου και τη διανομή μερισμάτων κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας.

Ο χρόνος και η σειρά των ενεργειών είναι κρίσιμα. Τα ασφαλιστικά μέτρα υπόκεινται σε αυστηρές προθεσμίες ως προς την άσκηση της κύριας αγωγής, ενώ η επιλογή μεταξύ υποθήκης, συντηρητικής κατάσχεσης και μεσεγγύησης εξαρτάται από τη φύση της περιουσίας και τον πραγματικό κίνδυνο απαξίωσης. Λανθασμένη επιλογή μέσου ή παρέλευση προθεσμίας μπορεί να αφήσει την αξίωση χωρίς πραγματική εξασφάλιση.

Συχνές ερωτήσεις

Δικαιούται ο σύζυγος μερίδιο στα ακίνητα ή τον εξοπλισμό της εταιρείας;

Όχι. Τα ακίνητα, ο εξοπλισμός και τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στο νομικό πρόσωπο της εταιρείας, όχι στον σύζυγο. Ο δικαιούχος μπορεί να διεκδικήσει ποσοστό μόνο επί της αξίας της συμμετοχής, δηλαδή επί των μετοχών ή του μεριδίου και επί των κερδών που διανεμήθηκαν και εισπράχθηκαν κατά τον γάμο.

Μετράει η εταιρεία που ιδρύθηκε πριν από τον γάμο;

Η συμμετοχή που υπήρχε ήδη κατά την τέλεση του γάμου εντάσσεται στην αρχική περιουσία και δεν αποτελεί απόκτημα. Απόκτημα μπορεί να είναι μόνο η αύξηση της αξίας της συμμετοχής που επήλθε κατά τη διάρκεια του γάμου και οφείλεται στη συμβολή του άλλου συζύγου, όχι η προϋπάρχουσα αξία της.

Προστατεύει το προγαμιαίο σύμφωνο την εταιρεία στην Ελλάδα;

Δεν υπάρχει στο ελληνικό δίκαιο προγαμιαίο σύμφωνο που να αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα. Κάθε παραίτηση πριν γεννηθεί η αξίωση είναι άκυρη, καθώς το άρθρο 1400 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου. Έγκυρη ρύθμιση χωρεί μόνο ενόψει συναινετικού διαζυγίου, ενώ η προληπτική προστασία περνά κυρίως από τις καταστατικές ρήτρες.

Τι γίνεται αν η αξία της εταιρείας αυξήθηκε λόγω της αγοράς και όχι της δικής μου εργασίας;

Ο σύζυγος δικαιούται μερίδιο μόνο κατά το μέτρο που η αύξηση οφείλεται στη δική του συμβολή, άμεση ή έμμεση. Αν ο υπόχρεος αποδείξει ότι η αύξηση προήλθε αποκλειστικά από εξωτερικούς παράγοντες ή από τη δική του δραστηριότητα, χωρίς συμβολή του άλλου, η αξίωση περιορίζεται ή αποκλείεται. Το τεκμήριο του 1/3 είναι μαχητό.

Μπορεί ο σύζυγος να ζητήσει τις ίδιες τις μετοχές αντί για χρήματα;

Ναι, ως εναλλακτικό ή επικουρικό αίτημα. Αν και η αξίωση είναι κατ’ αρχήν χρηματική, ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει την αυτούσια μεταβίβαση μέρους των μετοχών ή του μεριδίου. Εφόσον γίνει δεκτό, ο πρώην σύζυγος αποκτά εταιρική ιδιότητα, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την ύπαρξη προστατευτικών ρητρών στο καταστατικό.

Πρακτικές επισημάνσεις

Το νομικό πρόσωπο ως ασπίδα: Η αυτοτέλεια της εταιρικής περιουσίας λειτουργεί υπέρ του επιχειρηματία, καθώς η αξίωση περιορίζεται στη συμμετοχή και δεν φτάνει στα assets της εταιρείας. Η ωφέλεια αυτή χάνεται όταν το αίτημα διατυπώνεται λανθασμένα, γι’ αυτό η ακριβής νομική θεμελίωση είναι καθοριστική και για τις δύο πλευρές.

Η αποτίμηση κρίνει την υπόθεση: Το ύψος της αξίωσης εξαρτάται περισσότερο από τη μέθοδο αποτίμησης της συμμετοχής και τον χρόνο αναφοράς παρά από την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος. Η επιλογή μεθόδου, ο διορισμός πραγματογνώμονα και η αντίκρουση της αντίπαλης αποτίμησης αποτελούν το πραγματικό πεδίο της αντιδικίας.

Καταστατικό πριν από την κρίση: Οι ρήτρες δικαιώματος προτίμησης, έγκρισης μεταβίβασης και εξαγοράς σχεδιάζονται ενόσω δεν υπάρχει διαφορά. Η ad hoc διατύπωσή τους, προσαρμοσμένη στη μετοχική σύνθεση και στη μέθοδο αποτίμησης, καθορίζει αν η είσοδος τρίτου θα αντιμετωπιστεί ελεγχόμενα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα επί εταιρειών στην περίπτωση διαζυγίου.

Συμμετοχή Δημοσίου Υπαλλήλου σε Εταιρείες: Ν. 5225/2025

Εν συντομία:

  • Το άρθρο 32 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα απαγορεύει στον δημόσιο υπάλληλο τη συμμετοχή σε ΟΕ, ΕΕ, ΕΠΕ και κοινοπραξία, καθώς και τη διαχείριση οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας. Η ΙΚΕ προστέθηκε ερμηνευτικά με τη γνωμοδότηση ΝΣΚ 25/2015, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 6 Δεκεμβρίου 2024.
  • Από την 1η Ιανουαρίου 2026 ο Ν. 5225/2025 κατέστησε τη συμμετοχή αυτή αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα, ενταγμένο στον κλειστό κατάλογο όσων επιτρέπουν οριστική παύση, με δυνατότητα σωρευτικής διοικητικής κύρωσης 10.000 έως 100.000 ευρώ.
  • Η κατοχή εταιρικού μεριδίου είναι διαρκής κατάσταση, όχι στιγμιαία πράξη. Κρίσιμος είναι ο χρόνος που παύει η συμμετοχή, όχι ο χρόνος που ξεκίνησε.
  • Η υποχρέωση δήλωσης του άρθρου 32 παρ. 1 καλύπτει και τις επιτρεπόμενες συμμετοχές. Η υποβολή της ενεργοποιεί ταυτόχρονα τη γνώση του πειθαρχικώς προϊσταμένου.
  • Η άδεια της υπηρεσίας καλύπτει μόνο τη συμμετοχή στη διοίκηση ανώνυμης εταιρείας ή γεωργικού συνεταιρισμού. Για τη διαχείριση δεν χωρεί άδεια σε καμία εταιρική μορφή.

Σε ποιες εταιρείες απαγορεύεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου και πού αρκεί άδεια;

Το άρθρο 32 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007) απαγορεύει στον υπάλληλο να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία, καθώς και να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας.

Άδεια χορηγείται μόνο για συμμετοχή στη διοίκηση ανώνυμης εταιρείας ή γεωργικού συνεταιρισμού. Για τη διαχείριση δεν χωρεί άδεια πουθενά.Η διάταξη παραμένει αμετάβλητη από την 9η Φεβρουαρίου 2007 και σεν έχει τροποποιηθεί ποτέ. Αυτό που άλλαξε δεν είναι το εύρος της απαγόρευσης αλλά οι συνέπειες της παράβασής της.

Το κριτήριο του νόμου είναι ο εταιρικός τύπος, όχι η δραστηριότητα. Ακόμα και μια ΙΚΕ που δεν έχει εκδώσει ούτε ένα τιμολόγιο παραμένει εμπορική εκ του νόμου.

Η γνωμοδότηση ΝΣΚ 25/2015 του Ε’ Τμήματος το διατύπωσε ρητά, κρίνοντας ότι η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία έχει νομική προσωπικότητα και είναι εκ του νόμου εμπορική, χωρίς να ασκεί καμία επίδραση ο εξυπηρετούμενος σκοπός ή η ανάπτυξη ή μη κερδοσκοπικής δραστηριότητας.

Ο υπάλληλος που κρατά ένα αδρανές μερίδίο σε μια ΙΚΕ που ουδέποτε λειτούργησε βρίσκεται στην ίδια θέση με εκείνον που διευθύνει ενεργή επιχείρηση.

Η γνωμοδότηση εκδόθηκε το 2015 αλλά έμεινε χωρίς αποδοχή για εννέα έτη. Έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 6 Δεκεμβρίου 2024 και γνωστοποιήθηκε στη Διοίκηση με την εγκύκλιο ΔΙΔΑΔ/Φ.69/261/οικ.723/13.1.2025. Μέχρι τότε η θέση δεν δέσμευε τις υπηρεσίες. Μετά την αποδοχή, δεσμεύει.

Μορφή και ιδιότηταΚαθεστώςΝομική βάση
Ομόρρυθμη (ΟΕ), εταίροςΑπαγορεύεταιΆρθρο 32 παρ. 2 εδ. α’ ΥΚ
Ετερόρρυθμη (ΕΕ), ετερόρρυθμος εταίροςΑπαγορεύεταιΆρθρο 32 παρ. 2 εδ. α’ ΥΚ, Γνωμ. ΝΣΚ 553/2008
ΕΠΕ, εταίροςΑπαγορεύεταιΆρθρο 32 παρ. 2 εδ. α’ ΥΚ, Γνωμ. ΝΣΚ 385/2008
ΙΚΕ, εταίρος έστω ενός μεριδίουΑπαγορεύεταιΓνωμ. ΝΣΚ 25/2015 (κατά πλειοψηφία), εγκύκλιος 13.1.2025
Κοινοπραξία, μέλοςΑπαγορεύεταιΆρθρο 32 παρ. 2 εδ. α’ ΥΚ
Οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία, διαχειριστήςΑπαγορεύεται, δεν χωρεί άδειαΆρθρο 32 παρ. 2 εδ. α’ ΥΚ
ΑΕ, διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλοςΑπαγορεύεται, δεν χωρεί άδειαΆρθρο 32 παρ. 2 εδ. α’ και β’ ΥΚ
Αφανής εταιρεία με εμπορική δραστηριότητα, αφανής εταίροςΑπαγορεύεταιΆρθρα 31 παρ. 3 και 32 παρ. 2 ΥΚ
ΑΕ, μέλος ΔΣΜετά από άδειαΆρθρο 32 παρ. 2 εδ. β’ ΥΚ, Γνωμ. ΝΣΚ 115/2010
Γεωργικός συνεταιρισμός, μέλος διοίκησηςΜετά από άδειαΆρθρο 32 παρ. 2 εδ. β’ ΥΚ
ΑΕ, απλός μέτοχοςΕπιτρέπεταιΆρθρο 32 παρ. 3 ΥΚ, εξ αντιδιαστολής
ΑΕ υπό ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας, μέτοχοςΑπαγορεύεταιΆρθρο 32 παρ. 3 εδ. α’ ΥΚ
ΚοινΣΕπ, απλό μέλοςΕπιτρέπεταιΓνωμ. ΝΣΚ 112/2021 (ομόφωνα)
ΚοινΣΕπ, θέση Προέδρου ή Ταμία διοικούσας επιτροπήςΑπαγορεύεταιΓνωμ. ΝΣΚ 194/2018 (ομόφωνα)
Ενεργειακή κοινότητα, κάθε ιδιότηταΕπιτρέπεταιΓνωμ. ΝΣΚ 112/2021 (ομόφωνα)
ΑΜΚΕ, απλό μέλοςΕπιτρέπεται κατά την κρατούσα άποψηΑναλογία προς τη ΝΣΚ 112/2021
Ατομική επιχείρησηΕκτός άρθρου 32, υπάγεται στο άρθρο 31Άρθρο 31 ΥΚ

Η ιδιότητα του διαχειριστή είναι η μόνη που ο νόμος αποκλείει χωρίς καμία διέξοδο. Η επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 («με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου») σημαίνει ότι η άδεια για τη διοίκηση ανώνυμης εταιρείας δεν εκτείνεται στη θέση του διευθύνοντος ή του εντεταλμένου συμβούλου. Ο υπάλληλος μπορεί να συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο, όχι να το εκπροσωπήσει εκτελεστικά.

Πώς αλλάζει η απόφαση παραμονής μετά τον Ν. 5225/2025;

Από την 1η Ιανουαρίου 2026 η συμμετοχή σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32 συνιστά ρητό, αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα κατά την περ. κστ’ της παρ. 1 του άρθρου 107 του Υπαλληλικού Κώδικα.

Εντάχθηκε στον κλειστό κατάλογο των παραπτωμάτων για τα οποία επιτρέπεται η οριστική παύση και συνοδεύεται από δυνατότητα σωρευτικής διοικητικής κύρωσης από 10.000 έως 100.000 ευρώ.

Ο Ν. 5225/2025 αναμόρφωσε το πειθαρχικό δίκαιο του δημόσιου τομέα. Τα άρθρα 10 έως 45 τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2026. Πριν από αυτά, η συμμετοχή σε εταιρεία δεν κατονομαζόταν στον κατάλογο των παραπτωμάτων, αλλά διωκόταν ως γενική παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος.

ΠαράμετροςΠροϊσχύον καθεστώςΑπό 1.1.2026
ΧαρακτηρισμόςΔεν κατονομαζόταν, υπαγόταν στη γενική παράβαση υπαλληλικού καθήκοντοςΡητό, αυτοτελές παράπτωμα (άρθρο 107 παρ. 1 περ. κστ’)
Οριστική παύσηΔεν υπήρχε κλειστός κατάλογοςΡητά επιτρεπτή (άρθρο 109 παρ. 1Α περ. β’)
Διοικητική κύρωσηΔεν προβλεπόταν10.000 έως 100.000 ευρώ σωρευτικά (άρθρο 109 παρ. 3)
Δυνητική αργία κατά τη δίωξηΠροϋπέθετε παράπτωμα που επισύρει οριστική παύσηΕνεργοποιείται (άρθρο 104 παρ. 1 περ. β’)
Αποδοχές σε αργίαΉμισυΉμισυ (άρθρο 105 παρ. 2)
Πειθαρχική συνδιαλλαγήΔεν υπήρχε ο θεσμόςΥπάρχει αλλά αποκλείεται (άρθρο 122Α παρ. 1)
Αρμόδιο όργανοΠρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλιαΠενταμελές Κλιμάκιο, λειτουργοί ΝΣΚ (άρθρα 119Α, 119Γ παρ. 2 περ. α’)
Κώλυμα επαναδιορισμού μετά οριστική παύσηΠενταετίαΔεκαετία (άρθρο 9 ΥΚ)

Πρώτη μεταβολή του νέου νόμου είναι ότι η οριστική παύση είναι δυνατή ανώτατη ποινή, όχι δέσμια συνέπεια. Το άρθρο 109 παρ. 2 επιβάλλει συνεκτίμηση των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης, της προσωπικότητας του υπαλλήλου και της υπηρεσιακής του εικόνας, με τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.

Περαιτέρω, το άρθρο 109 παρ. 4 περ. β’ ορίζει ότι για τα παραπτώματα που απαριθμεί δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου. Η έγγραφη επίπληξη, δηλαδή η ποινή που έκλεινε τέτοιες υποθέσεις στην πράξη, παύει να είναι διαθέσιμη.

Δεύτερη μεταβολή, είναι ότι το άρθρο 104 παρ. 1 περ. β’ επιτρέπει τη δυνητική θέση σε αργία όταν έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα που μπορεί να επισύρει οριστική παύση.

Από τη στιγμή που η συμμετοχή σε εταιρεία εντάχθηκε στον κατάλογο του άρθρου 109 παρ. 1Α, η προϋπόθεση συντρέχει. Πρακτικά, ο υπάλληλος μπορεί να βρεθεί σε αργία με το ήμισυ των αποδοχών ενόσω εκκρεμεί η υπόθεση.

Η τρίτη μεταβολή, είναι δικονομική. Το άρθρο 122Α εισήγαγε την πειθαρχική συνδιαλλαγή, μηχανισμό ομολογίας με μειωμένη ποινή. Η παρ. 1 τον επιφυλάσσει σε παραπτώματα που δεν επισύρουν οριστική παύση. Η παράβαση του άρθρου 32 εξαιρείται εξ ορισμού. Ο υπάλληλος που θα ήθελε να κλείσει την υπόθεση συναινετικά δεν έχει τη δυνατότητα.

Γιατί η συμμετοχή που ξεκίνησε πριν το 2026 κρίνεται με το νέο καθεστώς;

Το άρθρο 66 παρ. 2 του Ν. 5225/2025 ορίζει ότι για τα πειθαρχικά παραπτώματα εξακολουθητικού χαρακτήρα κρίσιμος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο παύουν να τελούνται.

Η κατοχή εταιρικού μεριδίου δεν είναι στιγμιαία πράξη αλλά διαρκής κατάσταση. Ο υπάλληλος που απέκτησε μερίδια στο παρελθόν και τα διατηρεί, κρίνεται με το καθεστώς της ημέρας που θα τα μεταβιβάσει, όχι της ημέρας που τα απέκτησε.

Η διάταξη λειτουργεί σε συνδυασμό με το άρθρο 108 παρ. 3 ΥΚ, το οποίο ο ίδιος νόμος πρόσθεσε. Αν από την τέλεση του παραπτώματος μέχρι το πέρας της διαδικασίας ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται ο ευμενέστερος. Η αρχή αυτή προστατεύει όποιον έπαυσε την παράβαση, αλλά δεν προστατεύει όποιον συνεχίζει.

Η ίδια λογική διατρέχει και την παραγραφή. Το άρθρο 112 παρ. 2 προσέθεσε εδάφιο κατά το οποίο η παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων με διαρκή χαρακτήρα εκκινεί από την τελευταία πράξη που συνιστά πειθαρχική παράβαση. Όσο το μερίδιο παραμένει, η παραγραφή δεν αρχίζει καν να τρέχει. Επομένως, η πενταετία ή η επταετία δεν ξεκινά από την απόκτηση αλλά από τη μεταβίβαση.

