Με την με αριθμό C-310/17 (Levola Hengelo BV κατά Smilde Foods BV), απόφασή του, το Δικαστήριο της ΕΕ, ασχολήθηκε με το κατά πόσο η γεύση, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας, να κατοχυρωθεί και να προστατευθεί.
Ειδικότερα, Δικαστήριο της Ολλανδίας ρώτησε το ΔΕΕ εάν η οδηγία 2001/29 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προστασία της γεύσης ενός τροφίμου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού κατά την οδηγία αυτή και στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού στην εν λόγω γεύση.
Η Κοινοτική Οδηγία 2001/29
Η οδηγία 2001/29 ορίζει, στα άρθρα 2 έως 4, ότι τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς, όσον αφορά τα «έργα» τους, ένα σύνολο αποκλειστικών δικαιωμάτων και προβλέπει, μια σειρά εξαιρέσεων και περιορισμών στα δικαιώματα αυτά.
Η εν λόγω οδηγία δεν περιέχει καμία ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου του «έργου».
Επομένως, και λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας, η έννοια αυτή πρέπει, κατά κανόνα, να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ένωση.
Κατά συνέπεια, η γεύση ενός τροφίμου μπορεί να προστατεύεται βάσει του δικαιώματος του δημιουργού σύμφωνα με την οδηγία 2001/29 μόνον εάν η γεύση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έργο», κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας.
Έννοια & Περιεχόμενο Του Όρου «Έργου»
Συναφώς, για να μπορεί να χαρακτηριστεί ένα αντικείμενο ως «έργο», κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις.
Αφενός, πρέπει το συγκεκριμένο αντικείμενο να είναι πρωτότυπο, υπό την έννοια ότι είναι αποτέλεσμα προσωπικής πνευματικής εργασίας του δημιουργού.
Αφετέρου, ως «έργο», κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29, μπορούν να χαρακτηριστούν μόνον τα στοιχεία που αποτελούν την έκφραση της εν λόγω προσωπικής πνευματικής εργασίας
Η Σύμβαση Της Βέρνης & Συνθήκη ΠΟΔΙ
Περαιτέρω το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι η Ένωση, μολονότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Βέρνης, εντούτοις υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 4, της Συνθήκης του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία, της οποίας είναι συμβαλλόμενο μέρος και στην εφαρμογή της οποίας αποσκοπεί η οδηγία 2001/29, να συμμορφώνεται προς τα άρθρα 1 έως 21 της Σύμβασης της Βέρνης.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Σύμβασης της Βέρνης, τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα περιλαμβάνουν όλες τις παραγωγές λογοτεχνικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής φύσεως, οιοσδήποτε είναι ο τρόπος και η μορφή εκφράσεως.
Επιπλέον, κατά το άρθρο 2 της Συνθήκης του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία και το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου, αντικείμενο της προστασίας βάσει του δικαιώματος του δημιουργού είναι οι μορφές έκφρασης και όχι οι ιδέες, οι διαδικασίες, οι μέθοδοι λειτουργίας ή οι μαθηματικές έννοιες αυτές καθεαυτές.
Επομένως, η έννοια του «έργου» που διαλαμβάνεται στην οδηγία 2001/29 συνεπάγεται κατ’ ανάγκη έκφραση του προστατευόμενου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού αντικειμένου η οποία να το προσδιορίζει με επαρκή ακρίβεια και αντικειμενικότητα, έστω και αν η έκφραση αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκη μόνιμη.
Η Ερμηνεία Του ΔΕΕ
Συγκεκριμένα, αφενός, οι αρχές που είναι αρμόδιες για τη διασφάλιση της προστασίας των αποκλειστικών δικαιωμάτων που εμπεριέχονται στο δικαίωμα του δημιουργού πρέπει να μπορούν να γνωρίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια τα αντικείμενα που προστατεύονται κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Το ίδιο ισχύει για τους ιδιώτες, ιδίως επιχειρηματίες, οι οποίοι πρέπει να μπορούν να προσδιορίσουν με σαφήνεια και ακρίβεια τα προστατευόμενα αντικείμενα τρίτων, ιδίως ανταγωνιστών.
Αφετέρου, η ανάγκη εξαλείψεως κάθε στοιχείου υποκειμενικότητας, βλαπτικής για την ασφάλεια δικαίου, κατά τη διαδικασία προσδιορισμού του αντικειμένου της προστασίας συνεπάγεται ότι το εν λόγω αντικείμενο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ακριβούς και αντικειμενικής έκφρασης.
Όμως, η δυνατότητα ακριβούς και αντικειμενικού προσδιορισμού δεν υφίσταται όσον αφορά τη γεύση τροφίμου.
Συγκεκριμένα, σε αντίθεση, παραδείγματος χάριν, με ένα λογοτεχνικό, εικαστικό, κινηματογραφικό ή μουσικό έργο, που αποτελεί ακριβή και αντικειμενική μορφή έκφρασης, ο προσδιορισμός της γεύσης τροφίμου στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, στις γευστικές αισθήσεις και εμπειρίες που είναι υποκειμενικές και μεταβλητές, καθόσον εξαρτώνται, μεταξύ άλλων, από παράγοντες που σχετίζονται με το πρόσωπο που δοκιμάζει το συγκεκριμένο προϊόν, όπως η ηλικία του, οι διατροφικές προτιμήσεις του και οι καταναλωτικές του συνήθειες, καθώς και με το περιβάλλον ή το πλαίσιο στο οποίο δοκιμάζεται το προϊόν αυτό.
Περαιτέρω, ακριβής και αντικειμενικός προσδιορισμός της γεύσης τροφίμου, που να παρέχει τη δυνατότητα διάκρισης της γεύσης αυτής από τη γεύση άλλων προϊόντων του ίδιου είδους, δεν είναι δυνατός με τεχνικά μέσα στο παρόν στάδιο της επιστημονικής εξέλιξης.
Η Απόφαση Του ΔΕΕ
Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, το Δικαστήριο κατέληξε ότι επιβάλλεται το συμπέρασμα, βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, ότι η γεύση τροφίμου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έργο» κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29.
Λαμβανομένης υπόψη της απαιτήσεως περί ομοιόμορφης ερμηνείας της έννοιας του «έργου» εντός της Ένωσης, επιβάλλεται, επίσης, το συμπέρασμα ότι η οδηγία 2001/29 αντιτίθεται στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού σε γεύση τροφίμου.
Επομένως, στο ερώτημα του Δικαστηρίου της Ολλανδίας δόθηκε η απάντηση ότι η οδηγία 2001/29 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προστασία της γεύσης ενός τροφίμου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού κατά την οδηγία αυτή και στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού στην εν λόγω γεύση.
Τα παραπάνω, ωστόσο, δεν αναιρούν την προστασία προϊόντων Προστατευομένων Ονοµασιών Προέλευσης (ΠΟΠ) & και Γεωγραφικών Ενδείξεων (ΠΓΕ) τα οποία ενσωματώνουν την γεύση ως χαρακτηριστικό της ιδιαιτερότητάς τους.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία έργων.
Πώληση με δοκιμή, αποτελεί μορφή πώλησης, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή, ο οποίος είναι ελεύθερος να την εγκρίνει ή να την αποποιηθεί, οπότε θεωρείται ότι καταρτίστηκε από την έγκριση ή ματαιώθηκε από την αποποίηση.
Αναλυτικά, κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως πωλήσεως είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μεταθέσεως της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος (ΑΠ 150/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 563 ΑΚ “Η πώληση με δοκιμή λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή. Ο αγοραστής είναι ελεύθερος να εγκρίνει ή να αποποιηθεί“.
Χαρακτηριστικά
Η ρυθμιζόμενη από την παραπάνω διάταξη πώληση υπό δοκιμή, αποτελεί μία σύμβαση πώλησης, η οποία περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία του είδους της υπό του ως άνω άρθρου 513 ΑΚ προβλεπομένης σύμβασης.
Η τελική δε ισχύς αυτής, εξαρτάται από το εάν ο αγοραστής την εγκρίνει ή όχι, όμως το πραγματικό της σύμβασης αυτής έχει τελειωθεί, ενώ η επέλευση των αποτελεσμάτων της, σε περίπτωση αμφιβολίας, τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή.
Η πώληση υπό δοκιμή, μπορεί να καταρτιστεί και σιωπηρώς, όπως στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται από τα μέρη εκφράσεις του τύπου “για δοκιμή”, ως “δοκιμή” κ.λπ. ή και όταν η τελική απόφαση του αγοραστή, δεν πρέπει κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αναμένεται, πριν την εξέταση ή τη δοκιμή του πράγματος από αυτόν (αγοραστή).
Ο αγοραστής, είναι απόλυτα ελεύθερος να εγκρίνει ή όχι την πώληση:
χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση, και
χωρίς να υποχρεώνεται να δοκιμάσει προηγουμένως το πράγμα.
Η εν λόγω ελεύθερη κρίση του δεν προϋποθέτει, ούτε την ύπαρξη ή απουσία οποιωνδήποτε ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του πράγματος, και επομένως ο αγοραστής μπορεί να αποκρούσει την πώληση, έστω κι αν δεν προέβη σε εξέταση ή δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ελαττωμάτων.
Ο αγοραστής έχει ευθύνη για την καταβολή του τιμήματος και ευθύνεται κατά τις διατάξεις μη εκπλήρωσης της σύμβασης μόνο αν έχει καταρτιστεί οριστική σύμβαση πώλησης και όχι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όπου εφαρμόζονται οι διατάσεις των άρθρων 197-198 ΑΚ (προσυμβατική ευθύνη).
Διαφορά Με Διαλυτική Αίρεση
Αντιθέτως, αν η έγκριση ή όχι του αγοραστή αναφέρεται στην αντικειμενική χρησιμότητα πράγματος, που πωλήθηκε για ορισμένο σκοπό ή στην ύπαρξη ορισμένων ιδιοτήτων ή προκειμένου για μηχάνημα, “αν ευρεθεί να λειτουργεί καλώς“, τότε η έγκριση ή όχι εξαρτάται από αντικειμενικά κριτήρια.
Επομένως, ο αγοραστής δεσμεύεται στο να εγκρίνει, όταν το αποτέλεσμα της δοκιμής είναι αντικειμενικά θετικό, οπότε δεν πρόκειται για πώληση με δοκιμή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά για πώληση υπό διαλυτική αίρεση (άρθ. 202 ΑΚ), ότι το πράγμα που πωλείται θα είναι κατάλληλο για ορισμένη χρήση ή θα λειτουργεί καλώς.
Σε αυτήν την περίπτωση, η σύμβαση έχει πλήρως καταρτιστεί και τα έννομα αποτελέσματα της έχουν επέλθει, με την επιφύλαξη όμως δικαιώματος υπαναχώρησης για τον αγοραστή (ΑΠ 743/2023).
Πρόταση Πώλησης Με Δοκιμή
Τέλος, δοκιμή του προς πώληση πράγματος, δυνατόν να συμφωνείται και σε πρόταση για κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως ή προσυμφώνου πώλησης.
Στην περίπτωση αυτή, η οποία διακρίνεται σαφώς από τις προηγούμενες, δεν υπάρχει πώληση, ούτε αίρεση αλλά η πώληση καταρτίζεται μεταγενέστερα με την αποδοχή της προτάσεως εκ μέρους του αγοραστή.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πώληση με δοκιμή.
Πότε Επιλέγεται Υποκατάστημα & Πότε Ίδρυση Θυγατρικής Στην Ελλάδα;
Περιληπτικά:
Το υποκατάστημα αλλοδαπής είναι προέκταση της μητρικής εταιρείας χωρίς δική του νομική προσωπικότητα, ενώ η θυγατρική είναι αυτοτελές νομικό πρόσωπο. Η διαφορά αυτή καθορίζει ευθύνη, φορολογία και ευελιξία εξόδου.
Στο υποκατάστημα η ευθύνη έναντι τρίτων βαρύνει ολόκληρη την αλλοδαπή εταιρεία και τον νόμιμο εκπρόσωπο. Στη θυγατρική η ευθύνη περιορίζεται κατ’ αρχήν στο κεφάλαιό της.
