Διαζύγιο Και Αξίωση Συμμετοχής Επί Εταιρείας Συζύγου

Η ΑΞΙΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του Α.Κ.

«Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή… Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες».

Νομική Φύση Αξίωσης Συμμετοχής

Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι, κατ’ αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή, χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου.

Έννοια Προσαύξησης Περιουσίας

Ως αύξηση νοείται, όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι, κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία).

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Χρόνος & Τρόπος Υπολογισμού Περιουσίας

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος, κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής.

Οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου δεν επιδρούν στον προσδιορισμό της τελικής περιουσίας και συνακόλουθα του αποκτήματος.

Συμβολή Συζύγου Στην Προσαύξηση

Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 του Α.Κ., μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα.

Μπορεί να συνίσταται ακόμη και στην παροχή υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 του Α.Κ., οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα, στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση.

Υπολογισμος Συμμετοχής Στα Αποκτηματα

Η αποτίμηση, όμως, των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε, κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατά είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 1059/2014).

ΑΓΩΓΗ – ΑΜΥΝΑ ΣΥΖΥΓΟΥ – ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
Αγωγικές Αξιώσεις Επί Προσαύξησης Περιουσίας

Όταν ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.

Ενστάσεις

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 του Α.Κ. τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση, ενώ όσον αφορά στον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ. μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων.

Τούτο με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ’ ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Νομική Ερμηνεία Ενστάσεων

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης, σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Επίσης, ο εναγόμενος στην εν λόγω αγωγή μπορεί, κατ’ ένσταση, να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, να αφαιρεθεί το παθητικό αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και δεν απέδειξε την συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία, που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά, μόνο, κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ, κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε, δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ’ επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεστεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3.

Η ΑΞΙΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΕ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΖΥΓΟΥ

Η ιδιότητα εταίρου σε εταιρεία, με νομική προσωπικότητα, προσωπική (ΟΕ, ΕΕ) ή κεφαλαιουχική (ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ), δεν παρέχει σε αυτόν (εταίρο ή μέτοχο) οποιοδήποτε δικαίωμα περιουσιακής φύσεως επί των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων, που απαρτίζουν την εταιρική περιουσία.

Τούτο διότι επί εταιρειών που έχουν νομική προσωπικότητα, σε αντίθεση με εκείνες που στερούνται νομικής προσωπικότητας, η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο και διακρίνεται από τις ατομικές περιουσίες των εταίρων.

Από αυτό συνάγεται ότι για τον υπόχρεο σύζυγο, που έχει αποκτήσει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της έγγαμης συμβίωσης, με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου, την ιδιότητα μετόχου ή εταίρου εταιρείας με νομική προσωπικότητα και τη διατηρεί, κατά το χρόνο λύσης ή ακύρωσης του γάμου, απόκτημα δεν αποτελούν τα κατ’ ιδίαν στοιχεία, τα οποία συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας, αλλά η ατομική του περιουσία ως μετόχου ή εταίρου.

Δηλαδή, απόκτημα αποτελεί η οικονομική συμμετοχή του εταίρου ή μετόχου και συγκεκριμένα οι μετοχές ή η μερίδα συμμετοχής του καθώς και τα αναλογούντα στο ποσοστό συμμετοχής καθαρά κέρδη, που αποκόμισε, κατά τη διάρκεια του γάμου και υφίστανται, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης ή ακύρωσης του γάμου και μόνον επ’ αυτών των ατομικών περιουσιακών στοιχείων δύναται να έχει αξίωση συμμετοχής ο δικαιούχος σύζυγος.

Επομένως, στην περίπτωση συμβολής στην απόκτηση μετοχών, ή εταιρικής μερίδας υπάρχει αξίωση συμμετοχής και μπορεί να ζητηθεί, κατ’ ανάλογο ποσοστό, μέρος αυτών ή μέρος της αξίας τους.

Παράδειγμα

Κατά τη διάρκεια του γάμου, ο σύζυγος απέκτησε το 60% επί ομόρρυθμης εταιρείας. Επίσης κατά τη διάρκεια του γάμου, η ανωτέρω εταιρεία απέκτησε στην πλήρη κυριότητά της 3 ακίνητα.

Το εφετείο έκρινε ότι η σύζυγος δεν δικαιούται το 60% επί των 3 ακινήτων, αλλά το 1/3 επί των εταιρικών μεριδίων που κατείχε ο σύζυγος. Επιπλέον, επειδή η σύζυγος δεν είχε διατυπώσει το αίτημά της κατά την ανωτέρω νομικά ορθή προσέγγιση, η αξίωσή της απορρίφθηκε.

Περαιτέρω ο Άρειος Πάγος έκρινε αναιρετικά τα παρακάτω:

Η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ., δεν προσμέτρησε στην ατομική περιουσία του αναιρεσιβλήτου την εμπορική αξία του ποσοστού 60% των ακινήτων, που ανήκουν, κατά κυριότητα, στο νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας, ομόρρυθμος εταίρος της οποίας είναι ο αναιρεσίβλητος, κατά ποσοστό 60%.

Και τούτο διότι τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία δεν συνιστούν απόκτημα, καθόσον δεν ανήκουν -έστω και κατά το ως άνω ποσοστό- στην ατομική περιουσία του αναιρεσιβλήτου, αλλά συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας.

Τέτοια αξίωση συμμετοχής υπάρχει, μόνο, επί τυχόν συμβολής της αναιρεσείουσας στην απόκτηση της εταιρικής μερίδας του αναιρεσιβλήτου ή επί των αναλογούντων στο ποσοστό συμμετοχής τούτου καθαρών κερδών, που αποκόμισε αυτός, κατά τη διάρκεια του γάμου και υφίστανται, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του, αίτημα, όμως, το οποίο δεν υποβλήθηκε (ΑΠ 312/2023).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα επί εταιρειών στην περίπτωση διαζυγίου.

Δημόσιος Υπάλληλος Και Δυνατότητα Συμμετοχής Σε Εταιρείες

Η δυνατότητα δημοσίου υπάλληλου να συμμετέχει σε εταιρείες οιασδήποτε μορφής, ρυθμίζεται από το άρθρο 32 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007), όπως ισχύει σήμερα μετά την αναθεώρησή του με τον Ν. 5149/2024.

Με την παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου του Κώδικα, θεσπίζεται γενική απαγόρευση:

Απαγορεύεται ο υπάλληλος να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία ή να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας.

Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, προβλέπονται εξαιρέσεις και επιμέρους ρυθμίσεις.

ΠΛΗΡΗΣ & ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ
Ομόρρυθμη & Ετερόρρυθμη Εταιρεία (ΟΕ & ΕΕ)

Οι Ο.Ε. και Ε.Ε. εμπίπτουν στην έννοια της «προσωπικής εμπορικής εταιρείας» και επομένως ο δημόσιος υπάλληλος απαγορεύεται απόλυτα να μετέχει, είτε ως ομόρρυθμος είτε ως ετερόρρυθμος εταίρος σε αυτές.

Εξάλλου, η συμμετοχή υπαλλήλου, ως εταίρου, σε προσωπική εταιρεία (ΟΕ & ΕΕ) εμπίπτει όχι μόνο στην παραπάνω απαγόρευση της παρ. 2 του άρθρου 32, αλλά και αυτής της παρ. 3 του άρθρου 31 (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 553/2008).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, προφανέστατα, δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να είναι ούτε και διαχειριστής ΟΕ και ΕΕ.

Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ)

Ομοίως, η συμμετοχή υπαλλήλου σε ΕΠΕ απαγορεύεται ρητά και απόλυτα. Δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να είναι ούτε εταίρος (μέλος) ΕΠΕ ούτε διαχειριστής της (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 385/2008).

Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ)

Η περίπτωση της συμμετοχής δημοσίου υπάλληλου ΙΚΕ δεν αναφέρεται ρητά στο παραπάνω άρθρο και, αρχικά, επικράτησε διχογνωμία.

Ωστόσο με την Γνωμοδότηση ΝΣΚ 25/2015, κρίθηκε ότι:

«Επιπροσθέτως, η Ι.Κ.Ε., ως προς τα γενικά της χαρακτηριστικά έχει νομοθετικά διαμορφωθεί, ασχέτως των κάθε φορά ειδικότερων και εμφαινόμενων στο καταστατικό εταιρικών επιλογών, με βάση την εταιρία περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.), στην οποία η απαγόρευση συμμετοχής του υπαλλήλου δεν επιδέχεται αμφισβήτησης.
(…)
Κατόπιν των προαναφερομένων, το Ε’ Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους γνωμοδοτεί: α) ομόφωνα, ότι δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο, ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, να αποκτήσει την ιδιότητα του διαχειριστή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας και, β) κατά πλειοψηφία, ότι δεν επιτρέπεται στον εν λόγω υπάλληλο να συμμετέχει, με την απόκτηση ενός ή περισσότερων εταιρικών μεριδίων, σε αυτήν».

Τέλος, με την από 13/01/2025 Εγκύκλιο του ΥΠΕΣ, υιοθετήθηκε η παραπάνω γνωμοδότηση από τη Διοίκηση.

Επομένως, δεν επιτρέπεται στον δημόσιο υπάλληλο, να μετέχει σε ΙΚΕ, να διακρατεί εταιρικά μερίδια αυτής και, πολύ περισσότερο, να είναι διαχειριστής.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι η μειοψηφούσα άποψη του ΝΣΚ θεωρεί πως η πλήρης και απόλυτη απαγόρευση κατοχής έστω και ενός μεριδίου στην ΙΚΕ θέτει ζητήματα συνταγματικότητας. Ωστόσο, μετά την υιοθέτηση της άποψης της πλειοψηφίας από τη Διοίκηση, παρέλκει οιαδήποτε περαιτέρω αναφορά.

Κοινοπραξία

Με την ρητή αναφορά του άρθρου 32, η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου σε Κοινοπραξίες απαγορεύεται χωρίς εξαιρέσεις.

Αφανής Εταιρεία

Κατά πάγια θέση της θεωρίας και της νομολογίας, ο δημόσιος υπάλληλος δεν επιτρέπεται να συμμετέχει ως αφανής εταίρος σε αφανή εταιρεία η οποία έχει εμπορική δραστηριότητα.

Ατομική Επιχείρηση

Η ατομική επιχείρηση δεν είναι νομικό πρόσωπο και επομένως δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 32, καθώς αυτό αφορά μόνο τις εμπορικές εταιρείες.

Η σχετική ρύθμιση προβλέπεται στο άρθρο 31 «Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή» και επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις.

Λοιπά Θέματα Απόλυτης Απαγόρευσης
  • Ζήτημα μπορεί να προκύψει στην περίπτωση κατά την οποία δημόσιος υπάλληλος κληρονομήσει εταιρικά μερίδια τα οποία απαγορεύεται να κατέχει. Σύμφωνα με την ανωτέρω αναφερόμενη Γνωμοδότηση ΝΣΚ 385/2008, σε τέτοια περίπτωση (δηλαδή απόκτησης εταιρικών μεριδίων Ε.Π.Ε. από δημόσιο υπάλληλο, λόγω κληρονομίας), δημιουργείται ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας αυτού και της συμμετοχής του στην εταιρία. Το ασυμβίβαστο αυτό μπορεί να αρθεί μόνον, εφόσον ο υπάλληλος προβεί στη μεταβίβαση όλων των εταιρικών μεριδίων. Η ως άνω μεταβίβαση πρέπει να λάβει χώρα εντός έτους από της υποβολής της σχετικής δήλωσης στην υπηρεσία του, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 3 εδ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα.
  • Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρει η Γνωμοδότηση ΝΣΚ 314/2007, η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου, σε οιαδήποτε εμπορική εταιρεία στην οποία απαγορεύεται η συμμετοχή του, δεν αποτελεί κατά νόμο κώλυμα για τη χορήγηση στην εταιρεία αυτή οιασδήποτε τυχόν απαιτούμενης άδειας ιδρύσεως ή λειτουργίας. Είναι δε διάφορο το ζήτημα της πειθαρχικής ευθύνης του υπαλλήλου αυτού, λόγω της συμμετοχής του σε τέτοια εταιρεία.
ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ
Ανώνυμη Εταιρεία (ΑΕ)

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 32 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα, απαγορεύεται η απόκτηση από υπάλληλο, σύζυγο του ή ανήλικα τέκνα τους μετοχών ανωνύμων εταιρειών που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας του.

Συνεπώς, μετοχές ΑΕ που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας δεν επιτρέπεται να αποκτηθούν.

Σε περίπτωση όπου ο δημόσιος υπάλληλος είτε κατά το διορισμό του, είτε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του κατέχει μετοχές ΑΕ οι οποίες εμπίπτουν στην παραπάνω απαγόρευση, υποχρεούται να υποβάλει σχετική δήλωση στην υπηρεσία του και, εντός ενός έτους, είτε να τις μεταβιβάσει είτε να ζητήσει τη μετακίνηση του σε άλλη αρχή της υπηρεσίας του ή τη μετάταξη του σε άλλη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή η μετακίνηση ή μετάταξη είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία του.

Κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών ή την ολοκλήρωση της μετάταξης του, ο υπάλληλος εμπίπτει στο «κώλυμα συμφέροντος».

Τα ίδια ισχύουν στην περίπτωση όπου μετοχές ΑΕ οι οποίες εμπίπτουν στην παραπάνω απαγόρευση, αποκτηθούν από σύζυγο ή ανήλικα τέκνα του υπαλλήλου.

Περαιτέρω, εξ’ αντιδιαστολής, προκύπτει ότι ο δημόσιος υπάλληλος μπορεί να είναι μέτοχος σε ΑΕ που δεν ελέγχει η υπηρεσία του. Μπορεί, δηλαδή, να κατέχει μετοχές, να μετέχει και να ψηφίζει στις γενικές συνελεύσεις.

Ωστόσο, απαγορεύεται απόλυτα να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος σε ΑΕ.

Ως προς το αν μπορεί να είναι μέλος ΔΣ, η απάντηση είναι ότι επιτρέπεται, εφόσον λάβει την κατά νόμω προβλεπόμενη ειδική άδεια και έγκριση της Υπηρεσίας του (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 115/2010).

Πλειοψηφών ή Μόνος Μέτοχος

Έχει ανακύψει ζήτημα εάν επιτρέπεται δημόσιος υπάλληλος να είναι πλειοψηφών μέτοχος μιας ΑΕ (δηλαδή να κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας, ήτοι 50% + 1 μετοχή) ή, ακόμα περισσότερο, να είναι ο μοναδικός μέτοχος μονομετοχικής ΑΕ.

Τούτο διότι, εάν ένας δημόσιος υπάλληλος κατέχει τόσο μεγάλο ποσοστό μετοχών, θεωρείται ότι εμπλέκεται άμεσα στη διοίκησή της.

Σύμφωνα με τη θεωρία η κατοχή της πλειοψηφίας των μετοχών από δημόσιο υπάλληλο, οδηγεί στον de facto έλεγχο της διοίκησης της ΑΕ και ως εκ τούτου απαγορεύεται. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, θα οδηγούσε σε έμμεση παράβαση και καταστρατήγηση της σχετικής διάταξης.

Γεωργικοί Συνεταιρισμοί, ΝΠΔΔ & ΟΤΑ

Επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίων υπαλλήλων με την υπηρεσιακή τους ιδιότητα σε συνεταιρισμούς, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 32, εφόσον αυτό προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την με την Γνωμοδότηση ΝΣΚ 109/2019 για την παροχή έργου ή εργασίας με αμοιβή από υπάλληλο του Δημοσίου που διέπεται από τον Υπαλληλικό Κώδικα, στο Δημόσιο ή σε δημόσιους φορείς (ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λπ.), απαιτείται άδεια άσκησης ιδιωτικού έργου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Υ.Κ., καθόσον η τήρηση της διαγραφόμενης από το νόμο διαδικασίας είναι ανεξάρτητη της νομικής μορφής του εργοδότη, ήτοι του αν το προς ανάθεση έργο ή εργασία παρέχεται σε ιδιώτη εργοδότη ή στο Δημόσιο ή σε δημόσιους φορείς

Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (ΚοινΣΕπ)

Επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου ως απλού μέλους σε Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (ΚοινΣΕπ), διότι μόνη η συμμετοχή του σε Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση δεν του προσδίδει εμπορική ιδιότητα, ούτε συνιστά κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας.

Αντίθετα, η συμμετοχή υπαλλήλου Διοικητικό Συμβούλιο Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης, απαγορεύεται.

Περαιτέρω, η απασχόληση του ίδιου υπαλλήλου με αμοιβή, σε δραστηριότητες Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης, στην οποία είναι μέλος, στο πλαίσιο υλοποίησης των σκοπών της αποτελεί ιδιωτικό έργο, για την άσκηση του οποίου απαιτείται εκάστοτε η χορήγηση άδειας από τα προβλεπόμενα συλλογικά ή ατομικά διοικητικά όργανα και με τους όρους που καθορίζονται στη διάταξη αυτή και αφού προηγηθεί κρίση ως προς το επιτρεπτό της αιτούμενης κάθε φορά απασχόλησης (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 161/2019).

Αστική Με Κερδοσκοπική Εταιρεία

Κατά την κρατούσα άποψη, πρέπει να γίνει αναλογική εφαρμογή των παραπάνω παραδοχών για την ΚοινΣΕπ και να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου ως απλού μέλους σε ΑΜΚΕ.