Εδώ ανοίγει ένα ερμηνευτικό ζήτημα που ο νόμος άφησε ανοιχτό. Το άρθρο 10 του Ν. 5225/2025 πρόσθεσε δύο νέες περιπτώσεις στον κατάλογο του άρθρου 107 (τις ζα’ και ιθα’), με αποτέλεσμα η προϊσχύουσα περ. κε’ να μετατοπιστεί σε κστ’. Οι παραπομπές όμως των άρθρων 109 παρ. 4 και 112 παρ. 1 εξακολουθούν να γράφουν «κε’», χωρίς περιγραφή περιεχομένου. Αντίθετα, το άρθρο 109 παρ. 3 γράφει «περ. κε’» αλλά προσθέτει ρητή περιγραφή, αναφερόμενο σε «συμμετοχή σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32».

Η βούληση του νομοθέτη προκύπτει από την περιγραφή. Άλλωστε η νέα περ. κε’ αφορά την παράλειψη δίωξης από τα πειθαρχικά όργανα, για την οποία η επταετής παραγραφή με εκκίνηση από τη γνώση του προϊσταμένου θα ήταν λογικά ασυνάρτητη. Η ερμηνεία που αντιστοιχίζει τις παραπομπές στην προϊσχύουσα αρίθμηση είναι η μόνη που στέκει, χωρίς αυτό να αναιρεί ότι το ζήτημα θα τεθεί ενώπιον των πειθαρχικών οργάνων.

Η πρακτική συνέπεια δεν εξαρτάται από τη λύση του ζητήματος. Ακόμη και αν επικρατούσε η στενή γραμματική ανάγνωση, το άρθρο 112 παρ. 2 για τα διαρκή παραπτώματα εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη περίπτωση του καταλόγου.

Η εμπειρία από υποθέσεις πειθαρχικού ελέγχου δείχνει ότι το επιχείρημα της παραγραφής προβάλλεται σχεδόν πάντοτε πρώτο και σχεδόν πάντοτε προσκρούει, στη διάκριση μεταξύ στιγμιαίας πράξης και διαρκούς κατάστασης.

Πότε ενεργοποιείται η υποχρέωση δήλωσης και τι επισύρει η παράλειψή της;

Το άρθρο 32 παρ. 1 ΥΚ επιβάλλει στον υπάλληλο να δηλώνει στην υπηρεσία του τη συμμετοχή του σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου οποιασδήποτε μορφής, εξαιρουμένων μόνο των σωματείων και των κοινωφελών ιδρυμάτων. Η υποχρέωση δεν περιορίζεται στις απαγορευμένες συμμετοχές. Καλύπτει και τις επιτρεπόμενες, όπως η ενεργειακή κοινότητα ή η ιδιότητα του απλού μέλους ΚοινΣΕπ.

Η παράλειψη δήλωσης, επομένως, συνιστά αυτοτελή παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος κατά την περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 107, ανεξάρτητα από το αν η ίδια η συμμετοχή ήταν επιτρεπτή.

Ο Ν. 5225/2025 ενίσχυσε το πλαίσιο προσθέτοντας στην περ. στ’ της ίδιας παραγράφου την παράλειψη δήλωσης κωλύματος συμφέροντος ως ρητό παράπτωμα.

Σε σχέση με τη δήλωση ανακύπτουν δυο ζητήματα:

  • Αφενός το άρθρο 112 παρ. 1 εδ. γ’ ορίζει ότι για ορισμένα παραπτώματα η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία που ο αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος έλαβε γνώση της τέλεσης της πράξης και, επομένως, όσο δεν υπάρχει δήλωση, δεν υπάρχει γνώση, άρα η παραγραφή δεν εκκινεί.
  • Αφετέρου, η υποβολή της δήλωσης παράγει ακριβώς αυτή τη γνώση και μπορεί να εκκινήσει τη δίωξη.

Τέλος, ατομική επιχείρηση βρίσκεται εκτός του άρθρου 32, γιατί δεν συνιστά νομικό πρόσωπο. Υπάγεται στο άρθρο 31 περί άσκησης ιδιωτικού έργου με αμοιβή και επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις, με προηγούμενη άδεια. Η παρ. 3 του άρθρου 31 απαγορεύει πάντως την κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας, οπότε η διάκριση μεταξύ μεμονωμένου έργου και εμπορικής δραστηριότητας γίνεται κρίσιμη.

Πότε επιτρέπονται μετοχές ΑΕ και πότε ενεργοποιείται το κώλυμα συμφέροντος;

Η κατοχή μετοχών ανώνυμης εταιρείας επιτρέπεται κατ’ αρχήν. Το άρθρο 32 παρ. 3 ΥΚ απαγορεύει μόνο την απόκτηση μετοχών εταιρειών που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας του υπαλλήλου.

Η απαγόρευση εκτείνεται στον σύζυγο και στα ανήλικα τέκνα. Εξ αντιδιαστολής, ο υπάλληλος μπορεί να κατέχει μετοχές, να μετέχει και να ψηφίζει στις γενικές συνελεύσεις κάθε άλλης ΑΕ.

Όταν η απαγόρευση συντρέχει, ο νόμος δίνει δύο διεξόδους. Ο υπάλληλος υποβάλλει δήλωση και εντός ενός έτους είτε μεταβιβάζει τις μετοχές είτε ζητά μετακίνηση σε άλλη αρχή της υπηρεσίας του ή μετάταξη σε άλλη δημόσια υπηρεσία ή ΝΠΔΔ.

Η μετακίνηση ή η μετάταξη είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία, διενεργείται κατά τα άρθρα 66 και 74 ΥΚ και δεν αφήνει διακριτική ευχέρεια. Κατά το ενδιάμεσο διάστημα ο υπάλληλος εμπίπτει στο κώλυμα συμφέροντος του άρθρου 36 ΥΚ και οφείλει αποχή από κάθε ενέργεια που αφορά την εταιρεία.

Χωριστό ζήτημα εγείρει η πλειοψηφική συμμετοχή. Ο μέτοχος που κατέχει άνω του 50% του μετοχικού κεφαλαίου ελέγχει τον διορισμό του διοικητικού συμβουλίου. Ο μοναδικός μέτοχος μονοπρόσωπης ΑΕ τον ελέγχει απόλυτα.

Κατά την κρατούσα θεωρητική άποψη, η κατοχή της πλειοψηφίας οδηγεί σε πραγματικό έλεγχο της διοίκησης και εμπίπτει στην απαγόρευση, γιατί η αντίθετη ερμηνεία θα επέτρεπε τη διοίκηση εταιρείας μέσω παρένθετου προσώπου.

Η θέση αυτή δεν στηρίζεται σε ρητή διάταξη ούτε σε αποδεκτή γνωμοδότηση, οπότε η οριοθέτηση του ποσοστού πάνω από το οποίο θεωρείται ότι ο μέτοχος διοικεί εν τοις πράγμασι, παραμένει ανοιχτή και διαφοροποιείται κατά περίπτωση.

Πώς αίρεται το ασυμβίβαστο σε μερίδια που αποκτήθηκαν με κληρονομιά;

Η κληρονομική κτήση δεν νομιμοποιεί την κατοχή. Δημιουργείται ασυμβίβαστο μεταξύ της υπαλληλικής ιδιότητας και της συμμετοχής, το οποίο αίρεται μόνο με μεταβίβαση του συνόλου των μεριδίων.

Η γνωμοδότηση ΝΣΚ 385/2008 το έκρινε ομόφωνα για την ΕΠΕ και δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι η μεταβίβαση πρέπει να γίνει εντός έτους από την υποβολή της δήλωσης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 3 εδ. β’ ΥΚ.

Η ετήσια προθεσμία δεν προκύπτει από ρητή διάταξη για τα εταιρικά μερίδια. Ο νόμος την προβλέπει μόνο για τις μετοχές ΑΕ. Η επέκτασή της στα μερίδια στηρίζεται σε αναλογία και μάλιστα σε γνώμη πλειοψηφίας, όχι ομοφωνίας.

Η μεταβίβαση των μεριδίων έχει διαφορετικές τυπικές απαιτήσεις ανά μορφή. Στην ΕΠΕ ο συμβολαιογραφικός τύπος είναι συστατικός και το ιδιωτικό συμφωνητικό απολύτως άκυρο.

Στην ΙΚΕ αρκεί το ιδιωτικό έγγραφο κατά το άρθρο 84 παρ. 1 του Ν. 4072/2012, εκτός αν εισφέρεται περιουσιακό στοιχείο για το οποίο ο νόμος απαιτεί συμβολαιογραφικό τύπο. Μια άκυρη μεταβίβαση δεν αίρει το ασυμβίβαστο και αφήνει τον υπάλληλο εκτεθειμένο στην ίδια ακριβώς θέση, με τη διαφορά ότι πλέον έχει δηλώσει.

Τι σημαίνει η παράνομη συμμετοχή για την εταιρεία και τους λοιπούς εταίρους;

Η εταιρεία δεν πάσχει. Το άρθρο 32 ΥΚ ανήκει στο δημοσιοϋπαλληλικό και όχι στο εταιρικό δίκαιο. Απευθύνεται στον υπάλληλο, θεμελιώνει προσωπική πειθαρχική ευθύνη και δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της εταιρικής σύμβασης ούτε κώλυμα λειτουργίας του νομικού προσώπου. Η παράβαση κρίνεται στη σχέση υπαλλήλου και υπηρεσίας, όχι στη σχέση εταιρείας και τρίτων.

Ο κίνδυνος μετατοπίζεται στους λοιπούς εταίρους. Όταν ο ένας από τους τρεις ιδρυτές μιας ΙΚΕ είναι δημόσιος υπάλληλος, η άρση του ασυμβιβάστου απαιτεί έξοδό του, δηλαδή ανακατανομή μεριδίων υπό προθεσμία που δεν ελέγχουν οι υπόλοιποι.

Αν το καταστατικό δεν προβλέπει μηχανισμό αποτίμησης, η αποχώρηση γίνεται υπό διαπραγματευτική πίεση εις βάρος όποιου βιάζεται. Αν προβλέπει δικαίωμα προτίμησης χωρίς προθεσμία άσκησης, το δικαίωμα μπορεί να ενεργοποιηθεί όταν πια η προθεσμία της υπηρεσίας έχει παρέλθει.

Το ίδιο ζήτημα εμφανίζεται με άλλη μορφή στον νομικό έλεγχο πριν από επένδυση ή εξαγορά. Η ύπαρξη δημοσίου υπαλλήλου στη σύνθεση των εταίρων δεν είναι ελάττωμα της εταιρείας αλλά είναι εκκρεμότητα με χρονικό ορίζοντα εκτός ελέγχου του αγοραστή.

Η εμπειρία από υποθέσεις μεταβίβασης εταιρικών συμμετοχών δείχνει ότι το ζήτημα εντοπίζεται σπάνια εγκαίρως, γιατί το ΓΕΜΗ δεν καταγράφει την επαγγελματική ιδιότητα του εταίρου. Ανακύπτει συνήθως όταν έχει ήδη υπογραφεί προσύμφωνο.

Η προληπτική αντιμετώπιση είναι συμβατική. Ρήτρα υποχρεωτικής εξόδου με προκαθορισμένη μέθοδο αποτίμησης, δήλωση και εγγύηση του εταίρου ως προς την απουσία υπαλληλικής ιδιότητας, δικαίωμα εξαγοράς με ενεργοποίηση από τη γνωστοποίηση του ασυμβιβάστου.

Καθένα από αυτά απαιτεί ad hoc διατύπωση, γιατί η προθεσμία που επιβάλλει το άρθρο 32 τρέχει προς την υπηρεσία και όχι προς την εταιρεία, με αποτέλεσμα οι δύο χρόνοι να πρέπει να συγχρονιστούν συμβατικά.

Συχνές Ερωτήσεις

Μπορεί δημόσιος υπάλληλος να είναι ετερόρρυθμος εταίρος;

Όχι. Το άρθρο 32 παρ. 2 ΥΚ απαγορεύει τη συμμετοχή σε οποιαδήποτε προσωπική εμπορική εταιρεία, χωρίς διάκριση μεταξύ ομόρρυθμου και ετερόρρυθμου εταίρου. Η ετερόρρυθμη εταιρεία έχει νομική προσωπικότητα και επιδιώκει εμπορικό σκοπό κατά το άρθρο 271 παρ. 1 του Ν. 4072/2012, εντασσόμενη στις προσωπικές εταιρείες. Ο περιορισμός της ευθύνης του ετερόρρυθμου δεν αναιρεί την ιδιότητα του εταίρου, η οποία και μόνη αρκεί για την ενεργοποίηση της απαγόρευσης. Ούτε η αποχή από τη διαχείριση, την οποία προβλέπει ως κανόνα το άρθρο 274 παρ. 1 του ίδιου νόμου, μεταβάλλει την αξιολόγηση.

Επιτρέπεται η ατομική επιχείρηση σε δημόσιο υπάλληλο;

Η ατομική επιχείρηση δεν εμπίπτει στο άρθρο 32, γιατί δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο. Υπάγεται στο άρθρο 31 ΥΚ περί άσκησης ιδιωτικού έργου με αμοιβή και προϋποθέτει προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας. Η παρ. 3 του άρθρου 31 απαγορεύει την κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας, οπότε η άδεια δεν καλύπτει δραστηριότητα που έχει τα χαρακτηριστικά συστηματικής εμπορικής εκμετάλλευσης.

Επιτρέπεται η συμμετοχή σε ΚοινΣΕπ ή ΑΜΚΕ;

Στην ΚοινΣΕπ επιτρέπεται η ιδιότητα του απλού μέλους. Η γνωμοδότηση ΝΣΚ 112/2021 έκρινε ομόφωνα ότι ο υπάλληλος δεν κωλύεται από την παρ. 2 του άρθρου 32 να συμμετέχει ως απλό μέλος σε ΚοινΣΕπ και με οποιαδήποτε ιδιότητα σε ενεργειακή κοινότητα. Οι θέσεις του Προέδρου και του Ταμία της διοικούσας επιτροπής αποκλείονται κατά τη γνωμοδότηση ΝΣΚ 194/2018, με σκεπτικό που στηρίζεται στην εμπορική ιδιότητα της ΚοινΣΕπ και στην αλληλέγγυα ευθύνη του Προέδρου για οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Η διάκριση έχει σημασία, γιατί ο αποκλεισμός δεν καταλαμβάνει αδιακρίτως κάθε θέση της διοικούσας επιτροπής. Για την ΑΜΚΕ δεν υπάρχει αντίστοιχη αποδεκτή γνωμοδότηση και η κρατούσα άποψη δέχεται αναλογική εφαρμογή.

Χωρεί πειθαρχική συνδιαλλαγή για παράβαση του άρθρου 32;

Όχι. Το άρθρο 122Α παρ. 1 ΥΚ, που εισήχθη με τον Ν. 5225/2025, επιφυλάσσει τη συνδιαλλαγή σε παραπτώματα που δεν επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης. Η συμμετοχή σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32 περιλαμβάνεται ρητά στον κατάλογο της παρ. 1Α του άρθρου 109, οπότε εξαιρείται. Ο υπάλληλος δεν διαθέτει συναινετική διέξοδο και η υπόθεση εισάγεται σε Πενταμελές Κλιμάκιο.

Ισχύουν τα ίδια για τους δημοτικούς υπαλλήλους;

Το άρθρο 32 ΥΚ αφορά τους υπαλλήλους του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ. Οι δημοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι διέπονται από τον Ν. 3584/2007. Ο Ν. 5225/2025 τροποποίησε παράλληλα και τους δύο κώδικες, με τα άρθρα 49 έως 60 να αφορούν τον Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων. Η αντιστοιχία των ρυθμίσεων δεν είναι πλήρης και κάθε περίπτωση ελέγχεται στη βάση του οικείου κώδικα.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Κρίσιμος χρόνος: Η κρίσιμη ημερομηνία δεν είναι εκείνη της απόκτησης του μεριδίου αλλά εκείνη της παύσης της συμμετοχής. Κάθε ημέρα διατήρησης μετά την 1η Ιανουαρίου 2026 τοποθετεί την υπόθεση στο νέο καθεστώς.

Η έγγραφη επίπληξη δεν είναι πια διαθέσιμη: Το άρθρο 109 παρ. 4 περ. β’ ΥΚ αποκλείει ποινή κατώτερη του προστίμου. Η ήπια κατάληξη που έκλεινε τέτοιες υποθέσεις έπαψε να υπάρχει ως επιλογή του πειθαρχικού οργάνου.

Η αργία προηγείται της κρίσης: Το άρθρο 104 παρ. 1 περ. β’ ΥΚ επιτρέπει δυνητική αργία με το ήμισυ των αποδοχών από τη στιγμή της άσκησης της δίωξης, χωρίς να έχει κριθεί η ουσία.

Η ΙΚΕ δεν σώζεται από την αδράνεια: Το κριτήριο είναι ο εταιρικός τύπος. Μια ΙΚΕ χωρίς κύκλο εργασιών, χωρίς προσωπικό και χωρίς δραστηριότητα παραμένει εμπορική εκ του νόμου και η κατοχή έστω ενός μεριδίου εμπίπτει στην απαγόρευση.

Η ετήσια προθεσμία στα μερίδια στηρίζεται σε αναλογία: Ο νόμος την προβλέπει ρητά μόνο για τις μετοχές ΑΕ. Για τα εταιρικά μερίδια προκύπτει από την κατά πλειοψηφία γνώμη της ΝΣΚ 385/2008 και δεν αποτελεί ασφαλές έρεισμα.

Ο συνέταιρος πληρώνει το τίμημα του χρόνου: Το καταστατικό που δεν προβλέπει μέθοδο αποτίμησης και προθεσμία άσκησης δικαιώματος προτίμησης αφήνει τους λοιπούς εταίρους να διαπραγματεύονται υπό πίεση προθεσμίας που δεν όρισαν οι ίδιοι.

