Πώληση Με Δοκιμή – Νομικό Πλαίσιο & Δικαιώματα Μερών

Πώληση με δοκιμή, αποτελεί μορφή πώλησης, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή, ο οποίος είναι ελεύθερος να την εγκρίνει ή να την αποποιηθεί, οπότε θεωρείται ότι καταρτίστηκε από την έγκριση ή ματαιώθηκε από την αποποίηση.

Αναλυτικά, κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως πωλήσεως είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μεταθέσεως της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος (ΑΠ 150/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 563 ΑΚΗ πώληση με δοκιμή λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή. Ο αγοραστής είναι ελεύθερος να εγκρίνει ή να αποποιηθεί“.

Χαρακτηριστικά

Η ρυθμιζόμενη από την παραπάνω διάταξη πώληση υπό δοκιμή, αποτελεί μία σύμβαση πώλησης, η οποία περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία του είδους της υπό του ως άνω άρθρου 513 ΑΚ προβλεπομένης σύμβασης.

Η τελική δε ισχύς αυτής, εξαρτάται από το εάν ο αγοραστής την εγκρίνει ή όχι, όμως το πραγματικό της σύμβασης αυτής έχει τελειωθεί, ενώ η επέλευση των αποτελεσμάτων της, σε περίπτωση αμφιβολίας, τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή.

Η πώληση υπό δοκιμή, μπορεί να καταρτιστεί και σιωπηρώς, όπως στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται από τα μέρη εκφράσεις του τύπου “για δοκιμή”, ως “δοκιμή” κ.λπ. ή και όταν η τελική απόφαση του αγοραστή, δεν πρέπει κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αναμένεται, πριν την εξέταση ή τη δοκιμή του πράγματος από αυτόν (αγοραστή).

Ο αγοραστής, είναι απόλυτα ελεύθερος να εγκρίνει ή όχι την πώληση:

  • χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση, και
  • χωρίς να υποχρεώνεται να δοκιμάσει προηγουμένως το πράγμα.

Η εν λόγω ελεύθερη κρίση του δεν προϋποθέτει, ούτε την ύπαρξη ή απουσία οποιωνδήποτε ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του πράγματος, και επομένως ο αγοραστής μπορεί να αποκρούσει την πώληση, έστω κι αν δεν προέβη σε εξέταση ή δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ελαττωμάτων.

Ο αγοραστής έχει ευθύνη για την καταβολή του τιμήματος και ευθύνεται κατά τις διατάξεις μη εκπλήρωσης της σύμβασης μόνο αν έχει καταρτιστεί οριστική σύμβαση πώλησης και όχι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όπου εφαρμόζονται οι διατάσεις των άρθρων 197-198 ΑΚ (προσυμβατική ευθύνη).

Διαφορά Με Διαλυτική Αίρεση

Αντιθέτως, αν η έγκριση ή όχι του αγοραστή αναφέρεται στην αντικειμενική χρησιμότητα πράγματος, που πωλήθηκε για ορισμένο σκοπό ή στην ύπαρξη ορισμένων ιδιοτήτων ή προκειμένου για μηχάνημα, “αν ευρεθεί να λειτουργεί καλώς“, τότε η έγκριση ή όχι εξαρτάται από αντικειμενικά κριτήρια.

Επομένως, ο αγοραστής δεσμεύεται στο να εγκρίνει, όταν το αποτέλεσμα της δοκιμής είναι αντικειμενικά θετικό, οπότε δεν πρόκειται για πώληση με δοκιμή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά για πώληση υπό διαλυτική αίρεση (άρθ. 202 ΑΚ), ότι το πράγμα που πωλείται θα είναι κατάλληλο για ορισμένη χρήση ή θα λειτουργεί καλώς.

Σε αυτήν την περίπτωση, η σύμβαση έχει πλήρως καταρτιστεί και τα έννομα αποτελέσματα της έχουν επέλθει, με την επιφύλαξη όμως δικαιώματος υπαναχώρησης για τον αγοραστή (ΑΠ 743/2023).

Πρόταση Πώλησης Με Δοκιμή

Τέλος, δοκιμή του προς πώληση πράγματος, δυνατόν να συμφωνείται και σε πρόταση για κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως ή προσυμφώνου πώλησης.

Στην περίπτωση αυτή, η οποία διακρίνεται σαφώς από τις προηγούμενες, δεν υπάρχει πώληση, ούτε αίρεση αλλά η πώληση καταρτίζεται μεταγενέστερα με την αποδοχή της προτάσεως εκ μέρους του αγοραστή.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πώληση με δοκιμή.

Υποκατάστημα Αλλοδαπής ή Θυγατρική; Κριτήρια Επιλογής 2026

Πότε Επιλέγεται Υποκατάστημα & Πότε Ίδρυση Θυγατρικής Στην Ελλάδα;

Περιληπτικά:

  • Το υποκατάστημα αλλοδαπής είναι προέκταση της μητρικής εταιρείας χωρίς δική του νομική προσωπικότητα, ενώ η θυγατρική είναι αυτοτελές νομικό πρόσωπο. Η διαφορά αυτή καθορίζει ευθύνη, φορολογία και ευελιξία εξόδου.
  • Στο υποκατάστημα η ευθύνη έναντι τρίτων βαρύνει ολόκληρη την αλλοδαπή εταιρεία και τον νόμιμο εκπρόσωπο. Στη θυγατρική η ευθύνη περιορίζεται κατ’ αρχήν στο κεφάλαιό της.
  • Φορολογικά, η μεταφορά κερδών του υποκαταστήματος προς τη μητρική δεν επιβαρύνεται με παρακράτηση ή με φόρο μερισμάτων, σε αντίθεση με τη διανομή μερίσματος θυγατρικής.
  • Η εγγραφή στο ΓΕΜΗ είναι υποχρεωτική και διαφοροποιείται ανάλογα με το αν η μητρική εδρεύει σε κράτος-μέλος της ΕΕ ή σε τρίτη χώρα.

Πότε επιλέγεται υποκατάστημα αλλοδαπής και πότε θυγατρική;

Το υποκατάστημα αλλοδαπής επιλέγεται όταν ο όμιλος θέλει άμεση παρουσία στην Ελλάδα χωρίς ίδρυση νέου νομικού προσώπου, αναλαμβάνοντας όμως ευθύνη σε επίπεδο μητρικής. Η ίδρυση θυγατρικής προτιμάται όταν επιδιώκεται περιορισμός ευθύνης, αυτοτελής φορολογική και επιχειρηματική υπόσταση ή προετοιμασία για μελλοντική είσοδο επενδυτή. Η επιλογή κρίνεται από το αναλαμβανόμενο ρίσκο, τη φορολογική στρατηγική και το αν η δραστηριότητα είναι μόνιμη ή δοκιμαστική.

Υποκατάστημα είναι κάθε επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης εκτός του κεντρικού καταστήματος, μέσω της οποίας αναπτύσσεται ιδιαίτερη συναλλακτική δραστηριότητα από όργανα με σχετική εξουσία. Όταν η μητρική εδρεύει στο εξωτερικό, το υποκατάστημα αλλοδαπής λειτουργεί ως προέκτασή της σε άλλο κράτος, με διάρκεια και χωρίς δική του νομική προσωπικότητα και συνάπτει έννομες σχέσεις με τρίτους στη χώρα εγκατάστασης.

Κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 459/2000), για τον χαρακτηρισμό μιας εγκατάστασης ως υποκαταστήματος δεν αρκεί η απλή διενέργεια προπαρασκευαστικών πράξεων ή πράξεων υλικής εκτέλεσης συμβάσεων που έχουν ήδη καταρτιστεί αλλού, όπως παράδοση εμπορευμάτων ή είσπραξη χρημάτων.

Σε ενωσιακό επίπεδο, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-154/11) δέχεται ότι η έννοια του υποκαταστήματος προϋποθέτει κέντρο επιχειρήσεων που εκδηλώνεται με διαρκή τρόπο προς τα έξω, διαθέτει διεύθυνση και είναι υλικά εξοπλισμένο ώστε να διαπραγματεύεται με τρίτους. Η οριακή αυτή ζώνη, ανάμεσα σε απλή παρουσία και πραγματικό υποκατάστημα, καθορίζει αν γεννώνται υποχρεώσεις εγγραφής και φορολόγησης στην Ελλάδα και αποτελεί αντικείμενο νομικής κρίσης κατά περίπτωση.

Υποκατάστημα ή θυγατρική: ποια μορφή εξυπηρετεί ανά κριτήριο;

Η σύγκριση υποκαταστήματος και θυγατρικής δεν απαντάται με έναν γενικό κανόνα, αλλά ανά κριτήριο. Καθοριστικά είναι η νομική προσωπικότητα, η έκταση ευθύνης έναντι τρίτων, η φορολογική μεταχείριση των κερδών, το απαιτούμενο κεφάλαιο, η διαδικασία εγγραφής και η ευκολία μελλοντικής πώλησης ή εξόδου. Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τις βασικές διαφορές.

ΚριτήριοΥποκατάστημα αλλοδαπήςΘυγατρική εταιρεία
Νομική προσωπικότηταΔεν διαθέτει, λειτουργεί ως προέκταση της μητρικήςΑυτοτελές νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητο από τη μητρική
Ευθύνη έναντι τρίτωνΒαρύνει ολόκληρη την αλλοδαπή μητρική και τον νόμιμο εκπρόσωποΠεριορίζεται κατ’ αρχήν στο κεφάλαιο της θυγατρικής
Φορολόγηση και μεταφορά κερδώνΜεταφορά κερδών στη μητρική χωρίς παρακράτηση ή φόρο μερισμάτωνΔιανομή μερίσματος υπό φόρο μερισμάτων κατά τον ΚΦΕ
ΚεφάλαιοΧωρίς ίδιο εταιρικό κεφάλαιο, χρηματοδοτείται από τη μητρικήΊδιο κεφάλαιο ανάλογα με τον εταιρικό τύπο (ΙΚΕ, ΑΕ, ΕΠΕ)
Εγγραφή ΓΕΜΗΥποχρεωτική, με διαφοροποίηση ΕΕ ή τρίτης χώραςΣύσταση νέας εταιρείας μέσω της Υπηρεσίας Μίας Στάσης
Πώληση ή έξοδοςΑπαιτεί προηγούμενη μετατροπή με απόσχιση κλάδουΜεταβίβαση μεριδίων ή μετοχών απευθείας

Στην πράξη, η εμπειρία από υποθέσεις εγκατάστασης αλλοδαπών ομίλων στην Ελλάδα, δείχνει ότι η επιλογή δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη, καθώς το ίδιο σχέδιο μπορεί να εξυπηρετεί ως υποκατάστημα από άποψη φορολογικής ροής κερδών και ως θυγατρική από άποψη περιορισμού ευθύνης.

Η στάθμιση είναι επιλογή που εξαρτάται από τον επιδιωκόμενο σκοπό της επένδυσης. Όταν επιλεγεί η θυγατρική, ακολουθεί ξεχωριστή απόφαση για τον κατάλληλο εταιρικό τύπο, με κριτήρια πέρα από το κόστος σύστασης.

Πώς διακρίνεται το υποκατάστημα από πρακτορείο και εμπορικό αντιπρόσωπο;

Το υποκατάστημα διακρίνεται από συγγενείς μορφές εμπορικής παρουσίας με βάση τον βαθμό εξάρτησης από τη μητρική. Σε αντίθεση με το πρακτορείο και τον εμπορικό αντιπρόσωπο, το υποκατάστημα υπάγεται στη διεύθυνση της κύριας επιχείρησης και απασχολεί δικό του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Η επιχείρηση πρακτορείας δεν προϋποθέτει δικό της εξαρτημένο προσωπικό κατά τον τρόπο που το προϋποθέτει το υποκατάστημα. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ανεξάρτητος, καθώς οργανώνει ελεύθερα τη δραστηριότητά του, μπορεί να αντιπροσωπεύει περισσότερες ανταγωνιστικές εταιρείες και περιορίζεται κυρίως στη διαβίβαση παραγγελιών, χωρίς να μετέχει ενεργά στην εκτέλεση των υποθέσεων.

Το υποκατάστημα, αντίθετα, προϋποθέτει έλεγχο και υπαγωγή στη διεύθυνση της μητρικής. Η διάκριση έχει πρακτικές συνέπειες ως προς την ευθύνη, τη φορολογία και την υποχρέωση δημοσιότητας, καθώς ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός μιας σχέσης μπορεί να οδηγήσει σε μη αναμενόμενες υποχρεώσεις.

Πότε υποχρεούται το υποκατάστημα αλλοδαπής σε εγγραφή στο ΓΕΜΗ;

Η εγγραφή του υποκαταστήματος αλλοδαπής στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο είναι υποχρεωτική κατά το άρθρο 16 του Ν. 4919/2022, όπως ισχύει. Η έκταση και οι λεπτομέρειες της δημοσιότητας διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν η μητρική εδρεύει σε κράτος-μέλος της ΕΕ, σε τρίτη χώρα ή πρόκειται για λοιπά πρόσωπα που ασκούν εμπορικές πράξεις στην Ελλάδα.

Το άρθρο 16 διακρίνει τρεις κατηγορίες:

  • υποκαταστήματα εταιρειών με τη μορφή ΑΕ,
  • ΕΠΕ ή ετερόρρυθμης κατά μετοχές με έδρα σε κράτος-μέλος της ΕΕ,
  • υποκαταστήματα εταιρειών τρίτων χωρών με ανάλογη νομική μορφή και υποκαταστήματα μέσω των οποίων ασκούν εμπορική δραστηριότητα λοιπά πρόσωπα με έδρα στην αλλοδαπή.

Τα δημοσιευτέα στοιχεία ορίζονται στο άρθρο 43 του ίδιου νόμου, σε εναρμόνιση με τα άρθρα 36 έως 38 της Οδηγίας 2017/1132/ΕΕ και είναι, ιδρυτική πράξη και καταστατικό, διεύθυνση και δραστηριότητες του υποκαταστήματος, εφαρμοστέο δίκαιο της εταιρείας, στοιχεία των προσώπων που τη δεσμεύουν, καθώς και τα δημοσιευμένα λογιστικά της έγγραφα.

Η ηλεκτρονική καταχώριση γίνεται μέσω της Υπηρεσίας Μίας Στάσης, με τα νομιμοποιητικά έγγραφα της μητρικής επίσημα μεταφρασμένα και θεωρημένα.

Ποια φορολογικά πλεονεκτήματα και ποιοι κίνδυνοι ευθύνης συνοδεύουν το υποκατάστημα;

Το υποκατάστημα αλλοδαπής συνδυάζει φορολογικά πλεονεκτήματα στη ροή κερδών με αυξημένη, όμως, ευθύνη. Ως μόνιμη εγκατάσταση φορολογείται στην Ελλάδα για το αποτέλεσμά του, αλλά η μεταφορά κερδών στη μητρική παραμένει αφορολόγητη, ενώ ταυτόχρονα η ευθύνη έναντι τρίτων δεν περιορίζεται στην ελληνική δραστηριότητα.

Ποια η φορολογική μεταχείριση των κερδών;

Το υποκατάστημα διαθέτει ελληνικό ΑΦΜ και, ως μόνιμη εγκατάσταση κατά το άρθρο 6 του Ν. 4172/2013, τηρεί βιβλία στην Ελλάδα και εξάγει λογιστικό αποτέλεσμα που ενσωματώνεται στις οικονομικές καταστάσεις του κεντρικού. Η διασυνοριακή μεταφορά κερδών μεταξύ κεντρικού και υποκαταστήματος δεν επιβαρύνεται με φόρο εισοδήματος ούτε με παρακράτηση.

Τα κέρδη αυτά δεν χαρακτηρίζονται μέρισμα και απαλλάσσονται από φόρο μερισμάτων. Επειδή δεν συνάπτεται σύμβαση μεταξύ κεντρικού και υποκαταστήματος, οι μεταξύ τους συναλλαγές δεν επιβαρύνονται με τέλη χαρτοσήμου.

Για μητρική με έδρα εντός της ΕΕ, η χρηματοδότηση του υποκαταστήματος δεν υπάγεται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου. Σε σχέση με τη διανομή μερίσματος μιας θυγατρικής, η ροή αυτή είναι φορολογικά ελαφρύτερη, στοιχείο που συχνά κατευθύνει την αρχική επιλογή.

