Άκυρη ή Ακυρώσιμη Απόφαση ΑΕ: Ποια Προσβολή Χωρεί

Πότε και Πώς Προσβάλλεται Ελαττωματική Απόφαση Οργάνου ΑΕ

Περιληπτικά:

  • Η κατηγορία του ελαττώματος καθορίζει την προσβολή: ακυρώσιμη (άρθρο 137 του Ν. 4548/2018), άκυρη (άρθρο 138) ή ανυπόστατη (άρθρο 139).
  • Η ακυρωσία επέρχεται μόνο με διαπλαστική αγωγή ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων μηνών.
  • Η ακυρότητα προβάλλεται με αναγνωριστική αγωγή ή και αυτεπαγγέλτως, εντός ενός έτους. Μετά την πάροδο του έτους ακόμη και η άκυρη απόφαση θεραπεύεται (ΑΠ 214/2022).
  • Νομιμοποιείται ο μέτοχος με 2% που δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε ρητά, καθώς και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Κάτω του ποσοστού αυτού απομένει μόνο αξίωση αποζημίωσης.
  • Για τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου ισχύει χωριστό καθεστώς (άρθρο 95) με προθεσμία έξι μηνών.

Πότε μια απόφαση ΑΕ είναι άκυρη, ακυρώσιμη ή ανυπόστατη;

Η διάκριση εξαρτάται από τη βαρύτητα του ελαττώματος:

  • Ακυρώσιμη κατά το άρθρο 137 του Ν. 4548/2018 είναι η απόφαση που λήφθηκε με τρόπο αντίθετο στον νόμο ή το καταστατικό.
  • Άκυρη κατά το άρθρο 138 είναι η απόφαση χωρίς νόμιμη σύγκληση ή με περιεχόμενο αντίθετο στον νόμο.
  • Ανυπόστατη κατά το άρθρο 139 είναι η απόφαση που λήφθηκε με ψήφους προσώπων χωρίς μετοχική ιδιότητα.

Η σημασία της ταξινόμησης είναι πρακτική, όχι θεωρητική, καθώς κάθε κατηγορία ανοίγει διαφορετική δικονομική οδό και θέτει διαφορετική προθεσμία. Δύο αποφάσεις που μπορεί να φαίνονται όμοιες, είναι πιθανό να ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και να απαιτούν εντελώς διαφορετικό χειρισμό.

Η άκυρη απόφαση προϋποθέτει σοβαρό ελάττωμα. Άκυρη είναι η απόφαση όταν δεν υπήρξε καθόλου σύγκληση της συνέλευσης ή όταν το περιεχόμενό της αντίκειται στον νόμο ή το καταστατικό.

Αντίθετα, η πλημμελής μεν αλλά υπαρκτή σύγκληση οδηγεί σε ακυρωσία και όχι σε ακυρότητα. Η ακυρώσιμη απόφαση καλύπτει τα ελαττώματα του τρόπου λήψης, μεταξύ των οποίων η μη παροχή πληροφοριών για θέματα της ημερήσιας διάταξης (άρθρο 141) και η καταχρηστική άσκηση της εξουσίας της πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας.

Η ανυπόστατη απόφαση δεν φέρει καν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα απόφασης της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 226/2022). Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου στην ψηφοφορία συμμετείχαν στο σύνολό τους πρόσωπα χωρίς μετοχική ιδιότητα, ή όπου το πρακτικό χωρίς συνεδρίαση δεν υπογράφηκε από όλους τους μετόχους.

Όταν το διοικητικό συμβούλιο έχει εκλεγεί με ανυπόστατη ή άκυρη απόφαση, θεωρείται ότι η εταιρεία στερείται διοίκησης και διορίζεται προσωρινό διοικητικό συμβούλιο (ΑΠ 547/2019).

ΚατηγορίαΤυπικός λόγοςΕίδος αγωγήςΠροθεσμίαΝομιμοποίηση
Ακυρώσιμη (άρθρο 137)Μη νόμιμος τρόπος λήψης, κατάχρηση πλειοψηφίας, μη παροχή πληροφοριώνΔιαπλαστική (ακύρωσης)4 μήνεςΜέτοχος 2% που δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε, μέλος ΔΣ
Άκυρη (άρθρο 138)Παντελής έλλειψη σύγκλησης, περιεχόμενο αντίθετο στον νόμο ή το καταστατικόΑναγνωριστική1 έτοςΚάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον, αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο
Ανυπόστατη (άρθρο 139)Ψήφοι μη μετόχων, πρακτικό χωρίς συνεδρίαση χωρίς όλους τους μετόχουςΑναγνωριστικήΚαταρχήν απρόθεσμηΚάθε πρόσωπο με έννομο συμφέρον

Ποια οδός χωρεί: αγωγή ακύρωσης ή αναγνώριση ακυρότητας;

Η οδός εξαρτάται από την κατηγορία και η επιλογή της απαιτεί νομική κρίση. Η ακυρωσία επέρχεται μόνο με τελεσίδικη διαπλαστική απόφαση, δηλαδή απόφαση που μεταβάλλει τη νομική κατάσταση. Δεν μπορεί να προβληθεί με ένσταση, ούτε παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο άλλης δίκης, ούτε εξωδίκως. Αντίθετα, η ακυρότητα αναγνωρίζεται με αναγνωριστική αγωγή, μπορεί να προβληθεί και παρεμπιπτόντως, ενώ το δικαστήριο τη λαμβάνει και αυτεπαγγέλτως υπόψη.

Η πρακτική συνέπεια της διάκρισης είναι ουσιώδης. Η ακυρώσιμη απόφαση παράγει πλήρως τα αποτελέσματά της έως ότου ακυρωθεί με δικαστική απόφαση. Η άκυρη απόφαση πάσχει από την αρχή, με αποτέλεσμα η αναγνωριστική αγωγή απλώς να διαπιστώνει μια προϋπάρχουσα κατάσταση.

Η αρμοδιότητα και η διαδικασία ταυτίζονται και για τις δύο μορφές. Η αγωγή εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας και στρέφεται κατά της εταιρείας (άρθρο 137 παρ. 7). Η δυσκολία δεν βρίσκεται στην αρμοδιότητα αλλά στην ορθή υπαγωγή του ελαττώματος στην ορθή κατηγορία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μη προφανούς υπαγωγής είναι η καταχρηστική άσκηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, η οποία, αν και αποτελεί ελάττωμα του περιεχομένου, υπάγεται από τον νόμο στην ακυρωσία (άρθρο 137 παρ. 2) και όχι στην ακυρότητα. Λάθος επιλογή δικονομικού οχήματος οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής, ανεξάρτητα από το βάσιμο της ουσιαστικής αιτίασης.

Μέχρι πότε προσβάλλεται η απόφαση και πότε θεραπεύεται;

Η αγωγή ακύρωσης ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων μηνών από τη λήψη της απόφασης ή, αν αυτή υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώρισή της στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ). Για την ακυρότητα η αποκλειστική προθεσμία είναι ένα έτος. Σημειώνεται ότι «αποκλειστική» είναι η προθεσμία που δεν αναστέλλεται ούτε διακόπτεται και της οποίας η παρέλευση αποσβέννυει το δικαίωμα.

Το κρίσιμο σημείο για τον θιγόμενο μέτοχο είναι ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί ουδέτερα. Η ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης θεραπεύεται με την πάροδο της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας. Έκτοτε, ακόμη και η εξ ορισμού άκυρη απόφαση, παγιώνεται και δεν προσβάλλεται πλέον (ΑΠ 214/2022). Έως τη συμπλήρωση του έτους, η εταιρεία δεν μπορεί να αποκρούσει την επίκληση της ακυρότητας ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα.

Η εμπειρία από υποθέσεις προσβολής αποφάσεων γενικής συνέλευσης δείχνει ότι κρίσιμη είναι η έγκαιρη τήρηση της προθεσμίας. Η τετράμηνη προθεσμία της ακυρωσίας εκπνέει, συχνά πριν ο θιγόμενος μέτοχος ολοκληρώσει τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού και τη νομική τεκμηρίωση.

Ποιος μέτοχος νομιμοποιείται να ζητήσει την ακύρωση;

Την ακύρωση μπορεί να ζητήσει ο μέτοχος που κατέχει το 2% του κεφαλαίου, εφόσον δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση, καθώς και κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου χωριστά. Ο μέτοχος που δεν συγκεντρώνει το ποσοστό αυτό δεν νομιμοποιείται προς ακύρωση, διατηρεί όμως αξίωση αποζημίωσης κατά της εταιρείας.

Η προϋπόθεση της εναντίωσης είναι λεπτή. Η αντίθεση πρέπει να είναι ρητή: η απλή αρνητική ψήφος δεν θεωρείται κατ’ ανάγκη εναντίωση, εφόσον δεν συνοδεύεται από σαφή δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η εμπειρία από εταιρικές διαφορές δείχνει ότι η απουσία ρητής εναντίωσης στα πρακτικά αρκεί για να κριθεί απαράδεκτη μια, κατά τα άλλα, βάσιμη αγωγή ακύρωσης.

Για τους μετόχους που υπολείπονται του ορίου του 2%, ο νόμος προβλέπει εναλλακτική προστασία αντί της ακύρωσης. Μπορούν να αξιώσουν από την εταιρεία αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν (άρθρο 137 παρ. 4). Αξίωση αποζημίωσης διατηρείται και όταν η απόφαση τελικά ακυρώθηκε. Η μειοψηφία διαθέτει και άλλα μέσα ελέγχου, όπως ο έκτακτος έλεγχος της εταιρείας, που μπορούν να αναδείξουν τις πλημμέλειες πριν φτάσει η υπόθεση στο στάδιο της προσβολής.

Πότε αποκλείεται ή θεραπεύεται η προσβολή της απόφασης;

Η ακυρωσία αποκλείεται όταν η ίδια η γενική συνέλευση επικυρώσει με νεότερη απόφαση την πλημμελή, διορθώνοντας ή αποκαθιστώντας το ελάττωμα που αποτελούσε τον λόγο της. Στην περίπτωση αυτή παύει η δυνατότητα ακύρωσης, διατηρείται όμως αξίωση αποζημίωσης για τους ζημιωθέντες. Δεν θεμελιώνει ακυρωσία η αντίθεση της απόφασης σε εσωτερικό κανονισμό ή σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων.

Η δυνατότητα της συνέλευσης να διορθώνει ή να ανακαλεί τις αποφάσεις της λειτουργεί ως μηχανισμός θεραπείας που μπορεί να εξουδετερώσει μια εκκρεμή προσβολή. Πρόκειται για διακριτή ενέργεια από τη δικαστική προσβολή, με δικές της προϋποθέσεις και συνέπειες.

Ο νόμος αποκλείει ρητά την ακυρωσία σε σειρά επιμέρους περιπτώσεων:

  • όταν συμμετείχαν στη συνέλευση πρόσωπα χωρίς δικαίωμα αλλά η συμμετοχή τους δεν ήταν αποφασιστική για την απαρτία ή την πλειοψηφία,
  • όταν πρόκειται για ακυρότητα ή ακυρωσία επιμέρους ψήφων που δεν ήταν αποφασιστικές,
  • όταν υπάρχουν αοριστίες του πρακτικού που δεν εμποδίζουν τη διάγνωση του περιεχομένου της απόφασης και
  • όταν το ελάττωμα της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου για τη σύγκληση δεν στέρησε από τους μετόχους έγκαιρη και επαρκή πληροφόρηση (άρθρο 137 παρ. 5).