Φορολογικά, η μεταφορά κερδών του υποκαταστήματος προς τη μητρική δεν επιβαρύνεται με παρακράτηση ή με φόρο μερισμάτων, σε αντίθεση με τη διανομή μερίσματος θυγατρικής.
Η εγγραφή στο ΓΕΜΗ είναι υποχρεωτική και διαφοροποιείται ανάλογα με το αν η μητρική εδρεύει σε κράτος-μέλος της ΕΕ ή σε τρίτη χώρα.
Πότε επιλέγεται υποκατάστημα αλλοδαπής και πότε θυγατρική;
Το υποκατάστημα αλλοδαπής επιλέγεται όταν ο όμιλος θέλει άμεση παρουσία στην Ελλάδα χωρίς ίδρυση νέου νομικού προσώπου, αναλαμβάνοντας όμως ευθύνη σε επίπεδο μητρικής. Η ίδρυση θυγατρικής προτιμάται όταν επιδιώκεται περιορισμός ευθύνης, αυτοτελής φορολογική και επιχειρηματική υπόσταση ή προετοιμασία για μελλοντική είσοδο επενδυτή. Η επιλογή κρίνεται από το αναλαμβανόμενο ρίσκο, τη φορολογική στρατηγική και το αν η δραστηριότητα είναι μόνιμη ή δοκιμαστική.
Υποκατάστημα είναι κάθε επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης εκτός του κεντρικού καταστήματος, μέσω της οποίας αναπτύσσεται ιδιαίτερη συναλλακτική δραστηριότητα από όργανα με σχετική εξουσία. Όταν η μητρική εδρεύει στο εξωτερικό, το υποκατάστημα αλλοδαπής λειτουργεί ως προέκτασή της σε άλλο κράτος, με διάρκεια και χωρίς δική του νομική προσωπικότητα και συνάπτει έννομες σχέσεις με τρίτους στη χώρα εγκατάστασης.
Κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 459/2000), για τον χαρακτηρισμό μιας εγκατάστασης ως υποκαταστήματος δεν αρκεί η απλή διενέργεια προπαρασκευαστικών πράξεων ή πράξεων υλικής εκτέλεσης συμβάσεων που έχουν ήδη καταρτιστεί αλλού, όπως παράδοση εμπορευμάτων ή είσπραξη χρημάτων.
Σε ενωσιακό επίπεδο, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-154/11) δέχεται ότι η έννοια του υποκαταστήματος προϋποθέτει κέντρο επιχειρήσεων που εκδηλώνεται με διαρκή τρόπο προς τα έξω, διαθέτει διεύθυνση και είναι υλικά εξοπλισμένο ώστε να διαπραγματεύεται με τρίτους. Η οριακή αυτή ζώνη, ανάμεσα σε απλή παρουσία και πραγματικό υποκατάστημα, καθορίζει αν γεννώνται υποχρεώσεις εγγραφής και φορολόγησης στην Ελλάδα και αποτελεί αντικείμενο νομικής κρίσης κατά περίπτωση.
Υποκατάστημα ή θυγατρική: ποια μορφή εξυπηρετεί ανά κριτήριο;
Η σύγκριση υποκαταστήματος και θυγατρικής δεν απαντάται με έναν γενικό κανόνα, αλλά ανά κριτήριο. Καθοριστικά είναι η νομική προσωπικότητα, η έκταση ευθύνης έναντι τρίτων, η φορολογική μεταχείριση των κερδών, το απαιτούμενο κεφάλαιο, η διαδικασία εγγραφής και η ευκολία μελλοντικής πώλησης ή εξόδου. Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τις βασικές διαφορές.
Κριτήριο
Υποκατάστημα αλλοδαπής
Θυγατρική εταιρεία
Νομική προσωπικότητα
Δεν διαθέτει, λειτουργεί ως προέκταση της μητρικής
Αυτοτελές νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητο από τη μητρική
Ευθύνη έναντι τρίτων
Βαρύνει ολόκληρη την αλλοδαπή μητρική και τον νόμιμο εκπρόσωπο
Περιορίζεται κατ’ αρχήν στο κεφάλαιο της θυγατρικής
Φορολόγηση και μεταφορά κερδών
Μεταφορά κερδών στη μητρική χωρίς παρακράτηση ή φόρο μερισμάτων
Διανομή μερίσματος υπό φόρο μερισμάτων κατά τον ΚΦΕ
Κεφάλαιο
Χωρίς ίδιο εταιρικό κεφάλαιο, χρηματοδοτείται από τη μητρική
Ίδιο κεφάλαιο ανάλογα με τον εταιρικό τύπο (ΙΚΕ, ΑΕ, ΕΠΕ)
Εγγραφή ΓΕΜΗ
Υποχρεωτική, με διαφοροποίηση ΕΕ ή τρίτης χώρας
Σύσταση νέας εταιρείας μέσω της Υπηρεσίας Μίας Στάσης
Πώληση ή έξοδος
Απαιτεί προηγούμενη μετατροπή με απόσχιση κλάδου
Μεταβίβαση μεριδίων ή μετοχών απευθείας
Στην πράξη, η εμπειρία από υποθέσεις εγκατάστασης αλλοδαπών ομίλων στην Ελλάδα, δείχνει ότι η επιλογή δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη, καθώς το ίδιο σχέδιο μπορεί να εξυπηρετεί ως υποκατάστημα από άποψη φορολογικής ροής κερδών και ως θυγατρική από άποψη περιορισμού ευθύνης.
Η στάθμιση είναι επιλογή που εξαρτάται από τον επιδιωκόμενο σκοπό της επένδυσης. Όταν επιλεγεί η θυγατρική, ακολουθεί ξεχωριστή απόφαση για τον κατάλληλο εταιρικό τύπο, με κριτήρια πέρα από το κόστος σύστασης.
Πώς διακρίνεται το υποκατάστημα από πρακτορείο και εμπορικό αντιπρόσωπο;
Το υποκατάστημα διακρίνεται από συγγενείς μορφές εμπορικής παρουσίας με βάση τον βαθμό εξάρτησης από τη μητρική. Σε αντίθεση με το πρακτορείο και τον εμπορικό αντιπρόσωπο, το υποκατάστημα υπάγεται στη διεύθυνση της κύριας επιχείρησης και απασχολεί δικό του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Η επιχείρηση πρακτορείας δεν προϋποθέτει δικό της εξαρτημένο προσωπικό κατά τον τρόπο που το προϋποθέτει το υποκατάστημα. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ανεξάρτητος, καθώς οργανώνει ελεύθερα τη δραστηριότητά του, μπορεί να αντιπροσωπεύει περισσότερες ανταγωνιστικές εταιρείες και περιορίζεται κυρίως στη διαβίβαση παραγγελιών, χωρίς να μετέχει ενεργά στην εκτέλεση των υποθέσεων.
Το υποκατάστημα, αντίθετα, προϋποθέτει έλεγχο και υπαγωγή στη διεύθυνση της μητρικής. Η διάκριση έχει πρακτικές συνέπειες ως προς την ευθύνη, τη φορολογία και την υποχρέωση δημοσιότητας, καθώς ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός μιας σχέσης μπορεί να οδηγήσει σε μη αναμενόμενες υποχρεώσεις.
Πότε υποχρεούται το υποκατάστημα αλλοδαπής σε εγγραφή στο ΓΕΜΗ;
Η εγγραφή του υποκαταστήματος αλλοδαπής στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο είναι υποχρεωτική κατά το άρθρο 16 του Ν. 4919/2022, όπως ισχύει. Η έκταση και οι λεπτομέρειες της δημοσιότητας διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν η μητρική εδρεύει σε κράτος-μέλος της ΕΕ, σε τρίτη χώρα ή πρόκειται για λοιπά πρόσωπα που ασκούν εμπορικές πράξεις στην Ελλάδα.
Το άρθρο 16 διακρίνει τρεις κατηγορίες:
υποκαταστήματα εταιρειών με τη μορφή ΑΕ,
ΕΠΕ ή ετερόρρυθμης κατά μετοχές με έδρα σε κράτος-μέλος της ΕΕ,
υποκαταστήματα εταιρειών τρίτων χωρών με ανάλογη νομική μορφή και υποκαταστήματα μέσω των οποίων ασκούν εμπορική δραστηριότητα λοιπά πρόσωπα με έδρα στην αλλοδαπή.
Τα δημοσιευτέα στοιχεία ορίζονται στο άρθρο 43 του ίδιου νόμου, σε εναρμόνιση με τα άρθρα 36 έως 38 της Οδηγίας 2017/1132/ΕΕ και είναι, ιδρυτική πράξη και καταστατικό, διεύθυνση και δραστηριότητες του υποκαταστήματος, εφαρμοστέο δίκαιο της εταιρείας, στοιχεία των προσώπων που τη δεσμεύουν, καθώς και τα δημοσιευμένα λογιστικά της έγγραφα.
Η ηλεκτρονική καταχώριση γίνεται μέσω της Υπηρεσίας Μίας Στάσης, με τα νομιμοποιητικά έγγραφα της μητρικής επίσημα μεταφρασμένα και θεωρημένα.
Ποια φορολογικά πλεονεκτήματα και ποιοι κίνδυνοι ευθύνης συνοδεύουν το υποκατάστημα;
Το υποκατάστημα αλλοδαπής συνδυάζει φορολογικά πλεονεκτήματα στη ροή κερδών με αυξημένη, όμως, ευθύνη. Ως μόνιμη εγκατάσταση φορολογείται στην Ελλάδα για το αποτέλεσμά του, αλλά η μεταφορά κερδών στη μητρική παραμένει αφορολόγητη, ενώ ταυτόχρονα η ευθύνη έναντι τρίτων δεν περιορίζεται στην ελληνική δραστηριότητα.
Ποια η φορολογική μεταχείριση των κερδών;
Το υποκατάστημα διαθέτει ελληνικό ΑΦΜ και, ως μόνιμη εγκατάσταση κατά το άρθρο 6 του Ν. 4172/2013, τηρεί βιβλία στην Ελλάδα και εξάγει λογιστικό αποτέλεσμα που ενσωματώνεται στις οικονομικές καταστάσεις του κεντρικού. Η διασυνοριακή μεταφορά κερδών μεταξύ κεντρικού και υποκαταστήματος δεν επιβαρύνεται με φόρο εισοδήματος ούτε με παρακράτηση.
Τα κέρδη αυτά δεν χαρακτηρίζονται μέρισμα και απαλλάσσονται από φόρο μερισμάτων. Επειδή δεν συνάπτεται σύμβαση μεταξύ κεντρικού και υποκαταστήματος, οι μεταξύ τους συναλλαγές δεν επιβαρύνονται με τέλη χαρτοσήμου.
Για μητρική με έδρα εντός της ΕΕ, η χρηματοδότηση του υποκαταστήματος δεν υπάγεται σε φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου. Σε σχέση με τη διανομή μερίσματος μιας θυγατρικής, η ροή αυτή είναι φορολογικά ελαφρύτερη, στοιχείο που συχνά κατευθύνει την αρχική επιλογή.
Σε ποιον εκτείνεται η ευθύνη;
Το βασικό μειονέκτημα είναι η έκταση της ευθύνης. Ζημία που προκαλεί το υποκατάστημα σε τρίτους βαρύνει ολόκληρη την αλλοδαπή εταιρεία, αφού το υποκατάστημα δεν έχει χωριστή περιουσία ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο.
Αντίστοιχα, ο νόμιμος εκπρόσωπος του υποκαταστήματος ευθύνεται στην ίδια έκταση με μέλος του διοικητικού συμβουλίου ΑΕ ή διαχειριστή ΕΠΕ, ιδίως για οφειλές προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς.
Πώς μετατρέπεται το υποκατάστημα σε θυγατρική εταιρεία;
Η μετατροπή υποκαταστήματος σε θυγατρική πραγματοποιείται ως απόσχιση κλάδου, δηλαδή ως εισφορά της ελληνικής δραστηριότητας σε νεοσυσταθείσα εταιρεία που αποτελεί θυγατρική της εισφέρουσας αλλοδαπής. Το ίδιο σχήμα απαιτείται και ως προϋπόθεση πριν από την πώληση ενός υποκαταστήματος.