Σε ποιον εκτείνεται η ευθύνη;

Το βασικό μειονέκτημα είναι η έκταση της ευθύνης. Ζημία που προκαλεί το υποκατάστημα σε τρίτους βαρύνει ολόκληρη την αλλοδαπή εταιρεία, αφού το υποκατάστημα δεν έχει χωριστή περιουσία ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο.

Αντίστοιχα, ο νόμιμος εκπρόσωπος του υποκαταστήματος ευθύνεται στην ίδια έκταση με μέλος του διοικητικού συμβουλίου ΑΕ ή διαχειριστή ΕΠΕ, ιδίως για οφειλές προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς.

Πώς μετατρέπεται το υποκατάστημα σε θυγατρική εταιρεία;

Η μετατροπή υποκαταστήματος σε θυγατρική πραγματοποιείται ως απόσχιση κλάδου, δηλαδή ως εισφορά της ελληνικής δραστηριότητας σε νεοσυσταθείσα εταιρεία που αποτελεί θυγατρική της εισφέρουσας αλλοδαπής. Το ίδιο σχήμα απαιτείται και ως προϋπόθεση πριν από την πώληση ενός υποκαταστήματος.

Η πράξη αυτή υπάγεται στον Ν. 4601/2019 για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Η μετατροπή υποκαταστήματος σε νεοσυσταθείσα θυγατρική, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 52 του Ν. 4172/2013, συνιστά απόσχιση κλάδου κατά το άρθρο 57 του Ν. 4601/2019 και διέπεται από τις διατάξεις του ως προς το επιτρεπτό, τις προϋποθέσεις και τα αποτελέσματά της, όπως έχει δεχθεί και η διοικητική πρακτική (ΑΑΔΕ Ε.2048/2019).

Συχνές ερωτήσεις

Υποκατάστημα ή θυγατρική: ποια μορφή προτιμάται για είσοδο στην ελληνική αγορά;

Εξαρτάται από τη στάθμιση ευθύνης και φορολογίας. Το υποκατάστημα δίνει άμεση παρουσία με ελαφρύτερη φορολογική ροή κερδών, αλλά εκθέτει ολόκληρη τη μητρική σε ευθύνη. Η θυγατρική περιορίζει την ευθύνη και προσφέρει αυτοτελή υπόσταση, με κόστος τη φορολόγηση των μερισμάτων. Για δοκιμαστική ή βραχυπρόθεσμη δραστηριότητα συχνά προκρίνεται το υποκατάστημα, ενώ για μακροπρόθεσμη επένδυση ή προοπτική επενδυτή, η θυγατρική.

Ποιος ευθύνεται για τα χρέη του υποκαταστήματος αλλοδαπής;

Για τα χρέη και τις ζημίες του υποκαταστήματος ευθύνεται ολόκληρη η αλλοδαπή εταιρεία, καθώς το υποκατάστημα δεν διαθέτει αυτοτελή νομική προσωπικότητα ούτε χωριστή περιουσία. Ο νόμιμος εκπρόσωπος ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται μέλος διοικητικού συμβουλίου ΑΕ ή διαχειριστής ΕΠΕ, ιδίως για οφειλές προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς.

Πώς φορολογείται το υποκατάστημα αλλοδαπής στην Ελλάδα;

Ως μόνιμη εγκατάσταση, το υποκατάστημα φορολογείται στην Ελλάδα για το αποτέλεσμα της ελληνικής δραστηριότητάς του και τηρεί βιβλία με ελληνικό ΑΦΜ. Η μεταφορά των κερδών στη μητρική δεν υπόκειται σε παρακράτηση ούτε σε φόρο μερισμάτων και οι εσωτερικές συναλλαγές κεντρικού και υποκαταστήματος δεν φέρουν χαρτόσημο, αφού δεν θεωρούνται σύμβαση.

Μπορεί το υποκατάστημα να μετατραπεί αργότερα σε θυγατρική εταιρεία;

Ναι, αλλά όχι με απλή μετονομασία. Η μετατροπή πραγματοποιείται ως απόσχιση κλάδου κατά τον Ν. 4601/2019, με εισφορά της ελληνικής δραστηριότητας σε νεοσυσταθείσα θυγατρική της αλλοδαπής εταιρείας. Το ίδιο σχήμα απαιτείται και πριν από την πώληση του υποκαταστήματος.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Επιλογή μορφής ανα κίνδυνο: Η απόφαση υποκατάστημα ή θυγατρική κρίνεται πρωτίστως από το επίπεδο ευθύνης που είναι διατεθειμένος να αναλάβει ο όμιλος, όχι μόνο από το κόστος σύστασης.

Φορολογική ροή κερδών: Η αφορολόγητη μεταφορά κερδών στη μητρική αποτελεί ισχυρό πλεονέκτημα του υποκαταστήματος, που πρέπει όμως να σταθμίζεται έναντι της διευρυμένης ευθύνης.

Ευθύνη εκπροσώπου: Ο διορισμός νόμιμου εκπροσώπου συνεπάγεται προσωπική ευθύνη ανάλογη με αυτή μέλους ΔΣ ΑΕ, ιδίως έναντι Δημοσίου και ασφαλιστικών φορέων.

Σχεδιασμός εξόδου εκ των προτέρων: Η μετατροπή σε θυγατρική και η πώληση προϋποθέτουν απόσχιση κλάδου, οπότε η δομή της παρουσίας σχεδιάζεται από την αρχή με γνώμονα και το πιθανό exit.

Σωστός χαρακτηρισμός εγκατάστασης: Η οριακή διάκριση από πρακτορείο ή απλή προπαρασκευαστική δραστηριότητα καθορίζει υποχρεώσεις εγγραφής και φορολόγησης και πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το υποκατάστημα αλλοδαπής επιχείρησης

Κανονισμός Πολυκατοικίας Με Δικαστική Απόφαση

Κανονισμός πολυκατοικίας είναι το συμβολαιογραφικό έγγραφο το οποίο μεταγράφεται και καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας.

Περιπτώσεις Έλλειψης Κανονισμού

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, αν υπάρχει ήδη χωριστή κατ’ ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60% των συγκυρίων δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ’ ανάλογη εφαρμογή διατάξεων των προηγουμένων άρθρων, να καταρτιστεί κανονισμός, εφόσον είναι ανα­γκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτη­τών (ΑΠ 66/1994).

Κατά τον ίδιο τρόπο και με πλειο­ψηφία τουλάχιστον 65% των συγκυρίων μπορεί να επι­τραπεί η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του κανονι­σμού, όταν εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν την λει­τουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τον προορισμό του ακινήτου.

Αγωγή Παροχής Άδειας Κατάρτισης Κανονισμού

Στην αγωγή παροχής αδείας καταρτίσεως κανονισμού πολυκατοικίας, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 4 του του ν. 1562/1985 (οι οποίες αφορούν βασικώς την αγωγή παροχής αδείας οικοδόμησης, κατά το σύστημα της αντιπαροχής).

Εκ των ανωτέρω διατάξεων προ­κύπτει ότι, πριν από την άσκηση της ανωτέρω αγωγής οι συγκύριοι, που ζητούν την κατάρτιση κανονισμού, πρέπει να καταθέσουν σε συμβολαιογράφο της έδρας του αρμοδίου δικαστηρίου:

  • σχέδιο κανονισμού των σχέσεων των συνιδιοκτητών,
  • σχέδιο του πίνακα κατανομής ποσοστών εξ αδιαιρέτου του κοινού ακινή­του στις χωριστές ιδιοκτησίες με μνεία της αναλογίας κοινοχρήστων δαπανών που θα βαρύνει κάθε χωριστή ιδιοκτησία,

Τα παραπάνω έγγραφα, πρέπει να είναι υπογε­γραμμένα από όλους τους συγκύριους, που ζητούν την σύνταξη κανονισμού και, ειδικώς, το σχέδιο πίνακα κατανομής των ποσοστών ιδιοκτησίας πρέπει επί πλέον να είναι υπογεγραμμένο από πολι­τικό μηχανικό ή αρχιτέκτονα.

Αντί­γραφα όλων των παραπάνω εγγράφων και σχεδιαγραμμά­των, που έχουν κατατεθεί στον συμβολαιογράφο, προ­σκομίζονται από τους διαδίκους στο δικαστήριο κατά την συζήτηση.

Νομική Βάση

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό :

  • με εκείνες των άρθρων 4 § 1 του ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», που ορίζει ότι επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες, όπως με ιδιαίτερη συμφωνία, στην οποία είναι απαραίτητη η κοινή όλων συναίνεση, κανονίσουν τις υποχρεώσεις, δικαιώματα κ.λπ. της συνιδιοκτησίας και
  • του άρθρου 26 § 1 του ν.δ. 1003/1971 «περί ενεργού πολεοδομίας», το οποίο ορίζει ότι «επί των περιπτώσεων του προηγού­μενου άρθρου, δύναται να καταρτίζεται γενικός κανο­νισμός των σχέσεων μεταξύ των συνιδιοκτητών του όλου οικοπέδου ή της εδαφικής περιοχής και ιδιαίτε­ρος κανονισμός των σχέσεων μεταξύ των ιδιοκτητών των κατά κτίριο ορόφων ή τμημάτων αυτών»,

συνά­γεται ότι ο κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτη­τών οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο σύστημα της οροφοκτησίας του ν. 3741/1929, προϋποθέτει καταρχήν την κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών.

Εξαίρεση εισάγει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, που επιτρέπει στους συνιδιοκτήτες, οι οποίοι εκπροσωπούν το 60% της συγκυριότητας επί του οικοπέδου, να ζητήσουν από το δικαστήριο τη σύνταξη κανονισμού, όταν τέτοιος δεν έχει καταρτισθεί, με κοινή συμφωνία όλων των συνιδι­οκτητών και επιπλέον είναι αναγκαίος για τη ρύθμιση των σχέσεων αυτών.

Κοινόκτητα Και Κοινόχρηστα Μέρη

Κατά πάγια νομολογία γίνεται δεκτό ότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1017 ΑΚ, καθώς και του ν. 3741/1929 περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών οικοδομής έχουν αναγκαστική συγκυριότητα και δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση σε όλα τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδο­μής.

Επομένως, οι ιδιοκτήτες, μπορούν με ομόφωνη απόφαση τους, που πρέ­πει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να ρυθμίσουν κατά διάφορο τρόπο το δικαίωμα χρήσης καθενός στα κοινόκτητα και κοινόχρη­στα μέρη και ειδικότερα να συμφωνήσουν ότι κάποιος από τους ιδιοκτήτες έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρή­σης στα μέρη αυτά (ΜΠρΠειρ 969/2019)

Οι συμφωνίες, με τις οποίες κανο­νίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζοντίων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουρ­γούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία και απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους.

Οι κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί «φέρουν χαρακτήρα δουλείας» (ΜΠρΘεσσ 3966/2014).

Ωστόσο, οι περιορισμοί,αυτοί δεν είναι δου­λείες, κατά την έννοια των άρθρων του ΑΚ, αλλά φέρουν το χαρακτήρα δου­λείας, υπό την έννοια και μόνο ότι δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων (ΑΠ 329/1996).

Η σύμπραξη όλων για την κατά τα άνω συμφωνία με την οποία περιορίζεται η χρήση κοινόκτητου από το σύνολο των συνιδιοκτητών προς όφελος ορισμένου ή ορισμένων απ` αυτούς είναι αναγκαία, διότι όλων των λοιπών θίγεται το σχετικό δικαίωμα χρήσης.

Δεν συμ­βαίνει, όμως, το ίδιο και συνεπώς δεν είναι απαραίτητη η σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών όταν θεσπίζεται περιορισμός χρήσης κοινόκτητου μέρους του οποίου η αποκλειστική χρήση είχε παραχωρηθεί με τον κανονι­σμό σε συγκεκριμένους ιδιοκτήτες οπότε απαιτείται η σύμπραξη μόνον αυτών, ως μόνων θιγομένων κατά το σχετικό δικαίωμα τους (ΑΠ 387/1999).

Αίτημα Αγωγής

Αίτημα της σχετικής αγωγής είναι ο προσδιορισμός από το δικαστήριο του περιεχομένου του υπό κατάρτιση κανονισμού, με βάση το σχέδιο που κατέθεσε σε συμβολαιογράφο η πλειοψηφία των συνι­διοκτητών.

Σε ό,τι όμως αφορά τον ίδιο τον κανονισμό πρέπει να γίνει διάκριση ανά­μεσα:

  • στις «σχέσεις» που συνιστούν το περιεχόμενο αυτού, δηλαδή στα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώ­σεις των συνιδιοκτητών που απορρέουν από την οργά­νωση και λειτουργία της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτη­σίας και
  • τη «ρύθμιση» στην οποία αυτές υποβάλλο­νται.

Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκεί­νες του ν. 3741/1929, προκύπτει ότι η πλειοψηφία του 60% μπορεί να ζητήσει τη σύσταση κανονισμού προς ρύθμιση υφισταμένων εκ της συνιδιοκτησίας σχέσεων και όχι τη σύσταση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, για τα οποία απαιτείται η κοινή συναίνεση όλων των συνι­διοκτητών.

Αλλά και το δικαστήριο, πέραν του ελέγχου της νομιμότητας, δεν έχει εξουσία να περιορίσει η ή να διευρύνει τις «σχέσεις» που προτείνει η πλειοψη­φία των συνιδιοκτητών ως περιεχόμενο του υπό κατάρ­τιση κανονισμού, γιατί τότε αυτός θα έχανε τον δικαιοπρακτικό του χαρακτήρα (ΕφΘεσ 2268/2005).

Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την προτεινόμενη από την πλειοψηφία «ρύθμιση» των σχέσεων αυτών, την οποία το δικαστήριο μπορεί, ενίοτε μάλιστα υποχρεού­ται, να τροποποιήσει, όπως όταν κρίνει ότι αυτή δεν είναι επωφελής για όλους τους συνιδιοκτήτες ή αντίκει­ται σε κανόνες δικαίου δημόσιας τάξης.

Αυτό ορίζεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 6 § 1 του ν. 1562/1985, κατά την οποία «το δικαστήριο, αν δεχθεί την αγωγή επιτρέπει στους κατά την κρίση του πιο κατάλληλους από τους διαδίκους συγκύριους να καταρτίσουν τον κανονισμό, σύμφωνα με το κατατεθειμένο σχέδιο και έγγραφα, που αναφέρονται στις §§ 1 και 4 του άρθρου 4, όπως αυτά τυχόν τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της απόφασης» (ΑΠ 596/2000).

Προδικασία

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 § 1 του ν. 1562/1985, η κατά το άρθρο 3 του νόμου αυτού αγωγή παροχής αδείας οικοδομήσεως εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 220 του ΚΠολΔ.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τη διάταξη του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, προκύ­πτει ότι η αγωγή, που έχει ως αντικείμενο την κατάρ­τιση ή τροποποίηση του κανονισμού, δεν εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων, αφού δεν το επιβάλλει ρητώς ο νόμος, όπως συμβαίνει με την αγωγή του άρθρου 3 § 1 αυτού, αλλά ούτε εντάσσεται σε μία από τις κατη­γορίες των αγωγών, οι οποίες κατά το άρθρο 220 του ΚΠολΔ, εγγράφονται υποχρεωτικά στα βιβλία διεκ­δικήσεων.

Η αναφερόμενη στη § 1 του άρθρου 9 κατ’ αναλογία εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων άρθρων έχει την έννοια της εφαρμογής των διατάξεων εκείνων που μπορούν να προσαρμοσθούν προς τα της επιδιώξεως της τροποποίησης του κανονισμού, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 8 § 1 του ν. 1562/1985 (ΑΠ 66/1994 ό.π.).

Δηλαδή, η διά­ταξη του άρθρου 3 § 1 του ανωτέρω ν. 1562/1985, που αφορά στην προδικασία της αγωγής παροχής αδείας οικοδομήσεως κατά το σύστημα της αντιπαροχής και επιβάλλει την προσεπίκληση των τρίτων που έχουν εμπράγματα δικαιώματα στο ακίνητο, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως στην αγωγή παροχής αδείας για κατάρτιση κανονισμού των σχέσεων των συνιδιοκτητών, λόγω του σκοπού τον οποίο εξυ­πηρετεί.