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η σχέση με τη μετοχική συμφωνία (shareholders’ agreement, SHA). Η παραβίαση της εξωεταιρικής αυτής συμφωνίας γεννά συμβατικές αξιώσεις μεταξύ των μερών, χωρίς να θίγει το κύρος της εταιρικής απόφασης (ΑΠ 1448/2014). Η συνύπαρξη του εταιρικού με το συμβατικό επίπεδο παράγει μη προφανές αποτέλεσμα, καθώς μια απόφαση μπορεί να είναι έγκυρη εταιρικά αλλά να συνεπάγεται παράβαση συγκεκριμένης ρήτρας της μετοχικής συμφωνίας, με συμβατικές συνέπειες παράλληλες προς την εταιρική εγκυρότητα.

Πώς προσβάλλεται απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου;

Άκυρη είναι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της οποίας το περιεχόμενο αντίκειται στον νόμο ή το καταστατικό (άρθρο 95). Άκυρη είναι και η απόφαση που λήφθηκε με μη νόμιμο τρόπο, εκτός αν λήφθηκε ομόφωνα από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, παρόντα ή νομίμως εκπροσωπούμενα. Την ακυρότητα προβάλλουν, εντός έξι μηνών, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου καθώς και τρίτοι, μέτοχοι ή μη, με προσωπικό και ειδικό έννομο συμφέρον.

Η εξάμηνη προθεσμία εκκινεί από την καταχώριση της απόφασης στο ΓΕΜΗ, για όσες αποφάσεις υποβάλλονται σε δημοσιότητα, άλλως από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση όπου από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή η δυνατότητα επίκλησης της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία. Η ομοφωνία θεραπεύει μόνο τα ελαττώματα του τρόπου λήψης, όχι τα ελαττώματα του περιεχομένου.

Σε αντίθεση με τη γενική συνέλευση, το άρθρο 95 δεν προβλέπει την κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας ως αυτοτελή λόγο ελαττωματικότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου. Πριν από κάθε προσβολή σταθμίζεται η προστασία των τρίτων, καθώς οι άκυρες και ακυρώσιμες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου δεν αντιτάσσονται έναντι καλόπιστων τρίτων για πράξεις καθ’ υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή για περιορισμούς της εξουσίας του οργάνου, σύμφωνα με τις αρχές της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132.

Όργανο και είδοςΠροθεσμίαΣημείο εκκίνησης
Γενική συνέλευση, ακυρωσία (άρθρο 137)4 μήνεςΛήψη ή καταχώριση στο ΓΕΜΗ
Γενική συνέλευση, ακυρότητα (άρθρο 138)1 έτοςΛήψη ή καταχώριση στο ΓΕΜΗ
Διοικητικό συμβούλιο (άρθρο 95)6 μήνεςΚαταχώριση στο ΓΕΜΗ ή στο βιβλίο πρακτικών

Συχνές Ερωτήσεις

Αρκεί η αρνητική ψήφος για να προσβληθεί η απόφαση;

Όχι πάντα. Το άρθρο 137 απαιτεί ο μέτοχος είτε να μην παρέστη είτε να έχει αντιταχθεί στην απόφαση. Η αντίθεση πρέπει να είναι ρητή και να καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η απλή αρνητική ψήφος, χωρίς σαφή δήλωση εναντίωσης, ενδέχεται να μην επαρκεί για τη θεμελίωση της νομιμοποίησης προς άσκηση της αγωγής ακύρωσης.

Τι συμβαίνει αν περάσει η τετράμηνη προθεσμία;

Η προθεσμία των τεσσάρων μηνών για την ακυρωσία είναι αποκλειστική. Μετά την εκπνοή της η απόφαση δεν ακυρώνεται πλέον. Αν το ελάττωμα συνιστά λόγο ακυρότητας, η προθεσμία είναι ένα έτος. Μετά την παρέλευση και αυτού, ακόμη και η άκυρη απόφαση θεραπεύεται (ΑΠ 214/2022) και δεν προσβάλλεται.

Μπορεί μια άκυρη απόφαση να θεραπευτεί με τον χρόνο;

Ναι. Η ακυρότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης θεραπεύεται με την πάροδο της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας και έκτοτε το δικαίωμα προσβολής αποσβέννυται. Έως τότε το δικαστήριο λαμβάνει την ακυρότητα και αυτεπαγγέλτως υπόψη και η εταιρεία δεν μπορεί να αποκρούσει την επίκλησή της ως καταχρηστική (ΑΠ 214/2022).

Η αντίθεση της απόφασης σε εξωεταιρική συμφωνία θεμελιώνει ακύρωση;

Όχι. Λόγος ακυρωσίας ή ακυρότητας είναι η αντίθεση στον νόμο ή το καταστατικό, όχι σε εξωεταιρική συμφωνία μετόχων ή σε εσωτερικό κανονισμό. Η παραβίαση της μετοχικής συμφωνίας γεννά συμβατικές αξιώσεις μεταξύ των μερών, χωρίς να θίγει το κύρος της εταιρικής απόφασης έναντι της εταιρείας (ΑΠ 1448/2014).

Ποιο δικαστήριο δικάζει την αγωγή ακύρωσης;

Η αγωγή ακύρωσης απόφασης της γενικής συνέλευσης εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας και στρέφεται κατά της εταιρείας (άρθρο 137 παρ. 7). Η άσκηση της αγωγής και η δικαστική απόφαση που ακυρώνει την εταιρική απόφαση υποβάλλονται σε δημοσιότητα και ισχύουν έναντι όλων, με προστασία των καλόπιστων τρίτων.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χαρακτηρισμός του ελαττώματος πρώτα: Η ταξινόμηση της απόφασης ως ακυρώσιμης, άκυρης ή ανυπόστατης προηγείται κάθε ενέργειας, διότι καθορίζει την αγωγή και την προθεσμία. Λανθασμένος χαρακτηρισμός οδηγεί σε απόρριψη.

Προθεσμία ως πρώτη προτεραιότητα: Η τετράμηνη και η ετήσια προθεσμία είναι αποκλειστικές. Η συγκέντρωση των αποδεικτικών και η σύνταξη της αγωγής ξεκινούν αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης, ώστε να μην εκπνεύσει το δικαίωμα.

Ρητή εναντίωση στα πρακτικά: Ο μέτοχος που διαφωνεί φροντίζει να καταχωριστεί σαφής δήλωση εναντίωσης, ώστε να διασφαλίσει τη νομιμοποίησή του προς προσβολή.

Διάκριση ακύρωσης από ανάκληση: Η δικαστική προσβολή διαφέρει από την ανάκληση της απόφασης από την ίδια τη συνέλευση. Η επιλογή μεταξύ τους είναι στρατηγική και εξαρτάται από τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Στάθμιση συνεπειών για τρίτους: Πριν από κάθε προσβολή εκτιμώνται οι συνέπειες σε καλόπιστους τρίτους που συναλλάχθηκαν βάσει της απόφασης, καθώς η ακύρωση ισχύει έναντι όλων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τις ελαττωματικές αποφάσεις των οργάνων της Ανώνυμης Εταιρείας.

Λύση Ανώνυμης Εταιρείας: Πότε Είναι Υποχρεωτική

Λύση ΑΕ: Πότε Είναι Υποχρεωτική, Πότε Προτιμάται και Ποια η Εναλλακτική

Εν συντομία:

  • Η ανώνυμη εταιρεία δεν λύεται μόνο όταν το αποφασίσουν οι μέτοχοι. Ορισμένα γεγονότα γεννούν υποχρέωση της διοίκησης να φέρει το θέμα της λύσης στη γενική συνέλευση.
  • Όταν τα ίδια κεφάλαια πέσουν κάτω από το μισό του μετοχικού κεφαλαίου, το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να συγκαλέσει γενική συνέλευση μέσα σε έξι μήνες, με θέμα τη λύση ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου.
  • Η εκούσια λύση είναι μία μόνο επιλογή. Εναλλακτικές είναι η ανακεφαλαιοποίηση, ο μετασχηματισμός και, σε αδιέξοδο, η δικαστική λύση κατόπιν αίτησης μετόχων μειοψηφίας ή τρίτου με έννομο συμφέρον.
  • Η διακοπή εργασιών τακτοποιεί τη φορολογική εικόνα αλλά δεν υποκαθιστά τη νομική λύση και τη διαγραφή από το ΓΕΜΗ.
  • Η επιλογή καθορίζει τον χρόνο, το κόστος και την προσωπική ευθύνη των διοικούντων.

Πότε υποχρεούται η διοίκηση ΑΕ να θέσει θέμα λύσης;

Η διοίκηση υποχρεούται να θέσει θέμα λύσης όταν το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας γίνει κατώτερο από το μισό του μετοχικού κεφαλαίου. Στην περίπτωση αυτή, το διοικητικό συμβούλιο οφείλει να συγκαλέσει γενική συνέλευση μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τη λήξη της χρήσης, με θέμα τη λύση της εταιρείας ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου (άρθρο 119 παρ. 4 Ν. 4548/2018).

Η ρύθμιση αυτή μετατοπίζει τη λύση από προαιρετική απόφαση των μετόχων σε νομική υποχρέωση του ΔΣ. Η δραστική μείωση των ιδίων κεφαλαίων κάτω από το όριο του 1/2 ενεργοποιεί καθήκον της διοίκησης ανεξάρτητα από το αν η ίδια επιθυμεί τη λύση. Ως «άλλο μέτρο» νοείται η αύξηση κεφαλαίου, η μείωση κεφαλαίου με ταυτόχρονη αύξηση για απορρόφηση ζημιών, ή ο μετασχηματισμός σε άλλον εταιρικό τύπο.

Η σύγκληση της γενικής συνέλευσης δεν εξαντλεί την υποχρέωση. Η διατύπωση της ημερήσιας διάταξης και η τεκμηρίωση της επιλεγείσας λύσης στα πρακτικά καθορίζουν αν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου καλύπτονται έναντι μεταγενέστερης αμφισβήτησης για παράβαση των καθηκόντων τους.

Η εμπειρία από υποθέσεις ανεπαρκών ιδίων κεφαλαίων δείχνει ότι η παράλειψη ή η καθυστερημένη σύγκληση είναι το σημείο όπου θεμελιώνεται προσωπική έκθεση των διοικούντων και όχι η ίδια η οικονομική δυσχέρεια. Η λύση κατά τον Ν. 4548/2018 αποτελεί την αφετηρία ενός ευρύτερου πλέγματος λύσης και εκκαθάρισης που διαφέρει ανά εταιρικό τύπο.

Πότε επιλέγεται η εκούσια λύση και πότε ηπιότερο μέτρο;

Η εκούσια λύση επιλέγεται όταν οι μέτοχοι κρίνουν ότι η δραστηριότητα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της, χωρίς προοπτική ανάκαμψης ή μεταβίβασης. Λαμβάνεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης σε αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία και υποβάλλεται σε δημοσιότητα στο ΓΕΜΗ (άρθρο 164 Ν. 4548/2018). Ο εταιρικός τύπος της ανώνυμης εταιρείας δεν εμποδίζει αυτή τη λύση, την υποχρεώνει όμως σε αυστηρότερες διατυπώσεις.