Το ΓΕΜΗ δεν δείχνει την ιδιότητα: Στον νομικό έλεγχο πριν από εξαγορά ή επένδυση, η υπαλληλική ιδιότητα εταίρου δεν προκύπτει από τα δημοσιευμένα στοιχεία και εντοπίζεται μόνο με ρητή δήλωση και εγγύηση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για κάθε θέμα σχετικά με τη δυνατότητα συμμετοχής δημοσίου υπάλληλου σε εμπορικές εταιρείες.

Drag Along & Tag Along Δικαίωμα: Πότε Δεσμεύει η Ρήτρα

Ρήτρες Drag Along και Tag Along: Πού Δεσμεύουν Πραγματικά τη Μεταβίβαση Μετοχών;

Περιληπτικά:

  • Η ρήτρα drag along (δικαίωμα συμπαράσυρσης) επιτρέπει στην πλειοψηφία να υποχρεώσει τη μειοψηφία να πωλήσει μαζί της, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών. Η ρήτρα tag along (δικαίωμα προσκόλλησης) παρέχει στη μειοψηφία την ευχέρεια να πωλήσει μαζί με την πλειοψηφία, με τους ίδιους όρους.
  • Το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018 επιτρέπει ρητά την καταστατική κατοχύρωση και των δύο ρητρών στην ανώνυμη εταιρεία, ως μορφές δεσμευμένων μετοχών.
  • Η επιλογή του εγγράφου όπου αποτυπώνονται οι ρήτρες κρίνει το εύρος της προστασίας, καθώς η παραβίαση καταστατικής ρήτρας καθιστά τη μεταβίβαση άκυρη (ΑΠ 396/2019), ενώ η παραβίαση ρήτρας που υπάρχει μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία γεννά μόνο αξίωση αποζημίωσης (ΑΠ 1448/2014).
  • Το όριο ενεργοποίησης, η ταυτότητα τιμής και όρων, οι εξαιρέσεις και οι προθεσμίες άσκησης καθορίζουν την πραγματική λειτουργία των ρητρών και αποτελούν τα κρίσιμα σημεία της διαπραγμάτευσης.

Πότε χρησιμοποιείται το δικαίωμα drag along και πότε το tag along;

Το δικαίωμα drag along εξυπηρετεί την πλειοψηφία όταν αυτή σχεδιάζει ολική έξοδο, καθώς αυτό της επιτρέπει να συμπαρασύρει τη μειοψηφία στην πώληση, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών χωρίς εμπόδια.

Το δικαίωμα tag along προστατεύει τη μειοψηφία στην αντίστροφη περίπτωση: όταν η πλειοψηφία πωλεί, η μειοψηφία δικαιούται, χωρίς να υποχρεούται, να συμμεταβιβάσει τις δικές της μετοχές με την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους.

ΧαρακτηριστικόΔικαίωμα Drag AlongΔικαίωμα Tag Along
Προστατευόμενο μέροςΠλειοψηφούντες μέτοχοιΜειοψηφούντες μέτοχοι
Ποιος ασκεί το δικαίωμαΠλειοψηφούντες μέτοχοιΜειοψηφούντες μέτοχοι
ΣκοπόςΔιευκόλυνση πώλησης του συνόλου της εταιρείαςΔιασφάλιση ισότιμης εξόδου της μειοψηφίας
ΑποτέλεσμαΑναγκαστική πώληση μετοχών μειοψηφίαςΔυνατότητα συμμετοχής μειοψηφίας στην πώληση

Τα δύο δικαιώματα αφορούν την ίδια στιγμή της εταιρικής ζωής, τη μεταβίβαση των μετοχών σε τρίτο, αλλά κατανέμουν αντίστροφα την προστασία. Στην πράξη λειτουργούν αλληλοσυμπληρούμενα και περιλαμβάνονται από κοινού στο καταστατικό ή στη συμφωνία των μετόχων.

Η συνύπαρξή τους δημιουργεί ένα ισορροπημένο πλαίσιο, καθώς η πλειοψηφία διατηρεί τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει την επένδυσή της χωρίς εμπόδια και η μειοψηφία εξασφαλίζει δίκαιη και ισότιμη έξοδο.

Πώς λειτουργεί η ρήτρα drag along υπέρ της πλειοψηφίας;

Η ρήτρα drag along (δικαίωμα συμπαράσυρσης ή συμμεταβίβασης) είναι συμβατικός όρος που επιτρέπει στον πλειοψηφούντα μέτοχο ή σε ομάδα μετόχων να υποχρεώσει τους μειοψηφούντες να πωλήσουν τις μετοχές τους στον ίδιο τρίτο αγοραστή, με την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους που συμφωνήθηκαν για τις μετοχές της πλειοψηφίας.

Ο πρακτικός σκοπός της ρήτρας είναι η καθαρή έξοδος (clean exit). Ο αγοραστής που επιδιώκει πλήρη έλεγχο θέλει το 100% των μετοχών, ώστε να μην παραμείνουν μειοψηφούντες μέτοχοι με δικαιώματα παρεμπόδισης ή αξιώσεις. Χωρίς τη ρήτρα, ένας μειοψηφών μέτοχος μπορεί να αρνηθεί την πώληση και να ματαιώσει τη συναλλαγή ή να απαιτήσει δυσανάλογο αντάλλαγμα για τη συναίνεσή του.

Η ρήτρα διαφέρει από τη δικαστική εξαγορά μετοχών της μειοψηφίας που προβλέπουν τα άρθρα 45 επ. του Ν. 4548/2018, καθώς εκείνη προϋποθέτει συγκεκριμένους λόγους και δικαστική κρίση, ενώ το drag along ενεργοποιείται συμβατικά, με μόνη προϋπόθεση τη συνδρομή των προσυμφωνημένων όρων.

Τα βασικά πλεονεκτήματα για την πλειοψηφία είναι:

  • Διευκόλυνση πώλησης: η εταιρεία γίνεται ελκυστικότερη για αγοραστές, αφού η απόκτηση του συνόλου των μετοχών είναι εξασφαλισμένη.
  • Προστασία της εξόδου: η πλειοψηφία ρευστοποιεί την επένδυσή της χωρίς εμπόδια από τη μειοψηφία.
  • Αποφυγή αδιεξόδων: αποτρέπονται καταστάσεις όπου η μειοψηφία εκβιάζει τη συναλλαγή αρνούμενη την πώληση.

Το κόστος βαρύνει τη μειοψηφία, εφόσον ενδέχεται να πωλήσει παρά τη θέλησή της, ακόμη και αν εκτιμά ότι η εταιρεία έχει μεγαλύτερες προοπτικές, χάνοντας τη μελλοντική υπεραξία.

Πώς προστατεύει η ρήτρα tag along τη μειοψηφία;

Η ρήτρα tag along (δικαίωμα προσκολλήσεως) παρέχει στους μειοψηφούντες μετόχους το δικαίωμα, όχι την υποχρέωση, να συμμετάσχουν στην πώληση που πραγματοποιεί ο πλειοψηφών μέτοχος προς τρίτο, απαιτώντας από τον αγοραστή να αποκτήσει και τις δικές τους μετοχές με τους ίδιους όρους.

Ο μειοψηφών μέτοχος αποφεύγει έτσι δύο κινδύνους. Πρώτον, τον εγκλωβισμό στην εταιρεία με νέο πλειοψηφούντα μέτοχο, ο οποίος μπορεί να είναι ανεπιθύμητος ή να επιδιώκει διαφορετικά συμφέροντα. Δεύτερον, την απώλεια της ευκαιρίας να πωλήσει στη συμφέρουσα τιμή που εξασφάλισε η πλειοψηφία.

Η ρήτρα λειτουργεί συμπληρωματικά προς το δικαίωμα προτίμησης επί μετοχών, καθώς το δεύτερο ελέγχει ποιος εισέρχεται στη μετοχική σύνθεση, ενώ το tag along εξασφαλίζει με ποιους όρους εξέρχεται η μειοψηφία.

Τα βασικά οφέλη για τη μειοψηφία είναι:

  • Ισότιμη μεταχείριση: η μειοψηφία πωλεί με την τιμή και τους όρους της πλειοψηφίας.
  • Ρευστότητα: εξασφαλίζεται διέξοδος από μια κατά τα άλλα δύσκολα ρευστοποιήσιμη συμμετοχή σε μη εισηγμένη εταιρεία.
  • Επενδυτική εμπιστοσύνη: η ύπαρξη της ρήτρας διευκολύνει την προσέλκυση μειοψηφικών επενδυτών.

Το αντίστοιχο κόστος βαρύνει την πλειοψηφία, καθώς η πώληση περιπλέκεται, αφού ο αγοραστής καλείται να αποκτήσει περισσότερες μετοχές από όσες ίσως αρχικά επιδίωκε, ενώ ορισμένοι αγοραστές αποθαρρύνονται εντελώς.

Καταστατικό ή συμφωνία μετόχων: πού κατοχυρώνεται η ρήτρα;

Η επιλογή του εγγράφου κατοχύρωσης καθορίζει το εύρος της προστασίας. Η καταστατική ρήτρα δεσμεύει την εταιρεία και κάθε τρίτο, με συνέπεια η -κατά παράβαση- μεταβίβαση να είναι άκυρη. Η ρήτρα που περιλαμβάνεται μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία δεσμεύει αποκλειστικά τους συμβαλλομένους και η παραβίασή της γεννά μόνο αξίωση αποζημίωσης.

Στην ανώνυμη εταιρεία, το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018 προβλέπει ρητά αμφότερους τους μηχανισμούς ως επιτρεπτούς καταστατικούς περιορισμούς στη μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών (δεσμευμένες μετοχές):

«Το καταστατικό μπορεί να ορίσει και άλλες μορφές περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, όπως ιδίως:

γ) τον όρο ότι, προκειμένου να εγκριθεί η μεταβίβαση μετοχών σε τρίτο, ο τρίτος θα δεσμευθεί να αποκτήσει μετοχές και άλλων μετόχων, που θα προσφερθούν με τους ίδιους όρους με τους οποίους εγκρίνεται η μεταβίβαση ή και διαφορετικούς όρους, κατά τις διατάξεις του καταστατικού, ή

δ) τον όρο ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης μετοχών από μέτοχο σε τρίτο, οι λοιποί μέτοχοι θα υποχρεούνται να μεταβιβάσουν και αυτοί στον τρίτο ποσοστό αντίστοιχο μετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού».

Η περίπτωση γ’ αποτυπώνει τον μηχανισμό tag along και η περίπτωση δ’ τον μηχανισμό drag along. Οι ρήτρες μπορούν επομένως να ενταχθούν στα καταστατικά άρθρα της ΑΕ ως γνήσιοι όροι δεσμευμένων μετοχών. Η μεταβίβαση μετοχών ΑΕ που διενεργείται κατά παράβαση της καταστατικά προβλεπόμενης διαδικασίας είναι άκυρη, όπως έκρινε η ΑΠ 396/2019 για τις δεσμευμένες ονομαστικές μετοχές. Ο παραβαίνων μέτοχος δεν μεταβιβάζει έγκυρα και ο τρίτος δεν αποκτά τη μετοχική ιδιότητα.

Όταν, αντίθετα, η ρήτρα περιλαμβάνεται μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (Shareholders’ Agreement – SHA), η ισχύς της είναι αμιγώς ενοχική. Κατά την ΑΠ 1448/2014, οι εξωεταιρικές συμφωνίες παράγουν δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων και δεν θίγουν το κύρος των εταιρικών πράξεων που διενεργούνται κατά παράβασή τους. Ωστόσο, η υπαίτια παραβίαση θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, την οποία τα μέρη ενισχύουν στην πράξη με ποινική ρήτρα προσυμφωνημένου ύψους.

Η επιλογή εξετάζεται ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ο επενδυτής που επιδιώκει δέσμευση έναντι πάντων προκρίνει την καταστατική αποτύπωση. Η εμπιστευτικότητα και η ευελιξία αναθεώρησης συνηγορούν υπέρ της SHA, αφού το καταστατικό δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ και τροποποιείται μόνο με απόφαση γενικής συνέλευσης.

Η διατύπωση της καταστατικής ρήτρας ώστε να συνιστά λειτουργικό όρο του άρθρου 43, με ορισμένη διαδικασία, προθεσμίες και συνέπειες, απαιτεί προσαρμογή στο συγκεκριμένο μετοχικό σχήμα. Η απλή μεταφορά υποδείγματος αφήνει κενά που κρίνονται κατά περίπτωση, όταν πλέον η σύγκρουση έχει εκδηλωθεί.

ΚριτήριοΚαταστατική ρήτραΡήτρα μόνο σε SHA
ΔεσμευτικότηταΈναντι της εταιρείας και κάθε τρίτουΜόνο μεταξύ των συμβαλλομένων
Συνέπεια παραβίασηςΑκυρότητα της μεταβίβασης (ΑΠ 396/2019)Αξίωση αποζημίωσης ή ποινική ρήτρα (ΑΠ 1448/2014)
ΔημοσιότηταΔημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ, ορατή σε τρίτουςΕμπιστευτική μεταξύ των μερών
ΤροποποίησηΑπόφαση γενικής συνέλευσης για τροποποίηση καταστατικούΣυναίνεση των συμβαλλομένων
Νέοι μέτοχοιΔεσμεύονται αυτοδικαίως με την απόκτηση μετοχώνΔεσμεύονται μόνο εφόσον προσχωρήσουν στη συμφωνία (πράξη προσχώρησης, deed of adherence)

Επί ΙΚΕ, ΕΠΕ και προσωπικών εταιρειών

Αντίστοιχη ρητή πρόβλεψη δεν υπάρχει στις λοιπές εταιρικές μορφές. Η νομική βάση των ρητρών παραμένει η αρχή της συμβατικής ελευθερίας του άρθρου 361 του ΑΚ. Στην ΙΚΕ, η μεταβίβαση των μεριδίων είναι κατ’ αρχήν ελεύθερη (άρθρο 83 του Ν. 4072/2012), ενώ το άρθρο 84 παρ. 2 του ίδιου νόμου επιτρέπει στο καταστατικό να την αποκλείει ή να την περιορίζει, παρέχοντας έδαφος για αντίστοιχη καταστατική διαμόρφωση των μηχανισμών συμπαράσυρσης και προσκόλλησης.

Η εμπειρία από υποθέσεις εξόδου μετόχων σε μη εισηγμένες εταιρείες δείχνει ότι η παράλληλη αποτύπωση της ρήτρας σε καταστατικό και SHA, με ταυτόσημη διατύπωση, προλαμβάνει τις αντιφάσεις μεταξύ των δύο κειμένων που τροφοδοτούν δικαστικές αμφισβητήσεις κατά την εκτέλεση της συναλλαγής.

Ποια σημεία κρίνουν τη λειτουργικότητα των ρητρών drag along και tag along;

Τέσσερα σημεία καθορίζουν την πραγματική λειτουργία των ρητρών:

  • το όριο ενεργοποίησης,
  • η ταυτότητα τιμής και όρων,
  • οι εξαιρέσεις και
  • οι προθεσμίες.

Καθένα κατανέμει διαφορετικά τον κίνδυνο μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας, με αποτέλεσμα η ίδια ρήτρα να λειτουργεί προστατευτικά ή ασφυκτικά ανάλογα με τη διατύπωσή της.

Όροι ενεργοποίησης του drag along

Στη συναλλακτική πρακτική το όριο ενεργοποίησης ορίζεται συνήθως στο 75% των μετοχών, αλλά αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Προφανώς, υψηλότερο όριο προστατεύει τη μειοψηφία, ενώ χαμηλότερο διευκολύνει την έξοδο της πλειοψηφίας. Η μειοψηφία πρέπει να λαμβάνει την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους με την πλειοψηφία και να ειδοποιείται εγκαίρως για τη σχεδιαζόμενη πώληση.

Η μειοψηφία διαπραγματεύεται επιπλέον προστασίες: ελάχιστη τιμή ενεργοποίησης, καταβολή του τιμήματος αποκλειστικά σε μετρητά και περιορισμό των δηλώσεων και εγγυήσεων (representations and warranties) που καλείται να παράσχει στο μέτρο της δικής της συμμετοχής.

Κάθε μία από τις προβλέψεις αυτές, μεταβάλλει τον κίνδυνο του μειοψηφούντος μετόχου στη συναλλαγή και απαιτεί διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη μετοχική σχέση. Ορισμένες συμφωνίες εξαιρούν από την ενεργοποίηση συγκεκριμένες συναλλαγές, όπως μεταβιβάσεις προς συγγενικά πρόσωπα ή εταιρείες του ίδιου ομίλου.

Πεδίο εφαρμογής και προθεσμίες του tag along

Ορισμένες συμφωνίες επιτρέπουν την προσκόλληση μόνο όταν η πλειοψηφία πωλεί το σύνολο των μετοχών της, ενώ άλλες καταλαμβάνουν και μερικές πωλήσεις. Η άσκηση του δικαιώματος υπόκειται σε προθεσμία (για παράδειγμα 30 ημερών από την ειδοποίηση).

Ως προς την εκτέλεση, άλλες συμφωνίες υποχρεώνουν τον αγοραστή να αποκτήσει πρόσθετες μετοχές και άλλες προβλέπουν αναλογική (pro rata) μείωση των μετοχών που μεταβιβάζει η πλειοψηφία, ώστε το συνολικό μέγεθος της συναλλαγής να μείνει σταθερό.

Στους επενδυτικούς γύρους οι δύο ρήτρες αποτελούν σταθερό αίτημα των επενδυτών, από τους επενδυτικούς αγγέλους έως τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) και τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (private equity), διότι το drag along τους εξασφαλίζει έλεγχο της στρατηγικής εξόδου και το tag along ρευστότητα όταν πωλούν οι ιδρυτές.