Ομοίως, για τον ίδιο λόγο, δεν απαιτείται για την άσκηση της αγωγής παροχής αδείας για κατάρτιση κανονισμού η εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων, αφού δεν το επιβάλλει ρητώς ο νόμος, αλλά ούτε και η αγωγή αυτή εντάσσεται σε μια από τις κατηγορίες των αγωγών, που κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ εγγράφονται υποχρεωτικά στα βιβλία διεκδική­σεων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την κατάρτιση ή τροποποίηση κανονισμού πολυκατοικίας από Δικαστήριο.

DORA: Ποιες Εταιρείες Υπάγονται & Πώς Συμμορφώνονται

Πότε δεσμεύεται μια επιχείρηση από τον Κανονισμό DORA;

Περιληπτικά:

  • Ο Κανονισμός DORA (Digital Operational Resilience Act) δεσμεύει δύο κατηγορίες επιχειρήσεων: τις χρηματοπιστωτικές οντότητες της ΕΕ και τους τρίτους παρόχους Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) που τις εξυπηρετούν.
  • Ο πάροχος ΤΠΕ συνήθως δεν υπάγεται άμεσα ως ρυθμιζόμενη οντότητα, αλλά δεσμεύεται έμμεσα: η σύμβασή του με χρηματοπιστωτική οντότητα πρέπει να περιέχει τις υποχρεωτικές ρήτρες του άρθρου 30.
  • Οι συμβατικές απαιτήσεις κλιμακώνονται όταν η υπηρεσία υποστηρίζει «κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία».
  • Ο Κανονισμός εφαρμόζεται από τις 17 Ιανουαρίου 2025. Στην Ελλάδα τις αρμόδιες αρχές και τις κυρώσεις ορίζει ο Ν. 5193/2025.

Ποιες οντότητες υπάγονται στον Κανονισμό DORA;

Ο  Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 (Digital Operational Resilience ActDORA) εφαρμόζεται από τις 17 Ιανουαρίου 2025 και δεσμεύει δύο κατηγορίες επιχειρήσεων. Πρώτον, τις χρηματοπιστωτικές οντότητες που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ (πχ πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις επενδύσεων, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και παρόχους υπηρεσιών πληθοχρηματοδότησης). Δεύτερον, τους τρίτους παρόχους Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) που τις εξυπηρετούν.

Ο σκοπός του Κανονισμού είναι να καλύψει ολόκληρη την αλυσίδα αξίας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ώστε ένα συμβάν σε έναν πάροχο λογισμικού να μην απειλεί τη σταθερότητα του ίδιου του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε κρυπτοστοιχεία, η υπαγωγή στον DORA συνδέεται στενά με τον ευρύτερο νομικό έλεγχο συμμόρφωσης που απαιτεί το ρυθμιστικό τους πλαίσιο.

Ο DORA ενσωματώνει αρχή αναλογικότητας, καθώς οι πολύ μικρές οντότητες εφαρμόζουν απλοποιημένο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων ΤΠΕ, ενώ η συχνότητα και η έκταση των υποχρεώσεων προσαρμόζονται στο μέγεθος και στο προφίλ κινδύνου της κάθε οντότητας. Η αναγνώριση του εφαρμοστέου επιπέδου είναι το πρώτο ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί πριν σχεδιαστεί οποιαδήποτε ενέργεια συμμόρφωσης.

DORA ή NIS2: ποιο πλαίσιο εφαρμόζεται;

Ο DORA δεν είναι το μοναδικό ρυθμιστικό πλαίσιο για την ασφάλεια συστημάτων. Η Οδηγία NIS2 θεσπίζει γενικές υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας για ευρύ φάσμα κρίσιμων κλάδων. Για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο DORA λειτουργεί ως ειδικό πλαίσιο (lex specialis) που υπερισχύει των γενικών ρυθμίσεων. Η διάκριση καθορίζει ποιες υποχρεώσεις και ποιες αρχές αφορούν τη συγκεκριμένη επιχείρηση.

ΚριτήριοDORANIS2
Νομική φύσηΚανονισμός (άμεση εφαρμογή)Οδηγία (εθνική μεταφορά)
ΠεδίοΧρηματοπιστωτικός τομέας και πάροχοι ΤΠΕ τουΕυρύ φάσμα κρίσιμων και σημαντικών κλάδων
ΣχέσηΕιδικό πλαίσιο για τον χρηματοπιστωτικό τομέαΓενικό πλαίσιο κυβερνοασφάλειας
ΈμφασηΕπιχειρησιακή ανθεκτικότητα ΤΠΕ και συμβατικός έλεγχος παρόχωνΜέτρα διαχείρισης κινδύνων και αναφορά περιστατικών

Πότε δεσμεύεται ένας πάροχος ΤΠΕ από τον DORA;

Ο πάροχος ΤΠΕ δεν υπάγεται κατά κανόνα άμεσα στον DORA ως ρυθμιζόμενη οντότητα. Δεσμεύεται έμμεσα, μέσω της σύμβασης με τη χρηματοπιστωτική οντότητα, εφόσον ο Κανονισμός υποχρεώνει την οντότητα να ενσωματώσει στη σύμβαση τις απαιτήσεις του άρθρου 30.

Εξαίρεση αποτελεί ο χαρακτηρισμός του παρόχου ως κρίσιμου τρίτου παρόχου ΤΠΕ (Critical ICT Third-Party Provider – CTPP), οπότε υπόκειται σε άμεση εποπτεία των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.

Ο μηχανισμός αυτός είναι το πρακτικά κρίσιμο σημείο για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου πληροφορικής. Ένας πάροχος υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους (cloud), λογισμικού ή υποστήριξης συστημάτων δεν χρειάζεται να είναι ο ίδιος τράπεζα για να βρεθεί δεσμευμένος από τον DORA. Αρκεί να συμβληθεί με χρηματοπιστωτική οντότητα. Εκείνη οφείλει να του μετακυλίσει συμβατικά τα δικαιώματα ελέγχου, τις υποχρεώσεις αναφοράς και τους όρους εξόδου που επιβάλλει ο Κανονισμός. Ο πάροχος που αρνείται τους όρους αυτούς αποκλείεται ουσιαστικά από την αγορά του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Ο χαρακτηρισμός ενός παρόχου ως κρίσιμου ενεργοποιεί ένα δεύτερο, αυστηρότερο καθεστώς. Οι κρίσιμοι τρίτοι πάροχοι υπόκεινται σε άμεση εποπτεία από επικεφαλής επόπτη (μία εκ των EBA, EIOPA ή ESMA), ο οποίος έχει εξουσίες να ζητά πληροφορίες, να διενεργεί έρευνες και επιτόπιους ελέγχους. Οι συμβατικές υποχρεώσεις του άρθρου 30, ωστόσο, ισχύουν για κάθε ουσιώδη σχέση με πάροχο ΤΠΕ, ανεξάρτητα από το αν αυτός έχει χαρακτηριστεί κρίσιμος.

Ο χαρακτηρισμός ενός παρόχου ως κρίσιμου στηρίζεται σε κριτήρια όπως η συστημική σημασία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που εξυπηρετεί, ο βαθμός εξάρτησης του τομέα από τον συγκεκριμένο πάροχο και η δυνατότητα υποκατάστασής του. Ένας πάροχος που συγκεντρώνει μεγάλο μέρος της αγοράς, χωρίς εύκολα διαθέσιμη εναλλακτική λύση, είναι πιθανότερο να χαρακτηριστεί κρίσιμος.

Για τις μικρότερες επιχειρήσεις πληροφορικής ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σπάνιος, η συμβατική δέσμευση μέσω του άρθρου 30 όμως παραμένει.

Ποιες ρήτρες πρέπει να περιέχει η σύμβαση παροχής ΤΠΕ;

Το άρθρο 30 διαρθρώνει τις υποχρεωτικές συμβατικές ρήτρες σε δύο επίπεδα. Η παράγραφος 2 ορίζει εννέα ελάχιστες ρήτρες που πρέπει να περιέχει κάθε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ΤΠΕ. Η παράγραφος 3 προσθέτει έξι αυστηρότερες ρήτρες όταν η υπηρεσία υποστηρίζει κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία. Ο χαρακτηρισμός της λειτουργίας καθορίζει ποιο επίπεδο εφαρμόζεται.

Η έννοια της «κρίσιμης ή σημαντικής λειτουργίας» είναι το κλειδί της υπαγωγής. Πρόκειται για λειτουργία της οποίας η διακοπή θα έβλαπτε ουσιωδώς τις οικονομικές επιδόσεις της οντότητας ή τη συνέχεια και την ποιότητα των υπηρεσιών της. Ο χαρακτηρισμός απαιτεί κρίση κατά περίπτωση, καθώς λάθος υποτίμηση οδηγεί σε σύμβαση που στερείται υποχρεωτικών ρητρών και, κατ’ επέκταση, σε εποπτικό εύρημα μη συμμόρφωσης.

Άρθρο 30 παρ. 2 – κάθε σύμβαση ΤΠΕΆρθρο 30 παρ. 3 – κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία
Σαφής και πλήρης περιγραφή των υπηρεσιών και λειτουργιώνΠλήρεις περιγραφές επιπέδου υπηρεσιών με ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους
Τοποθεσίες παροχής υπηρεσιών και επεξεργασίας δεδομένωνΠλήρη και απεριόριστα δικαιώματα πρόσβασης, επιθεώρησης και ελέγχου (audit)
Όροι διαθεσιμότητας, ακεραιότητας και εμπιστευτικότητας δεδομένωνΠροθεσμίες ειδοποίησης και υποχρεώσεις αναφοράς προς την οντότητα
Δικαιώματα πρόσβασης, ανάκτησης και επιστροφής δεδομένωνΥποχρέωση συμμετοχής σε δοκιμές διείσδυσης βάσει απειλών
Όροι συνδρομής σε περιστατικά ΤΠΕΌροι ασφάλειας και σχέδια έκτακτης ανάγκης
Δικαιώματα καταγγελίας και ελάχιστες προθεσμίεςΣτρατηγικές εξόδου με υποχρεωτική μεταβατική περίοδο

Η εμπειρία από συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ΤΠΕ δείχνει ότι οι ρήτρες αυτές δεν συμπληρώνονται με τυποποιημένο κείμενο. Το δικαίωμα ελέγχου που λειτουργεί όταν αντισυμβαλλόμενη είναι πολύ μικρή οντότητα διαφέρει ουσιωδώς από εκείνο που απαιτείται για κρίσιμη λειτουργία. Στην πρώτη περίπτωση, ο Κανονισμός επιτρέπει ανάθεση των δικαιωμάτων ελέγχου σε ανεξάρτητο τρίτο, ενώ στη δεύτερη απαιτείται απεριόριστη πρόσβαση.

Κάθε ρήτρα εξόδου, ομοίως, πρέπει να εξειδικεύει τη μεταβατική περίοδο, τη μεταφορά δεδομένων και τη συνέχιση υπηρεσιών με όρους που εξαρτώνται από τη φύση της συγκεκριμένης υπηρεσίας.

Η ίδια λογική κλιμάκωσης εμφανίζεται και σε άλλες συμβάσεις τεχνολογίας. Η σύμβαση με πάροχο τεχνητής νοημοσύνης αντιμετωπίζει αντίστοιχα ζητήματα κατανομής ευθύνης και ελέγχου, γεγονός που καθιστά τη διατύπωση τέτοιων ρητρών ad hoc εργασία και όχι αντιγραφή προτύπου. Ο Κανονισμός προβλέπει ρητά τη δυνατότητα χρήσης τυποποιημένων συμβατικών ρητρών που εκπονούν δημόσιες αρχές, χωρίς όμως αυτές να υποκαθιστούν την εξατομικευμένη αξιολόγηση.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν οι υπο-αναθέσεις. Όταν ο πάροχος αναθέτει με τη σειρά του μέρος μιας κρίσιμης ή σημαντικής λειτουργίας σε υπεργολάβο, ο Κανονισμός απαιτεί η αλυσίδα αυτή να παραμένει ορατή και ελεγχόμενη.

Η σύμβαση οφείλει να προσδιορίζει τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η υπο-ανάθεση, ώστε η χρηματοπιστωτική οντότητα να μη χάνει τον έλεγχο επί του προσώπου που τελικά παρέχει την υπηρεσία ούτε τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων ελέγχου της σε όλη την αλυσίδα.

Πώς διαχειρίζεται η οντότητα τον κίνδυνο τρίτων παρόχων;

Πέρα από τη σύμβαση, το άρθρο 28 επιβάλλει στη χρηματοπιστωτική οντότητα ένα ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης. Περιλαμβάνει στρατηγική για τον κίνδυνο τρίτων παρόχων, τήρηση μητρώου πληροφοριών για όλες τις συμβατικές ρυθμίσεις ΤΠΕ, προσυμβατική δέουσα επιμέλεια, στρατηγικές εξόδου και αξιολόγηση του κινδύνου συγκέντρωσης. Η ευθύνη συμμόρφωσης παραμένει στην οντότητα και δεν μεταφέρεται με την ανάθεση.

Εξάλλου, το μητρώο πληροφοριών (Register of Information) αποτελεί, επίσης, βασική υποχρέωση. Καταγράφει το σύνολο των συμβατικών σχέσεων ΤΠΕ σε επίπεδο οντότητας, υπο-ομίλου και ομίλου. Αποτελεί ένα από τα πρώτα στοιχεία που ελέγχουν οι εποπτικές αρχές κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης. Η προσυμβατική δέουσα επιμέλεια απαιτεί αξιολόγηση κινδύνου πριν τη σύναψη κάθε σύμβασης, ιδίως όταν αφορά κρίσιμη λειτουργία.

Η εμπειρία από έργα συμμόρφωσης δείχνει ότι η στρατηγική εξόδου και η αξιολόγηση του κινδύνου συγκέντρωσης είναι τα σημεία που απαιτούν την ουσιαστικότερη νομική κρίση. Όταν μια κρίσιμη υπηρεσία στηρίζεται σε πάροχο χωρίς άμεσα διαθέσιμη εναλλακτική λύση, η τεκμηρίωση της στρατηγικής εξόδου πρέπει να αντιμετωπίσει ειλικρινά τον περιορισμό αυτό και να ορίσει τα μέτρα ελέγχου του κινδύνου κατά τη διάρκεια της εξάρτησης. Η επιλογή ανάμεσα σε μετάβαση προς άλλον πάροχο ή σε εσωτερική λύση είναι στρατηγική απόφαση με διαφορετικές νομικές και επιχειρησιακές συνέπειες.

Πώς ταξινομούνται και πως αναφέρονται τα περιστατικά ΤΠΕ;

Ο DORA απαιτεί την ταξινόμηση των περιστατικών ΤΠΕ σε σημαντικά και μη σημαντικά, με βάση κριτήρια όπως ο αριθμός των επηρεαζόμενων χρηστών, η διάρκεια της διακοπής, η γεωγραφική έκταση, η απώλεια δεδομένων και ο οικονομικός αντίκτυπος. Τα σημαντικά περιστατικά αναφέρονται στις αρμόδιες αρχές εντός καθορισμένων προθεσμιών. Όταν το ίδιο περιστατικό θίγει προσωπικά δεδομένα, προστίθεται αυτοτελής υποχρέωση κατά τον GDPR.

Η διαδικασία διαχείρισης καλύπτει ολόκληρη την αντιμετώπιση του περιστατικού, από την ανίχνευση και την καταγραφή έως την ανάλυση, τον περιορισμό, την αποκατάσταση και την τελική αναφορά. Η αναφορά των σημαντικών περιστατικών δεν είναι ενιαία πράξη, καθώς ο Κανονισμός προβλέπει διαδοχικές αναφορές, με αρχική ειδοποίηση και επακόλουθες ενδιάμεση και τελική έκθεση καθώς εξελίσσεται η εικόνα του περιστατικού.

