Λήξη Της Ιδιότητας Διαχειριστή ΟΕ & Η Περίπτωση Της Ανάκλησης

Από τους λόγους που επιφέρουν λήξη της ιδιότητας του διαχειριστή μιας ομόρρυθμης εταιρείας (ΟΕ) άλλοι είναι κοινοί για όλα τα είδη της διαχείρισης και άλλοι διαφέρουν ανάλογα με το αν πρόκειται για διαχειριστές από το νόμο ή το καταστατικό.

Ειδικότερα, τη λήξη της διαχειριστικής ιδιότητας επιφέρει σε κάθε περίπτωση:

  • η λύση της εταιρείας, αφού τότε λήγει η διαχειριστική εξουσία και αρχίζει η εξουσία των εκκαθαριστών (άρθρο 777 εδ. 2 ΑΚ, που εφαρμόζεται διασταλτικά και αναλογικά),
  • ο θάνατος, η δικαστική συμπαράσταση και η πτώχευση του διαχειριστή,
  • η αποβολή για οποιονδήποτε λόγο. πέρα της λύσης της εταιρείας, της εταιρικής ιδιότητας του εταίρου – διαχειριστή και συγκεκριμένα με την έξοδο και τον αποκλεισμό του από την εταιρεία,
  • η παραίτηση του διαχειριστή (η οποία μπορεί να συνοδεύεται και από αποχώρηση από την εταιρεία) και τέλος
  • η ανάκληση του διαχειριστή για την περίπτωση της καταστατικής διαχείρισης.
Συνέπειες Ανάκλησης

Οι συνέπειες της ανάκλησης επέρχονται με την κοινοποίηση της απόφασης στον ανακαλούμενο διαχειριστή (απευθυντέα δήλωση βούλησης).

Περαιτέρω, διακρίνονται οι εξής περιπτώσεις:

  • Αν ο ανακληθείς είναι σύμφωνα με το καταστατικό ο μόνος διαχειριστής της εταιρείας, πρέπει να ισχύσει στο εξής η νόμιμη, δηλαδή η ατομική διαχείριση.
  • Αν η διαχείριση έχει ανατεθεί από το καταστατικό σε περισσότερους εταίρους, με την έννοια ότι πρέπει να ενεργούν μόνον από κοινού, και ανακληθεί κάποιος από αυτούς, τότε η διαχείριση πρέπει να συνεχιστεί από κοινού από τους υπόλοιπους διαχειριστές.
  • Αν η διαχείριση έχει ανατεθεί από το καταστατικό σε περισσότερους εταίρους, με την έννοια ότι κάθε διαχειριστής μπορεί να ενεργεί και μόνος, η ανάκληση ενός από αυτούς δεν επηρεάζει την εξουσία των υπολοίπων, οι οποίοι πρέπει να συνεχίσουν κανονικά την άσκηση της διαχειριστικής τους εξουσίας, συνεχίζει δηλαδή να ισχύει η (καταστατική) ατομική διαχείριση, χωρίς τη συμμετοχή του ανακληθέντος διαχειριστή.

Σε περίπτωση μη ύπαρξης διαχειριστών, διότι ανακλήθηκαν ή παραιτήθηκαν όλοι, αναβιώνει η νόμιμη διαχείριση.

Καταστατική Διαχείριση

Περαιτέρω, όταν πρόκειται για καταστατική διαχείριση, δηλαδή όταν η εξουσία για τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ανατέθηκε στον διαχειριστή με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων και αντίστοιχη τροποποίηση του καταστατικού και δημοσίευσή του στο ΓΕΜΗ, η εξουσία του μπορεί να παύσει και με την ανάκλησή του.

Ανάκληση διαχειριστή δεν είναι δυνατόν να υπάρξει πάντως, όταν ισχύει διαχείριση της εταιρείας εκ του νόμου.

Η απόφαση για την ανάκληση του διαχειριστή πρέπει να ληφθεί από όλους τους άλλους εταίρους, ομόφωνα, εκτός αν έχει προβλεφθεί στο καταστατικό ότι μπορεί αυτή να ληφθεί και με πλειοψηφία.

Για να ισχύσει η ανάκληση του διαχειριστή έναντι των τρίτων, πρέπει να τύχει της δέουσας δημοσίευσης, δηλαδή να καταχωρισθεί αυτή στο ΓΕΜΗ και να δημοσιευθεί στο διαδικτυακό τόπο του ΓΕΜΗ (άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 3419/2005).

Ουσιαστική προϋπόθεση για την ανάκληση διαχειριστή ομόρρυθμης εταιρείας είναι, κατά την κρατούσα γνώμη, να υπάρχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος να τη δικαιολογεί (άρθρο 752 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 757 ΑΚ).

Ως σπουδαίος λόγος μπορεί να θεωρηθεί η σοβαρή παράβαση των καθηκόντων του διαχειριστή, η ανικανότητά του για τακτική διαχείριση κλπ. Κατά συνέπεια, αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, η προηγηθείσα ανάκληση είναι άκυρη.

Ορισμός Νέου Διαχειριστή

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ “Αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση του νομικού προσώπου, ή, αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου, ο πρόεδρος των πρωτοδικών διορίζει προσωρινή διοίκηση ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον“.

Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από τη γενικότητα της διατυπώσεώς της, εφαρμόζεται σε κάθε είδους νομικό πρόσωπο, και συνεπώς και στις εμπορικές εταιρίες κάθε μορφής, μεταξύ των οποίων και οι ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες.

Περαιτέρω, οι διατάξεις του ν. 4072/2012 δεν προβλέπουν κάποια ειδικότερη ρύθμιση για την ανάκληση του ορισθέντος στην εταιρική σύμβαση διαχειριστή και τις συνέπειες αυτής.

Το κενό θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συμπληρώνεται με την αναλογική εφαρμογή του άρθρ. 752 ΑΚ, το οποίο, μαζί με τις λοιπές διατάξεις των άρθρ. 741-784 του ΑΚ για την αστική εταιρία, πλην εκείνων των άρθρ. 758 και 761, εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην ομόρρυθμη εταιρεία, συμπληρωματικά και εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ειδικότερες ρυθμίσεις του ν. 4072/2012, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρ. 249 παρ. 2 του ίδιου νόμου.

Επομένως, η ανάκληση του ορισθέντος στην εταιρική σύμβαση διαχειριστή θα μπορεί να γίνει δυνάμει του άρθρ. 752 ΑΚ, ήτοι με την λήψη ομόφωνης απόφασης από τους λοιπούς εταίρους, ένεκα σπουδαίου λόγου, η οποία απευθύνεται στον διαχειριστή και επιφέρει τα αποτελέσματά της αμέσως μετά την λήψη της από αυτόν.

Σε αυτή την περίπτωση, κι εφόσον δεν προβλέπεται κάτι διαφορετικό στην εταιρική σύμβαση, θα αναβιώνει η νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση, η οποία ταυτίζεται με την ατομική διαχείριση όλων των εταίρων.

Ελλείψει, δηλαδή, ειδικότερης ή άλλης ρύθμισης για την ανάκληση του καταστατικού διαχειριστή και τις συνέπειές της, η άποψη που είχε επικρατήσει υπό την ισχύ του καταργηθέντος προηγούμενου Εμπορικού Νόμου περί αναβίωσης της νόμιμης, ήτοι ατομικής διαχείρισης όλων των εταίρων σε περίπτωση ανάκλησης του ορισθέντος διά του καταστατικού διαχειριστή, εξακολουθεί να βρίσκει νόμιμο έρεισμα εφαρμογής και υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων του ν. 4072/2012.

Στην περίπτωση αυτή, ο κάθε εταίρος, συμπεριλαμβανομένου του ανακληθέντος, θα μπορεί πλέον, αμέσως μετά την επίδοση της ανάκλησης, να προβαίνει μόνος του (και όχι μόνον σε σύμπραξη με τους υπόλοιπους) σε πράξεις εσωτερικής διαχείρισης ή εκπροσώπησης της εταιρίας, αλλά το δικαίωμά του αυτό εξισορροπείται από το δικαίωμα εναντίωσης των άλλων συνεταίρων του.

Ερμηνεία

Σύμφωνα με την ΑΠ 1333/2017, στις περιπτώσεις της ομόρρυθμης και ετερόρρυθμης εταιρείας πρόκειται για ενώσεις προσώπων κατ’ εξοχήν προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα.

Επομένως, μεταξύ άλλων, ισχύει η βασική αρχή της αυτοδιαχείρισης και η έξωθεν επιβολή μιας δοτής διοίκησης εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για τους ομόρρυθμους εταίρους (λόγω της απεριόριστης ευθύνης τους για τα εταιρικά χρέη) και δεν συμβιβάζεται με το έντονα προσωπικό και εμπιστευτικό στοιχείο που πρέπει να επικρατεί στις εσωτερικές σχέσεις μιας προσωπικής εταιρίας.

Τούτο διότι προκειμένου η ύπαρξη και λειτουργία της να μη στερείται νοήματος, για να έχουμε έλλειψη διοίκησης, όπως την εννοεί το άρθρο 69 του ΑΚ, πρέπει να κωλύονται όλοι οι ομόρρυθμοι εταίροι και το καταστατικό να μην προβλέπει αναπλήρωσή τους ή, αν πρόκειται για σύγκρουση συμφερόντων, πρέπει να συγκρούονται τα συμφέροντα όλων των ομορρύθμων εταίρων με τα συμφέροντα της εταιρίας.

Εξάλλου, η διαχείριση στην ομόρρυθμη εταιρία ρυθμίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 254 του ν. 4072/2012. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δικαίωμα και υποχρέωση διαχείρισης έχουν όλοι οι εταίροι.

Σε αντίθεση με την αστική εταιρία όπου ισχύει η αρχή της συλλογικής διαχείρισης, στην ομόρρυθμη εταιρία ισχύει η αρχή της ατομικής διαχείρισης, δηλαδή κάθε εταίρος διαχειριστής μπορεί για λόγους ταχείας λήψης αποφάσεων, να ενεργεί μόνος διαχειριστικές πράξεις, χωρίς τη συγκατάθεση άλλων (νόμιμη διαχείριση (άρθρο 254 παρ. 2).

Η εταιρική σύμβαση μπορεί να θέσει άλλους τρόπους διαχείρισης και λήψης των αποφάσεων (ολικός ή μερικός αποκλεισμός ορισμένων εταίρων, συλλογική διαχείριση).

Όμως, σε περίπτωση επείγοντος, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 751 ΑΚ, κάθε εταίρος διαχειριστής ή μη διαχειριστής μπορεί να λάβει μόνος του τα δέοντα μέτρα.

Ταυτόχρονα, προβλέπεται δικαίωμα εναντίωσης σε κάθε εταίρο διαχειριστή στην ενέργεια μιας πράξης πριν την εκτέλεσή της, ως αντίβαρο στην ευρεία εξουσία του διαχειριστή στα πλαίσια της ατομικής διαχείρισης (άρθρο 254 παρ. 2 εδ. 2).

Η τέλεση όμως της πράξης παρά την εναντίωση δεν επιδρά στο κύρος της (αναλογική εφαρμογή παρ. 3 εδ. 3 του άρθρου 257). Γεννάται μόνο υποχρέωση αποζημίωσης, ενδεχομένως, αν η τέλεση της πράξης αποτελεί παράβαση της προς τα έσω διαχειριστικής εξουσίας του εταίρου.

Περαιτέρω, κατ’ αναλογία της ατομικής διαχείρισης, για λόγους ταχείας σύναψης συναλλαγών ισχύει ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, κατά τον οποίο κάθε εταίρος έχει εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας (§1 άρθρο 257).

Η εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπει άλλο τρόπο εκπροσώπησης από τον οριζόμενο στο νόμο (καταστατική εκπροσώπηση).

Έτσι μπορεί να προβλέπεται συλλογική εκπροσώπηση όλων ή ορισμένων εταίρων, ή αποκλεισμός όλων πλην ενός.

Στην περίπτωση κατά την οποία με το καταστατικό της εταιρείας η εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης ανατέθηκε σε ένα ή περισσότερους εταίρους ή και σε όλους τους εταίρους από κοινού (καταστατική διαχείριση), αν ο διαχειριστής βρίσκεται σε πραγματική ή νομική αδυναμία να διαχειρίζεται τις εταιρικές υποθέσεις (π.χ. μακρά απουσία ή, εξομοιούμενη με αυτήν, αδιαφορία και αμέλεια περί την εκπλήρωση των καθηκόντων του ή προστριβές και αγεφύρωτες διχογνωμίες ανάμεσα στα μέλη της διοίκησης), γίνεται δεκτό ότι υφίσταται, μεν, έλλειψη καταστατικής διαχείρισης, πλην όμως η εταιρεία δεν βρίσκεται, χωρίς άλλο, σε κατάσταση παντελούς έλλειψης διαχείρισης, διότι αν το καταστατικό δεν προβλέπει αναπλήρωση της διαχείρισης που λείπει και οι εταίροι δεν συμφωνήσουν στην αντικατάσταση της “ελλείπουσας” διοίκησης, αναβιώνει η νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση, δηλαδή η εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας από τον κάθε ομόρρυθμο εταίρο.

Η έλλειψη της καταστατικής διαχείρισης κατά την προεκτεθείσα έννοια, που συνεπάγεται την αναβίωση της νόμιμης διαχείρισης, αποτελεί ζήτημα πραγματικό που πρέπει να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο κατά τρόπο άμεσο και απόλυτα πειστικό, με την προσκομιδή πρόσφορων στοιχείων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη λήξη της ιδιότητας του διαχειριστή Ο.Ε. και την περίπτωση της ανάκλησής του.

Έκτακτος Έλεγχος Ανώνυμης Εταιρείας Από Τη Μειοψηφία

Το δικαίωμα για αίτηση έκτακτου ελέγχου Ανώνυμης Εταιρείας τυποποιείται στα δικαιώματα της μειοψηφίας της ΑΕ και ευδοκιμεί εφόσον πιθανολογούνται πράξεις που παραβιάζουν διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού της εταιρείας ή αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Ειδικότερα:

Νομικό Πλαίσιο
Αίτηση Για Έκτακτο Έλεγχο

Σύμφωνα με το άρθρο 142 του Ν. 4548/2018 δικαίωμα να ζητήσουν έκτακτο έλεγχο της εταιρείας από το δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχουν:

  • Μέτοχοι της εταιρείας που αντιπροσωπεύουν το ένα εικοστό (1/20) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου («Μικρή Μειοψηφία»).
  • Μέτοχοι της εταιρείας, που εκπροσωπούν το ένα πέμπτο (1/5) του καταβεβλημένου κεφαλαίου («Μεγάλη Μειοψηφία»).

Στην πρώτη περίπτωση, δλδ της μικρής μειοψηφίας, ο έλεγχος διατάσσεται, αν πιθανολογούνται πράξεις που παραβιάζουν διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού της εταιρείας ή αποφάσεις της γενικής συνέλευσης.

Στην δεύτερη περίπτωση, της μεγάλης μειοψηφίας,οι μέτοχοι δικαιούνται να ζητήσουν από το δικαστήριο τον έλεγχο της εταιρείας, εφόσον από την όλη πορεία αυτής, αλλά και με βάση συγκεκριμένες ενδείξεις, καθίσταται πιστευτό ότι η διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση.

Πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

  • Το καταστατικό μπορεί να μειώσει, όχι όμως πέραν του μισού, το ποσοστό του καταβεβλημένου κεφαλαίου που απαιτείται για την άσκηση του δικαιώματος ελέγχου.
  • Η αίτηση ελέγχου της μικρής μειοψηφίας πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε 3 έτη από την έγκριση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της χρήσης, εντός της οποίας τελέστηκαν οι καταγγελλόμενες πράξεις.
  • Το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι η εκπροσώπηση των αιτούντων μετόχων της μεγάλης μειοψηφίας στο διοικητικό συμβούλιο, δεν δικαιολογεί την αίτηση ελέγχου.
Διενέργεια Έκτακτου ελέγχου

Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 143 του Ν. 4548/2018 για τη διενέργεια του έκτακτου ελέγχου το δικαστήριο αναθέτει τη διενέργεια του έκτακτου ελέγχου σε έναν τουλάχιστον ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία.

Επίσης, το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, ιδιαίτερα το μέγεθος της εταιρείας, τις καταγγελλόμενες πράξεις και τις αναμενόμενες ελεγκτικές εργασίες, μπορεί, αντί για ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, να διορίσει ως ελεγκτές κατόχους άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄ τάξης οι οποίοι είναι μέλη του Οικονομικού Επιμελητηρίου.

Για την αξιολόγηση της νομιμότητας ή της χρηστότητας της διαχείρισης, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει ως πρόσθετους ελεγκτές και άλλα πρόσωπα με ειδικές προς τούτο γνώσεις. Αν δεν ορίσει κάτι άλλο η απόφαση του δικαστηρίου, οι διοριζόμενοι ελεγκτές έχουν τα δικαιώματα πληροφόρησης και το καθήκον εχεμύθειας, που έχουν και οι τακτικοί ελεγκτές.

Επίσης, η απόφαση του δικαστηρίου ορίζει και την αμοιβή των ελεγκτών, η οποία καταβάλλεται από τον αιτούντα μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου. Το δικαστήριο όμως μπορεί να επιρρίψει στην εταιρεία το σύνολο ή μέρος της αμοιβής των ελεγκτών ή να ορίσει ότι ο αιτών θα την προκαταβάλει και θα την αναζητήσει από την εταιρεία. Η αμοιβή υπόκειται σε αναθεώρηση μετά τη διενέργεια του ελέγχου, με αίτηση του ελεγκτή ή του βαρυνόμενου με την καταβολή της.

Οι ελεγκτές οφείλουν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, να περατώσουν το έργο που τους ανατέθηκε και να υποβάλουν την έκθεσή τους στην ελεγχόμενη εταιρεία και στο πρόσωπο που ζήτησε τον έλεγχο.

Το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να θέσει υπόψη των μετόχων την έκθεση των ελεγκτών το αργότερο στην αμέσως επόμενη γενική συνέλευση. Αν οι ελεγκτές διαπιστώνουν παραβάσεις που τιμωρούνται ποινικά, οφείλουν να υποβάλουν την έκθεσή τους και στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.

Τέλος, το δικαστήριο μπορεί να τάξει προθεσμία για τη διενέργεια του ελέγχου, καθώς και να αντικαταστήσει τους ελεγκτές που διορίσθηκαν.

Ερμηνεία

Με την ανωτέρω διάταξη του άρθ. 142 ν. 4548/2018, καθιερώνεται το δικαίωμα των μετόχων που αντιπροσωπεύουν τη μειοψηφία του 1/20 και του 1/5 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρείας, με τις ειδικότερες διακρίσεις που εκτίθενται, να ζητήσουν από το αρμόδιο δικαστήριο της έδρας της εταιρείας να διαταχθεί ο έκτακτος έλεγχος της εταιρείας.

Το παραπάνω δικαίωμα, αποβλέπει καταρχήν στη συγκέντρωση στοιχείων για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά εταιρικών οργάνων, στην αναζήτηση τυχόν ευθυνών τους, αλλά και γενικότερα στην ενημέρωση της γενικής συνέλευσης σχετικά με τον τρόπο άσκησης της διαχείρισης και η άσκηση του οποίου δεν εμποδίζεται από την έγκριση του ισολογισμού ή την απαλλαγή του διοικητικού συμβουλίου από την ευθύνη του με απόφαση στην οποία συμμετείχαν και οι αιτούντες.

Έλεγχος Μικρής Μειοψηφίας

Ειδικότερα, προϋπόθεση ασκήσεως δικαιώματος ελέγχου από τη «μικρή μειοψηφία» (που αντιπροσωπεύει το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου) είναι η καταγγελία συγκεκριμένων πράξεων, από τις οποίες πιθανολογείται η παραβίαση διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, με σκοπό, κατά κύριο λόγο, την προστασία των συμφερόντων των ενδιαφερομένων προσώπων και ιδιαίτερα της μειοψηφίας των μετόχων.

Ο έκτακτος έλεγχος, λοιπόν, της «μικρής μειοψηφίας» περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας (χρηστότητας), ήτοι περιορίζεται μόνο στην εξακρίβωση παραβάσεων (σχετικές προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων) ων διατάξεων των νόμων ή του καταστατικού ή αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της ανωνύμου εταιρείας, όπως είναι η απόκρυψη κερδών, οι λογιστικές παραλείψεις και αταξίες. Η αξιούμενη πιθανολόγηση στην περίπτωση αυτή δεν έχει ως αντικείμενο τον νομικό χαρακτηρισμό των επικαλούμενων γεγονότων ως παράβασης.

Ο νομικός χαρακτηρισμός γίνεται από το δικαστήριο κατά την υπαγωγική μέθοδο και δεν υπόκειται στην αξιολογική εκτίμηση του πιθανού, διότι αντικείμενο της πιθανολόγησης είναι μόνο πραγματικά γεγονότα.

Έλεγχος Μεγάλης Μειοψηφίας

Αντίστοιχα, για την άσκηση του δικαιώματος ελέγχου που ζητείται από τη «μεγάλη μειοψηφία» (που αντιπροσωπεύει το 1/5 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου), δεν απαιτείται να γίνει επίκληση πράξης που πιθανολογεί παράβαση νόμου, του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, αλλά αρκεί να προταθεί ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης «καθίσταται πιστευτόν εκ της όλης πορείας των εταιρικών υποθέσεων ότι η διοίκηση της εταιρίας δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διοίκηση».

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δηλαδή, πρέπει να γίνεται επίκληση και απόδειξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν μη χρηστή και ασύνετη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων που αναφέρονται στις συναλλαγές της εταιρίας με τρίτους ή στη διοίκηση του νομικού προσώπου της.

Ο έκτακτος έλεγχος, λοιπόν, της μεγάλης μειοψηφίας δεν περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας (χρηστότητας), ήτοι δεν περιορίζεται μόνο στην εξακρίβωση παραβάσεων (σχετικώς προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων) των διατάξεων των νόμων ή του καταστατικού ή αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της ανωνύμου εταιρίας, όπως είναι η απόκρυψη κερδών, οι λογιστικές παραλείψεις και αταξίες, αλλά είναι και έλεγχος σκοπιμότητας (συνέσεως), ήτοι επεκτείνεται στην εξακρίβωση του εάν οι διαχειριστικές πράξεις ωφελούν ή ζημιώνουν την εταιρία, δηλαδή εάν επαυξάνουν το ενεργητικό και τα κέρδη της ή όχι.

Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, έλεγχος της ανώνυμης εταιρίας από τη «μικρή μειοψηφία» διατάσσεται, αν το δικαστήριο πιθανολογήσει ότι έχουν τελεστεί οι καταγγελλόμενες πράξεις που αποτελούν παράβαση του νόμου, του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης. Αντίθετα, έλεγχος ανώνυμης εταιρείας από τη «μεγάλη μειοψηφία» διατάσσεται μόνο, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδείχθηκαν πλήρως τα περιστατικά που αφορούν τη μη χρηστή και συνετή διαχείριση, την κακή οικονομική πορεία της εταιρίας και την αιτιώδη σύνδεση της κακής πορείας με την κακή διοίκηση.

Μόνη αρνητική προϋπόθεση του ελέγχου της «μεγάλης μειοψηφίας» είναι να μην εκπροσωπείται αυτή στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας δι’ εκπροσώπων της, πολλώ δε μάλλον να μην συμμετέχει κάποιο μέλος της στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας.

Η αρνητική αυτή προϋπόθεση δεν ισχύει για τον έλεγχο από τη «μικρή μειοψηφία», αφού ούτε από το γράμμα αλλά ούτε και από το πνεύμα του νόμου διαφαίνεται πρόθεση του νομοθέτη να επιβάλει τέτοια προϋπόθεση στην άσκηση του δικαιώματος ελέγχου της «μικρής μειοψηφίας».

ΔικονομικάΠεριπτωσιολογία

Η αίτηση μπορεί να στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας αλλά και κατά των μελών της ελεγκτέας διοικήσεως, τα οποία ομοδικούν, ως συνυποκείμενα με εκείνη (διοίκηση) στον έλεγχο και ευθυνόμενα, είτε εκ της εντολής είτε εκ του αδικήματος (βλ. ΑΠ 1484/2019).

Εξάλλου, έχει κριθεί ότι η αίτηση ελέγχου πάσχει αοριστίας όταν δεν μνημονεύεται ρητά στην ένδικη αίτηση η προσβαλλόμενη διαχειριστική πράξη, καθώς και όταν η αίτηση δεν εξειδικεύει σε ποιες οικονομικές χρήσεις αφορά η προσβαλλόμενη διαχειριστική πράξη (ΜΠρΑθ 1787/2023).

Τέλος, έχει κριθεί ότι η αίτηση ελέγχου μικρής μειοψηφίας είναι απαράδεκτη όταν αφορά την αμφισβήτηση αποτίμησης της αξίας των ακινήτων της εταιρείας, καθόσον ο αιτούμενος έλεγχος αφορά σε χρηστή και συνετή διοίκηση, δηλαδή εάν η συγκεκριμένη πράξη επαύξησε το ενεργητικό της εταιρείας ή όχι και, συνεπώς, αφορά σε έλεγχο σκοπιμότητας, ενώ η μικρή μειοψηφία μπορεί να αιτηθεί μόνο τον έλεγχο νομιμότητας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το δικαίωμα της μειοψηφίας να πετύχει διαχειριστικό έλεγχο στην Ανώνυμη Εταιρεία.

Το Αγοραπωλητήριο Συμβόλαιο Ως Φορολογικό Στοιχείο

Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε περίπτωση άσκησης επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων, το συμβόλαιο μεταβίβασης αποτελεί το προβλεπόμενο από τον Κ.Β.Σ. παραστατικό στοιχείο της πώλησης, αντί για το τιμολόγιο ή την απόδειξη πώλησης.

Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που το συμβόλαιο είναι ανακριβές ως προς την αναγραφόμενη επ’ αυτού αξία πώλησης, στοιχειοθετείται παράβαση του Κ.Β.Σ., για την οποία επιβάλλεται σε βάρος του επιτηδευματία πρόστιμο το οποίο έχει κριθεί επανειλημμένα ότι αποτελεί, κατά τούτο, σαφή και αρκούντως προβλέψιμη ρύθμιση για τον μέσο επιμελή επιτηδευματία (ΣτΕ 848/2025, 167/2024, 383/2022, 1365/2017 κ.ά.).

Νομικό Πλαίσιο & Ζητήματα Που Ανακύπτουν

Στο εξεταζόμενο ζήττημα, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 12 παρ. 1, 9, 11 και 16 περ. α’ και 13 παρ. 4 του Κ.Β.Σ. από τις οποίες συνάγεται το παραπάνω συμπέρασμα, περί νόμιμου φορολογικού παραστατικού του συμβολαιογραφικού εγγράφου για real estate εταιρείες και επιχειρήσεις.

Περαιτέρω, εφαρμόζονται του οι διατάξεις του Ν. 2523/1997, καθώς και του ΚΦΔ (ν. 4174/2013).

Τέλος, τα νομικά ζητήματα που έχουν αντιμετωπιστεί από τη νομολογία, μέχρι σήμερα, είναι τα εξής:

  • αν η φορολογική διοίκηση έχει δικαίωμα να αμφισβητεί το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα,
  • σε ποια αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να ερείδεται η κρίση της περί εικονικότητας και η νομιμότητα των στοιχείων αυτών.

Ειδικότερα:

Προσδιορισμός Αξίας Πώλησης

Για τον προσδιορισμό της αξίας πώλησης μεταβιβαζομένου ακινήτου, το οποίο ευρίσκεται σε περιοχή που εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη η αξία που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, ο οποίος εισήγαγε το σύστημα αυτό.

Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε, βάσει ειδικών, προκαθορισμένων και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, προς την αγοραία αξία αυτού.

Εάν όμως το αναγραφόμενο στα οικεία συμβόλαια τίμημα υπερβαίνει την αντικειμενική αξία, λαμβάνεται υπόψη το εν λόγω τίμημα, εφόσον, πάντως, είναι το αληθώς καταβληθέν, δηλαδή ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα της συναλλαγής.

Επιφυλάσσεται, πάντως, η δυνατότητα στον φορολογούμενο να ανατρέψει το ως άνω (μαχητό) τεκμήριο, εάν αποδείξει, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ότι το αληθώς καταβληθέν από αυτόν τίμημα υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Ωστόσο, η παραπομπή στις διατάξεις του ν. 1249/1982 περί αντικειμενικού προσδιορισμού της αγοραίας αξίας ουδόλως έχει την έννοια ότι η φορολογική αρχή δεσμεύεται από την εν λόγω αξία και ότι κωλύεται να αποδείξει, με ειδική αιτιολογία, ερειδόμενη σε συγκεκριμένα στοιχεία, ότι το πράγματι συνομολογηθέν και καταβληθέν από τον αγοραστή τίμημα πωληθέντος ακινήτου είναι ανώτερο από το αναγραφέν στο οικείο πωλητήριο συμβόλαιο.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως αν το τίμημα αυτό συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του ακινήτου ή την υπερβαίνει, και ότι, επομένως, το αναγραφέν τίμημα είναι εικονικό (ΣτΕ 346/2021).

Βάρος Απόδειξης

Η τέλεση φορολογικής παράβασης, όπως η ανακριβής αναγραφή του τιμήματος σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου, μπορεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας φορολογικής αρχής, όχι μόνο με βάση άμεσες αποδείξεις, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις («τεκμήρια»).

Ως τεκμήρια, δε, νοούνται οι αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες και ελλείψει άλλης εύλογης και αρκούντως τεκμηριωμένης, ενόψει των συνθηκών, εξήγησης, που ευλόγως αναμένεται από τον φορολογούμενο, είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης παράβασης.

Το παραπάνω, έχει κριθεί ότι δεν συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αλλά κανόνα που αφορά στη φύση και στον τρόπο εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων.