Όταν το πρόβλημα είναι κεφαλαιακό αλλά η δραστηριότητα παραμένει βιώσιμη, η ανακεφαλαιοποίηση προτιμάται έναντι της λύσης. Όταν η αξία της επιχείρησης διασώζεται με άλλο σχήμα, ενδείκνυται ο μετασχηματισμός σε άλλον εταιρικό τύπο ή η συγχώνευση με υφιστάμενο σχήμα.

Η επιλογή μεταξύ εκούσιας λύσης, ανακεφαλαιοποίησης και μετασχηματισμού εξαρτάται από τη βιωσιμότητα της δραστηριότητας, τη φορολογική στρατηγική των μετόχων και την ύπαρξη υποψήφιου αγοραστή. Ο παρακάτω πίνακας συγκρίνει τις βασικές επιλογές αντιμετώπισης μιας ΑΕ που φτάνει σε κρίσιμο σημείο.

ΕπιλογήΠότε ενεργοποιείταιΠοιος αποφασίζειΤι τακτοποιείΤι δεν τακτοποιεί
Εκούσια λύση και εκκαθάρισηΟλοκλήρωση κύκλου, χωρίς προοπτική ανάκαμψηςΓενική συνέλευση (αυξημένη απαρτία)Οριστικό τέλος, διαγραφή ΓΕΜΗΔεν εφαρμόζεται σε αδυναμία πληρωμών
Ανακεφαλαιοποίηση ή άλλο μέτροΊδια κεφάλαια κάτω από το μισό, βιώσιμη δραστηριότηταΓενική συνέλευσηΔιατήρηση εταιρείας, άρση υποχρέωσης άρθρου 119Δεν λύνει διαρθρωτική απαξίωση
Μετασχηματισμός ή συγχώνευσηΗ αξία διασώζεται σε άλλο σχήμαΓενική συνέλευση, εγκρίσειςΣυνέχιση δραστηριότητας σε νέα μορφήΑπαιτεί υποψήφιο σχήμα ή αποκτώντα
Δικαστική λύση (άρθρα 165, 166)Μετοχικό αδιέξοδο ή έλλειψη νόμιμων προϋποθέσεωνΜονομελές ΠρωτοδικείοΈξοδος από μόνιμο αδιέξοδοΧρονοβόρα, έσχατο μέσο
Διακοπή εργασιών (αδρανοποίηση)Παύση δραστηριότητας χωρίς τυπική λύσηΔιοίκηση, δήλωση στην ΑΑΔΕΦορολογική εικόναΔεν αίρει υποχρέωση λύσης και διαγραφής
ΠτώχευσηΓενική και διαρκής αδυναμία πληρωμώνΔικαστήριο, σύνδικοςΣυλλογική ικανοποίηση δανειστώνΥποκαθιστά την κοινή εκκαθάριση

Πότε επιβάλλει τρίτος ή μέτοχος δικαστική λύση;

Η δικαστική λύση δεν εξαρτάται πάντα ή μόνο από τη βούληση της πλειοψηφίας. Ο νόμος επιτρέπει σε μέτοχο μειοψηφίας ή σε τρίτο με έννομο συμφέρον να ζητήσει από το δικαστήριο τη λύση της εταιρείας, σε δύο διακριτές περιπτώσεις με διαφορετικές προϋποθέσεις (άρθρα 165 και 166 Ν. 4548/2018).

Λύση με αίτηση μετόχων για σπουδαίο λόγο

Η εταιρεία μπορεί να λυθεί με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση μετόχου ή μετόχων που εκπροσωπούν το ένα τρίτο τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου, αν υφίσταται σπουδαίος λόγος που, κατά τρόπο προφανή και μόνιμο, καθιστά τη συνέχιση της εταιρείας αδύνατη (άρθρο 166). Ο νόμος αναφέρει ως τυπική περίπτωση το αδιέξοδο από ίσες συμμετοχές, όταν η εκλογή διοικητικού συμβουλίου είναι αδύνατη ή η εταιρεία δεν μπορεί να λειτουργήσει.

Η συγκεκριμένη λύση αντιμετωπίζεται νομολογιακά ως έσχατο μέσο, καθώς προέχει η διατήρηση της εταιρείας. Πριν εκδώσει την απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας, που δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, παρέχει προθεσμία δύο έως τεσσάρων μηνών για άρση του λόγου λύσης, ιδίως μέσω εξαγοράς μετοχών μεταξύ των μετόχων.

Στη νομολογία για τις προσωπικές εταιρείες (που μελετάται αναλογικά), η ΑΠ 1140/2021 δέχθηκε ότι η δικαστική λύση για σπουδαίο λόγο χωρεί μόνο όταν δεν ανευρέθηκε άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου, αρχή που διέπει και τη λύση της ανώνυμης εταιρείας.

Η άμυνα της εταιρείας έναντι αίτησης δικαστικής λύσης στηρίζεται στην ανάδειξη ηπιότερου μέτρου εντός της προθεσμίας. Η καταστατικές ρήτρες εξόδου ή εξαγοράς, ad hoc προσαρμοσμένων στη μετοχική σύνθεση, μπορεί να παρέχουν εναλλακτικές και να διασωθεί η εταιρεία. Η εμπειρία από υποθέσεις μετοχικού αδιεξόδου δείχνει ότι το αποτέλεσμα κρίνεται στη διαπραγμάτευση αυτών των μηχανισμών.

Λύση με αίτηση τρίτου που έχει έννομο συμφέρον

Επίσης, η εταιρεία μπορεί να λυθεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον (άρθρο 165), αν συντρέχει μία από τρεις περιπτώσεις:

  1. κατά τη σύσταση δεν καταβλήθηκε το καταβλητέο κεφάλαιο και παραμένει μη καταβεβλημένο κατά την υποβολή της αίτησης,
  2. η εταιρεία δεν έχει το ελάχιστο κεφάλαιο που ορίζει ο νόμος, ή
  3. δεν έχει υποβάλει προς καταχώριση χρηματοοικονομικές καταστάσεις δύο τουλάχιστον συνεχών διαχειριστικών χρήσεων.

Έννομο συμφέρον θεμελιώνουν, μεταξύ άλλων, οι δανειστές της εταιρείας και οι ελεγκτές της, ενώ η απόφαση που κηρύσσει τη λύση είναι διαπλαστική και ισχύει έναντι όλων. Ο τρίτος λόγος (μη υποβολή χρηματοοικονομικών καταστάσεων), συνδέει άμεσα την παρατεταμένη αδράνεια με κίνδυνο εξωτερικά επιβαλλόμενης λύσης.

Τέλος, υφίσταται και η περίπτωση του άρθρου 45, όπου το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη λύση, αν η εξαγορά μετοχών της μειοψηφίας από την εταιρεία, την οποία το ίδιο διέταξε, δεν ολοκληρωθεί από πταίσμα του υπόχρεου.

Λύση ή αδράνεια: τι δεν λύνει η διακοπή εργασιών;

Η διακοπή εργασιών δεν είναι εναλλακτική της λύσης. Τακτοποιεί τη φορολογική εικόνα μιας εταιρείας που έπαψε να δραστηριοποιείται, αλλά δεν αίρει την υποχρέωση να ολοκληρωθεί η νομική λύση και η διαγραφή από το ΓΕΜΗ. Η εταιρεία εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο, με όλες τις σχετικές εταιρικές υποχρεώσεις σε ισχύ.

Η εκπρόθεσμη διακοπή εργασιών λειτουργεί ως αμυντικό φορολογικό εργαλείο για επιχειρήσεις που έπαψαν την πραγματική τους δραστηριότητα. Δεν μετατρέπει όμως την αδράνεια σε νόμιμο τερματισμό. Αντίθετα, μια εταιρεία που μένει αδρανής και δεν υποβάλλει χρηματοοικονομικές καταστάσεις εκτίθεται στον λόγο δικαστικής λύσης του άρθρου 165, με πρωτοβουλία δανειστή ή άλλου έχοντος έννομο συμφέρον. Η αδρανοποίηση απλά μεταθέτει το πρόβλημα, δεν το λύνει.

Τι ακολουθεί τη λύση της ΑΕ;

Με τη λύση, με εξαίρεση την περίπτωση της πτώχευσης, η εταιρεία περνά αυτοδικαίως στο στάδιο της εκκαθάρισης. Διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, η επωνυμία της συμπληρώνεται με τη μνεία «υπό εκκαθάριση» και εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με τη σύνταξη του τελικού ισολογισμού και τη διαγραφή από το ΓΕΜΗ.

Όταν προκύπτει σύγκρουση ή αδράνεια στο πρόσωπο του εκκαθαριστή, ο νόμος προβλέπει δικαστική αντικατάσταση εκκαθαριστή για σπουδαίο λόγο, ενώ πριν την οριστική διανομή της εταιρικής περιουσίας στους μετόχους, παραμένει ανοιχτή και η αναβίωση της λυθείσας εταιρείας με νέα απόφαση της γενικής συνέλευσης.

Συχνές Ερωτήσεις

Τι γίνεται με την εκκαθάριση ΑΕ που έχει χρέη;

Όταν η εταιρεία βρίσκεται σε γενική και διαρκή αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, η κοινή εκκαθάριση δεν είναι η ενδεδειγμένη λύση. Εφαρμόζεται ο Ν. 4738/2020 με κήρυξη πτώχευσης και διορισμό συνδίκου, που υποκαθιστά την εκκαθάριση και ικανοποιεί τους δανειστές κατά νόμιμη σειρά. Πριν φτάσει εκεί, ο εξωδικαστικός μηχανισμός επιτρέπει επαναδιαπραγμάτευση οφειλών χωρίς διακοπή λειτουργίας.

Πώς επηρεάζει η ύπαρξη ακινήτου τη λύση ΑΕ;

Το ακίνητο εντάσσεται στην εταιρική περιουσία που ρευστοποιείται ή διανέμεται κατά την εκκαθάριση. Η μεταβίβαση ή η αυτούσια διανομή του στους μετόχους γεννά φορολογικές συνέπειες και απαιτεί αποτίμηση, στοιχεία που καθορίζουν τον χρόνο και το κόστος της εκκαθάρισης. Η παρουσία ακινήτου συχνά κατευθύνει την επιλογή μεταξύ ρευστοποίησης και διανομής σε είδος.

Ποιες οι συνέπειες της πτώχευσης για τη λύση;

Η κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση αποτελεί αυτοτελή λόγο λύσης κατά το άρθρο 164. Δεν ακολουθεί η κοινή εκκαθάριση, αλλά η πτωχευτική διαδικασία με διορισμό συνδίκου. Λόγο λύσης συνιστά και η απόρριψη της αίτησης πτώχευσης λόγω ανεπάρκειας της περιουσίας του οφειλέτη να καλύψει τα έξοδα της διαδικασίας.

Μπορεί μια λυθείσα ΑΕ να αναβιώσει;

Ναι. Εταιρεία που λύθηκε με απόφαση της γενικής συνέλευσης ή λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειάς της μπορεί να αναβιώσει με νέα απόφαση των μετόχων. Η αναβίωση αποκλείεται εφόσον έχει ήδη ξεκινήσει η διανομή της εταιρικής περιουσίας στους μετόχους. Η δυνατότητα αυτή έχει σημασία όταν προκύψει νέα επιχειρηματική προοπτική κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Παρακολούθηση ιδίων κεφαλαίων: Η πτώση των ιδίων κεφαλαίων κάτω από το μισό του μετοχικού κεφαλαίου γεννά υποχρέωση σύγκλησης γενικής συνέλευσης εντός έξι μηνών. Η καθυστέρηση, όχι η ζημία αυτή καθαυτή, είναι το σημείο θεμελίωσης ευθύνης των διοικούντων.