Η εμπειρία από διαπραγματεύσεις επενδυτικών συμφωνιών δείχνει ότι το ύψος του ορίου και το εύρος των εξαιρέσεων είναι τα δύο σημεία όπου οι θέσεις ιδρυτών και επενδυτών αποκλίνουν περισσότερο.

Συχνές Ερωτήσεις

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ drag along και tag along;

Το drag along ασκείται από την πλειοψηφία και δημιουργεί υποχρέωση της μειοψηφίας να πωλήσει μαζί της, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών. Το tag along ασκείται από τη μειοψηφία και της παρέχει δικαίωμα, όχι υποχρέωση, να συμμετάσχει στην πώληση της πλειοψηφίας με τους ίδιους όρους. Το πρώτο διευκολύνει την έξοδο της πλειοψηφίας, το δεύτερο προστατεύει την έξοδο της μειοψηφίας.

Ισχύει η ρήτρα drag along όταν περιλαμβάνεται μόνο σε ιδιωτικό συμφωνητικό μετόχων;

Ισχύει, αλλά με ενοχική μόνο ενέργεια, καθώς δεσμεύει αποκλειστικά όσους την υπέγραψαν. Αν ο μειοψηφών μέτοχος αρνηθεί τη συμμεταβίβαση, η μεταβίβαση δεν ακυρώνεται και ο υπαίτιος οφείλει αποζημίωση ή την προσυμφωνημένη ποινική ρήτρα. Δέσμευση έναντι της εταιρείας και κάθε τρίτου, με ακυρότητα της μεταβίβασης, επιτυγχάνεται μόνο με καταστατική κατοχύρωση κατά το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018.

Τι σημαίνει η ενεργοποίηση του drag along για τον μέτοχο μειοψηφίας;

Ο μειοψηφών μέτοχος υποχρεούται να πωλήσει τις μετοχές του στον τρίτο αγοραστή με την τιμή και τους όρους που εξασφάλισε η πλειοψηφία, ακόμη και αν διαφωνεί με τη συναλλαγή. Η πραγματική του προστασία εξαρτάται από όσα προσυμφωνήθηκαν: ταυτότητα τιμής, τρόπος καταβολής του τιμήματος, έκταση των δηλώσεων που καλείται να παράσχει και τυχόν ελάχιστη αποτίμηση κάτω από την οποία η ρήτρα δεν ενεργοποιείται.

Τι όρους περιλαμβάνει τυπικά μια ρήτρα drag along ή tag along;

Οι βασικοί όροι είναι το όριο ενεργοποίησης, η ρητή πρόβλεψη ίδιας τιμής και όρων για όλους τους μετόχους, η διαδικασία και η προθεσμία ειδοποίησης, η προθεσμία άσκησης του δικαιώματος, οι εξαιρούμενες συναλλαγές και ο μηχανισμός εκτέλεσης, δηλαδή αν ο αγοραστής αποκτά πρόσθετες μετοχές ή αν οι πωλούμενες μειώνονται αναλογικά.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Συμμετρική πρόβλεψη των δύο ρητρών: Η ταυτόχρονη κατοχύρωση drag along και tag along ισορροπεί τα συμφέροντα πλειοψηφίας και μειοψηφίας και αποτρέπει μονομερείς διατυπώσεις που αποθαρρύνουν μελλοντικούς επενδυτές ή συνιδρυτές.

Έλεγχος του καταστατικού πριν από κάθε επενδυτικό γύρο: Αν το υφιστάμενο καταστατικό δεν προβλέπει τις ρήτρες ή προβλέπει ασύμβατους περιορισμούς μεταβίβασης, η εναρμόνισή του πρέπει να προηγηθεί της επένδυσης, αφού η μεταγενέστερη τροποποίηση απαιτεί απόφαση γενικής συνέλευσης με τη συναίνεση που ενδέχεται να μην είναι πλέον διαθέσιμη.

Ταυτόσημη διατύπωση σε καταστατικό και SHA: Όταν η ρήτρα αποτυπώνεται και στα δύο κείμενα, κάθε απόκλιση στη διατύπωση δημιουργεί ερμηνευτικό ζήτημα για το ποια εκδοχή υπερισχύει. Η ευθυγράμμιση των δύο κειμένων είναι αντικείμενο νομικής επιμέλειας κατά την κατάρτιση και κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση.

Σαφής μηχανισμός τιμής: Η αναφορά σε «ίδια τιμή και όρους» χρειάζεται συγκεκριμενοποίηση για μη χρηματικά ανταλλάγματα, τμηματικές καταβολές και ρήτρες αναπροσαρμογής τιμήματος, διαφορετικά η εκτέλεση της ρήτρας προσφέρει πεδίο αμφισβήτησης.

Πρόβλεψη πράξης προσχώρησης για νέους μετόχους: Όταν οι ρήτρες υπάρχουν μόνο σε SHA, κάθε νέος μέτοχος πρέπει να προσχωρεί ρητά στη συμφωνία, διαφορετικά δεν δεσμεύεται από αυτές και το προστατευτικό πλέγμα διαρρηγνύεται.

 Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα δικαιώματα Drag Along και Tag Along.

NIS2: Πότε Υπάγεται μια Επιχείρηση και τι Ευθύνη Φέρει

Υπαγωγή στη NIS2: κριτήρια, ευθύνη διοίκησης και κυρώσεις μη συμμόρφωσης

Εν συντομία:

  • Η υπαγωγή μιας επιχείρησης στη NIS2 κρίνεται σωρευτικά από δύο κριτήρια: δραστηριότητα σε τομέα των Παραρτημάτων Ι ή ΙΙ του Ν. 5160/2024 και μέγεθος τουλάχιστον μεσαίας επιχείρησης. Ορισμένες οντότητες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους.
  • Οι υπόχρεες επιχειρήσεις διακρίνονται σε βασικές και σημαντικές οντότητες. Η διάκριση καθορίζει την ένταση της εποπτείας και το ανώτατο πρόστιμο: έως 10 εκατ. ευρώ ή 2% του κύκλου εργασιών για τις βασικές, έως 7 εκατ. ευρώ ή 1,4% για τις σημαντικές.
  • Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες δεν υπάγονται στις υποχρεώσεις της NIS2 αλλά στον Κανονισμό DORA, που λειτουργεί ως ειδικότερο νομικό πλαίσιο.
  • Η υπαγωγή ενεργοποιεί μέτρα διαχείρισης κινδύνων, αναφορά περιστατικών σε αυστηρές προθεσμίες, ορισμό Υπεύθυνου Ασφάλειας και εγγραφή στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας.
  • Η ευθύνη δεν περιορίζεται μόνο στην οντότητα, αλλά και τα μέλη της διοίκησης φέρουν προσωπική ευθύνη για την έγκριση και εποπτεία των μέτρων.

Πότε υπάγεται μια επιχείρηση στη NIS2;

Η υπαγωγή κρίνεται σωρευτικά από δύο κριτήρια. Πρώτον, η επιχείρηση να δραστηριοποιείται σε τομέα των Παραρτημάτων Ι ή ΙΙ του Ν. 5160/2024, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 (NIS2). Δεύτερον, να υπερβαίνει το όριο μεγέθους της μεσαίας επιχείρησης.

Το κριτήριο του τομέα καλύπτει ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων (πχ ενέργεια, μεταφορές, υγεία, τραπεζικές υπηρεσίες, ψηφιακές υποδομές και πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών). Τομείς που υπό την προηγούμενη Οδηγία NIS έμεναν εκτός (όπως η παραγωγή και διανομή τροφίμων, η διαχείριση αποβλήτων, η παρασκευή χημικών προϊόντων, ο κατασκευαστικός τομέας και οι ταχυδρομικές υπηρεσίες), τώρα υπάγονται. Πολλές μεσαίες επιχειρήσεις εμπίπτουν πλέον στο πεδίο εφαρμογής, χωρίς να το έχουν αντιληφθεί.

Το κριτήριο του μεγέθους παραπέμπει στον ορισμό της μεσαίας επιχείρησης κατά τη σύσταση 2003/361/ΕΚ (απασχόληση τουλάχιστον 50 ατόμων ή ετήσιος κύκλος εργασιών άνω των 10 εκατ. ευρώ). Ωστόσο, ορισμένες κατηγορίες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών εμπιστοσύνης, τα μητρώα ονομάτων τομέα ανωτάτου επιπέδου, οι πάροχοι υπηρεσιών DNS και οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Στις περιπτώσεις αυτές, ακόμη και μια πολύ μικρή εταιρεία υπάγεται πλήρως.

Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες που καλύπτει ο Κανονισμός DORA (Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554) εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις διαχείρισης κινδύνων και αναφοράς της NIS2, καθώς ο DORA λειτουργεί ως ειδικότερο νομικό πλαίσιο και θεσπίζει αυστηρότερες απαιτήσεις για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Μια τράπεζα ή ασφαλιστική επιχείρηση συμμορφώνεται με το πλαίσιο του DORA, όχι με εκείνο της NIS2.

Ζητήματα προκύπτουν σε επιχειρήσεις με μεικτές δραστηριότητες, ομιλικές δομές με θυγατρικές σε διαφορετικούς τομείς ή εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες υποστήριξης σε υπόχρεες οντότητες, οι αποίες χρειάζονται κατά περίπτωση νομική κρίση για να προσδιοριστεί αν και υπό ποια ιδιότητα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής.

Βασική ή σημαντική οντότητα: τι αλλάζει στην πράξη;

Η διάκριση μεταξύ βασικής (essential) και σημαντικής (important) οντότητας καθορίζει α) την ένταση της εποπτείας και β) το ύψος των κυρώσεων. Οι βασικές οντότητες υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία και υψηλότερα ανώτατα πρόστιμα. Οι σημαντικές οντότητες υπόκεινται σε κατασταλτική εποπτεία και χαμηλότερα ανώτατα όρια. Η ορθή κατάταξη επηρεάζει άμεσα την έκθεση της επιχείρησης σε κίνδυνο.

ΣτοιχείοΒασικές οντότητεςΣημαντικές οντότητες
ΕποπτείαΠροληπτική και κατασταλτική (ex-ante και ex-post)Κατασταλτική (ex-post), κατόπιν ενδείξεων παράβασης
Ανώτατο πρόστιμοΈως 10 εκατ. ευρώ ή 2% του παγκόσμιου κύκλου εργασιώνΈως 7 εκατ. ευρώ ή 1,4% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών
Ενδεικτικοί τομείςΕνέργεια, μεταφορές, τράπεζες, υγεία, πόσιμο νερό, ψηφιακές υποδομέςΤαχυδρομεία, διαχείριση αποβλήτων, τρόφιμα, χημικά, κατασκευές, πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών

Η κατάταξη προκύπτει από τον τομέα δραστηριότητας και το μέγεθος, όπως ορίζονται στα Παραρτήματα του νόμου. Ωστόσο, για επιχειρήσεις που λειτουργούν σε περισσότερους του ενός τομείς, η κατάταξη μπορεί να μεταβάλλεται ανά δραστηριότητα και να καθορίζει διαφορετικό επίπεδο υποχρεώσεων για διαφορετικά τμήματα της ίδιας οντότητας.

Ποιες υποχρεώσεις ενεργοποιεί η υπαγωγή;

Η υπαγωγή ενεργοποιεί τέσσερις δέσμες υποχρεώσεων:

  • Πρώτον, τη λήψη τεχνικών, επιχειρησιακών και οργανωτικών μέτρων διαχείρισης κινδύνων κατά το άρθρο 15 του Ν. 5160/2024.
  • Δεύτερον, την αναφορά σημαντικών περιστατικών σε αυστηρές προθεσμίες.
  • Τρίτον, τον ορισμό Υπεύθυνου Ασφάλειας.
  • Τέταρτον, την εγγραφή στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας.

Τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων εξειδικεύονται από την ΚΥΑ 1689/2025, που θέσπισε το Εθνικό Πλαίσιο Απαιτήσεων Κυβερνοασφάλειας. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πολιτικές ανάλυσης και διαχείρισης κινδύνων, διαχείριση περιστατικών, επιχειρησιακή συνέχεια, ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού, κρυπτογράφηση, έλεγχο πρόσβασης και πολυπαραγοντική ταυτοποίηση. Το πλαίσιο απαιτεί τα μέτρα να είναι αναλογικά προς τον βαθμό έκθεσης της οντότητας σε κίνδυνο.

Επίσης, η αναφορά περιστατικών ακολουθεί πολυεπίπεδη προσέγγιση. Η οντότητα οφείλει έγκαιρη προειδοποίηση εντός 24 ωρών από τη στιγμή που αντιλήφθηκε το σημαντικό περιστατικό, πλήρη ενημέρωση εντός 72 ωρών, ενδιάμεση έκθεση κατά την αντιμετώπιση και τελική έκθεση εντός ενός μηνός. Η μη τήρηση των προθεσμιών συνιστά αυτοτελή παράβαση, ανεξάρτητα από την έκβαση του ίδιου του περιστατικού.

Σημειώνεται ότι ο ορισμός Υπεύθυνου Ασφάλειας Συστημάτων Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΥΑΣΠΕ) διαφέρει νομικά από τον Υπεύθυνο Προστασίας Δεδομένων (DPO) του GDPR. Ο πρώτος εστιάζει στην ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών, ο δεύτερος στη νομιμότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων.

Σε πολλές επιχειρήσεις οι δύο ρόλοι συνυπάρχουν με διακριτές αρμοδιότητες και η σύγχυσή τους δημιουργεί κενά συμμόρφωσης. Η NIS2 αποτελεί το πλαίσιο ενός ευρύτερου ψηφιακού κανονιστικού πλαισίου, στο οποίο εντάσσονται επίσης ο Κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη και η νομοθεσία προστασίας δεδομένων.

Τι ευθύνη φέρει προσωπικά η διοίκηση;

Η ευθύνη δεν περιορίζεται στην οντότητα. Τα διοικητικά όργανα εγκρίνουν τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων κυβερνοασφάλειας και εποπτεύουν την εφαρμογή τους, κατά το άρθρο 20 της Οδηγίας 2022/2555. Η παράλειψη αυτού του καθήκοντος επισύρει προσωπική ευθύνη των μελών της διοίκησης, πέρα από το διοικητικό πρόστιμο που βαρύνει την ίδια την επιχείρηση.

Πρακτικά, η υποχρέωση σημαίνει ότι η κυβερνοασφάλεια παύει να είναι αποκλειστικά ζήτημα του τμήματος πληροφορικής και ανάγεται σε καθήκον επιμέλειας της διοίκησης. Τα μέλη οφείλουν να παρακολουθούν σχετική κατάρτιση και να είναι σε θέση να αξιολογούν τους κινδύνους και την επάρκεια των μέτρων. Η τυπική ανάθεση σε τρίτο πάροχο δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την ευθύνη εποπτείας.

Η μετάβαση από τη συλλογική ευθύνη της οντότητας στην προσωπική ευθύνη των μελών της διοίκησής της, έχει συγκεκριμένες συνέπειες ως προς την τεκμηρίωση. Η καταγραφή των εγκρίσεων, η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών και η τεκμηρίωση της παρακολούθησης των μέτρων αποκτούν διαφορετική σημασία σε περίπτωση ελέγχου.

Πώς κατανέμεται συμβατικά ο κίνδυνος της αλυσίδας εφοδιασμού;

Η ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού είναι ρητή υποχρέωση της υπόχρεης οντότητας κατά το άρθρο 21 της Οδηγίας 2022/2555. Η επιχείρηση οφείλει να αξιολογεί τους προμηθευτές της από την άποψη της κυβερνοασφάλειας και να κατανέμει τον σχετικό κίνδυνο. Η κατανομή αυτή γίνεται κατά κύριο λόγο συμβατικά, μέσω ρητρών που μετακυλίουν συγκεκριμένες απαιτήσεις στους τρίτους.

Η εμπειρία από υποθέσεις συμβατικής κατανομής κινδύνου με προμηθευτές δείχνει ότι οι τυποποιημένοι όροι σπάνια επαρκούν όταν ο προμηθευτής έχει πρόσβαση σε κρίσιμα συστήματα ή δεδομένα. Οι ουσιαστικές ρήτρες πρέπει να περιλαμβάνουν απαιτήσεις ασφαλείας με συγκεκριμένο περιεχόμενο, δικαίωμα ελέγχου της συμμόρφωσης του προμηθευτή, υποχρέωση άμεσης ενημέρωσης για περιστατικά που τον αφορούν και κατανομή της ευθύνης για ζημία που προέρχεται από αδυναμία στην πλευρά του.

Κάθε μία από τις παραπάνω ρήτρες απαιτεί ad hoc διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη σχέση. Η αόριστη αναφορά σε «συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία» δεν μεταφέρει ουσιαστικά τον κίνδυνο. Όταν η ίδια η επεξεργασία αφορά προσωπικά δεδομένα, η συμβατική κάλυψη πρέπει να συντονίζεται με τη σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 του GDPR, ώστε οι δύο δέσμες υποχρεώσεων να μην αφήνουν κενά.

Τι κίνδυνο επιφέρει η μη συμμόρφωση;

Η μη συμμόρφωση επισύρει κλιμακούμενες κυρώσεις. Πέρα από τα διοικητικά πρόστιμα, η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας μπορεί να εκδώσει εντολές συμμόρφωσης με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, να επιβάλει περιορισμούς στη λειτουργία συστημάτων, να διατάξει διακοπή λειτουργίας υποδομής και να δημοσιοποιήσει τις παραβάσεις. Η βαρύτητα της κύρωσης συναρτάται με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης.