Ειδικότερα, τέτοια στοιχεία έμμεσης απόδειξης μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν σε περίπτωση στην οποία η φορολογική αρχή εντοπίζει ότι στον τραπεζικό λογαριασμό φορολογουμένου έχουν κατατεθεί, και μάλιστα σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, από τον αγοραστή του ακινήτου, ο οποίος ασκεί εμπορική επιχείρηση αγοραπωλησίας ακινήτων, χρηματικά ποσά που υπερβαίνουν το αναγραφόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα.

Τούτο, δε, είτε το ποσό αυτό συμπίπτει με την προκύπτουσα κατ’ εφαρμογή των αντικειμενικών κριτηρίων αξία είτε την υπερβαίνει.

Εξάλλου, τα παραπάνω στοιχεία είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι τα επίμαχα ποσά αντιστοιχούν στο αληθώς συμφωνηθέν και καταβληθέν στον δικαιούχο του λογαριασμού (δλδ του πωλητή) τίμημα πώλησης του επίμαχου ακινήτου, που συνιστά και την πραγματική αξία πώλησης αυτού (πρβλ. ΣτΕ 346/2021).

Δικαίωμα Αμφισβήτηση Τιμήματος

Ζήτημα τίθεται στο εάν η φορολογική διοίκηση έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει, ως ανακριβές ή εικονικό, το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο τίμημα, όταν αυτό συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του ακινήτου.

Πολύ περισσότερο όταν η αμφισβήτηση του κατά τα ανωτέρω τιμήματος πρέπει να στηρίζεται σε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (αντέγγραφο), ως τέτοιο όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόγραφο, όπως η τραπεζική επιταγή, ή εμπιστευτικό έγγραφο τραπέζης για τις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών.

Τούτο διότι, κατά τα προαναφερόμενα, ναι μεν κατά τον προσδιορισμό της αξίας πώλησης ακινήτου λαμβάνεται καταρχήν υπόψη η αντικειμενική αξία ή το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό (εφόσον αυτό είναι ανώτερο από την αντικειμενική αξία), ωστόσο η φορολογική αρχή δεν δεσμεύεται από τα προαναφερθέντα ποσά, δυνάμενη να αναζητά το πράγματι καταβληθέν από τον αγοραστή τίμημα, εφόσον βεβαιώνει με ειδική αιτιολογία και αποδεικνύει με συγκεκριμένα στοιχεία την πηγή από την οποία άντλησε τα σχετικά στοιχεία, επί των οποίων στηρίζει την κρίση της περί του αναληθούς του αναγραφόμενου στο πωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος.

Η κρίση δε αυτή μπορεί να συγκροτείται και από έμμεσες αποδείξεις ή και τεκμήρια στηριζόμενα, μεταξύ άλλων, στο ύψος και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των συναλλασσομένων, καθόσον τα παραπάνω στοιχεία είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι το άθροισμα των κατατεθέντων σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, χρηματικών ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή αντιστοιχεί στην πραγματική αξία πώλησης του επίδικου ακινήτου.

Κυρώσεις

Με το προϊσχύον δίκαιο του Ν. 4174/2013 (άρθρο 55 παρ. 2 περ. α) προβλέπονταν πως σε παράβαση για μη έκδοση ή για ανακριβή έκδοση παραστατικού στοιχείου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής και η αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των 5.000 ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με το 40% της αξίας της συναλλαγής ή του μέρους αυτής που αποκρύφτηκε με ελάχιστο ύψος προστίμου στην περίπτωση αυτή το ποσό των 2.500 ευρώ.

Το παραπάνω άρθρο καταργήθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 3 του Ν. 4337/2015.

Παράλληλα, ο νομοθέτης προέβλεψε κατ’ αποκοπή πρόστιμο για τη διαδικαστική παράβαση της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης απόδειξης λιανικής πώλησης ή επαγγελματικού στοιχείου, ανερχόμενο σε 500 ευρώ για κάθε παράβαση, εφόσον ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα.

Με την πρόσφατη απόφαση 848/2025 το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η νεότερη ρύθμιση του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 54 του Κ.Φ.Δ., “άγει, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της παρούσας υπόθεσης, σε ελαφρύτερη διοικητική κύρωση“, δηλαδή σε κατ’ αποκοπήν πρόστιμο 500 ευρώ για κάθε μία ανακριβή έκδοση φορολογικού στοιχείου, κατόπιν σύγκρισης όλων των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων διοικητικού δικαίου που αφορούν στο παρελθόν χρονικό διάστημα μέχρι και την εκδίκαση της παραπάνω υπόθεσης από το ΣτΕ (2025).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ως φορολογικό στοιχείο και τις έννομες συνέπειες αυτού.

Διανομή Και Διάθεση Κερδών ΑΕ – Ελάχιστο Μέρισμα

Ορισμός Μερίσματος

Το δικαίωμα του μετόχου πάνω στο μέρισμα είναι η εξουσία, που παρέχεται στο μέτοχο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ζητήσει από την εταιρία να του καταβάλει συγκεκριμένο ποσό χρημάτων (μέρισμα), ανάλογο με το ποσοστό της συμμετοχής του στο κεφάλαιο της εταιρίας.

Νομικό Πλαίσιο

Το μέρισμα αυτό κρατείται από τα καθαρά κέρδη της εταιρίας, αφορά δε συγκεκριμένη διαχειριστική περίοδο, η οποία ονομάζεται εταιρική χρήση και δεν μπορεί συνήθως να διαρκέσει περισσότερο από ένα χρόνο.

Εξάλλου, το δικαίωμα του μετόχου πάνω στο μέρισμα βασίζει την ύπαρξή του στην ειδική έννομη σχέση, η οποία συνδέει την ανώνυμη εταιρία και τους μετόχους και ονομάζεται εταιρική σχέση.

Η σχέση αυτή γίνεται συγκεκριμένη με τη μετοχή, που στην ευρύτερή της έννοια περιλαμβάνει το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση, του μετόχου να συμμετέχει στην Εταιρία, έστω και αν η υποχρέωση αυτή ειδικά στην Ανώνυμη Εταιρία είναι περιορισμένη.

Το δικαίωμα του μετόχου πάνω στο μέρισμα είναι δικαίωμα ατομικό και ασκείται από αυτόν οσηδήποτε συμμετοχή και αν έχει στην Εταιρία, ενώ το δικαίωμά του μετόχου στα κέρδη της Εταιρίας, γενικά και αφηρημένα, είναι εταιρικό.

Γεννάται, μάλιστα, αμέσως μόλις ο εταίρος συνδεθεί με την ανώνυμη εταιρία με τη μετοχή, ενώ η απαίτηση του μετόχου πάνω στο συγκεκριμένο μέρισμα, του οποίου ψηφίστηκε η διανομή, είναι δικαίωμα ενοχικό, που υπόκειται στις διατάξεις του Κοινού Δικαίου.

Έτσι ο μέτοχος γίνεται πιστωτής της Εταιρίας αμέσως μόλις καταρτιστεί ο ισολογισμός συγκεκριμένης χρήσης, εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση και αποφασισθεί η διανομή κερδών.

Για την είσπραξη του μερίσματος ο μέτοχος μπορεί να στραφεί δικαστικώς κατά της εταιρίας, όπως συμβαίνει με κάθε απαίτηση του ενοχικού δικαίου.

Πριν από την απόφαση διανομής των κερδών ο μέτοχος δεν είναι δανειστής για το μέρισμα, γιατί η απαίτησή του εξαρτάται από την ύπαρξη κέρδους, τελεί δηλαδή υπό νόμιμη αναβλητική αίρεση.

Συνεπώς, ως προς τη γεννημένη αξίωση καταβολής μερισμάτων παρελθόντων ετών οι μέτοχοι είναι εταιρικοί δανειστές (βλ. ΜΠρΚατ 491/2023, ΜΠΓιαννιτσών 265/2020, ΕφΘεσ 694/2007, ΕφΑθ 1478/2001).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 160 παρ. 3 του Ν. 4548/2018, το προς διανομή ποσό καταβάλλεται στους μετόχους μέσα σε δύο μήνες από την απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης, που ενέκρινε τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις.

Η προθεσμία των δύο μηνών αποτελεί δήλη ημέρα εξόφλησης κατά την έννοια του άρθρου 341 παρ. 1 ΑΚ. Επομένως για την έναρξη της τοκοφορίας δεν απαιτείται όχληση της Εταιρίας εκ μέρους του δικαιούχου.

Τέλος, η αξίωση για απόδοση μερίσματος υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ και του ν.δ. 1195/1942.

Προϋποθέσεις Διανομής Μερίσματος

Σύμφωνα με το άρθρο 159 του Ν. 4548/2018, δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε διανομή στους μετόχους, εφόσον, κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας χρήσης, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας (καθαρή θέση), όπως προσδιορίζονται στο νόμο, είναι ή, ύστερα από τη διανομή αυτή, θα γίνει κατώτερο από το ποσό του κεφαλαίου, προσαυξημένου με:

  • τα αποθεματικά, των οποίων η διανομή απαγορεύεται από το νόμο ή το καταστατικό,
  • τα λοιπά πιστωτικά κονδύλια της καθαρής θέσης, τα οποία δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν, και
  • τα ποσά των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη.

Εξάλλου, το ποσό που διανέμεται στους μετόχους δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των αποτελεσμάτων της τελευταίας χρήσης που έχει λήξει, προσαυξημένο με τα κέρδη, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις και δεν έχουν διατεθεί, και τα αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται και αποφασίστηκε από τη γενική συνέλευση η διανομή τους, και μειωμένο:

  • κατά το ποσό των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη,
  • κατά το ποσό των ζημιών προηγούμενων χρήσεων και
  • κατά τα ποσά που επιβάλλεται να διατεθούν για το σχηματισμό αποθεματικών, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό.
Καθαρά Kέρδη & Διανομή Kερδών

Τα καθαρά κέρδη της εταιρείας απεικονίζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων και είναι τα προκύπτοντα κατ’ εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας.

Τα καθαρά κέρδη, στο μέτρο που μπορούν να διατεθούν σύμφωνα τα παραπάνω, διατίθενται με απόφαση της γενικής συνέλευσης κατά την εξής σειρά:

  1. Αφαιρούνται τα ποσά των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη.
  2. Αφαιρείται η κράτηση για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού.
  3. Κρατείται το απαιτούμενο ποσό για την καταβολή του ελάχιστου μερίσματος,
  4. Το υπόλοιπο των καθαρών κερδών, όπως και τα τυχόν λοιπά κέρδη, που μπορεί να προκύψουν και να διατεθούν, διατίθεται κατά τους ορισμούς του καταστατικού και τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης.
Ελάχιστο Mέρισμα

Το ελάχιστο μέρισμα υπολογίζεται επί των καθαρών κερδών, ύστερα από αφαίρεση της κράτησης για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού και των λοιπών πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν προέρχονται από πραγματοποιημένα κέρδη.

Το ελάχιστο μέρισμα ορίζεται σε ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των καθαρών κερδών μετά τις παραπάνω μειώσεις και καταβάλλεται σε μετρητά.

Με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, μπορεί να μειωθεί το ως άνω ποσοστό, όχι όμως κάτω του δέκα τοις εκατό (10%).

Μη διανομή του ελάχιστου μερίσματος επιτρέπεται μόνο με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.

Εξάλλου, με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία είναι δυνατόν τα κέρδη που είναι διανεμητέα ως ελάχιστο μέρισμα να κεφαλαιοποιηθούν και να διανεμηθούν σε όλους τους μετόχους με μορφή μετοχών, ή με μορφή τίτλων ημεδαπών ή αλλοδαπών εταιρειών, εισηγμένων σε ρυθμιζόμενη αγορά.

Τέλος, διανομή άλλων περιουσιακών στοιχείων αντί μετρητών είναι επιτρεπτή με τις παραπάνω προϋποθέσεις μόνο ύστερα από ομόφωνη απόφαση όλων των μετόχων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη διανομή και διάθεση κερδών ΑΕ καθώς και το ελάχιστο διανεμητέο μέρισμα.

Υποκατάστημα Αλλοδαπής Επιχείρησης – Νομικό Πλαίσιο

Υποκατάστημα γενικά είναι κάθε άλλη, εκτός του κεντρικού καταστήματος, επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης, όπου αναπτύσσεται ιδιαίτερη συναλλακτική δραστηριότητα από όργανα αυτής που έχουν τη σχετική εξουσία.

Υποκατάστημα Αλλοδαπής Επιχείρησης είναι η προέκταση που η επιχείρηση εγκαθιστά σε άλλο κράτος (με διάρκεια και χωρίς νομική προσωπικότητα), μέσω της οποίας συνάπτει έννομες σχέσεις με τρίτους στη χώρα εγκατάστασης.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Συμβούλιο της Επικρατείας

Για το χαρακτηρισμό του οικείου χώρου ως υποκαταστήματος δεν αρκεί η απλή διενέργεια προπαρασκευαστικών πράξεων ή πράξεων υλικής εκτελέσεως συμβάσεων που δεν καταρτίζονται στον εν λόγω χώρο, όπως η παράδοση ή παραλαβή εμπορευμάτων ή η διενέργεια πληρωμών ή η είσπραξη χρημάτων και λήψη συναλλαγματικών, εφόσον αυτές ενεργούνται σε εκτέλεση συναφθεισών ήδη σχετικών συμβάσεων (ΣτΕ 459/2000).

Υπόθεση C-154/11 ΔΕΕ

Η έννοια του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης προϋποθέτει ένα κέντρο επιχειρήσεων που εκδηλώνεται με διαρκή τρόπο προς τα έξω ως προέκταση της μητρικής επιχείρησης.

Το κέντρο αυτό πρέπει να διαθέτει διεύθυνση και να είναι υλικά εξοπλισμένο ώστε να μπορεί να διαπραγματεύεται υποθέσεις με τρίτους, οι οποίοι δεν απαιτείται να αποτείνονται απευθείας στη μητρική εταιρία.

ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ

Υποκατάστημα Αλλοδαπής Επιχείρησης Και Θυγατρική Εταιρεία

Το υποκατάστημα διακρίνεται από τη θυγατρική εταιρεία διότι το μεν υποκατάστημα αλλοδαπής δεν διαθέτει αυτοτελή νομική προσωπικότητα ενώ η θυγατρική εταιρεία έχει.

Υποκατάστημα Αλλοδαπής Επιχείρησης Και Πρακτορείο

Το υποκατάστημα διακρίνεται από το πρακτορείο λόγω της απασχόλησης δικού του προσωπικού με σχέση εξαρτημένης εργασίας κάτι το οποίο δεν παρατηρείται στην εγκατάσταση πρακτορείου. 

Υποκατάστημα Αλλοδαπής Επιχείρησης Και Εμπορικός Αντιπρόσωπος 

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος:

  • είναι ανεξάρτητος, δύναται να οργανώνει ελεύθερα τη δραστηριότητά του και να καθορίζει το χρόνο εργασίας του, χωρίς να λαμβάνει σχετικές οδηγίες από την κύρια εγκατάσταση,
  • έχει την ευχέρεια να αντιπροσωπεύει περισσότερες εταιρείες/οίκους που ανταγωνίζονται μεταξύ τους και
  • δεν μετέχει ενεργά στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση των υποθέσεων, αλλά περιορίζεται κυρίως στη διαβίβαση παραγγελιών στην εταιρεία που αντιπροσωπεύει.