Επιλογή διαδρομής πριν την απόφαση: Η σύγκριση εκούσιας λύσης, ανακεφαλαιοποίησης και μετασχηματισμού γίνεται με βάση τη βιωσιμότητα και τη φορολογική στρατηγική, πριν τυποποιηθεί η απόφαση της γενικής συνέλευσης.

Η αδράνεια δεν ολοκληρώνει τη λύση: Η διακοπή εργασιών τακτοποιεί τη φορολογική όψη αλλά αφήνει ανοιχτή την υποχρέωση νομικής λύσης και διαγραφής, ενώ η μη υποβολή ισολογισμών εκθέτει σε δικαστική λύση από τρίτο.

Άμυνα σε δικαστική λύση: Η προθεσμία των δύο έως τεσσάρων μηνών για άρση του λόγου λύσης αξιοποιείται με ανεύρεση ηπιότερων μέτρων. Τυχόν καταστατικές ρήτρες εξαγοράς προσαρμοσμένες στη μετοχική σύνθεση μπορούν να διασώσουν την εταιρεία.

Χρόνος και αναβίωση: Η αναβίωση παραμένει εφικτή μόνο πριν τη διανομή της περιουσίας, στοιχείο που καθορίζει το χρονικό περιθώριο αλλαγής πορείας κατά την εκκαθάριση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους λόγους λύσης της Ανώνυμης Εταιρείας.

Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων ή Καταστατικό: Ποιο Δεσμεύει & Τι

Πότε Χρειάζεται Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων και Τι Ισχύει σε Παράβαση

Περιληπτικά:

  • Η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (Shareholders’ Agreement, – SHA) ρυθμίζει σχέσεις που ο αναγκαστικός χαρακτήρας του δικαίου της ανώνυμης εταιρείας δεν επιτρέπει να ενταχθούν στο καταστατικό: δέσμευση ψήφου, δικαιώματα εξόδου, χρηματοδότηση, σύνθεση της διοίκησης.
  • Το καταστατικό δεσμεύει εταιρεία, όργανα και τρίτους, αλλά δημοσιεύεται και τροποποιείται δύσκολα. Το SHA δεσμεύει μόνο τους συμβαλλομένους, με αντάλλαγμα εμπιστευτικότητα και ευελιξία.
  • Η παράβαση του SHA γεννά αξίωση αποζημίωσης, όχι ακύρωση απόφασης της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου (ΑΠ 1448/2014, ΑΠ 1121/2006). Επειδή η ζημία αποδεικνύεται δύσκολα, η ποινική ρήτρα είναι ο πρακτικός μηχανισμός.
  • Ρήτρες που περιορίζουν, ευθέως ή εμμέσως, την ελεύθερη ανάκληση μελών του διοικητικού συμβουλίου είναι άκυρες έναντι της εταιρείας (ΑΠ 1810/2022, ΑΠ 1448/2014).

Πότε χρειάζεται εξωεταιρική συμφωνία μετόχων και τι ρυθμίζει που δεν χωρά στο καταστατικό;

Η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (Shareholders’ Agreement – SHA) χρειάζεται όταν οι μέτοχοι θέλουν να ρυθμίσουν σχέσεις που ο αναγκαστικός χαρακτήρας του δικαίου της ανώνυμης εταιρείας δεν επιτρέπει να ενταχθούν στο καταστατικό. Πρόκειται για σύμβαση μεταξύ των μετόχων, ενίοτε και με τρίτους ή την ίδια την εταιρεία, με αντικείμενο την άσκηση εταιρικών δικαιωμάτων, τη χρηματοδότηση, τη σύνθεση της διοίκησης και την έξοδο από την εταιρεία.

Το δίκαιο της ανώνυμης εταιρείας περιέχει, κατά κύριο λόγο, κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Το καταστατικό δεν μπορεί να αποκλίνει από αυτούς, ούτε να ρυθμίσει ελεύθερα ζητήματα όπως τον τρόπο που θα ψηφίσει ο κάθε μέτοχος ή την υποχρέωσή του να πουλήσει τις μετοχές του υπό όρους. Η εξωεταιρική συμφωνία καλύπτει ακριβώς αυτό το κενό, ενώ θεμελιώνεται στην ελευθερία των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) και έχει ενοχικό χαρακτήρα, δηλαδή δεσμεύει μόνο όσους την υπογράφουν.

Στην πράξη, η ανάγκη συνήθως εμφανίζεται όταν εισέρχεται στρατηγικός επενδυτής, όταν συνεργάζονται ιδρυτές με διαφορετική συνεισφορά ή όταν σχεδιάζεται μελλοντική έξοδος. Τότε συμφωνούνται ρυθμίσεις που δεν χωρούν στο καταστατικό. Συχνά προστίθενται ρήτρες σταδιακής κατοχύρωσης μετοχών (vesting), όροι για την εξαγορά μετοχών μειοψηφίας και προβλέψεις για τη συμμετοχή του επενδυτή μέσω προνομιούχων μετοχών, ή τα δικαιώματα drag along και tag along.

Πέρα από τη μεταβίβαση, η συμφωνία ρυθμίζει συχνά και τη λήψη αποφάσεων. Καθορίζει θέματα αυξημένης πλειοψηφίας (reserved matters) για τα οποία απαιτείται η σύμπραξη της μειοψηφίας, μηχανισμούς επίλυσης αδιεξόδου (deadlock) όταν οι μέτοχοι ισοψηφούν, ρήτρα αμοιβαίας εξαγοράς (shotgun) ως έσχατη λύση, υποχρεώσεις μη ανταγωνισμού και υπαγωγή των διαφορών σε διαιτησία. Κάθε όρος έχει διαφορετική νομική βαρύτητα και διαφορετικά όρια εγκυρότητας.

Η εξωεταιρική συμφωνία δεν υποκαθιστά τη μεταβίβαση των μετοχών ούτε το καταστατικό. Λειτουργεί παράλληλα, ως δεύτερο επίπεδο ρύθμισης μεταξύ συγκεκριμένων μετόχων. Η διάκριση των δύο επιπέδων είναι το πρώτο κρίσιμο σημείο, γιατί καθορίζει τι δεσμεύει και ποιον.

SHA ή καταστατικό: τι δεσμεύει, ποιον και πότε επιλέγεται το καθένα

Το καταστατικό και η εξωεταιρική συμφωνία λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα.

Το καταστατικό αποτελεί τον «οργανωτικό νόμο» της εταιρείας, δηλαδή δεσμεύει εταιρεία, όργανα και τρίτους με οργανική ισχύ, αλλά δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ και τροποποιείται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.

Η εξωεταιρική συμφωνία δεσμεύει μόνο όσους την υπογράφουν, παραμένει εμπιστευτική και τροποποιείται ελεύθερα.

ΚριτήριοΚαταστατικόΕξωεταιρική συμφωνία (SHA)
ΔέσμευσηΕταιρεία, όργανα, τρίτοι (οργανική ισχύς)Μόνο οι συμβαλλόμενοι μέτοχοι (ενοχική ισχύς)
ΔημοσιότηταΔημόσιο, καταχωρίζεται στο ΓΕΜΗΕμπιστευτικό, δεν δημοσιεύεται
ΤροποποίησηΑπόφαση ΓΣ με αυξημένη απαρτία και καταχώριση ΓΕΜΗΕλεύθερη συμφωνία των μερών
Συνέπεια παράβασηςΑκυρότητα ή προσβολή της εταιρικής πράξηςΑποζημίωση ή κατάπτωση ποινικής ρήτρας
Τυπικό περιεχόμενοΚεφάλαιο, όργανα, αρμοδιότητες, μεταβιβαστικοί περιορισμοίΔέσμευση ψήφου, drag/tag, exit, χρηματοδότηση

Η ίδια ρύθμιση παράγει διαφορετικό αποτέλεσμα ανάλογα με το πού τοποθετείται. Ένας περιορισμός μεταβίβασης μέσα στο καταστατικό δεσμεύει κάθε τρίτο αγοραστή. Ο ίδιος περιορισμός μέσα στο SHA δεσμεύει μόνο τον συμβαλλόμενο μέτοχο και αφήνει τον αγοραστή ελεύθερο, εκτός αν αναλάβει ρητά τη σχετική υποχρέωση.

Η εμπειρία από υποθέσεις σύνταξης συμφωνιών μετόχων δείχνει ότι το συχνότερο λάθος είναι η διατύπωση της συμφωνίας στο λάθος έγγραφο, με αποτέλεσμα να μην παράγει την προστασία που επιδίωκε ο μέτοχος.

Η σωστή κατανομή απαιτεί κρίση για το ποια στοιχεία πρέπει να αποκτήσουν καταστατική ισχύ και δημοσιότητα και ποια εξυπηρετεί να μείνουν εμπιστευτικά και ευέλικτα. Η διατύπωση της διεπαφής των δύο κειμένων, ώστε το ένα να μην αναιρεί το άλλο, καθορίζει αν η συνολική δομή θα αντέξει σε δικαστικό έλεγχο.

Τι ισχύει αν μέτοχος παραβιάσει το SHA ψηφίζοντας αντίθετα από τη συμφωνία;

Η παράβαση εξωεταιρικής συμφωνίας γεννά αξίωση αποζημίωσης κατά του υπαίτιου μετόχου, όχι ακύρωση της απόφασης της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου. Κατά την ΑΠ 1448/2014 και την ΑΠ 1121/2006, η συμφωνία παράγει ενοχικές μόνο συνέπειες και δεν θίγει το κύρος των εταιρικών αποφάσεων που λήφθηκαν κατά παράβασή της. Η απόφαση παραμένει έγκυρη και ο αντισυμβαλλόμενος αποζημιώνεται.

Αυτή είναι η αρχή του διαχωρισμού, η κρατούσα θέση στη νομολογία την οποία ακολουθεί η ΑΠ 1448/2014. Η συμφωνία λειτουργεί έξω από τον εταιρικό μηχανισμό. Ο μέτοχος που δεσμεύτηκε να ψηφίσει με ορισμένο τρόπο και ψήφισε αντίθετα παραβιάζει σύμβαση, όχι κανόνα εταιρικού δικαίου. Η ψήφος του προσμετράται κανονικά στη γενική συνέλευση και η ακύρωση της απόφασης της ΓΣ δεν χωρεί για τον λόγο αυτό.

Το πρακτικό πρόβλημα είναι η απόδειξη της ζημίας. Η ψήφος μπορεί να είναι μυστική, ο υπολογισμός της βλάβης από μια αντισυμβατική ψήφο είναι δυσχερής και, αν η ψήφος δεν επηρέασε το τελικό αποτέλεσμα, ζημία ενδέχεται να μην υπάρχει καθόλου. Για τον λόγο αυτό η αποζημίωση συχνά παραμένει θεωρητική.