Ωστόσο και στην περίπτωση της ΑΜΚΕ πρέπει να θεωρηθεί ότι η συμμετοχή σε θέση διοίκησης δεν επιτρέπεται.

Ενεργειακή Κοινότητα

Τέλος, επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου, με οιαδήποτε ιδιότητα, τόσο του απλού μέλους, όσο και του μέλους διοίκησης σε Ενεργειακή Κοινότητα (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 112/2021).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για κάθε θέμα σχετικά με τη δυνατότητα συμμετοχής δημοσίου υπάλληλου σε εμπορικές εταιρείες.

Drag Along & Tag Along Δικαίωμα: Πότε Δεσμεύει η Ρήτρα

Ρήτρες Drag Along και Tag Along: Πού Δεσμεύουν Πραγματικά τη Μεταβίβαση Μετοχών;

Περιληπτικά:

  • Η ρήτρα drag along (δικαίωμα συμπαράσυρσης) επιτρέπει στην πλειοψηφία να υποχρεώσει τη μειοψηφία να πωλήσει μαζί της, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών. Η ρήτρα tag along (δικαίωμα προσκόλλησης) παρέχει στη μειοψηφία την ευχέρεια να πωλήσει μαζί με την πλειοψηφία, με τους ίδιους όρους.
  • Το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018 επιτρέπει ρητά την καταστατική κατοχύρωση και των δύο ρητρών στην ανώνυμη εταιρεία, ως μορφές δεσμευμένων μετοχών.
  • Η επιλογή του εγγράφου όπου αποτυπώνονται οι ρήτρες κρίνει το εύρος της προστασίας, καθώς η παραβίαση καταστατικής ρήτρας καθιστά τη μεταβίβαση άκυρη (ΑΠ 396/2019), ενώ η παραβίαση ρήτρας που υπάρχει μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία γεννά μόνο αξίωση αποζημίωσης (ΑΠ 1448/2014).
  • Το όριο ενεργοποίησης, η ταυτότητα τιμής και όρων, οι εξαιρέσεις και οι προθεσμίες άσκησης καθορίζουν την πραγματική λειτουργία των ρητρών και αποτελούν τα κρίσιμα σημεία της διαπραγμάτευσης.

Πότε χρησιμοποιείται το δικαίωμα drag along και πότε το tag along;

Το δικαίωμα drag along εξυπηρετεί την πλειοψηφία όταν αυτή σχεδιάζει ολική έξοδο, καθώς αυτό της επιτρέπει να συμπαρασύρει τη μειοψηφία στην πώληση, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών χωρίς εμπόδια.

Το δικαίωμα tag along προστατεύει τη μειοψηφία στην αντίστροφη περίπτωση: όταν η πλειοψηφία πωλεί, η μειοψηφία δικαιούται, χωρίς να υποχρεούται, να συμμεταβιβάσει τις δικές της μετοχές με την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους.

ΧαρακτηριστικόΔικαίωμα Drag AlongΔικαίωμα Tag Along
Προστατευόμενο μέροςΠλειοψηφούντες μέτοχοιΜειοψηφούντες μέτοχοι
Ποιος ασκεί το δικαίωμαΠλειοψηφούντες μέτοχοιΜειοψηφούντες μέτοχοι
ΣκοπόςΔιευκόλυνση πώλησης του συνόλου της εταιρείαςΔιασφάλιση ισότιμης εξόδου της μειοψηφίας
ΑποτέλεσμαΑναγκαστική πώληση μετοχών μειοψηφίαςΔυνατότητα συμμετοχής μειοψηφίας στην πώληση

Τα δύο δικαιώματα αφορούν την ίδια στιγμή της εταιρικής ζωής, τη μεταβίβαση των μετοχών σε τρίτο, αλλά κατανέμουν αντίστροφα την προστασία. Στην πράξη λειτουργούν αλληλοσυμπληρούμενα και περιλαμβάνονται από κοινού στο καταστατικό ή στη συμφωνία των μετόχων.

Η συνύπαρξή τους δημιουργεί ένα ισορροπημένο πλαίσιο, καθώς η πλειοψηφία διατηρεί τη δυνατότητα να ρευστοποιήσει την επένδυσή της χωρίς εμπόδια και η μειοψηφία εξασφαλίζει δίκαιη και ισότιμη έξοδο.

Πώς λειτουργεί η ρήτρα drag along υπέρ της πλειοψηφίας;

Η ρήτρα drag along (δικαίωμα συμπαράσυρσης ή συμμεταβίβασης) είναι συμβατικός όρος που επιτρέπει στον πλειοψηφούντα μέτοχο ή σε ομάδα μετόχων να υποχρεώσει τους μειοψηφούντες να πωλήσουν τις μετοχές τους στον ίδιο τρίτο αγοραστή, με την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους που συμφωνήθηκαν για τις μετοχές της πλειοψηφίας.

Ο πρακτικός σκοπός της ρήτρας είναι η καθαρή έξοδος (clean exit). Ο αγοραστής που επιδιώκει πλήρη έλεγχο θέλει το 100% των μετοχών, ώστε να μην παραμείνουν μειοψηφούντες μέτοχοι με δικαιώματα παρεμπόδισης ή αξιώσεις. Χωρίς τη ρήτρα, ένας μειοψηφών μέτοχος μπορεί να αρνηθεί την πώληση και να ματαιώσει τη συναλλαγή ή να απαιτήσει δυσανάλογο αντάλλαγμα για τη συναίνεσή του.

Η ρήτρα διαφέρει από τη δικαστική εξαγορά μετοχών της μειοψηφίας που προβλέπουν τα άρθρα 45 επ. του Ν. 4548/2018, καθώς εκείνη προϋποθέτει συγκεκριμένους λόγους και δικαστική κρίση, ενώ το drag along ενεργοποιείται συμβατικά, με μόνη προϋπόθεση τη συνδρομή των προσυμφωνημένων όρων.

Τα βασικά πλεονεκτήματα για την πλειοψηφία είναι:

  • Διευκόλυνση πώλησης: η εταιρεία γίνεται ελκυστικότερη για αγοραστές, αφού η απόκτηση του συνόλου των μετοχών είναι εξασφαλισμένη.
  • Προστασία της εξόδου: η πλειοψηφία ρευστοποιεί την επένδυσή της χωρίς εμπόδια από τη μειοψηφία.
  • Αποφυγή αδιεξόδων: αποτρέπονται καταστάσεις όπου η μειοψηφία εκβιάζει τη συναλλαγή αρνούμενη την πώληση.

Το κόστος βαρύνει τη μειοψηφία, εφόσον ενδέχεται να πωλήσει παρά τη θέλησή της, ακόμη και αν εκτιμά ότι η εταιρεία έχει μεγαλύτερες προοπτικές, χάνοντας τη μελλοντική υπεραξία.

Πώς προστατεύει η ρήτρα tag along τη μειοψηφία;

Η ρήτρα tag along (δικαίωμα προσκολλήσεως) παρέχει στους μειοψηφούντες μετόχους το δικαίωμα, όχι την υποχρέωση, να συμμετάσχουν στην πώληση που πραγματοποιεί ο πλειοψηφών μέτοχος προς τρίτο, απαιτώντας από τον αγοραστή να αποκτήσει και τις δικές τους μετοχές με τους ίδιους όρους.

Ο μειοψηφών μέτοχος αποφεύγει έτσι δύο κινδύνους. Πρώτον, τον εγκλωβισμό στην εταιρεία με νέο πλειοψηφούντα μέτοχο, ο οποίος μπορεί να είναι ανεπιθύμητος ή να επιδιώκει διαφορετικά συμφέροντα. Δεύτερον, την απώλεια της ευκαιρίας να πωλήσει στη συμφέρουσα τιμή που εξασφάλισε η πλειοψηφία.

Η ρήτρα λειτουργεί συμπληρωματικά προς το δικαίωμα προτίμησης επί μετοχών, καθώς το δεύτερο ελέγχει ποιος εισέρχεται στη μετοχική σύνθεση, ενώ το tag along εξασφαλίζει με ποιους όρους εξέρχεται η μειοψηφία.

Τα βασικά οφέλη για τη μειοψηφία είναι:

  • Ισότιμη μεταχείριση: η μειοψηφία πωλεί με την τιμή και τους όρους της πλειοψηφίας.
  • Ρευστότητα: εξασφαλίζεται διέξοδος από μια κατά τα άλλα δύσκολα ρευστοποιήσιμη συμμετοχή σε μη εισηγμένη εταιρεία.
  • Επενδυτική εμπιστοσύνη: η ύπαρξη της ρήτρας διευκολύνει την προσέλκυση μειοψηφικών επενδυτών.

Το αντίστοιχο κόστος βαρύνει την πλειοψηφία, καθώς η πώληση περιπλέκεται, αφού ο αγοραστής καλείται να αποκτήσει περισσότερες μετοχές από όσες ίσως αρχικά επιδίωκε, ενώ ορισμένοι αγοραστές αποθαρρύνονται εντελώς.

Καταστατικό ή συμφωνία μετόχων: πού κατοχυρώνεται η ρήτρα;

Η επιλογή του εγγράφου κατοχύρωσης καθορίζει το εύρος της προστασίας. Η καταστατική ρήτρα δεσμεύει την εταιρεία και κάθε τρίτο, με συνέπεια η -κατά παράβαση- μεταβίβαση να είναι άκυρη. Η ρήτρα που περιλαμβάνεται μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία δεσμεύει αποκλειστικά τους συμβαλλομένους και η παραβίασή της γεννά μόνο αξίωση αποζημίωσης.

Στην ανώνυμη εταιρεία, το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018 προβλέπει ρητά αμφότερους τους μηχανισμούς ως επιτρεπτούς καταστατικούς περιορισμούς στη μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών (δεσμευμένες μετοχές):

«Το καταστατικό μπορεί να ορίσει και άλλες μορφές περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, όπως ιδίως:

γ) τον όρο ότι, προκειμένου να εγκριθεί η μεταβίβαση μετοχών σε τρίτο, ο τρίτος θα δεσμευθεί να αποκτήσει μετοχές και άλλων μετόχων, που θα προσφερθούν με τους ίδιους όρους με τους οποίους εγκρίνεται η μεταβίβαση ή και διαφορετικούς όρους, κατά τις διατάξεις του καταστατικού, ή

δ) τον όρο ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης μετοχών από μέτοχο σε τρίτο, οι λοιποί μέτοχοι θα υποχρεούνται να μεταβιβάσουν και αυτοί στον τρίτο ποσοστό αντίστοιχο μετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού».

Η περίπτωση γ’ αποτυπώνει τον μηχανισμό tag along και η περίπτωση δ’ τον μηχανισμό drag along. Οι ρήτρες μπορούν επομένως να ενταχθούν στα καταστατικά άρθρα της ΑΕ ως γνήσιοι όροι δεσμευμένων μετοχών. Η μεταβίβαση μετοχών ΑΕ που διενεργείται κατά παράβαση της καταστατικά προβλεπόμενης διαδικασίας είναι άκυρη, όπως έκρινε η ΑΠ 396/2019 για τις δεσμευμένες ονομαστικές μετοχές. Ο παραβαίνων μέτοχος δεν μεταβιβάζει έγκυρα και ο τρίτος δεν αποκτά τη μετοχική ιδιότητα.

Όταν, αντίθετα, η ρήτρα περιλαμβάνεται μόνο σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (Shareholders’ Agreement – SHA), η ισχύς της είναι αμιγώς ενοχική. Κατά την ΑΠ 1448/2014, οι εξωεταιρικές συμφωνίες παράγουν δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων και δεν θίγουν το κύρος των εταιρικών πράξεων που διενεργούνται κατά παράβασή τους. Ωστόσο, η υπαίτια παραβίαση θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, την οποία τα μέρη ενισχύουν στην πράξη με ποινική ρήτρα προσυμφωνημένου ύψους.

Η επιλογή εξετάζεται ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ο επενδυτής που επιδιώκει δέσμευση έναντι πάντων προκρίνει την καταστατική αποτύπωση. Η εμπιστευτικότητα και η ευελιξία αναθεώρησης συνηγορούν υπέρ της SHA, αφού το καταστατικό δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ και τροποποιείται μόνο με απόφαση γενικής συνέλευσης.

Η διατύπωση της καταστατικής ρήτρας ώστε να συνιστά λειτουργικό όρο του άρθρου 43, με ορισμένη διαδικασία, προθεσμίες και συνέπειες, απαιτεί προσαρμογή στο συγκεκριμένο μετοχικό σχήμα. Η απλή μεταφορά υποδείγματος αφήνει κενά που κρίνονται κατά περίπτωση, όταν πλέον η σύγκρουση έχει εκδηλωθεί.

ΚριτήριοΚαταστατική ρήτραΡήτρα μόνο σε SHA
ΔεσμευτικότηταΈναντι της εταιρείας και κάθε τρίτουΜόνο μεταξύ των συμβαλλομένων
Συνέπεια παραβίασηςΑκυρότητα της μεταβίβασης (ΑΠ 396/2019)Αξίωση αποζημίωσης ή ποινική ρήτρα (ΑΠ 1448/2014)
ΔημοσιότηταΔημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ, ορατή σε τρίτουςΕμπιστευτική μεταξύ των μερών
ΤροποποίησηΑπόφαση γενικής συνέλευσης για τροποποίηση καταστατικούΣυναίνεση των συμβαλλομένων
Νέοι μέτοχοιΔεσμεύονται αυτοδικαίως με την απόκτηση μετοχώνΔεσμεύονται μόνο εφόσον προσχωρήσουν στη συμφωνία (πράξη προσχώρησης, deed of adherence)

Επί ΙΚΕ, ΕΠΕ και προσωπικών εταιρειών

Αντίστοιχη ρητή πρόβλεψη δεν υπάρχει στις λοιπές εταιρικές μορφές. Η νομική βάση των ρητρών παραμένει η αρχή της συμβατικής ελευθερίας του άρθρου 361 του ΑΚ. Στην ΙΚΕ, η μεταβίβαση των μεριδίων είναι κατ’ αρχήν ελεύθερη (άρθρο 83 του Ν. 4072/2012), ενώ το άρθρο 84 παρ. 2 του ίδιου νόμου επιτρέπει στο καταστατικό να την αποκλείει ή να την περιορίζει, παρέχοντας έδαφος για αντίστοιχη καταστατική διαμόρφωση των μηχανισμών συμπαράσυρσης και προσκόλλησης.

Η εμπειρία από υποθέσεις εξόδου μετόχων σε μη εισηγμένες εταιρείες δείχνει ότι η παράλληλη αποτύπωση της ρήτρας σε καταστατικό και SHA, με ταυτόσημη διατύπωση, προλαμβάνει τις αντιφάσεις μεταξύ των δύο κειμένων που τροφοδοτούν δικαστικές αμφισβητήσεις κατά την εκτέλεση της συναλλαγής.

Ποια σημεία κρίνουν τη λειτουργικότητα των ρητρών drag along και tag along;

Τέσσερα σημεία καθορίζουν την πραγματική λειτουργία των ρητρών:

  • το όριο ενεργοποίησης,
  • η ταυτότητα τιμής και όρων,
  • οι εξαιρέσεις και
  • οι προθεσμίες.

Καθένα κατανέμει διαφορετικά τον κίνδυνο μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας, με αποτέλεσμα η ίδια ρήτρα να λειτουργεί προστατευτικά ή ασφυκτικά ανάλογα με τη διατύπωσή της.

Όροι ενεργοποίησης του drag along

Στη συναλλακτική πρακτική το όριο ενεργοποίησης ορίζεται συνήθως στο 75% των μετοχών, αλλά αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Προφανώς, υψηλότερο όριο προστατεύει τη μειοψηφία, ενώ χαμηλότερο διευκολύνει την έξοδο της πλειοψηφίας. Η μειοψηφία πρέπει να λαμβάνει την ίδια τιμή και τους ίδιους όρους με την πλειοψηφία και να ειδοποιείται εγκαίρως για τη σχεδιαζόμενη πώληση.

Η μειοψηφία διαπραγματεύεται επιπλέον προστασίες: ελάχιστη τιμή ενεργοποίησης, καταβολή του τιμήματος αποκλειστικά σε μετρητά και περιορισμό των δηλώσεων και εγγυήσεων (representations and warranties) που καλείται να παράσχει στο μέτρο της δικής της συμμετοχής.

Κάθε μία από τις προβλέψεις αυτές, μεταβάλλει τον κίνδυνο του μειοψηφούντος μετόχου στη συναλλαγή και απαιτεί διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη μετοχική σχέση. Ορισμένες συμφωνίες εξαιρούν από την ενεργοποίηση συγκεκριμένες συναλλαγές, όπως μεταβιβάσεις προς συγγενικά πρόσωπα ή εταιρείες του ίδιου ομίλου.

Πεδίο εφαρμογής και προθεσμίες του tag along

Ορισμένες συμφωνίες επιτρέπουν την προσκόλληση μόνο όταν η πλειοψηφία πωλεί το σύνολο των μετοχών της, ενώ άλλες καταλαμβάνουν και μερικές πωλήσεις. Η άσκηση του δικαιώματος υπόκειται σε προθεσμία (για παράδειγμα 30 ημερών από την ειδοποίηση).