Το ύψος των προστίμων κλιμακώνεται βάσει της σοβαρότητας της παράβασης, της τυχόν υποτροπής, του βαθμού συνεργασίας με τις αρχές και των μέτρων που λήφθηκαν για την άμεση διόρθωση. Η έγκαιρη και τεκμηριωμένη ανταπόκριση σε ένα περιστατικό μπορεί να λειτουργήσει ελαφρυντικά, ενώ η απόκρυψη ή η καθυστερημένη αναφορά επιβαρύνει τη θέση της οντότητας.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η περίπτωση που το περιστατικό αφορά και προσωπικά δεδομένα. Όταν κυβερνοεπίθεση οδηγεί σε διαρροή δεδομένων ενεργοποιεί σωρευτικά τις υποχρεώσεις της NIS2 και του GDPR, με χωριστές προθεσμίες αναφοράς προς διαφορετικές αρχές και κίνδυνο διπλής κύρωσης. Ο συντονισμός της απόκρισης απαιτεί προηγούμενη συμμόρφωση με τον GDPR, ώστε οι δύο ροές υποχρεώσεων να αντιμετωπίζονται ενιαία και όχι αποσπασματικά.

Συχνές ερωτήσεις

Ποιους αφορά η NIS2;

Η NIS2 αφορά μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς υψηλής ή σημαντικής κρισιμότητας των Παραρτημάτων Ι και ΙΙ του Ν. 5160/2024, καθώς και ορισμένες κατηγορίες παρόχων που υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους. Δεν αφορά κατά κανόνα τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, εκτός αν εμπίπτουν σε κατηγορία που υπάγεται ανεξαρτήτως μεγέθους.

Ποια είναι η προθεσμία συμμόρφωσης και υπάρχει παράταση;

Οι υποχρεώσεις απορρέουν ήδη από τον Ν. 5160/2024 και την ΚΥΑ 1689/2025, με προθεσμίες εγγραφής στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας που έχουν ήδη παρέλθει για τις πρώτες κατηγορίες υπόχρεων. Οι κατά καιρούς παρατάσεις αφορούν συγκεκριμένες ομάδες οντοτήτων. Η μη εγγραφή δεν αναστέλλει τις ουσιαστικές υποχρεώσεις διαχείρισης κινδύνων και αναφοράς περιστατικών.

Πώς ελέγχει μια επιχείρηση αν υπάγεται;

Ο έλεγχος υπαγωγής γίνεται σε δύο βήματα: αρχικά εξετάζεται αν η κύρια ή δευτερεύουσα δραστηριότητα εμπίπτει σε τομέα των Παραρτημάτων του νόμου και, στη συνέχεια, αν η επιχείρηση υπερβαίνει το όριο της μεσαίας επιχείρησης ή ανήκει σε κατηγορία που υπάγεται ανεξαρτήτως μεγέθους. Σε σύνθετες περιπτώσεις μεικτών δραστηριοτήτων ή ομιλικών δομών απαιτείται εξατομικευμένη νομική αξιολόγηση.

Τι ισχύει για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις;

Κατά κανόνα οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν υπάγονται στις υποχρεώσεις της NIS2. Ωστόσο υπάρχουν επιχειρήσεις οι οποίες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών εμπιστοσύνης ή DNS. Επιπλέον, μικρή επιχείρηση που είναι προμηθευτής υπόχρεης οντότητας ενδέχεται να δεσμεύεται έμμεσα μέσω συμβατικών απαιτήσεων.

Πρακτικές επισημάνσεις

Έλεγχος υπαγωγής: Το πρώτο βήμα είναι ο προσδιορισμός αν και υπό ποια ιδιότητα υπάγεται η επιχείρηση. Λανθασμένη παραδοχή υπαγωγής οδηγεί είτε σε περιττό κόστος συμμόρφωσης είτε, χειρότερα, σε έκθεση σε κυρώσεις.

Διάκριση NIS2 και DORA από την αρχή: Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες δεν εφαρμόζουν τη NIS2 αλλά τον DORA. Η εσφαλμένη ταξινόμηση οδηγεί σε εφαρμογή λάθος πλαισίου και σε κενά συμμόρφωσης.

Η ευθύνη της διοίκησης τεκμηριώνεται: Η έγκριση και εποπτεία των μέτρων από τα διοικητικά όργανα πρέπει να αποτυπώνεται εγγράφως. Η τεκμηρίωση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία σε περίπτωση ελέγχου ή περιστατικού.

Συμβατική θωράκιση της αλυσίδας εφοδιασμού: Οι σχέσεις με προμηθευτές που έχουν πρόσβαση σε κρίσιμα συστήματα χρειάζονται ειδικές ρήτρες ασφαλείας, ελέγχου και κατανομής ευθύνης, συντονισμένες με τις υποχρεώσεις του GDPR.

Ενιαία αντιμετώπιση περιστατικού με διπλή διάσταση: Όταν ένα περιστατικό αφορά και προσωπικά δεδομένα, οι προθεσμίες και οι αρχές της NIS2 και του GDPR τρέχουν παράλληλα. Ο σχεδιασμός της απόκρισης πρέπει να καλύπτει και τις δύο ροές ταυτόχρονα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Κυβερνοασφάλεια και την υπαγωγή μιας επιχείρησης στη NIS2 .

Γνήσιες & Μη Γνήσιες Υποθέσεις Εκουσίας – Οι Εταιρικές Διαφορές

Γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται όσες ελλείπει, κατ’ αρχήν, το στοιχείο της αντιδικίας και έχουν ως αντικείμενο την δημοσίου δικαίου αξίωση του αιτούντος κατά της πολιτείας να προβεί στην επιδιωκόμενη διαπίστωση ή διάπλαση.

Αντίθετα, μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται οι γνήσιες ιδιωτικού δικαίου διαφορές, όπου εμφανίζεται κανονικά το στοιχείο της αντιδικίας, οι οποίες κατά παραπομπή του νόμου εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ.

Γνήσιες Υποθέσεις Εκούσιας Δικαιοδοσίας

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 και 753 KΠολΔ προκύπτει, ότι η έννοια του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ελαστικότητα της διαδικασίας, έχει άλλο περιεχόμενο από ό,τι έχει στο πεδίο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας

Τούτο, διότι στη διαδικασία αυτή δεν υφίσταται, κατά κανόνα, αντιδικία και για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν αντιδικούντα πρόσωπα, αλλά πρόσωπα που “ενδιαφέρονται” θετικώς ή αρνητικώς ως προς τη ρύθμιση που θα αποφασιστεί και που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.

Τα πρόσωπα αυτά αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου:
  1. με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας,
  2. με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστηρίου,
  3. με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης ,
  4. με την προσεπίκλησή τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο .

Έτσι, ο καθού η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη.

Ένδικα Μέσα

Επομένως, ως μη διάδικος, σε περίπτωση που η απόφαση είναι εκκλητή δεν έχει δικαίωμα έφεσης κατά της απόφασης που θα εκδοθεί, αλλά σε κάθε περίπτωση, αν η απόφαση αυτή προκαλεί σε αυτόν βλάβη ή εκθέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του, μπορεί να την τριτανακόψει (ΑΠ 429/2024).

Ούτε άλλωστε, ο από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ορισμός, κατά την κατάθεση της αίτησης, απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίησή της στον Εισαγγελέα και στους καθών για να ασκήσουν παρέμβαση ή να προστατεύσουν κατά άλλο, ενδεχομένως, τρόπο τα πιθανά συμφέροντα τους, συνιστά ή μπορεί να αναπληρώσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ.3 ΚΠολΔ κλήτευση, με διαταγή του αρμόδιου δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, ώστε να προσδίδει στον καθού η αίτηση ιδιότητα διαδίκου.

Δεδικασμένο

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 778 του ΚΠολΔ. “Αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατό να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 781“.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αναφερόμενη σε αυτή δεσμευτική ισχύς, εκδηλώνεται τόσο αρνητικά, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αίτησης, εκτός αν στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά, όσο και θετικά με την έννοια της δέσμευσης κάθε τρίτου προσώπου, ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, χωρίς η έναντι τρίτων δεσμευτική αυτής ισχύς να εμποδίζει όποιον δεν συμμετείχε στη διαδικασία, να προστατεύσει τυχόν προσβαλλόμενο δικαίωμά του, αν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, με την άσκηση τριτανακοπής.

Μη Γνήσιες Υποθέσεις Εκούσιας Δικαιοδοσίας

Οι μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, αφορούν κυρίως διαφορές διαπλαστικού χαρακτήρα, τις οποίες ο νομοθέτης για λόγους σκοπιμότητας υπάγει προς εκδίκαση στην εκούσια δικαιοδοσία, αντί της περισσότερο δύσκαμπτης διαδικασίας της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.

Είναι, δηλαδή, εκείνες όπου απαντάται το στοιχείο της διαφοράς και αν δεν είχαν από το νομοθέτη υπαχθεί στη διαδικασία αυτή, που προτιμήθηκε λόγω της ελαστικότητάς της, θα δικάζονταν με την κατ’ αντιδικία διαδικασία (ΑΠ 564/2021).

Στις μη γνήσιες υποθέσεις, ενδεικτικά, περιλαμβάνονται:

Διαμεσολάβηση

Τέλος, οι μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας υπάγονται σε διαμεσολάβηση, δεδομένου ότι εισάγουν ιδιωτικές διαφορές και τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους.

Έτσι, στις περιπτώσεις αυτές, ήτοι των μη γνήσιων υποθέσεων θα πρέπει για το παραδεκτό της συζήτησής τους να προσκομίζεται στο Δικαστήριο το προβλεπόμενο στην παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 4640/2019 έγγραφο ενημέρωσης.

Σε περίπτωση, πάντως, μη προσκομιδής του σχετικού ενημερωτικού εγγράφου γίνεται δεκτό ότι το Δικαστήριο μπορεί να καλέσει το διάδικο να το προσκομίσει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 227 ΚΠολΔ, ενώ η τυχόν μη έγκαιρη ενημέρωση του διαδίκου (ήτοι ενημέρωση μετά την κατάθεση της αγωγής) εκτιμάται ότι δεν συνεπάγεται δικονομικές συνέπειες, αφού ο νομοθέτης περιόρισε την εμβέλεια του απαραδέκτου αποκλειστικά στην περίπτωση της μη προσκομιδής του ενημερωτικού εγγράφου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.

CSRD & ESG 2026: Ποιες Επιχειρήσεις Υποχρεούνται σε Έκθεση

Πότε Υποχρεούται μια Επιχείρηση σε Έκθεση Βιωσιμότητας ESG

Σε συντομία

  • Μετά το πακέτο Omnibus, η υποχρεωτική έκθεση βιωσιμότητας αφορά πλέον μόνο όσες επιχειρήσεις πληρούν ταυτόχρονα δύο όρια: άνω των 1.000 εργαζομένων και καθαρό κύκλο εργασιών άνω των 450 εκατ. ευρώ.
  • Το παλιό όριο των 250 εργαζομένων με τη λογική «δύο από τρία κριτήρια» καταργείται. Οι περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις βγαίνουν εκτός πεδίου.
  • Στην Ελλάδα ισχύει ο Ν. 5164/2024, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 5255/2025, που μετέθεσε κατά δύο έτη τις υποχρεώσεις για τη δεύτερη και τρίτη φάση εφαρμογής.
  • Όσες επιχειρήσεις μένουν εκτός υποχρέωσης μπορούν να αναφέρουν εθελοντικά με το πρότυπο VSME και προστατεύονται ως προς τις πληροφορίες που τους ζητούν μεγαλύτεροι πελάτες.
  • Η ευθύνη για την έκθεση βαρύνει το διοικητικό συμβούλιο με τον ίδιο βαθμό επιμέλειας που ισχύει για τις οικονομικές καταστάσεις.

Ποιες επιχειρήσεις υποχρεούνται πλέον σε έκθεση βιωσιμότητας;

Υπόχρεες για υποχρεωτική έκθεση βιωσιμότητας είναι, μετά τις τροποποιήσεις του 2025 και του 2026, οι επιχειρήσεις που υπερβαίνουν ταυτόχρονα δύο αριθμητικά όρια:

  • μέσο όρο άνω των 1.000 εργαζομένων και
  • καθαρό κύκλο εργασιών άνω των 450 εκατ. ευρώ.

Οι μεγάλες εισηγμένες οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος που ήδη υπέβαλλαν έκθεση συνεχίζουν κανονικά, ενώ για τις επόμενες φάσεις η έναρξη μετατέθηκε χρονικά.

Τα κριτήρια ESG (Environmental, Social Governance – Περιβαλλοντικά, Κοινωνικά και Εταιρικής Διακυβέρνησης) έπαψαν να αποτελούν αποκλειστικά ζήτημα εταιρικής εικόνας από τη στιγμή που η Οδηγία CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive) μετέτρεψε την έκθεση βιωσιμότητας σε νομική υποχρέωση. Το ερώτημα για κάθε διοίκηση δεν είναι πλέον τι σημαίνουν οι τρεις πυλώνες, αλλά αν και από πότε η συγκεκριμένη επιχείρηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής.

Η απάντηση άλλαξε ριζικά μέσα στο 2025 και το 2026. Το αρχικό πλαίσιο προέβλεπε σταδιακή υπαγωγή με χαμηλά όρια μεγέθους, που έφταναν ώς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Δύο διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις, η μία για τη μετάθεση των προθεσμιών και η άλλη για τον δραστικό περιορισμό του κύκλου των υπόχρεων, ανέτρεψαν αυτή την εικόνα. Πολλές επιχειρήσεις που μέχρι πρότινος προετοιμάζονταν για υποχρεωτική αναφορά βρίσκονται πλέον εκτός πεδίου ή με σημαντική χρονική ανάσα.

Τι άλλαξε με το πακέτο Omnibus και τον Ν. 5255/2025;

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο πέρασε από δύο διακριτές παρεμβάσεις. Πρώτα η Οδηγία (ΕΕ) 2025/794, γνωστή ως «Stop the Clock», μετέθεσε τις προθεσμίες. Έπειτα η Οδηγία (ΕΕ) 2026/470, το ουσιαστικό σκέλος του πακέτου Omnibus, άλλαξε τα ίδια τα όρια υπαγωγής. Η Ελλάδα ενσωμάτωσε ήδη το πρώτο σκέλος, ενώ το δεύτερο εκκρεμεί.

Η Οδηγία (ΕΕ) 2026/470 εγκαθιστά το διπλό σωρευτικό όριο α) άνω των 1.000 εργαζομένων κατά μέσο όρο και β) άνω των 450 εκατ. ευρώ καθαρού κύκλου εργασιών. Η αλλαγή είναι δομική, όχι απλώς αριθμητική. Το προηγούμενο σύστημα στηριζόταν στην πλήρωση δύο εκ των τριών κριτηρίων (250 εργαζόμενοι, 50 εκατ. ευρώ κύκλος εργασιών, 25 εκατ. ευρώ ενεργητικό), επομένως αρκούσε ο συνδυασμός μεγέθους και τζίρου.

Πλέον απαιτείται και ο υψηλός αριθμός προσωπικού και ο υψηλός τζίρος μαζί, κάτι που αφαιρεί από το πεδίο πολλές επιχειρήσεις με υψηλό κύκλο εργασιών αλλά περιορισμένο προσωπικό. Παράλληλα, οι εισηγμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξαιρούνται ρητά από την υποχρέωση.

Στο εθνικό επίπεδο, η αρχική ενσωμάτωση της CSRD έγινε με τον Ν. 5164/2024. Με το άρθρο 57 του Ν. 5255/2025 τροποποιήθηκαν τα άρθρα 14 και 18 και προστέθηκε άρθρο 14Α, ώστε να ενσωματωθεί η μετάθεση των προθεσμιών κατά δύο έτη για τις επιχειρήσεις της δεύτερης και τρίτης φάσης, χωρίς να θίγονται οι ήδη υπόχρεες μεγάλες οντότητες της πρώτης φάσης.

Το όριο των νέων μεγεθών της Οδηγίας 2026/470 θα ενσωματωθεί με μεταγενέστερο νόμο, με προθεσμία μεταφοράς τη 19η Μαρτίου 2027. Έως τότε, μια επιχείρηση οφείλει να διαβάζει το ελληνικό κείμενο όπως ισχύει σήμερα, έχοντας όμως υπόψη ότι ο κύκλος των υπόχρεων πρόκειται να συρρικνωθεί περαιτέρω.

Από πότε ισχύει η υποχρέωση ανά κατηγορία επιχείρησης;

Το χρονοδιάγραμμα οργανώνεται σε φάσεις. Η πρώτη φάση εφαρμόζεται ήδη και αφορά τις μεγαλύτερες οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος. Η δεύτερη και η τρίτη φάση μετατέθηκαν κατά δύο έτη με τον Ν. 5255/2025, ενώ το επερχόμενο νέο όριο μεγέθους θα αναδιαμορφώσει ποιες επιχειρήσεις παραμένουν τελικά υπόχρεες.

ΦάσηΠοιες επιχειρήσειςΑρχικό έτος χρήσηςΜετά τη μετάθεση (Ν. 5255/2025)
1η φάσηΜεγάλες οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος, άνω των 500 εργαζομένωνΧρήση 2024 (αναφορά 2025)Αμετάβλητη, υποβάλλουν κανονικά
2η φάσηΛοιπές μεγάλες επιχειρήσεις και μεγάλοι όμιλοιΧρήση 2025 (αναφορά 2026)Χρήση 2027 (αναφορά 2028)
3η φάσηΕισηγμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ορισμένα μικρά πιστωτικά ιδρύματα και εξαρτημένες ασφαλιστικέςΧρήση 2026 (αναφορά 2027)Χρήση 2028 (αναφορά 2029)
4η φάσηΕπιχειρήσεις τρίτων χωρών με ουσιώδη δραστηριότητα στην ΕΕΧρήση 2028Χρήση 2028 (υπό την επιφύλαξη του νέου ορίου)

Η ανάγνωση του πίνακα απαιτεί προσοχή σε ένα σημείο που συχνά διαφεύγει. Οι ημερομηνίες της δεξιάς στήλης ισχύουν με τα όρια μεγέθους του αρχικού πλαισίου, όπως διατηρούνται προσωρινά στο ελληνικό δίκαιο.