σε αντίθεση με το υποκατάστημα αλλοδαπής επιχείρησης, το οποίο προϋποθέτει έλεγχο και υπαγωγή στη διεύθυνση της κύριας επιχείρησης.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΓΕΜΗ

Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 4919/2022 όπως ισχύει μετά τον 5164/2024:

Στο Γ.Ε.ΜΗ. εγγράφονται υποχρεωτικά:

ιβ) τα υποκαταστήματα ή πρακτορεία που διατηρούν στην ημεδαπή οι αλλοδαπές εταιρείες με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και της ετερόρρυθμης κατά μετοχές εταιρείας που έχουν την έδρα τους σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ),

ιγ) τα υποκαταστήματα ή τα πρακτορεία που διατηρούν στην ημεδαπή οι αλλοδαπές εταιρείες που έχουν έδρα σε τρίτη χώρα και έχουν νομική μορφή ανάλογη με εκείνη των αλλοδαπών εταιρειών που αναφέρεται στην περ. ιβ),

ιδ) τα υποκαταστήματα ή τα πρακτορεία, μέσω των οποίων ενεργούν εμπορικές πράξεις στην ημεδαπή τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων που έχουν την κύρια εγκατάσταση ή την έδρα τους στην αλλοδαπή και δεν εμπίπτουν στις περ. ιβ) και ιγ).

Απαιτούμενα στοιχεία:

Σύμφωνα με το άρθρο 43 του ίδιου νόμου, αλλά και τα άρθρα 36 – 38 της Οδηγίας 2017/1132/ΕΕ,  καταχωρίζονται και δημοσιεύονται στο Γ.Ε.ΜΗ.,τα εξής στοιχεία:

  1. η ιδρυτική πράξη και το καταστατικό, αν αυτό αποτελεί αντικείμενο χωριστής πράξης, καθώς και οι τροποποιήσεις των εγγράφων αυτών,
  2. η ταχυδρομική διεύθυνση του υποκαταστήματος,
  3. η αναφορά των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος,
  4. το δίκαιο του κράτους, από το οποίο διέπεται η εταιρεία,
  5. αν το δίκαιο του κράτους από το οποίο διέπεται η εταιρεία προβλέπει την τήρηση μητρώου, καταχωρίζεται ο αριθμός εγγραφής της εταιρείας στο μητρώο αυτό,
  6. η μορφή, η έδρα και το αντικείμενο της εταιρείας, καθώς και μία (1) τουλάχιστον φορά τον χρόνο το ποσό του καλυφθέντος κεφαλαίου, αν τα στοιχεία αυτά δεν περιέχονται στην ιδρυτική πράξη ή το καταστατικό,
  7. η επωνυμία της εταιρείας, καθώς και η επωνυμία του υποκαταστήματος, αν δεν είναι ίδια με την επωνυμία της εταιρείας,
  8. ο διορισμός, η λήξη των καθηκόντων, καθώς και τα στοιχεία ταυτότητας των προσώπων που έχουν την εξουσία να δεσμεύουν την εταιρεία έναντι τρίτων και να την εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου:
  9. ως νόμιμα προβλεπόμενα όργανα της εταιρείας ή ως μέλη ενός τέτοιου οργάνου,
  10. ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας για τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος, με μνεία της έκτασης των εξουσιών τους και ενδεχόμενης δυνατότητας να ασκούν τις εξουσίες αυτές μόνοι,
  11. η λύση της εταιρείας, ο διορισμός, τα ατομικά στοιχεία ταυτότητας και οι εξουσίες των εκκαθαριστών, καθώς και η περάτωση της εκκαθάρισης, σύμφωνα με τη δημοσιότητα που λαμβάνει χώρα για την εταιρεία, σύμφωνα με τις περ. η), ι) και ια) του άρθρου 35, όπως, επίσης, η διαδικασία πτώχευσης, πτωχευτικού συμβιβασμού ή άλλη ανάλογη διαδικασία, στην οποία υπόκειται η εταιρεία,
  12. τα λογιστικά έγγραφα, όπως οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις, της εταιρείας, που καταρτίσθηκαν, ελέγχθηκαν και δημοσιεύθηκαν κατά το δίκαιο του κράτους, στο οποίο υπόκειται η εταιρεία. Στην περίπτωση που το δίκαιο του κράτους δεν προβλέπει κατάρτιση των λογιστικών εγγράφων κατά τρόπο ισοδύναμο με το ελληνικό και το ενωσιακό δίκαιο, απαιτούνται τα λογιστικά έγγραφα, όπως οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις, των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος,
  13. το κλείσιμο του υποκαταστήματος, και
  14. η δήλωση στοιχείων φορολογίας εισοδήματος του άρθρου 157 Γ του ν. 4548/2018 (Α’ 104).
Απαιτούμενα Έγγραφα:

Σύμφωνα με την ΥΑ 86727/2023 υποβαλλόμενα έγγραφα για την εγκατάσταση υποκαταστήματος μέσω e-YMΣ είναι τα εξής:

  1. Απόφαση για εγκατάσταση υποκαταστήματος στην Ελλάδα (υποχρεωτικό έγγραφο).
  2. Απόφαση για διορισμό νόμιμου εκπροσώπου του υποκαταστήματος (υποχρεωτικό έγγραφο).
  3. Ισχύον καταστατικό της εταιρείας (υποχρεωτικό έγγραφο).
  4. Ιδρυτική πράξη, εφόσον διατίθεται ξεχωριστά από το ισχύον καταστατικό (προαιρετικό έγγραφο).
  5. Πιστοποιητικό Καλής Λειτουργίας της αρμόδιας αρχής ή του εμπορικού μητρώου της χώρας προέλευσης (εκδόσεως τελευταίου τριμήνου – υποχρεωτικό έγγραφο).
  6. Πιστοποιητικό ισχύουσας εκπροσώπησης, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στο Πιστοποιητικό Καλής Λειτουργίας ή στο καταστατικό (προαιρετικό έγγραφο).
  7. Αποδεικτικό ηλεκτρονικής υποβολής δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ή δωρεάν παραχώρησης (υποχρεωτικό έγγραφο μόνο όταν το ακίνητο είναι μισθωμένο ή από δωρεάν παραχώρηση).
  8. Εξουσιοδότηση τρίτου να αναλάβει την εγγραφή του υποκαταστήματος στο Γ.Ε.ΜΗ. (υποχρεωτικό έγγραφο μόνο στην περίπτωση που ο αιτών είναι εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος και όχι νόμιμος εκπρόσωπος).
  9. Έγγραφο γνωστοποίησης εγκατάστασης υποκαταστήματος από αρχή ελέγχου νομιμότητας (υποχρεωτικό έγγραφο για την περίπτωση υποκαταστημάτων πιστωτικών ή ασφαλιστικών ιδρυμάτων).
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ & ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ

Το υποκατάστημα αλλοδαπής διαθέτει ελληνικό ΑΦΜ και υπάγεται στην κατά τόπο αρμόδια ΔΟΥ. Με το ελληνικό ΑΦΜ το υποκατάστημα τιμολογεί και λαμβάνει τιμολόγια.

Περαιτέρω, το υποκατάστημα ως «μόνιμη εγκατάσταση» (άρ. 6 Ν 4172/2013) τηρεί βιβλία στην Ελλάδα (Ν. 4308/2014, ΕΛΠ) και εξάγει λογιστικό αποτέλεσμα το οποίο μεταφέρεται στα βιβλία και στις Οικονομικές Καταστάσεις του κεντρικού, με υποβολή ενοποιημένου ισολογισμού στην χώρα που βρίσκεται η νόμιμη έδρα της επιχείρησης.

Επιπροσθέτως, σημειώνεται ότι:
  • Η διασυνοριακή μεταφορά και διανομή χρημάτων (κερδών) μεταξύ κεντρικού και υποκαταστήματος δεν επιβαρύνεται με φόρο εισοδήματος, επομένως δεν διενεργείται ούτε παρακράτηση φόρου.
  • Επιπλέον τα ανωτέρω μεταφερόμενα κέρδη δεν χαρακτηρίζονται ως μέρισμα και συνεπώς απαλλάσσονται από φόρο μερισμάτων
  • Η διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών και η πώληση αγαθών δεν επιβαρύνονται με Φ.Π.Α.
  • Οι συναλλαγές μεταξύ του κεντρικού και του υποκαταστήματος δεν επιβαρύνονται ούτε με τέλη χαρτοσήμου, αφού μεταξύ του κεντρικού και του υποκαταστήματος δεν συνάπτεται καμιά σύμβαση (επομένως και δανειακή σύμβαση απαλλάσσεται της καταβολής τέλους χαρτοσήμου). Τούτο διότι η σύμβαση προϋποθέτει την ύπαρξη επιχειρήσεων με νομική προσωπικότητα, πράγμα που δεν συμβαίνει επί υποκαταστημάτων.
  • Τα κεφάλαια από το κεντρικό κατάστημα προς το υποκατάστημα της επιχείρησης με σκοπό τη χρηματοδότηση του τελευταίου, δεν υπάγονται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου (ισχύει σε περίπτωση υποκαταστημάτων αλλοδαπής εταιρείας με έδρα εντός της ΕΕ).
ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ

Τα βασικά μειονεκτήματα συνοψίζονται στα εξής:

  1. Η ευθύνη από ζημία που προκάλεσε το υποκατάστημα αλλοδαπής σε τρίτους αφορά στο σύνολο της εταιρείας, δηλαδή υπόχρεη προς αποζημίωση είναι η αλλοδαπή εταιρεία.
  2. Το ίδιο ισχύει και με με την ευθύνη των διοικούντων. Δηλαδή, τα μέλη της διοίκησης της αλλοδαπής εταιρείας ευθύνονται στην ίδια έκταση με τον εκπρόσωπο του υποκαταστήματος αλλοδαπής.
  3. Σε περίπτωση πώλησης υποκαταστήματος αλλοδαπής, θα πρέπει να προηγηθεί πρώτα μετατροπή με απόσχιση κλάδου και ίδρυση νέας εταιρείας.
ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΣΕ ΘΥΓΑΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Τέλος, στα πλαίσια του νόμου 4601/2019 για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς, η μετατροπή υποκαταστήματος σε νεοσυσταθείσα εταιρεία, που αποτελεί θυγατρική της εισφέρουσας εταιρείας, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 52 του ν. 4172/2013 (ΚΦΕ), συνιστά περίπτωση απόσχισης κλάδου κατά το άρθρο 57 του ν. 4601/2019 και διέπεται από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, ιδίως, όσον αφορά το επιτρεπτό, τις προϋποθέσεις, τις διαδικασίες και τα αποτελέσματά της (βλ. και ΑΑΔΕ/Ε2048/21.3.2019).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το Υποκατάστημα Αλλοδαπής Επιχείρησης

Διαζύγιο Και Αξίωση Συμμετοχής Επί Εταιρείας Συζύγου

Η ΑΞΙΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του Α.Κ.

«Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή… Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες».

Νομική Φύση Αξίωσης Συμμετοχής

Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι, κατ’ αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή, χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου.

Έννοια Προσαύξησης Περιουσίας

Ως αύξηση νοείται, όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι, κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία).

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Χρόνος & Τρόπος Υπολογισμού Περιουσίας

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος, κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής.

Οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου δεν επιδρούν στον προσδιορισμό της τελικής περιουσίας και συνακόλουθα του αποκτήματος.

Συμβολή Συζύγου Στην Προσαύξηση

Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 του Α.Κ., μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα.

Μπορεί να συνίσταται ακόμη και στην παροχή υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 του Α.Κ., οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα, στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση.

Υπολογισμος Συμμετοχής Στα Αποκτηματα

Η αποτίμηση, όμως, των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε, κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατά είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 1059/2014).

ΑΓΩΓΗ – ΑΜΥΝΑ ΣΥΖΥΓΟΥ – ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
Αγωγικές Αξιώσεις Επί Προσαύξησης Περιουσίας

Όταν ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.

Ενστάσεις

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 του Α.Κ. τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση, ενώ όσον αφορά στον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ. μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων.

Τούτο με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ’ ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Νομική Ερμηνεία Ενστάσεων

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης, σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Επίσης, ο εναγόμενος στην εν λόγω αγωγή μπορεί, κατ’ ένσταση, να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, να αφαιρεθεί το παθητικό αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και δεν απέδειξε την συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία, που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά, μόνο, κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ, κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε, δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ’ επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεστεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3.

Η ΑΞΙΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΕ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΖΥΓΟΥ

Η ιδιότητα εταίρου σε εταιρεία, με νομική προσωπικότητα, προσωπική (ΟΕ, ΕΕ) ή κεφαλαιουχική (ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ), δεν παρέχει σε αυτόν (εταίρο ή μέτοχο) οποιοδήποτε δικαίωμα περιουσιακής φύσεως επί των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων, που απαρτίζουν την εταιρική περιουσία.

Τούτο διότι επί εταιρειών που έχουν νομική προσωπικότητα, σε αντίθεση με εκείνες που στερούνται νομικής προσωπικότητας, η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο και διακρίνεται από τις ατομικές περιουσίες των εταίρων.

Από αυτό συνάγεται ότι για τον υπόχρεο σύζυγο, που έχει αποκτήσει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της έγγαμης συμβίωσης, με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου, την ιδιότητα μετόχου ή εταίρου εταιρείας με νομική προσωπικότητα και τη διατηρεί, κατά το χρόνο λύσης ή ακύρωσης του γάμου, απόκτημα δεν αποτελούν τα κατ’ ιδίαν στοιχεία, τα οποία συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας, αλλά η ατομική του περιουσία ως μετόχου ή εταίρου.

Δηλαδή, απόκτημα αποτελεί η οικονομική συμμετοχή του εταίρου ή μετόχου και συγκεκριμένα οι μετοχές ή η μερίδα συμμετοχής του καθώς και τα αναλογούντα στο ποσοστό συμμετοχής καθαρά κέρδη, που αποκόμισε, κατά τη διάρκεια του γάμου και υφίστανται, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης ή ακύρωσης του γάμου και μόνον επ’ αυτών των ατομικών περιουσιακών στοιχείων δύναται να έχει αξίωση συμμετοχής ο δικαιούχος σύζυγος.

Επομένως, στην περίπτωση συμβολής στην απόκτηση μετοχών, ή εταιρικής μερίδας υπάρχει αξίωση συμμετοχής και μπορεί να ζητηθεί, κατ’ ανάλογο ποσοστό, μέρος αυτών ή μέρος της αξίας τους.

Παράδειγμα

Κατά τη διάρκεια του γάμου, ο σύζυγος απέκτησε το 60% επί ομόρρυθμης εταιρείας. Επίσης κατά τη διάρκεια του γάμου, η ανωτέρω εταιρεία απέκτησε στην πλήρη κυριότητά της 3 ακίνητα.