Η πράξη αυτή υπάγεται στον Ν. 4601/2019 για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Η μετατροπή υποκαταστήματος σε νεοσυσταθείσα θυγατρική, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 52 του Ν. 4172/2013, συνιστά απόσχιση κλάδου κατά το άρθρο 57 του Ν. 4601/2019 και διέπεται από τις διατάξεις του ως προς το επιτρεπτό, τις προϋποθέσεις και τα αποτελέσματά της, όπως έχει δεχθεί και η διοικητική πρακτική (ΑΑΔΕ Ε.2048/2019).
Συχνές ερωτήσεις
Υποκατάστημα ή θυγατρική: ποια μορφή προτιμάται για είσοδο στην ελληνική αγορά;
Εξαρτάται από τη στάθμιση ευθύνης και φορολογίας. Το υποκατάστημα δίνει άμεση παρουσία με ελαφρύτερη φορολογική ροή κερδών, αλλά εκθέτει ολόκληρη τη μητρική σε ευθύνη. Η θυγατρική περιορίζει την ευθύνη και προσφέρει αυτοτελή υπόσταση, με κόστος τη φορολόγηση των μερισμάτων. Για δοκιμαστική ή βραχυπρόθεσμη δραστηριότητα συχνά προκρίνεται το υποκατάστημα, ενώ για μακροπρόθεσμη επένδυση ή προοπτική επενδυτή, η θυγατρική.
Ποιος ευθύνεται για τα χρέη του υποκαταστήματος αλλοδαπής;
Για τα χρέη και τις ζημίες του υποκαταστήματος ευθύνεται ολόκληρη η αλλοδαπή εταιρεία, καθώς το υποκατάστημα δεν διαθέτει αυτοτελή νομική προσωπικότητα ούτε χωριστή περιουσία. Ο νόμιμος εκπρόσωπος ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται μέλος διοικητικού συμβουλίου ΑΕ ή διαχειριστής ΕΠΕ, ιδίως για οφειλές προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς φορείς.
Πώς φορολογείται το υποκατάστημα αλλοδαπής στην Ελλάδα;
Ως μόνιμη εγκατάσταση, το υποκατάστημα φορολογείται στην Ελλάδα για το αποτέλεσμα της ελληνικής δραστηριότητάς του και τηρεί βιβλία με ελληνικό ΑΦΜ. Η μεταφορά των κερδών στη μητρική δεν υπόκειται σε παρακράτηση ούτε σε φόρο μερισμάτων και οι εσωτερικές συναλλαγές κεντρικού και υποκαταστήματος δεν φέρουν χαρτόσημο, αφού δεν θεωρούνται σύμβαση.
Μπορεί το υποκατάστημα να μετατραπεί αργότερα σε θυγατρική εταιρεία;
Ναι, αλλά όχι με απλή μετονομασία. Η μετατροπή πραγματοποιείται ως απόσχιση κλάδου κατά τον Ν. 4601/2019, με εισφορά της ελληνικής δραστηριότητας σε νεοσυσταθείσα θυγατρική της αλλοδαπής εταιρείας. Το ίδιο σχήμα απαιτείται και πριν από την πώληση του υποκαταστήματος.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Επιλογή μορφής ανα κίνδυνο: Η απόφαση υποκατάστημα ή θυγατρική κρίνεται πρωτίστως από το επίπεδο ευθύνης που είναι διατεθειμένος να αναλάβει ο όμιλος, όχι μόνο από το κόστος σύστασης.
Φορολογική ροή κερδών: Η αφορολόγητη μεταφορά κερδών στη μητρική αποτελεί ισχυρό πλεονέκτημα του υποκαταστήματος, που πρέπει όμως να σταθμίζεται έναντι της διευρυμένης ευθύνης.
Ευθύνη εκπροσώπου: Ο διορισμός νόμιμου εκπροσώπου συνεπάγεται προσωπική ευθύνη ανάλογη με αυτή μέλους ΔΣ ΑΕ, ιδίως έναντι Δημοσίου και ασφαλιστικών φορέων.
Σχεδιασμός εξόδου εκ των προτέρων: Η μετατροπή σε θυγατρική και η πώληση προϋποθέτουν απόσχιση κλάδου, οπότε η δομή της παρουσίας σχεδιάζεται από την αρχή με γνώμονα και το πιθανό exit.
Σωστός χαρακτηρισμός εγκατάστασης: Η οριακή διάκριση από πρακτορείο ή απλή προπαρασκευαστική δραστηριότητα καθορίζει υποχρεώσεις εγγραφής και φορολόγησης και πρέπει να αξιολογείται πριν την έναρξη.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το υποκατάστημα αλλοδαπής επιχείρησης
Κανονισμόςπολυκατοικίας είναι το συμβολαιογραφικό έγγραφο το οποίο μεταγράφεται και καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας.
Περιπτώσεις Έλλειψης Κανονισμού
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, αν υπάρχει ήδη χωριστή κατ’ ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60% των συγκυρίων δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ’ ανάλογη εφαρμογή διατάξεων των προηγουμένων άρθρων, να καταρτιστεί κανονισμός, εφόσον είναι αναγκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών (ΑΠ 66/1994).
Κατά τον ίδιο τρόπο και με πλειοψηφία τουλάχιστον 65% των συγκυρίων μπορεί να επιτραπεί η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του κανονισμού, όταν εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν την λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τον προορισμό του ακινήτου.
Αγωγή Παροχής Άδειας Κατάρτισης Κανονισμού
Στην αγωγή παροχής αδείας καταρτίσεως κανονισμού πολυκατοικίας, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 4 του του ν. 1562/1985 (οι οποίες αφορούν βασικώς την αγωγή παροχής αδείας οικοδόμησης, κατά το σύστημα της αντιπαροχής).
Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, πριν από την άσκηση της ανωτέρω αγωγής οι συγκύριοι, που ζητούν την κατάρτιση κανονισμού, πρέπει να καταθέσουν σε συμβολαιογράφο της έδρας του αρμοδίου δικαστηρίου:
σχέδιο κανονισμού των σχέσεων των συνιδιοκτητών,
σχέδιο του πίνακα κατανομής ποσοστών εξ αδιαιρέτου του κοινού ακινήτου στις χωριστές ιδιοκτησίες με μνεία της αναλογίας κοινοχρήστων δαπανών που θα βαρύνει κάθε χωριστή ιδιοκτησία,
Τα παραπάνω έγγραφα, πρέπει να είναι υπογεγραμμένα από όλους τους συγκύριους, που ζητούν την σύνταξη κανονισμού και, ειδικώς, το σχέδιο πίνακα κατανομής των ποσοστών ιδιοκτησίας πρέπει επί πλέον να είναι υπογεγραμμένο από πολιτικό μηχανικό ή αρχιτέκτονα.
Αντίγραφα όλων των παραπάνω εγγράφων και σχεδιαγραμμάτων, που έχουν κατατεθεί στον συμβολαιογράφο, προσκομίζονται από τους διαδίκους στο δικαστήριο κατά την συζήτηση.
Νομική Βάση
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό :
με εκείνες των άρθρων 4 § 1 του ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», που ορίζει ότι επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες, όπως με ιδιαίτερη συμφωνία, στην οποία είναι απαραίτητη η κοινή όλων συναίνεση, κανονίσουν τις υποχρεώσεις, δικαιώματα κ.λπ. της συνιδιοκτησίας και
του άρθρου 26 § 1 του ν.δ. 1003/1971 «περί ενεργού πολεοδομίας», το οποίο ορίζει ότι «επί των περιπτώσεων του προηγούμενου άρθρου, δύναται να καταρτίζεται γενικός κανονισμός των σχέσεων μεταξύ των συνιδιοκτητών του όλου οικοπέδου ή της εδαφικής περιοχής και ιδιαίτερος κανονισμός των σχέσεων μεταξύ των ιδιοκτητών των κατά κτίριο ορόφων ή τμημάτων αυτών»,
συνάγεται ότι ο κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο σύστημα της οροφοκτησίας του ν. 3741/1929, προϋποθέτει καταρχήν την κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών.
Εξαίρεση εισάγει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, που επιτρέπει στους συνιδιοκτήτες, οι οποίοι εκπροσωπούν το 60% της συγκυριότητας επί του οικοπέδου, να ζητήσουν από το δικαστήριο τη σύνταξη κανονισμού, όταν τέτοιος δεν έχει καταρτισθεί, με κοινή συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών και επιπλέον είναι αναγκαίος για τη ρύθμιση των σχέσεων αυτών.
Κοινόκτητα Και Κοινόχρηστα Μέρη
Κατά πάγια νομολογία γίνεται δεκτό ότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1017 ΑΚ, καθώς και του ν. 3741/1929 περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών οικοδομής έχουν αναγκαστική συγκυριότητα και δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση σε όλα τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής.
Επομένως, οι ιδιοκτήτες, μπορούν με ομόφωνη απόφαση τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να ρυθμίσουν κατά διάφορο τρόπο το δικαίωμα χρήσης καθενός στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη και ειδικότερα να συμφωνήσουν ότι κάποιος από τους ιδιοκτήτες έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης στα μέρη αυτά (ΜΠρΠειρ 969/2019)
Οι συμφωνίες, με τις οποίες κανονίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζοντίων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουργούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία και απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους.
Οι κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί «φέρουν χαρακτήρα δουλείας» (ΜΠρΘεσσ 3966/2014).
Ωστόσο, οι περιορισμοί,αυτοί δεν είναι δουλείες, κατά την έννοια των άρθρων του ΑΚ, αλλά φέρουν το χαρακτήρα δουλείας, υπό την έννοια και μόνο ότι δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων (ΑΠ 329/1996).
Η σύμπραξη όλων για την κατά τα άνω συμφωνία με την οποία περιορίζεται η χρήση κοινόκτητου από το σύνολο των συνιδιοκτητών προς όφελος ορισμένου ή ορισμένων απ` αυτούς είναι αναγκαία, διότι όλων των λοιπών θίγεται το σχετικό δικαίωμα χρήσης.
Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο και συνεπώς δεν είναι απαραίτητη η σύμπραξη όλων των συνιδιοκτητών όταν θεσπίζεται περιορισμός χρήσης κοινόκτητου μέρους του οποίου η αποκλειστική χρήση είχε παραχωρηθεί με τον κανονισμό σε συγκεκριμένους ιδιοκτήτες οπότε απαιτείται η σύμπραξη μόνον αυτών, ως μόνων θιγομένων κατά το σχετικό δικαίωμα τους (ΑΠ 387/1999).
Αίτημα Αγωγής
Αίτημα της σχετικής αγωγής είναι ο προσδιορισμός από το δικαστήριο του περιεχομένου του υπό κατάρτιση κανονισμού, με βάση το σχέδιο που κατέθεσε σε συμβολαιογράφο η πλειοψηφία των συνιδιοκτητών.
Σε ό,τι όμως αφορά τον ίδιο τον κανονισμό πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα:
στις «σχέσεις» που συνιστούν το περιεχόμενο αυτού, δηλαδή στα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών που απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας και
τη «ρύθμιση» στην οποία αυτές υποβάλλονται.
Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. 3741/1929, προκύπτει ότι η πλειοψηφία του 60% μπορεί να ζητήσει τη σύσταση κανονισμού προς ρύθμιση υφισταμένων εκ της συνιδιοκτησίας σχέσεων και όχι τη σύσταση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, για τα οποία απαιτείται η κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών.
Αλλά και το δικαστήριο, πέραν του ελέγχου της νομιμότητας, δεν έχει εξουσία να περιορίσει η ή να διευρύνει τις «σχέσεις» που προτείνει η πλειοψηφία των συνιδιοκτητών ως περιεχόμενο του υπό κατάρτιση κανονισμού, γιατί τότε αυτός θα έχανε τον δικαιοπρακτικό του χαρακτήρα (ΕφΘεσ 2268/2005).
Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την προτεινόμενη από την πλειοψηφία «ρύθμιση» των σχέσεων αυτών, την οποία το δικαστήριο μπορεί, ενίοτε μάλιστα υποχρεούται, να τροποποιήσει, όπως όταν κρίνει ότι αυτή δεν είναι επωφελής για όλους τους συνιδιοκτήτες ή αντίκειται σε κανόνες δικαίου δημόσιας τάξης.