Όταν ενσωματωθεί η Οδηγία 2026/470, το νέο διπλό όριο των 1.000 εργαζομένων και των 450 εκατ. ευρώ θα καθορίσει εκ νέου ποιες επιχειρήσεις της δεύτερης φάσης παραμένουν υπόχρεες για τη χρήση 2027 και μετά. Η σύνθεση των δύο διατάξεων, της εθνικής που ισχύει σήμερα και της ευρωπαϊκής που έρχεται, οδηγεί σε αποτέλεσμα που δεν προκύπτει από καμία διάταξη μεμονωμένα.

Τι ισχύει για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις εκτός πεδίου εφαρμογής;

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που μένουν εκτός υποχρέωσης δεν επιστρέφουν σε καθεστώς πλήρους απαλλαγής. Έχουν τη δυνατότητα εθελοντικής αναφοράς με ένα απλοποιημένο πρότυπο, ενώ παραμένουν εκτεθειμένες σε έμμεση πίεση μέσω της αλυσίδας αξίας, καθώς μεγαλύτεροι πελάτες ζητούν στοιχεία βιωσιμότητας από τους προμηθευτές τους.

Για τις εκτός πεδίου επιχειρήσεις θεσπίστηκε το εθελοντικό πρότυπο VSME (Voluntary Sustainability Reporting Standard for SMEs), που επιτρέπει δομημένη αναφορά χωρίς το βάρος των πλήρων Ευρωπαϊκών Προτύπων.

Παράλληλα, η Οδηγία 2026/470 εισάγει προστασία της αλυσίδας αξίας, αφού μια μεγάλη υπόχρεη επιχείρηση δεν μπορεί να απαιτεί από μικρότερο προμηθευτή εκτός πεδίου περισσότερες πληροφορίες από όσες προβλέπει το εθελοντικό πρότυπο.

Στην πράξη, οι μικρές επιχειρήσεις που λειτουργούν ως προμηθευτές μεγάλων ομίλων δέχονται ήδη ερωτηματολόγια ESG, ανεξάρτητα από το αν οι ίδιες υπάγονται σε υποχρέωση. Εδώ η νομική κρίση εντοπίζεται στη διαφορά μεταξύ συμβατικής απαίτησης ενός πελάτη και θεσμικής υποχρέωσης, καθώς ένας μεγάλος πελάτης μπορεί να επιβάλει συμβατικά την παροχή στοιχείων, δημιουργώντας de facto δέσμευση που δεν πηγάζει από τον νόμο αλλά από τη διαπραγματευτική σχέση.

Η ανάπτυξη τέτοιων εσωτερικών συστημάτων συνδέεται με ευρύτερα ζητήματα κανονιστικής συμμόρφωσης. Η οργάνωση δεδομένων βιωσιμότητας λειτουργεί παράλληλα με υποχρεώσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς και οι δύο απαιτούν τεκμηρίωση, αρμόδια πρόσωπα και ελεγξιμότητα της διαδικασίας.

Τι περιλαμβάνει η έκθεση βιωσιμότητας και ποια πρότυπα ισχύουν;

Η έκθεση βιωσιμότητας περιλαμβάνει το επιχειρηματικό μοντέλο και τη στρατηγική, τους στόχους βιωσιμότητας και την πρόοδο προς αυτούς, τον ρόλο των διοικητικών οργάνων, τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις της δραστηριότητας και τη διαδικασία δέουσας επιμέλειας. Η σύνταξη γίνεται με βάση τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα και υπόκειται σε εξωτερική διασφάλιση από ανεξάρτητο ελεγκτή.

Οι πληροφορίες δομούνται σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Υποβολής Εκθέσεων Βιωσιμότητας (ESRS), που θεσπίστηκαν με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/2772. Η έκθεση υποβάλλεται σε ηλεκτρονικό μορφότυπο iXBRL, όπως προβλέπει ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/815, και ενσωματώνει τις γνωστοποιήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 για την ταξινόμηση των περιβαλλοντικά βιώσιμων δραστηριοτήτων. Στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2088 (SFDR) προσθέτει υποχρεώσεις γνωστοποίησης για τους κινδύνους βιωσιμότητας.

Η υποχρεωτική εξωτερική διασφάλιση από ανεξάρτητο ελεγκτή αποτελεί ουσιώδες στοιχείο. Αρχικά παρέχεται σε επίπεδο περιορισμένης διασφάλισης και προβλέπεται η σταδιακή μετάβαση σε εύλογη διασφάλιση, σε αντιστοιχία με τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων. Το αποτέλεσμα είναι ότι η έκθεση βιωσιμότητας παύει να αποτελεί κείμενο επικοινωνίας και αποκτά την ίδια ελεγκτική βαρύτητα με τα χρηματοοικονομικά μεγέθη.

Ποια είναι η ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου ή του διαχειριστή;

Το διοικητικό συμβούλιο, ή ο σύμβουλος – διαχειριστής σε μονοπρόσωπα όργανα, φέρει την ευθύνη για την κατάρτιση και δημοσίευση της έκθεσης με τον ίδιο βαθμό επιμέλειας και λογοδοσίας που ισχύει για τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις. Στην ετήσια έκθεση περιλαμβάνεται δήλωση μέλους του οργάνου που επιβεβαιώνει τη συμμόρφωση με τα εφαρμοστέα πρότυπα.

Η ευθύνη αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της εταιρικής διακυβέρνησης και δεν εξαντλείται στην τυπική υπογραφή. Η εμπειρία από υποθέσεις εταιρικής συμμόρφωσης δείχνει ότι η πιο συχνή αδυναμία των διοικήσεων δεν είναι η ίδια η έκθεση, αλλά η τεκμηρίωση της διαδικασίας δέουσας επιμέλειας πίσω από αυτήν.

Όταν η έκθεση υποστηρίζεται από ελλιπή εσωτερικά στοιχεία, η δήλωση του μέλους του οργάνου εκτίθεται σε αμφισβήτηση κατά τον έλεγχο. Σε δομές ομίλου, η ευθύνη γίνεται πιο σύνθετη, καθώς η μητρική καταρτίζει ενοποιημένη έκθεση που καλύπτει θυγατρικές, με αποτέλεσμα η ροή πληροφοριών και η κατανομή ευθύνης μεταξύ των οντοτήτων του ομίλου να απαιτεί ad hoc οργάνωση. Παρόμοιες ανάγκες τεκμηρίωσης προκύπτουν και σε ζητήματα ενδοομιλικών συναλλαγών, όπου η συνέπεια μεταξύ των οντοτήτων του ομίλου είναι καθοριστική.

Ποιες κυρώσεις και κίνδυνοι υπάρχουν σε μη συμμόρφωση;

Η μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις κατάρτισης, διασφάλισης και δημοσίευσης της έκθεσης επισύρει κυρώσεις από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Πέρα από τις τυπικές κυρώσεις, η επιχείρηση εκτίθεται σε δύο επιπλέον κινδύνους: α) στην απώλεια αξιοπιστίας έναντι επενδυτών και χρηματοδοτών και β) στον κίνδυνο παραπλανητικών περιβαλλοντικών ισχυρισμών.

Ο δεύτερος κίνδυνος αξίζει διάκρισης, γιατί συχνά συγχέεται με την υποχρέωση αναφοράς. Η έκθεση βιωσιμότητας απευθύνεται σε επενδυτές και ρυθμιστικές αρχές. Όταν όμως η επιχείρηση αξιοποιεί στοιχεία βιωσιμότητας σε επικοινωνία προς καταναλωτές, υπεισέρχεται το πλαίσιο κατά της παραπλανητικής προβολής περιβαλλοντικών ισχυρισμών (greenwashing).

Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/825 για την ενδυνάμωση των καταναλωτών στην πράσινη μετάβαση, που εφαρμόζεται από τις 27 Σεπτεμβρίου 2026, απαγορεύει γενικόλογους περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς χωρίς τεκμηρίωση. Η αυτοτελής Οδηγία για τους περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς (Green Claims) τελεί σε αναστολή μετά την εξαγγελία απόσυρσης της πρότασης τον Ιούνιο του 2025, χωρίς οριστική κατάργηση.

Η πρακτική συνέπεια είναι ότι τα στοιχεία της έκθεσης βιωσιμότητας λειτουργούν ταυτόχρονα ως νομική ασπίδα και ως πηγή κινδύνου, αφού τεκμηριώνουν ισχυρισμούς αλλά, αν αναπαραχθούν επιλεκτικά σε διαφημιστικό υλικό, εκθέτουν την επιχείρηση σε κυρώσεις προστασίας καταναλωτή.

Πρέπει μια μικρή επιχείρηση να προετοιμαστεί από τώρα;

Η απόφαση εξαρτάται λιγότερο από την τρέχουσα υποχρέωση και περισσότερο από τη θέση της επιχείρησης στην αγορά. Μια μικρή επιχείρηση εκτός πεδίου, που όμως αποτελεί προμηθευτή μεγάλων ομίλων ή αναζητεί χρηματοδότηση, έχει πρακτικό λόγο να οργανώσει στοιχεία βιωσιμότητας, ακόμη και χωρίς νομική υποχρέωση.

Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση συνδέεται ολοένα περισσότερο με επιδόσεις βιωσιμότητας, καθώς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και επενδυτές ενσωματώνουν κριτήρια ESG στις αποφάσεις τους. Για μια επιχείρηση που σχεδιάζει είσοδο επενδυτών, η ετοιμότητα σε στοιχεία βιωσιμότητας επηρεάζει τη διαπραγμάτευση, όπως ισχύει και σε άλλες μορφές προσέλκυσης κεφαλαίων, ιδίως στη σχέση με επενδυτικούς αγγέλους.

Η οργάνωση δεδομένων από νωρίς αποτρέπει την πίεση μιας βιαστικής συμμόρφωσης όταν προκύψει εξωτερική απαίτηση. Η κρίσιμη επιλογή δεν είναι αν θα τηρηθεί το γράμμα του νόμου, αλλά πότε και σε ποιο βάθος αξίζει η εθελοντική προετοιμασία σε σχέση με το κόστος και τα οφέλη της για τη συγκεκριμένη επιχείρηση.

Συχνές ερωτήσεις

Ποιες επιχειρήσεις υποχρεούνται σε έκθεση βιωσιμότητας το 2026;

Εντός του 2026 υποβάλλουν έκθεση οι μεγάλες οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος άνω των 500 εργαζομένων, που ανήκουν στην πρώτη φάση και ήδη ανέφεραν. Οι επόμενες φάσεις μετατέθηκαν κατά δύο έτη με τον Ν. 5255/2025, ενώ το νέο όριο μεγέθους θα περιορίσει περαιτέρω τον κύκλο των υπόχρεων όταν ενσωματωθεί η Οδηγία 2026/470.

Υπάγονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην CSRD μετά το Omnibus;

Οι μη εισηγμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν υπάγονται. Μετά την Οδηγία 2026/470, υπόχρεες είναι μόνο όσες υπερβαίνουν ταυτόχρονα τα 1.000 άτομα προσωπικού και τα 450 εκατ. ευρώ τζίρου. Οι εισηγμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξαιρούνται ρητά. Παραμένει η δυνατότητα εθελοντικής αναφοράς με το πρότυπο VSME.

Τι είναι ο Ν. 5164/2024 και τι άλλαξε ο Ν. 5255/2025;

Ο Ν. 5164/2024 ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την Οδηγία CSRD για τις εκθέσεις βιωσιμότητας. Ο Ν. 5255/2025, με το άρθρο 57, τροποποίησε τα άρθρα 14 και 18 και πρόσθεσε άρθρο 14Α, μεταθέτοντας κατά δύο έτη τις υποχρεώσεις της δεύτερης και τρίτης φάσης, ενσωματώνοντας τη μετάθεση που εισήγαγε η ευρωπαϊκή Οδηγία 2025/794.

Ποιες κυρώσεις προβλέπονται για μη υποβολή έκθεσης βιωσιμότητας;

Η μη συμμόρφωση επισύρει κυρώσεις από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Πέρα από αυτές, η επιχείρηση κινδυνεύει με απώλεια αξιοπιστίας έναντι χρηματοδοτών και με ευθύνη για παραπλανητικούς περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς, εφόσον αξιοποιεί στοιχεία βιωσιμότητας σε επικοινωνία προς καταναλωτές.

Πρακτικές επισημάνσεις

Έλεγχος υπαγωγής με τα νέα όρια: Η πρώτη ενέργεια είναι η σύγκριση μεγέθους και τζίρου με το διπλό όριο των 1.000 εργαζομένων και των 450 εκατ. ευρώ. Επιχειρήσεις με υψηλό τζίρο αλλά λίγο προσωπικό βγαίνουν συχνά εκτός, αντίθετα με ό,τι ίσχυε.

Διάκριση ισχύοντος και επερχόμενου ορίου: Σήμερα ισχύει το ελληνικό κείμενο όπως διαμορφώθηκε με τον Ν. 5255/2025. Το νέο όριο μεγέθους θα ισχύσει με την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2026/470, με προθεσμία τη 19η Μαρτίου 2027. Ο προγραμματισμός γίνεται με βάση και τις δύο διατάξεις.

Έμμεση έκθεση μέσω αλυσίδας αξίας: Η εξαίρεση από την υποχρέωση δεν σημαίνει εξαίρεση από συμβατικές απαιτήσεις πελατών. Μεγάλοι όμιλοι μεταφέρουν απαιτήσεις στοιχείων στους προμηθευτές τους, με όριο όμως το εθελοντικό πρότυπο VSME.

Τεκμηρίωση πίσω από την έκθεση: Η δήλωση του μέλους του διοικητικού οργάνου είναι ισχυρή μόνο όσο τα εσωτερικά στοιχεία που την υποστηρίζουν. Η οργάνωση της διαδικασίας δέουσας επιμέλειας προηγείται της σύνταξης.

Προσοχή σε περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς προς καταναλωτές: Στοιχεία της έκθεσης που μεταφέρονται σε διαφημιστικό υλικό υπάγονται στο πλαίσιο κατά greenwashing της Οδηγίας 2024/825, εφαρμοστέο από τις 27 Σεπτεμβρίου 2026.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά τις υποχρεώσεις της επιχείρησής σας στο πλαίσιο του νέου νομικού πλαισίου ESG.

Καταχρηστική Άσκηση Δικαιώματος Και Αποδυνάμωσή Του

Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος ορίζεται στο άρθρο 281 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος».

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 1982/2022).

Κατά την έννοια της διατάξεως του 281 ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Παράλειψη & Αδράνεια Δικαιούχου Να Ασκήσει Το Δικαίωμα

Η παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει, εν όλω ή εν μέρει, την αξίωση του, και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι η αξίωση δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκηση της καταχρηστική, εν όψει ιδίως του ότι οι συνέπειες της αδράνειας του δικαιούχου αντιμετωπίζονται από το δίκαιο με το θεσμό της παραγραφής. Κατά μείζονα λόγω ισχύουν τα ανωτέρω επί αξιώσεων, παραίτηση από τις οποίες δεν επιτρέπεται κατά νόμο (όπως πχ οι μισθολογικές αξιώσεις).

Μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή συνεπάγεται δυσαναλόγως δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη, μπορεί κατά περίπτωση να αποκρουσθεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση της αξιώσεως, την οποία προηγουμένως ο δανειστής είχε παραλείψει να ασκήσει.

Τέτοιες όμως περιστάσεις δεν συνιστούν ενέργειες τρίτων, που μπορεί να επακολουθήσουν, και δη η άσκηση μελλοντικός από τρίτους, κατά μίμηση του ενάγοντος, αξιώσεων παρομοίων προς την ήδη επίδικη.

Στην περίπτωση, της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν αρκεί κατ’ αρχήν μόνον αυτή η επί μακρόν χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλ’ υπάρχει τέτοια κατάχρηση μόνον εφ’ όσον συντρέχουν προσθέτως και άλλα περιστατικά, που ανάγονται στο ίδιο διάστημα και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου, όσο και του υποχρέου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία δημιουργείται στον τελευταίο η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ’ αυτού, σε τρόπο που η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπής μίας καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί επί μακρόν χρόνο, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες.

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του.

Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.

Παραδεκτό Ένστασης Καταχρηστικής Άσκησης Δικαιώματος

Επειδή, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για την πληρότητα της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό αυτής, από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην κατ’ έφεση δίκη είναι κατ’ εξαίρεση παραδεκτή η προβολή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη ή προτάθηκαν απαραδέκτως, και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

 Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι, για να θεωρηθεί ως παραδεκτώς προτεινόμενη στο Εφετείο ένσταση, που δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να αποδεικνύεται παραχρήμα, ήτοι εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ολόκληρος ο ισχυρισμός που συνιστά την ένσταση, ήτοι καθόλα τα επί μέρους πραγματικά αυτού στοιχεία. Στην πιο πάνω εξαίρεση υπάγονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος.

Αποδυνάμωση Δικαιώματος

Η αποδυνάμωση δικαιώματος συνιστά ειδικότερη μορφή της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του.

Υπό τις συνθήκες δε αυτές, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς – επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών της ΑΚ 281, είναι δηλαδή καταχρηστική. 

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπαίτιο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη .

Κατάχρηση Θεσμού Εταιρείας

Η κατάχρηση θεσμού, όπως ο θεσμός της εταιρίας, δε ρυθμίζεται μεν από το νόμο, υπάγεται όμως στη διάταξη του 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της αντιμετωπίζονται όπως οι συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 149/2013).

Η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό.

Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο.

Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος.

Με την παραπάνω έννοια δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων ΕΠΕ ή ΙΚΕ σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία, η οποία και διατηρεί κατ’ αρχήν την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της.

Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Επίσης, η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθείσης και λειτουργούσας ανωνύμου εταιρείας δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς τα αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης με καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων.

Συνεπώς δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί όμως όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως.