Ως προς την εκτέλεση, άλλες συμφωνίες υποχρεώνουν τον αγοραστή να αποκτήσει πρόσθετες μετοχές και άλλες προβλέπουν αναλογική (pro rata) μείωση των μετοχών που μεταβιβάζει η πλειοψηφία, ώστε το συνολικό μέγεθος της συναλλαγής να μείνει σταθερό.

Στους επενδυτικούς γύρους οι δύο ρήτρες αποτελούν σταθερό αίτημα των επενδυτών, από τους επενδυτικούς αγγέλους έως τα κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) και τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (private equity), διότι το drag along τους εξασφαλίζει έλεγχο της στρατηγικής εξόδου και το tag along ρευστότητα όταν πωλούν οι ιδρυτές.

Η εμπειρία από διαπραγματεύσεις επενδυτικών συμφωνιών δείχνει ότι το ύψος του ορίου και το εύρος των εξαιρέσεων είναι τα δύο σημεία όπου οι θέσεις ιδρυτών και επενδυτών αποκλίνουν περισσότερο.

Συχνές Ερωτήσεις

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ drag along και tag along;

Το drag along ασκείται από την πλειοψηφία και δημιουργεί υποχρέωση της μειοψηφίας να πωλήσει μαζί της, ώστε ο αγοραστής να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών. Το tag along ασκείται από τη μειοψηφία και της παρέχει δικαίωμα, όχι υποχρέωση, να συμμετάσχει στην πώληση της πλειοψηφίας με τους ίδιους όρους. Το πρώτο διευκολύνει την έξοδο της πλειοψηφίας, το δεύτερο προστατεύει την έξοδο της μειοψηφίας.

Ισχύει η ρήτρα drag along όταν περιλαμβάνεται μόνο σε ιδιωτικό συμφωνητικό μετόχων;

Ισχύει, αλλά με ενοχική μόνο ενέργεια, καθώς δεσμεύει αποκλειστικά όσους την υπέγραψαν. Αν ο μειοψηφών μέτοχος αρνηθεί τη συμμεταβίβαση, η μεταβίβαση δεν ακυρώνεται και ο υπαίτιος οφείλει αποζημίωση ή την προσυμφωνημένη ποινική ρήτρα. Δέσμευση έναντι της εταιρείας και κάθε τρίτου, με ακυρότητα της μεταβίβασης, επιτυγχάνεται μόνο με καταστατική κατοχύρωση κατά το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 4548/2018.

Τι σημαίνει η ενεργοποίηση του drag along για τον μέτοχο μειοψηφίας;

Ο μειοψηφών μέτοχος υποχρεούται να πωλήσει τις μετοχές του στον τρίτο αγοραστή με την τιμή και τους όρους που εξασφάλισε η πλειοψηφία, ακόμη και αν διαφωνεί με τη συναλλαγή. Η πραγματική του προστασία εξαρτάται από όσα προσυμφωνήθηκαν: ταυτότητα τιμής, τρόπος καταβολής του τιμήματος, έκταση των δηλώσεων που καλείται να παράσχει και τυχόν ελάχιστη αποτίμηση κάτω από την οποία η ρήτρα δεν ενεργοποιείται.

Τι όρους περιλαμβάνει τυπικά μια ρήτρα drag along ή tag along;

Οι βασικοί όροι είναι το όριο ενεργοποίησης, η ρητή πρόβλεψη ίδιας τιμής και όρων για όλους τους μετόχους, η διαδικασία και η προθεσμία ειδοποίησης, η προθεσμία άσκησης του δικαιώματος, οι εξαιρούμενες συναλλαγές και ο μηχανισμός εκτέλεσης, δηλαδή αν ο αγοραστής αποκτά πρόσθετες μετοχές ή αν οι πωλούμενες μειώνονται αναλογικά.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Συμμετρική πρόβλεψη των δύο ρητρών: Η ταυτόχρονη κατοχύρωση drag along και tag along ισορροπεί τα συμφέροντα πλειοψηφίας και μειοψηφίας και αποτρέπει μονομερείς διατυπώσεις που αποθαρρύνουν μελλοντικούς επενδυτές ή συνιδρυτές.

Έλεγχος του καταστατικού πριν από κάθε επενδυτικό γύρο: Αν το υφιστάμενο καταστατικό δεν προβλέπει τις ρήτρες ή προβλέπει ασύμβατους περιορισμούς μεταβίβασης, η εναρμόνισή του πρέπει να προηγηθεί της επένδυσης, αφού η μεταγενέστερη τροποποίηση απαιτεί απόφαση γενικής συνέλευσης με τη συναίνεση που ενδέχεται να μην είναι πλέον διαθέσιμη.

Ταυτόσημη διατύπωση σε καταστατικό και SHA: Όταν η ρήτρα αποτυπώνεται και στα δύο κείμενα, κάθε απόκλιση στη διατύπωση δημιουργεί ερμηνευτικό ζήτημα για το ποια εκδοχή υπερισχύει. Η ευθυγράμμιση των δύο κειμένων είναι αντικείμενο νομικής επιμέλειας κατά την κατάρτιση και κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση.

Σαφής μηχανισμός τιμής: Η αναφορά σε «ίδια τιμή και όρους» χρειάζεται συγκεκριμενοποίηση για μη χρηματικά ανταλλάγματα, τμηματικές καταβολές και ρήτρες αναπροσαρμογής τιμήματος, διαφορετικά η εκτέλεση της ρήτρας προσφέρει πεδίο αμφισβήτησης.

Πρόβλεψη πράξης προσχώρησης για νέους μετόχους: Όταν οι ρήτρες υπάρχουν μόνο σε SHA, κάθε νέος μέτοχος πρέπει να προσχωρεί ρητά στη συμφωνία, διαφορετικά δεν δεσμεύεται από αυτές και το προστατευτικό πλέγμα διαρρηγνύεται.

 Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα δικαιώματα Drag Along και Tag Along.

NIS2: Πότε Υπάγεται μια Επιχείρηση και τι Ευθύνη Φέρει

Υπαγωγή στη NIS2: κριτήρια, ευθύνη διοίκησης και κυρώσεις μη συμμόρφωσης

Εν συντομία:

  • Η υπαγωγή μιας επιχείρησης στη NIS2 κρίνεται σωρευτικά από δύο κριτήρια: δραστηριότητα σε τομέα των Παραρτημάτων Ι ή ΙΙ του Ν. 5160/2024 και μέγεθος τουλάχιστον μεσαίας επιχείρησης. Ορισμένες οντότητες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους.
  • Οι υπόχρεες επιχειρήσεις διακρίνονται σε βασικές και σημαντικές οντότητες. Η διάκριση καθορίζει την ένταση της εποπτείας και το ανώτατο πρόστιμο: έως 10 εκατ. ευρώ ή 2% του κύκλου εργασιών για τις βασικές, έως 7 εκατ. ευρώ ή 1,4% για τις σημαντικές.
  • Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες δεν υπάγονται στις υποχρεώσεις της NIS2 αλλά στον Κανονισμό DORA, που λειτουργεί ως ειδικότερο νομικό πλαίσιο.
  • Η υπαγωγή ενεργοποιεί μέτρα διαχείρισης κινδύνων, αναφορά περιστατικών σε αυστηρές προθεσμίες, ορισμό Υπεύθυνου Ασφάλειας και εγγραφή στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας.
  • Η ευθύνη δεν περιορίζεται μόνο στην οντότητα, αλλά και τα μέλη της διοίκησης φέρουν προσωπική ευθύνη για την έγκριση και εποπτεία των μέτρων.

Πότε υπάγεται μια επιχείρηση στη NIS2;

Η υπαγωγή κρίνεται σωρευτικά από δύο κριτήρια. Πρώτον, η επιχείρηση να δραστηριοποιείται σε τομέα των Παραρτημάτων Ι ή ΙΙ του Ν. 5160/2024, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 (NIS2). Δεύτερον, να υπερβαίνει το όριο μεγέθους της μεσαίας επιχείρησης.

Το κριτήριο του τομέα καλύπτει ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων (πχ ενέργεια, μεταφορές, υγεία, τραπεζικές υπηρεσίες, ψηφιακές υποδομές και πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών). Τομείς που υπό την προηγούμενη Οδηγία NIS έμεναν εκτός (όπως η παραγωγή και διανομή τροφίμων, η διαχείριση αποβλήτων, η παρασκευή χημικών προϊόντων, ο κατασκευαστικός τομέας και οι ταχυδρομικές υπηρεσίες), τώρα υπάγονται. Πολλές μεσαίες επιχειρήσεις εμπίπτουν πλέον στο πεδίο εφαρμογής, χωρίς να το έχουν αντιληφθεί.

Το κριτήριο του μεγέθους παραπέμπει στον ορισμό της μεσαίας επιχείρησης κατά τη σύσταση 2003/361/ΕΚ (απασχόληση τουλάχιστον 50 ατόμων ή ετήσιος κύκλος εργασιών άνω των 10 εκατ. ευρώ). Ωστόσο, ορισμένες κατηγορίες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών εμπιστοσύνης, τα μητρώα ονομάτων τομέα ανωτάτου επιπέδου, οι πάροχοι υπηρεσιών DNS και οι πάροχοι δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Στις περιπτώσεις αυτές, ακόμη και μια πολύ μικρή εταιρεία υπάγεται πλήρως.

Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες που καλύπτει ο Κανονισμός DORA (Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554) εξαιρούνται από τις υποχρεώσεις διαχείρισης κινδύνων και αναφοράς της NIS2, καθώς ο DORA λειτουργεί ως ειδικότερο νομικό πλαίσιο και θεσπίζει αυστηρότερες απαιτήσεις για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Μια τράπεζα ή ασφαλιστική επιχείρηση συμμορφώνεται με το πλαίσιο του DORA, όχι με εκείνο της NIS2.

Ζητήματα προκύπτουν σε επιχειρήσεις με μεικτές δραστηριότητες, ομιλικές δομές με θυγατρικές σε διαφορετικούς τομείς ή εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες υποστήριξης σε υπόχρεες οντότητες, οι αποίες χρειάζονται κατά περίπτωση νομική κρίση για να προσδιοριστεί αν και υπό ποια ιδιότητα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής.

Βασική ή σημαντική οντότητα: τι αλλάζει στην πράξη;

Η διάκριση μεταξύ βασικής (essential) και σημαντικής (important) οντότητας καθορίζει α) την ένταση της εποπτείας και β) το ύψος των κυρώσεων. Οι βασικές οντότητες υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία και υψηλότερα ανώτατα πρόστιμα. Οι σημαντικές οντότητες υπόκεινται σε κατασταλτική εποπτεία και χαμηλότερα ανώτατα όρια. Η ορθή κατάταξη επηρεάζει άμεσα την έκθεση της επιχείρησης σε κίνδυνο.

ΣτοιχείοΒασικές οντότητεςΣημαντικές οντότητες
ΕποπτείαΠροληπτική και κατασταλτική (ex-ante και ex-post)Κατασταλτική (ex-post), κατόπιν ενδείξεων παράβασης
Ανώτατο πρόστιμοΈως 10 εκατ. ευρώ ή 2% του παγκόσμιου κύκλου εργασιώνΈως 7 εκατ. ευρώ ή 1,4% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών
Ενδεικτικοί τομείςΕνέργεια, μεταφορές, τράπεζες, υγεία, πόσιμο νερό, ψηφιακές υποδομέςΤαχυδρομεία, διαχείριση αποβλήτων, τρόφιμα, χημικά, κατασκευές, πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών

Η κατάταξη προκύπτει από τον τομέα δραστηριότητας και το μέγεθος, όπως ορίζονται στα Παραρτήματα του νόμου. Ωστόσο, για επιχειρήσεις που λειτουργούν σε περισσότερους του ενός τομείς, η κατάταξη μπορεί να μεταβάλλεται ανά δραστηριότητα και να καθορίζει διαφορετικό επίπεδο υποχρεώσεων για διαφορετικά τμήματα της ίδιας οντότητας.

Ποιες υποχρεώσεις ενεργοποιεί η υπαγωγή;

Η υπαγωγή ενεργοποιεί τέσσερις δέσμες υποχρεώσεων:

  • Πρώτον, τη λήψη τεχνικών, επιχειρησιακών και οργανωτικών μέτρων διαχείρισης κινδύνων κατά το άρθρο 15 του Ν. 5160/2024.
  • Δεύτερον, την αναφορά σημαντικών περιστατικών σε αυστηρές προθεσμίες.
  • Τρίτον, τον ορισμό Υπεύθυνου Ασφάλειας.
  • Τέταρτον, την εγγραφή στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας.

Τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων εξειδικεύονται από την ΚΥΑ 1689/2025, που θέσπισε το Εθνικό Πλαίσιο Απαιτήσεων Κυβερνοασφάλειας. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πολιτικές ανάλυσης και διαχείρισης κινδύνων, διαχείριση περιστατικών, επιχειρησιακή συνέχεια, ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού, κρυπτογράφηση, έλεγχο πρόσβασης και πολυπαραγοντική ταυτοποίηση. Το πλαίσιο απαιτεί τα μέτρα να είναι αναλογικά προς τον βαθμό έκθεσης της οντότητας σε κίνδυνο.

Επίσης, η αναφορά περιστατικών ακολουθεί πολυεπίπεδη προσέγγιση. Η οντότητα οφείλει έγκαιρη προειδοποίηση εντός 24 ωρών από τη στιγμή που αντιλήφθηκε το σημαντικό περιστατικό, πλήρη ενημέρωση εντός 72 ωρών, ενδιάμεση έκθεση κατά την αντιμετώπιση και τελική έκθεση εντός ενός μηνός. Η μη τήρηση των προθεσμιών συνιστά αυτοτελή παράβαση, ανεξάρτητα από την έκβαση του ίδιου του περιστατικού.

Σημειώνεται ότι ο ορισμός Υπεύθυνου Ασφάλειας Συστημάτων Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΥΑΣΠΕ) διαφέρει νομικά από τον Υπεύθυνο Προστασίας Δεδομένων (DPO) του GDPR. Ο πρώτος εστιάζει στην ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών, ο δεύτερος στη νομιμότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων.

Σε πολλές επιχειρήσεις οι δύο ρόλοι συνυπάρχουν με διακριτές αρμοδιότητες και η σύγχυσή τους δημιουργεί κενά συμμόρφωσης. Η NIS2 αποτελεί το πλαίσιο ενός ευρύτερου ψηφιακού κανονιστικού πλαισίου, στο οποίο εντάσσονται επίσης ο Κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη και η νομοθεσία προστασίας δεδομένων.

Τι ευθύνη φέρει προσωπικά η διοίκηση;

Η ευθύνη δεν περιορίζεται στην οντότητα. Τα διοικητικά όργανα εγκρίνουν τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων κυβερνοασφάλειας και εποπτεύουν την εφαρμογή τους, κατά το άρθρο 20 της Οδηγίας 2022/2555. Η παράλειψη αυτού του καθήκοντος επισύρει προσωπική ευθύνη των μελών της διοίκησης, πέρα από το διοικητικό πρόστιμο που βαρύνει την ίδια την επιχείρηση.

Πρακτικά, η υποχρέωση σημαίνει ότι η κυβερνοασφάλεια παύει να είναι αποκλειστικά ζήτημα του τμήματος πληροφορικής και ανάγεται σε καθήκον επιμέλειας της διοίκησης. Τα μέλη οφείλουν να παρακολουθούν σχετική κατάρτιση και να είναι σε θέση να αξιολογούν τους κινδύνους και την επάρκεια των μέτρων. Η τυπική ανάθεση σε τρίτο πάροχο δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την ευθύνη εποπτείας.

Η μετάβαση από τη συλλογική ευθύνη της οντότητας στην προσωπική ευθύνη των μελών της διοίκησής της, έχει συγκεκριμένες συνέπειες ως προς την τεκμηρίωση. Η καταγραφή των εγκρίσεων, η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών και η τεκμηρίωση της παρακολούθησης των μέτρων αποκτούν διαφορετική σημασία σε περίπτωση ελέγχου.

Πώς κατανέμεται συμβατικά ο κίνδυνος της αλυσίδας εφοδιασμού;

Η ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού είναι ρητή υποχρέωση της υπόχρεης οντότητας κατά το άρθρο 21 της Οδηγίας 2022/2555. Η επιχείρηση οφείλει να αξιολογεί τους προμηθευτές της από την άποψη της κυβερνοασφάλειας και να κατανέμει τον σχετικό κίνδυνο. Η κατανομή αυτή γίνεται κατά κύριο λόγο συμβατικά, μέσω ρητρών που μετακυλίουν συγκεκριμένες απαιτήσεις στους τρίτους.

Η εμπειρία από υποθέσεις συμβατικής κατανομής κινδύνου με προμηθευτές δείχνει ότι οι τυποποιημένοι όροι σπάνια επαρκούν όταν ο προμηθευτής έχει πρόσβαση σε κρίσιμα συστήματα ή δεδομένα. Οι ουσιαστικές ρήτρες πρέπει να περιλαμβάνουν απαιτήσεις ασφαλείας με συγκεκριμένο περιεχόμενο, δικαίωμα ελέγχου της συμμόρφωσης του προμηθευτή, υποχρέωση άμεσης ενημέρωσης για περιστατικά που τον αφορούν και κατανομή της ευθύνης για ζημία που προέρχεται από αδυναμία στην πλευρά του.