Η πραγματική πολυπλοκότητα προκύπτει από την επικάλυψη των πλαισίων. Ένα και μόνο περιστατικό μπορεί να ενεργοποιήσει ταυτόχρονα υποχρέωση αναφοράς κατά DORA προς την εποπτική αρχή, υποχρέωση γνωστοποίησης παραβίασης δεδομένων κατά τον GDPR προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων και, ενδεχομένως, υποχρέωση κατά την NIS2. Οι προθεσμίες, οι αποδέκτες και το περιεχόμενο διαφέρουν, οπότε ο συντονισμός των αναφορών απαιτεί σύνθεση πολλαπλών διατάξεων που δεν είναι προφανής.

Πέρα από τις υποχρεωτικές αναφορές, ο Κανονισμός προβλέπει τη δυνατότητα εθελοντικής κοινοποίησης σημαντικών κυβερνοαπειλών στις αρμόδιες αρχές, καθώς και ρυθμίσεις ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ οντοτήτων για τη συλλογική αντιμετώπιση των απειλών. Η συμμετοχή σε τέτοιες ρυθμίσεις δεν είναι υποχρεωτική, ενθαρρύνεται όμως ιδίως για τις οντότητες που θεωρούνται κρίσιμες.

Πώς εφαρμόζεται ο DORA στην Ελλάδα;

Ο DORA, ως κανονισμός της ΕΕ, ισχύει άμεσα στην Ελλάδα χωρίς ανάγκη εθνικής μεταφοράς. Ο Ν. 5193/2025 (άρθρα 148 έως 152) ορίζει τις αρμόδιες εθνικές αρχές εποπτείας, την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καθώς και τις εξουσίες και τις κυρώσεις τους. Τα άρθρα 153 έως 170 ενσωματώνουν τη συνοδευτική Οδηγία (ΕΕ) 2022/2556.

Η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Τράπεζας της Ελλάδος και Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς γίνεται κατά λόγο αρμοδιότητας, ανάλογα με τον τύπο της εποπτευόμενης οντότητας. Οι δύο αρχές διαθέτουν εξουσίες ελέγχου, έρευνας και επιβολής διοικητικών μέτρων και κυρώσεων για τη μη συμμόρφωση. Η συνοδευτική Οδηγία (ΕΕ) 2022/2556 εκσυγχρονίζει την υφιστάμενη ελληνική νομοθεσία, ώστε οι ειδικότεροι τομεακοί νόμοι να εναρμονίζονται με τις απαιτήσεις ψηφιακής ανθεκτικότητας του Κανονισμού.

Πρακτικά, ο ορισμός εθνικών αρχών σημαίνει ότι οι ελληνικές χρηματοπιστωτικές οντότητες λογοδοτούν για τη συμμόρφωσή τους προς τον DORA απευθείας στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, οι οποίες διενεργούν ελέγχους και επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις. Ο εθνικός νόμος δεν προσθέτει ουσιαστικές υποχρεώσεις πέραν του Κανονισμού, καθιστά όμως λειτουργικό το εποπτικό και κυρωτικό σκέλος στην ελληνική έννομη τάξη.

Συχνές Ερωτήσεις

Υπάγονται οι πολύ μικρές επιχειρήσεις στον DORA;

Ναι, αλλά με αναλογικότητα. Οι πολύ μικρές οντότητες εφαρμόζουν απλοποιημένο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων ΤΠΕ, προσαρμοσμένο στο μέγεθος και στο προφίλ κινδύνου τους. Ειδικά για τα δικαιώματα ελέγχου σε συμβάσεις ΤΠΕ, ο Κανονισμός επιτρέπει στις πολύ μικρές οντότητες να τα αναθέτουν σε ανεξάρτητο τρίτο.

Τι σημαίνει «κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία»;

Πρόκειται για λειτουργία της οποίας η διακοπή θα έβλαπτε ουσιωδώς τις οικονομικές επιδόσεις της οντότητας ή τη συνέχεια και την ποιότητα των υπηρεσιών της, ή τη συμμόρφωσή της προς τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις. Ο χαρακτηρισμός μιας λειτουργίας ως κρίσιμης ενεργοποιεί το αυστηρότερο επίπεδο συμβατικών ρητρών του άρθρου 30 παρ. 3.

Μεταφέρεται η ευθύνη συμμόρφωσης στον πάροχο ΤΠΕ;

Όχι. Η ευθύνη παραμένει εξ ολοκλήρου στη χρηματοπιστωτική οντότητα, ανεξάρτητα από το αν η υπηρεσία έχει ανατεθεί σε τρίτο. Οι πιστοποιήσεις ασφαλείας ή οι εκθέσεις ελέγχου του παρόχου υποστηρίζουν τη δέουσα επιμέλεια της οντότητας, αλλά δεν την υποκαθιστούν. Η οντότητα οφείλει να διενεργεί δική της αξιολόγηση, να τηρεί δικό της μητρώο και να εξασφαλίζει ότι οι συμβάσεις της πληρούν τις απαιτήσεις.

Καλύπτει ο DORA τις υπηρεσίες cloud;

Ναι. Οι πάροχοι υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους εμπίπτουν στους τρίτους παρόχους ΤΠΕ. Όταν η υπηρεσία cloud υποστηρίζει κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία, η σύμβαση πρέπει να περιέχει τις αυστηρότερες ρήτρες του άρθρου 30 παρ. 3, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων ελέγχου και της στρατηγικής εξόδου. Μεγάλοι πάροχοι cloud ενδέχεται να χαρακτηριστούν κρίσιμοι και να υπαχθούν σε άμεση εποπτεία.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Χαρτογράφηση πριν τη συμμόρφωση: Το πρώτο πρακτικό βήμα είναι η καταγραφή όλων των συμβάσεων ΤΠΕ και ο χαρακτηρισμός ποιες υποστηρίζουν κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία. Από αυτόν τον χαρακτηρισμό εξαρτάται το επίπεδο των απαιτούμενων ρητρών και η ένταση των υποχρεώσεων.

Αναδιαπραγμάτευση υφιστάμενων συμβάσεων: Συμβάσεις που συνάφθηκαν πριν την εφαρμογή του DORA συχνά δεν περιέχουν τις ρήτρες του άρθρου 30. Η προσθήκη τους μέσω τροποποιήσεων ή πρόσθετων παραρτημάτων αποτελεί υποχρέωση των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων και όχι προαιρετική βελτίωση.

Θέση του παρόχου ΤΠΕ: Ο πάροχος που στοχεύει σε πελάτες του χρηματοπιστωτικού τομέα ωφελείται να προετοιμάσει εκ των προτέρων όρους συμβατούς με τον DORA. Έτσι αποφεύγει τον αποκλεισμό από διαγωνισμούς και τις καθυστερήσεις διαπραγμάτευσης που προκαλεί η εκ των υστέρων προσαρμογή.

Συντονισμός με GDPR και NIS2: Ένα περιστατικό ΤΠΕ μπορεί να ενεργοποιήσει ταυτόχρονα υποχρεώσεις αναφοράς κατά DORA, GDPR και ενδεχομένως NIS2, προς διαφορετικές αρχές και με διαφορετικές προθεσμίες. Ο σχεδιασμός ενιαίας εσωτερικής διαδικασίας αναφοράς αποτρέπει παραλείψεις που οδηγούν σε κυρώσεις.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με τον Κανονισμό DORA .

Ανακοπή Κατά Δήλωσης Συνέχισης Πλειστηριασμού (973 ΚΠολΔ)

Δήλωση Συνέχισης Πλειστηριασμού

Κατ’ άρθρο 973 § 1 ΚΠολΔ, εάν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού δυο μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημέρα αυτή.

Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων.

Κατά την δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου κάθε δανειστής, εφ’ όσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε στον καθ’ ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό.

Κατά δε την τρίτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, εάν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παράγραφο 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη.

Εάν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης.

Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλου.

Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων.

Ένδικα Βοηθήματα – Ανακοπή Του Άρθρου 973 ΚΠολΔ

Κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 973 ΚΠολΔ, αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης και υποκατάστασης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της ανάρτησης.

Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 κεπ.

Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε ένα μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων.

Η τελευταία αυτή ειδική ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης άλλου δανειστή εισήχθη το πρώτον με τον Ν. 4335/2015.

Και αυτό γιατί μέχρι τις τροποποιήσεις του νόμου αυτού η σχετική ανακοπή κατά τω ν δηλώσεων αυτών ασκούνταν στην προθεσμία του άρθρου 934 περ. β ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ του Ν. 4335/2015, ήτοι μέχρι τον πλειστηριασμό, πρώτη δε πράξη εκτελέσεως θεωρούνταν ανάλογα η δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης (ΑΠ 610/2002).

Ωστόσο, μετά την αναμόρφωση του άρθρου 934 με τον Ν. 4335/2015 και τη συγχώνευση των περιπτώσεων α και β του προϊσχύσαντος άρθρου 934 στην περίπτωση α του νέου άρθρου 934, με ενιαία προθεσμία άσκησης της ανακοπής 45 ημερών απ’ την ημέρα της κατάσχεσης και διατήρηση της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού ως περίπτωση β (τέως γ), η εν λόγω ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμία από τις προβλεπόμενες πλέον περιπτώσεις του άρθρου 934, έτσι ώστε να επιλεγεί από το νομοθέτη να εισαχθεί γι’ αυτές μία ιδιαίτερη ανακοπή, που ρυθμίστηκε αυτοτελώς στο νέο άρθρο 973 § 6.

Περιεχόμενο Ανακοπής

Με την ανακοπή αυτή του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ δύνανται να προβάλλονται λόγοι, οι οποίοι αφορούν το κύρος της δήλωσης αυτής (ΜονΠρωτΧαλκ 24/2022).

Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι, οι αντιρρήσεις που μπορούν να προβληθούν με το σχετικό ένδικο βοήθημα, πρέπει πρώτιστα να αφορούν:

  • είτε πρωτογενείς πλημμέλειες της επίδικης πράξης εκτέλεσης (δήλωσης συνέχισης ή υποκατάστασης) καθώς και συνεπακόλουθα στις πράξεις που ακολούθησαν αυτής (άρθρο 973 § 1 ΚΠολΔ)
  • είτε δευτερογενείς ακυρότητες της δήλωσης συνέχισης ή υποκατάστασης που προκύπτουν από δικονομικά ανίσχυρες προγενέστερες πράξεις εκτέλεσης στις οποίες στηρίζεται η επίδικη πράξη εκτέλεσης (πχ. την κατάσχεση).

Η δεύτερη όμως ως άνω περίπτωση (δευτερογενούς ακυρότητας) τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η (μετέπειτα προσβαλλόμενη) δήλωση συνέχισης, οι εν λόγω (προγενέστερες ανίσχυρες) πράξεις είτε έχουν ακυρωθεί με δικαστική απόφαση είτε έστω έχουν παύσει να υφίστανται και να παράγουν έννομες συνέπειες με κάθε άλλο νόμιμο τρόπο (π.χ. απόφαση για ανατροπή κατάσχεσης, δήλωση παραίτησης από κατάσχεση κλπ).

Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τον λόγο που προτείνεται με την ανακοπή του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ και το ποια πράξη εκτέλεσης αφορά αυτός (ο λόγος), το αίτημα της ανακοπής του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ (όπως ανάλογα ισχύει και για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ) είναι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης εκτέλεσης, η οποία στην συγκεκριμένη ανακοπή μπορεί και πρέπει να είναι μόνο η επίδικη δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης και όχι άλλες προγενέστερες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας (έτσι ΜΠρΠατρ 16/2025, ΜΠρΡοδ 224/2022).

Απαράδεκτο Ανακοπής Του Άρθρου 933 ΚΠολΔ

Εάν κατά της δήλωσης συνέχισης και υποκατάστασης πλειστηριασμού ασκηθεί ανακοπή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ, αυτή θα απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Τούτο διότι η δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού του άρθρου 973 § 1 ΚΠολΔ προσβάλλεται με την ειδική ανακοπή της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου η οποία:

  • ασκείται εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημέρα της ανάρτησης της γνωστοποίησης της δήλωσης και της ημέρας του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και όχι με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία προβάλλονται αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης εντός των χρονικών σταδίων του άρθρου 934 § 1 ΚΠολΔ και
  • εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 937 § 3 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την ανακοπή κατά δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού κατ’ άρθρο 973 ΚΠολΔ.

Διαφυγόν Κέρδος Και Αποθετική Ζημία Επιχείρησης

Διαφυγόν κέρδος (ή αποθετική ζημία) είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος, λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 297 ΑΚ «Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα».

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Πεδίο Εφαρμογής

Η διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, όπως προκύπτει από :

  • τη γραμματική της ερμηνεία, δεδομένου ότι δεν κάνει καμία διάκριση στο αν αφορά ζημία, που να προέρχεται από παραβίαση συμβάσεως ή να προέρχεται από αδικοπραξία, όσο και
  • την συστηματική της ερμηνεία, δεδομένου ότι τίθεται στις αρχικές, γενικές διατάξεις που ισχύουν επί ενοχών και από
  • την τελολογική της ερμηνεία, που περιλαμβάνει στην έννοια της λέξης «δανειστής» οποιοδήποτε δικαιούχο παροχής,

συνάγεται ότι εφαρμόζεται, τόσο στις αποζημιώσεις εξ’ αδικοπρακτικής όσο και στις αποζημιώσεις λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης.

Εξάλλου, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ ως «περιουσία του δανειστή» νοείται, το σύνολο των αποτιμητών σε χρήμα αγαθών ήτοι πραγμάτων και αξιώσεων που νομίμως ανήκουν σ’ αυτόν, ήτοι όχι μόνο εμπραγμάτων αγαθών αλλά και αξιώσεών του που πηγάζουν από ενοχικές με τρίτους σχέσεις.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει α) τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και β) το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί.

Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του.

Όπως προαναφέρθηκε, διαφυγόν κέρδος ή αποθετική ζημία είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

Δηλαδή, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός.

Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται.

Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, ορίζει ότι, ως διαφυγόν κέρδος «λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί».

Χρειάζεται, δηλαδή, η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια («σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων») και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος.

Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα.

Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται.

Ο απαιτούμενος, στις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες – συγκεκριμένες περιστάσεις.

Η πιθανότητα της δυνατότητας πραγματοποίησης διαφυγόντος κέρδους δεν μπορεί να φτάνει μέχρι «φαντασιώδους υπολογισμού» (ΑΠ 1258/2023).

Παράδειγμα

Η επίκληση ανόδου κατά την πώληση και πτώσεως κατά την αγορά της αξίας μιας μετοχής σε συγκεκριμένες ημερομηνίες αγοράς και πωλήσεως αυτών, δεν αποτελεί κέρδος προσδοκώμενο με «βάσιμη» πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά την προπαρατεθείσα έννοια του άρθρου 298 ΑΚ.

Τούτο διότι αυτό είναι ιδιαίτερα αμφίβολο και ευμετάβολο, αφού, σε μία ελεύθερη και μάλιστα ειδικευμένη αγορά, όπως είναι το χρηματιστήριο, δεν υπάρχουν εγγυήσεις συγκεκριμένης περιουσιακής αποδόσεως, δεδομένου ότι η άνοδος ή η πτώση των τιμών και κατ’ επέκταση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών των εισηγμένων στο χρηματηστήριο εταιριών, εξαρτάται, πλην άλλων, από διάφορους, αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες, εσωτερικούς και εξωτερικούς, όπως είναι οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, οι απρόβλεπτες περιπλοκές στις διεθνείς εξελίξεις, η ανοδική ή πτωτική τάση των διεθνών χρηματιστηριακών δεικτών, οι οποίοι δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί με πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν και σε ποιο ποσοστό θα σημειωθεί άνοδος ή πτώση των μετοχών σε ορισμένες συγκεκριμένες ημερομηνίες, με αποτέλεσμα να μην δύναται να γίνει λόγος για αποθετική ζημία των εναγόντων από την αιτία αυτή (ΑΠ 1364/2013).

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ
Ορισμένο Της Αγωγής Αποζημίωσης

Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, τόσο τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει, να εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή.

Δεν αρκεί, δηλαδή, η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ’ απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια (ΟλΑΠ 20/1992, ΑΠ 83/2002).