Το εφετείο έκρινε ότι η σύζυγος δεν δικαιούται το 60% επί των 3 ακινήτων, αλλά το 1/3 επί των εταιρικών μεριδίων που κατείχε ο σύζυγος. Επιπλέον, επειδή η σύζυγος δεν είχε διατυπώσει το αίτημά της κατά την ανωτέρω νομικά ορθή προσέγγιση, η αξίωσή της απορρίφθηκε.

Περαιτέρω ο Άρειος Πάγος έκρινε αναιρετικά τα παρακάτω:

Η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ., δεν προσμέτρησε στην ατομική περιουσία του αναιρεσιβλήτου την εμπορική αξία του ποσοστού 60% των ακινήτων, που ανήκουν, κατά κυριότητα, στο νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας, ομόρρυθμος εταίρος της οποίας είναι ο αναιρεσίβλητος, κατά ποσοστό 60%.

Και τούτο διότι τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία δεν συνιστούν απόκτημα, καθόσον δεν ανήκουν -έστω και κατά το ως άνω ποσοστό- στην ατομική περιουσία του αναιρεσιβλήτου, αλλά συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας.

Τέτοια αξίωση συμμετοχής υπάρχει, μόνο, επί τυχόν συμβολής της αναιρεσείουσας στην απόκτηση της εταιρικής μερίδας του αναιρεσιβλήτου ή επί των αναλογούντων στο ποσοστό συμμετοχής τούτου καθαρών κερδών, που αποκόμισε αυτός, κατά τη διάρκεια του γάμου και υφίστανται, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του, αίτημα, όμως, το οποίο δεν υποβλήθηκε (ΑΠ 312/2023).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα επί εταιρειών στην περίπτωση διαζυγίου.

Δημόσιος Υπάλληλος Και Δυνατότητα Συμμετοχής Σε Εταιρείες

Η δυνατότητα δημοσίου υπάλληλου να συμμετέχει σε εταιρείες οιασδήποτε μορφής, ρυθμίζεται από το άρθρο 32 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007), όπως ισχύει σήμερα μετά την αναθεώρησή του με τον Ν. 5149/2024.

Με την παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου του Κώδικα, θεσπίζεται γενική απαγόρευση:

Απαγορεύεται ο υπάλληλος να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία ή να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας.

Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, προβλέπονται εξαιρέσεις και επιμέρους ρυθμίσεις.

ΠΛΗΡΗΣ & ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ
Ομόρρυθμη & Ετερόρρυθμη Εταιρεία (ΟΕ & ΕΕ)

Οι Ο.Ε. και Ε.Ε. εμπίπτουν στην έννοια της «προσωπικής εμπορικής εταιρείας» και επομένως ο δημόσιος υπάλληλος απαγορεύεται απόλυτα να μετέχει, είτε ως ομόρρυθμος είτε ως ετερόρρυθμος εταίρος σε αυτές.

Εξάλλου, η συμμετοχή υπαλλήλου, ως εταίρου, σε προσωπική εταιρεία (ΟΕ & ΕΕ) εμπίπτει όχι μόνο στην παραπάνω απαγόρευση της παρ. 2 του άρθρου 32, αλλά και αυτής της παρ. 3 του άρθρου 31 (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 553/2008).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, προφανέστατα, δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να είναι ούτε και διαχειριστής ΟΕ και ΕΕ.

Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ)

Ομοίως, η συμμετοχή υπαλλήλου σε ΕΠΕ απαγορεύεται ρητά και απόλυτα. Δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να είναι ούτε εταίρος (μέλος) ΕΠΕ ούτε διαχειριστής της (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 385/2008).

Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ)

Η περίπτωση της συμμετοχής δημοσίου υπάλληλου ΙΚΕ δεν αναφέρεται ρητά στο παραπάνω άρθρο και, αρχικά, επικράτησε διχογνωμία.

Ωστόσο με την Γνωμοδότηση ΝΣΚ 25/2015, κρίθηκε ότι:

«Επιπροσθέτως, η Ι.Κ.Ε., ως προς τα γενικά της χαρακτηριστικά έχει νομοθετικά διαμορφωθεί, ασχέτως των κάθε φορά ειδικότερων και εμφαινόμενων στο καταστατικό εταιρικών επιλογών, με βάση την εταιρία περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.), στην οποία η απαγόρευση συμμετοχής του υπαλλήλου δεν επιδέχεται αμφισβήτησης.
(…)
Κατόπιν των προαναφερομένων, το Ε’ Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους γνωμοδοτεί: α) ομόφωνα, ότι δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο, ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, να αποκτήσει την ιδιότητα του διαχειριστή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας και, β) κατά πλειοψηφία, ότι δεν επιτρέπεται στον εν λόγω υπάλληλο να συμμετέχει, με την απόκτηση ενός ή περισσότερων εταιρικών μεριδίων, σε αυτήν».

Τέλος, με την από 13/01/2025 Εγκύκλιο του ΥΠΕΣ, υιοθετήθηκε η παραπάνω γνωμοδότηση από τη Διοίκηση.

Επομένως, δεν επιτρέπεται στον δημόσιο υπάλληλο, να μετέχει σε ΙΚΕ, να διακρατεί εταιρικά μερίδια αυτής και, πολύ περισσότερο, να είναι διαχειριστής.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι η μειοψηφούσα άποψη του ΝΣΚ θεωρεί πως η πλήρης και απόλυτη απαγόρευση κατοχής έστω και ενός μεριδίου στην ΙΚΕ θέτει ζητήματα συνταγματικότητας. Ωστόσο, μετά την υιοθέτηση της άποψης της πλειοψηφίας από τη Διοίκηση, παρέλκει οιαδήποτε περαιτέρω αναφορά.

Κοινοπραξία

Με την ρητή αναφορά του άρθρου 32, η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου σε Κοινοπραξίες απαγορεύεται χωρίς εξαιρέσεις.

Αφανής Εταιρεία

Κατά πάγια θέση της θεωρίας και της νομολογίας, ο δημόσιος υπάλληλος δεν επιτρέπεται να συμμετέχει ως αφανής εταίρος σε αφανή εταιρεία η οποία έχει εμπορική δραστηριότητα.

Ατομική Επιχείρηση

Η ατομική επιχείρηση δεν είναι νομικό πρόσωπο και επομένως δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 32, καθώς αυτό αφορά μόνο τις εμπορικές εταιρείες.

Η σχετική ρύθμιση προβλέπεται στο άρθρο 31 «Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή» και επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις.

Λοιπά Θέματα Απόλυτης Απαγόρευσης
  • Ζήτημα μπορεί να προκύψει στην περίπτωση κατά την οποία δημόσιος υπάλληλος κληρονομήσει εταιρικά μερίδια τα οποία απαγορεύεται να κατέχει. Σύμφωνα με την ανωτέρω αναφερόμενη Γνωμοδότηση ΝΣΚ 385/2008, σε τέτοια περίπτωση (δηλαδή απόκτησης εταιρικών μεριδίων Ε.Π.Ε. από δημόσιο υπάλληλο, λόγω κληρονομίας), δημιουργείται ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας αυτού και της συμμετοχής του στην εταιρία. Το ασυμβίβαστο αυτό μπορεί να αρθεί μόνον, εφόσον ο υπάλληλος προβεί στη μεταβίβαση όλων των εταιρικών μεριδίων. Η ως άνω μεταβίβαση πρέπει να λάβει χώρα εντός έτους από της υποβολής της σχετικής δήλωσης στην υπηρεσία του, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 3 εδ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα.
  • Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρει η Γνωμοδότηση ΝΣΚ 314/2007, η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου, σε οιαδήποτε εμπορική εταιρεία στην οποία απαγορεύεται η συμμετοχή του, δεν αποτελεί κατά νόμο κώλυμα για τη χορήγηση στην εταιρεία αυτή οιασδήποτε τυχόν απαιτούμενης άδειας ιδρύσεως ή λειτουργίας. Είναι δε διάφορο το ζήτημα της πειθαρχικής ευθύνης του υπαλλήλου αυτού, λόγω της συμμετοχής του σε τέτοια εταιρεία.
ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ
Ανώνυμη Εταιρεία (ΑΕ)

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 32 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα, απαγορεύεται η απόκτηση από υπάλληλο, σύζυγο του ή ανήλικα τέκνα τους μετοχών ανωνύμων εταιρειών που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας του.

Συνεπώς, μετοχές ΑΕ που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας δεν επιτρέπεται να αποκτηθούν.

Σε περίπτωση όπου ο δημόσιος υπάλληλος είτε κατά το διορισμό του, είτε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του κατέχει μετοχές ΑΕ οι οποίες εμπίπτουν στην παραπάνω απαγόρευση, υποχρεούται να υποβάλει σχετική δήλωση στην υπηρεσία του και, εντός ενός έτους, είτε να τις μεταβιβάσει είτε να ζητήσει τη μετακίνηση του σε άλλη αρχή της υπηρεσίας του ή τη μετάταξη του σε άλλη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή η μετακίνηση ή μετάταξη είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία του.

Κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών ή την ολοκλήρωση της μετάταξης του, ο υπάλληλος εμπίπτει στο «κώλυμα συμφέροντος».

Τα ίδια ισχύουν στην περίπτωση όπου μετοχές ΑΕ οι οποίες εμπίπτουν στην παραπάνω απαγόρευση, αποκτηθούν από σύζυγο ή ανήλικα τέκνα του υπαλλήλου.

Περαιτέρω, εξ’ αντιδιαστολής, προκύπτει ότι ο δημόσιος υπάλληλος μπορεί να είναι μέτοχος σε ΑΕ που δεν ελέγχει η υπηρεσία του. Μπορεί, δηλαδή, να κατέχει μετοχές, να μετέχει και να ψηφίζει στις γενικές συνελεύσεις.

Ωστόσο, απαγορεύεται απόλυτα να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος σε ΑΕ.

Ως προς το αν μπορεί να είναι μέλος ΔΣ, η απάντηση είναι ότι επιτρέπεται, εφόσον λάβει την κατά νόμω προβλεπόμενη ειδική άδεια και έγκριση της Υπηρεσίας του (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 115/2010).

Πλειοψηφών ή Μόνος Μέτοχος

Έχει ανακύψει ζήτημα εάν επιτρέπεται δημόσιος υπάλληλος να είναι πλειοψηφών μέτοχος μιας ΑΕ (δηλαδή να κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας, ήτοι 50% + 1 μετοχή) ή, ακόμα περισσότερο, να είναι ο μοναδικός μέτοχος μονομετοχικής ΑΕ.

Τούτο διότι, εάν ένας δημόσιος υπάλληλος κατέχει τόσο μεγάλο ποσοστό μετοχών, θεωρείται ότι εμπλέκεται άμεσα στη διοίκησή της.

Σύμφωνα με τη θεωρία η κατοχή της πλειοψηφίας των μετοχών από δημόσιο υπάλληλο, οδηγεί στον de facto έλεγχο της διοίκησης της ΑΕ και ως εκ τούτου απαγορεύεται. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, θα οδηγούσε σε έμμεση παράβαση και καταστρατήγηση της σχετικής διάταξης.

Γεωργικοί Συνεταιρισμοί, ΝΠΔΔ & ΟΤΑ

Επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίων υπαλλήλων με την υπηρεσιακή τους ιδιότητα σε συνεταιρισμούς, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 32, εφόσον αυτό προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την με την Γνωμοδότηση ΝΣΚ 109/2019 για την παροχή έργου ή εργασίας με αμοιβή από υπάλληλο του Δημοσίου που διέπεται από τον Υπαλληλικό Κώδικα, στο Δημόσιο ή σε δημόσιους φορείς (ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λπ.), απαιτείται άδεια άσκησης ιδιωτικού έργου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Υ.Κ., καθόσον η τήρηση της διαγραφόμενης από το νόμο διαδικασίας είναι ανεξάρτητη της νομικής μορφής του εργοδότη, ήτοι του αν το προς ανάθεση έργο ή εργασία παρέχεται σε ιδιώτη εργοδότη ή στο Δημόσιο ή σε δημόσιους φορείς

Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (ΚοινΣΕπ)

Επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου ως απλού μέλους σε Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (ΚοινΣΕπ), διότι μόνη η συμμετοχή του σε Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση δεν του προσδίδει εμπορική ιδιότητα, ούτε συνιστά κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας.

Αντίθετα, η συμμετοχή υπαλλήλου Διοικητικό Συμβούλιο Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης, απαγορεύεται.

Περαιτέρω, η απασχόληση του ίδιου υπαλλήλου με αμοιβή, σε δραστηριότητες Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης, στην οποία είναι μέλος, στο πλαίσιο υλοποίησης των σκοπών της αποτελεί ιδιωτικό έργο, για την άσκηση του οποίου απαιτείται εκάστοτε η χορήγηση άδειας από τα προβλεπόμενα συλλογικά ή ατομικά διοικητικά όργανα και με τους όρους που καθορίζονται στη διάταξη αυτή και αφού προηγηθεί κρίση ως προς το επιτρεπτό της αιτούμενης κάθε φορά απασχόλησης (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 161/2019).

Αστική Με Κερδοσκοπική Εταιρεία

Κατά την κρατούσα άποψη, πρέπει να γίνει αναλογική εφαρμογή των παραπάνω παραδοχών για την ΚοινΣΕπ και να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου ως απλού μέλους σε ΑΜΚΕ.

Ωστόσο και στην περίπτωση της ΑΜΚΕ πρέπει να θεωρηθεί ότι η συμμετοχή σε θέση διοίκησης δεν επιτρέπεται.

Ενεργειακή Κοινότητα

Τέλος, επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου, με οιαδήποτε ιδιότητα, τόσο του απλού μέλους, όσο και του μέλους διοίκησης σε Ενεργειακή Κοινότητα (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 112/2021).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για κάθε θέμα σχετικά με τη δυνατότητα συμμετοχής δημοσίου υπάλληλου σε εμπορικές εταιρείες.

Drag Along & Tag Along Δικαίωμα: Νομοθεσία και Χρησιμότητα

Drag Along Right

Drag Along RightΔικαίωμα Συμπαράσυρσης» ή «Δικαίωμα Συμμεταβίβασης»), είναι ένας συμβατικός όρος που επιτρέπει στον πλειοψηφούντα μέτοχο, ή σε μια ομάδα πλειοψηφούντων μετόχων, να εξαναγκάσει τους μειοψηφούντες μετόχους να πωλήσουν τις μετοχές τους σε τρίτο αγοραστή, υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις με αυτές που συμφωνήθηκαν για την πώληση των μετοχών της πλειοψηφίας.

Δηλαδή, η πλειοψηφία «συμπαρασύρει» τη μειοψηφία στην πώληση.

Ουσιαστικά, η ρήτρα αυτή διασφαλίζει ότι, εάν οι πλειοψηφούντες μέτοχοι συμφωνήσουν με κάποιο αγοραστή για το σύνολο της εταιρείας ή για ένα σημαντικό ποσοστό των μετοχών τους, η πώληση δεν μπορεί να εμποδιστεί από τη μη συνεργασία των μειοψηφούντων μετόχων.

Περαιτέρω, ο κύριος σκοπός του δικαιώματος Drag Along είναι η διευκόλυνση της πώλησης ολόκληρης της εταιρείας. Τούτο διότι, σε πολλές περιπτώσεις, ένας ενδιαφερόμενος αγοραστής επιθυμεί να αποκτήσει το 100% των μετοχών μιας εταιρείας για να αποκτήσει πλήρη έλεγχο και να αποφύγει τυχόν προβλήματα από τη διατήρηση μειοψηφούντων μετόχων. 