Αυτό ορίζεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 6 § 1 του ν. 1562/1985, κατά την οποία «το δικαστήριο, αν δεχθεί την αγωγή επιτρέπει στους κατά την κρίση του πιο κατάλληλους από τους διαδίκους συγκύριους να καταρτίσουν τον κανονισμό, σύμφωνα με το κατατεθειμένο σχέδιο και έγγραφα, που αναφέρονται στις §§ 1 και 4 του άρθρου 4, όπως αυτά τυχόν τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της απόφασης» (ΑΠ 596/2000).
Προδικασία
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 § 1 του ν. 1562/1985, η κατά το άρθρο 3 του νόμου αυτού αγωγή παροχής αδείας οικοδομήσεως εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 220 του ΚΠολΔ.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τη διάταξη του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι η αγωγή, που έχει ως αντικείμενο την κατάρτιση ή τροποποίηση του κανονισμού, δεν εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων, αφού δεν το επιβάλλει ρητώς ο νόμος, όπως συμβαίνει με την αγωγή του άρθρου 3 § 1 αυτού, αλλά ούτε εντάσσεται σε μία από τις κατηγορίες των αγωγών, οι οποίες κατά το άρθρο 220 του ΚΠολΔ, εγγράφονται υποχρεωτικά στα βιβλία διεκδικήσεων.
Η αναφερόμενη στη § 1 του άρθρου 9 κατ’ αναλογία εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων άρθρων έχει την έννοια της εφαρμογής των διατάξεων εκείνων που μπορούν να προσαρμοσθούν προς τα της επιδιώξεως της τροποποίησης του κανονισμού, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 8 § 1 του ν. 1562/1985 (ΑΠ 66/1994 ό.π.).
Δηλαδή, η διάταξη του άρθρου 3 § 1 του ανωτέρω ν. 1562/1985, που αφορά στην προδικασία της αγωγής παροχής αδείας οικοδομήσεως κατά το σύστημα της αντιπαροχής και επιβάλλει την προσεπίκληση των τρίτων που έχουν εμπράγματα δικαιώματα στο ακίνητο, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως στην αγωγή παροχής αδείας για κατάρτιση κανονισμού των σχέσεων των συνιδιοκτητών, λόγω του σκοπού τον οποίο εξυπηρετεί.
Ομοίως, για τον ίδιο λόγο, δεν απαιτείται για την άσκηση της αγωγής παροχής αδείας για κατάρτιση κανονισμού η εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων, αφού δεν το επιβάλλει ρητώς ο νόμος, αλλά ούτε και η αγωγή αυτή εντάσσεται σε μια από τις κατηγορίες των αγωγών, που κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔ εγγράφονται υποχρεωτικά στα βιβλία διεκδικήσεων.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την κατάρτιση ή τροποποίηση κανονισμού πολυκατοικίας από Δικαστήριο.
Πότε δεσμεύεται μια επιχείρηση από τον Κανονισμό DORA;
Περιληπτικά:
Ο Κανονισμός DORA (Digital Operational Resilience Act) δεσμεύει δύο κατηγορίες επιχειρήσεων: τις χρηματοπιστωτικές οντότητες της ΕΕ και τους τρίτους παρόχους Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) που τις εξυπηρετούν.
Ο πάροχος ΤΠΕ συνήθως δεν υπάγεται άμεσα ως ρυθμιζόμενη οντότητα, αλλά δεσμεύεται έμμεσα: η σύμβασή του με χρηματοπιστωτική οντότητα πρέπει να περιέχει τις υποχρεωτικές ρήτρες του άρθρου 30.
Οι συμβατικές απαιτήσεις κλιμακώνονται όταν η υπηρεσία υποστηρίζει «κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία».
Ο Κανονισμός εφαρμόζεται από τις 17 Ιανουαρίου 2025. Στην Ελλάδα τις αρμόδιες αρχές και τις κυρώσεις ορίζει ο Ν. 5193/2025.
Ποιες οντότητες υπάγονται στον Κανονισμό DORA;
Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 (Digital Operational Resilience Act – DORA) εφαρμόζεται από τις 17 Ιανουαρίου 2025 και δεσμεύει δύο κατηγορίες επιχειρήσεων. Πρώτον, τις χρηματοπιστωτικές οντότητες που δραστηριοποιούνται στην ΕΕ (πχ πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις επενδύσεων, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και παρόχους υπηρεσιών πληθοχρηματοδότησης). Δεύτερον, τους τρίτους παρόχους Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) που τις εξυπηρετούν.
Ο σκοπός του Κανονισμού είναι να καλύψει ολόκληρη την αλυσίδα αξίας των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ώστε ένα συμβάν σε έναν πάροχο λογισμικού να μην απειλεί τη σταθερότητα του ίδιου του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε κρυπτοστοιχεία, η υπαγωγή στον DORA συνδέεται στενά με τον ευρύτερο νομικό έλεγχο συμμόρφωσης που απαιτεί το ρυθμιστικό τους πλαίσιο.
Ο DORA ενσωματώνει αρχή αναλογικότητας, καθώς οι πολύ μικρές οντότητες εφαρμόζουν απλοποιημένο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων ΤΠΕ, ενώ η συχνότητα και η έκταση των υποχρεώσεων προσαρμόζονται στο μέγεθος και στο προφίλ κινδύνου της κάθε οντότητας. Η αναγνώριση του εφαρμοστέου επιπέδου είναι το πρώτο ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί πριν σχεδιαστεί οποιαδήποτε ενέργεια συμμόρφωσης.
DORA ή NIS2: ποιο πλαίσιο εφαρμόζεται;
Ο DORA δεν είναι το μοναδικό ρυθμιστικό πλαίσιο για την ασφάλεια συστημάτων. Η Οδηγία NIS2 θεσπίζει γενικές υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας για ευρύ φάσμα κρίσιμων κλάδων. Για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο DORA λειτουργεί ως ειδικό πλαίσιο (lex specialis) που υπερισχύει των γενικών ρυθμίσεων. Η διάκριση καθορίζει ποιες υποχρεώσεις και ποιες αρχές αφορούν τη συγκεκριμένη επιχείρηση.
Κριτήριο
DORA
NIS2
Νομική φύση
Κανονισμός (άμεση εφαρμογή)
Οδηγία (εθνική μεταφορά)
Πεδίο
Χρηματοπιστωτικός τομέας και πάροχοι ΤΠΕ του
Ευρύ φάσμα κρίσιμων και σημαντικών κλάδων
Σχέση
Ειδικό πλαίσιο για τον χρηματοπιστωτικό τομέα
Γενικό πλαίσιο κυβερνοασφάλειας
Έμφαση
Επιχειρησιακή ανθεκτικότητα ΤΠΕ και συμβατικός έλεγχος παρόχων
Μέτρα διαχείρισης κινδύνων και αναφορά περιστατικών
Πότε δεσμεύεται ένας πάροχος ΤΠΕ από τον DORA;
Ο πάροχος ΤΠΕ δεν υπάγεται κατά κανόνα άμεσα στον DORA ως ρυθμιζόμενη οντότητα. Δεσμεύεται έμμεσα, μέσω της σύμβασης με τη χρηματοπιστωτική οντότητα, εφόσον ο Κανονισμός υποχρεώνει την οντότητα να ενσωματώσει στη σύμβαση τις απαιτήσεις του άρθρου 30.
Εξαίρεση αποτελεί ο χαρακτηρισμός του παρόχου ως κρίσιμου τρίτου παρόχου ΤΠΕ (Critical ICT Third-Party Provider – CTPP), οπότε υπόκειται σε άμεση εποπτεία των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.
Ο μηχανισμός αυτός είναι το πρακτικά κρίσιμο σημείο για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου πληροφορικής. Ένας πάροχος υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους (cloud), λογισμικού ή υποστήριξης συστημάτων δεν χρειάζεται να είναι ο ίδιος τράπεζα για να βρεθεί δεσμευμένος από τον DORA. Αρκεί να συμβληθεί με χρηματοπιστωτική οντότητα. Εκείνη οφείλει να του μετακυλίσει συμβατικά τα δικαιώματα ελέγχου, τις υποχρεώσεις αναφοράς και τους όρους εξόδου που επιβάλλει ο Κανονισμός. Ο πάροχος που αρνείται τους όρους αυτούς αποκλείεται ουσιαστικά από την αγορά του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Ο χαρακτηρισμός ενός παρόχου ως κρίσιμου ενεργοποιεί ένα δεύτερο, αυστηρότερο καθεστώς. Οι κρίσιμοι τρίτοι πάροχοι υπόκεινται σε άμεση εποπτεία από επικεφαλής επόπτη (μία εκ των EBA, EIOPA ή ESMA), ο οποίος έχει εξουσίες να ζητά πληροφορίες, να διενεργεί έρευνες και επιτόπιους ελέγχους. Οι συμβατικές υποχρεώσεις του άρθρου 30, ωστόσο, ισχύουν για κάθε ουσιώδη σχέση με πάροχο ΤΠΕ, ανεξάρτητα από το αν αυτός έχει χαρακτηριστεί κρίσιμος.
Ο χαρακτηρισμός ενός παρόχου ως κρίσιμου στηρίζεται σε κριτήρια όπως η συστημική σημασία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που εξυπηρετεί, ο βαθμός εξάρτησης του τομέα από τον συγκεκριμένο πάροχο και η δυνατότητα υποκατάστασής του. Ένας πάροχος που συγκεντρώνει μεγάλο μέρος της αγοράς, χωρίς εύκολα διαθέσιμη εναλλακτική λύση, είναι πιθανότερο να χαρακτηριστεί κρίσιμος.
Για τις μικρότερες επιχειρήσεις πληροφορικής ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σπάνιος, η συμβατική δέσμευση μέσω του άρθρου 30 όμως παραμένει.
Ποιες ρήτρες πρέπει να περιέχει η σύμβαση παροχής ΤΠΕ;
Το άρθρο 30 διαρθρώνει τις υποχρεωτικές συμβατικές ρήτρες σε δύο επίπεδα. Η παράγραφος 2 ορίζει εννέα ελάχιστες ρήτρες που πρέπει να περιέχει κάθε σύμβαση παροχής υπηρεσιών ΤΠΕ. Η παράγραφος 3 προσθέτει έξι αυστηρότερες ρήτρες όταν η υπηρεσία υποστηρίζει κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία. Ο χαρακτηρισμός της λειτουργίας καθορίζει ποιο επίπεδο εφαρμόζεται.
Η έννοια της «κρίσιμης ή σημαντικής λειτουργίας» είναι το κλειδί της υπαγωγής. Πρόκειται για λειτουργία της οποίας η διακοπή θα έβλαπτε ουσιωδώς τις οικονομικές επιδόσεις της οντότητας ή τη συνέχεια και την ποιότητα των υπηρεσιών της. Ο χαρακτηρισμός απαιτεί κρίση κατά περίπτωση, καθώς λάθος υποτίμηση οδηγεί σε σύμβαση που στερείται υποχρεωτικών ρητρών και, κατ’ επέκταση, σε εποπτικό εύρημα μη συμμόρφωσης.
Άρθρο 30 παρ. 2 – κάθε σύμβαση ΤΠΕ
Άρθρο 30 παρ. 3 – κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία
Σαφής και πλήρης περιγραφή των υπηρεσιών και λειτουργιών
Πλήρεις περιγραφές επιπέδου υπηρεσιών με ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους
Τοποθεσίες παροχής υπηρεσιών και επεξεργασίας δεδομένων
Πλήρη και απεριόριστα δικαιώματα πρόσβασης, επιθεώρησης και ελέγχου (audit)
Όροι διαθεσιμότητας, ακεραιότητας και εμπιστευτικότητας δεδομένων
Προθεσμίες ειδοποίησης και υποχρεώσεις αναφοράς προς την οντότητα
Δικαιώματα πρόσβασης, ανάκτησης και επιστροφής δεδομένων
Υποχρέωση συμμετοχής σε δοκιμές διείσδυσης βάσει απειλών
Όροι συνδρομής σε περιστατικά ΤΠΕ
Όροι ασφάλειας και σχέδια έκτακτης ανάγκης
Δικαιώματα καταγγελίας και ελάχιστες προθεσμίες
Στρατηγικές εξόδου με υποχρεωτική μεταβατική περίοδο
Η εμπειρία από συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ΤΠΕ δείχνει ότι οι ρήτρες αυτές δεν συμπληρώνονται με τυποποιημένο κείμενο. Το δικαίωμα ελέγχου που λειτουργεί όταν αντισυμβαλλόμενη είναι πολύ μικρή οντότητα διαφέρει ουσιωδώς από εκείνο που απαιτείται για κρίσιμη λειτουργία. Στην πρώτη περίπτωση, ο Κανονισμός επιτρέπει ανάθεση των δικαιωμάτων ελέγχου σε ανεξάρτητο τρίτο, ενώ στη δεύτερη απαιτείται απεριόριστη πρόσβαση.