Παράδειγμα

Για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η ζημία που υπέστη ο ενάγων, η οποία συνίσταται στην, από υπαιτιότητα του εναγόμενου, ματαίωση μισθώσεως ακινήτου και την εντεύθεν απώλεια μισθωμάτων, πρέπει να αναφέρεται το μηνιαίο μίσθωμα, που με πιθανότητα θα εισέπραττε ο ενάγων από την εκμίσθωση του ακινήτου, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 935/2014).

Διαφυγόν Κέρδος Και Αξίωση Τόκων

Επί αγωγής με αντικείμενο διαφυγόν κέρδος, ο ζημιωθείς δικαιούται να ζητήσει τόκους επί του ποσού του διαφυγόντος κέρδους, από την επίδοση μεν της αγωγής για το διαφυγόν κέρδος που ανάγεται στο προ της επίδοσης της χρονικό διάστημα, από την ημέρα δε που ακολούθως ανακύπτει για το μετά την επίδοση της χρονικό διάστημα.

Δεν δικαιούται όμως να ζητήσει τόκους επί της θετικής του ζημίας, για όσο χρόνο μέχρι την πληρωμή της ζητεί και διαφυγόν κέρδος.

Εντούτοις, δεν αποκλείεται να ζητήσει ο ζημιωθείς τόκους και επί της θετικής του ζημίας, από την όχληση του οφειλέτη ή από την επίδοση της αγωγής, για όσο χρονικό διάστημα δεν ζητεί διαφυγόντα κέρδη (ΑΠ 909/2009).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το διαφυγόν κέρδος και την αποθετική ζημία επιχείρησης.

Δικαίωμα Κατασκευαστή Βάσης Δεδομένων: Πότε Προστατεύεται

Πότε εμποδίζεται η αντιγραφή ή το scraping της βάσης δεδομένων;

Σε συντομία:

  • Μια βάση δεδομένων προστατεύεται με δύο διακριτά νομικά πλαίσια: δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας (αν η δομή είναι πρωτότυπη) και δικαίωμα ειδικής φύσης (sui generis), που προστατεύει την επένδυση ακόμη και χωρίς πρωτοτυπία.
  • Ο κατασκευαστής εμποδίζει την εξαγωγή ή επαναχρησιμοποίηση ουσιώδους μέρους, αλλά μετά την απόφαση CV-Online (2021) μόνο όταν η πράξη θέτει σε κίνδυνο την απόσβεση της επένδυσης.
  • Το web scraping και η χρήση δεδομένων για εκπαίδευση τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπονται κατ’ αρχήν από νομίμως προσβάσιμο υλικό, εκτός αν ο δικαιούχος έχει ασκήσει ρητή επιφύλαξη δικαιωμάτων με κατάλληλο, μηχαναγνώσιμο τρόπο.
  • Κατασκευαστής είναι όποιος φέρει το επιχειρηματικό ρίσκο της επένδυσης, όχι ο προγραμματιστής που εκτελεί την κατασκευή με σύμβαση έργου.
  • Σε παραβίαση προβλέπονται αστικές αξιώσεις (άρση, παράλειψη, αποζημίωση) και ποινικές κυρώσεις.

Πότε προστατεύεται η βάση δεδομένων και με ποιο νομικό πλαίσιο;

Μια βάση δεδομένων προστατεύεται με δύο διακριτά νομικά πλαίσια:

  • Με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται όταν η επιλογή ή η διευθέτηση του περιεχομένου της είναι πρωτότυπη, οπότε αντικείμενο προστασίας είναι η δομή της.
  • Με δικαίωμα ειδικής φύσης (sui generis) προστατεύεται όταν η απόκτηση, ο έλεγχος ή η παρουσίαση του περιεχομένου καταδεικνύει ουσιώδη επένδυση, οπότε αντικείμενο προστασίας είναι η επένδυση.

Το δεύτερο πλαίσιο καλύπτει και μη πρωτότυπες βάσεις.

Ως βάση δεδομένων (database) νοείται, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2121/1993, η συλλογή έργων, δεδομένων ή άλλων ανεξάρτητων στοιχείων, διευθετημένων κατά συστηματικό ή μεθοδικό τρόπο και ατομικώς προσιτών.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διευκρίνισε στην υπόθεση C-444/02 (Fixtures Marketing) ότι κρίσιμο στοιχείο είναι η δυνατότητα μεμονωμένης ανεύρεσης κάθε στοιχείου χωρίς να επηρεάζεται η αξία των υπολοίπων. Η έννοια καλύπτει τόσο τις ηλεκτρονικές όσο και τις παραδοσιακές βάσεις, ανεξάρτητα από το είδος του υλικού (κείμενα, αριθμοί, εικόνες, πραγματικά στοιχεία κλπ).

Το πρώτο νομικό πλαίσιο προϋποθέτει πρωτοτυπία. Η βάση προστατεύεται ως πνευματικό δημιούργημα μόνο όταν η επιλογή ή η οργάνωση του υλικού της εκφράζει τη δημιουργική ικανότητα του δημιουργού με τρόπο που αποτυπώνει το «προσωπικό του άγγιγμα».

Το κριτήριο της πρωτοτυπίας στην ελληνική νομολογία ταυτίζεται με τη στατιστική μοναδικότητα, δηλαδή την κρίση ότι κανένας άλλος δημιουργός υπό παρόμοιες συνθήκες δεν θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1051/2015). Μια διευθέτηση με αυτονόητα κριτήρια, όπως η αλφαβητική σειρά ή η πλήρης απαρίθμηση όλων των κατοίκων ενός δήμου, δεν πληροί το κριτήριο. Η προστασία αυτή αφορά τη διάρθρωση της βάσης, όχι το περιεχόμενό της.

Το δεύτερο νομικό πλαίσιο δεν προϋποθέτει πρωτοτυπία. Το δικαίωμα ειδικής φύσης του άρθρου 45Α Ν. 2121/1993 χορηγείται στον κατασκευαστή όταν η δημιουργία της βάσης απαίτησε ουσιώδη, ποιοτική ή ποσοτική, επένδυση.

Το ΔΕΕ, στην υπόθεση C-203/02 (British Horseracing Board), διέκρινε την επένδυση που γίνεται για τη συλλογή, τον έλεγχο και την παρουσίαση υφιστάμενων δεδομένων, η οποία προστατεύεται, από την επένδυση που γίνεται για την παραγωγή των ίδιων των δεδομένων, η οποία δεν προστατεύεται.

Η διάκριση αυτή είναι το πιο συχνό σημείο όπου μια αξίωση sui generis αναιρείται στην πράξη, καθώς επιχειρήσεις που παράγουν οι ίδιες τα δεδομένα τους συχνά δεν μπορούν να επικαλεστούν το δικαίωμα για το ίδιο το στάδιο της παραγωγής.

ΣτοιχείοΔικαίωμα δημιουργού (πνευματική ιδιοκτησία)Δικαίωμα κατασκευαστή (sui generis)
ΠροϋπόθεσηΠρωτοτυπία στην επιλογή ή διευθέτησηΟυσιώδης ποιοτική ή ποσοτική επένδυση
Αντικείμενο προστασίαςΗ δομή της βάσηςΗ επένδυση συλλογής, ελέγχου, παρουσίασης
ΔικαιούχοςΦυσικό πρόσωπο (δημιουργός)Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που φέρει το ρίσκο
ΔιάρκειαΌση και τα λοιπά έργα (ζωή δημιουργού και 70 έτη)15 έτη από την περάτωση ή την πρώτη διάθεση

Πότε μπορεί ο κατασκευαστής να εμποδίσει την εξαγωγή ή την επαναχρησιμοποίηση;

Ο κατασκευαστής μπορεί να απαγορεύσει την εξαγωγή ή την επαναχρησιμοποίηση του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου, αξιολογούμενου ποιοτικά ή ποσοτικά. Μετά την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-762/19 (CV-Online Latvia, 3 Ιουνίου 2021) το δικαίωμα δεν ενεργοποιείται αυτόματα: απαιτείται η πράξη να θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητα του κατασκευαστή να αποσβέσει την επένδυσή του.

Ως εξαγωγή θεωρείται η μόνιμη ή προσωρινή μεταφορά του συνόλου ή ουσιώδους μέρους σε άλλο υλικό φορέα, ενώ επαναχρησιμοποίηση είναι η διάθεση στο κοινό με διανομή, εκμίσθωση ή μετάδοση. Η εξαγωγή και η επαναχρησιμοποίηση επουσιώδους μέρους επιτρέπονται ελεύθερα.

Δεν επιτρέπονται όμως όταν γίνονται κατ’ επανάληψη και συστηματικά, με τρόπο που συγκρούεται με την κανονική εκμετάλλευση της βάσης ή θίγει αδικαιολόγητα τα συμφέροντα του κατασκευαστή. Το όριο μεταξύ ουσιώδους και επουσιώδους δεν είναι μόνο ποσοτικό, καθώς ένα μικρό αλλά κρίσιμο τμήμα μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδες με ποιοτικά κριτήρια.

Η απόφαση CV-Online μετέβαλε τον τρόπο εφαρμογής. Η υπόθεση αφορούσε μηχανή αναζήτησης αγγελιών εργασίας που ευρετηρίαζε το περιεχόμενο βάσης τρίτου. Το ΔΕΕ έκρινε ότι τέτοιες πράξεις απαγορεύονται μόνο εφόσον στερούν από τον κατασκευαστή έσοδα που του επιτρέπουν να αποσβέσει το κόστος της επένδυσης.

Με τη λογική αυτή, ο εθνικός δικαστής καλείται πλέον να εξετάσει πρώτα αν υφίσταται ουσιώδης επένδυση και, έπειτα, αν η συγκεκριμένη εξαγωγή ή επαναχρησιμοποίηση απειλεί την απόσβεσή της. Η αξιολόγηση αυτή είναι κατ’ εξοχήν περιπτωσιολογική και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, καθώς η ίδια πράξη μπορεί να είναι επιτρεπτή για μια βάση και απαγορευμένη για μια άλλη.

Είναι νόμιμο το scraping ή η χρήση της βάσης για εκπαίδευση τεχνητής νοημοσύνης και πώς εμποδίζεται;

Η αυτοματοποιημένη εξαγωγή δεδομένων (web scraping) με σκοπό την εξόρυξη κειμένων και δεδομένων (TDM – text and data mining) επιτρέπεται κατ’ αρχήν από νομίμως προσβάσιμο υλικό. Ο Ν. 4996/2022, που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2019/790, εισήγαγε δύο εξαιρέσεις στον Ν. 2121/1993. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να αποκλείσει τη μία από αυτές μόνο με ρητή επιφύλαξη δικαιωμάτων.

Η πρώτη εξαίρεση, του άρθρου 21Α, αφορά την εξόρυξη για σκοπούς επιστημονικής έρευνας από ερευνητικούς οργανισμούς και ιδρύματα πολιτιστικής κληρονομιάς. Η εξαίρεση αυτή είναι υποχρεωτική και δεν παρακάμπτεται με αντίθετη συμβατική ρήτρα, ενώ όροι χρήσης που την αποκλείουν είναι άκυροι.

Η δεύτερη εξαίρεση, του άρθρου 21Β, είναι γενική και καλύπτει την εξόρυξη από οποιονδήποτε, ακόμη και για εμπορικό σκοπό, εφόσον υπάρχει νόμιμη πρόσβαση στο υλικό. Σε αντίθεση με την πρώτη, ο δικαιούχος μπορεί να την αποκλείσει ασκώντας επιφύλαξη δικαιωμάτων (opt-out) με κατάλληλο τρόπο.

Για περιεχόμενο που διατίθεται στο διαδίκτυο, ο κατάλληλος τρόπος είναι μηχαναγνώσιμα μέσα, όπως μεταδεδομένα ή ρητοί όροι χρήσης που μπορεί να αναγνώσει αυτόματα ένα λογισμικό συλλογής.

Η σύνδεση με τις βάσεις δεδομένων είναι άμεση. Ο τίτλος του άρθρου 21Β αναφέρει ρητά την εξαγωγή, που είναι η εξουσία του κατασκευαστή κατά το άρθρο 45Α, οπότε η εξαίρεση και η δυνατότητα επιφύλαξης καταλαμβάνουν και το δικαίωμα ειδικής φύσης.

Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ο κάτοχος μιας βάσης που θέλει να εμποδίσει τη χρήση των δεδομένων του για εκπαίδευση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης οφείλει να δηλώσει ενεργά την αντίθεσή του με μηχαναγνώσιμο τρόπο.

Χωρίς τέτοια δήλωση, η εξόρυξη από νομίμως προσβάσιμο περιεχόμενο παραμένει κατ’ αρχήν νόμιμη. Αντίστροφα, μια επιχείρηση που συλλέγει δεδομένα οφείλει να ελέγχει τόσο τη νομιμότητα της πρόσβασης όσο και την ύπαρξη επιφύλαξης πριν αξιοποιήσει το υλικό.

Η εμπειρία από υποθέσεις προστασίας ψηφιακών καταλόγων και συνόλων δεδομένων (datasets) δείχνει ότι η ισχύς της επιφύλαξης κρίνεται από την ακρίβεια της διατύπωσης και του τεχνικού της φορέα. Μια γενικόλογη δήλωση σε όρους χρήσης που δεν είναι αναγνώσιμη από λογισμικό, ή που δεν προσδιορίζει με σαφήνεια το υλικό που καλύπτει, κινδυνεύει να κριθεί ανεπαρκής. Η σωστή υλοποίηση συνδυάζει νομική διατύπωση και τεχνική σήμανση, στοιχεία που πρέπει να σχεδιαστούν μαζί.

ΣτοιχείοΆρθρο 21Α (επιστημονική έρευνα)Άρθρο 21Β (γενική εξόρυξη)
Ποιος καλύπτεταιΕρευνητικοί οργανισμοί, ιδρύματα πολιτιστικής κληρονομιάςΟποιοσδήποτε, ακόμη και για εμπορικό σκοπό
ΠροϋπόθεσηΝόμιμη πρόσβαση στο υλικόΝόμιμη πρόσβαση στο υλικό
Δυνατότητα αποκλεισμούΔεν αποκλείεται, ούτε συμβατικάΑποκλείεται με επιφύλαξη δικαιωμάτων (opt-out)
Τρόπος επιφύλαξηςΔεν προβλέπεταιΚατάλληλος, για online υλικό μηχαναγνώσιμος

Ποιος έχει τα δικαιώματα όταν η κατασκευή ανατίθεται σε προγραμματιστή;

Κατασκευαστής βάσης δεδομένων, επομένως και δικαιούχος του δικαιώματος ειδικής φύσης, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λαμβάνει την πρωτοβουλία και επωμίζεται τον κίνδυνο των επενδύσεων.

Δεν θεωρείται κατασκευαστής ο προγραμματιστής ή ο εργολάβος που ανέλαβε την κατασκευή με σύμβαση έργου για λογαριασμό του επιχειρηματία. Η ιδιότητα κρίνεται από το ποιος φέρει το οικονομικό ρίσκο, όχι από το ποιος εκτελεί τεχνικά την εργασία.

Η διάκριση έχει πρακτικές συνέπειες όταν η ανάπτυξη ανατίθεται σε εξωτερικό συνεργάτη. Το δικαίωμα ειδικής φύσης γεννιέται κατ’ αρχήν στο πρόσωπο που χρηματοδότησε και ανέλαβε τον κίνδυνο της επένδυσης, δηλαδή στην επιχείρηση που παρήγγειλε τη βάση.

Παράλληλα όμως, αν η δομή της βάσης είναι πρωτότυπη, το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επί της δομής γεννιέται πρωτογενώς στο φυσικό πρόσωπο που τη δημιούργησε, καθώς κατά το ελληνικό δίκαιο μόνο φυσικά πρόσωπα είναι αρχικοί δημιουργοί. Τα δύο δικαιώματα μπορεί έτσι να ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα.

Στην πράξη, οι συμβάσεις ανάθεσης κατασκευής που δεν ρυθμίζουν ρητά την ιδιότητα του κατασκευαστή και τη μεταβίβαση του περιουσιακού σκέλους της πνευματικής ιδιοκτησίας αφήνουν την επιχείρηση εκτεθειμένη.

Χωρίς ρητή πρόβλεψη, η εταιρεία μπορεί να βρεθεί κάτοχος του δικαιώματος ειδικής φύσης αλλά χωρίς εξασφαλισμένο το δικαίωμα επί της πρωτότυπης δομής, με αποτέλεσμα να μην ελέγχει πλήρως την εκμετάλλευση.