Χωρίς μια τέτοια ρήτρα, ένας ή περισσότεροι μειοψηφούντες μέτοχοι θα μπορούσαν να αρνηθούν την πώληση των μετοχών τους, εμποδίζοντας έτσι την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Το δικαίωμα Drag Along διασφαλίζει ότι η πλειοψηφία μπορεί να επιτύχει μια καθαρή έξοδο (clean exit) και να μεγιστοποιήσει την αξία της εταιρείας κατά την πώληση.

Τέλος το δικαίωμα αυτό είναι ιδιαίτερα συχνό σε συμφωνίες επενδύσεων κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) και ιδιωτικών κεφαλαίων (private equity), όπου οι επενδυτές επιδιώκουν μια στρατηγική έξοδο από την επένδυσή τους.

Πλεονεκτήματα & Μειονεκτήματα του Δικαιώματος Drag Along
Πλεονεκτήματα
  • Διευκόλυνση Πώλησης: Καθιστά την εταιρεία πιο ελκυστική για πιθανούς αγοραστές, καθώς διασφαλίζει την απόκτηση του συνόλου των μετοχών.
  • Προστασία Πλειοψηφίας: Προστατεύει τα συμφέροντα των πλειοψηφούντων μετόχων, επιτρέποντάς τους να ρευστοποιήσουν την επένδυσή τους χωρίς εμπόδια από τη μειοψηφία.
  • Αποφυγή Διενέξεων Και Αδιεξόδων: Αποτρέπει καταστάσεις όπου η μειοψηφία θα μπορούσε να εκβιάσει την πλειοψηφία, αρνούμενη την πώληση ή ζητώντας δυσανάλογα ανταλλάγματα.
Μειονεκτήματα 
  • Περιορισμός Αυτονομίας Μειοψηφίας: Οι μειοψηφούντες μέτοχοι ενδέχεται να αναγκαστούν να πωλήσουν τις μετοχές τους ενάντια στη θέλησή τους, ακόμη και αν πιστεύουν ότι η πώληση δεν είναι προς το συμφέρον τους ή ότι η εταιρεία έχει μεγαλύτερες προοπτικές ανάπτυξης.
  • Πιθανή Απώλεια Ευκαιριών: Η αναγκαστική πώληση μπορεί να στερήσει από τους μειοψηφούντες μετόχους τη δυνατότητα να επωφεληθούν από μελλοντική αύξηση της αξίας της εταιρείας.
Tag Along Right

Tag Along RightΔικαίωμα Προσκολλήσεως»), είναι ένας συμβατικός όρος που παρέχει στους μειοψηφούντες μετόχους το δικαίωμα (όχι την υποχρέωση) να συμμετάσχουν στην πώληση των μετοχών που πραγματοποιεί ένας πλειοψηφών μέτοχος, ή μια ομάδα μετόχων, σε τρίτο αγοραστή.

Έτσι, εν ο πλειοψηφών μέτοχος αποφασίσει να πωλήσει τις μετοχές του, οι μειοψηφούντες μέτοχοι μπορούν να «προσκολληθούν» στην πώληση και να ζητήσουν από τον αγοραστή να αποκτήσει και τις δικές τους μετοχές υπό τους ίδιους όρους.

Περαιτέρω, ο βασικός σκοπός του δικαιώματος Tag Along είναι να διασφαλίσει ότι οι μειοψηφούντες μέτοχοι δεν  βρεθούν «εγκλωβισμένοι» στην εταιρεία με νέο πλειοψηφικό μέτοχο, ο οποίος μπορεί να είναι ανεπιθύμητος ή να έχει διαφορετικά συμφέροντα, ούτε ότι θα χάσουν την ευκαιρία να πωλήσουν τις μετοχές τους σε μια συμφέρουσα τιμή, την οποία πέτυχε ο πλειοψηφών μέτοχος. 

Επομένως, με αυτό τον τρόπο, το δικαίωμα προσκολλήσεως προάγει την ισότητα στην αντιμετώπιση των μετόχων κατά τη μεταβίβαση μετοχών και παρέχει ρευστότητα στη μειοψηφία.

Πλεονεκτήματα & Μειονεκτήματα του Δικαιώματος Tag Along
Πλεονεκτήματα 
  • Προστασία Μειοψηφίας: Διασφαλίζει την ισότιμη μεταχείριση των μειοψηφούντων μετόχων σε περίπτωση πώλησης της εταιρείας.
  • Ευκαιρία Εξόδου: Παρέχει στους μειοψηφούντες μετόχους την ευκαιρία να ρευστοποιήσουν την επένδυσή τους υπό τους ίδιους όρους με την πλειοψηφία.
  • Ενίσχυση Εμπιστοσύνης: Συμβάλλει στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των μετόχων και μπορεί να διευκολύνει την προσέλκυση επενδύσεων, καθώς οι μειοψηφούντες επενδυτές αισθάνονται προστατευμένοι.
Μειονεκτήματα
  • Πιθανή Δυσχέρεια Πώλησης: Η ύπαρξη του δικαιώματος Tag Along μπορεί να περιπλέξει τη διαδικασία πώλησης για τους πλειοψηφούντες μετόχους, καθώς ο αγοραστής ενδέχεται να χρειαστεί να διαπραγματευτεί με περισσότερους μετόχους.
  • Αποτροπή Αγοραστών: Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένας αγοραστής που επιθυμεί να αποκτήσει μόνο την πλειοψηφία ενδέχεται να αποτραπεί από την υποχρέωση να αγοράσει και τις μετοχές της μειοψηφίας.
Βασικές Διαφορές Drag Along και Tag Along Right

Τόσο το δικαίωμα Drag Along, όσο και το δικαίωμα Tag Along, παρότι αφορούν τη μεταβίβαση μετοχών και την έξοδο των μετόχων, εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς και προστατεύουν διαφορετικά συμφέροντα.

Η κύρια διάκριση έγκειται στο ποιος ασκεί το δικαίωμα και ποιος προστατεύεται:

Χαρακτηριστικό Δικαίωμα Drag AlongΔικαίωμα Tag Along
Προστατευόμενο Μέρος Πλειοψηφούντες Μέτοχοι Μειοψηφούντες Μέτοχοι
Ποιος Ασκεί το ΔικαίωμαΠλειοψηφούντες Μέτοχοι Μειοψηφούντες Μέτοχοι
ΣκοπόςΔιευκόλυνση πώλησης του συνόλου της εταιρείαςΔιασφάλιση ισότιμης εξόδου της μειοψηφίας
Αποτέλεσμα Αναγκαστική πώληση μετοχών μειοψηφίαςΔυνατότητα συμμετοχής μειοψηφίας στην πώληση

Ωστόσο, παρά τις διαφορές τους, τα δύο δικαιώματα είναι συχνά αλληλοσυμπληρούμενα και περιλαμβάνονται από κοινού στις συμφωνίες μετόχων ή στο καταστατικό. 

Τούτο διότι η συνύπαρξή τους δημιουργεί ένα ισορροπημένο πλαίσιο που προστατεύει τόσο την δυνατότητα της πλειοψηφίας να ρευστοποιήσει την επένδυσή της, όσο και το δικαίωμα της μειοψηφίας σε μια δίκαιη και ισότιμη έξοδο.

Νομικό Πλαίσιο και Πρακτική Εφαρμογή
Επί ανωνύμων Εταιρειών

Σύμφωνα με την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 43 του Ν. 4548/2018:

«Το καταστατικό μπορεί να ορίσει και άλλες μορφές περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, όπως ιδίως:

(…)

γ) τον όρο ότι, προκειμένου να εγκριθεί η μεταβίβαση μετοχών σε τρίτο, ο τρίτος θα δεσμευθεί να αποκτήσει μετοχές και άλλων μετόχων, που θα προσφερθούν με τους ίδιους όρους με τους οποίους εγκρίνεται η μεταβίβαση ή και διαφορετικούς όρους, κατά τις διατάξεις του καταστατικού, ή

δ) τον όρο ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης μετοχών από μέτοχο σε τρίτο, οι λοιποί μέτοχοι θα υποχρεούνται να μεταβιβάσουν και αυτοί στον τρίτο ποσοστό αντίστοιχο μετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού».

Επομένως, τα δικαιώματα Drag Along και Tag Along προβλέπονται ρητά και μπορούν να αποτελέσουν τόσο καταστατικά άρθρα ανωνύμων εταιρειών, όσο και όρους εξωεταιρικών συμφωνιών μετόχων (Shareholders’ Agreements – SHA).

Επί Λοιπών Εταιρειών

Παρότι δεν υπάρχουν αντίστοιχες ρητές προβλέψεις για τις λοιπές μορφές εταιρειών, ωστόσο, η νομική βάση των παραπάνω δικαιωμάτων εδράζεται στην αρχή της συμβατικής ελευθερίας και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο άρθρο 361 του ΑΚ.

Αυτό σημαίνει ότι οι μέτοχοι μπορούν ελεύθερα να συμφωνήσουν σε τέτοιες ρήτρες μέσω εξωεταιρικών συμφωνιών μετόχων (Shareholders’ Agreements – SHA) ή και να τις ενσωματώσουν στο καταστατικό της εταιρείας, εφόσον δεν παραβιάζουν αναγκαστικού δικαίου διατάξεις ή διατάξεις δημόσιας τάξης.

Επί Startup

Η πρακτική εφαρμογή των δικαιωμάτων Drag Along & Tag Along εφαρμόζεται ιδιαίτερα σε Startups και Νεοφυείς Επιχειρήσεις, όπου οι ιδρυτές και οι επενδυτές (angel investors, venture capitals, private equity κλπ) επιδιώκουν να διασφαλίσουν σαφείς όρους εξόδου και να προστατεύσουν τις επενδύσεις τους.

Εξάλλου, οι επενδυτές επιχειρηματικών κεφαλαίων και τα επενδυτικά κεφάλαια συνήθως επιμένουν στην ενσωμάτωση αυτών των δικαιωμάτων στις επενδυτικές τους συμφωνίες, καθώς αυτά τους διασφαλίζουν:

  • Ρευστότητα, εφόσον το δικαίωμα προσκολλήσεως εξασφαλίζει ότι οι επενδυτές θα έχουν τη δυνατότητα να εξέλθουν από την επένδυση όταν οι ιδρυτές ή άλλοι μειοψηφικοί μέτοχοι αποφασίσουν να πωλήσουν.
  • Έλεγχο Εξόδου, καθώς το δικαίωμα συμπαράσυρσης επιτρέπει στους επενδυτές να προωθήσουν στρατηγικές εξόδου που θεωρούν επωφελείς, ακόμη και αν ορισμένοι μέτοχοι μειοψηφίας διαφωνούν.
Σημαντικά Σημεία Διαπραγμάτευσης

Κατά τη διαδικασία σύνταξης καταστατικού ή συμφωνίας SHA, όπου περιλαμβάνονται τα δικαιώματα Tag Along και Drag Along, πρέπει να έχουν προσυμφωνηθεί, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω:

Δικαίωμα Drag Along

Προϋποθέσεις Ενεργοποίησης

Συνήθως απαιτείται 75% των μετοχών για να ενεργοποιηθεί το δικαίωμα, αλλά μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τη διαπραγμάτευση.

Επίσης, η μειοψηφία πρέπει να λαμβάνει την ίδια τιμή και όρους με την πλειοψηφία.

Απαίτηση Ειδοποίησης

Η μειοψηφία πρέπει να ενημερώνεται εγκαίρως για την πώληση, ώστε να προετοιμαστεί.

Τυχόν Εξαιρέσεις

Κάποιες συμφωνίες μπορεί να εξαιρούν συγκεκριμένες συναλλαγές (π.χ. μεταβίβαση σε συγγενείς).

Δικαίωμα Tag Along

Πεδίο Εφαρμογής

Ορισμένες συμφωνίες επιτρέπουν την προσκόλληση μόνο όταν η πλειοψηφία πωλεί όλες τις μετοχές της, ενώ άλλες ισχύουν και για μερικές πωλήσεις.

Χρονικό Πλαίσιο Άσκησης του Δικαιώματος

Η μειοψηφία μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά της εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (π.χ. 30 ημέρες).

Μηχανισμός Εκτέλεσης

Ορισμένες συμφωνίες απαιτούν από τον αγοραστή να αγοράσει επιπλέον μετοχές (π.χ. 30% του αρχικού προσφερθέντος ποσού), ενώ άλλες μειώνουν αναλογικά τις μετοχές του πλειοψηφικού «πακέτου»

 Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα δικαιώματα Drag Along και Tag Along.

Κυβερνοασφάλεια: Νομικό Πλαίσιο & Υποχρεώσεις Επιχειρήσεων

Η κυβερνοασφάλεια αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο του επιχειρηματικού σχεδιασμού στην ψηφιακή εποχή. 

Η ραγδαία ψηφιοποίηση έχει φέρει στο προσκήνιο μια πληθώρα πλεονεκτημάτων, αλλά ταυτόχρονα έχει διευρύνει το πεδίο επίθεσης για κυβερνοεγκληματίες. Από επιθέσεις ransomware και phishing μέχρι εξελιγμένες επίμονες απειλές (APTs), οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν καθημερινά κινδύνους που μπορούν να οδηγήσουν σε οικονομικές απώλειες, διαρροές δεδομένων, απώλεια φήμης και διακοπή λειτουργιών. 

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Με την αυξανόμενη ψηφιοποίηση των επιχειρησιακών διαδικασιών και την κλιμάκωση των κυβερνοεπιθέσεων, οι νομοθετικές αρχές σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν προχωρήσει στη θέσπιση ολοκληρωμένων ρυθμιστικών πλαισίων που επιβάλλουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις, για την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών.

Ευρωπαϊκό Νομικό Πλαίσιο
1. Η Οδηγία NIS2

Η Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 («Οδηγία NIS2»), αποτελεί την εξέλιξη της αρχικής Οδηγίας NIS και θεσπίζει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου κυβερνοασφάλειας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η νέα οδηγία διευρύνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της, περιλαμβάνοντας νέους τομείς και μικρότερες επιχειρήσεις, ενώ ενισχύει τις εποπτικές αρμοδιότητες των εθνικών αρχών.

Η οδηγία καθιερώνει τη διάκριση μεταξύ βασικών (“essential”) και σημαντικών (“important”) οντοτήτων, με διαφοροποιημένες υποχρεώσεις και επίπεδα εποπτείας ανάλογα με την κατηγορία στην οποία υπάγεται κάθε οργανισμός. 

Στις βασικές οντότητες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η ενέργεια, οι μεταφορές, οι τράπεζες, οι υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών, η υγεία, το πόσιμο νερό, τα ψηφιακά υποδομές, η διαχείριση ΤΠΕ (B2B). 