Κάθε ρήτρα εξόδου, ομοίως, πρέπει να εξειδικεύει τη μεταβατική περίοδο, τη μεταφορά δεδομένων και τη συνέχιση υπηρεσιών με όρους που εξαρτώνται από τη φύση της συγκεκριμένης υπηρεσίας.
Η ίδια λογική κλιμάκωσης εμφανίζεται και σε άλλες συμβάσεις τεχνολογίας. Η σύμβαση με πάροχο τεχνητής νοημοσύνης αντιμετωπίζει αντίστοιχα ζητήματα κατανομής ευθύνης και ελέγχου, γεγονός που καθιστά τη διατύπωση τέτοιων ρητρών ad hoc εργασία και όχι αντιγραφή προτύπου. Ο Κανονισμός προβλέπει ρητά τη δυνατότητα χρήσης τυποποιημένων συμβατικών ρητρών που εκπονούν δημόσιες αρχές, χωρίς όμως αυτές να υποκαθιστούν την εξατομικευμένη αξιολόγηση.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν οι υπο-αναθέσεις. Όταν ο πάροχος αναθέτει με τη σειρά του μέρος μιας κρίσιμης ή σημαντικής λειτουργίας σε υπεργολάβο, ο Κανονισμός απαιτεί η αλυσίδα αυτή να παραμένει ορατή και ελεγχόμενη.
Η σύμβαση οφείλει να προσδιορίζει τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η υπο-ανάθεση, ώστε η χρηματοπιστωτική οντότητα να μη χάνει τον έλεγχο επί του προσώπου που τελικά παρέχει την υπηρεσία ούτε τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων ελέγχου της σε όλη την αλυσίδα.
Πώς διαχειρίζεται η οντότητα τον κίνδυνο τρίτων παρόχων;
Πέρα από τη σύμβαση, το άρθρο 28 επιβάλλει στη χρηματοπιστωτική οντότητα ένα ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης. Περιλαμβάνει στρατηγική για τον κίνδυνο τρίτων παρόχων, τήρηση μητρώου πληροφοριών για όλες τις συμβατικές ρυθμίσεις ΤΠΕ, προσυμβατική δέουσα επιμέλεια, στρατηγικές εξόδου και αξιολόγηση του κινδύνου συγκέντρωσης. Η ευθύνη συμμόρφωσης παραμένει στην οντότητα και δεν μεταφέρεται με την ανάθεση.
Εξάλλου, το μητρώο πληροφοριών (Register of Information) αποτελεί, επίσης, βασική υποχρέωση. Καταγράφει το σύνολο των συμβατικών σχέσεων ΤΠΕ σε επίπεδο οντότητας, υπο-ομίλου και ομίλου. Αποτελεί ένα από τα πρώτα στοιχεία που ελέγχουν οι εποπτικές αρχές κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης. Η προσυμβατική δέουσα επιμέλεια απαιτεί αξιολόγηση κινδύνου πριν τη σύναψη κάθε σύμβασης, ιδίως όταν αφορά κρίσιμη λειτουργία.
Η εμπειρία από έργα συμμόρφωσης δείχνει ότι η στρατηγική εξόδου και η αξιολόγηση του κινδύνου συγκέντρωσης είναι τα σημεία που απαιτούν την ουσιαστικότερη νομική κρίση. Όταν μια κρίσιμη υπηρεσία στηρίζεται σε πάροχο χωρίς άμεσα διαθέσιμη εναλλακτική λύση, η τεκμηρίωση της στρατηγικής εξόδου πρέπει να αντιμετωπίσει ειλικρινά τον περιορισμό αυτό και να ορίσει τα μέτρα ελέγχου του κινδύνου κατά τη διάρκεια της εξάρτησης. Η επιλογή ανάμεσα σε μετάβαση προς άλλον πάροχο ή σε εσωτερική λύση είναι στρατηγική απόφαση με διαφορετικές νομικές και επιχειρησιακές συνέπειες.
Πώς ταξινομούνται και πως αναφέρονται τα περιστατικά ΤΠΕ;
Ο DORA απαιτεί την ταξινόμηση των περιστατικών ΤΠΕ σε σημαντικά και μη σημαντικά, με βάση κριτήρια όπως ο αριθμός των επηρεαζόμενων χρηστών, η διάρκεια της διακοπής, η γεωγραφική έκταση, η απώλεια δεδομένων και ο οικονομικός αντίκτυπος. Τα σημαντικά περιστατικά αναφέρονται στις αρμόδιες αρχές εντός καθορισμένων προθεσμιών. Όταν το ίδιο περιστατικό θίγει προσωπικά δεδομένα, προστίθεται αυτοτελής υποχρέωση κατά τον GDPR.
Η διαδικασία διαχείρισης καλύπτει ολόκληρη την αντιμετώπιση του περιστατικού, από την ανίχνευση και την καταγραφή έως την ανάλυση, τον περιορισμό, την αποκατάσταση και την τελική αναφορά. Η αναφορά των σημαντικών περιστατικών δεν είναι ενιαία πράξη, καθώς ο Κανονισμός προβλέπει διαδοχικές αναφορές, με αρχική ειδοποίηση και επακόλουθες ενδιάμεση και τελική έκθεση καθώς εξελίσσεται η εικόνα του περιστατικού.
Η πραγματική πολυπλοκότητα προκύπτει από την επικάλυψη των πλαισίων. Ένα και μόνο περιστατικό μπορεί να ενεργοποιήσει ταυτόχρονα υποχρέωση αναφοράς κατά DORA προς την εποπτική αρχή, υποχρέωση γνωστοποίησης παραβίασης δεδομένων κατά τον GDPR προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων και, ενδεχομένως, υποχρέωση κατά την NIS2. Οι προθεσμίες, οι αποδέκτες και το περιεχόμενο διαφέρουν, οπότε ο συντονισμός των αναφορών απαιτεί σύνθεση πολλαπλών διατάξεων που δεν είναι προφανής.
Πέρα από τις υποχρεωτικές αναφορές, ο Κανονισμός προβλέπει τη δυνατότητα εθελοντικής κοινοποίησης σημαντικών κυβερνοαπειλών στις αρμόδιες αρχές, καθώς και ρυθμίσεις ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ οντοτήτων για τη συλλογική αντιμετώπιση των απειλών. Η συμμετοχή σε τέτοιες ρυθμίσεις δεν είναι υποχρεωτική, ενθαρρύνεται όμως ιδίως για τις οντότητες που θεωρούνται κρίσιμες.
Πώς εφαρμόζεται ο DORA στην Ελλάδα;
Ο DORA, ως κανονισμός της ΕΕ, ισχύει άμεσα στην Ελλάδα χωρίς ανάγκη εθνικής μεταφοράς. Ο Ν. 5193/2025 (άρθρα 148 έως 152) ορίζει τις αρμόδιες εθνικές αρχές εποπτείας, την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καθώς και τις εξουσίες και τις κυρώσεις τους. Τα άρθρα 153 έως 170 ενσωματώνουν τη συνοδευτική Οδηγία (ΕΕ) 2022/2556.
Η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Τράπεζας της Ελλάδος και Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς γίνεται κατά λόγο αρμοδιότητας, ανάλογα με τον τύπο της εποπτευόμενης οντότητας. Οι δύο αρχές διαθέτουν εξουσίες ελέγχου, έρευνας και επιβολής διοικητικών μέτρων και κυρώσεων για τη μη συμμόρφωση. Η συνοδευτική Οδηγία (ΕΕ) 2022/2556 εκσυγχρονίζει την υφιστάμενη ελληνική νομοθεσία, ώστε οι ειδικότεροι τομεακοί νόμοι να εναρμονίζονται με τις απαιτήσεις ψηφιακής ανθεκτικότητας του Κανονισμού.
Πρακτικά, ο ορισμός εθνικών αρχών σημαίνει ότι οι ελληνικές χρηματοπιστωτικές οντότητες λογοδοτούν για τη συμμόρφωσή τους προς τον DORA απευθείας στην Τράπεζα της Ελλάδος ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, οι οποίες διενεργούν ελέγχους και επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις. Ο εθνικός νόμος δεν προσθέτει ουσιαστικές υποχρεώσεις πέραν του Κανονισμού, καθιστά όμως λειτουργικό το εποπτικό και κυρωτικό σκέλος στην ελληνική έννομη τάξη.
Συχνές Ερωτήσεις
Υπάγονται οι πολύ μικρές επιχειρήσεις στον DORA;
Ναι, αλλά με αναλογικότητα. Οι πολύ μικρές οντότητες εφαρμόζουν απλοποιημένο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων ΤΠΕ, προσαρμοσμένο στο μέγεθος και στο προφίλ κινδύνου τους. Ειδικά για τα δικαιώματα ελέγχου σε συμβάσεις ΤΠΕ, ο Κανονισμός επιτρέπει στις πολύ μικρές οντότητες να τα αναθέτουν σε ανεξάρτητο τρίτο.
Τι σημαίνει «κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία»;
Πρόκειται για λειτουργία της οποίας η διακοπή θα έβλαπτε ουσιωδώς τις οικονομικές επιδόσεις της οντότητας ή τη συνέχεια και την ποιότητα των υπηρεσιών της, ή τη συμμόρφωσή της προς τις ρυθμιστικές υποχρεώσεις. Ο χαρακτηρισμός μιας λειτουργίας ως κρίσιμης ενεργοποιεί το αυστηρότερο επίπεδο συμβατικών ρητρών του άρθρου 30 παρ. 3.
Μεταφέρεται η ευθύνη συμμόρφωσης στον πάροχο ΤΠΕ;
Όχι. Η ευθύνη παραμένει εξ ολοκλήρου στη χρηματοπιστωτική οντότητα, ανεξάρτητα από το αν η υπηρεσία έχει ανατεθεί σε τρίτο. Οι πιστοποιήσεις ασφαλείας ή οι εκθέσεις ελέγχου του παρόχου υποστηρίζουν τη δέουσα επιμέλεια της οντότητας, αλλά δεν την υποκαθιστούν. Η οντότητα οφείλει να διενεργεί δική της αξιολόγηση, να τηρεί δικό της μητρώο και να εξασφαλίζει ότι οι συμβάσεις της πληρούν τις απαιτήσεις.
Καλύπτει ο DORA τις υπηρεσίες cloud;
Ναι. Οι πάροχοι υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους εμπίπτουν στους τρίτους παρόχους ΤΠΕ. Όταν η υπηρεσία cloud υποστηρίζει κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία, η σύμβαση πρέπει να περιέχει τις αυστηρότερες ρήτρες του άρθρου 30 παρ. 3, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων ελέγχου και της στρατηγικής εξόδου. Μεγάλοι πάροχοι cloud ενδέχεται να χαρακτηριστούν κρίσιμοι και να υπαχθούν σε άμεση εποπτεία.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Χαρτογράφηση πριν τη συμμόρφωση: Το πρώτο πρακτικό βήμα είναι η καταγραφή όλων των συμβάσεων ΤΠΕ και ο χαρακτηρισμός ποιες υποστηρίζουν κρίσιμη ή σημαντική λειτουργία. Από αυτόν τον χαρακτηρισμό εξαρτάται το επίπεδο των απαιτούμενων ρητρών και η ένταση των υποχρεώσεων.
Αναδιαπραγμάτευση υφιστάμενων συμβάσεων: Συμβάσεις που συνάφθηκαν πριν την εφαρμογή του DORA συχνά δεν περιέχουν τις ρήτρες του άρθρου 30. Η προσθήκη τους μέσω τροποποιήσεων ή πρόσθετων παραρτημάτων αποτελεί υποχρέωση των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων και όχι προαιρετική βελτίωση.