Κάθε μία από τις παραπάνω ρήτρες απαιτεί ad hoc διατύπωση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη σχέση. Η αόριστη αναφορά σε «συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία» δεν μεταφέρει ουσιαστικά τον κίνδυνο. Όταν η ίδια η επεξεργασία αφορά προσωπικά δεδομένα, η συμβατική κάλυψη πρέπει να συντονίζεται με τη σύμβαση επεξεργασίας του άρθρου 28 του GDPR, ώστε οι δύο δέσμες υποχρεώσεων να μην αφήνουν κενά.

Τι κίνδυνο επιφέρει η μη συμμόρφωση;

Η μη συμμόρφωση επισύρει κλιμακούμενες κυρώσεις. Πέρα από τα διοικητικά πρόστιμα, η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας μπορεί να εκδώσει εντολές συμμόρφωσης με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, να επιβάλει περιορισμούς στη λειτουργία συστημάτων, να διατάξει διακοπή λειτουργίας υποδομής και να δημοσιοποιήσει τις παραβάσεις. Η βαρύτητα της κύρωσης συναρτάται με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης.

Το ύψος των προστίμων κλιμακώνεται βάσει της σοβαρότητας της παράβασης, της τυχόν υποτροπής, του βαθμού συνεργασίας με τις αρχές και των μέτρων που λήφθηκαν για την άμεση διόρθωση. Η έγκαιρη και τεκμηριωμένη ανταπόκριση σε ένα περιστατικό μπορεί να λειτουργήσει ελαφρυντικά, ενώ η απόκρυψη ή η καθυστερημένη αναφορά επιβαρύνει τη θέση της οντότητας.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η περίπτωση που το περιστατικό αφορά και προσωπικά δεδομένα. Όταν κυβερνοεπίθεση οδηγεί σε διαρροή δεδομένων ενεργοποιεί σωρευτικά τις υποχρεώσεις της NIS2 και του GDPR, με χωριστές προθεσμίες αναφοράς προς διαφορετικές αρχές και κίνδυνο διπλής κύρωσης. Ο συντονισμός της απόκρισης απαιτεί προηγούμενη συμμόρφωση με τον GDPR, ώστε οι δύο ροές υποχρεώσεων να αντιμετωπίζονται ενιαία και όχι αποσπασματικά.

Συχνές ερωτήσεις

Ποιους αφορά η NIS2;

Η NIS2 αφορά μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς υψηλής ή σημαντικής κρισιμότητας των Παραρτημάτων Ι και ΙΙ του Ν. 5160/2024, καθώς και ορισμένες κατηγορίες παρόχων που υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους. Δεν αφορά κατά κανόνα τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, εκτός αν εμπίπτουν σε κατηγορία που υπάγεται ανεξαρτήτως μεγέθους.

Ποια είναι η προθεσμία συμμόρφωσης και υπάρχει παράταση;

Οι υποχρεώσεις απορρέουν ήδη από τον Ν. 5160/2024 και την ΚΥΑ 1689/2025, με προθεσμίες εγγραφής στο μητρώο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας που έχουν ήδη παρέλθει για τις πρώτες κατηγορίες υπόχρεων. Οι κατά καιρούς παρατάσεις αφορούν συγκεκριμένες ομάδες οντοτήτων. Η μη εγγραφή δεν αναστέλλει τις ουσιαστικές υποχρεώσεις διαχείρισης κινδύνων και αναφοράς περιστατικών.

Πώς ελέγχει μια επιχείρηση αν υπάγεται;

Ο έλεγχος υπαγωγής γίνεται σε δύο βήματα: αρχικά εξετάζεται αν η κύρια ή δευτερεύουσα δραστηριότητα εμπίπτει σε τομέα των Παραρτημάτων του νόμου και, στη συνέχεια, αν η επιχείρηση υπερβαίνει το όριο της μεσαίας επιχείρησης ή ανήκει σε κατηγορία που υπάγεται ανεξαρτήτως μεγέθους. Σε σύνθετες περιπτώσεις μεικτών δραστηριοτήτων ή ομιλικών δομών απαιτείται εξατομικευμένη νομική αξιολόγηση.

Τι ισχύει για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις;

Κατά κανόνα οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν υπάγονται στις υποχρεώσεις της NIS2. Ωστόσο υπάρχουν επιχειρήσεις οι οποίες υπάγονται ανεξαρτήτως μεγέθους, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών εμπιστοσύνης ή DNS. Επιπλέον, μικρή επιχείρηση που είναι προμηθευτής υπόχρεης οντότητας ενδέχεται να δεσμεύεται έμμεσα μέσω συμβατικών απαιτήσεων.

Πρακτικές επισημάνσεις

Έλεγχος υπαγωγής: Το πρώτο βήμα είναι ο προσδιορισμός αν και υπό ποια ιδιότητα υπάγεται η επιχείρηση. Λανθασμένη παραδοχή υπαγωγής οδηγεί είτε σε περιττό κόστος συμμόρφωσης είτε, χειρότερα, σε έκθεση σε κυρώσεις.

Διάκριση NIS2 και DORA από την αρχή: Οι χρηματοπιστωτικές οντότητες δεν εφαρμόζουν τη NIS2 αλλά τον DORA. Η εσφαλμένη ταξινόμηση οδηγεί σε εφαρμογή λάθος πλαισίου και σε κενά συμμόρφωσης.

Η ευθύνη της διοίκησης τεκμηριώνεται: Η έγκριση και εποπτεία των μέτρων από τα διοικητικά όργανα πρέπει να αποτυπώνεται εγγράφως. Η τεκμηρίωση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία σε περίπτωση ελέγχου ή περιστατικού.

Συμβατική θωράκιση της αλυσίδας εφοδιασμού: Οι σχέσεις με προμηθευτές που έχουν πρόσβαση σε κρίσιμα συστήματα χρειάζονται ειδικές ρήτρες ασφαλείας, ελέγχου και κατανομής ευθύνης, συντονισμένες με τις υποχρεώσεις του GDPR.

Ενιαία αντιμετώπιση περιστατικού με διπλή διάσταση: Όταν ένα περιστατικό αφορά και προσωπικά δεδομένα, οι προθεσμίες και οι αρχές της NIS2 και του GDPR τρέχουν παράλληλα. Ο σχεδιασμός της απόκρισης πρέπει να καλύπτει και τις δύο ροές ταυτόχρονα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Κυβερνοασφάλεια και την υπαγωγή μιας επιχείρησης στη NIS2 .

Γνήσιες & Μη Γνήσιες Υποθέσεις Εκουσίας – Οι Εταιρικές Διαφορές

Γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται όσες ελλείπει, κατ’ αρχήν, το στοιχείο της αντιδικίας και έχουν ως αντικείμενο την δημοσίου δικαίου αξίωση του αιτούντος κατά της πολιτείας να προβεί στην επιδιωκόμενη διαπίστωση ή διάπλαση.

Αντίθετα, μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται οι γνήσιες ιδιωτικού δικαίου διαφορές, όπου εμφανίζεται κανονικά το στοιχείο της αντιδικίας, οι οποίες κατά παραπομπή του νόμου εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ.

Γνήσιες Υποθέσεις Εκούσιας Δικαιοδοσίας

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 και 753 KΠολΔ προκύπτει, ότι η έννοια του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ελαστικότητα της διαδικασίας, έχει άλλο περιεχόμενο από ό,τι έχει στο πεδίο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας

Τούτο, διότι στη διαδικασία αυτή δεν υφίσταται, κατά κανόνα, αντιδικία και για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν αντιδικούντα πρόσωπα, αλλά πρόσωπα που “ενδιαφέρονται” θετικώς ή αρνητικώς ως προς τη ρύθμιση που θα αποφασιστεί και που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.

Τα πρόσωπα αυτά αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου:
  1. με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας,
  2. με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστηρίου,
  3. με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης ,
  4. με την προσεπίκλησή τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο .

Έτσι, ο καθού η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη.

Ένδικα Μέσα

Επομένως, ως μη διάδικος, σε περίπτωση που η απόφαση είναι εκκλητή δεν έχει δικαίωμα έφεσης κατά της απόφασης που θα εκδοθεί, αλλά σε κάθε περίπτωση, αν η απόφαση αυτή προκαλεί σε αυτόν βλάβη ή εκθέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του, μπορεί να την τριτανακόψει (ΑΠ 429/2024).

Ούτε άλλωστε, ο από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ορισμός, κατά την κατάθεση της αίτησης, απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίησή της στον Εισαγγελέα και στους καθών για να ασκήσουν παρέμβαση ή να προστατεύσουν κατά άλλο, ενδεχομένως, τρόπο τα πιθανά συμφέροντα τους, συνιστά ή μπορεί να αναπληρώσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ.3 ΚΠολΔ κλήτευση, με διαταγή του αρμόδιου δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, ώστε να προσδίδει στον καθού η αίτηση ιδιότητα διαδίκου.

Δεδικασμένο

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 778 του ΚΠολΔ. “Αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατό να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 781“.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αναφερόμενη σε αυτή δεσμευτική ισχύς, εκδηλώνεται τόσο αρνητικά, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αίτησης, εκτός αν στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά, όσο και θετικά με την έννοια της δέσμευσης κάθε τρίτου προσώπου, ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, χωρίς η έναντι τρίτων δεσμευτική αυτής ισχύς να εμποδίζει όποιον δεν συμμετείχε στη διαδικασία, να προστατεύσει τυχόν προσβαλλόμενο δικαίωμά του, αν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, με την άσκηση τριτανακοπής.

Μη Γνήσιες Υποθέσεις Εκούσιας Δικαιοδοσίας

Οι μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, αφορούν κυρίως διαφορές διαπλαστικού χαρακτήρα, τις οποίες ο νομοθέτης για λόγους σκοπιμότητας υπάγει προς εκδίκαση στην εκούσια δικαιοδοσία, αντί της περισσότερο δύσκαμπτης διαδικασίας της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.

Είναι, δηλαδή, εκείνες όπου απαντάται το στοιχείο της διαφοράς και αν δεν είχαν από το νομοθέτη υπαχθεί στη διαδικασία αυτή, που προτιμήθηκε λόγω της ελαστικότητάς της, θα δικάζονταν με την κατ’ αντιδικία διαδικασία (ΑΠ 564/2021).

Στις μη γνήσιες υποθέσεις, ενδεικτικά, περιλαμβάνονται:

Διαμεσολάβηση

Τέλος, οι μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας υπάγονται σε διαμεσολάβηση, δεδομένου ότι εισάγουν ιδιωτικές διαφορές και τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους.

Έτσι, στις περιπτώσεις αυτές, ήτοι των μη γνήσιων υποθέσεων θα πρέπει για το παραδεκτό της συζήτησής τους να προσκομίζεται στο Δικαστήριο το προβλεπόμενο στην παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 4640/2019 έγγραφο ενημέρωσης.

Σε περίπτωση, πάντως, μη προσκομιδής του σχετικού ενημερωτικού εγγράφου γίνεται δεκτό ότι το Δικαστήριο μπορεί να καλέσει το διάδικο να το προσκομίσει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 227 ΚΠολΔ, ενώ η τυχόν μη έγκαιρη ενημέρωση του διαδίκου (ήτοι ενημέρωση μετά την κατάθεση της αγωγής) εκτιμάται ότι δεν συνεπάγεται δικονομικές συνέπειες, αφού ο νομοθέτης περιόρισε την εμβέλεια του απαραδέκτου αποκλειστικά στην περίπτωση της μη προσκομιδής του ενημερωτικού εγγράφου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.

Κριτήρια ESG – Νομικό Πλαίσιο Και Υποχρεώσεις Για Επιχειρήσεις

Τα κριτήρια ESG (“Environmental, Social, Governance” – “Περιβαλλοντικά, Κοινωνικά, Εταιρικής Διακυβέρνησης”) αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της επιχειρηματικής στρατηγικής και λειτουργίας, καθώς η βιώσιμη ανάπτυξη και η εταιρική υπευθυνότητα μετατρέπονται από προαιρετικές πρακτικές σε νομικές υποχρεώσεις. 

Ειδικότερα, η πρόσφατη ενσωμάτωση της Οδηγίας CSRD στην ελληνική νομοθεσία με τον Ν. 5164/2024 σηματοδοτεί μια νέα εποχή για επιχειρήσεις και εταιρείες, καθώς αυτές καλούνται να προσαρμοστούν σε αυστηρότερες απαιτήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας σχετικά με τις επιδόσεις τους σε θέματα βιωσιμότητας. 

Επιπλέον, το νέο νομικό πλαίσιο δεν αφορά μόνο τις μεγάλες εισηγμένες εταιρείες, αλλά σταδιακά επεκτείνεται και σε μικρότερες επιχειρήσεις, διαμορφώνοντας ένα νέο τοπίο στο επιχειρείν.

Περαιτέρω, η συμμόρφωση με το νέο νομικό πλαίσιο παρουσιάζει σημαντικές προκλήσεις για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες, λόγω της πολυπλοκότητας του κανονιστικού πλαισίου, της έλλειψης εξειδικευμένης γνώσης και πόρων, καθώς και του κόστους συμμόρφωσης. 

Ωστόσο, παρέχει επίσης σημαντικές ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις που υιοθετούν έγκαιρα και αποτελεσματικά τις απαιτήσεις ESG, όπως βελτιωμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενίσχυση της φήμης και της εικόνας τους, προσέλκυση και διατήρηση ταλέντων, καινοτομία, αποδοτικότητα, και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ

Τα κριτήρια ESG αποτελούν ένα πλαίσιο αξιολόγησης των επιχειρήσεων με βάση τις επιδόσεις τους σε τρεις βασικούς πυλώνες: Περιβαλλοντικά, Κοινωνικά και Εταιρικής Διακυβέρνησης.

Περιβαλλοντικά κριτήρια (Environmental)

Αφορούν στην επίδραση της επιχείρησης στο φυσικό περιβάλλον και περιλαμβάνουν παράγοντες όπως οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η ενεργειακή απόδοση, η διαχείριση αποβλήτων, η προστασία της βιοποικιλότητας και η χρήση φυσικών πόρων.

Κοινωνικά κριτήρια (Social)

Αναφέρονται στις σχέσεις της επιχείρησης με τους εργαζομένους, τους προμηθευτές, τους πελάτες και τις κοινότητες στις οποίες δραστηριοποιείται. Περιλαμβάνουν θέματα όπως οι εργασιακές συνθήκες, η υγεία και ασφάλεια, η διαφορετικότητα και συμπερίληψη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η κοινωνική συνεισφορά.

Κριτήρια Εταιρικής Διακυβέρνησης (Governance)

Αφορούν στις πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης, όπως η δομή και σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, η διαφάνεια, η επιχειρηματική ηθική, η συμμόρφωση με τους κανονισμούς, οι πολιτικές αμοιβών και η προστασία των συμφερόντων των μετόχων.

Σημασία

Η σημασία των κριτηρίων ESG έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς επηρεάζουν πλέον καθοριστικά:

  • Την πρόσβαση σε χρηματοδότηση: Οι επενδυτές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ενσωματώνουν ολοένα και περισσότερο τα κριτήρια ESG στις επενδυτικές τους αποφάσεις, προσφέροντας ευνοϊκότερους όρους σε επιχειρήσεις με υψηλές επιδόσεις βιωσιμότητας.
  • Τη φήμη και την εικόνα της επιχείρησης: Οι καταναλωτές, οι εργαζόμενοι και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη δείχνουν αυξανόμενη προτίμηση σε εταιρείες που επιδεικνύουν υπεύθυνη συμπεριφορά σε περιβαλλοντικά, κοινωνικά και θέματα διακυβέρνησης. Σύμφωνα με πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα, το 83% των καταναλωτών πιστεύει ότι οι εταιρείες πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στη δημιουργία βέλτιστων πρακτικών ESG, ενώ το 76% δήλωσε ότι θα διέκοπτε τις σχέσεις του με οργανισμούς που αντιμετωπίζουν άσχημα τους εργαζόμενους, τις τοπικές κοινότητες ή το περιβάλλον.
  • Την ανταγωνιστικότητα και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα: Οι επιχειρήσεις που ενσωματώνουν τα κριτήρια ESG στη στρατηγική τους είναι καλύτερα προετοιμασμένες για την αντιμετώπιση μελλοντικών προκλήσεων και κινδύνων, όπως η κλιματική αλλαγή, οι κοινωνικές αναταραχές και οι αλλαγές στο κανονιστικό περιβάλλον.
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου κανονιστικού πλαισίου για τη βιωσιμότητα, με στόχο την επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία έως το 2050. 

Οι βασικοί πυλώνες του ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου για το ESG περιλαμβάνουν:

Οδηγία για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (CSRD)

Η Οδηγία για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (“Corporate Sustainability Reporting Directive” – CSRD) αποτελεί την αναθεώρηση και διεύρυνση της προηγούμενης Οδηγίας για τη Μη Χρηματοοικονομική Πληροφόρηση (“Non-Financial Reporting Directive” – NFRD). 

Η CSRD εισάγει αυστηρότερες απαιτήσεις για τη δημοσιοποίηση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών και επεκτείνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής, καλύπτοντας περισσότερες επιχειρήσεις.