Η λύση που επιλέγεται στην πράξη είναι η ποινική ρήτρα. Με αυτήν τα μέρη προσδιορίζουν εκ των προτέρων το ποσό που οφείλει ο παραβάτης ανά παράβαση, χωρίς ανάγκη απόδειξης ζημίας. Η διατύπωση της ρήτρας, το ύψος της και η σύνδεσή της με τη συγκεκριμένη δέσμευση είναι κρίσιμα, καθώς μια υπερβολική ή κακοδιατυπωμένη ρήτρα μπορεί να κριθεί άκυρη ή να μειωθεί, ενώ μια ρήτρα που εμμέσως αποκλείει δικαιώματα αναγκαστικού δικαίου προσκρούει στα όρια που εξετάζονται παρακάτω.

Μπορεί η παράβαση SHA να ακυρώσει απόφαση ΓΣ ή ΔΣ;

Κατά κανόνα όχι. Μόνο όταν όλοι οι μέτοχοι έχουν υπογράψει τη συμφωνία και αυτή λειτουργεί ως ερμηνευτικό και συμπληρωματικό κείμενο του καταστατικού, μέρος της νομολογίας δέχεται ότι η παράβαση μπορεί να θεμελιώσει ακυρότητα εταιρικής απόφασης. Ακόμη και τότε, όμως, η ακυρότητα προκύπτει μέσω του καταστατικού, όχι αυτοτελώς από τη συμφωνία.

Τη θέση αυτή, που αποτελεί την αρχή της ενότητας, εξέφρασε η ΠολΠρΑθ 5723/2006 σε διαφορά μετόχων οικογενειακής βιομηχανίας με στρατηγικό επενδυτή. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι, όταν στη σύμβαση συμμετέχει το σύνολο των μετόχων, αυτή καθίσταται ουσιώδες ερμηνευτικό κείμενο του καταστατικού για τον τρόπο διοίκησης. Η ακυρότητα όμως των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου στηρίχθηκε σε παράβαση συγκεκριμένης διάταξης του καταστατικού περί αυξημένης πλειοψηφίας, ερμηνευόμενης υπό το φως της σύμβασης, σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ. Δηλαδή, το δικαστήριο δεν στηρίχθηκε μόνο στην εξωεταιρική συμφωνία.

Η ίδια εταιρική διαμάχη έφτασε στον Άρειο Πάγο. Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη της ΑΠ 1121/2006, η εξωεταιρική συμφωνία ισχύει μόνο μεταξύ των συμβληθέντων, δεν έχει συνέπειες εταιρικού δικαίου και δεν δεσμεύει την εταιρεία που δεν την υπέγραψε. Η μειοψηφούσα γνώμη του ίδιου τμήματος υποστήριξε την αρχή της ενότητας ότι, δηλαδή, η συμφωνία όλων των μετόχων δεν είναι αδιάφορη για τα όργανα. Η διάσταση αυτή δείχνει ότι η αρχή της ενότητας παραμένει η εξαίρεση.

Το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι μια ρύθμιση που πρέπει οπωσδήποτε να δεσμεύει την εταιρεία και τα όργανά της δεν εξασφαλίζεται μέσω της εξωεταιρικής συμφωνίας. Η μόνη ασφαλής οδός είναι η ένταξή της στο καταστατικό, ενδεχομένως και σε συνδυασμό με υποχρέωση αυξημένης απαρτίας. Η εξωεταιρική συμφωνία προσφέρει ευελιξία και εμπιστευτικότητα, όχι οργανική δεσμευτικότητα.

Ποιες ρήτρες SHA είναι έγκυρες και πού σταματά η ελευθερία των μετόχων;

Έγκυρες είναι οι ρήτρες δέσμευσης ψήφου που δεν στερούν πλήρως το δικαίωμα ψήφου, καθώς και τα δικαιώματα συμπαράσυρσης, συμμετοχής και το δικαίωμα προτίμησης. Άκυρες έναντι της εταιρείας είναι οι ρήτρες που περιορίζουν, ευθέως ή εμμέσως, την ελεύθερη ανάκληση μελών του διοικητικού συμβουλίου από τη γενική συνέλευση, ακόμη και μέσω ρητρών αποζημίωσης ή ποινικών ρητρών.

Το όριο της δέσμευσης ψήφου χαράχθηκε από την ΑΠ 1448/2014: η συμφωνία με την οποία μέτοχοι δεσμεύονται να ψηφίζουν προς ορισμένη κατεύθυνση, ώστε η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου να αντιστοιχεί στη συμμετοχή τους, είναι έγκυρη εφόσον δεν στερεί πλήρως το δικαίωμα ψήφου και δεν αντίκειται στο εταιρικό συμφέρον.

Το πιο κρίσιμο όριο αφορά την ανάκληση της διοίκησης. Κατά την ΑΠ 1810/2022, το δικαίωμα της γενικής συνέλευσης να ανακαλεί ελεύθερα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν υπόκειται σε περιορισμό, ούτε ευθύ ούτε έμμεσο, με τη μορφή δυσμενών οικονομικών συνεπειών. Η εταιρεία δεν δεσμεύεται από τέτοιες συμφωνίες. Στην ΑΠ 1448/2014 ποινική ρήτρα ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ, που εξασφάλιζε δέσμευση ψήφου με αποτέλεσμα να αποκλείει στην πράξη την ανάκληση μελών για δέκα έτη, κρίθηκε αντίθετη σε κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

Η εμπειρία από επενδυτικούς γύρους δείχνει ότι η διασφάλιση θέσεων διοίκησης επιτυγχάνεται με έγκυρα εργαλεία, όπως το δικαίωμα ορισμού μελών εκ του καταστατικού, ή η αυξημένη πλειοψηφία για συγκεκριμένες θέσεις και όχι με αποτρεπτικές ρήτρες που προσκρούουν σε αναγκαστικού δικαίου κανόνες.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι τα άρθρα 18, 19 και 33 του ν. 2190/1920 στα οποία στηρίχθηκαν οι παραπάνω αποφάσεις αντικαταστάθηκαν από τον ν. 4548/2018, ο οποίος διατηρεί την αρχή της ελεύθερης ανάκλησης των μελών του διοικητικού συμβουλίου από τη γενική συνέλευση.

Συχνές Ερωτήσεις

Δεσμεύει η εξωεταιρική συμφωνία την ίδια την εταιρεία;

Κατά κανόνα όχι. Η εξωεταιρική συμφωνία έχει ενοχικό χαρακτήρα και δεσμεύει μόνο τους μετόχους που την υπέγραψαν, όχι την εταιρεία που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Κατά την ΑΠ 1121/2006 και την ΑΠ 1448/2014, δεν θίγει το κύρος των αποφάσεων των οργάνων. Εξαίρεση γίνεται δεκτή, υπό προϋποθέσεις, μόνο όταν υπογράφει το σύνολο των μετόχων και η συμφωνία λειτουργεί ως ερμηνευτικό κείμενο του καταστατικού.

Χρειάζεται συμβολαιογραφικός τύπος για την εξωεταιρική συμφωνία;

Όχι. Ως ενοχική σύμβαση καταρτίζεται κατ’ αρχήν ατύπως και ισχύει με απλό ιδιωτικό έγγραφο. Συμβολαιογραφικός τύπος απαιτείται μόνο αν η συμφωνία περιλαμβάνει δικαιοπραξία για την οποία ο νόμος προβλέπει τύπο. Στην πράξη συντάσσεται εγγράφως για λόγους απόδειξης.

Μπορεί η εξωεταιρική συμφωνία να υποχρεώσει μέτοχο να πουλήσει τις μετοχές του;

Ναι, μεταξύ των συμβαλλομένων. Το δικαίωμα συμπαράσυρσης (drag along) υποχρεώνει τη μειοψηφία να συμμετάσχει σε πώληση που αποφασίζει η πλειοψηφία, ενώ το δικαίωμα συμμετοχής (tag along) προστατεύει τη μειοψηφία. Η υποχρέωση δεσμεύει, όμως, μόνο τους υπογράφοντες. Έναντι τρίτου αγοραστή ισχύει μόνο αν ενσωματωθεί στο καταστατικό.

Τι υπερισχύει σε σύγκρουση καταστατικού και εξωεταιρικής συμφωνίας;

Ως προς την εταιρεία και τα όργανά της υπερισχύει το καταστατικό. Η εξωεταιρική συμφωνία ρυθμίζει τις σχέσεις των μετόχων μεταξύ τους και η παράβασή της οδηγεί σε αποζημίωση, όχι σε ανατροπή της εταιρικής πράξης. Για τον λόγο αυτό κρίσιμες ρυθμίσεις που πρέπει να δεσμεύουν την εταιρεία εντάσσονται στο καταστατικό.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Διεπαφή με το καταστατικό: κάθε ρύθμιση διατυπώνεται, μετά από αξιολόγηση, σε ένα από τα δύο έγγραφα. Όσα πρέπει να δεσμεύουν την εταιρεία ή τρίτους εντάσσονται στο καταστατικό, όσα αφορούν μόνο τις σχέσεις των μετόχων παραμένουν στη συμφωνία.

Ποινική ρήτρα αντί αποζημίωσης: επειδή η ζημία από αντισυμβατική ψήφο αποδεικνύεται δύσκολα, η εκτελεστότητα της δέσμευσης εξαρτάται από τη διατύπωση και το ύψος της ποινικής ρήτρας.

Όρια στη δέσμευση ψήφου: η δέσμευση ψήφου επιτρέπεται εφόσον δεν κατατείνει σε πλήρη στέρηση του δικαιώματος και δεν αντίκειται στο εταιρικό συμφέρον, κατά την ΑΠ 1448/2014.

Απαγόρευση μονιμότητας της διοίκησης: ρήτρες που εμποδίζουν, έστω έμμεσα, την ελεύθερη ανάκληση μελών του διοικητικού συμβουλίου είναι άκυρες έναντι της εταιρείας, κατά την ΑΠ 1810/2022 και την ΑΠ 1448/2014.

Καθολική ή μερική συμμετοχή: η συμμετοχή όλων των μετόχων αλλάζει τη βαρύτητα της συμφωνίας και μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να την καταστήσει ερμηνευτικό κείμενο του καταστατικού, σύμφωνα με την ΠολΠρΑθ 5723/2006.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων (Shareholders’ agreement – SHA).

Προμέρισμα ΑΕ, ΙΚΕ, ΟΕ: Όροι Διανομής & Φόρος 5%

Πότε Μπορεί Η Εταιρεία Να Διανείμει Προμέρισμα Μέσα Στη Χρήση;

Σε συντομία:

  • Το προμέρισμα (προσωρινό μέρισμα) είναι η διανομή κερδών στους μετόχους ανώνυμης εταιρείας εντός της τρέχουσας χρήσης, πριν την έγκριση του ισολογισμού και διέπεται από το άρθρο 162 του Ν. 4548/2018.
  • Αυτοτελής θεσμός προμερίσματος υπάρχει μόνο στην ΑΕ. Σε ΙΚΕ, ΕΠΕ και προσωπικές εταιρείες η διανομή κερδών προϋποθέτει εγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις.
  • Για το προμέρισμα ΑΕ απαιτούνται απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις, δημοσιότητα δύο μήνες πριν τη διανομή και τήρηση του ορίου του άρθρου 159.
  • Στη διανομή παρακρατείται φόρος 5% που εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση. Αν τα τελικά κέρδη δεν επαρκέσουν, το ποσό επιστρέφεται, με νομική βάση που διαφέρει κατά περίπτωση.