Θέση του παρόχου ΤΠΕ: Ο πάροχος που στοχεύει σε πελάτες του χρηματοπιστωτικού τομέα ωφελείται να προετοιμάσει εκ των προτέρων όρους συμβατούς με τον DORA. Έτσι αποφεύγει τον αποκλεισμό από διαγωνισμούς και τις καθυστερήσεις διαπραγμάτευσης που προκαλεί η εκ των υστέρων προσαρμογή.
Συντονισμός με GDPR και NIS2: Ένα περιστατικό ΤΠΕ μπορεί να ενεργοποιήσει ταυτόχρονα υποχρεώσεις αναφοράς κατά DORA, GDPR και ενδεχομένως NIS2, προς διαφορετικές αρχές και με διαφορετικές προθεσμίες. Ο σχεδιασμός ενιαίας εσωτερικής διαδικασίας αναφοράς αποτρέπει παραλείψεις που οδηγούν σε κυρώσεις.
Κατ’ άρθρο 973 § 1 ΚΠολΔ, εάν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού δυο μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημέρα αυτή.
Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων.
Κατά την δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου κάθε δανειστής, εφ’ όσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε στον καθ’ ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό.
Κατά δε την τρίτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, εάν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παράγραφο 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη.
Εάν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης.
Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλου.
Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων.
Ένδικα Βοηθήματα – ΑνακοπήΤου Άρθρου973 ΚΠολΔ
Κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 973 ΚΠολΔ, αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης και υποκατάστασης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της ανάρτησης.
Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 κεπ.
Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε ένα μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων.
Η τελευταία αυτή ειδική ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης άλλου δανειστή εισήχθη το πρώτον με τον Ν. 4335/2015.
Και αυτό γιατί μέχρι τις τροποποιήσεις του νόμου αυτού η σχετική ανακοπή κατά τω ν δηλώσεων αυτών ασκούνταν στην προθεσμία του άρθρου 934 περ. β ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ του Ν. 4335/2015, ήτοι μέχρι τον πλειστηριασμό, πρώτη δε πράξη εκτελέσεως θεωρούνταν ανάλογα η δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης (ΑΠ 610/2002).
Ωστόσο, μετά την αναμόρφωση του άρθρου 934 με τον Ν. 4335/2015 και τη συγχώνευση των περιπτώσεων α και β του προϊσχύσαντος άρθρου 934 στην περίπτωση α του νέου άρθρου 934, με ενιαία προθεσμία άσκησης της ανακοπής 45 ημερών απ’ την ημέρα της κατάσχεσης και διατήρηση της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού ως περίπτωση β (τέως γ), η εν λόγω ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμία από τις προβλεπόμενες πλέον περιπτώσεις του άρθρου 934, έτσι ώστε να επιλεγεί από το νομοθέτη να εισαχθεί γι’ αυτές μία ιδιαίτερη ανακοπή, που ρυθμίστηκε αυτοτελώς στο νέο άρθρο 973 § 6.
Περιεχόμενο Ανακοπής
Με την ανακοπή αυτή του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ δύνανται να προβάλλονται λόγοι, οι οποίοι αφορούν το κύρος της δήλωσης αυτής (ΜονΠρωτΧαλκ 24/2022).
Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι, οι αντιρρήσεις που μπορούν να προβληθούν με το σχετικό ένδικο βοήθημα, πρέπει πρώτιστα να αφορούν:
είτε πρωτογενείς πλημμέλειες της επίδικης πράξης εκτέλεσης (δήλωσης συνέχισης ή υποκατάστασης) καθώς και συνεπακόλουθα στις πράξεις που ακολούθησαν αυτής (άρθρο 973 § 1 ΚΠολΔ)
είτε δευτερογενείς ακυρότητες της δήλωσης συνέχισης ή υποκατάστασης που προκύπτουν από δικονομικά ανίσχυρες προγενέστερες πράξεις εκτέλεσης στις οποίες στηρίζεται η επίδικη πράξη εκτέλεσης (πχ. την κατάσχεση).
Η δεύτερη όμως ως άνω περίπτωση (δευτερογενούς ακυρότητας) τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η (μετέπειτα προσβαλλόμενη) δήλωση συνέχισης, οι εν λόγω (προγενέστερες ανίσχυρες) πράξεις είτε έχουν ακυρωθεί με δικαστική απόφαση είτε έστω έχουν παύσει να υφίστανται και να παράγουν έννομες συνέπειες με κάθε άλλο νόμιμο τρόπο (π.χ. απόφαση για ανατροπή κατάσχεσης, δήλωση παραίτησης από κατάσχεση κλπ).
Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τον λόγο που προτείνεται με την ανακοπή του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ και το ποια πράξη εκτέλεσης αφορά αυτός (ο λόγος), το αίτημα της ανακοπής του άρθρου 973 § 6 ΚΠολΔ (όπως ανάλογα ισχύει και για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ) είναι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης εκτέλεσης, η οποία στην συγκεκριμένη ανακοπή μπορεί και πρέπει να είναι μόνο η επίδικη δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης και όχι άλλες προγενέστερες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας (έτσι ΜΠρΠατρ 16/2025, ΜΠρΡοδ 224/2022).
Απαράδεκτο Ανακοπής Του Άρθρου933 ΚΠολΔ
Εάν κατά της δήλωσης συνέχισης και υποκατάστασης πλειστηριασμού ασκηθεί ανακοπή κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ, αυτή θα απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Τούτο διότι η δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού του άρθρου 973 § 1 ΚΠολΔ προσβάλλεται με την ειδική ανακοπή της παραγράφου 6 του ιδίου άρθρου η οποία:
ασκείται εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημέρα της ανάρτησης της γνωστοποίησης της δήλωσης και της ημέρας του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και όχι με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία προβάλλονται αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης εντός των χρονικών σταδίων του άρθρου 934 § 1 ΚΠολΔ και
εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 937 § 3 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σχετικά με την ανακοπή κατά δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού κατ’ άρθρο 973 ΚΠολΔ.
Πώς Διεκδικεί Μια Επιχείρηση Την Αποθετική Της Ζημία
Εν συντομία:
Η αποθετική ζημία, δηλαδή το διαφυγόν κέρδος, αποκαθίσταται μόνο όταν το κέρδος θα επερχόταν με βάσιμη πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όχι όταν είναι απλώς ενδεχόμενο ή στηρίζεται σε αστάθμητους παράγοντες.
Ο συχνότερος λόγος απόρριψης μιας αξίωσης δεν είναι η ουσία της αλλά η αοριστία της αγωγής. Το δικόγραφο εκθέτει, ανά κονδύλι, τα συγκεκριμένα περιστατικά που καθιστούν πιθανό το κέρδος.
Το ύψος υπολογίζεται με συντελεστή κέρδους επί του κύκλου εργασιών ή του κόστους, τεκμηριωμένο από λογιστικά βιβλία, φορολογικές δηλώσεις και πραγματογνωμοσύνη.
Η απόδειξη ενισχύεται με επίδειξη εγγράφων του αντιδίκου και ηλεκτρονικά έγγραφα των συναλλαγών που ματαιώθηκαν.
Πριν προκύψει η διαφορά, μια ποινική ρήτρα προκαθορίζει την αποζημίωση χωρίς απόδειξη ζημίας, με τον κίνδυνο δικαστικής μείωσής της.
Πότε δικαιούται αποζημίωση μια επιχείρηση για διαφυγόντα κέρδη;
Μια επιχείρηση δικαιούται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη όταν αποδεικνύει ότι, χωρίς το ζημιογόνο γεγονός, η περιουσία της θα είχε αυξηθεί με βάσιμη πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή σύμφωνα με τις ειδικές περιστάσεις και, ιδίως, τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει. Το απλώς ενδεχόμενο, τυχαίο ή αβέβαιο κέρδος δεν αποκαθίσταται.
Ο νόμος διακρίνει δύο μορφές ζημίας.
Η θετική ζημία είναι η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας, με μείωση του ενεργητικού ή αύξηση του παθητικού.
Η αποθετική ζημία, δηλαδή το διαφυγόν κέρδος, είναι η ματαιωθείσα αύξηση της περιουσίας που θα είχε επέλθει αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός.
Και οι δύο καλύπτονται από την αποζημίωση, η οποία καταβάλλεται σε χρήμα κατά τα άρθρα 297 και 298 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ).
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η βάσιμη πιθανότητα. Το κέρδος πρέπει να μπορούσε να προβλεφθεί από έναν μέσο λογικό συναλλασσόμενο, με βάση αντικειμενικά κριτήρια και κατά τον χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος, όχι εκ των υστέρων. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων, όπως συμβάσεις, παραγγελίες ή επενδύσεις ήδη σε εξέλιξη, καθιστά ασφαλέστερη αυτή την πιθανότητα.
Ο απαιτούμενος βαθμός πιθανότητας διαφοροποιείται κατά περίπτωση, ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης. Δεν φθάνει όμως μέχρι τον «φαντασιώδη υπολογισμό».
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι δεν αποκαθίσταται απώλεια κερδών από εκμετάλλευση που εξαρτάται από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες, ούτε αξίωση για διαφυγόν κέρδος από περιουσιακό στοιχείο ή επιχείρηση που δεν ανήκει στον ενάγοντα (ΑΠ 1258/2023).
Η ρύθμιση εφαρμόζεται τόσο στην ενδοσυμβατική ευθύνη, δηλαδή στην παράβαση σύμβασης, όσο και στην αδικοπρακτική, καθώς το άρθρο 298 ΑΚ τίθεται στις γενικές διατάξεις των ενοχών χωρίς διάκριση.
Έτσι η ίδια βάση καλύπτει, για παράδειγμα, τον προμηθευτή που δεν παρέλαβε τα εμπορεύματά του, τον εκμισθωτή που έχασε μισθώματα και τον επιχειρηματία που ζημιώθηκε από αδικοπραξία τρίτου.
Ποια πραγματικά περιστατικά πρέπει να εκτεθούν στην αγωγή;
Ο συχνότερος λόγος για τον οποίο απορρίπτεται μια αξίωση διαφυγόντος κέρδους δεν είναι η ουσία αλλά η αοριστία της αγωγής. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), το δικόγραφο πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αξίωση. Δεν αρκεί η επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ ούτε η αναφορά ενός συνολικού ποσού.
Απαιτείται εξειδικευμένη μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς κάθε επιμέρους κονδύλι, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης. Με θεμέλιο την ΟλΑΠ 22/1995, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει σταθερά την αρχή αυτή και ελέγχει αυτεπαγγέλτως το ορισμένο κάθε κονδυλίου (ΑΠ 594/2025).
Τα στοιχεία που πρέπει να εκτεθούν μεταβάλλονται ανάλογα με τη μορφή της ζημίας.
Περίπτωση
Στοιχεία που εκτίθενται ανά κονδύλι
Διακοπή ή μείωση επιχειρηματικής δραστηριότητας
Είδος δραστηριότητας, έσοδα και κύκλος εργασιών προηγούμενης περιόδου, συντελεστής κέρδους, διάρκεια της διακοπής
Ματαιωμένη σύμβαση προμήθειας ή διανομής
Ποσότητες και τιμές εμπορευμάτων, ποσοστό κέρδους επί του κόστους ή του κύκλου εργασιών, εξασφαλισμένη πελατεία
Απώλεια μισθωμάτων
Μηνιαίο μίσθωμα, υπόλοιπη συμβατική διάρκεια της μίσθωσης
Προσβολή από αθέμιτο ανταγωνισμό
Μείωση πωλήσεων, πελατεία που αποσπάστηκε, συντελεστής κέρδους της επιχείρησης
Η διαφορά αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη νομολογία. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε ως αόριστη αξίωση εισαγωγικής εταιρείας για διαφυγόντα κέρδη από ακυρωθείσες παραγγελίες, επειδή το δικόγραφο δεν ανέφερε τον αριθμό, τον τύπο και την αξία κάθε μηχανήματος που περιλαμβανόταν στις παραγγελίες (ΑΠ 594/2025).