Βασικά στοιχεία της CSRD:

  • Διευρυμένο πεδίο εφαρμογής: Καλύπτει όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις (εισηγμένες και μη) και τις εισηγμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις (με εξαίρεση τις πολύ μικρές).
  • Λεπτομερέστερες απαιτήσεις αναφοράς: Απαιτεί τη δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους και τις ευκαιρίες βιωσιμότητας, τις επιπτώσεις των δραστηριοτήτων της επιχείρησης στο περιβάλλον και την κοινωνία, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τα θέματα βιωσιμότητας επηρεάζουν την επιχειρηματική στρατηγική και τις επιδόσεις.
  • Υποχρεωτική εξωτερική διασφάλιση: Εισάγει την υποχρέωση εξωτερικής διασφάλισης των πληροφοριών βιωσιμότητας από ανεξάρτητους ελεγκτές.
  • Ψηφιακή μορφή αναφοράς: Απαιτεί την υποβολή των εκθέσεων βιωσιμότητας σε ηλεκτρονικό μορφότυπο iXBRL, διευκολύνοντας την πρόσβαση και την ανάλυση των πληροφοριών.
Κανονισμός Taxonomy

Ο Κανονισμός 2020/852 (“Taxonomy”) θεσπίζει ένα σύστημα ταξινόμησης για τον προσδιορισμό των περιβαλλοντικά βιώσιμων οικονομικών δραστηριοτήτων. Αποτελεί ένα βασικό εργαλείο για την καταπολέμηση του “greenwashing” (πρακτικές παραπλανητικής προβολής περιβαλλοντικής υπευθυνότητας) και την προώθηση της διαφάνειας στις επενδύσεις.

 Ο Κανονισμός Taxonomy καθορίζει έξι περιβαλλοντικούς στόχους: 

  1. Μετριασμός της κλιματικής αλλαγής.
  2. Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
  3. Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και θαλάσσιων πόρων.
  4. Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία.
  5. Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης.
  6. Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων.

Για να χαρακτηριστεί μια οικονομική δραστηριότητα ως περιβαλλοντικά βιώσιμη σύμφωνα με τον Κανονισμό Taxonomy, πρέπει να συμβάλλει ουσιαστικά σε έναν τουλάχιστον από τους παραπάνω στόχους, να μην επιφέρει σημαντική βλάβη σε κανέναν από τους υπόλοιπους και να συμμορφώνεται με ελάχιστες κοινωνικές διασφαλίσεις.

Κανονισμός Γνωστοποιήσεων Αειφορίας (SFDR)

Ο Κανονισμός για τις Γνωστοποιήσεις Αειφορίας στον Τομέα των Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών (Sustainable Finance Disclosure Regulation – SFDR) τέθηκε σε ισχύ το 2021. Στοχεύει στην αύξηση της διαφάνειας σχετικά με τους κινδύνους βιωσιμότητας και τις αρνητικές επιπτώσεις στη βιωσιμότητα στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Ο SFDR απαιτεί από τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους να γνωστοποιούν: 

  • Πώς ενσωματώνουν τους κινδύνους βιωσιμότητας στις επενδυτικές τους αποφάσεις και συμβουλές,
  • Τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων στους παράγοντες βιωσιμότητας,
  • Πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας των χρηματοπιστωτικών προϊόντων.
Πακέτο “Omnibus”

Το πακέτο “Omnibus” αποτελεί μια πρόσφατη πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που στοχεύει στη συγχώνευση και απλοποίηση των κανονιστικών ρυθμίσεων για τη βιωσιμότητα.. 

Η πρωτοβουλία αυτή προέκυψε ως απάντηση στις ανησυχίες σχετικά με την πολυπλοκότητα και το διοικητικό βάρος που επιφέρει το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Βασικά στοιχεία του πακέτου “Omnibus” περιλαμβάνουν: 

  • Μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων που υποχρεούνται να υποβάλλουν εκθέσεις βιωσιμότητας,
  • Περιορισμό των ευθυνών στην εφοδιαστική αλυσίδα,
  • Δυνατότητα για εθελοντική υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από επιχειρήσεις που δεν εμπίπτουν στις υποχρεωτικές κατηγορίες.

Μια σημαντική πρόσφατη εξέλιξη είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 3 Απριλίου 2025 για παράταση της εφαρμογής της CSRD κατά δύο έτη για τις εταιρείες που θα είχαν απαίτηση δημοσίευσης από το επόμενο έτος. 

Η απόφαση αυτή αποσκοπεί στο να δώσει περισσότερο χρόνο στις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις.

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει προχωρήσει στην ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών οδηγιών για τη βιωσιμότητα στην εσωτερική έννομη τάξη. Η πιο πρόσφατη και σημαντική εξέλιξη είναι η ψήφιση του Νόμου 5164/2024, ο οποίος ενσωματώνει την Οδηγία CSRD στην ελληνική νομοθεσία και το εθνικό δίκαιο.

Νόμος 5164/2024 – Ενσωμάτωση Της Οδηγίας CSRD

Ο Νόμος 5164/2024 θεσπίζει την υποχρέωση κατάρτισης και δημοσίευσης Έκθεσης Βιωσιμότητας για τις επιχειρήσεις που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια.

Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει δείκτες ESG (Περιβαλλοντικούς, Κοινωνικούς και Διακυβέρνησης) που ορίζονται από το Ευρωπαϊκό Πρότυπο Υποβολής Εκθέσεων Βιωσιμότητας (ESRS).

Ο νόμος προβλέπει τη σταδιακή εφαρμογή της υποχρέωσης υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, ανάλογα με την κατηγορία και τα χαρακτηριστικά της εκάστοτε επιχείρησης.

Υπόχρεες Εταιρείες Και Επιχειρήσεις 
Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2024

Η υποχρέωση εφαρμόζεται σε μεγάλες επιχειρήσεις ή μητρικές επιχειρήσεις μεγάλου ομίλου, οι οποίες είναι οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος και κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους υπερβαίνουν τον μέσο όρο των 500 εργαζομένων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους.

Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2025

Εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις ή μητρικές επιχειρήσεις μεγάλου ομίλου, οι οποίες κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους πληρούν τουλάχιστον δύο από τα τρία αναθεωρημένα κριτήρια του άρθρου 2 του Ν. 4308/2014, δηλαδή

  • Σύνολο ενεργητικού 25.000.000 ευρώ 
  • Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών 50.000.000 ευρώ 
  • Μέσος όρος απασχολουμένων 250 άτομα
Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2026

Η υποχρέωση επεκτείνεται σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, δηλαδή επιχειρήσεις και εταιρείες που πληρούν τουλάχιστον δύο από τα τρία παρακάτω κριτήρια:

  • Σύνολο ενεργητικού 5.000.000 ευρώ 
  • Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών 10.000.000 ευρώ 
  • Μέσος όρος απασχολουμένων 50 άτομα

Επιπλέον, περιλαμβάνονται ορισμένα μικρά και μη πολύπλοκα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και εξαρτημένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, εφόσον πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Για τα οικονομικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2028

Η εφαρμογή επεκτείνεται σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών με ουσιώδη δραστηριότητα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το νομικό πλαίσιο ESG δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις που υπόκεινται άμεσα στις σχετικές υποχρεώσεις. 
Επηρεάζει έμμεσα και τις μικρότερες επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος της αλυσίδας του ελληνικού επιχειρείν, καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να απαιτούν πληροφορίες και συμμόρφωση με συγκεκριμένα πρότυπα βιωσιμότητας από τους προμηθευτές και συνεργάτες τους. 

Υπόχρεα Πρόσωπα Και Ευθύνη ΔΣ 

Σύμφωνα με τον Νόμο 5164/2024, το Διοικητικό Συμβούλιο (ή ο Σύμβουλος – Διαχειριστής)  φέρει την ευθύνη για την κατάρτιση και τη δημοσίευση της Έκθεσης Βιωσιμότητας με τον ίδιο βαθμό επιμέλειας και λογοδοσίας που απαιτείται για τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις, την Έκθεση Διαχείρισης και τη Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης.

Το Διοικητικό Συμβούλιο οφείλει να διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των προβλεπόμενων προτύπων υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. 

Επιπλέον, στην ετήσια οικονομική έκθεση πρέπει να περιλαμβάνεται δήλωση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, με την οποία να επιβεβαιώνεται ότι η Έκθεση Διαχείρισης έχει καταρτιστεί σύμφωνα με τα εκάστοτε εφαρμοστέα πρότυπα έκθεσης βιωσιμότητας.

Έκθεση Βιωσιμότητας

Η Έκθεση Βιωσιμότητας πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με:

  1. Το επιχειρηματικό μοντέλο και τη στρατηγική της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της ανθεκτικότητάς της σε κινδύνους που σχετίζονται με θέματα βιωσιμότητας.
  2. Τους στόχους βιωσιμότητας που έχει θέσει η επιχείρηση και την πρόοδο προς την επίτευξή τους.
  3. Τον ρόλο των διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών οργάνων σε σχέση με θέματα βιωσιμότητας.
  4. Τις πολιτικές που εφαρμόζει η επιχείρηση σε σχέση με θέματα βιωσιμότητας.
  5. Τη διαδικασία δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζεται για θέματα βιωσιμότητας.
  6. Τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις, πραγματικές και δυνητικές, που συνδέονται με τις δραστηριότητες της επιχείρησης.
  7. Τις ενέργειες που έχουν ληφθεί για την πρόληψη, τον μετριασμό ή την αποκατάσταση δυσμενών επιπτώσεων.
  8. Τους κύριους κινδύνους για την επιχείρηση που σχετίζονται με θέματα βιωσιμότητας και τον τρόπο διαχείρισής τους.
  9. Βασικούς δείκτες επίδοσης που σχετίζονται με τις παραπάνω πληροφορίες.

Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να παρουσιάζονται σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Υποβολής Εκθέσεων Βιωσιμότητας (ESRS), τα οποία καθορίζουν λεπτομερώς τους δείκτες και τις μεθοδολογίες μέτρησης για κάθε πτυχή του ESG.

Υποχρεώσεις Δημοσίευσης και Διαφάνειας

Οι υπόχρεες επιχειρήσεις πρέπει να συμμορφώνονται με τις παρακάτω υποχρεώσεις δημοσίευσης και διαφάνειας. Ειδικότερα:

Δημοσίευση στο Γ.Ε.ΜΗ.

Όπως προαναφέρθηκε, οι επιχειρήσεις οφείλουν να δημοσιεύουν στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο τα στοιχεία των προσώπων που έχουν οριστεί ως αρμόδια για τη διασφάλιση της υποβολής των εκθέσεων βιωσιμότητας, καθώς και τη γνώμη του ελεγκτή.των προσώπων που έχουν οριστεί ως αρμόδια για τη διασφάλιση της υποβολής των εκθέσεων βιωσιμότητας, καθώς και των σχετικών αλλαγών. Επίσης υποχρεούται να δημοσιεύουν τη γνώμη του ελεγκτή και το πλήρες κείμενο της έκθεσης ελέγχου επί της Έκθεσης Βιωσιμότητας, εντός 20 ημερών από την έγκρισή τους από τη Γενική Συνέλευση.

Ηλεκτρονικός μορφότυπος

Οι επιχειρήσεις που υπάγονται στην υποχρέωση κατάρτισης έκθεσης βιωσιμότητας πρέπει να συντάσσουν την Έκθεση Διαχείρισης σε ηλεκτρονικό μορφότυπο iXBRL, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3 του Κανονισμού 2019/815.

Ειδική αναφορά στη Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης

Στην ετήσια Δήλωση Εταιρικής Διακυβέρνησης (ΔΕΔ) πρέπει να περιλαμβάνεται ειδική αναφορά ότι η υποβολή της Έκθεσης Βιωσιμότητας ενσωματώνει όλες τις πληροφορίες που καταδεικνύουν τη συνεκτίμηση παραγόντων όπως η πολυμορφία και η διαφορετικότητα, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια ESG.

Διασφάλιση από ανεξάρτητο ελεγκτή

Η Έκθεση Βιωσιμότητας πρέπει να υπόκειται σε εξωτερική διασφάλιση από ανεξάρτητο ελεγκτή, ο οποίος εκφράζει γνώμη σχετικά με τη συμμόρφωση της έκθεσης με τις απαιτήσεις του νόμου και τα εφαρμοστέα πρότυπα.

Η μη συμμόρφωση με τις παραπάνω υποχρεώσεις μπορεί να επιφέρει κυρώσεις από τις ελεγκτικές αρχές.

ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Το νομικό πλαίσιο για τα κριτήρια ESG είναι πολύπλοκο και συνεχώς εξελισσόμενο, γεγονός που δυσχεραίνει την κατανόηση και την εφαρμογή του από τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες.

Επιπλέον, πολλές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα οι μικρότερες, δεν διαθέτουν την απαραίτητη εξειδικευμένη γνώση και τους πόρους για την αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτήσεων ESG.

Ταυτοχρονα, η συλλογή, επεξεργασία και αναφορά των απαιτούμενων δεδομένων ESG αποτελεί μια σημαντική πρόκληση, ιδιαίτερα για επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν προηγούμενη εμπειρία σε αυτόν τον τομέα.

Τέλος, η συμμόρφωση με τα κριτήρια ESG συνεπάγεται σημαντικό κόστος, τόσο για την ανάπτυξη των απαραίτητων συστημάτων και διαδικασιών όσο και για την εξωτερική διασφάλιση των εκθέσεων βιωσιμότητας.

Για τους παραπάνω λόγους οι επιχειρήσεις θα πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα την προετοιμασία τους για τη συμμόρφωση με τα κριτήρια ESG, ακόμη και αν δεν εμπίπτουν σήμερα στις υποχρεωτικές κατηγορίες.

Η επένδυση στην ανάπτυξη εξειδικευμένης γνώσης και συστημάτων/διαδικασιών για την αποτελεσματική συλλογή, επεξεργασία και αναφορά των απαιτούμενων δεδομένων ESG, είναι κρίσιμη για την αποτελεσματική συμμόρφωση.

Περαιτέρω, η συνεργασία με εξειδικευμένους συμβούλους σε θέματα ESG μπορεί να βοηθήσει τις επιχειρήσεις να κατανοήσουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τις απαιτήσεις του νομικού πλαισίου.

Ο σκοπός των ρυθμίσεων είναι, αντί να αντιμετωπίζονται τα κριτήρια ESG ως μια πρόσθετη κανονιστική υποχρέωση,να ενσωματωθούν από εταιρείες και επιχειρήσεις  στην επιχειρηματική τους στρατηγική.

Με τον τρόπο αυτό, οι επιχειρήσεις μπορούν να αποκτήσουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα με βελτιωμένη, μεταξύ άλλων, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενίσχυση της φήμης και της εικόνας τους, αλλά και καινοτομία και αποδοτικότητα, μέσω της ανάπτυξης νέων προϊόντων και υπηρεσιών, της βελτιστοποίησης των διαδικασιών και της μείωσης του κόστους.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά τις υποχρεώσεις της επιχείρησής σας στο πλαίσιο του νέου νομικού πλαισίου ESG και να σας υποστηρίξουμε στην αποτελεσματική συμμόρφωση με αυτές.

Καταχρηστική Άσκηση Δικαιώματος Και Αποδυνάμωσή Του

Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος ορίζεται στο άρθρο 281 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος».

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 1982/2022).

Κατά την έννοια της διατάξεως του 281 ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Παράλειψη & Αδράνεια Δικαιούχου Να Ασκήσει Το Δικαίωμα

Η παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει, εν όλω ή εν μέρει, την αξίωση του, και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι η αξίωση δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκηση της καταχρηστική, εν όψει ιδίως του ότι οι συνέπειες της αδράνειας του δικαιούχου αντιμετωπίζονται από το δίκαιο με το θεσμό της παραγραφής. Κατά μείζονα λόγω ισχύουν τα ανωτέρω επί αξιώσεων, παραίτηση από τις οποίες δεν επιτρέπεται κατά νόμο (όπως πχ οι μισθολογικές αξιώσεις).

Μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή συνεπάγεται δυσαναλόγως δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη, μπορεί κατά περίπτωση να αποκρουσθεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση της αξιώσεως, την οποία προηγουμένως ο δανειστής είχε παραλείψει να ασκήσει.

Τέτοιες όμως περιστάσεις δεν συνιστούν ενέργειες τρίτων, που μπορεί να επακολουθήσουν, και δη η άσκηση μελλοντικός από τρίτους, κατά μίμηση του ενάγοντος, αξιώσεων παρομοίων προς την ήδη επίδικη.

Στην περίπτωση, της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν αρκεί κατ’ αρχήν μόνον αυτή η επί μακρόν χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλ’ υπάρχει τέτοια κατάχρηση μόνον εφ’ όσον συντρέχουν προσθέτως και άλλα περιστατικά, που ανάγονται στο ίδιο διάστημα και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου, όσο και του υποχρέου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία δημιουργείται στον τελευταίο η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ’ αυτού, σε τρόπο που η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπής μίας καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί επί μακρόν χρόνο, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες.

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του.

Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.

Παραδεκτό Ένστασης Καταχρηστικής Άσκησης Δικαιώματος

Επειδή, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, προς εκείνη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για την πληρότητα της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό αυτής, από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην κατ’ έφεση δίκη είναι κατ’ εξαίρεση παραδεκτή η προβολή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη ή προτάθηκαν απαραδέκτως, και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

 Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι, για να θεωρηθεί ως παραδεκτώς προτεινόμενη στο Εφετείο ένσταση, που δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να αποδεικνύεται παραχρήμα, ήτοι εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ολόκληρος ο ισχυρισμός που συνιστά την ένσταση, ήτοι καθόλα τα επί μέρους πραγματικά αυτού στοιχεία. Στην πιο πάνω εξαίρεση υπάγονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος.