Πότε επιλέγεται προμέρισμα αντί για αναμονή του τακτικού μερίσματος;

Το προμέρισμα επιλέγεται όταν η εταιρεία θέλει να αποδώσει ρευστότητα στους μετόχους μέσα στη χρήση, χωρίς να αναμένει την έγκριση του ισολογισμού από την τακτική γενική συνέλευση. Η δυνατότητα προβλέπεται αυτοτελώς μόνο για την ανώνυμη εταιρεία, ενώ η μορφή και οι όροι της διαφέρουν ριζικά ανά εταιρικό τύπο.

Κατά κανόνα, η αξίωση του μετόχου στο μέρισμα γεννιέται μόνο όταν η γενική συνέλευση εγκρίνει τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και αποφασίσει τη διανομή των κερδών. Μέχρι εκείνο το σημείο ο μέτοχος δεν είναι δανειστής της εταιρείας για το μέρισμα.

Όπως δέχεται η ΑΠ 173/2019, τα κέρδη παραμένουν στο ενεργητικό της εταιρείας και ο μέτοχος λαμβάνει μέρισμα ανάλογο με τις μετοχές του μόνο εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις διανομής και ληφθεί σχετική απόφαση.

Το προμέρισμα αποτελεί νομοθετική εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα. Επιτρέπει την προκαταβολή χρηματικού ποσού έναντι των οριστικών μερισμάτων, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και υπό την αίρεση ότι η χρήση θα αποδώσει επαρκή κέρδη.

Σε αντίθεση με την τακτική διανομή κερδών, που ακολουθεί το κλείσιμο της χρήσης και διέπεται από τους κανόνες του ελάχιστου μερίσματος, το προμέρισμα τοποθετείται χρονικά πριν την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων.

Η απόφαση δεν είναι μόνο ταμειακή. Η μερισματική πολιτική, η ύπαρξη προνομιούχων μετοχών με προτεραιότητα στη διανομή και η σχέση μεταξύ μετόχων διαμορφώνουν αν και πότε ενδείκνυται η προκαταβολή.

Σε εταιρείες με περισσότερους μετόχους, η πρόωρη διανομή δεσμεύει διαθέσιμα που ενδέχεται να χρειαστεί η εταιρεία αργότερα. Για τον λόγο αυτό, η στρατηγική επιλογή του χρόνου διανομής κρίνεται κατά περίπτωση.

Ποιες προϋποθέσεις θέτει το άρθρο 162 για το προμέρισμα ΑΕ;

Για τη διανομή προμερίσματος απαιτείται απόφαση του διοικητικού συμβουλίου εντός της χρήσης, κατάρτιση οικονομικών καταστάσεων από τις οποίες προκύπτει ότι υφίστανται τα αναγκαία ποσά, υποβολή τους στις διατυπώσεις δημοσιότητας δύο μήνες πριν τη διανομή και τήρηση του ανώτατου ορίου διανομής του άρθρου 159 παρ. 2 του Ν. 4548/2018.

Οι τρεις προϋποθέσεις λειτουργούν σωρευτικά:

  1. απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που λαμβάνεται μέσα στην τρέχουσα χρήση,
  2. ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις που τεκμηριώνουν την ύπαρξη διαθέσιμων προς διανομή ποσών και
  3. δημοσιότητα των καταστάσεων αυτών δύο μήνες πριν από την καταβολή.

Η παράλειψη της δημοσιότητας ή η μη τήρηση της διμηνιαίας προθεσμίας καθιστά τη διανομή μη σύννομη, με τις συνέπειες που αναλύονται παρακάτω.

Το ποσό που διανέμεται δεν μπορεί να υπερβαίνει τα αποτελέσματα, προσαυξημένα με τα αδιάθετα κέρδη προηγούμενων χρήσεων και τα αποθεματικά των οποίων επιτράπηκε η διανομή, μειωμένα κατά τα πιστωτικά κονδύλια που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη, κατά τις ζημίες προηγούμενων χρήσεων και κατά τα ποσά που πρέπει να διατεθούν για υποχρεωτικά αποθεματικά. Οι διατάξεις αυτές ενσωματώνουν το άρθρο 56 παρ. 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132.

Χρειάζεται προσοχή στη διάκριση από την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, που επιτρέπει διανομή κερδών και προαιρετικών αποθεματικών μέσα στη χρήση με απόφαση γενικής συνέλευσης ή διοικητικού συμβουλίου. Η ρύθμιση αυτή αφορά διάθεση κερδών μετά την έγκριση των καταστάσεων και δεν ταυτίζεται με το προσωρινό μέρισμα των παρ. 1 και 2. Όταν μεταβληθεί ο τρόπος διάθεσης ήδη εγκεκριμένων κερδών, τίθεται ζήτημα ανάκλησης απόφασης διανομής, που υπόκειται σε διαφορετικούς όρους.

Πώς διαφέρει η προσωρινή απόληψη κερδών σε ΙΚΕ, ΕΠΕ και προσωπικές εταιρείες;

Εκτός της ανώνυμης εταιρείας δεν υπάρχει αυτοτελής θεσμός προμερίσματος. Σε ΙΚΕ και ΕΠΕ η διανομή κερδών προϋποθέτει εγκεκριμένες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, ενώ στις προσωπικές εταιρείες με διπλογραφικά βιβλία η διαδικασία απλουστεύεται, καθώς δεν απαιτούνται διατυπώσεις δημοσιότητας. Η φορολογική μεταχείριση επίσης διαφοροποιείται ανάλογα με τη μορφή των βιβλίων.

Εταιρική μορφήΘεσμός διανομής εντός χρήσηςΑρμόδιο όργανοΔημοσιότηταΦόρος διανομής
Ανώνυμη ΕταιρείαΠρομέρισμα (άρθρο 162 Ν. 4548/2018)Διοικητικό συμβούλιοΝαι, δύο μήνες πρινΠαρακράτηση 5%
ΙΚΕΔιανομή μετά έγκριση καταστάσεωνΣυνέλευση εταίρωνΣτο ΓΕΜΗΠαρακράτηση 5%
ΕΠΕΔιανομή μετά έγκριση καταστάσεωνΣυνέλευση εταίρωνΣτο ΓΕΜΗΠαρακράτηση 5%
ΟΕ / ΕΕ με διπλογραφικάΑπόληψη έναντι κερδώνΕταίροιΌχιΠαρακράτηση 5%
ΟΕ / ΕΕ με απλογραφικάΑπόληψη έναντι κερδώνΕταίροιΌχιΧωρίς παρακράτηση

Στην ΕΠΕ, υπό τον Ν. 3190/1955 όπως αναμορφώθηκε από τον Ν. 4541/2018, οι εταίροι έχουν δικαίωμα επί των καθαρών κερδών που προκύπτουν από τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, ανάλογα με τα εταιρικά τους μερίδια. Δεν προβλέπεται προσωρινή διανομή πριν την έγκριση των καταστάσεων, ενώ αν διανεμηθούν μη πραγματικά κέρδη, οι εταίροι που τα έλαβαν υποχρεούνται να τα αποδώσουν.

Στην ΙΚΕ ισχύει αντίστοιχη λογική, με σημαντική όμως ευελιξία, καθώς το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ασύμμετρη διανομή κερδών για διάστημα έως μία δεκαετία (άρθρο 100 παρ. 4 του Ν. 4072/2012), ώστε ένας εταίρος να λαμβάνει μεγαλύτερο ποσοστό κερδών από το ποσοστό συμμετοχής του.

Η εμπειρία από υποθέσεις διανομής κερδών δείχνει ότι η ρύθμιση αυτή απαιτεί ρητή και προσεκτική καταστατική διατύπωση, διαφορετικά η απόληψη ενδέχεται να αναχαρακτηριστεί ως αμοιβή διαχειριστή με διαφορετική φορολογική μεταχείριση.

Στις προσωπικές εταιρείες, η επιλογή της εταιρικής μορφής και η μορφή των βιβλίων καθορίζουν τόσο τη διαδικασία όσο και τη φορολογία. Σε νομικά πρόσωπα με απλογραφικά βιβλία δεν διενεργείται παρακράτηση φόρου στις απολήψεις, καθώς τα κέρδη φορολογούνται στο όνομα του νομικού προσώπου και λόγω της φύσης των βιβλίων δεν νοείται παρακράτηση.

Τι φόρο επιβαρύνει το προμέρισμα και πότε αποδίδεται;

Στο προμέρισμα διενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή 5% κατά το άρθρο 64 του Ν. 4172/2013, η οποία εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση των φυσικών προσώπων. Ο χρόνος κατά τον οποίο δηλώνεται το προμέρισμα είναι ο χρόνος λήψης της απόφασης διανομής από το αρμόδιο όργανο, ενώ ο εταιρικός φόρος εισοδήματος που αναλογεί καταβάλλεται αργότερα, με την ετήσια δήλωση του νομικού προσώπου.

Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος εντάσσει ρητά τα προμερίσματα στην έννοια του μερίσματος, μαζί με τις μερίδες και τα εταιρικά μερίδια. Έτσι, η διανομή υπάγεται στον συντελεστή παρακράτησης 5% που ισχύει για τα μερίσματα από 1.1.2020.

Κατά τη διανομή προσωρινών μερισμάτων η ανώνυμη εταιρεία δεν καταβάλλει τον εταιρικό φόρο εισοδήματος που αναλογεί σε αυτά κατά τον χρόνο διανομής, αλλά κατά τον χρόνο υποβολής της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων (άρθρο 68 του Ν. 4172/2013).

Όταν το προμέρισμα καταβάλλεται όχι σε φυσικό πρόσωπο αλλά σε άλλο νομικό πρόσωπο που συμμετέχει στην εταιρεία, ενεργοποιείται διαφορετική μεταχείριση. Εφόσον ο λήπτης κατέχει τουλάχιστον το 10% του κεφαλαίου για τουλάχιστον είκοσι τέσσερις μήνες, η διανομή απαλλάσσεται από την παρακράτηση κατά τις προϋποθέσεις του άρθρου 48 και του άρθρου 63 του Ν. 4172/2013.

Η εφαρμογή της απαλλαγής εξαρτάται από τη συνδρομή και των δύο ορίων, ποσοστού και χρόνου κατοχής, στοιχείο που διαφοροποιεί ουσιωδώς τον σχεδιασμό διανομών σε δομές ομίλου.

Πως κινδυνεύει ο μέτοχος αν τα τελικά κέρδη δεν επαρκέσουν;

Αν στο κλείσιμο της χρήσης τα κέρδη δεν επαρκούν να καλύψουν το προμέρισμα, το υπερβάλλον ποσό επιστρέφεται στην εταιρεία. Η νομική βάση της επιστροφής διαφέρει:

  • όταν η διανομή ήταν εξ αρχής νόμιμη αλλά τα οριστικά κέρδη υπολείπονται, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ
  • για διανομή που έγινε κατά παράβαση του νόμου ισχύει το άρθρο 163 του Ν. 4548/2018.

Η διάκριση έχει πρακτική σημασία. Το άρθρο 163 αφορά τα παρανόμως εισπραχθέντα ποσά και προβλέπει επιστροφή τους, εφόσον η εταιρεία αποδείξει ότι οι μέτοχοι γνώριζαν ή, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι διανομές δεν ήταν σύννομες.