Για τον λόγο αυτό η σύμβαση οφείλει να προβλέπει ρητά τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος, την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του δικαιώματος ειδικής φύσης και την οριοθέτηση των δικαιωμάτων του προγραμματιστή.

Τι μέσα προστασίας υπάρχουν σε περίπτωση παραβίασης;

Σε περίπτωση προσβολής, ο δικαιούχος διαθέτει αστικές αξιώσεις και ποινική προστασία. Οι αστικές αξιώσεις περιλαμβάνουν την άρση της προσβολής, την παράλειψή της στο μέλλον και την αποζημίωση. Οι ποινικές κυρώσεις του Ν. 2121/1993 προβλέπουν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή για όποιον, χωρίς δικαίωμα, αναπαράγει τη βάση ή εξάγει και επαναχρησιμοποιεί ουσιώδες μέρος της χωρίς την άδεια του κατασκευαστή.

Η ίδια προστασία ισχύει και για τα δύο νομικά πλαίσια, τόσο για την προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού επί της πρωτότυπης δομής όσο και για την προσβολή του δικαιώματος ειδικής φύσης του κατασκευαστή.

Η επιλογή των μέσων εξαρτάται από το είδος της προσβολής και από το τι μπορεί να αποδειχθεί. Σε αξίωση που στηρίζεται στο δικαίωμα ειδικής φύσης, το κρίσιμο βάρος απόδειξης αφορά την ύπαρξη ουσιώδους επένδυσης στη συλλογή, τον έλεγχο ή την παρουσίαση των δεδομένων, στοιχείο που πρέπει να τεκμηριωθεί με συγκεκριμένα δεδομένα κόστους, χρόνου και πόρων.

Το δικαίωμα ειδικής φύσης συνυπάρχει με άλλους μηχανισμούς που μπορεί να ενεργοποιηθούν παράλληλα. Η μη εξουσιοδοτημένη αξιοποίηση δεδομένων ανταγωνιστή μπορεί να στοιχειοθετεί και αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ η προστασία εμπιστευτικών δεδομένων που δεν διατίθενται στο κοινό μπορεί να στηριχθεί στο επιχειρηματικό απόρρητο.

Όταν η βάση ενσωματώνεται σε εφαρμογή, τίθεται επιπλέον το ζήτημα της προστασίας του λογισμικού, που διέπεται από χωριστές διατάξεις. Η γενική προστασία του δημιουργού αφορά το ευρύτερο πλαίσιο των πνευματικών δικαιωμάτων.

Συχνές ερωτήσεις

Είναι νόμιμο το web scraping βάσης τρίτου;

Εξαρτάται από δύο στοιχεία: αν η πρόσβαση στο υλικό είναι νόμιμη και αν ο δικαιούχος έχει ασκήσει επιφύλαξη δικαιωμάτων. Για γενική εξόρυξη, η εξαγωγή από νομίμως προσβάσιμο περιεχόμενο επιτρέπεται κατ’ αρχήν, εκτός αν υπάρχει ρητή επιφύλαξη με μηχαναγνώσιμο τρόπο. Αν εξάγεται ουσιώδες μέρος προστατευόμενης βάσης κατά τρόπο που θίγει την απόσβεση της επένδυσης του κατασκευαστή, η πράξη μπορεί να είναι παράνομη.

Προστατεύεται η βάση μου αν η δομή της δεν είναι πρωτότυπη;

Ναι, μέσω του δικαιώματος ειδικής φύσης. Ακόμη και χωρίς πρωτοτυπία στην επιλογή ή διευθέτηση, η βάση προστατεύεται εφόσον η απόκτηση, ο έλεγχος ή η παρουσίαση του περιεχομένου της απαίτησε ουσιώδη ποιοτική ή ποσοτική επένδυση. Το νομικό πλαίσιο αυτό σχεδιάστηκε ακριβώς για βάσεις χωρίς δημιουργική πρωτοτυπία, όπως κατάλογοι και λίστες, αλλά με σημαντική οικονομική επένδυση.

Μπορώ να εμποδίσω τη χρήση των δεδομένων μου για εκπαίδευση τεχνητής νοημοσύνης;

Ναι, αλλά απαιτείται ενέργεια. Η γενική εξαίρεση εξόρυξης κειμένων και δεδομένων επιτρέπει τη χρήση νομίμως προσβάσιμου υλικού, εκτός αν ο δικαιούχος έχει ασκήσει επιφύλαξη δικαιωμάτων με κατάλληλο, για το διαδίκτυο μηχαναγνώσιμο τρόπο. Χωρίς τέτοια δήλωση η εξόρυξη παραμένει κατ’ αρχήν νόμιμη. Η εξαίρεση για επιστημονική έρευνα δεν αποκλείεται με κανέναν τρόπο.

Προστατεύεται μια απλή λίστα ή κατάλογος πελατών;

Μπορεί να προστατεύεται με το δικαίωμα ειδικής φύσης, εφόσον η συγκρότησή της απαίτησε ουσιώδη επένδυση στη συλλογή και τον έλεγχο των στοιχείων. Κρίσιμη είναι η διάκριση δύο ειδών επένδυσης. Η επένδυση για τη συγκέντρωση υφιστάμενων στοιχείων προστατεύεται, ενώ η επένδυση για την παραγωγή των ίδιων των στοιχείων δεν προστατεύεται. Παράλληλα, μια λίστα που τηρείται εμπιστευτικά μπορεί να προστατεύεται και ως επιχειρηματικό απόρρητο.

Πόσο διαρκεί η προστασία του κατασκευαστή βάσης δεδομένων;

Το δικαίωμα ειδικής φύσης διαρκεί 15 έτη από την περάτωση της κατασκευής ή από την πρώτη διάθεση της βάσης στο κοινό. Αν η βάση τροποποιηθεί ουσιωδώς, με νέα ουσιώδη επένδυση, το δικαίωμα ανανεώνεται για άλλα 15 έτη. Το διάστημα αυτό είναι διαφορετικό από τη διάρκεια της πνευματικής ιδιοκτησίας επί της πρωτότυπης δομής, η οποία ακολουθεί τη γενική διάρκεια προστασίας των έργων.

Πρακτικές επισημάνσεις

Έλεγχος νομικού πλαισίου: πριν διεκδικηθεί προστασία, εξετάζεται χωριστά αν η βάση πληροί το κριτήριο πρωτοτυπίας της δομής και αν τεκμηριώνεται ουσιώδης επένδυση, καθώς τα δύο νομικά πλαίσια έχουν διαφορετικές προϋποθέσεις και διάρκεια.

Τεκμηρίωση της επένδυσης: το δικαίωμα ειδικής φύσης στηρίζεται στην απόδειξη ουσιώδους επένδυσης συλλογής, ελέγχου ή παρουσίασης. Η τήρηση στοιχείων κόστους, χρόνου και πόρων ενισχύει τη θέση σε ενδεχόμενη διαφορά.

Επιφύλαξη για εξόρυξη και τεχνητή νοημοσύνη: για τον αποκλεισμό της γενικής εξόρυξης δεδομένων απαιτείται ρητή επιφύλαξη με μηχαναγνώσιμο τρόπο. Η δήλωση πρέπει να είναι σαφής ως προς το υλικό που καλύπτει και τεχνικά αναγνώσιμη από λογισμικό συλλογής.

Ρυθμίσεις στη σύμβαση ανάθεσης: η σύμβαση με προγραμματιστή ή εξωτερικό συνεργάτη οφείλει να προβλέπει ρητά τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος και την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του δικαιώματος ειδικής φύσης, ώστε να μην διασπώνται τα δικαιώματα.

Κριτήριο CV-Online: κατά την αξιολόγηση μιας εξαγωγής ή επαναχρησιμοποίησης, εξετάζεται όχι μόνο το αν θίγεται ουσιώδες μέρος, αλλά και το αν η πράξη απειλεί την απόσβεση της επένδυσης, καθώς η απάντηση διαφοροποιείται κατά περίπτωση.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων στις Βάσεις Δεδομένων.

Διαζύγιο Και Αξίωση Συμμετοχής Επί Εταιρείας Συζύγου

Η ΑΞΙΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του Α.Κ.

«Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή… Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες».

Νομική Φύση Αξίωσης Συμμετοχής

Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι, κατ’ αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή, χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου.

Έννοια Προσαύξησης Περιουσίας

Ως αύξηση νοείται, όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι, κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία).

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Χρόνος & Τρόπος Υπολογισμού Περιουσίας

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος, κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής.

Οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου δεν επιδρούν στον προσδιορισμό της τελικής περιουσίας και συνακόλουθα του αποκτήματος.

Συμβολή Συζύγου Στην Προσαύξηση

Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 του Α.Κ., μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα.

Μπορεί να συνίσταται ακόμη και στην παροχή υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 του Α.Κ., οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα, στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση.

Υπολογισμος Συμμετοχής Στα Αποκτηματα

Η αποτίμηση, όμως, των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε, κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατά είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 1059/2014).

ΑΓΩΓΗ – ΑΜΥΝΑ ΣΥΖΥΓΟΥ – ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
Αγωγικές Αξιώσεις Επί Προσαύξησης Περιουσίας

Όταν ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.

Ενστάσεις

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 του Α.Κ. τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση, ενώ όσον αφορά στον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ. μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων.

Τούτο με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ’ ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Νομική Ερμηνεία Ενστάσεων

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης, σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Επίσης, ο εναγόμενος στην εν λόγω αγωγή μπορεί, κατ’ ένσταση, να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, να αφαιρεθεί το παθητικό αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας, δηλαδή κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και δεν απέδειξε την συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία, που εκθέτει στην αγωγή, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά, μόνο, κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ, κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε, δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ’ επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεστεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3.

Η ΑΞΙΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΕ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΖΥΓΟΥ

Η ιδιότητα εταίρου σε εταιρεία, με νομική προσωπικότητα, προσωπική (ΟΕ, ΕΕ) ή κεφαλαιουχική (ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ), δεν παρέχει σε αυτόν (εταίρο ή μέτοχο) οποιοδήποτε δικαίωμα περιουσιακής φύσεως επί των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων, που απαρτίζουν την εταιρική περιουσία.

Τούτο διότι επί εταιρειών που έχουν νομική προσωπικότητα, σε αντίθεση με εκείνες που στερούνται νομικής προσωπικότητας, η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο και διακρίνεται από τις ατομικές περιουσίες των εταίρων.

Από αυτό συνάγεται ότι για τον υπόχρεο σύζυγο, που έχει αποκτήσει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της έγγαμης συμβίωσης, με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου, την ιδιότητα μετόχου ή εταίρου εταιρείας με νομική προσωπικότητα και τη διατηρεί, κατά το χρόνο λύσης ή ακύρωσης του γάμου, απόκτημα δεν αποτελούν τα κατ’ ιδίαν στοιχεία, τα οποία συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας, αλλά η ατομική του περιουσία ως μετόχου ή εταίρου.

Δηλαδή, απόκτημα αποτελεί η οικονομική συμμετοχή του εταίρου ή μετόχου και συγκεκριμένα οι μετοχές ή η μερίδα συμμετοχής του καθώς και τα αναλογούντα στο ποσοστό συμμετοχής καθαρά κέρδη, που αποκόμισε, κατά τη διάρκεια του γάμου και υφίστανται, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης ή ακύρωσης του γάμου και μόνον επ’ αυτών των ατομικών περιουσιακών στοιχείων δύναται να έχει αξίωση συμμετοχής ο δικαιούχος σύζυγος.

Επομένως, στην περίπτωση συμβολής στην απόκτηση μετοχών, ή εταιρικής μερίδας υπάρχει αξίωση συμμετοχής και μπορεί να ζητηθεί, κατ’ ανάλογο ποσοστό, μέρος αυτών ή μέρος της αξίας τους.

Παράδειγμα

Κατά τη διάρκεια του γάμου, ο σύζυγος απέκτησε το 60% επί ομόρρυθμης εταιρείας. Επίσης κατά τη διάρκεια του γάμου, η ανωτέρω εταιρεία απέκτησε στην πλήρη κυριότητά της 3 ακίνητα.

Το εφετείο έκρινε ότι η σύζυγος δεν δικαιούται το 60% επί των 3 ακινήτων, αλλά το 1/3 επί των εταιρικών μεριδίων που κατείχε ο σύζυγος. Επιπλέον, επειδή η σύζυγος δεν είχε διατυπώσει το αίτημά της κατά την ανωτέρω νομικά ορθή προσέγγιση, η αξίωσή της απορρίφθηκε.

Περαιτέρω ο Άρειος Πάγος έκρινε αναιρετικά τα παρακάτω:

Η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ., δεν προσμέτρησε στην ατομική περιουσία του αναιρεσιβλήτου την εμπορική αξία του ποσοστού 60% των ακινήτων, που ανήκουν, κατά κυριότητα, στο νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας, ομόρρυθμος εταίρος της οποίας είναι ο αναιρεσίβλητος, κατά ποσοστό 60%.

Και τούτο διότι τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία δεν συνιστούν απόκτημα, καθόσον δεν ανήκουν -έστω και κατά το ως άνω ποσοστό- στην ατομική περιουσία του αναιρεσιβλήτου, αλλά συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας.

Τέτοια αξίωση συμμετοχής υπάρχει, μόνο, επί τυχόν συμβολής της αναιρεσείουσας στην απόκτηση της εταιρικής μερίδας του αναιρεσιβλήτου ή επί των αναλογούντων στο ποσοστό συμμετοχής τούτου καθαρών κερδών, που αποκόμισε αυτός, κατά τη διάρκεια του γάμου και υφίστανται, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του, αίτημα, όμως, το οποίο δεν υποβλήθηκε (ΑΠ 312/2023).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα επί εταιρειών στην περίπτωση διαζυγίου.

Δημόσιος Υπάλληλος Και Δυνατότητα Συμμετοχής Σε Εταιρείες

Η δυνατότητα δημοσίου υπάλληλου να συμμετέχει σε εταιρείες οιασδήποτε μορφής, ρυθμίζεται από το άρθρο 32 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007), όπως ισχύει σήμερα μετά την αναθεώρησή του με τον Ν. 5149/2024.

Με την παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου του Κώδικα, θεσπίζεται γενική απαγόρευση:

Απαγορεύεται ο υπάλληλος να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία ή να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας.

Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, προβλέπονται εξαιρέσεις και επιμέρους ρυθμίσεις.

ΠΛΗΡΗΣ & ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ
Ομόρρυθμη & Ετερόρρυθμη Εταιρεία (ΟΕ & ΕΕ)

Οι Ο.Ε. και Ε.Ε. εμπίπτουν στην έννοια της «προσωπικής εμπορικής εταιρείας» και επομένως ο δημόσιος υπάλληλος απαγορεύεται απόλυτα να μετέχει, είτε ως ομόρρυθμος είτε ως ετερόρρυθμος εταίρος σε αυτές.

Εξάλλου, η συμμετοχή υπαλλήλου, ως εταίρου, σε προσωπική εταιρεία (ΟΕ & ΕΕ) εμπίπτει όχι μόνο στην παραπάνω απαγόρευση της παρ. 2 του άρθρου 32, αλλά και αυτής της παρ. 3 του άρθρου 31 (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 553/2008).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, προφανέστατα, δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να είναι ούτε και διαχειριστής ΟΕ και ΕΕ.

Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ)

Ομοίως, η συμμετοχή υπαλλήλου σε ΕΠΕ απαγορεύεται ρητά και απόλυτα. Δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να είναι ούτε εταίρος (μέλος) ΕΠΕ ούτε διαχειριστής της (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 385/2008).

Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ)

Η περίπτωση της συμμετοχής δημοσίου υπάλληλου ΙΚΕ δεν αναφέρεται ρητά στο παραπάνω άρθρο και, αρχικά, επικράτησε διχογνωμία.