Αποδυνάμωση Δικαιώματος

Η αποδυνάμωση δικαιώματος συνιστά ειδικότερη μορφή της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του.

Υπό τις συνθήκες δε αυτές, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς – επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών της ΑΚ 281, είναι δηλαδή καταχρηστική. 

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπαίτιο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη .

Κατάχρηση Θεσμού Εταιρείας

Η κατάχρηση θεσμού, όπως ο θεσμός της εταιρίας, δε ρυθμίζεται μεν από το νόμο, υπάγεται όμως στη διάταξη του 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της αντιμετωπίζονται όπως οι συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 149/2013).

Η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό.

Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο.

Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος.

Με την παραπάνω έννοια δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων ΕΠΕ ή ΙΚΕ σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία, η οποία και διατηρεί κατ’ αρχήν την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της.

Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Επίσης, η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθείσης και λειτουργούσας ανωνύμου εταιρείας δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς τα αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης με καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων.

Συνεπώς δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί όμως όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως.

Νομιμοποίηση αποτελέσματος αντίθετο προς την καλή πίστη υπάρχει ιδίως όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και η μετακύλιση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως ή μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Εικονική Εταιρεία: Έννοια Φορολογική & Ασφαλιστική Αντιμετώπιση

Εικονική εταιρεία, είναι η εταιρεία της οποίας η εταιρική σύμβαση ερείδεται σε εικονική δήλωση βούλησης, δηλαδή καταρτίστηκε μόνο φαινομενικά.

Εικονική δήλωση βούλησης είναι εκείνη η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εν τύπωση μεταβολής ορισμένης νομικής κατάστασης, χωρίς να υφίσταται πρόθεση στον δηλούντα τέτοιας νομικής μεταβολής. Αναλυτικά:

Εικονική Δήλωση Βούλησης

Σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ. α ΑΚ ορίζεται ότι «Δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη».

Περαιτέρω, στο άρθρο 138 παρ. β ΑΚ αναφέρεται ότι  «Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της».

Διακρίσεις Εικονικής Δήλωσης Βούλησης

Με βάση το παραπάνω άρθρο, γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε:

  • απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, όταν αυτή δεν καλύπτει έτερη δικαιοπραξία, δηλαδή όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με τη δικαιοπραξία ορισμένη έννομη μεταβολή, και σε
  • σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας, που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω από αυτήν, η οποία είναι έγκυρη, εάν την ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Ακυρότητα Εικονικής Δήλωσης Βούλησης

Επομένως, από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 138 ΑΚ, συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε.

Εικονική δύναται να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία, δε, περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητα από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά τον χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνάφθηκε δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Εάν ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, η εικονικότητα (της δήλωσης βούλησης) κρίνεται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευόμενου.

Έτσι, για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, το οποίο συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της (ΑΠ 502/2018) προκύπτουν ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει έτερη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωσή της ο δόλος του οφειλέτη εις βάρος των δανειστών του ή εν γένει πρόθεση εξαπατήσεως.

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 138 ΑΚ, δεν είναι προσδιοριστική της εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργειά της, αλλά έχει αυτοτέλεια, διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΑΠ 291/2018).

Συνέπειες Εικονικότητας Δήλωσης Βούλησης

Η έννοια της εικονικότητας είναι καθ’ εαυτήν ορισμένη και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας ισχυρισμού, να περιέχεται και το στοιχείο ότι άπαντες οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας, κατά τον χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον.

Την εικονικότητα μίας δικαιοπραξίας μπορεί να επικαλεσθεί αυτός που έκανε τη δήλωση ή οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί του, οι δανειστές του και έκαστος τρίτος μη συμβαλλόμενος, όταν έχει έννομο συμφέρον, το οποίο δύναται να είναι υλικό ή ηθικό, ενώ υφίσταται όταν από την κατάρτιση της άκυρης σύμβασης δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη σχέση και κίνδυνος για τα συμφέροντά του, είτε άμεσος, είτε επικείμενος.

Ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας δύναται να αντιτάξει την εικονικότητα και την ακυρότητα από αυτήν της δικαιοπραξίας τόσο κατά του αντισυμβληθέντος, όσο και κατά του τρίτου, που συναλλάχθηκε εν γνώσει της εικονικότητας, όχι όμως και κατά εκείνου που αγνοούσε οπωσδήποτε αυτήν.

Εικονική Εταιρεία

Σε εικονικότητα (προσωπικής ή κεφαλαιουχικής) εταιρείας, δεν δύναται να γίνει λόγος για δικαιώματα και υποχρεώσεις των εταίρων που απορρέουν από την εταιρική σύμβαση, για διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και εταιρικών μερίδων, ούτε δημιουργείται υποχρέωση για τον εντολοδόχο από σύμβαση εντολής για τη διαχείριση εταιρικών υποθέσεων εικονικής προσωπικής εταιρείας.

Τα παραπάνω, δε, ασχέτως ορισμένων συνεπειών που δύνανται να επέλθουν για το παρελθόν, χάριν ιδίως του συμφέροντος των τρίτων από την πραγματική λειτουργία της εταιρείας, της οποίας αγνοούσαν την εικονικότητα,

Συνέπειες Εικονικότητας

Όπως προαναφέρθηκε, καθε δικαιοπραξία, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης εταιρείας, εάν καταρτίσθηκε κατά τα φαινόμενα μόνο, είναι άκυρη και λογίζεται ως μη γενόμενη.

Επιπλέον είναι αδιάφορο εάν κατά την κατάρτιση της εικονικής αυτής σύμβασης μετείχε ο ένας από τους συμβαλλομένους κατ’ εντολή του ετέρου, αφού και τότε δεν παράγονται έννομες συνέπειες, καθόσον λόγω της εικονικότητάς της ουδεμία μεταβολή επέρχεται στις μεταξύ των σχέσεις, ούτε ορισμένο δικαίωμα γεννάται υπέρ αυτών.

Η εικονικότητα μπορεί να αφορά τόσο στο ότι η εταιρεία υποκρύπτεται υπό έτερη σύμβαση, όσο και ότι η εταιρεία υποκρύπτει έτερη ή και καμία σύμβαση.

Μεταξύ των δυνατών περιπτώσεων εικονικότητας ανήκει και η εικονική συμμετοχή εταίρου ή η εικονικότητα ύψους συμμετοχής, δίχως εικονικότητα της όλης εταιρείας.

Εικονική Συμμετοχή Εταίρου

Περαιτέρω, με έρεισμα την “de facto” εταιρεία (άρθρο 251 § 3 εδαφ. β Ν. 4072/2012) πρέπει να θεωρηθεί, ως περιεχόμενο της καλής πίστεως, ότι οι εταιρικές ακυρότητες θεωρούνται καταρχήν μερικές ακυρότητες, οι οποίες δεν επηρεάζουν το λοιπό περιεχόμενο της συμβάσεως.

Συνακόλουθα, η εταιρεία, στην οποία ορισμένος από τους συνεταίρους συμμετέχει εικονικώς, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως μερικώς άκυρη, δηλαδή καθ’ ο μέρος αφορά στην εικονική συμμετοχή του σε αυτήν, δίχως η μερική αυτή ακυρότητα να επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εταιρείας, εφόσον δεν συνάγεται ότι η εταιρεία δεν θα είχε συσταθεί χωρίς την εικονική αυτή συμμετοχή.

Επιπλέον, εικονικότητα υφίσταται και όταν κάποιος, επιθυμώντας να διατηρήσει μυστική έναντι των τρίτων τη συμμετοχή του σε ορισμένη δικαιοπραξία, χρησιμοποιεί για την κατάρτιση αυτής έτερο (παρένθετο) πρόσωπο, το οποίο, εμφανιζόμενο ως κατ’ επίφαση συμβαλλόμενος, συνάπτει τη δικαιοπραξία φαινομενικώς, μεν, στο όνομά του, στην πραγματικότητα, όμως, για λογαριασμό του υποκρυπτομένου προσώπου, εν γνώσει του αντισυμβαλλομένου, ο οποίος και αποδέχεται τη συνομολόγηση της συμβάσεως υπέρ του υποκρυπτομένου προσώπου.

Στην περίπτωση αυτή, η καταρτισθείσα σύμβαση ισχύει, κατά τη βούληση των συμβληθέντων υπέρ του καλυπτομένου προσώπου.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και όταν, κατ’ ειδική νομοθετική διάταξη, για τη σύσταση της συμβάσεως απαιτείται ορισμένος τύπος, αρκεί να έχει περιβληθεί τον τύπο αυτό η εικονική, ως προς το πρόσωπο του συμβληθέντος, σύμβαση.

Επομένως, κάποιος επιθυμώντας να συστήσει (προσωπική ή κεφαλαιουχική) εταιρεία, χωρίς να γνωρίζουν άλλοι τη συμμετοχή του σε αυτήν, μπορεί να χρησιμοποιεί προς τούτο παρένθετο πρόσωπο, το οποίο συμπράττει στην ιδρυτική της εν λόγω εταιρείας σύμβαση, φαινομενικώς, μεν, στο όνομά του, στην πραγματικότητα, όμως, για λογαριασμό του υποκρυπτομένου προσώπου.

Συνέπειες Εικονικότητας Ως Προς Τα Πρόσωπα

Στην περίπτωση εικονικότητας ως προς τα πρ΄όσωπα, ενώ είναι άκυρη, ως εικονική, για τις μεταξύ των σχέσεις η συμμετοχή του παρενθέτου προσώπου στην εταιρεία, παραμένει έγκυρη η, υπό την εικονική αυτή σύμβαση, καλυπτόμενη και υπό των συμβληθέντων θεληθείσα έτερη σύμβαση, βάσει της οποίας αληθής εταίρος τυγχάνει το υπό του παρενθέτου υποκρυπτόμενο πρόσωπο, εφόσον για την κατάρτιση της συμβάσεως τηρήθηκε ο αξιούμενος, κατ’ ειδική νομοθετική διάταξη, τύπος (ΠολΠρΓιαν 6/2025).

Ως εκ τούτου, τα δια της εταιρικής συμβάσεως αποκτώμενα εταιρικά μερίδια ή οι μετοχές υπό του παρενθέτου προσώπου περιέρχονται άνευ ετέρου στο υποκρυπτόμενο πρόσωπο, το οποίο είναι και ο αληθής εταίρος και το οποίο, σε περίπτωση αμφισβητήσεως των εκ της εταιρικής σχέσεως δικαιωμάτων του από το παρένθετο πρόσωπο, δικαιούται να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση αυτών.

Φορολογική & Ασφαλιστική Αντιμετώπιση Εικονικής Εταιρείας

Σύμφωνα με την ΠΟΛ. 1008/16-01-2017 έγινε αποδεκτή από τον Διοικητή ΑΑΔΕ η υπ’ αριθ. 275/2016 Γνωμοδότηση της Α’ Τακτικής Ολομέλειας του ΝΣΚ.

Με την ανωτέρω γνωμοδότηση έγινε ομόφωνα δεκτό ότι σε περίπτωση ύπαρξης βεβαιωμένης ληξιπρόθεσμης οφειλής σε βάρος εικονικής επιχείρησης, οι πραγματικοί υπόχρεοι που υποκρύπτονται δεν έχουν την ιδιότητα των συνυπόχρεων προσώπων κατά την έννοια του ΚΕΔΕ.

Τούτο διότι, τα πρόσωπα αυτά ευθύνονται ανεξαρτήτως από τα φαινόμενα πρόσωπα (εκείνα, δηλαδή, που εικονικά φέρονται ότι ασκούν την επιχείρηση) και κατά συνέπεια λαμβάνονται σε βάρος τους όλα τα προβλεπόμενα διοικητικά, ασφαλιστικά, αναγκαστικά και λοιπά μέτρα είσπραξης, αφού συνταχθεί ιδιαίτερη έκθεση ελέγχου όπου θα καταλογιστούν οι ανάλογες κυρώσεις και σ’ αυτά.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικό με την εικονική εταιρεία.

Η Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής (Ν.Ε.Π.Α.) – Νομοθεσία

Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής (ΝΕΠΑ) είναι η κεφαλαιουχική εταιρεία με νομική προσωπικότητα, η οποία θεωρείται εμπορική, και η οποία έχει ως αποκλειστικό σκοπό την κτήση κυριότητας, την εκμετάλλευση ή τη διαχείριση πλοίων αναψυχής με ελληνική σημαία που χαρακτηρίζονται ως επαγγελματικά.

Το νομικό πλαίσιό της καθορίζεται στο Ν. 4926/2022 και στις αντίστοιχες αποφάσεις άλλων οργάνων της Διοίκησης

Ίδρυση

Η ΝΕΠΑ ιδρύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα, τους ιδρυτές, ενώ μπορεί δύναται να καταστεί και μονοπρόσωπη.

Για τα χρέη της εταιρείας ευθύνεται μόνο η ίδια με την περιουσία της. Η σύσταση εταιρειών άλλης νομικής μορφής, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις με το ίδιο αντικείμενο δραστηριότητας, δεν αποκλείεται. Επίσης, μια ΝΕΠΑ μπορεί να συμμετέχει σε άλλες ΝΕΠΑ

Η σύμβαση με την οποία συστήνεται η ΝΕΠΑ αποτελεί το καταστατικό της, καταρτίζεται εγγράφως ή ψηφιακά από έναν τουλάχιστον ιδρυτή και καταχωρίζεται υπογεγραμμένη, στο Μητρώο ΝΕΠΑ.

Το καταστατικό της ΝΕΠΑ και οι τροποποιήσεις αυτού, εφόσον είναι ιδιωτικά έγγραφα, καθώς και οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου της και τα πρακτικά αυτών μπορούν να συντάσσονται, εκτός της ελληνικής, και σε μία από τις άλλες επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  

Η ΝΕΠΑ αποκτά νομική προσωπικότητα από την ημερομηνία καταχώρισης του καταστατικού της στο Μητρώο ΝΕΠΑ

Ευθύνη Ιδρυτών Κατά Το Ιδρυτικό Στάδιο 

Πρόσωπα που έχουν ενεργήσει στο όνομα της υπό ίδρυση ΝΕΠΑ ευθύνονται για τις πράξεις αυτές απεριόριστα και εις ολόκληρον. Μόνη η εταιρεία εύθυνεται για τις πράξεις που έγιναν στο όνομά της κατά το ιδρυτικό στάδιο αν, μέσα σε 3 μήνες από τη σύστασή της, ανέλαβε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές τις πράξεις.

Οι ιδρυτές είναι υπεύθυνοι για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η εταιρεία ή οι καλόπιστοι τρίτοι, μέτοχοι ή μη, από παράλειψη υποχρεωτικής διάταξης του καταστατικού ή ανακριβείς πληροφορίες που δόθηκαν κατά την εγγραφή στο κεφάλαιο ή περιλήφθηκαν στο καταστατικό, από τη μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την εκτίμηση και την καταβολή των εισφορών, καθώς και από την κήρυξη της ακυρότητας της εταιρείας, αν γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τις σχετικές πλημμέλειες. 

Η αξίωση αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πέντε 5 ετών από την ίδρυση της ΝΕΠΑ

ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΝΕΠΑ
Καταστατικό

Το καταστατικό πρέπει να περιέχει υποχρεωτικά: 

  • την επωνυμία και τον σκοπό της εταιρείας, 
  • την έδρα της εταιρείας, 
  • το ύψος του εταιρικού κεφαλαίου, τον τρόπο καταβολής του και τις μετοχές της εταιρείας, 
  • τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες σύγκλησης του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης των μετόχων
  • τα δικαιώματα των μετόχων και 
  • τις διαδικασίες για τη διάλυση και την εκκαθάριση της περιουσίας της εταιρείας.

 Στο καταστατικό ορίζονται τα μέλη του πρώτου διοικητικού συμβουλίου της ΝΕΠΑ

Επωνυμία – Έδρα

Η επωνυμία της ΝΕΠΑ περιλαμβάνει τις λέξεις «ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΛΟΙΩΝ ΑΝΑΨΥΧΗΣ» ή το ακρωνύμιο «ΝΕΠΑ». Για τις διεθνείς συναλλαγές της εταιρείας η επωνυμία μπορεί να αποτυπώνεται με λατινικούς χαρακτήρες και να συνοδεύεται από τις λέξεις «MARITIME COMPANY FOR PLEASURE YACHTS» ή το ακρωνύμιο «M.C.P.Y.».

Η επωνυμία της ΝΕΠΑ αποκλείεται σε περίπτωση πρόκλησης σύγχυσης με άλλη ΝΕΠΑ, Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής (Ε.Ι.Π.Α.) ή άλλη εταιρεία εγγεγραμμένη στο Γ.Ε.ΜΗ.

Η ΝΕΠΑ έχει την έδρα της σε Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού που βρίσκεται στην Ελλάδα και τη διεύθυνση που αναφέρεται στο καταστατικό της.

Σε κάθε έντυπο της εταιρείας αναγράφονται τουλάχιστον η επωνυμία, η έδρα και ο αριθμός μητρώου της.

Διάρκεια

Η ΝΕΠΑ έχει διάρκεια ορισμένου χρόνου που καθορίζεται στο καταστατικό. Σε περίπτωση που δεν ορίζεται στο καταστατικό συγκεκριμένη διάρκεια, η διάρκεια της ΝΕΠΑ είναι 30 έτη.