Αντίθετα, όταν το προμέρισμα δόθηκε νόμιμα και απλώς τα τελικά κέρδη αποδείχθηκαν ανεπαρκή, η αξίωση επιστροφής θεμελιώνεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά τον Αστικό Κώδικα και όχι στο άρθρο 163. Η εμπειρία από υποθέσεις επιστροφής διανεμηθέντων δείχνει ότι ο ορθός χαρακτηρισμός της βάσης κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και επηρεάζει το βάρος απόδειξης.

Ο πρακτικός κίνδυνος δεν περιορίζεται στην επιστροφή του ποσού. Σε περίπτωση μη επιστροφής, το παρακρατούμενο ποσό μπορεί να αντιμετωπιστεί ως δάνειο προς τον μέτοχο, με συνέπειες ως προς τα τέλη, τους τόκους και την υποχρέωση απόδοσης.

Στην πράξη, η διαφορά συχνά καλύπτεται με μείωση μετοχικού κεφαλαίου ή με διανομή παλαιότερων αποθεματικών, λύσεις που απαιτούν αυτοτελή διαδικασία και τη δική τους τεκμηρίωση.

Συχνές ερωτήσεις

Υπάρχει προμέρισμα στην ΙΚΕ;

Στην ΙΚΕ δεν υπάρχει ο θεσμός του προσωρινού μερίσματος (προμερίσματος) με τη μορφή που ισχύει για την ΑΕ. Η διανομή κερδών προϋποθέτει την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων από τους εταίρους. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ασύμμετρη διανομή, οι σχετικές απολήψεις όμως αντιμετωπίζονται φορολογικά ως μερίσματα, με παρακράτηση 5%.

Πότε δηλώνεται φορολογικά το προμέρισμα;

Ο κρίσιμος χρόνος για τον μέτοχο είναι ο χρόνος έγκρισης της διανομής από το αρμόδιο όργανο. Στον χρόνο αυτόν αποκτάται το εισόδημα και διενεργείται η παρακράτηση 5%, που εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση των φυσικών προσώπων. Συνεπώς, το προμέρισμα δηλώνεται στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους εντός του οποίου ελήφθη η απόφαση διανομής.

Μπορεί έκτακτη γενική συνέλευση να αποφασίσει διανομή κερδών;

Η διανομή κερδών και προαιρετικών αποθεματικών μέσα στη χρήση είναι δυνατή με απόφαση γενικής συνέλευσης ή διοικητικού συμβουλίου, υπό δημοσιότητα. Η δυνατότητα αυτή διακρίνεται από το προσωρινό μέρισμα και αφορά διάθεση κερδών μετά την έγκριση των καταστάσεων. Μετά την οριστικοποίηση της διανομής της κλειόμενης χρήσης, η μεταβολή της υπόκειται σε περιορισμούς και προϋποθέτει, κατά κανόνα, ομοφωνία.

Πώς αντιμετωπίζονται οι απολήψεις έναντι κερδών σε ΟΕ;

Στις προσωπικές εταιρείες που τηρούν διπλογραφικά βιβλία, οι απολήψεις έναντι κερδών αντιμετωπίζονται ως μερίσματα και υπόκεινται σε παρακράτηση 5%, χωρίς να απαιτούνται διατυπώσεις δημοσιότητας. Αντίθετα, σε εταιρείες με απλογραφικά βιβλία δεν διενεργείται παρακράτηση, καθώς τα κέρδη φορολογούνται στο όνομα του νομικού προσώπου και η τύχη των αδιανέμητων ποσών ακολουθεί τους γενικούς κανόνες.

Πρακτικές επισημάνσεις

Προθεσμία δημοσιότητας: Η διμηνιαία δημοσιότητα των οικονομικών καταστάσεων πριν τη διανομή προμερίσματος είναι ουσιαστική προϋπόθεση. Καταβολή πριν την παρέλευση των δύο μηνών ή χωρίς δημοσιότητα καθιστά τη διανομή μη σύννομη και ενεργοποιεί το άρθρο 163.

Νομική βάση επιστροφής: Πριν τη διανομή χρειάζεται να αποτυπώνεται ο όρος της επιστροφής σε περίπτωση ανεπαρκών κερδών. Η διάκριση μεταξύ αδικαιολόγητου πλουτισμού και άρθρου 163 καθορίζει το βάρος απόδειξης και τη διαδικασία.

Καταστατική πρόβλεψη ΙΚΕ: Η ασύμμετρη διανομή κερδών στην ΙΚΕ απαιτεί ρητή καταστατική διατύπωση, ώστε να μην αναχαρακτηριστεί ως αμοιβή διαχειριστή με δυσμενέστερη φορολόγηση.

Ενδοομιλική απαλλαγή: Όταν το προμέρισμα κατευθύνεται σε μητρικό νομικό πρόσωπο, η απαλλαγή από την παρακράτηση εξαρτάται από τη σωρευτική συνδρομή ποσοστού 10% και χρόνου κατοχής 24 μηνών.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το προμέρισμα και την προσωρινή απόληψη κερδών.

Άρση Αυτοτέλειας Νομικού Προσώπου

Η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και η κάμψη της νομικής του προσωπικότητας. Περιπτώσεις νομολογίας. Έννοιες νομικής προσωπικότητας και περιουσιακής αυτοτέλειας

Continue reading

Μειοψηφία ΑΕ: Δικαιώματα Ν. 4548/2018 & Επιλογές Ανά Στόχο

Δικαιώματα Μειοψηφίας ΑΕ: Πότε Ασκούνται & Με Τι Ποσοστό

Σε συντομία:

  • Τα δικαιώματα της μειοψηφίας σε ανώνυμη εταιρεία κλιμακώνονται ανά ποσοστό του καταβεβλημένου κεφαλαίου: ατομικά, 1/20, 1/10, 1/5, άνω του 20% και άνω του 1/3.
  • Το ποσοστό σε συνδυασμό με τον επιδιωκόμενο στόχο καθορίζει ποιο εργαλείο είναι διαθέσιμο και ποιο εξυπηρετεί.
  • Η κλιμάκωση των κινήσεων είναι πληροφόρηση, πίεση στη γενική συνέλευση, έκτακτος έλεγχος, παρεμπόδιση αποφάσεων, προσβολή απόφασης ή αγωγή.
  • Η κατάχρηση εξουσίας της πλειοψηφίας κρίνεται κατά περίπτωση, με στάθμιση εταιρικού οφέλους και βλάβης της μειοψηφίας.
  • Η αρχική επιλογή εργαλείου, η τήρηση προθεσμιών και η εξειδίκευση των αιτημάτων κρίνουν την έκβαση.

Με τι ποσοστό μετοχών ασκείται κάθε δικαίωμα μειοψηφίας;

Το ασκούμενο δικαίωμα εξαρτάται από το ποσοστό του καταβεβλημένου κεφαλαίου που συγκεντρώνει ο μέτοχος ή η ομάδα μετόχων. Ορισμένα δικαιώματα ανήκουν σε κάθε μεμονωμένο μέτοχο, η βάση των συλλογικών δικαιωμάτων ενεργοποιείται στο 1/20, ενώ διαδοχικά όρια στο 1/10, στο 1/5, άνω του 20% και άνω του 1/3 «ξεκλειδώνουν» ισχυρότερα εργαλεία ελέγχου, παρεμπόδισης και προσβολής αποφάσεων.

Τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται κυρίως στα άρθρα 141 και επόμενα του Ν. 4548/2018, αλλά εντοπίζονται διάσπαρτα και σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου. Ο παρακάτω πίνακας αντιστοιχεί κάθε ποσοστό σε συγκεκριμένα δικαιώματα και άρθρα.

Ποσοστό κεφαλαίουΔικαιώματα που ενεργοποιείΆρθρο
Χωρίς όριοΠληροφόρηση για τη σύνθεση του κεφαλαίου, αίτημα πληροφοριών για θέματα ημερήσιας διάταξης, προσδιορισμός κατώτατης τιμής εκποίησης στην εκκαθάριση141, 168 §4
1/20 (5%)Σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης, εγγραφή θεμάτων, αναβολή απόφασης, φανερή ψηφοφορία, έλεγχος νομιμότητας πράξεων, αίτημα για συναλλαγή με συνδεδεμένο μέρος, εταιρική αγωγή, αίτημα μείωσης υπέρογκης αμοιβής ΔΣ141, 142 §1-2, 100 §2, 104, 109 §5
1/10 (10%)Πληροφόρηση για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων, παρεμπόδιση παραίτησης της εταιρείας από αξιώσεις προ της αγωγής, αντίθεση σε υπέρογκη αμοιβή ΔΣ141, 102 §7, 109 §5
1/5 (20% του κεφαλαίου)Έλεγχος χρηστής και συνετής διαχείρισης (έλεγχος σκοπιμότητας)142 §3
Άνω του 20%Παρεμπόδιση απόφασης για μη χορήγηση ελάχιστου μερίσματος161 §2
Άνω του 1/3 (33,3%)Παρεμπόδιση αποφάσεων αυξημένης πλειοψηφίας 2/3 (blocking minority)132 §2
2% (2/100)Ακύρωση απόφασης γενικής συνέλευσης με αγωγή137 §3

Τα ποσοστά υπολογίζονται επί του καταβεβλημένου κεφαλαίου και αθροίζονται μεταξύ μετόχων που δρουν από κοινού. Για ορισμένα δικαιώματα, το καταστατικό μπορεί να μειώσει το απαιτούμενο ποσοστό, χωρίς όμως να το αυξήσει σε βάρος της μειοψηφίας.

Πότε επιλέγεται αίτημα πληροφόρησης πριν από κάθε άλλη κίνηση;

Το δικαίωμα ενημέρωσης λειτουργεί ως διαγνωστικό πρώτο βήμα, γιατί η τεκμηρίωση που αποκτά ο μέτοχος θεμελιώνει κάθε επόμενη κίνηση. Κάθε μέτοχος δικαιούται πληροφόρηση για τη σύνθεση του κεφαλαίου εντός 20 ημερών. Με ποσοστό 1/20 παρέχεται πληροφόρηση για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και για τις αμοιβές των μελών του διοικητικού συμβουλίου της τελευταίας διετίας, ενώ το 1/10 μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στην πορεία των εταιρικών υποθέσεων και στην περιουσιακή κατάσταση.

Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών για αποχρώντα ουσιώδη λόγο, ο οποίος καταχωρίζεται στα πρακτικά. Η αμφισβήτηση της αιτιολογίας επιλύεται από το δικαστήριο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με απόφαση που υποχρεώνει την εταιρεία να χορηγήσει τις πληροφορίες και δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα.

Η σειρά προτεραιότητας έχει πρακτική σημασία. Το αίτημα πληροφόρησης παράγει έγγραφη βάση που μπορεί αργότερα να στηρίξει αίτηση ελέγχου, αγωγή ακύρωσης ή αξίωση αποζημίωσης. Η μη χορήγηση οφειλόμενων πληροφοριών αποτελεί, εξάλλου, αυτοτελή λόγο ακύρωσης της σχετικής απόφασης.

Πότε η μειοψηφία εγείρει το ζήτημα στη γενική συνέλευση;

Με ποσοστό 1/20 του κεφαλαίου η μειοψηφία διαθέτει τέσσερα εργαλεία πίεσης μέσα στο ίδιο το όργανο της γενικής συνέλευσης:

  • σύγκληση έκτακτης συνέλευσης,
  • εγγραφή πρόσθετων θεμάτων σε συνέλευση που έχει ήδη συγκληθεί,
  • αναβολή λήψης απόφασης για μία φορά και
  • διενέργεια φανερής ψηφοφορίας σε συγκεκριμένο θέμα.