Αντίθετα, έκρινε ορισμένο το κονδύλιο εταιρείας που, εκτός από τον λόγο της ζημίας, εξιστορούσε αναλυτικά τα διαφυγόντα κέρδη και τα «πριμ» που έχασε λόγω μη επίτευξης ποσοτικών στόχων από αντισυμβατική συμπεριφορά της αντισυμβαλλομένης (ΑΠ 1596/2017).
Η εμπειρία από υποθέσεις αποζημίωσης δείχνει ότι οι αξιώσεις διαφυγόντων κερδών απορρίπτονται συχνότερα λόγω αοριστίας παρά λόγω ουσίας. Η διατύπωση κάθε κονδυλίου απαιτεί ad hoc προσαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης, γιατί η ίδια παράλειψη που καθιστά αόριστη μια αγωγή μπορεί να είναι αδιάφορη σε μια άλλη, ανάλογα με τη φύση της δραστηριότητας.
Πώς υπολογίζεται το ύψος των διαφυγόντων κερδών;
Το ύψος των διαφυγόντων κερδών προκύπτει από τη σύγκριση της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης της επιχείρησης με εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός.
Στην πράξη, ο υπολογισμός στηρίζεται σε έναν συντελεστή κέρδους, δηλαδή σε ποσοστό επί του κύκλου εργασιών ή επί του κόστους των εμπορευμάτων, που εφαρμόζεται στην περίοδο της ζημίας.
Η νομολογία δέχεται τέτοιες μεθόδους όταν στηρίζονται σε συγκεκριμένα οικονομικά δεδομένα. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ορισμένη αγωγή που υπολόγιζε τα διαφυγόντα κέρδη με ποσοστό 43% επί του κόστους αγοράς των εμπορευμάτων, με επικουρικό υπολογισμό 21% επί του συνολικού κύκλου εργασιών, αφαιρώντας μάλιστα ποσοστό για την επίδραση της οικονομικής κρίσης στην κερδοφορία (ΑΠ 504/2023).
Η προσαρμογή αυτή δείχνει ότι ο συντελεστής δεν εφαρμόζεται αυτόματα αλλά λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες της αγοράς.
Υπάρχει όμως όριο στην απαιτούμενη εξειδίκευση. Δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύονται μεμονωμένες συναλλαγές, πρόσωπα και παραστατικά, ούτε να αναγράφεται στην αγωγή ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα.
Τα στοιχεία αυτά ανάγονται στον καθορισμό του ύψους της ζημίας, ο οποίος γίνεται βάσει των αποδείξεων, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 419/2018).
Η τεκμηρίωση αντλείται από τα λογιστικά βιβλία, τις φορολογικές δηλώσεις και τους ισολογισμούς της προηγούμενης περιόδου. Σε σύνθετες υποθέσεις, η πραγματογνωμοσύνη προσδιορίζει την υποθετική κερδοφορία με οικονομικές μεθόδους, όπως η παρούσα αξία των μελλοντικών ταμειακών ροών.
Η επιλογή της μεθόδου υπολογισμού και των παραδοχών της είναι στρατηγική απόφαση, καθώς κάθε μέθοδος οδηγεί σε διαφορετικό ποσό και αντέχει διαφορετικά στην αμφισβήτηση του αντιδίκου.
Πώς αποδεικνύεται το διαφυγόν κέρδος στο δικαστήριο;
Το βάρος απόδειξης του διαφυγόντος κέρδους φέρει η επιχείρηση που το διεκδικεί. Επειδή το κέρδος είναι εξ ορισμού υποθετικό, ο νόμος αρκείται σε βάσιμη πιθανότητα και όχι σε βεβαιότητα. Η πιθανότητα αυτή πρέπει όμως να στηρίζεται σε αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία και όχι σε γενικούς ισχυρισμούς.
Τα βασικά αποδεικτικά μέσα είναι τα λογιστικά βιβλία, οι φορολογικές δηλώσεις και οι συμβάσεις ή παραγγελίες που στοιχειοθετούν τα προπαρασκευαστικά μέτρα. Όταν κρίσιμα έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή του αντιδίκου ή τρίτου, η επιχείρηση μπορεί να ζητήσει την επίδειξη εγγράφων, ώστε να αποδείξει, για παράδειγμα, τον όγκο των συναλλαγών ή την πορεία των πωλήσεων.
Η αλληλογραφία που τεκμηριώνει τη ματαιωθείσα συναλλαγή έχει επίσης αποδεικτική αξία. Τα ηλεκτρονικά έγγραφα, όπως μηνύματα email και SMS, εξομοιώνονται με ιδιωτικά έγγραφα και μπορούν να αποδείξουν ότι μια παραγγελία ή συμφωνία βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο πριν διακοπεί.
Η δυσκολία της απόδειξης εντείνεται με την πάροδο του χρόνου, καθώς η υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων τεκμηριώνεται δυσκολότερα όσο απομακρύνεται ο χρόνος του ζημιογόνου γεγονότος.
Η αξίωση διαφυγόντος κέρδους ανακύπτει σε τυπικές μορφές εμπορικών διαφορών, καθεμία με διαφορετική νομική βάση αλλά κοινό πυρήνα την απόδειξη πιθανότητας. Η αναγνώρισή τους εκ των προτέρων επιτρέπει στην επιχείρηση να συλλέξει έγκαιρα το κατάλληλο αποδεικτικό υλικό.
Στην παράβαση σύμβασης προμήθειας, διανομής ή δικαιόχρησης, η επιχείρηση διεκδικεί το κέρδος που θα αποκόμιζε έως τη συμβατική λήξη, εφόσον η λύση οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 504/2023).
Στον αθέμιτο ανταγωνισμό, η απώλεια πελατείας και εσόδων θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός με απόσπαση πελατείας ή εκμετάλλευση ξένης φήμης οδηγεί σε διεκδίκηση των διαφυγόντων κερδών, παράλληλα με αίτημα παύσης της πράξης.
Στην αδικοπραξία, ακόμη και μια πράξη που πλήττει τη ρευστότητα μπορεί να προκαλέσει διαφυγόν κέρδος. Η αγωγή αποζημίωσης από ακάλυπτη επιταγή είναι χαρακτηριστική, όταν η μη πληρωμή ανατρέπει τον προγραμματισμό της επιχείρησης.
Τέλος, η στέρηση της χρήσης ή η καταστροφή ενός παραγωγικού περιουσιακού στοιχείου γεννά αξίωση για το κέρδος που θα απέφερε η εκμετάλλευσή του έως την αποκατάσταση.
Ποινική ρήτρα ή δικαστική διεκδίκηση: τι επιλέγει η επιχείρηση;
Η επιχείρηση που θέλει να προστατευθεί από μελλοντική απώλεια κερδών έχει δύο επιλογές, με διαφορετικό κόστος και κίνδυνο η κάθε μία. Η πρώτη είναι η πρόβλεψη ποινικής ρήτρας στη σύμβαση και η δεύτερη η δικαστική διεκδίκηση του πραγματικού διαφυγόντος κέρδους, μετά τη ζημία.
Η ποινική ρήτρα προκαθορίζει το ποσό της αποζημίωσης χωρίς να απαιτείται απόδειξη της πραγματικής ζημίας, καθώς η ποινή καταπίπτει ακόμη και αν ο δανειστής δεν υπέστη ζημία. Το πλεονέκτημα αυτό έχει όμως ένα όριο. Αν το συμφωνημένο ποσό είναι δυσανάλογα μεγάλο, το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτημα του οφειλέτη, να το μειώσει στο προσήκον μέτρο κατά το άρθρο 409 ΑΚ.
Κριτήριο
Ποινική ρήτρα
Δικαστική διεκδίκηση διαφυγόντος κέρδους
Απόδειξη ζημίας
Δεν απαιτείται
Απαιτείται πλήρης τεκμηρίωση ανά κονδύλι
Κύριος κίνδυνος
Δικαστική μείωση αν κριθεί δυσανάλογη (409 ΑΚ)
Απόρριψη ως αόριστης ή αναπόδεικτης
Προβλεψιμότητα ποσού
Υψηλή, προκαθορισμένο ποσό
Χαμηλή, εξαρτάται από την εκτίμηση του δικαστηρίου
Χρόνος καθορισμού
Εκ των προτέρων, στη σύναψη
Εκ των υστέρων, στη δίκη
Η εμπειρία από εμπορικές διαφορές δείχνει ότι μια προσεκτικά διατυπωμένη ποινική ρήτρα μειώνει δραστικά την αβεβαιότητα, αρκεί το ύψος της να συνδέεται λογικά με την πιθανή ζημία ώστε να αντέχει σε αίτημα μείωσης.
Η επιλογή ανάμεσα στις δύο εναλλακτικές εξαρτάται από τη διαπραγματευτική ισχύ των μερών, την προβλεψιμότητα της κερδοφορίας και τη διαθεσιμότητα αποδεικτικού υλικού. Κάθε επιλογή δίνει διαφορετική σωστή απάντηση.
Συχνές Ερωτήσεις
Χρειάζεται να αποδειχθεί το ακριβές ποσό ή αρκεί η πιθανολόγηση;
Για το ορισμένο της αγωγής αρκεί η έκθεση των περιστατικών που καθιστούν πιθανό το κέρδος, όχι η απόδειξη του ακριβούς ποσού από την αρχή. Ο ακριβής καθορισμός του ύψους γίνεται βάσει των αποδείξεων και μπορεί να διενεργηθεί ακόμη και από το εφετείο. Δεν απαιτείται να αναφέρεται ή να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα δαπάνη στο δικόγραφο (ΑΠ 419/2018).
Δικαιούται η επιχείρηση τόκους στα διαφυγόντα κέρδη;
Ναι. Ο τόκος αποτελεί ποσό διαφυγόντος κέρδους που οφείλεται κατ’ αποκοπή εκ του νόμου επί καθυστέρησης χρηματικής οφειλής. Ο ζημιωθείς δικαιούται τόκους επί των διαφυγόντων κερδών από την επίδοση της αγωγής για το προγενέστερο διάστημα και από την ημέρα που ανακύπτουν για το επόμενο (ΑΠ 909/2009).
Μπορεί εταιρεία να ζητήσει και ηθική βλάβη μαζί με τα διαφυγόντα κέρδη;
Ναι. Το νομικό πρόσωπο δικαιούται χρηματική ικανοποίηση όταν προσβάλλεται η εμπορική του πίστη, η επαγγελματική του υπόληψη ή η φήμη του. Τα κριτήρια προσδιορισμού είναι το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης στη φήμη, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου και η οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 594/2025).
Σε πόσο χρόνο παραγράφεται η αξίωση;
Επί αδικοπραξίας, η αξίωση αποζημίωσης παραγράφεται σε πέντε έτη από τότε που ο ζημιωθείς έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο. Σε κάθε περίπτωση παραγράφεται σε είκοσι έτη από την πράξη (άρθρο 937 ΑΚ). Όταν η αξίωση πηγάζει από σύμβαση, ισχύει η γενική εικοσαετής παραγραφή ή οι ειδικότερες προθεσμίες που προβλέπονται κατά περίπτωση.
Τι γίνεται αν το κέρδος ήταν απλώς ενδεχόμενο;
Δεν αποκαθίσταται. Ο νόμος απαιτεί βάσιμη πιθανότητα και όχι απλή δυνατότητα. Το τυχαίο, απροσδόκητο ή αβέβαιο κέρδος, καθώς και εκείνο που εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, απορρίπτεται (ΑΠ 1258/2023).
Πρακτικές Επισημάνσεις
Τεκμηρίωση εκ των προτέρων: διατήρηση λογιστικών βιβλίων, συμβάσεων, παραγγελιών και αλληλογραφίας που στοιχειοθετούν τα προπαρασκευαστικά μέτρα, πριν ανακύψει η διαφορά.
Ανάλυση ανά κονδύλι: κάθε κονδύλι διαφυγόντος κέρδους εκτίθεται χωριστά, με τον συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού του και όχι ως ενιαίο συνολικό ποσό.
Εξασφάλιση της αξίωσης: όταν υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης του οφειλέτη από την περιουσία του, η συντηρητική κατάσχεση ως ασφαλιστικό μέτρο δεσμεύει περιουσιακά στοιχεία μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης.