Η διάρκεια ορισμένου χρόνου μπορεί να παραταθεί με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία. Αν δεν ορίζεται συγκεκριμένος χρόνος παράτασης στην απόφαση αυτή, η διάρκεια της ΝΕΠΑ γίνεται αόριστης διάρκειας.

Με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, η διάρκεια της ΝΕΠΑ μπορεί να μετατραπεί από ορισμένου σε αορίστου χρόνου και αντίστροφα.

Μετοχικό Κεφάλαιο

Ως ελάχιστο εταιρικό κεφάλαιο για την ίδρυση της ΝΕΠΑ ορίζεται το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο καταβάλλεται ολοσχερώς εντός 2 μηνών από τη σύσταση της ΝΕΠΑ Η καταβολή του κεφαλαίου γίνεται σε χρήμα.

Το αρχικό κεφάλαιο της ΝΕΠΑ καλύπτεται, σύμφωνα με το καταστατικό της, από έναν ή περισσότερους ιδρυτές και καταβάλλεται εντός 2 μηνών από τη σύσταση της ΝΕΠΑ, στο σύνολό του. 

Σε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου, αυτό καλύπτεται στο σύνολό του από μετόχους ή τρίτους, σύμφωνα με τον νόμο, και καταβάλλεται στο ταμείο της ΝΕΠΑ

Η καταβολή σε μετρητά του αρχικού κεφαλαίου ή των αυξήσεων αυτού, καθώς και οι καταθέσεις μετόχων με προορισμό τη μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου πραγματοποιούνται υποχρεωτικά με κατάθεση σε ειδικό λογαριασμό της εταιρείας, που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, στην ΕΕ, ή σε χώρα του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), με προσκόμιση του σχετικού παραστατικού στο Μητρώο ΝΕΠΑ 

Η παράλειψη καταβολής σε λογαριασμό δεν επάγεται ακυρότητα, αν αποδεικνύεται ότι το σχετικό ποσό δαπανήθηκε για τους σκοπούς της εταιρείας, με την προϋπόθεση ότι αυτό έχει ειδικά προβλεφθεί στο καταστατικό.

Μετοχές

Οι μετοχές της ΝΕΠΑ είναι μόνο ονομαστικές και ενσωματώνονται σε τίτλο της μιας ή περισσότερων μετοχών.

Η ονομαστική αξία κάθε μετοχής δεν μπορεί να ορισθεί κατώτερη του 1 ευρώ. Τα δικαιώματα του μετόχου που πηγάζουν από τη μετοχή είναι ανάλογα προς το ποσοστό του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει η μετοχή.

Η μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών γίνεται με εγγραφή στο βιβλίο των μετόχων. Η εγγραφή αυτή χρονολογείται και υπογράφεται από τον κύριο και από αυτόν στον οποίο γίνεται η μεταβίβαση της μετοχής. 

Μετά τη μεταβίβαση κάθε ονομαστικής μετοχής, εκδίδεται νέος τίτλος ή γίνεται σημείωση από την εταιρεία στον τίτλο που υπάρχει για τη μεταβίβαση που έγινε. Για την εταιρεία μέτοχος θεωρείται αυτός που γράφεται στο βιβλίο μετόχων.

Επιτρέπεται με το καταστατικό να επιβάλλονται περιορισμοί στη μεταβίβαση των μετοχών. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διάταξη του καταστατικού αναγράφεται πάνω στον τίτλο της μετοχής.

Αύξηση & Μείωση Εταιρικού Κεφαλαίου 

Επιτρέπεται να ορίζεται στο καταστατικό ότι το Διοικητικό Συμβούλιο ή η γενική συνέλευση μπορούν να αποφασίζουν την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της εταιρείας μέχρι του συνολικού ποσού που αναφέρεται στο καταστατικό, με έκδοση νέων μετοχών. Στο καταστατικό ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις της αύξησης του εταιρικού κεφαλαίου. 

Η καταβολή του ποσού της αύξησης του κεφαλαίου γίνεται σε χρήμα.

Σε κάθε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου παρέχεται δικαίωμα προτίμησης σε ολόκληρο το νέο κεφάλαιο υπέρ των κατά τον χρόνο της αύξησης μετόχων της εταιρείας, ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο εταιρικό κεφάλαιο. 

Αν κάποιος μέτοχος δεν ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο καταστατικό, που δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη των 3 μηνών ή δηλώσει ότι δεν πρόκειται να το ασκήσει, οι μετοχές που δεν έχουν αναληφθεί διατίθενται στους μετόχους που άσκησαν το δικαίωμα προτίμησης κατ΄ αναλογία συμμετοχής τους στο εταιρικό κεφάλαιο.

Υπόλοιπο που δεν αναλήφθηκε διατίθεται ελεύθερα από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας.

Η προθεσμία καταβολής της αύξησης του κεφαλαίου ορίζεται από το όργανο που έλαβε τη σχετική απόφαση και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 14 ημερών ούτε μεγαλύτερη των 4 μηνών από την ημέρα που καταχωρήθηκε η απόφαση αυτή στο Μητρώο ΝΕΠΑ

Αντίστοιχα, επιτρέπεται η γενική συνέλευση να αποφασίζει τη μείωση του εταιρικού κεφαλαίου μέχρι το ελάχιστο εταιρικό κεφάλαιο, είτε με μείωση του αρχικού αριθμού μετοχών, είτε με μείωση της ονομαστικής αξίας αυτών.

Με την υποβολή πρακτικού γενικής συνέλευσης αναγγελίας της μείωσης του εταιρικού κεφαλαίου υποβάλλεται περίληψη της απόφασης αυτής δημοσιευμένη τουλάχιστον δύο φορές σε εφημερίδα ή εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας με συννημένα τα σχετικά φύλλα.

Οι αυξομειώσεις του εταιρικού κεφαλαίου δεν αποτελούν τροποποίηση του καταστατικού.

 ΟΡΓΑΝΑ ΝΕΠΑ
Το Διοικητικό Συμβούλιο

Η ΝΕΠΑ διοικείται από το Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από 3, τουλάχιστον, φυσικά πρόσωπα ως μέλη, μετόχους ή μη.

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, εκλέγονται με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων. Το διοικητικό συμβούλιο είναι ελευθέρως ανακλητό και επανεκλέξιμο.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζονται υποχρεωτικά Πρόεδρος, αντιπρόεδρος και γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου. Η ιδιότητα του προέδρου ταυτίζεται με αυτή του Διευθύνοντα Συμβούλου.

Η ΝΕΠΑ εκπροσωπείται από το διευθύνοντα σύμβουλο.

Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου είναι εξαετής. Αν λήξει η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου και για οποιονδήποτε λόγο δεν εκλεγεί νέο Διοικητικό Συμβούλιο, η θητεία του παλαιού παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την εκλογή νέου από την αμέσως επόμενη γενική συνέλευση.

Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για θέματα που αφορούν στη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της, την παροχή εγγυήσεων και κάθε εμπράγματης ασφάλειας υπέρ άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων και για κάθε θέμα για την επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.

Από την αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου εξαιρούνται τα θέματα που ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης.

Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και των αρμοδιοτήτων τους, τηρούν τον νόμο, το καταστατικό και τις νόμιμες αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Διαχειρίζονται τις εταιρικές υποθέσεις με σκοπό την προαγωγή του εταιρικού συμφέροντος, εποπτεύουν την εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης και ενημερώνουν τα άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για τις εταιρικές υποθέσεις.

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν υποχρέωση πίστεως απέναντι στην εταιρεία. Ιδίως:

  • Δεν επιδιώκουν ίδια συμφέροντα που αντιβαίνουν στα συμφέροντα της εταιρείας.
  • Αποκαλύπτουν έγκαιρα και με επάρκεια στα υπόλοιπα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου τα ίδια συμφέροντά τους, που ενδέχεται να ανακύψουν από συναλλαγές της εταιρείας, οι οποίες εμπίπτουν στα καθήκοντά τους, καθώς και κάθε σύγκρουση των συμφερόντων τους με εκείνα της εταιρείας, η οποία ανακύπτει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Ως επαρκής αποκάλυψη θεωρείται εκείνη που περιλαμβάνει περιγραφή τόσο της συναλλαγής όσο και των ιδίων συμφερόντων.
  •  Τηρούν αυστηρή εχεμύθεια για τις εταιρικές υποθέσεις και τα απόρρητα της εταιρείας, τα οποία κατέστησαν γνωστά σε αυτούς λόγω της ιδιότητάς τους ως συμβούλων.

Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των παραπάνω η ΝΕΠΑ δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση. Μπορεί, όμως, αντί της αποζημίωσης να απαιτήσει, προκειμένου μεν για πράξεις που έγιναν για λογαριασμό του ίδιου του συμβούλου, να θεωρηθεί ότι οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν για λογαριασμό της ΝΕΠΑ, προκειμένου δε για πράξεις που έγιναν για λογαριασμό τρίτου, να δοθεί στη ΝΕΠΑ η αμοιβή για τη μεσολάβηση ή να εκχωρηθεί σε αυτήν η σχετική απαίτηση.

Τέλος, επιτρέπεται στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου να ενεργούν, εκτός αν απαγορεύεται από σχετική πρόβλεψη του καταστατικού, για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, πράξεις που υπάγονται στους σκοπούς της εταιρείας, καθώς και να μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι ή ως μέτοχοι ή εταίροι σε εταιρείες που επιδιώκουν όμοιους σκοπούς.

Ευθύνη Μελών Διοικητικού Συμβουλίου

Κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ευθύνεται έναντι της ΝΕΠΑ για ζημία που αυτή υφίσταται λόγω πράξης ή παράλειψης που συνιστά παράβαση των καθηκόντων του.

Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται, αν το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αποδείξει ότι κατέβαλε κατά την άσκηση των καθηκόντων του την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία που δραστηριοποιείται σε παρόμοιες συνθήκες. Η επιμέλεια αυτή κρίνεται με βάση την ιδιότητα κάθε μέλους και τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί κατά τον νόμο, το καταστατικό ή με απόφαση των αρμόδιων εταιρικών οργάνων.

Επίσης, η ευθύνη κ δεν υφίσταται, προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε σύννομη απόφαση της γενικής συνέλευσης ή που αφορούν σε εύλογη επιχειρηματική απόφαση, η οποία ελήφθη:

  • με καλή πίστη,
  • με βάση επαρκή, για τις συγκεκριμένες συνθήκες, πληροφόρηση και 
  • με αποκλειστικό κριτήριο την εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος. 

Οι αξιώσεις της εταιρείας κατά το παρόν άρθρο παραγράφονται μετά από ένα έτος από την τέλεση της πράξης ή την παράλειψη. Η παραγραφή αναστέλλεται ενόσω ο υπεύθυνος έχει την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου.

Η Γενική Συνέλευση 

Η γενική συνέλευση συνέρχεται στην έδρα της ΝΕΠΑ, τουλάχιστον μία φορά σε κάθε εταιρική χρήση. 

Η Γ.Σ. συγκαλείται τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, από το Διοικητικό Συμβούλιο. και συνεδριάζει εγκύρως, αν είναι παρόντες ή εκπροσωπούνται σε αυτή όλοι οι μέτοχοι ακόμα και αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις.

Αρμοδιότητα Γενικής Συνέλευσης

Η γενική συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο της εταιρείας και αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση. Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης δεσμεύουν όλους τους μετόχους, ακόμη και αυτούς που είναι απόντες ή διαφωνούν.

Η γενική συνέλευση είναι αποκλειστικά αρμόδια να αποφασίζει για τα ακόλουθα θέματα:

  • τις τροποποιήσεις του καταστατικού, 
  • την εκλογή και ανάκληση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, 
  • την έγκριση του ισολογισμού ή της λογιστικής κατάστασης της εταιρείας και τη διάθεση των κερδών, 
  • την απαλλαγή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου από κάθε ευθύνη, 
  • την παράταση της διάρκειας ή τη διάλυση της εταιρείας, 
  • τον διορισμό εκκαθαριστών και 
  • τη μείωση του εταιρικού κεφαλαίου.
Συνεδρίαση 

Στη γενική συνέλευση έχει δικαίωμα να συμμετέχει κάθε μέτοχος, o οποίος έχει και αποδεικνύει την ιδιότητα αυτή κατά την ημέρα διεξαγωγής της γενικής συνέλευσης. Μέτοχοι που είναι νομικά πρόσωπα μετέχουν στη γενική συνέλευση διά των εκπροσώπων τους. 

Η δυνατότητα συμμετοχής κάθε μετόχου στη γενική συνέλευση εξασφαλίζεται και από το βιβλίο μετόχων.  

Η γενική συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως, όταν είναι παρόντες ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι που εκπροσωπούν ποσοστό μεγαλύτερο από το 50% του εταιρικού κεφαλαίου.

Αν δεν υπάρχει απαρτία, η γενική συνέλευση συνέρχεται και πάλι την εικοστή ημέρα από την ημερομηνία που ματαιώθηκε η συνεδρίαση. Κατά την επαναληπτική αυτή συνεδρίαση, η συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως με τα θέματα της αρχικής ημερήσιας διάταξης, με οποιοδήποτε ποσοστό εταιρικού κεφαλαίου εκπροσωπείται σε αυτή.

Επιτρέπεται με το καταστατικό να ορίζονται θέματα για τα οποία απαιτούνται αυξημένα ποσοστά απαρτίας σε σχέση με όσα προβλέπονται παραπάνω.

Λήψη Αποφάσεων

Κάθε μετοχή παρέχει δικαίωμα μιας ψήφου.

Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων που εκπροσωπούνται σε αυτή. Ωστόσο, επιτρέπεται με το καταστατικό να ορίζονται θέματα για τα οποία απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία.

Ακυρότητα Αποφάσεων Γενικής Συνέλευσης

Απόφαση της γενικής συνέλευσης που αντίκειται στον νόμο ή στο καταστατικό είναι άκυρη.

Η ακυρότητα κηρύσσεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ύστερα από αίτηση του Διοικητικού Συμβουλίου ή μετόχων που εκπροσωπούν το 1/20 του εταιρικού κεφαλαίου, εάν αυτοί δεν συμφώνησαν στη λήψη της απόφασης ή δεν ήταν παρόντες στη γενική συνέλευση.

Η αίτηση για ακύρωση απόφασης της γενικής συνέλευσης ασκείται μέσα σε προθεσμία 60 ημερών από τη χρονολογία λήψης της απόφασης και απευθύνεται κατά της εταιρείας.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ & ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Φορολογία ΝΕΠΑ

Οι Ν.Ε.Π.Α. που διαχειρίζονται ή εκμεταλλεύονται επαγγελματικά πλοία αναψυχής και ανήκουν σε τρίτους, τηρούν διπλογραφικά βιβλία και έχουν όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (Ε.Λ.Π.).

Περαιτέρω, το βασικό πλεονέκτημα της ΝΕΠΑ είναι ότι τα κέρδη της είναι αφορολόγητα, εφόσον η φορολόγηση της διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 27/1975. Ειδικότερα η ΝΕΠΑ απαλλάσεται από κάθε φόρο, τέλος και οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου, εκτός τελών χαρτοσήμου.

Επομένως απαλλάσσεται από:

  • φόρο εισοδήματος αλλά και
  • φόρο μερισμάτων

Ειδικότερα, τα κέρδη δηλώνονται στον κωδικό 559 των φορολογικών δηλώσεων, ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να συμπληρωθεί και ο αντίστοιχος κωδικός της «Κατάστασης Φορολογικής Αναμόρφωσης», με βά­ση τις αντίστοιχες δαπάνες που αφορούν στα απαλ­λασσόμενα έσοδα για λόγους εκκαθάρισης της δή­λωσης. 

Ασφάλιση ΝΕΠΑ

Σύμφωνα με την εγκύκλιο 69/28.12.2021 του ΕΦΚΑ, τα μέλη ΔΣ που παράλληλα κατέχουν ποσοστό μετοχών 3% και άνω στο κεφάλαιο της εταιρίας ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Το ίδιο ισχύει και για τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας.

Περαιτέρω, ως ημερομηνία έναρξης της ασφάλισης λογίζεται η πρώτη ημέρα του μήνα καταχώρησης του πρακτικού μεταβολής (σύσταση ή αντικατάσταση εκπροσώπου) στο Μητρώο Εταιρειών ΝΕΠΑ, ενώ ως ημερομηνία λήξης της ασφάλισης λογίζεται η τελευταία ημέρα του μήνα καταχώρησης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ΝΕΠΑ.

Ευθύνη Διαχειριστή ΙΚΕ: Χρέη, Όρια, Απαλλαγή

Πότε Ευθύνεται Προσωπικά ο Διαχειριστής ΙΚΕ

Εν συντομία:

  • Ο διαχειριστής ΙΚΕ δεν φέρει αυτόματη προσωπική ευθύνη. Κατ’ αρχήν ευθύνεται μόνη η εταιρεία με την περιουσία της.
  • Προσωπική ευθύνη διακρίνεται σε τέσσερις άξονες: έναντι της εταιρείας (άρθρο 67 Ν. 4072/2012), του Δημοσίου (άρθρο 49 Ν. 5104/2024 – νέος ΚΦΔ), του ΕΦΚΑ (άρθρο 31 Ν. 4321/2015) και των τρίτων για αδικοπραξία (ΑΚ 914).
  • Στη φορολογική και στην ασφαλιστική ευθύνη το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας το φέρει ο ίδιος ο διαχειριστής.
  • Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (4309/2024) απάλλαξε διαχειριστή που δεν είχε πραγματική ανάμειξη στη διαχείριση. Το ΣτΕ (Στ’ 2482/2025) περιόρισε την ευθύνη στα πρόσωπα που πράγματι διοικούν.