Στη σύγκληση έκτακτης συνέλευσης, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να ορίσει συνεδρίαση που δεν απέχει πάνω από 45 ημέρες από την επίδοση της αίτησης. Αν δεν συγκληθεί εντός 20 ημερών, η σύγκληση διενεργείται από τους αιτούντες μετόχους με δαπάνη της εταιρείας, κατόπιν δικαστικής απόφασης που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Η εγγραφή πρόσθετων θεμάτων προϋποθέτει αίτηση 15 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνέλευση, με δημοσίευση των θεμάτων 7 ημέρες νωρίτερα. Η αναβολή ορίζει νέα ημέρα συνεδρίασης που δεν απέχει πάνω από 20 ημέρες και η συνέλευση θεωρείται συνέχιση της προηγούμενης. Τα εργαλεία αυτά δεν ανατρέπουν τη βούληση της πλειοψηφίας, δίνουν όμως χρόνο, διαφάνεια και δικαστικά αξιοποιήσιμο ίχνος.

Πότε επιλέγεται έκτακτος έλεγχος αντί για αγωγή;

Ο έκτακτος έλεγχος προτιμάται όταν η μειοψηφία χρειάζεται αποδεικτικό υλικό πριν αποφασίσει αν θα κινηθεί δικαστικά. Με ποσοστό 1/20 διατάσσεται έλεγχος νομιμότητας, εφόσον πιθανολογούνται συγκεκριμένες πράξεις που παραβιάζουν τον νόμο, το καταστατικό ή αποφάσεις της συνέλευσης, με την αίτηση να υποβάλλεται εντός τριετίας. Με ποσοστό 1/5 διατάσσεται ευρύτερος έλεγχος χρηστής και συνετής διαχείρισης, που επεκτείνεται και στη σκοπιμότητα των διαχειριστικών πράξεων.

Η διάκριση αυτή καθορίζει τη στρατηγική. Ο έλεγχος της μικρής μειοψηφίας στοχεύει σε συγκεκριμένη παρανομία, ενώ ο έλεγχος της μεγάλης μειοψηφίας αξιολογεί τη συνολική διαχείριση. Η εμπειρία από υποθέσεις ελέγχου διαχείρισης δείχνει ότι η αοριστία της αίτησης είναι ο συχνότερος λόγος απόρριψης, ιδίως όταν δεν μνημονεύεται η συγκεκριμένη ελεγχόμενη πράξη ή δεν εξειδικεύονται οι οικονομικές χρήσεις τις οποίες αφορά.

Η στρατηγική επιλογή μεταξύ ελέγχου και απευθείας αγωγής εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Όταν τα στοιχεία είναι ήδη επαρκή, η αγωγή προχωρά χωρίς προηγούμενο έλεγχο. Όταν υπάρχουν ενδείξεις αλλά λείπει τεκμηρίωση, ο έλεγχος προηγείται και προετοιμάζει τη θεμελίωση τυχόν αξίωσης αποζημίωσης κατά των υπευθύνων.

Πώς μπλοκάρει αποφάσεις η μειοψηφία (blocking minority);

Η παρεμπόδιση αποφάσεων είναι αμυντικό εργαλείο που στηρίζεται αποκλειστικά στο ποσοστό, χωρίς προσφυγή στο δικαστήριο. Ποσοστό άνω του 1/3 του κεφαλαίου εμποδίζει αποφάσεις που απαιτούν αυξημένη πλειοψηφία 2/3, όπως η μεταβολή του αντικειμένου, η αύξηση ή μείωση κεφαλαίου, οι εταιρικοί μετασχηματισμοί και η διάλυση. Ποσοστό άνω του 20% εμποδίζει την απόφαση για μη χορήγηση του ελάχιστου μερίσματος, ενώ ποσοστό 1/10 αρκεί για να αποτραπεί η παραίτηση της εταιρείας από αξιώσεις της προ της άσκησης αγωγής.

Το δικαίωμα στο μέρισμα συνδέεται με την πραγματική παρεμπόδιση. Το δικαίωμα επί μερίσματος παραγράφεται στην πενταετία, οπότε η αδράνεια έχει κόστος. Νομολογιακά, η απόφαση για μη διανομή μερίσματος σε συνδυασμό με έγκριση υψηλών αμοιβών στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου έχει κριθεί καταχρηστική (ΜΕφΘεσ 587/2023), όταν αποσκοπεί στην ενίσχυση της πλειοψηφίας και στην αποδυνάμωση της μειοψηφίας

Η επιλογή ανάμεσα στην παρεμπόδιση και στην προσβολή είναι κρίσιμη. Όταν η μειοψηφία διαθέτει το αναγκαίο ποσοστό, η παρεμπόδιση αποτρέπει την απόφαση χωρίς δικαστικό κόστος. Όταν δεν το διαθέτει, η μόνη οδός είναι η εκ των υστέρων προσβολή της απόφασης.

Πότε προσβάλλεται απόφαση ΓΣ και πότε ασκείται αγωγή κατά του ΔΣ;

Η προσβολή απόφασης και η αγωγή κατά της διοίκησης είναι τα επιθετικά εργαλεία, με διαφορετικό αντικείμενο το καθένα. Η ακύρωση απόφασης της συνέλευσης ζητείται με αγωγή από μέτοχο που κατέχει το 2% του κεφαλαίου, εφόσον δεν παρέστη ή αντιτάχθηκε, ενώ για τον λόγο της μη παροχής πληροφοριών αρκεί ποσοστό 1/20. Λόγοι ακύρωσης αποτελούν η αντίθεση στον νόμο ή το καταστατικό, η μη νόμιμη σύγκληση ή συγκρότηση, η μη χορήγηση οφειλόμενων πληροφοριών και η λήψη της απόφασης κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας.

Η κατάχρηση εξουσίας της πλειοψηφίας κρίνεται με βάση το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα. Η απόφαση είναι ακυρώσιμη όταν προσβάλλει χωρίς αποχρώντα λόγο νόμιμα συμφέροντα των μετόχων ή τα προσβάλλει κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.

Η εμπειρία από υποθέσεις εταιρικών διαφορών δείχνει ότι, όταν από την απόφαση προκύπτει και όφελος για την εταιρεία, η κρίση περί καταχρηστικότητας εξαρτάται από την αναλογία μεταξύ του εταιρικού οφέλους και της ζημίας των λοιπών μετόχων, κάτι που απαιτεί εξατομικευμένη νομική κρίση, με δικαστική στάθμιση που δεν επιδέχεται μηχανική απάντηση.

Πέρα από την προσβολή της απόφασης, η μειοψηφία με ποσοστό 1/20 μπορεί να αιτηθεί την άσκηση των αξιώσεων της εταιρείας μέσω της εταιρική αγωγή. Ξεχωριστή είναι η ατομική αγωγή του μετόχου κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου προσωπικά, που εδράζεται στην αδικοπρακτική ευθύνη των μελών, για ζημία που προκλήθηκε από παράνομη πράξη ή παράλειψη. Τέλος, ιδιαίτερη περίπτωση συνιστά η συναλλαγή με συνδεδεμένο μέρος, όπου η μειοψηφία του 1/20 ζητεί τη σύγκληση συνέλευσης για να αποφασίσει η ίδια εντός 10 ημερών από τη σχετική ανακοίνωση.

Συχνές ερωτήσεις

Πόσες μετοχές χρειάζονται για τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης;

Απαιτείται ποσοστό 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου. Με αίτηση των μετόχων αυτών, το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλέσει έκτακτη συνέλευση εντός προθεσμίας. Αν δεν το πράξει σε 20 ημέρες από την επίδοση, η σύγκληση γίνεται από τους ίδιους τους αιτούντες με δαπάνη της εταιρείας, κατόπιν δικαστικής απόφασης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Μπορεί μέτοχος μειοψηφίας να ζητήσει έλεγχο της εταιρείας;

Ναι. Με ποσοστό 1/20 ζητείται έλεγχος νομιμότητας συγκεκριμένων πράξεων, εφόσον πιθανολογείται παράβαση του νόμου, του καταστατικού ή αποφάσεων της συνέλευσης. Με ποσοστό 1/5 ζητείται ευρύτερος έλεγχος χρηστής και συνετής διαχείρισης. Η αίτηση πρέπει να εξειδικεύει την προσβαλλόμενη πράξη και τις οικονομικές χρήσεις, αλλιώς απορρίπτεται ως αόριστη.

Τι ποσοστό μπλοκάρει απόφαση της γενικής συνέλευσης;

Για αποφάσεις που απαιτούν αυξημένη πλειοψηφία 2/3, ποσοστό άνω του 1/3 του κεφαλαίου αρκεί για την παρεμπόδιση. Τέτοιες είναι, μεταξύ άλλων, η μεταβολή του αντικειμένου, η αύξηση ή μείωση κεφαλαίου, οι μετασχηματισμοί και η διάλυση. Η παρεμπόδιση λειτουργεί χωρίς προσφυγή στο δικαστήριο, αρκεί η συγκέντρωση του ποσοστού.

Μπορεί η μειοψηφία να εμποδίσει τη μη διανομή μερίσματος;

Ναι, με ποσοστό άνω του 20% του κεφαλαίου. Το ποσοστό αυτό εμποδίζει την απόφαση με την οποία δεν θα χορηγηθεί το ελάχιστο μέρισμα. Η μη διανομή μερίσματος μπορεί, επιπλέον, να κριθεί καταχρηστική όταν συνδυάζεται με ενέργειες που ενισχύουν την πλειοψηφία σε βάρος της μειοψηφίας.

Πρακτικές επισημάνσεις

Υπολογισμός ποσοστού: Κάθε ποσοστό μετράται επί του καταβεβλημένου κεφαλαίου και τα ποσοστά μετόχων που δρουν από κοινού αθροίζονται, κάτι που επιτρέπει σε διασκορπισμένη μειοψηφία να φτάσει τα όρια του 1/20 ή του 1/3 με συντονισμό.

Προθεσμίες που αποκλείουν το δικαίωμα: Η αίτηση ελέγχου νομιμότητας υποβάλλεται εντός τριετίας από την έγκριση των καταστάσεων, η αίτηση μείωσης αμοιβής ΔΣ εντός δίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας, ενώ το αίτημα πληροφόρησης προ της συνέλευσης υποβάλλεται 5 τουλάχιστον ημέρες νωρίτερα.

Καταστατικές ρυθμίσεις: Το καταστατικό μπορεί να μειώσει ορισμένα ποσοστά, για τον έλεγχο διαχείρισης όχι όμως πέραν του μισού, οπότε ο έλεγχος του ισχύοντος καταστατικού προηγείται κάθε εκτίμησης για το αν συντρέχει το αναγκαίο ποσοστό.

Συντονισμός εργαλείων: Η αποτελεσματική στρατηγική συνδυάζει τα διακαιώματα, καθώς η πληροφόρηση θεμελιώνει τον έλεγχο, ο έλεγχος τεκμηριώνει την αγωγή και η παρεμπόδιση κερδίζει χρόνο, με τη σωστή ακολουθία να εξαρτάται από το ποσοστό και τον στόχο της κάθε υπόθεσης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τα δικαιώματα της μειοψηφίας στην Ανώνυμη Εταιρεία.