Ωστόσο με την Γνωμοδότηση ΝΣΚ 25/2015, κρίθηκε ότι:

«Επιπροσθέτως, η Ι.Κ.Ε., ως προς τα γενικά της χαρακτηριστικά έχει νομοθετικά διαμορφωθεί, ασχέτως των κάθε φορά ειδικότερων και εμφαινόμενων στο καταστατικό εταιρικών επιλογών, με βάση την εταιρία περιορισμένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.), στην οποία η απαγόρευση συμμετοχής του υπαλλήλου δεν επιδέχεται αμφισβήτησης.
(…)
Κατόπιν των προαναφερομένων, το Ε’ Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους γνωμοδοτεί: α) ομόφωνα, ότι δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο, ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, να αποκτήσει την ιδιότητα του διαχειριστή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας και, β) κατά πλειοψηφία, ότι δεν επιτρέπεται στον εν λόγω υπάλληλο να συμμετέχει, με την απόκτηση ενός ή περισσότερων εταιρικών μεριδίων, σε αυτήν».

Τέλος, με την από 13/01/2025 Εγκύκλιο του ΥΠΕΣ, υιοθετήθηκε η παραπάνω γνωμοδότηση από τη Διοίκηση.

Επομένως, δεν επιτρέπεται στον δημόσιο υπάλληλο, να μετέχει σε ΙΚΕ, να διακρατεί εταιρικά μερίδια αυτής και, πολύ περισσότερο, να είναι διαχειριστής.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι η μειοψηφούσα άποψη του ΝΣΚ θεωρεί πως η πλήρης και απόλυτη απαγόρευση κατοχής έστω και ενός μεριδίου στην ΙΚΕ θέτει ζητήματα συνταγματικότητας. Ωστόσο, μετά την υιοθέτηση της άποψης της πλειοψηφίας από τη Διοίκηση, παρέλκει οιαδήποτε περαιτέρω αναφορά.

Κοινοπραξία

Με την ρητή αναφορά του άρθρου 32, η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου σε Κοινοπραξίες απαγορεύεται χωρίς εξαιρέσεις.

Αφανής Εταιρεία

Κατά πάγια θέση της θεωρίας και της νομολογίας, ο δημόσιος υπάλληλος δεν επιτρέπεται να συμμετέχει ως αφανής εταίρος σε αφανή εταιρεία η οποία έχει εμπορική δραστηριότητα.

Ατομική Επιχείρηση

Η ατομική επιχείρηση δεν είναι νομικό πρόσωπο και επομένως δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 32, καθώς αυτό αφορά μόνο τις εμπορικές εταιρείες.

Η σχετική ρύθμιση προβλέπεται στο άρθρο 31 «Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή» και επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις.

Λοιπά Θέματα Απόλυτης Απαγόρευσης
  • Ζήτημα μπορεί να προκύψει στην περίπτωση κατά την οποία δημόσιος υπάλληλος κληρονομήσει εταιρικά μερίδια τα οποία απαγορεύεται να κατέχει. Σύμφωνα με την ανωτέρω αναφερόμενη Γνωμοδότηση ΝΣΚ 385/2008, σε τέτοια περίπτωση (δηλαδή απόκτησης εταιρικών μεριδίων Ε.Π.Ε. από δημόσιο υπάλληλο, λόγω κληρονομίας), δημιουργείται ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας αυτού και της συμμετοχής του στην εταιρία. Το ασυμβίβαστο αυτό μπορεί να αρθεί μόνον, εφόσον ο υπάλληλος προβεί στη μεταβίβαση όλων των εταιρικών μεριδίων. Η ως άνω μεταβίβαση πρέπει να λάβει χώρα εντός έτους από της υποβολής της σχετικής δήλωσης στην υπηρεσία του, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 3 εδ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα.
  • Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρει η Γνωμοδότηση ΝΣΚ 314/2007, η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου, σε οιαδήποτε εμπορική εταιρεία στην οποία απαγορεύεται η συμμετοχή του, δεν αποτελεί κατά νόμο κώλυμα για τη χορήγηση στην εταιρεία αυτή οιασδήποτε τυχόν απαιτούμενης άδειας ιδρύσεως ή λειτουργίας. Είναι δε διάφορο το ζήτημα της πειθαρχικής ευθύνης του υπαλλήλου αυτού, λόγω της συμμετοχής του σε τέτοια εταιρεία.
ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ
Ανώνυμη Εταιρεία (ΑΕ)

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 32 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα, απαγορεύεται η απόκτηση από υπάλληλο, σύζυγο του ή ανήλικα τέκνα τους μετοχών ανωνύμων εταιρειών που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας του.

Συνεπώς, μετοχές ΑΕ που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας δεν επιτρέπεται να αποκτηθούν.

Σε περίπτωση όπου ο δημόσιος υπάλληλος είτε κατά το διορισμό του, είτε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του κατέχει μετοχές ΑΕ οι οποίες εμπίπτουν στην παραπάνω απαγόρευση, υποχρεούται να υποβάλει σχετική δήλωση στην υπηρεσία του και, εντός ενός έτους, είτε να τις μεταβιβάσει είτε να ζητήσει τη μετακίνηση του σε άλλη αρχή της υπηρεσίας του ή τη μετάταξη του σε άλλη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή η μετακίνηση ή μετάταξη είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία του.

Κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών ή την ολοκλήρωση της μετάταξης του, ο υπάλληλος εμπίπτει στο «κώλυμα συμφέροντος».

Τα ίδια ισχύουν στην περίπτωση όπου μετοχές ΑΕ οι οποίες εμπίπτουν στην παραπάνω απαγόρευση, αποκτηθούν από σύζυγο ή ανήλικα τέκνα του υπαλλήλου.

Περαιτέρω, εξ’ αντιδιαστολής, προκύπτει ότι ο δημόσιος υπάλληλος μπορεί να είναι μέτοχος σε ΑΕ που δεν ελέγχει η υπηρεσία του. Μπορεί, δηλαδή, να κατέχει μετοχές, να μετέχει και να ψηφίζει στις γενικές συνελεύσεις.

Ωστόσο, απαγορεύεται απόλυτα να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος σε ΑΕ.

Ως προς το αν μπορεί να είναι μέλος ΔΣ, η απάντηση είναι ότι επιτρέπεται, εφόσον λάβει την κατά νόμω προβλεπόμενη ειδική άδεια και έγκριση της Υπηρεσίας του (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 115/2010).

Πλειοψηφών ή Μόνος Μέτοχος

Έχει ανακύψει ζήτημα εάν επιτρέπεται δημόσιος υπάλληλος να είναι πλειοψηφών μέτοχος μιας ΑΕ (δηλαδή να κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας, ήτοι 50% + 1 μετοχή) ή, ακόμα περισσότερο, να είναι ο μοναδικός μέτοχος μονομετοχικής ΑΕ.

Τούτο διότι, εάν ένας δημόσιος υπάλληλος κατέχει τόσο μεγάλο ποσοστό μετοχών, θεωρείται ότι εμπλέκεται άμεσα στη διοίκησή της.

Σύμφωνα με τη θεωρία η κατοχή της πλειοψηφίας των μετοχών από δημόσιο υπάλληλο, οδηγεί στον de facto έλεγχο της διοίκησης της ΑΕ και ως εκ τούτου απαγορεύεται. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, θα οδηγούσε σε έμμεση παράβαση και καταστρατήγηση της σχετικής διάταξης.

Γεωργικοί Συνεταιρισμοί, ΝΠΔΔ & ΟΤΑ

Επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίων υπαλλήλων με την υπηρεσιακή τους ιδιότητα σε συνεταιρισμούς, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 32, εφόσον αυτό προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την με την Γνωμοδότηση ΝΣΚ 109/2019 για την παροχή έργου ή εργασίας με αμοιβή από υπάλληλο του Δημοσίου που διέπεται από τον Υπαλληλικό Κώδικα, στο Δημόσιο ή σε δημόσιους φορείς (ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λπ.), απαιτείται άδεια άσκησης ιδιωτικού έργου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Υ.Κ., καθόσον η τήρηση της διαγραφόμενης από το νόμο διαδικασίας είναι ανεξάρτητη της νομικής μορφής του εργοδότη, ήτοι του αν το προς ανάθεση έργο ή εργασία παρέχεται σε ιδιώτη εργοδότη ή στο Δημόσιο ή σε δημόσιους φορείς

Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (ΚοινΣΕπ)

Επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου ως απλού μέλους σε Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση (ΚοινΣΕπ), διότι μόνη η συμμετοχή του σε Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση δεν του προσδίδει εμπορική ιδιότητα, ούτε συνιστά κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας.

Αντίθετα, η συμμετοχή υπαλλήλου Διοικητικό Συμβούλιο Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης, απαγορεύεται.

Περαιτέρω, η απασχόληση του ίδιου υπαλλήλου με αμοιβή, σε δραστηριότητες Κοινωνικής Συνεταιριστικής Επιχείρησης, στην οποία είναι μέλος, στο πλαίσιο υλοποίησης των σκοπών της αποτελεί ιδιωτικό έργο, για την άσκηση του οποίου απαιτείται εκάστοτε η χορήγηση άδειας από τα προβλεπόμενα συλλογικά ή ατομικά διοικητικά όργανα και με τους όρους που καθορίζονται στη διάταξη αυτή και αφού προηγηθεί κρίση ως προς το επιτρεπτό της αιτούμενης κάθε φορά απασχόλησης (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 161/2019).

Αστική Με Κερδοσκοπική Εταιρεία

Κατά την κρατούσα άποψη, πρέπει να γίνει αναλογική εφαρμογή των παραπάνω παραδοχών για την ΚοινΣΕπ και να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου ως απλού μέλους σε ΑΜΚΕ.

Ωστόσο και στην περίπτωση της ΑΜΚΕ πρέπει να θεωρηθεί ότι η συμμετοχή σε θέση διοίκησης δεν επιτρέπεται.

Ενεργειακή Κοινότητα

Τέλος, επιτρέπεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου, με οιαδήποτε ιδιότητα, τόσο του απλού μέλους, όσο και του μέλους διοίκησης σε Ενεργειακή Κοινότητα (Γνωμοδότηση ΝΣΚ 112/2021).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για κάθε θέμα σχετικά με τη δυνατότητα συμμετοχής δημοσίου υπάλληλου σε εμπορικές εταιρείες.

Σιωπηρή Αναμίσθωση ή Παράταση: Τι Επιλέγεται Και Πότε;

Όταν Λήγει η Εμπορική Μίσθωση: Παράταση, Αναμίσθωση ή Νέα Σύμβαση;

Σε συντομία:

  • Με τη λήξη της τριετίας, αν ο μισθωτής παραμείνει και ο εκμισθωτής δεν εναντιωθεί, η μίσθωση γίνεται αυτοδικαίως αορίστου χρόνου με τους ίδιους όρους κατά τον ΑΚ 611.
  • Η παράταση επιμηκύνει την υφιστάμενη σύμβαση και λαμβάνει χώρα πριν τη λήξη. Η αναμίσθωση είναι νέα σύμβαση επί του ίδιου μισθίου.
  • Η νέα αυτοτελής μίσθωση ιδρύει νέα υποχρεωτική τριετία και ανοίγει διαπραγμάτευση μισθώματος. Η σιωπηρή αναμίσθωση «κλειδώνει» τους παλαιούς όρους.
  • Ο εκμισθωτής που θέλει νέους όρους αποτρέπει τη σιωπηρή αναμίσθωση με έγκαιρη εναντίωση. Η αξίωση υψηλότερου μισθώματος αρκεί ως εναντίωση.

Τι συμβαίνει όταν λήγει η εμπορική μίσθωση;

Με τη λήξη της συμβατικής ή της νόμιμης τριετίας, αν ο μισθωτής εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το μίσθιο και ο εκμισθωτής το γνωρίζει χωρίς να εναντιώνεται, η μίσθωση καθίσταται αυτοδικαίως αορίστου χρόνου, με τους ίδιους όρους κατά το ΑΚ 611. Διαφορετικά, τα μέρη επιλέγουν συνειδητά ανάμεσα σε παράταση, ρητή αναμίσθωση ή νέα αυτοτελή σύμβαση.

Οι εμπορικές και επαγγελματικές μισθώσεις διέπονται από το Π.Δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά το άρθρο 13 του Ν. 4242/2014. Η μίσθωση ισχύει υποχρεωτικά για τρία έτη, ακόμη και αν συμφωνήθηκε για βραχύτερο διάστημα ή για αόριστο χρόνο. Μόλις περάσει η τριετία, η σύμβαση λήγει χωρίς να απαιτείται κάποια άλλη ενέργεια.

Η κρίσιμη στιγμή δεν είναι η λήξη, αλλά τι ακολουθεί. Αν δεν λάβει χώρα καμία ενέργεια και ο μισθωτής παραμείνει, ενεργοποιείται ο ερμηνευτικός κανόνας των άρθρων 608 και 611 του Αστικού Κώδικα και η μίσθωση μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου.

Ο Άρειος Πάγος έχει νομολογήσει ότι η αόριστη πλέον μίσθωση διατηρεί τους ίδιους όρους όπως και η παλαιά και δεν υπάγεται πια ως προς τη διάρκεια στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 34/1995 (ΑΠ 1360/2025). Καθεμία από τις διαδρομές που ακολουθούν παράγει διαφορετικές συνέπειες ως προς το μίσθωμα, τη δέσμευση χρόνου και το ποιος ελέγχει τη λήξη.

Παράταση ή αναμίσθωση: ποια η νομική διαφορά και γιατί κρίνει το αποτέλεσμα;

Η παράταση επιμηκύνει την υφιστάμενη μίσθωση και ασκείται πριν τη λήξη της, ενώ η αναμίσθωση είναι νέα σύμβαση επί του ίδιου μισθίου μεταξύ των ίδιων μερών. Η διάκριση δεν είναι θεωρητική, αλλά καθορίζει αν ιδρύεται νέα υποχρεωτική τριετία και αν τα μέρη δεσμεύονται εκ νέου ως προς μίσθωμα και διάρκεια.

Στις εμπορικές μισθώσεις ορισμένου χρόνου ενδέχεται να αναγνωρίζεται στον μισθωτή το δικαίωμα να παρατείνει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο μετά τη λήξη της. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με δήλωση μέσα σε προθεσμία έως τη λήξη. Παράταση μετά τη λήξη δεν χωρεί, διότι δεν νοείται παράταση μίσθωσης που έχει ήδη λήξει και άρα δεν υφίσταται.

Η αναμίσθωση, που κατά την κρατούσα άποψη σημαίνει και ανανέωση της σύμβασης, αποτελεί νέα μεν μίσθωση, όχι όμως και νέα μισθωτική σχέση, αλλά συνέχιση της αρχικής. Διακρίνεται σε τρεις μορφές: (i) συμβατική, όταν γίνεται με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών, (ii) μονομερής, όταν με τη σύμβαση παραχωρήθηκε σε ένα μέρος το διαπλαστικό δικαίωμα να προβεί σε αναμίσθωση με μονομερή δήλωση και (iii) εκ του νόμου (ex lege), όπως ορίζεται στα άρθρα 611, 633 και 671 ΑΚ και 36 ΕισΝΑΚ.

Ο πίνακας που ακολουθεί συγκρίνει τις τέσσερις επιλογές που έχει ένα μέρος όταν πλησιάζει η λήξη.

ΚριτήριοΠαράτασηΣιωπηρή αναμίσθωση (ΑΚ 611)Ρητή αναμίσθωσηΝέα αυτοτελής μίσθωση
Νομική φύσηΕπιμήκυνση υφιστάμενης σύμβασηςΝέα σύμβαση εκ του νόμουΝέα σύμβαση με συμφωνία μερώνΝέα ανεξάρτητη σύμβαση
Χρόνος ενέργειαςΠριν τη λήξηΑυτοδικαίως μετά τη λήξηΚατά ή μετά τη λήξηΜετά τη λήξη
Διάρκεια αποτελέσματοςΟρισμένος χρόνος (όσο η παράταση)Αόριστος χρόνοςΚατά τη συμφωνίαΝέα υποχρεωτική τριετία
Μίσθωμα και όροιΩς η αρχική σύμβασηΊδιοι με την αρχικήΚατά τη νέα συμφωνίαΕλεύθερη διαπραγμάτευση
Τρόπος λήξηςΣτο τέλος της παράτασηςΜε καταγγελίαΚατά τη συμφωνίαΣτο τέλος του νέου χρόνου
Νέα υποχρεωτική τριετίαΌχιΔεν εφαρμόζεται (αόριστος)Κατά περίπτωσηΝαι

Η διαφορά αποτυπώνεται καθαρά στη δέσμευση. Η νέα αυτοτελής μίσθωση εκκινεί νέα τριετία κατά την οποία κανένα μέρος δεν λύνει ελεύθερα τη σύμβαση. Η σιωπηρή αναμίσθωση οδηγεί σε αόριστο χρόνο, που λήγει με καταγγελία αλλά διατηρεί το παλαιό μίσθωμα.