Νομιμοποίηση αποτελέσματος αντίθετο προς την καλή πίστη υπάρχει ιδίως όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και η μετακύλιση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως ή μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Εικονική Εταιρεία: Ποιος Φέρει Ευθύνη & Πως Κινδυνεύει

Πότε μια εταιρεία θεωρείται εικονική και τι κινδυνεύει ο πραγματικός δικαιούχος

Εν συντομία:

  • Εικονική είναι η εταιρεία της οποίας η ιδρυτική σύμβαση ή η συμμετοχή ενός εταίρου καταρτίστηκε μόνο φαινομενικά, χωρίς πρόθεση παραγωγής των εννόμων αποτελεσμάτων της (άρθρο 138 του Αστικού Κώδικα).
  • Μια εταιρεία εγγεγραμμένη στο ΓΕΜΗ δεν κηρύσσεται ανύπαρκτη λόγω εικονικότητας. Αντιμετωπίζεται ως εταιρεία εν τοις πράγμασι, ενώ η τυχόν ακυρότητα ενεργεί για το μέλλον και προστατεύει τους καλόπιστους τρίτους.
  • Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι η εξαφάνιση της εταιρείας, αλλά η μερική ακυρότητα μιας συγκεκριμένης συμμετοχής ή δικαιοπραξίας και η προσωπική, εις ολόκληρον ευθύνη του υποκρυπτόμενου φορέα.
  • Φορολογικά και ασφαλιστικά, η ΑΑΔΕ και ο ΕΦΚΑ καταλογίζουν φόρους, ΦΠΑ, εισφορές και πρόστιμα στους πραγματικούς υπόχρεους πίσω από φαινόμενη επιχείρηση.
  • Την εικονικότητα επικαλούνται και οι θιγόμενοι δανειστές, με αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας ή με αγωγή διάρρηξης.

Πότε μια εταιρεία κρίνεται εικονική;

Εικονική κρίνεται η εταιρεία της οποίας η ιδρυτική σύμβαση ή η συμμετοχή ενός εταίρου στηρίζεται σε εικονική δήλωση βούλησης κατά το άρθρο 138 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ), δηλαδή δήλωση που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, χωρίς πρόθεση παραγωγής των εννόμων αποτελεσμάτων της. Προϋπόθεση είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των συμβαλλομένων ότι η σύμβαση δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 858/2022).

Ο νόμος διακρίνει την εικονικότητα σε δύο μορφές:

  • Απόλυτη είναι όταν η δικαιοπραξία δεν καλύπτει άλλη και δεν επιδιώκεται καμία έννομη μεταβολή.
  • Σχετική είναι όταν κάτω από τη φαινομενική κρύβεται άλλη, έγκυρη δικαιοπραξία που τα μέρη πράγματι ήθελαν.

Τα κίνητρα των δικαιοπρακτούντων δεν αποτελούν στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για να κριθεί μια δήλωση εικονική.

Στην πράξη, ο χαρακτηρισμός μιας εταιρείας ως εικονικής δεν προκύπτει από τη μορφή της αλλά από την απουσία πραγματικού υποστρώματος: εταιρεία χωρίς ουσιαστική συναλλακτική οργάνωση και δράση, με πρόσωπα που εμφανίζονται ως εταίροι ή φορείς ενώ την επιχείρηση ασκεί στην πραγματικότητα άλλος. Η εικονικότητα μπορεί να αφορά ολόκληρη την εταιρεία, τη συμμετοχή ενός μόνο εταίρου, ή το πρόσωπο του φερόμενου φορέα.

Η μυστικότητα, όμως, της συμμετοχής δεν συνιστά από μόνη της εικονικότητα. Η επιθυμία κάποιου να συμμετέχει χωρίς να εμφανίζεται εξυπηρετείται νόμιμα από την αφανή εταιρεία, όπου ο αφανής εταίρος μετέχει στα αποτελέσματα χωρίς να εμφανίζεται προς τρίτους.

Η οριοθέτηση ανάμεσα σε νόμιμη αφανή συμμετοχή και σε εικονικό σχήμα κρίνεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και αποτελεί το πρώτο κρίσιμο σημείο νομικής αξιολόγησης.

Ακυρώνεται μια εγγεγραμμένη στο ΓΕΜΗ εταιρεία λόγω εικονικότητας;

Κατά κανόνα όχι. Όταν η εταιρεία έχει καταχωριστεί στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), το κύρος της κρίνεται από το εφαρμοστέο εταιρικό δίκαιο και τη δημοσιότητα, όχι από τη γενική ρύθμιση της εικονικότητας. Ακόμη και αν διαπιστωθεί εικονικότητα, η εταιρεία που λειτούργησε αντιμετωπίζεται ως εταιρεία εν τοις πράγμασι (de facto) και η ακυρότητα ενεργεί για το μέλλον.

Η λογική αυτή στηρίζεται στην αρχή της εν τοις πράγμασι εταιρείας, την οποία αποτυπώνει το άρθρο 251 παρ. 3 του Ν. 4072/2012, το οποίο προβλέπει ότι οι εταιρικές ακυρότητες αντιμετωπίζονται κατ’ αρχήν ως μερικές και δεν ανατρέπουν αναδρομικά όσα δικαιώματα και υποχρεώσεις γεννήθηκαν κατά τη λειτουργία της.

Ειδικά για την προσωπική εταιρεία που έχει δημοσιευθεί στο ΓΕΜΗ, ισχύει ο κανόνας της εγκυρότητας των συναλλαγών έναντι των καλόπιστων τρίτων, ενώ η σχετική ακυρότητα αντιτάσσεται μόνο κατά του τρίτου που γνώριζε την εικονικότητα (άρθρο 139 ΑΚ, ΜΠρΠειρ 478/2018).

Αντίστοιχα, η ίδρυση ανώνυμης εταιρείας δεν αναγνωρίζεται άκυρη λόγω εικονικότητας, καθώς το κύρος και οι ακυρότητές της ρυθμίζονται από το ειδικό δίκαιο των ανωνύμων εταιρειών (Ν. 4548/2018) σε συνδυασμό με τη δημοσιότητα του ΓΕΜΗ (Ν. 4635/2019).

Το ζήτημα, επομένως, μετατοπίζεται, αφού η εικονικότητα σπάνια πλήττει την ίδια την ύπαρξη μιας εγγεγραμμένης εταιρείας, αλλά αφορά συχνά στη συμμετοχή ενός εταίρου.

Όταν κάποιος συμμετέχει εικονικά, η εταιρεία αντιμετωπίζεται ως μερικώς άκυρη κατά το μέρος αυτό, χωρίς η μερική ακυρότητα να επιφέρει ακυρότητα ολόκληρης της εταιρείας, εφόσον δεν συνάγεται ότι η εταιρεία δεν θα είχε συσταθεί χωρίς την εικονική συμμετοχή.

Τα εταιρικά μερίδια ή οι μετοχές που απέκτησε το παρένθετο πρόσωπο περιέρχονται στον υποκρυπτόμενο, ο οποίος είναι ο αληθής εταίρος και δικαιούται τη δικαστική αναγνώριση των δικαιωμάτων του (ΠΠρΓιαννιτσών 6/2025). Το αν συντρέχει ακυρότητα του συνόλου ή μερική ακυρότητα εξαρτάται από τη βούληση των μερών κατά τη σύσταση και απαιτεί κατά περίπτωση νομική κρίση.

Πότε ευθύνεται προσωπικά ο πραγματικός δικαιούχος πίσω από την εταιρεία;

Ο πραγματικός φορέας ευθύνεται προσωπικά όταν χρησιμοποιεί την εταιρεία ως παρένθετο πρόσωπο, δηλαδή ως κατ’ επίφαση συμβαλλόμενο που ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό του υποκρυπτόμενου.

Τότε ο υποκρυπτόμενος αποκτά και ο ίδιος εμπορική ιδιότητα και ευθύνεται εις ολόκληρον, για το σύνολο της οφειλής, για τις υποχρεώσεις που δημιουργεί η φαινόμενη δράση, χωρίς αυτό να συνιστά άρση της νομικής αυτοτέλειας.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη και συχνά συγχέεται. Η εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας δεν ταυτίζεται με την άρση της νομικής αυτοτέλειας. Στην πρώτη περίπτωση, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η συγκεκριμένη πράξη ήταν φαινομενική, ενώ στη δεύτερη κάμπτεται ο διαχωρισμός εταιρείας και μέλους λόγω κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας ( πχ κυρίαρχος μέτοχος, χρήση της εταιρείας ως alter ego, ανεπαρκής κεφαλαιοδότηση προς βλάβη τρίτων κλπ).

Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι, εαν δεχτεί την εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας, το δικαστήριο δεν παρακάμπτει τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας, ούτε αίρει την περιουσιακή αυτοτέλειά της, αφού η κρίση αφορά τη συγκεκριμένη πράξη και όχι το σύνολο των σχέσεων της εταιρείας (ΑΠ 858/2022).

Η εμπειρία από υποθέσεις όπου η φορολογική αρχή αναζήτησε τους πραγματικούς φορείς πίσω από φαινόμενη επιχείρηση δείχνει ότι το αποδεικτικό βάρος πέφτει στην έλλειψη πραγματικής οργάνωσης και δράσης, όχι στα κίνητρα των μερών. Ο ακόλουθος πίνακας αποσαφηνίζει τρεις έννοιες που στην πράξη συγχέονται.

Εικονική συμμετοχή ή δικαιοπραξίαΑφανής εταιρείαΆρση νομικής αυτοτέλειας
ΈννοιαΦαινομενική κατάρτιση χωρίς πρόθεση παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτωνΓνήσια εσωτερική εταιρεία, ο αφανής εταίρος δεν εμφανίζεται προς τρίτουςΚάμψη του χωρισμού εταιρείας και μέλους λόγω κατάχρησης
Νομική βάσηΆρθρο 138 ΑΚΆρθρα 285 επ. Ν. 4072/2012Άρθρα 281, 288, 200 ΑΚ (καλή πίστη)
Επίδραση στην ύπαρξη της εταιρείαςΗ εγγεγραμμένη εταιρεία δεν εξαφανίζεται, δυνατή μερική ακυρότηταΔεν θίγεται, η εξωτερική εταιρεία λειτουργεί κανονικάΔεν θίγεται, μετακυλίονται μόνο συνέπειες
Ποιος ευθύνεταιΟ υποκρυπτόμενος αληθής φορέας, εις ολόκληρονΜόνο ο εμφανής εταίρος έναντι τρίτωνΟ κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος
ΝομιμότηταΆκυρη ως προς το φαινομενικό σκέλοςΝόμιμη μορφή του επιχειρείνΚύρωση κατάχρησης, όχι νόμιμο σχήμα

Ποιες φορολογικές και ασφαλιστικές συνέπειες επιφέρει η εικονικότητα;

Η φορολογική διοίκηση (ΑΑΔΕ) και ο ΕΦΚΑ καταλογίζουν φόρους, ΦΠΑ, εισφορές και πρόστιμα στους πραγματικούς υπόχρεους που υποκρύπτονται πίσω από φαινόμενη επιχείρηση, ανεξάρτητα από τα φαινόμενα πρόσωπα, αφού συνταχθεί ιδιαίτερη έκθεση ελέγχου που αιτιολογεί την εικονικότητα. Τα φαινόμενα πρόσωπα δεν καλύπτουν και δεν απαλλάσσουν τους πραγματικούς φορείς από την ευθύνη.

Η θέση αυτή αποτυπώθηκε στην ΠΟΛ 1008/2017, με την οποία έγινε δεκτή η γνωμοδότηση 275/2016 της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η τελευταία ανέφερε ότι, σε βεβαιωμένη ληξιπρόθεσμη οφειλή εικονικής επιχείρησης, οι πραγματικοί υπόχρεοι ευθύνονται ανεξαρτήτως των φαινομένων προσώπων και σε βάρος τους λαμβάνονται όλα τα διοικητικά, ασφαλιστικά και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης.

Τα μέτρα αυτά ασκούνται κατά τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), ενώ η προσωπική ευθύνη των πραγματικών φορέων εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της ευθύνης των διοικούντων για τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας.

Η εικονική εταιρεία αποτελεί συχνά το όχημα για την έκδοση ή λήψη εικονικών τιμολογίων, όπου η εικονικότητα μεταφέρεται από την οντότητα στα ίδια τα παραστατικά και ενεργοποιεί ποινική ευθύνη για φοροδιαφυγή.

Πρόκειται για διακριτό, αν και συχνά συνυφασμένο, ζήτημα, καθώς το πρώτο αφορά τον χαρακτήρα της εταιρείας ως φορέα, ενώ το δεύτερο τη μη πραγματική συναλλαγή που καλύπτει ένα φορολογικό στοιχείο.

Η έκθεση ελέγχου οφείλει να τεκμηριώνει ειδικά την εικονικότητα και να προσδιορίζει τα πραγματικά υπόχρεα πρόσωπα, γι’ αυτό και τυχόν πλημμέλειες της αιτιολόγησης ή της ταυτοποίησης αποτελούν πεδίο άμυνας που κρίνεται κατά περίπτωση.

Ποιος μπορεί να επικαλεστεί την εικονικότητα και με ποιο ένδικο τρόπο;

Την εικονικότητα επικαλείται ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί του, οι δανειστές και κάθε τρίτος με έννομο συμφέρον, υλικό ή ηθικό, όταν από την άκυρη σύμβαση δημιουργείται κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η ακυρότητα είναι απόλυτη και επέρχεται αυτοδικαίως, οπότε δεν απαιτείται διαπλαστική αγωγή αλλά αναγνωριστική αγωγή για τη βεβαίωσή της (ΑΠ 1642/2025).

Για τον δανειστή που θίγεται από μεταβίβαση περιουσίας μέσω εικονικής εταιρείας ή εικονικής δικαιοπραξίας, ανοίγονται δύο διαφορετικές επιλογές:

  • Η πρώτη είναι η επίκληση της εικονικότητας, οπότε η μεταβίβαση θεωρείται ανύπαρκτη εξαρχής.
  • Η δεύτερη είναι η καταδολίευση των δανειστών και η αγωγή διάρρηξης (άρθρα 939 επ. ΑΚ), η οποία προϋποθέτει έγκυρη μεν αλλά καταδολιευτική απαλλοτρίωση, πρόθεση βλάβης και ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας.

Η εμπειρία από υποθέσεις καταδολίευσης μέσω εικονικών μεταβιβάσεων δείχνει ότι η επιλογή ανάμεσα στην επίκληση της εικονικότητας και στην αγωγή διάρρηξης καθορίζει τι πρέπει να αποδειχθεί και ποιος φέρει το αποδεικτικό βάρος.

Συχνές ερωτήσεις

Είναι παράνομη η αφανής εταιρεία;

Όχι. Η αφανής εταιρεία είναι γνήσια, νόμιμη μορφή του επιχειρείν, προβλεπόμενη από τα άρθρα 285 επ. του Ν. 4072/2012: ο αφανής εταίρος μετέχει στα αποτελέσματα μιας εμπορικής δραστηριότητας χωρίς να εμφανίζεται προς τρίτους, ενώ έναντι αυτών ευθύνεται μόνο ο εμφανής εταίρος. Διαφέρει από την εικονική συμμετοχή, όπου η εμφάνιση ενός προσώπου ως εταίρου είναι απλώς φαινομενική. Η οριοθέτηση κρίνεται στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.

Μπορεί να κριθεί εικονική μια ΑΕ ή μια ΙΚΕ;

Η ίδρυση μιας εγγεγραμμένης κεφαλαιουχικής εταιρείας δεν ανατρέπεται εύκολα ως εικονική, καθώς το κύρος της ρυθμίζεται από το ειδικό εταιρικό δίκαιο και τη δημοσιότητα του ΓΕΜΗ. Εικονικότητα, όμως, μπορεί να αφορά τη συμμετοχή συγκεκριμένου εταίρου ή μετόχου, ή μια επιμέρους δικαιοπραξία, όπως μια μεταβίβαση μετοχών ή ένα δάνειο προς εταίρο, με συνέπεια τη μερική ακυρότητα.

Σε τι διαφέρει η εικονική εταιρεία από την άρση της νομικής προσωπικότητας;

Η εικονικότητα οδηγεί σε ακυρότητα μιας φαινομενικής δικαιοπραξίας ή συμμετοχής κατά το άρθρο 138 ΑΚ. Η άρση της νομικής προσωπικότητας είναι κύρωση της κατάχρησης, με την οποία κάμπτεται ο χωρισμός εταιρείας και μέλους και μετακυλίονται οι συνέπειες στον κυρίαρχο μέτοχο ή εταίρο. Ο Άρειος Πάγος διαχωρίζει τις δύο έννοιες: η διαπίστωση εικονικότητας μιας πράξης δεν συνεπάγεται άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας της εταιρείας.

Εικονική εταιρεία και εικονικά τιμολόγια είναι το ίδιο;

Όχι. Η εικονική εταιρεία είναι η οντότητα χωρίς πραγματικό υπόστρωμα, ενώ το εικονικό τιμολόγιο είναι το φορολογικό στοιχείο που καλύπτει ανύπαρκτη ή μη πραγματική συναλλαγή. Οι δύο έννοιες συνδέονται, καθώς μια εικονική εταιρεία εκδίδει συχνά εικονικά παραστατικά, παραμένουν όμως διακριτές ως προς τις προϋποθέσεις και τις κυρώσεις, με το ζήτημα των τιμολογίων να έχει έντονη ποινική διάσταση.

Η μυστική συμμετοχή μέσω παρένθετου προσώπου είναι νόμιμη;

Η χρήση παρένθετου προσώπου για κάλυψη της πραγματικής συμμετοχής δεν είναι αυτομάτως άκυρη: η καλυπτόμενη σύμβαση μπορεί να ισχύει υπέρ του αληθούς φορέα, εφόσον τηρήθηκε ο απαιτούμενος τύπος. Ενέχει όμως κινδύνους έναντι τρίτων που αγνοούσαν την κατάσταση, καθώς και έναντι της φορολογικής και της ασφαλιστικής διοίκησης, γι’ αυτό απαιτείται προσεκτική έγγραφη ρύθμιση των σχέσεων.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Πραγματική οργάνωση και δράση: Η ύπαρξη ουσιαστικής συναλλακτικής οργάνωσης, εγκαταστάσεων, προσωπικού και αυτοτελούς δραστηριότητας είναι το στοιχείο που διαχωρίζει μια πραγματική εταιρεία από φαινόμενο σχήμα και προστατεύει έναντι του χαρακτηρισμού της ως εικονικής.