Στις σημαντικές οντότητες περιλαμβάνονται οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών (π.χ. μηχανές αναζήτησης, υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους), οι ταχυδρομικές και υπηρεσίες ταχυμεταφορών, η διαχείριση αποβλήτων, η παραγωγή, επεξεργασία και διανομή τροφίμων, η κατασκευή, οι χημικές ουσίες, οι ερευνητικοί οργανισμοί, κ.ά.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαχείριση της αλυσίδας εφοδιασμού και στην ασφάλεια των προμηθευτών, αναγνωρίζοντας τη διασυνδεδεμένη φύση των σύγχρονων επιχειρηματικών οικοσυστημάτων.

Οι κύριες υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία NIS2 στις επιχειρήσεις περιλαμβάνουν:
  • Μέτρα διαχείρισης κινδύνων σχετικά με την κυβερνοασφάλεια: Οι επιχειρήσεις πρέπει να εφαρμόζουν κατάλληλα και αναλογικά τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη διαχείριση των κινδύνων που απειλούν την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών (“κυβερνοασφάλεια”). Αυτά περιλαμβάνουν, ενδεικτικά, πολιτικές ανάλυσης κινδύνων και ασφάλειας συστημάτων πληροφοριών, διαχείριση περιστατικών, επιχειρησιακή συνέχεια και διαχείριση κρίσεων, ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού, ασφάλεια κατά την απόκτηση, ανάπτυξη και συντήρηση συστημάτων δικτύου και πληροφοριών, πολιτικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων διαχείρισης κινδύνων κυβερνοασφάλειας, βασικές πρακτικές υγιεινής στον κυβερνοχώρο και εκπαίδευση σε θέματα κυβερνοασφάλειας, χρήση λύσεων κρυπτογράφησης και κρυπτογραφίας, ασφάλεια προσωπικού, πολιτικές ελέγχου πρόσβασης και διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, χρήση λύσεων ελέγχου ταυτότητας πολλαπλών παραγόντων ή συνεχούς ελέγχου ταυτότητας, ασφαλείς επικοινωνίες και ασφάλεια συστημάτων απόκτησης πληροφοριών.
  • Υποχρεώσεις αναφοράς περιστατικών: Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να αναφέρουν σημαντικά περιστατικά κυβερνοασφάλειας στις αρμόδιες αρχές (στην ευρώπη η ENISA, στην Ελλάδα, την Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας) εντός συγκεκριμένων χρονικών πλαισίων.
  • Εποπτεία και επιβολή: Η NIS2 ενισχύει τις εποπτικές αρμοδιότητες των εθνικών αρχών και προβλέπει αυστηρότερες κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση. Οι βασικές οντότητες υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία, ενώ οι σημαντικές οντότητες σε αντιδραστική εποπτεία. Τα πρόστιμα για μη συμμόρφωση μπορούν να φτάσουν έως και 10 εκατομμύρια ευρώ ή το 2% του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών.
2. Ο Εκτελεστικός Κανονισμός 2024/2690

Το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο συμπληρώθηκε με τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2024/2690 της Επιτροπής της 17ης Οκτωβρίου 2024.

Ο παραπάνω κανονισμός θεσπίζει συγκεκριμένους κανόνες εφαρμογής της Οδηγίας NIS2, εξειδικεύοντας τις διαδικασίες αναφοράς περιστατικών και τα τεχνικά πρότυπα ασφαλείας.

3. Ο Κανονισμός eIDAS 2.0

Παράλληλα με την NIS2, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προχωρήσει στην αναθεώρηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 910/2014, γνωστού ως Κανονισμού eIDAS, ο οποίος διέπει την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά. 

Η αναθεωρημένη έκδοση, “eIDAS 2.0“, εισάγει το Ευρωπαϊκό Ψηφιακό Πορτοφόλι Ταυτότητας (“European Digital Identity Wallet”), το οποίο επιτρέπει στους πολίτες και τις επιχειρήσεις να αποθηκεύουν και να διαχειρίζονται με ασφάλεια τα ψηφιακά τους στοιχεία ταυτότητας και άλλα πιστοποιητικά. 

Η τροποποίηση αυτή, που ενσωματώνεται με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/1183, ενισχύει την ασφάλεια και τη διαλειτουργικότητα των ψηφιακών ταυτοτήτων, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης στις ηλεκτρονικές συναλλαγές και στην προστασία από κυβερνοαπειλές που σχετίζονται με την κλοπή ταυτότητας.

Ελληνικό Νομικό Πλαίσιο

Τα παραπάνω ευρωπαϊκά νομοθετήματα έχουν εισαχθεί και στην εσωτερική έννομη τάξη με μια σειρά κανόνων δικαίου.

Συγκεκριμένα:

1. Ο Νόμος 4577/2018

Ο Ν. 4577/2018 ενσωμάτωσε την Οδηγία 2016/1148/ΕΕ (NIS1) και θέσπισε μέτρα για υψηλό κοινό επίπεδο ασφάλειας συστημάτων δικτύου και πληροφοριών (“κυβερνοασφάλεια”).

Σύμφωνα με το άρθρο 11, οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών υποχρεούνται να:

  • Λαμβάνουν τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη διαχείριση κινδύνων που αφορούν την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών,
  • Εξασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τον εκάστοτε κίνδυνο,
  • Λαμβάνουν μέτρα για την αποτροπή και ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων συμβάντων,
  • Κοινοποιούν στην Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας και στην αρμόδια CSIRT, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε συμβάν με σημαντικές επιπτώσεις.

Σημειώνεται ότι οι υποχρεώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

2. Ο Νόμος 5160/2024

Με τη δημοσίευση του Νόμου 5160/2024, η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε πλήρως με τις απαιτήσεις της Οδηγίας NIS2. 

Ο νόμος ενισχύει τον θεσμικό ρόλο της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας (ΕΑΚ), παρέχοντάς της διευρυμένες εποπτικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες, ενώ θεσπίζει ένα αυστηρό σύστημα διοικητικών κυρώσεων.

Σημαντική καινοτομία του νόμου αποτελεί η θέσπιση της υποχρέωσης αναφοράς περιστατικών με πολυεπίπεδη προσέγγιση: προειδοποίηση εντός 24 ωρών, πλήρη ενημέρωση εντός 72 ωρών, ενδιάμεση έκθεση για την πρόοδο της αντιμετώπισης και τελική έκθεση εντός ενός μήνα από το περιστατικό.

Εξάλλου, ο παραπάνω νόμος επικαιροποιεί το πλαίσιο σχετικά με την κυβερνοασφάλεια.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με το άρθρο 15:

  • Οι βασικές και σημαντικές οντότητες υποχρεούνται να λαμβάνουν κατάλληλα και αναλογικά τεχνικά, επιχειρησιακά και οργανωτικά μέτρα για τη διαχείριση των κινδύνων,
  • Τα μέτρα πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τον εκάστοτε κίνδυνο,
  • Κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας των μέτρων, λαμβάνονται υπόψη ο βαθμός έκθεσης της οντότητας σε κινδύνους.

Επιπλέον, το άρθρο 13 του ίδιου νόμου προβλέπει τη συνεργασία σε εθνικό επίπεδο μεταξύ των αρμόδιων αρχών για την κυβερνοασφάλεια.

3. Ο Νόμος 5086/2024

Παράλληλα, ο Νόμος 5086/2024 θωρακίζει περαιτέρω το θεσμικό πλαίσιο της κυβερνοασφάλειας, ενισχύοντας τις αρμοδιότητες της ΕΑΚ και διευρύνοντας τις δυνατότητές της για την αποτελεσματική εποπτεία και έλεγχο των υπόχρεων οντοτήτων.

Ο νόμος προβλέπει επίσης τη δημιουργία εξειδικευμένων προγραμμάτων εκπαίδευσης και πιστοποίησης, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη ενός ισχυρού εγχώριου οικοσυστήματος κυβερνοασφάλειας.

Επίσης, περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με την οργάνωση του συστήματος διακυβέρνησης αναφορικά με την κυβερνοασφάλεια και τη σύσταση της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας. 

Σύμφωνα με το άρθρο 4, η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας έχει αρμοδιότητες όπως:

  • Προαγωγή της εκπαίδευσης, ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης σε θέματα κυβερνοασφάλειας,
  • Καθορισμό προτεραιοτήτων και ενίσχυση της επιστημονικής έρευνας,
  • Ανάπτυξη συνεργασιών με δημόσιους, ιδιωτικούς, ακαδημαϊκούς και ερευνητικούς φορείς,
  • Διαμόρφωση και παρακολούθηση του πλαισίου τεχνικών μέτρων και απαιτήσεων ασφαλείας συστημάτων,
  • Λήψη τεχνικών μέτρων αποτροπής και αντιμετώπισης του κυβερνοεγκλήματος.
4. Ο Νόμος 5187/2025

Ο Ν. 5187/2025 περιλαμβάνει διατάξεις για τη “Διεύθυνση Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος” της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία λειτουργεί ως σημείο επαφής του Δικτύου 24/7 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο (“Σύμβαση της Βουδαπέστης”).

5. Η ΚΥΑ 1689/2025

Με την έκδοση της πρόσφατης Κοινής Υπουργικής Απόφασης 1689/2025, καθορίστηκε το «Εθνικό Πλαίσιο Απαιτήσεων Κυβερνοασφάλειας Βασικών και Σημαντικών Οντοτήτων», το οποίο εξειδικεύει και συγκεκριμενοποιεί τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στη νομοθεσία. Η ΚΥΑ εισάγει λεπτομερείς τεχνικές και οργανωτικές απαιτήσεις, καθορίζοντας τα ελάχιστα μέτρα ασφάλειας που πρέπει να υιοθετήσουν οι υπόχρεες οντότητες.

Η ΚΥΑ 1689/2025 αποτελεί το Εθνικό Πλαίσιο Απαιτήσεων Κυβερνοασφάλειας και θεσπίζει τεχνικά, επιχειρησιακά και οργανωτικά μέτρα για τη διαχείριση των κινδύνων στην ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων των επιχειρήσεων.

Τέλος, η εφαρμογή της ΚΥΑ αφορά κυρίως τις «βασικές» και «σημαντικές» επιχειρήσεις, όπως ορίζονται από την ευρωπαϊκή Οδηγία NIS2.

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Δικαιοδοσία και Εδαφικότητα

Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν. 4577/2018, ο πάροχος ψηφιακών υπηρεσιών υπόκειται στη δικαιοδοσία των Ελληνικών αρχών όταν έχει την κύρια εγκατάστασή του στην Ελληνική Επικράτεια.

Επιπλέον, ο πάροχος ψηφιακών υπηρεσιών που δεν είναι εγκατεστημένος στην ΕΕ αλλά προσφέρει υπηρεσίες εντός της ΕΕ πρέπει να ορίσει αντιπρόσωπο στην Ένωση

Κατηγοριοποίηση Οντοτήτων

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο για την κυβερνοασφάλεια διακρίνει τις υπόχρεες οντότητες (επιχειρήσεις) σε δύο κύριες κατηγορίες:

Βασικές Οντότητες

Περιλαμβάνουν οργανισμούς που παρέχουν κρίσιμες υπηρεσίες για τη λειτουργία της κοινωνίας και της οικονομίας, όπως τομείς ενέργειας, μεταφορών, υγείας, χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ψηφιακών υπηρεσιών και δημόσιας διοίκησης.

Σημαντικές Οντότητες

Αφορούν επιχειρήσεις που, παρότι δεν παρέχουν κρίσιμες υπηρεσίες, ωστόσο τυχόν διαταραχή της λειτουργίας τους, θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα ή τη δημόσια ασφάλεια.

Κριτήρια Υπαγωγής

Τα κριτήρια υπαγωγής βασίζονται κυρίως στο μέγεθος της επιχείρησης (αριθμός εργαζομένων, κύκλος εργασιών κλπ), τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών και την κρισιμότητά τους για τη λειτουργία της κοινωνίας.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για τις μεσαίες επιχειρήσεις που μπορεί να υπάγονται στις νέες υποχρεώσεις χωρίς να το έχουν αντιληφθεί. Τούτο διότι η νέα ΚΥΑ επεκτείνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής, περιλαμβάνοντας τομείς που προηγουμένως δεν υπάγονταν σε υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας, όπως:

  • Ταχυδρομικές και ταχυμεταφορικές υπηρεσίες,
  • Διαχείριση αποβλήτων,
  • Παραγωγή και διανομή τροφίμων,
  • Χημικά προϊόντα (παρασκευή, παραγωγή, διανομή κοκ),
  • Κατασκευαστικός τομέας,
  • Οργανισμοί της Κεντρικής Κυβέρνησης, Περιφερειών και Δήμων.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΥΒΕΡΝΟΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Πολιτικές και Διαδικασίες Ασφάλειας

Οι υπόχρεες επιχειρήσεις οφείλουν να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν ολοκληρωμένες πολιτικές ασφαλείας οι οποίες θα καλύπτουν όλες τις πτυχές της κυβερνοασφάλειας. Αυτές περιλαμβάνουν:

  • Πολιτική Ασφάλειας Πληροφοριών – Καθορισμός των αρχών, στόχων και υπευθυνοτήτων για την προστασία των πληροφοριών και των συστημάτων.
  • Αξιολόγηση Κινδύνων – Διενέργεια συστηματικών αξιολογήσεων κινδύνων για την αναγνώριση, τον εντοπισμό, την ανάλυση και την αξιολόγηση των κυβερνοαπειλών και των τρωτών σημείων.
  • Διαδικασίες Ελέγχου Πρόσβασης – Καθορισμός των δικαιωμάτων πρόσβασης στα συστήματα και τα δεδομένα.
  • Διαδικασίες Διαχείρισης Αλλαγών – Ελεγχόμενη εφαρμογή αλλαγών στα πληροφοριακά συστήματα.
  • Διαδικασίες Παρακολούθηση και Αναθεώρησης – Συνεχής παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων ασφαλείας και τακτική αναθεώρηση των πολιτικών και διαδικασιών για την προσαρμογή τους στις εξελισσόμενες απειλές και τις τεχνολογικές εξελίξεις.
Οργανωτικά Μέτρα

Ορισμός Υπεύθυνου Ασφάλειας Πληροφοριακών Συστημάτων και Περιβάλλοντος (Υ.Α.Σ.Π.Ε.)

Μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες της νέας νομοθεσίας είναι ο υποχρεωτικός ορισμός ενός συγκεκριμένου στελέχους ως Υπεύθυνου Ασφάλειας Πληροφοριακών Συστημάτων και Περιβάλλοντος. 

Ο ΥΑΣΠΕ φέρει την κύρια ευθύνη για την υλοποίηση και παρακολούθηση των μέτρων σχετικά με την κυβερνοασφάλεια, τη συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές και την ενημέρωση της διοίκησης για τα θέματα ασφάλειας.

Εκπαίδευση και Ευαισθητοποίηση Προσωπικού

Οι οργανισμοί οφείλουν να υλοποιήσουν συστηματικά προγράμματα εκπαίδευσης για το προσωπικό τους, καλύπτοντας τόσο τις γενικές αρχές κυβερνοασφάλειας όσο και τις συγκεκριμένες απαιτήσεις του κάθε ρόλου. 

Επιπροσθέτως, η εκπαίδευση πρέπει να είναι συνεχής και να προσαρμόζεται στις εξελισσόμενες απειλές και τις βέλτιστες πρακτικές.