Η πρόβλεψη δικαιώματος παράτασης ήδη στο αρχικό συμφωνητικό απαιτεί ad hoc διατύπωση ως προς τη διάρκεια, την προθεσμία άσκησης και τους όρους, καθώς η ασαφής ρήτρα οδηγεί συχνά σε αμφισβήτηση για το αν πρόκειται για παράταση ή για νέα μίσθωση.

Πότε επέρχεται σιωπηρή αναμίσθωση κατά τον ΑΚ 611;

Η σιωπηρή αναμίσθωση απαιτεί σωρευτικά τέσσερις προϋποθέσεις:

  1. μίσθωση ορισμένου χρόνου,
  2. παρέλευση της συμβατικής διάρκειας,
  3. εξακολούθηση χρησιμοποίησης του μισθίου από τον μισθωτή και
  4. γνώση της χρήσης χωρίς εναντίωση εκ μέρους του εκμισθωτή.

Όταν συντρέχουν, η μίσθωση λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο.

Το άρθρο 611 ΑΚ, που επιγράφεται «Σιωπηρή Αναμίσθωση», ορίζει:

«Η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά την παρέλευση του χρόνου που συμφωνήθηκε ο μισθωτής εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί το μίσθιο και ο εκμισθωτής το γνωρίζει και δεν εναντιώνεται.»

Ο όρος «ανανέωση» εδώ σημαίνει ανακατάρτιση της μίσθωσης, δηλαδή νέα σύναψη με τους προηγούμενους όρους. Η διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και έχει ως έρεισμα την τεκμαιρόμενη συναίνεση και των δύο μερών. Ουσιώδης προϋπόθεση είναι η ενσυνείδητη ανοχή του εκμισθωτή στη χρήση του μισθίου και μετά τη λήξη (ΑΠ 1543/2023).

Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει (ΑΠ 1360/2025) ότι η πρόβλεψη στο αρχικό συμφωνητικό μιας διαδικασίας παράτασης με νέα συμφωνία των μερών, δεν αποκλείει τη δυνατότητα σιωπηρής αναμίσθωσης κατά τον ΑΚ 611. Έτσι, η αόριστη μίσθωση μπορεί να προκύψει ακόμη και όταν η σύμβαση προέβλεπε ότι η συνέχιση θα γινόταν μόνο με ρητή συμφωνία.

Πώς αποτρέπει ο εκμισθωτής τη σιωπηρή αναμίσθωση;

Ο εκμισθωτής αποτρέπει τη μετατροπή σε αόριστο χρόνο με έγκαιρη εναντίωση, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, αρκεί να εκφράζει τη βούλησή του να μη συνεχιστεί η μίσθωση είτε γενικά είτε με τους ίδιους όρους. Η εναντίωση παραμερίζει τον ερμηνευτικό κανόνα του ΑΚ 611 και εμποδίζει τη γέννηση της αόριστης μίσθωσης.

Ως εναντίωση νοείται η δήλωση του εκμισθωτή ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης (ΑΠ 62/2014). Τυπική περίπτωση σιωπηρής εναντίωσης είναι η αξίωση μισθώματος μεγαλύτερου από το ήδη καταβαλλόμενο: ζητώντας υψηλότερο μίσθωμα, ο εκμισθωτής δηλώνει ότι δεν αποδέχεται τη συνέχιση με τους παλαιούς όρους (ΑΠ 671/2019). Ομοίως, η εναντίωση του μισθωτή στη σιωπηρή αναμίσθωση ματαιώνει επίσης το αποτέλεσμα, αφού η ρύθμιση στηρίζεται στη συναίνεση και των δύο.

Η εμπειρία από υποθέσεις εμπορικών μισθώσεων δείχνει ότι ο χρόνος και ο τρόπος της εναντίωσης κρίνουν την έκβαση. Μια προφορική δυσαρέσκεια ή μια καθυστερημένη αντίδραση μετά από μήνες ανοχής συχνά δεν αρκεί, ενώ μια σαφής έγγραφη δήλωση πριν ή αμέσως μετά τη λήξη θεμελιώνει την εναντίωση. Η διατύπωση πρέπει να καθιστά αναμφίβολη τη μη αποδοχή της συνέχισης, διότι ασαφείς οχλήσεις ερμηνεύονται υπέρ της τεκμαιρόμενης συναίνεσης.

Σιωπηρή αναμίσθωση παρά απαγορευτικό όρο

Ακόμη και όταν η σύμβαση καταρτίστηκε εγγράφως και προέβλεπε ότι κάθε τροποποίηση θα γίνεται εγγράφως, ο όρος αυτός μπορεί να τροποποιηθεί με νεότερη προφορική ή και σιωπηρή συμφωνία, διότι η νεότερη συμφωνία καταργεί την αρχική για έγγραφη τροποποίηση (ΑΠ 130/2019, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 159 παρ. 2, 164 και 361 ΑΚ).

Η αρχή αυτή ισχύει και στις εμπορικές μισθώσεις. Συνεπώς, η σιωπηρή αναμίσθωση είναι δυνατή ακόμη και όταν απαγορεύεται με ρητό όρο στο μισθωτήριο, εφόσον προκύπτει ότι ο όρος τροποποιήθηκε σιωπηρά από τη συμπεριφορά των μερών.

Τι άλλαξε με τον Ν. 5221/2025 και τις αλλαγές στον Κ.Πολ.Δ;

Με τον Ν. 5221/2025, από 01/01/2026 προστέθηκε η δυνατότητα έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου, λόγω λήξης της διάρκειας της μίσθωσης, η οποία δεν υπήρχε με το προηγούμενο καθεστώς (νέο άρθρο 637 Κ.Πολ.Δ.).

Σύμφωνα με τη νέα πρόβλεψη, για την έκδοση διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου λόγω παρέλευσης του χρόνου διάρκειας της μίσθωσης, προϋπόθεση αποτελεί η επίδοση από τον εκμισθωτή εξώδικης πρόσκλησης για την απόδοση του μισθίου, τουλάχιστον 3 μήνες πριν από την λήξη της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης. Περαιτέρω, για μίσθωση που έχει καταστεί ήδη αορίστου χρόνου, απαιτείται επίδοση εξωδίκου τουλάχιστον 3 μήνες πριν από την επίδοση της διαταγής απόδοσης.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο εκμισθωτής, σαν πρώτο βήμα, κοινοποιεί εξώδικη πρόσκληση προς τον μισθωτή, με την οποία του δηλώνει ότι δεν επιθυμεί την παράταση της μίσθωσης και ζητεί την απόδοση του μισθίου, στην λήξη του χρόνου της μίσθωσης.

Εαν μεν ζητά την απόδοσή του λόγω λήξης διάρκειας της μίσθωσης (πχ αρχική τριετία), τότε θα πρέπει να την επιδώσει τουλάχιστον 3 μήνες πριν από την λήξη. Εαν η μίσθωση έχει ήδη καταστεί αορίστου χρόνου (διότι έχει παρέλθει η αρχική λήξη της), τότε κοινοποιεί εξώδικο οποτεδήποτε και προχωρά στη διαδικασία έκδοσης διαταγής απόδοσης, η οποία επιδίδεται μετά την παρέλευση τριμήνου από την κοινοποίηση του εξωδίκου.

Νέα αυτοτελής μίσθωση ή ανανέωση: τι αλλάζει στη δέσμευση και στο μίσθωμα;

Η νέα αυτοτελής μίσθωση ιδρύει εκ νέου υποχρεωτική τριετία και ανοίγει διαπραγμάτευση μισθώματος, ενώ η ανανέωση ή η σιωπηρή αναμίσθωση συνεχίζει τους παλαιούς όρους. Ο χαρακτηρισμός κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά και την πληρότητα του νέου συμφωνητικού.

Είναι εντελώς διαφορετικό το ζήτημα όταν, μια εμπορική μίσθωση που έληξε δεν παρατείνεται ούτε ανανεώνεται κατά τον ΑΚ 611, αλλά καταρτίζεται νέα αυτοτελής σύμβαση για το ίδιο μίσθιο, ανεξάρτητη από την προηγούμενη. Στην περίπτωση αυτή η νέα μίσθωση έχει εκ του νόμου ελάχιστη υποχρεωτική τριετία, με τις δεσμεύσεις που αυτή συνεπάγεται για αμφότερα τα μέρη.

Η κρίση για το αν τα μέρη καταρτίζουν νέα αυτοτελή μίσθωση ή απλώς ανανεώνουν την προηγούμενη είναι ζήτημα πραγματικών περιστατικών. Αξιολογείται κυρίως από την πληρότητα και τους όρους του νέου μισθωτηρίου, καθώς και από τις συνθήκες που οδήγησαν τα μέρη στην κατάρτισή του.

Ένα νέο συμφωνητικό με αυτοτελή ρύθμιση μισθώματος, διάρκειας και λοιπών όρων κατατείνει στον χαρακτηρισμό ως νέα μίσθωση, ενώ η απλή συνέχιση χρήσης με τους παλαιούς όρους κατατείνει στην έννοια της ανανέωσης. Η ορθή υπαγωγή απαιτεί στάθμιση των επιμέρους όρων, διότι από αυτήν εξαρτάται αν τα μέρη δεσμεύονται για νέα τριετία ή αν διατηρούν δικαίωμα καταγγελίας της αόριστης μίσθωσης.

Η παραπάνω διάκριση συνδέεται άμεσα με το μίσθωμα. Όταν η μίσθωση συνεχίζεται ως αόριστη, μέσω του ΑΚ 611, το μίσθωμα παραμένει το ίδιο, εκτός αν προβλεπόταν συμβατική αναπροσαρμογή. Οι όροι και οι μηχανισμοί αναπροσαρμογής ακολουθούν το γενικό πλαίσιο της επαγγελματικής μίσθωσης, ενώ η νέα σύμβαση επιτρέπει ελεύθερο επανακαθορισμό.

Όταν, αντί συνέχισης, ο μισθωτής αποχωρεί, ενεργοποιούνται διαφορετικοί κανόνες ανάλογα με το αν η αποχώρηση του μισθωτή γίνεται πριν ή μετά τη λήξη. Στην αόριστη πλέον μίσθωση, η οριστική λήξη προϋποθέτει καταγγελία με τις προθεσμίες του νόμου.

Πρακτικά κρίσιμη είναι και η μεταβολή χρήσης μετά τη λήξη. Η κατάρτιση νέας σύμβασης συνιστά την κατάλληλη στιγμή ρύθμισης ζητημάτων όπως η υπομίσθωση, η εξασφάλιση με εγγύηση ή η αλλαγή της χρήσης του μισθίου σε βραχυχρόνια μίσθωση που, στη σιωπηρή αναμίσθωση, παρασύρονται αυτούσια από την παλαιά σύμβαση.

Συχνές Ερωτήσεις

Πόσο διαρκεί η εμπορική μίσθωση μετά τη λήξη της τριετίας;

Εξαρτάται από τη συμπεριφορά των μερών. Αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις του ΑΚ 611 (παραμονή του μισθωτή και μη εναντίωση του εκμισθωτή), η μίσθωση καθίσταται αορίστου χρόνου με τους ίδιους όρους και λήγει πλέον μόνο με καταγγελία (ΑΠ 1360/2025). Διαφορετικά, λήγει οριστικά στο τέλος της συμβατικής περιόδου ή της νόμιμης τριετίας.

Μπορεί ο εκμισθωτής να αρνηθεί την ανανέωση της εμπορικής μίσθωσης;

Ναι. Η σιωπηρή αναμίσθωση προϋποθέτει τη μη εναντίωση του εκμισθωτή. Με έγκαιρη εναντίωση, ρητή ή σιωπηρή, ο εκμισθωτής αποτρέπει τη μετατροπή σε αόριστο χρόνο. Αρκεί ακόμη και η αξίωση μισθώματος υψηλότερου από το καταβαλλόμενο, που εκλαμβάνεται ως δήλωση μη αποδοχής της συνέχισης με τους ίδιους όρους.

Αλλάζει το μίσθωμα όταν η μίσθωση γίνει αορίστου χρόνου μέσω του ΑΚ 611;

Όχι αυτομάτως. Η σιωπηρή αναμίσθωση συνεχίζει τη σύμβαση με τους ίδιους όρους, άρα και με το ίδιο μίσθωμα. Αναπροσαρμογή χωρεί μόνο εφόσον προβλεπόταν συμβατική ρήτρα αναπροσαρμογής ή με δικαστική αναπροσαρμογή κατά τον ΑΚ 388, σε περίπτωση ουσιώδους και απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών.

Λήγει αυτόματα η εμπορική μίσθωση στο τέλος της τριετίας;

Όχι κατ’ ανάγκη. Η συμβατική διάρκεια λήγει με την πάροδο της τριετίας, αν όμως ο μισθωτής παραμείνει στο μίσθιο και ο εκμισθωτής δεν εναντιωθεί, ενεργοποιείται το ΑΚ 611 και η μίσθωση συνεχίζεται ως αορίστου χρόνου. Η οριστική λήξη απαιτεί είτε εναντίωση στη συνέχιση είτε, στην αόριστη πλέον μίσθωση, καταγγελία.

Τι άλλαξε με τον Ν. 5221/2025 από 01/01/2026;

Ο εκμισθωτής μπορεί να κοινοποιήσει εξώδικη δήλωση, με την οποία θα δηλώνει ότι δεν επιθυμεί παράταση της μίσθωσης, τουλάχιστον 3 μήνες πριν τη λήξη της. Κατά τη λήξη, ο μισθωτής υποχρεούται να παραδώσει το μίσθιο, άλλως ο εκμισθωτής μπορεί να εκδώσει διαταγή απόδοσης μισθίου. Σε αορίστου χρόνου μισθώσεις, ο εκμισθωτής μπορεί να κοινοποίησει εξώδικο οποτεδήποτε, αλλά δεν μπορεί να επιδώσει διαταγή εαν δεν παρέλθει τρίμηνο από το εξώδικο.

Πρακτικές Επισημάνσεις

Έγκαιρη και σαφής εναντίωση: Ο εκμισθωτής που δεν επιθυμεί τη συνέχιση με τους παλαιούς όρους χρειάζεται δήλωση εναντίωσης πριν ή αμέσως μετά τη λήξη, διατυπωμένη με τρόπο ώστε να μην αφήνει περιθώριο ερμηνείας υπέρ της τεκμαιρόμενης συναίνεσης. Η αξίωση νέου μισθώματος αποτελεί έγκυρη μορφή εναντίωσης.

Ρητή νέα σύμβαση αντί σιωπηρής συνέχισης: Όταν τα μέρη επιθυμούν νέους όρους ή νέα διάρκεια, η κατάρτιση νέας μίσθωσης αποτρέπει την αυτοδίκαιη μετατροπή σε αόριστο χρόνο με τους παλαιούς όρους και επιτρέπει επανακαθορισμό μισθώματος, εγγύησης και χρήσης.

Χαρακτηρισμός νέας μίσθωσης ή ανανέωσης: Η υπαγωγή κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά και την πληρότητα του νέου συμφωνητικού. Από αυτά εξαρτάται αν ιδρύεται νέα υποχρεωτική τριετία ή αν διατηρείται δικαίωμα καταγγελίας της αόριστης μίσθωσης.

Πρόβλεψη παράτασης στο αρχικό συμφωνητικό: Η ρήτρα δικαιώματος παράτασης χρειάζεται ακριβή διατύπωση ως προς τη διάρκεια, την προθεσμία και τον τρόπο άσκησης, ώστε να μη συγχέεται με αναμίσθωση και να μη γεννά αμφισβήτηση για τις δεσμεύσεις των μερών.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα παράτασης ή αναμίσθωσης εμπορικής μίσθωσης.