Διάκριση από την αφανή εταιρεία: Η επιθυμία αφανούς συμμετοχής δεν οδηγεί αναγκαστικά σε εικονικότητα. Η νόμιμη οδός είναι η αφανής εταιρεία, με έγγραφη ρύθμιση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων μεταξύ εμφανούς και αφανούς εταίρου.

Έγγραφη τεκμηρίωση σε σχήματα παρένθετου προσώπου: Η ταυτότητα του αληθούς φορέα και η θέληση των μερών πρέπει να αποτυπώνονται εγγράφως, ώστε να είναι δυνατή η δικαστική αναγνώριση των δικαιωμάτων του υποκρυπτόμενου προσώπου έναντι του παρενθέτου.

Έλεγχος πριν από μεταβιβάσεις προς συνδεδεμένα πρόσωπα: Μεταβιβάσεις περιουσίας ή εταιρικών συμμετοχών προς οικείους σε περίοδο οικονομικής πίεσης κινδυνεύουν με προσβολή ως εικονικές ή καταδολιευτικές, με φορολογικές και αστικές συνέπειες που κρίνονται κατά περίπτωση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικό με την εικονική εταιρεία.

ΝΕΠΑ ή ΙΚΕ για Σκάφος Αναψυχής: Τα Κριτήρια Επιλογής

Πότε Συμφέρει η Σύσταση ΝΕΠΑ για Επαγγελματικό Πλοίο Αναψυχής

Εν συντομία:

  • Η ΝΕΠΑ (Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής) είναι κεφαλαιουχική εταιρεία με αποκλειστικό σκοπό την κτήση ή εκμετάλλευση επαγγελματικού πλοίου αναψυχής υπό ελληνική σημαία.
  • Συμφέρει όταν το σκάφος προορίζεται για επαγγελματική εκμετάλλευση με ναυλώσεις. Για ιδιωτική χρήση χωρίς ναυλώσεις ενδείκνυται η Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής (ΕΙΠΑ).
  • Το φορολογικό πλεονέκτημα υπάρχει μόνο όταν η ΝΕΠΑ είναι πλοιοκτήτρια: ο φόρος χωρητικότητας εξαντλεί τη φορολογία εισοδήματος. Ως διαχειρίστρια πλοίου τρίτου, φορολογείται κανονικά στα κέρδη.
  • Το ελάχιστο κεφάλαιο είναι 10.000 ευρώ και επιτρέπεται μονοπρόσωπη ΝΕΠΑ.
  • Ο νόμος απαγορεύει τη μετατροπή άλλης εταιρείας σε ΝΕΠΑ και αντίστροφα, οπότε η επιλογή μορφής πρέπει να γίνει ορθά εξαρχής.

Τι είναι η ΝΕΠΑ και πότε επιλέγεται αντί άλλης εταιρικής μορφής;

Η Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής (ΝΕΠΑ) είναι κεφαλαιουχική εταιρεία με νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα. Έχει αποκλειστικό σκοπό την κτήση κυριότητας, την εκμετάλλευση ή τη διαχείριση πλοίων αναψυχής υπό ελληνική σημαία που χαρακτηρίζονται ως επαγγελματικά (άρθρα 23 επ. ν. 4926/2022).

Επιλέγεται όταν το σκάφος προορίζεται για επαγγελματική εκμετάλλευση με ναυλώσεις, όχι για ιδιωτική χρήση ούτε για δραστηριότητα πέραν του σκάφους.

Ο αποκλειστικός σκοπός είναι το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τη ΝΕΠΑ από τις κοινές εμπορικές εταιρείες. Δεν μπορεί να ασκεί άλλη δραστηριότητα πέρα από την εκμετάλλευση πλοίων αναψυχής.

Επιχειρηματίας που σχεδιάζει ναυλώσεις σκάφους αλλά και παράλληλες δραστηριότητες, όπως τουριστικές υπηρεσίες ξηράς ή εμπορία, δεν καλύπτεται από τη ΝΕΠΑ και χρειάζεται επιλογή εταιρικής μορφής με ευρύτερο σκοπό.

Η ελληνική σημαία είναι επίσης προϋπόθεση. Η ΝΕΠΑ αφορά πλοία που νηολογούνται στην Ελλάδα. Για σκάφος υπό ξένη σημαία το εταιρικό όχημα και το φορολογικό πλαίσιο διαμορφώνονται διαφορετικά.

Πότε συμφέρει η ΝΕΠΑ έναντι ΙΚΕ, ΑΕ ή ΕΙΠΑ;

Η ΝΕΠΑ συμφέρει όταν συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις:

  1. το σκάφος θα εκμεταλλεύεται επαγγελματικά με ναυλώσεις,
  2. φέρει ελληνική σημαία και
  3. επιδιώκεται το φορολογικό καθεστώς του πλοίου.

Αν το σκάφος προορίζεται για ιδιωτική χρήση, η Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής (ΕΙΠΑ) του ίδιου νόμου είναι η ενδεδειγμένη μορφή.

ΚριτήριοΝΕΠΑΕΙΠΑΙΚΕ / ΑΕ
Χρήση σκάφουςΕπαγγελματική, με ναυλώσειςΙδιωτική χρήσηΆσχετη με σκάφος ή ευρύτερη δραστηριότητα
ΣημαίαΕλληνικήΕλληνικήΔεν προϋποτίθεται
Ελάχιστο κεφάλαιο10.000 ευρώΚατά τον νόμοΙΚΕ από 1 ευρώ / ΑΕ 25.000 ευρώ
Φορολογία εισοδήματος από το πλοίοΦόρος χωρητικότητας αν πλοιοκτήτριαΔεν αποκτά επαγγελματικό εισόδημαΦόρος εισοδήματος νομικών προσώπων
Μετατροπή προς ή από τη μορφήΑπαγορεύεταιΑπαγορεύεταιΕπιτρέπεται

Το κρίσιμο διαχωριστικό είναι η χρήση του σκάφους. Επαγγελματική εκμετάλλευση με ναυλώσεις οδηγεί στη ΝΕΠΑ, ιδιωτική χρήση στην ΕΙΠΑ, ενώ δραστηριότητα πέραν του σκάφους απαιτεί μια ΙΚΕ ή ΑΕ. Το βασικό κίνητρο για τη ΝΕΠΑ είναι το φορολογικό καθεστώς του πλοίου, που αναλύεται στη συνέχεια.

Η περιορισμένη ευθύνη δεν αποτελεί από μόνη της λόγο επιλογής της ΝΕΠΑ, καθώς υπάρχει σε κάθε κεφαλαιουχική εταιρεία. Η σωστή απάντηση εξαρτάται από τον σχεδιασμό εκμετάλλευσης, τη σημαία και τη φορολογική στρατηγική των μετόχων, και κάθε σενάριο δίνει διαφορετικό αποτέλεσμα.

Πώς φορολογείται η ΝΕΠΑ και πότε τα κέρδη μένουν αφορολόγητα;

Η φορολογική μεταχείριση εξαρτάται από το αν η ΝΕΠΑ είναι πλοιοκτήτρια ή απλή διαχειρίστρια πλοίου τρίτου. Ως πλοιοκτήτρια επαγγελματικού πλοίου υπάγεται στον φόρο χωρητικότητας του ν. 27/1975, μέσω του άρθρου 65 του ν. 4926/2022, και η καταβολή του εξαντλεί κάθε υποχρέωση φόρου εισοδήματος. Ως διαχειρίστρια, φορολογείται κανονικά στα κέρδη της.

Το πλεονέκτημα των αφορολόγητων κερδών που συχνά αποδίδεται γενικά στη ΝΕΠΑ ισχύει με ακρίβεια μόνο για την πλοιοκτήτρια. Ο φόρος χωρητικότητας υπολογίζεται στους κόρους ολικής χωρητικότητας του πλοίου και όχι στα κέρδη.

Η καταβολή του εξαντλεί τη φορολογία εισοδήματος και η απαλλαγή εκτείνεται μέχρι τον μέτοχο φυσικό πρόσωπο, καθώς τα μερίσματα και οι διανομές καθαρών κερδών δεν φορολογούνται περαιτέρω.

Η ΝΕΠΑ που διαχειρίζεται ή εκμεταλλεύεται πλοίο τρίτου, χωρίς να είναι πλοιοκτήτρια, δεν υπάγεται στο ίδιο καθεστώς. Τηρεί διπλογραφικά βιβλία κατά τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα και φορολογείται με φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων στα κέρδη της.

Δύο εξαιρέσεις πρέπει να σημειωθούν. Οι αμοιβές των μελών του διοικητικού συμβουλίου υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, ανώ η απαλλαγή δεν καλύπτει τέλη και Φόρο Συγκέντρωσης Κεφαλαίων.

Το ευνοϊκό αυτό καθεστώς για τα πλοία αναψυχής τελεί υπό επανεξέταση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει ζήτημα συμβατότητας της επέκτασης του φόρου χωρητικότητας στα σκάφη αναψυχής με το δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων. Ο σχεδιασμός με ορίζοντα ετών οφείλει να λαμβάνει υπόψη ότι το φορολογικό πλεονέκτημα ενδέχεται να μεταβληθεί.

Πώς συστήνεται μια ΝΕΠΑ και τι κεφάλαιο απαιτείται;

Η σύσταση γίνεται με κατάρτιση καταστατικού από έναν τουλάχιστον ιδρυτή, καθώς επιτρέπεται και μονοπρόσωπη ΝΕΠΑ και καταχώρισή του στο Μητρώο ΝΕΠΑ. Η εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα από την καταχώριση (άρθρα 24 επ. ν. 4926/2022). Το ελάχιστο κεφάλαιο ορίζεται σε 10.000 ευρώ, καταβλητέο ολοσχερώς σε χρήμα εντός δύο μηνών από τη σύσταση. Τα βήματα έχουν ως εξής:

  1. Κατάρτιση καταστατικού, εγγράφως ή ψηφιακά, με το υποχρεωτικό περιεχόμενο: επωνυμία, σκοπός, έδρα, ύψος κεφαλαίου, μετοχές, όργανα διοίκησης, δικαιώματα μετόχων και διαδικασία λύσης.
  2. Επιλογή επωνυμίας με τις λέξεις «ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΛΟΙΩΝ ΑΝΑΨΥΧΗΣ» ή το ακρωνύμιο «ΝΕΠΑ», χωρίς κίνδυνο σύγχυσης με άλλη εταιρεία.
  3. Καταχώριση του υπογεγραμμένου καταστατικού στο Μητρώο ΝΕΠΑ, από την οποία η εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα.
  4. Καταβολή του κεφαλαίου σε ειδικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα και προσκόμιση του παραστατικού στο μητρώο.

Η εμπειρία από υποθέσεις σύστασης ναυτιλιακών εταιρειών δείχνει ότι οι πιο κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται στη διατύπωση των καταστατικών ρητρών, όπως περιορισμοί στη μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών, αυξημένες απαρτίες και πλειοψηφίες για συγκεκριμένες αποφάσεις, καθορισμός διάρκειας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Κάθε επιλογή δεσμεύει τη λειτουργία της εταιρείας και τη σχέση των μετόχων για χρόνια.

Ποια η ευθύνη μετόχων και μελών ΔΣ και ποιοι κίνδυνοι παραμένουν;

Για τα χρέη της ΝΕΠΑ ευθύνεται μόνο η ίδια με την περιουσία της και οι μέτοχοι δεν ευθύνονται πέραν της εισφοράς τους. Ο κανόνας αυτός, ωστόσο, δεν είναι απόλυτος. Για φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές προς το Δημόσιο, τα πρόσωπα που διοικούν την εταιρεία ευθύνονται αλληλεγγύως και προσωπικά.

Η περιορισμένη ευθύνη καλύπτει τις συμβατικές και εμπορικές υποχρεώσεις της εταιρείας. Δεν καλύπτει όμως την ευθύνη των διοικούντων για τις φορολογικές οφειλές, αφού ο Πρόεδρος, ο Διευθύνων Σύμβουλος και όσοι ασκούν διοίκηση ευθύνονται προσωπικά για φόρους που δεν αποδόθηκαν. Ανάλογη υποχρέωση προκύπτει και για τις ασφαλιστικές εισφορές, καθώς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου με ποσοστό μετοχών 3% και άνω υπάγονται σε υποχρεωτική ασφάλιση.

Πέρα από τη φορολογική ευθύνη, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου φέρουν ευθύνη επιμέλειας και υποχρέωση πίστεως προς την εταιρεία. Ευθύνονται για ζημία από παράβαση των καθηκόντων τους, εκτός αν αποδείξουν ότι επέδειξαν την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία και ότι η απόφαση ελήφθη με καλή πίστη και επαρκή πληροφόρηση.

Ένας ακόμη περιορισμός αφορά τη σύνθεση των μετόχων. Επειδή η ΝΕΠΑ φέρει ελληνική σημαία, ισχύουν οι προϋποθέσεις εθνικότητας της πλοιοκτησίας. Επενδυτής από χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου πρέπει να ελέγξει αν και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να συμμετάσχει, πριν δεσμεύσει κεφάλαια.

Μπορεί μια ΙΚΕ ή ΑΕ να μετατραπεί σε ΝΕΠΑ;

Όχι. Ο ν. 4926/2022 απαγορεύει τόσο τη μετατροπή εταιρείας άλλης νομικής μορφής σε ΝΕΠΑ όσο και τη μετατροπή ΝΕΠΑ σε άλλη μορφή. Πηγές που αναφέρουν ότι επιτρέπεται η μετατροπή μιας ΙΚΕ ή ΕΠΕ σε ΝΕΠΑ στηρίζονται στο προϊσχύον καθεστώς του ν. 3182/2003, το οποίο καταργήθηκε ως προς τις σχετικές διατάξεις.

Η απαγόρευση έχει άμεση συνέπεια για τον σχεδιασμό. Επιχειρηματίας δεν μπορεί να ξεκινήσει με μια ευέλικτη ΙΚΕ και αργότερα, όταν αποκτήσει το σκάφος, να τη μετατρέψει σε ΝΕΠΑ για να επωφεληθεί από το φορολογικό καθεστώς.

Στην πρακτική αντιμετώπιση τέτοιων υποθέσεων, η επιλογή του οχήματος πρέπει να οριστικοποιείται πριν την απόκτηση του πλοίου, με βάση τον προγραμματισμένο τρόπο εκμετάλλευσης. Λανθασμένη αρχική επιλογή σημαίνει διάλυση της μιας εταιρείας και σύσταση νέας, με το κόστος και τον χρόνο που αυτό συνεπάγεται.

Συχνές Ερωτήσεις

Πόσο κεφάλαιο χρειάζεται για τη σύσταση ΝΕΠΑ;

Το ελάχιστο εταιρικό κεφάλαιο είναι 10.000 ευρώ. Καταβάλλεται ολοσχερώς σε χρήμα εντός δύο μηνών από τη σύσταση, σε ειδικό λογαριασμό της εταιρείας σε πιστωτικό ίδρυμα.

Μπορεί ένα φυσικό πρόσωπο να ιδρύσει μονοπρόσωπη ΝΕΠΑ;

Ναι. Η ΝΕΠΑ ιδρύεται από έναν ή περισσότερους ιδρυτές και μπορεί να είναι μονοπρόσωπη. Το διοικητικό συμβούλιο απαιτεί ωστόσο τουλάχιστον τρία μέλη, μετόχους ή μη.

Ποια η διαφορά της ΝΕΠΑ από την ΕΙΠΑ;

Η ΝΕΠΑ αφορά πλοία που εκμεταλλεύονται επαγγελματικά με ναυλώσεις. Η Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής αφορά πλοία που προορίζονται για ιδιωτική χρήση. Η επιλογή εξαρτάται από τον τρόπο χρήσης του σκάφους.

Πού τηρείται το Μητρώο ΝΕΠΑ;

Το Μητρώο ΝΕΠΑ τηρείται ηλεκτρονικά και σε αυτό καταχωρίζεται το καταστατικό, από το οποίο η εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα. Στο ίδιο μητρώο καταχωρίζονται και οι μεταγενέστερες μεταβολές της εταιρείας.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Ο αποκλειστικός σκοπός δεσμεύει: Η ΝΕΠΑ δεν μπορεί να ασκήσει δραστηριότητα πέρα από την εκμετάλλευση πλοίων αναψυχής. Επιχειρηματικός σχεδιασμός με παράλληλες δραστηριότητες απαιτεί διαφορετικό ή πρόσθετο εταιρικό όχημα.

Το φορολογικό πλεονέκτημα προϋποθέτει πλοιοκτησία: Η απαλλαγή από φόρο εισοδήματος ισχύει όταν η ΝΕΠΑ είναι πλοιοκτήτρια και καταβάλλει φόρο χωρητικότητας. Ως διαχειρίστρια πλοίου τρίτου φορολογείται κανονικά στα κέρδη της.

Η επιλογή μορφής κλειδώνει εξαρχής: Επειδή η μετατροπή προς και από τη ΝΕΠΑ απαγορεύεται, η μορφή πρέπει να επιλεγεί με βάση τον τρόπο εκμετάλλευσης πριν την απόκτηση του σκάφους.

Η περιορισμένη ευθύνη δεν καλύπτει το Δημόσιο: Για φόρους και ασφαλιστικές εισφορές που δεν αποδόθηκαν, τα διοικούντα πρόσωπα ευθύνονται προσωπικά και αλληλεγγύως, ανεξάρτητα από την περιορισμένη ευθύνη της εταιρείας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ΝΕΠΑ.