Τεχνικά Μέτρα Ασφάλειας

Διαχείριση Ευπαθειών και Ενημερώσεων Ασφαλείας

Οι υπόχρεες επιχειρήσεις πρέπει να διατηρούν ενημερωμένο backup όλων των συστημάτων τους και να εφαρμόζουν τακτικά τις ενημερώσεις ασφάλειας. 

Εξάλλου, απαιτείται η διενέργεια τακτικών αξιολογήσεων ευπαθειών και η υλοποίηση προγραμμάτων penetration testing.

Κρυπτογράφηση και Προστασία Δεδομένων

Η κρυπτογράφηση των ευαίσθητων δεδομένων, τόσο κατά την αποθήκευση όσο και κατά τη μετάδοση, αποτελεί ακόμη μια βασική υποχρέωση. 

Επίσης, οι επιχειρήσεις πρέπει να υιοθετήσουν σύγχρονα κρυπτογραφικά πρότυπα και να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τα κρυπτογραφικά κλειδιά.

Ελεγχόμενη Πρόσβαση και Ταυτοποίηση

Η εφαρμογή αρχών ελάχιστου προνομίου (“principle of least privilege“) και μηδενικής εμπιστοσύνης (“zero trust“) αποτελούν βασικές απαιτήσεις σχετικά με την κυβερνοασφάλεια.

Επιπλέον, απαιτείται η υλοποίηση συστημάτων πολυπαραγοντικής ταυτοποίησης για τις κρίσιμες πρόσβασεις.

Διαχείριση Περιστατικών

Σχέδια Αντιμετώπισης Περιστατικών

Κάθε υπόχρεη επιχείρηση οφείλει να διαθέτει λεπτομερή σχέδια αντιμετώπισης περιστατικών κυβερνοασφάλειας, τα οποία πρέπει να περιλαμβάνουν:

  • Διαδικασίες ανίχνευσης, αναγνώρισης και ταξινόμησης περιστατικών,
  • Ρόλους και αρμοδιότητες του προσωπικού απόκρισης,
  • Διαδικασίες επικοινωνίας εσωτερικά και αναφοράς στις αρμόδιες αρχές,
  • Μέτρα περιορισμού, αποκατάστασης και ανάκαμψης,
  • Διαδικασίες ανάλυσης μετά το περιστατικό.

Υποχρεώσεις Αναφοράς

Η νέα νομοθεσία θεσπίζει αυστηρό χρονοδιάγραμμα αναφοράς περιστατικών:

  • 24 ώρες: Αρχική ειδοποίηση στην ΕΑΚ,
  • 72 ώρες: Λεπτομερής αναφορά με στοιχεία του περιστατικού,
  • Ενδιάμεσες εκθέσεις: Κατά τη διάρκεια της αντιμετώπισης,
  • 1 μήνα: Τελική έκθεση με πλήρη ανάλυση και συμπεράσματα.
Επιχειρησιακή Συνέχεια και Αποκατάσταση

Σχέδια Επιχειρησιακής Συνέχειας

Οι υπόχρεες επιχειρήσεις πρέπει να αναπτύξουν ολοκληρωμένα σχέδια επιχειρησιακής συνέχειας, που να διασφαλίζουν τη συνεχή παροχή κρίσιμων υπηρεσιών, ακόμη και σε περίπτωση σοβαρών περιστατικών κυβερνοασφάλειας.

Επίσης, πρέπει να διαθέτουν επαρκή πλάνα για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας των κρίσιμων συστημάτων και υπηρεσιών.

Διαχείριση Αντιγράφων Ασφαλείας

Απαιτείται η υλοποίηση συστημάτων τακτικών αντιγράφων ασφαλείας με δυνατότητα γρήγορης αποκατάστασης. 

Επιπροσθέτως, τα αντίγραφα πρέπει να προστατεύονται από κυβερνοεπιθέσεις και να δοκιμάζονται τακτικά.

Ασφάλεια Αλυσίδας Εφοδιασμού

Αξιολόγηση Προμηθευτών

Οι υπόχρεες επιχειρήσεις οφείλουν να αξιολογούν συστηματικά τους προμηθευτές τους από την άποψη της κυβερνοασφάλειας, ιδιαίτερα εκείνους που έχουν πρόσβαση σε κρίσιμα συστήματα ή δεδομένα.

Συμβατικές Απαιτήσεις

Επιπλέον, οι συμβάσεις με τρίτους πρέπει να ενσωματώνουν συγκεκριμένες απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας και δικαιώματα ελέγχου συμμόρφωσης, καθώς και αξιολόγηση των κινδύνων που προκύπτουν από την αλυσίδα εφοδιασμού.

ΕΠΟΠΤΕΙΑ & ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας

Η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας αποκτά πλέον διευρυμένες αρμοδιότητες που περιλαμβάνουν:

  • Εποπτεία και έλεγχο συμμόρφωσης των υπόχρεων οντοτήτων,
  • Επιβολή διοικητικών κυρώσεων,
  • Παροχή κατευθύνσεων και οδηγιών,
  • Συντονισμό της εθνικής απόκρισης σε περιστατικά,
  • Διεθνή συνεργασία με αντίστοιχους φορείς.
Σύστημα Κυρώσεων

Διοικητικά Πρόστιμα & Κλιμακούμενες Κυρώσεις

Τα πρόστιμα για την παραβίαση του νομικού πλαισίου από τις επιχειρήσεις, μπορούν να φτάσουν έως 10 εκατομμύρια ευρώ ή το 2% του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών της επιχείρησης.

Εξάλλου, οι κυρώσεις διαφοροποιούνται και κλιμακώνονταιανάλογα με:

  • Τη σοβαρότητα της παράβασης,
  • Την επανάληψη παραβάσεων,
  • Το επίπεδο συνεργασίας με τις αρχές,
  • Τα μέτρα που λήφθηκαν για την άμεση διόρθωση.
Λοιπά Μέτρα

Εκτός από τα χρηματικά πρόστιμα, η ΕΑΚ μπορεί να επιβάλει:

  • Εντολές συμμόρφωσης με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα,
  • Περιορισμούς στη λειτουργία συστημάτων,
  • Δημοσιοποίηση παραβάσεων.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Σταδιακή Προσέγγιση

Οι επιχειρήσεις συνιστάται να ακολουθήσουν μια σταδιακή προσέγγιση, η οποία περιλαμβάνει:

  1. Αρχική Αξιολόγηση: Gap analysis για την αναγνώριση των κενών,
  2. Προτεραιοποίηση: Εστίαση στα πιο κρίσιμα μέτρα,
  3. Υλοποίηση σε Φάσεις: Σταδιακή εφαρμογή των μέτρων,
  4. Παρακολούθηση και Βελτίωση: Συνεχής αξιολόγηση και ενημέρωση.
Υιοθέτηση Διεθνών Προτύπων

Η υιοθέτηση αναγνωρισμένων διεθνών προτύπων όπως το ISO 27001, το NIST Cybersecurity Framework ή το COBIT μπορεί να αποτελέσει σημαντικό βοήθημα για τη δομημένη προσέγγιση ζητημάτων κυβερνοασφάλειας.

Μέτρηση Αποτελεσματικότητας και KPIs

Για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων κυβερνοασφάλειας, οι οργανισμοί πρέπει να παρακολουθούν συγκεκριμένους δείκτες όπως:

  • Χρόνος ανίχνευσης περιστατικών (Mean Time to Detection – MTTD),
  • Χρόνος απόκρισης (Mean Time to Response – MTTR),
  • Ποσοστό επιτυχημένων επιθέσεων,
  • Επίπεδο συμμόρφωσης με πολιτικές ασφάλειας,
  • Κόστος περιστατικών ασφάλειας.
Αρχή της Υπεράσπισης σε Βάθος (Defense in Depth)

Η εφαρμογή πολλαπλών επιπέδων προστασίας διασφαλίζει ότι η αποτυχία ενός μέτρου ασφαλείας, δεν θα οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση του συστήματος προστασίας. 

Η προσέγγιση αυτή περιλαμβάνει:

  • Περιμετρική ασφάλεια (firewalls, IDS/IPS),
  • Ασφάλεια δικτύου (segmentation, monitoring),
  • Ασφάλεια εφαρμογών (secure coding, testing),
  • Ασφάλεια δεδομένων (encryption, access controls),
  • Ασφάλεια τελικών σημείων (endpoint protection).
Συνεχής Παρακολούθηση και Βελτίωση

Η κυβερνοασφάλεια είναι μια συνεχής, δυναμική, διαδικασία που απαιτεί τακτική επανεκτίμηση και προσαρμογή στις εξελισσόμενες απειλές. 

Οι υπόχρεες επιχειρήσεις πρέπει να υιοθετήσουν μια προσέγγιση συνεχούς βελτίωσης που περιλαμβάνει:

  • Τακτικές αξιολογήσεις κινδύνων,
  • Ενημέρωση πολιτικών και διαδικασιών,
  • Προσαρμογή στις νέες τεχνολογίες και απειλές,
  • Εκπαίδευση και πιστοποίηση προσωπικού.
Αυτοματοποίηση και Τεχνητή Νοημοσύνη

Η χρήση τεχνολογιών αυτοματισμού και τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα των μέτρων κυβερνοασφάλειας.

Ενδεικτική στοχοθεσία:

  • Αυτοματοποιημένη ανίχνευση απειλών,
  • Ανάλυση συμπεριφοράς χρηστών (UEBA),
  • Ταχύτερη απόκριση σε περιστατικά,
  • Μείωση ψευδών συναγερμών.
Cloud Security

Με την αυξανόμενη μετάβαση στο cloud computing, οι επιχειρήσεις πρέπει να προσαρμόσουν τις στρατηγικές κυβερνοασφάλειάς τους με:

  • Κατανόηση μοντέλων ευθύνης (shared responsibility),
  • Διαχείριση ταυτοτήτων και πρόσβασης στο cloud,
  • Ασφάλεια δεδομένων σε υβριδικά περιβάλλοντα,
  • Συμμόρφωση με τοπικούς κανονισμούς.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Κυβερνοασφάλεια και τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων.

Γνήσιες & Μη Γνήσιες Υποθέσεις Εκουσίας – Οι Εταιρικές Διαφορές

Γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται όσες ελλείπει, κατ’ αρχήν, το στοιχείο της αντιδικίας και έχουν ως αντικείμενο την δημοσίου δικαίου αξίωση του αιτούντος κατά της πολιτείας να προβεί στην επιδιωκόμενη διαπίστωση ή διάπλαση.

Αντίθετα, μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, χαρακτηρίζονται οι γνήσιες ιδιωτικού δικαίου διαφορές, όπου εμφανίζεται κανονικά το στοιχείο της αντιδικίας, οι οποίες κατά παραπομπή του νόμου εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ.

Γνήσιες Υποθέσεις Εκούσιας Δικαιοδοσίας

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 και 753 KΠολΔ προκύπτει, ότι η έννοια του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ελαστικότητα της διαδικασίας, έχει άλλο περιεχόμενο από ό,τι έχει στο πεδίο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας

Τούτο, διότι στη διαδικασία αυτή δεν υφίσταται, κατά κανόνα, αντιδικία και για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν αντιδικούντα πρόσωπα, αλλά πρόσωπα που “ενδιαφέρονται” θετικώς ή αρνητικώς ως προς τη ρύθμιση που θα αποφασιστεί και που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.

Τα πρόσωπα αυτά αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου:
  1. με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας,
  2. με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστηρίου,
  3. με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης ,
  4. με την προσεπίκλησή τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο .

Έτσι, ο καθού η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη.

Ένδικα Μέσα

Επομένως, ως μη διάδικος, σε περίπτωση που η απόφαση είναι εκκλητή δεν έχει δικαίωμα έφεσης κατά της απόφασης που θα εκδοθεί, αλλά σε κάθε περίπτωση, αν η απόφαση αυτή προκαλεί σε αυτόν βλάβη ή εκθέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του, μπορεί να την τριτανακόψει (ΑΠ 429/2024).

Ούτε άλλωστε, ο από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ορισμός, κατά την κατάθεση της αίτησης, απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίησή της στον Εισαγγελέα και στους καθών για να ασκήσουν παρέμβαση ή να προστατεύσουν κατά άλλο, ενδεχομένως, τρόπο τα πιθανά συμφέροντα τους, συνιστά ή μπορεί να αναπληρώσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ.3 ΚΠολΔ κλήτευση, με διαταγή του αρμόδιου δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, ώστε να προσδίδει στον καθού η αίτηση ιδιότητα διαδίκου.

Δεδικασμένο

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 778 του ΚΠολΔ. “Αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατό να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 781“.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αναφερόμενη σε αυτή δεσμευτική ισχύς, εκδηλώνεται τόσο αρνητικά, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αίτησης, εκτός αν στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά, όσο και θετικά με την έννοια της δέσμευσης κάθε τρίτου προσώπου, ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, χωρίς η έναντι τρίτων δεσμευτική αυτής ισχύς να εμποδίζει όποιον δεν συμμετείχε στη διαδικασία, να προστατεύσει τυχόν προσβαλλόμενο δικαίωμά του, αν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, με την άσκηση τριτανακοπής.

Μη Γνήσιες Υποθέσεις Εκούσιας Δικαιοδοσίας

Οι μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, αφορούν κυρίως διαφορές διαπλαστικού χαρακτήρα, τις οποίες ο νομοθέτης για λόγους σκοπιμότητας υπάγει προς εκδίκαση στην εκούσια δικαιοδοσία, αντί της περισσότερο δύσκαμπτης διαδικασίας της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.

Είναι, δηλαδή, εκείνες όπου απαντάται το στοιχείο της διαφοράς και αν δεν είχαν από το νομοθέτη υπαχθεί στη διαδικασία αυτή, που προτιμήθηκε λόγω της ελαστικότητάς της, θα δικάζονταν με την κατ’ αντιδικία διαδικασία (ΑΠ 564/2021).

Στις μη γνήσιες υποθέσεις, ενδεικτικά, περιλαμβάνονται:

Διαμεσολάβηση

Τέλος, οι μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας υπάγονται σε διαμεσολάβηση, δεδομένου ότι εισάγουν ιδιωτικές διαφορές και τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους.

Έτσι, στις περιπτώσεις αυτές, ήτοι των μη γνήσιων υποθέσεων θα πρέπει για το παραδεκτό της συζήτησής τους να προσκομίζεται στο Δικαστήριο το προβλεπόμενο στην παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 4640/2019 έγγραφο ενημέρωσης.

Σε περίπτωση, πάντως, μη προσκομιδής του σχετικού ενημερωτικού εγγράφου γίνεται δεκτό ότι το Δικαστήριο μπορεί να καλέσει το διάδικο να το προσκομίσει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 227 ΚΠολΔ, ενώ η τυχόν μη έγκαιρη ενημέρωση του διαδίκου (ήτοι ενημέρωση μετά την κατάθεση της αγωγής) εκτιμάται ότι δεν συνεπάγεται δικονομικές συνέπειες, αφού ο νομοθέτης περιόρισε την εμβέλεια του απαραδέκτου αποκλειστικά στην περίπτωση της μη προσκομιδής του ενημερωτικού εγγράφου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.