Πότε ευθύνεται προσωπικά ο διαχειριστής ΙΚΕ;

Ο διαχειριστής μιας ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας (ΙΚΕ) δεν ευθύνεται αυτομάτως με την προσωπική του περιουσία για τα χρέη της εταιρείας. Κατ’ αρχήν ευθύνεται μόνη η εταιρεία με την περιουσία της. Προσωπική ευθύνη γεννάται μόνο σε τέσσερις διακριτούς άξονες: έναντι της ίδιας της εταιρείας, του Δημοσίου, του ΕΦΚΑ και των τρίτων για αδικοπραξία. Κάθε περίπτωση έχει τη δική της νομική βάση, προϋποθέσεις και τρόπο απαλλαγής.

Λόγω της φύσης της ΙΚΕ ως κεφαλαιουχικής εταιρείας, συχνά συγχέεται η ευθύνη του διαχειριστή με αυτή των εταίρων. Πρέπει, επομένως, αφετηριακά να διευκρινιστεί ότι η περιορισμένη ευθύνη αφορά τους εταίρους ως προς την εισφορά τους, όχι όμως αυτομάτως τον διαχειριστή ως όργανο διοίκησης. Η ευθύνη του τελευταίου κρίνεται χωριστά ανά είδος οφειλής.

ΕυθύνηΝομική βάσηΠότε γεννάται προσωπική ευθύνηΠώς απαλλάσσεται
Έναντι της εταιρείας (αστική)άρθρο 67 Ν. 4072/2012Διαχειριστικό πταίσμα, παράβαση νόμου, καταστατικού ή αποφάσεων των εταίρωνΣύννομη απόφαση εταίρων, εύλογη επιχειρηματική κρίση, απαλλαγή μετά την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων
Έναντι του Δημοσίου (φορολογική)άρθρο 49 Ν. 5104/2024 (ΚΦΔ)Φόροι, ΦΠΑ ή παρακρατούμενοι που έγιναν ληξιπρόθεσμοι στη θητεία του, από υπαιτιότητά τουΑπόδειξη έλλειψης υπαιτιότητας ή έλλειψης πραγματικής διαχείρισης
Έναντι του ΕΦΚΑ (ασφαλιστική)άρθρο 31 Ν. 4321/2015Ανεξόφλητες ασφαλιστικές εισφορές στη θητεία του, από υπαιτιότητά τουΑπόδειξη έλλειψης υπαιτιότητας κατά την οικεία υπουργική απόφαση
Έναντι τρίτων / πιστωτώνΑΚ 914 (αδικοπραξία)Δική του υπαίτια και παράνομη πράξη που ζημιώνει συγκεκριμένο τρίτοΑπουσία στοιχείων αδικοπραξίας. Τα απλά εταιρικά χρέη βαρύνουν μόνο την εταιρεία

Ευθύνεται ο διαχειριστής ΙΚΕ έναντι της εταιρείας για κακή διαχείριση;

Έναντι της ίδιας της εταιρείας ο διαχειριστής ευθύνεται κατά το άρθρο 67 του Ν. 4072/2012 για α) παραβάσεις του νόμου, β) του καταστατικού, γ) των αποφάσεων των εταίρων, καθώς και δ) για κάθε διαχειριστικό πταίσμα. Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται όταν η πράξη ή η παράλειψη στηρίζεται σε σύννομη απόφαση των εταίρων ή σε εύλογη επιχειρηματική απόφαση.

Ο κανόνας της εύλογης επιχειρηματικής κρίσης (business judgment rule) προστατεύει τον διαχειριστή όταν η απόφαση ελήφθη με καλή πίστη, με βάση επαρκείς πληροφορίες και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος. Πρόκειται για ευθύνη πταίσματος, που εξετάζεται με μέτρο τη συνετή διαχείριση. Το μέτρο επιμέλειας είναι αυτό του συνετού διαχειριστή που ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής του ιδιότητας. Απόκλιση από το μέτρο αυτό θεμελιώνει διαχειριστικό πταίσμα. Αν περισσότεροι διαχειριστές ενήργησαν από κοινού, ευθύνονται εις ολόκληρον.

Η εσωτερική αυτή ευθύνη ενεργοποιείται μέσω της εταιρικής αγωγής, την οποία κατά το άρθρο 67 ασκεί η εταιρεία αλλά και οποιοσδήποτε εταίρος ή διαχειριστής. Με απόφαση των εταίρων ο διαχειριστής μπορεί να απαλλαγεί μετά την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, η απαλλαγή όμως καλύπτει μόνο τα διαχειριστικά πταίσματα και όχι τις παράνομες ενέργειες, εκτός αν οι εταίροι παράσχουν ομόφωνα γενική απαλλαγή.

Η εμπειρία από υποθέσεις ευθύνης διαχειριστών δείχνει ότι η ίδια απόφαση των εταίρων μπορεί να θωρακίσει ή να εκθέσει τον διαχειριστή ανάλογα με τη διατύπωσή της και την τεκμηρίωση της πληροφόρησης στην οποία στηρίχθηκε. Η επίκληση της εύλογης επιχειρηματικής κρίσης απαιτεί έγγραφη απόδειξη ότι η απόφαση ελήφθη ενημερωμένα και προς το εταιρικό συμφέρον, διαφορετικά ο διαχειριστής εκτίθεται σε ευθύνη που νόμιζε ότι είχε αποκλείσει.

Πότε καταβάλει ο ίδιος ο διαχειριστής ΙΚΕ τα φορολογικά χρέη της εταιρείας;

Έναντι του Δημοσίου, το άρθρο 49 του νέου Ν. 5104/2024 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), που αντικατέστησε το άρθρο 50 του προϊσχύσαντος Ν. 4174/2013, θεσπίζει αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του διαχειριστή για φόρο εισοδήματος, ΦΠΑ, παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους της ΙΚΕ. Προϋπόθεση είναι οι οφειλές να κατέστησαν ληξιπρόθεσμες στη διάρκεια της θητείας του και να μην αποδόθηκαν από υπαιτιότητά του.

Η ευθύνη αυτή είναι σωρευτική και απαιτεί:

  • την ιδιότητα του διαχειριστή κατά τον κρίσιμο χρόνο,
  • οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες στη θητεία του και
  • υπαιτιότητα ως προς τη μη καταβολή.

Κρίσιμο για κάθε υπόθεση είναι ότι το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας μετατοπίζεται στον ίδιο τον διαχειριστή. Η γενικότερη ευθύνη των διοικούντων για τις φορολογικές υποχρεώσεις ακολουθεί την ίδια λογική για κάθε νομικό πρόσωπο.

Η αλληλέγγυα ευθύνη έχει εξαιρετικό χαρακτήρα και αφορά περιοριστικά τους πραγματικά διοικούντες. Κατά τη ΣτΕ Στ’ 2482/2025, πρόσωπο που έφερε μόνο την τυπική ιδιότητα του Προέδρου διοικητικού συμβουλίου, χωρίς να είναι ταυτόχρονα διαχειριστής, διευθύνων σύμβουλος ή νόμιμος εκπρόσωπος, δεν υπέχει αλληλέγγυα ευθύνη για τα πρόστιμα ΦΠΑ της εταιρείας, ακόμη και αν του είχαν ανατεθεί καθήκοντα εκπροσώπησης ενώπιον των φορολογικών αρχών. Η διάκριση μεταξύ τυπικής ιδιότητας και πραγματικής άσκησης διοίκησης είναι το μέτρο όπου κρίνεται η έκβαση κάθε υπόθεσης.

Η ίδια διάταξη έχει, όμως, και την αντίστροφη ερμηνία. Η αλληλέγγυα ευθύνη καταλαμβάνει ρητά και τα πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τη διαχείριση, ακόμη και χωρίς τυπικό διορισμό. Ο εταίρος ή ο τρίτος που πράγματι διευθύνει τις εταιρικές υποθέσεις δεν διαφεύγει της ευθύνης, επικαλούμενος ότι δεν είναι ο καταχωρισμένος διαχειριστής. Το κριτήριο παραμένει ενιαίο: η πραγματική άσκηση διοίκησης, όχι η τυπική καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ.

Πώς απαλλάσσεται ο διαχειριστής ΙΚΕ από την προσωπική ευθύνη;

Η απαλλαγή στηρίζεται είτε σε έλλειψη υπαιτιότητας είτε σε έλλειψη πραγματικής ανάμειξης στη διαχείριση. Η υπουργική απόφαση Α.1082/2021 απαριθμεί ενδεικτικές περιπτώσεις έλλειψης υπαιτιότητας: παραίτηση προγενέστερη της κρίσιμης περιόδου, για την οποία τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας, αποκλειστική ανάθεση ειδικών καθηκόντων ξένων προς τις φορολογικές υποχρεώσεις, καθώς και αποδεδειγμένη αδυναμία άσκησης καθηκόντων λόγω βαριάς ασθένειας.

Στην 4309/2024 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο διαχειριστής δεν κατείχε εταιρικό μερίδιο, ορίστηκε για διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, δεν προβλεπόταν αμοιβή στο καταστατικό και δεν είχε εξουσία για συναλλαγές άνω των 250 ευρώ ούτε για το σύνολο σχεδόν των ουσιωδών εταιρικών ζητημάτων, για τα οποία απαιτούνταν συνυπογραφή του βασικού εταίρου.

Το δικαστήριο έκρινε ότι η ανάθεση διαχείρισης ήταν τυπική, καθώς ο όρος συνυπογραφής αναιρούσε κατ’ ουσίαν την εξουσία του. Συνήγαγε ότι την πραγματική διαχείριση ασκούσε ο εταίρος και όχι ο τυπικά ορισθείς διαχειριστής. Επομένως, απάλλαξε τον τελευταίο, με βαρύνοντα στοιχεία την έλλειψη εταιρικής σχέσης, την έλλειψη αμοιβής, τη μη διαχείριση των τραπεζικών λογαριασμών και τη μη υπογραφή των οικονομικών καταστάσεων.

Από το χειρισμό υποθέσεων ευθύνης διαχειριστών προκύπτει ότι η ίδια η καταστατική διατύπωση των ορίων εξουσίας, οι ρήτρες συνυπογραφής και η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων είναι ο τρόπος που τεκμηριώνεται εκ των προτέρων η έλλειψη πραγματικής διαχείρισης. Αντίστοιχα, η παραίτηση παράγει αποτέλεσμα μόνο αν τηρηθούν οι διατυπώσεις δημοσιότητας για τη λήξη της διαχειριστικής ιδιότητας. Σε εταιρείες με πολλούς εταίρους, οι διαφωνίες μεταξύ των εταίρων για το ποιος ασκεί πράγματι τη διοίκηση καθορίζουν συχνά και την κατανομή της ευθύνης.

Αν η ενδικοφανής προσφυγή απορριφθεί από τη Φορολογική Διοίκηση, η σχετική διαφορά είναι διαφορά ουσίας. Κατά τη ΟλΣτΕ 355/2023, αρμόδιο είναι το μονομελές διοικητικό πρωτοδικείο, ενώπιον του οποίου η διαφορά άγεται με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής.

Ευθύνεται ο διαχειριστής ΙΚΕ για εισφορές ΕΦΚΑ και έναντι τρίτων;

Για τις ασφαλιστικές εισφορές, το άρθρο 31 του Ν. 4321/2015 θεσπίζει αντίστοιχη αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του διαχειριστή προς τον e-ΕΦΚΑ για εισφορές, πρόσθετα τέλη και προσαυξήσεις. Έναντι τρίτων, αντίθετα, ο διαχειριστής δεν ευθύνεται για τα απλά εταιρικά χρέη. Ευθύνεται μόνο για δική του υπαίτια και παράνομη πράξη, δηλαδή για αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ.

Η ασφαλιστική ευθύνη ακολουθεί τη δομή της φορολογικής και στην περίπτωση αυτή. Η ευθύνη προϋποθέτει την ιδιότητα κατά τον κρίσιμο χρόνο και υπαιτιότητα ως προς τη μη καταβολή. Επειδή φορολογική και ασφαλιστική ευθύνη κρίνονται από διαφορετικές αρχές με διαφορετικές διαδικασίες, η απαλλαγή από τη μία δεν συνεπάγεται αυτομάτως απαλλαγή στην άλλη, αποτελεί όμως πρόκριμα.

Ως προς την ευθύνη έναντι τρίτων, η αρχή της κεφαλαιουχικής εταιρείας παραμένει κανόνας, καθώς για τις υποχρεώσεις της ΙΚΕ ευθύνεται η εταιρεία με την περιουσία της. Η προσωπική ευθύνη του διαχειριστή έναντι τρίτου είναι η εξαίρεση, στηρίζεται στη δική του αδικοπρακτική συμπεριφορά και ακολουθεί τη λογική της αδικοπρακτικής ευθύνης των διοικούντων.

Η διάκριση ανάμεσα στο εταιρικό χρέος και στην προσωπική αδικοπραξία είναι λεπτή και κρίνεται κατά περίπτωση, ανάλογα με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά που αποδίδεται στον διαχειριστή. Τυπικές περιπτώσεις προσωπικής ευθύνης είναι η παραπλανητική συναλλαγή με τρίτο, η ανάληψη υποχρέωσης εν γνώσει της αδυναμίας εκπλήρωσης ή η παράβαση ειδικού καθήκοντος επιμέλειας προς συγκεκριμένο πρόσωπο.

Συχνές ερωτήσεις

Ευθύνεται με την προσωπική του περιουσία ο εταίρος ΙΚΕ που δεν είναι διαχειριστής;

Κατά κανόνα όχι. Ο εταίρος που δεν ασκεί διαχείριση ευθύνεται μόνο μέχρι του ποσού της εισφοράς του και δεν κινδυνεύει με κατασχέσεις από το Δημόσιο, τον ΕΦΚΑ ή τρίτους. Εξαίρεση αποτελεί η εγγυητική εισφορά, αν προβλέπεται στο καταστατικό, οπότε ο εταίρος ευθύνεται με την προσωπική του περιουσία έως το ύψος της.

Τι σημαίνει η απαλλαγή του διαχειριστή μετά την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων;

Είναι η εσωτερική απαλλαγή που χορηγούν οι εταίροι κατά το άρθρο 67 Ν. 4072/2012. Καλύπτει μόνο τα διαχειριστικά πταίσματα και όχι τις παράνομες πράξεις, εκτός αν δοθεί ομόφωνα γενική απαλλαγή. Δεν θίγει την εξωτερική ευθύνη του διαχειριστή έναντι του Δημοσίου ή του ΕΦΚΑ, η οποία κρίνεται με βάση τη φορολογική και την ασφαλιστική νομοθεσία.

Ποιος ευθύνεται για τα χρέη της ΙΚΕ προς τον ΕΦΚΑ;

Πρωτίστως η ίδια η εταιρεία. Παράλληλα, κατά το άρθρο 31 Ν. 4321/2015, ο διαχειριστής ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τις ανεξόφλητες εισφορές, τα πρόσθετα τέλη και τις προσαυξήσεις, εφόσον αυτές ανάγονται στη θητεία του και η μη καταβολή οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Όπως και στη φορολογική ευθύνη, μπορεί να απαλλαγεί αποδεικνύοντας έλλειψη υπαιτιότητας.

Ευθύνεται ο τυπικός διαχειριστής που δεν ασκούσε πραγματικά διοίκηση;

Όχι, εφόσον το αποδείξει. Τόσο η 4309/2024 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης όσο και η ΣτΕ Στ’ 2482/2025 δέχονται ότι κρίσιμη είναι η πραγματική άσκηση διοίκησης, όχι η τυπική ιδιότητα. Στοιχεία όπως η έλλειψη αμοιβής, η μη διαχείριση των τραπεζικών λογαριασμών και η συνυπογραφή τρίτου για κάθε ουσιώδη πράξη βαρύνουν υπέρ της απαλλαγής.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Διάκριση των τεσσάρων αξόνων: Η απαλλαγή από έναν άξονα ευθύνης δεν επεκτείνεται αυτομάτως στους υπόλοιπους. Φορολογική, ασφαλιστική, εταιρική και αδικοπρακτική ευθύνη κρίνονται από διαφορετικές αρχές ή δικαστήρια με διαφορετικές προϋποθέσεις.

Καταστατική θωράκιση: Η οριοθέτηση εξουσιών, οι ρήτρες συνυπογραφής και η ακριβής διατύπωση των αρμοδιοτήτων στο καταστατικό λειτουργούν ως προληπτική απόδειξη της έκτασης της πραγματικής διαχείρισης.

Βάρος απόδειξης: Στη φορολογική και στην ασφαλιστική ευθύνη ο διαχειριστής φέρει ο ίδιος το βάρος να αποδείξει την έλλειψη υπαιτιότητας. Η τεκμηρίωση συγκεντρώνεται εκ των προτέρων, όχι όταν εκδοθεί η καταλογιστική πράξη.

Παραίτηση με δημοσιότητα: Η παραίτηση παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς την ευθύνη μόνο εφόσον τηρηθούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας στο Γ.Ε.ΜΗ.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την ευθύνη του διαχειριστή ΙΚΕ.