Χρόνος αντίδρασης: η καθυστέρηση στη συλλογή αποδεικτικού υλικού μειώνει την πιθανότητα επιτυχίας, καθώς η υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων τεκμηριώνεται δυσκολότερα με την πάροδο του χρόνου.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το διαφυγόν κέρδος και την αποθετική ζημία επιχείρησης.
Πότε εμποδίζεται η αντιγραφή ή το scraping της βάσης δεδομένων;
Σε συντομία:
Μια βάση δεδομένων προστατεύεται με δύο διακριτά νομικά πλαίσια: δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας (αν η δομή είναι πρωτότυπη) και δικαίωμα ειδικής φύσης (sui generis), που προστατεύει την επένδυση ακόμη και χωρίς πρωτοτυπία.
Ο κατασκευαστής εμποδίζει την εξαγωγή ή επαναχρησιμοποίηση ουσιώδους μέρους, αλλά μετά την απόφαση CV-Online (2021) μόνο όταν η πράξη θέτει σε κίνδυνο την απόσβεση της επένδυσης.
Το web scraping και η χρήση δεδομένων για εκπαίδευση τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπονται κατ’ αρχήν από νομίμως προσβάσιμο υλικό, εκτός αν ο δικαιούχος έχει ασκήσει ρητή επιφύλαξη δικαιωμάτων με κατάλληλο, μηχαναγνώσιμο τρόπο.
Κατασκευαστής είναι όποιος φέρει το επιχειρηματικό ρίσκο της επένδυσης, όχι ο προγραμματιστής που εκτελεί την κατασκευή με σύμβαση έργου.
Σε παραβίαση προβλέπονται αστικές αξιώσεις (άρση, παράλειψη, αποζημίωση) και ποινικές κυρώσεις.
Πότε προστατεύεται η βάση δεδομένων και με ποιο νομικό πλαίσιο;
Μια βάση δεδομένων προστατεύεται με δύο διακριτά νομικά πλαίσια:
Με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται όταν η επιλογή ή η διευθέτηση του περιεχομένου της είναι πρωτότυπη, οπότε αντικείμενο προστασίας είναι η δομή της.
Με δικαίωμα ειδικής φύσης (sui generis) προστατεύεται όταν η απόκτηση, ο έλεγχος ή η παρουσίαση του περιεχομένου καταδεικνύει ουσιώδη επένδυση, οπότε αντικείμενο προστασίας είναι η επένδυση.
Το δεύτερο πλαίσιο καλύπτει και μη πρωτότυπες βάσεις.
Ως βάση δεδομένων (database) νοείται, κατά το άρθρο 2 του Ν. 2121/1993, η συλλογή έργων, δεδομένων ή άλλων ανεξάρτητων στοιχείων, διευθετημένων κατά συστηματικό ή μεθοδικό τρόπο και ατομικώς προσιτών.
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διευκρίνισε στην υπόθεση C-444/02 (Fixtures Marketing) ότι κρίσιμο στοιχείο είναι η δυνατότητα μεμονωμένης ανεύρεσης κάθε στοιχείου χωρίς να επηρεάζεται η αξία των υπολοίπων. Η έννοια καλύπτει τόσο τις ηλεκτρονικές όσο και τις παραδοσιακές βάσεις, ανεξάρτητα από το είδος του υλικού (κείμενα, αριθμοί, εικόνες, πραγματικά στοιχεία κλπ).
Το πρώτο νομικό πλαίσιο προϋποθέτει πρωτοτυπία. Η βάση προστατεύεται ως πνευματικό δημιούργημα μόνο όταν η επιλογή ή η οργάνωση του υλικού της εκφράζει τη δημιουργική ικανότητα του δημιουργού με τρόπο που αποτυπώνει το «προσωπικό του άγγιγμα».
Το κριτήριο της πρωτοτυπίας στην ελληνική νομολογία ταυτίζεται με τη στατιστική μοναδικότητα, δηλαδή την κρίση ότι κανένας άλλος δημιουργός υπό παρόμοιες συνθήκες δεν θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1051/2015). Μια διευθέτηση με αυτονόητα κριτήρια, όπως η αλφαβητική σειρά ή η πλήρης απαρίθμηση όλων των κατοίκων ενός δήμου, δεν πληροί το κριτήριο. Η προστασία αυτή αφορά τη διάρθρωση της βάσης, όχι το περιεχόμενό της.
Το δεύτερο νομικό πλαίσιο δεν προϋποθέτει πρωτοτυπία. Το δικαίωμα ειδικής φύσης του άρθρου 45Α Ν. 2121/1993 χορηγείται στον κατασκευαστή όταν η δημιουργία της βάσης απαίτησε ουσιώδη, ποιοτική ή ποσοτική, επένδυση.
Το ΔΕΕ, στην υπόθεση C-203/02 (British Horseracing Board), διέκρινε την επένδυση που γίνεται για τη συλλογή, τον έλεγχο και την παρουσίαση υφιστάμενων δεδομένων, η οποία προστατεύεται, από την επένδυση που γίνεται για την παραγωγή των ίδιων των δεδομένων, η οποία δεν προστατεύεται.
Η διάκριση αυτή είναι το πιο συχνό σημείο όπου μια αξίωση sui generis αναιρείται στην πράξη, καθώς επιχειρήσεις που παράγουν οι ίδιες τα δεδομένα τους συχνά δεν μπορούν να επικαλεστούν το δικαίωμα για το ίδιο το στάδιο της παραγωγής.
Στοιχείο
Δικαίωμα δημιουργού (πνευματική ιδιοκτησία)
Δικαίωμα κατασκευαστή (sui generis)
Προϋπόθεση
Πρωτοτυπία στην επιλογή ή διευθέτηση
Ουσιώδης ποιοτική ή ποσοτική επένδυση
Αντικείμενο προστασίας
Η δομή της βάσης
Η επένδυση συλλογής, ελέγχου, παρουσίασης
Δικαιούχος
Φυσικό πρόσωπο (δημιουργός)
Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που φέρει το ρίσκο
Διάρκεια
Όση και τα λοιπά έργα (ζωή δημιουργού και 70 έτη)
15 έτη από την περάτωση ή την πρώτη διάθεση
Πότε μπορεί ο κατασκευαστής να εμποδίσει την εξαγωγή ή την επαναχρησιμοποίηση;
Ο κατασκευαστής μπορεί να απαγορεύσει την εξαγωγή ή την επαναχρησιμοποίηση του συνόλου ή ουσιώδους μέρους του περιεχομένου, αξιολογούμενου ποιοτικά ή ποσοτικά. Μετά την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-762/19 (CV-Online Latvia, 3 Ιουνίου 2021) το δικαίωμα δεν ενεργοποιείται αυτόματα: απαιτείται η πράξη να θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητα του κατασκευαστή να αποσβέσει την επένδυσή του.
Ως εξαγωγή θεωρείται η μόνιμη ή προσωρινή μεταφορά του συνόλου ή ουσιώδους μέρους σε άλλο υλικό φορέα, ενώ επαναχρησιμοποίηση είναι η διάθεση στο κοινό με διανομή, εκμίσθωση ή μετάδοση. Η εξαγωγή και η επαναχρησιμοποίηση επουσιώδους μέρους επιτρέπονται ελεύθερα.
Δεν επιτρέπονται όμως όταν γίνονται κατ’ επανάληψη και συστηματικά, με τρόπο που συγκρούεται με την κανονική εκμετάλλευση της βάσης ή θίγει αδικαιολόγητα τα συμφέροντα του κατασκευαστή. Το όριο μεταξύ ουσιώδους και επουσιώδους δεν είναι μόνο ποσοτικό, καθώς ένα μικρό αλλά κρίσιμο τμήμα μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδες με ποιοτικά κριτήρια.
Η απόφαση CV-Online μετέβαλε τον τρόπο εφαρμογής. Η υπόθεση αφορούσε μηχανή αναζήτησης αγγελιών εργασίας που ευρετηρίαζε το περιεχόμενο βάσης τρίτου. Το ΔΕΕ έκρινε ότι τέτοιες πράξεις απαγορεύονται μόνο εφόσον στερούν από τον κατασκευαστή έσοδα που του επιτρέπουν να αποσβέσει το κόστος της επένδυσης.
Με τη λογική αυτή, ο εθνικός δικαστής καλείται πλέον να εξετάσει πρώτα αν υφίσταται ουσιώδης επένδυση και, έπειτα, αν η συγκεκριμένη εξαγωγή ή επαναχρησιμοποίηση απειλεί την απόσβεσή της. Η αξιολόγηση αυτή είναι κατ’ εξοχήν περιπτωσιολογική και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, καθώς η ίδια πράξη μπορεί να είναι επιτρεπτή για μια βάση και απαγορευμένη για μια άλλη.
Είναι νόμιμο το scraping ή η χρήση της βάσης για εκπαίδευση τεχνητής νοημοσύνης και πώς εμποδίζεται;
Η αυτοματοποιημένη εξαγωγή δεδομένων (web scraping) με σκοπό την εξόρυξη κειμένων και δεδομένων (TDM – text and data mining) επιτρέπεται κατ’ αρχήν από νομίμως προσβάσιμο υλικό. Ο Ν. 4996/2022, που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2019/790, εισήγαγε δύο εξαιρέσεις στον Ν. 2121/1993. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να αποκλείσει τη μία από αυτές μόνο με ρητή επιφύλαξη δικαιωμάτων.
Η πρώτη εξαίρεση, του άρθρου 21Α, αφορά την εξόρυξη για σκοπούς επιστημονικής έρευνας από ερευνητικούς οργανισμούς και ιδρύματα πολιτιστικής κληρονομιάς. Η εξαίρεση αυτή είναι υποχρεωτική και δεν παρακάμπτεται με αντίθετη συμβατική ρήτρα, ενώ όροι χρήσης που την αποκλείουν είναι άκυροι.
Η δεύτερη εξαίρεση, του άρθρου 21Β, είναι γενική και καλύπτει την εξόρυξη από οποιονδήποτε, ακόμη και για εμπορικό σκοπό, εφόσον υπάρχει νόμιμη πρόσβαση στο υλικό. Σε αντίθεση με την πρώτη, ο δικαιούχος μπορεί να την αποκλείσει ασκώντας επιφύλαξη δικαιωμάτων (opt-out) με κατάλληλο τρόπο.
Για περιεχόμενο που διατίθεται στο διαδίκτυο, ο κατάλληλος τρόπος είναι μηχαναγνώσιμα μέσα, όπως μεταδεδομένα ή ρητοί όροι χρήσης που μπορεί να αναγνώσει αυτόματα ένα λογισμικό συλλογής.
Η σύνδεση με τις βάσεις δεδομένων είναι άμεση. Ο τίτλος του άρθρου 21Β αναφέρει ρητά την εξαγωγή, που είναι η εξουσία του κατασκευαστή κατά το άρθρο 45Α, οπότε η εξαίρεση και η δυνατότητα επιφύλαξης καταλαμβάνουν και το δικαίωμα ειδικής φύσης.
Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ο κάτοχος μιας βάσης που θέλει να εμποδίσει τη χρήση των δεδομένων του για εκπαίδευση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης οφείλει να δηλώσει ενεργά την αντίθεσή του με μηχαναγνώσιμο τρόπο.
Χωρίς τέτοια δήλωση, η εξόρυξη από νομίμως προσβάσιμο περιεχόμενο παραμένει κατ’ αρχήν νόμιμη. Αντίστροφα, μια επιχείρηση που συλλέγει δεδομένα οφείλει να ελέγχει τόσο τη νομιμότητα της πρόσβασης όσο και την ύπαρξη επιφύλαξης πριν αξιοποιήσει το υλικό.
Η εμπειρία από υποθέσεις προστασίας ψηφιακών καταλόγων και συνόλων δεδομένων (datasets) δείχνει ότι η ισχύς της επιφύλαξης κρίνεται από την ακρίβεια της διατύπωσης και του τεχνικού της φορέα. Μια γενικόλογη δήλωση σε όρους χρήσης που δεν είναι αναγνώσιμη από λογισμικό, ή που δεν προσδιορίζει με σαφήνεια το υλικό που καλύπτει, κινδυνεύει να κριθεί ανεπαρκής. Η σωστή υλοποίηση συνδυάζει νομική διατύπωση και τεχνική σήμανση, στοιχεία που πρέπει να σχεδιαστούν μαζί.
Ποιος έχει τα δικαιώματα όταν η κατασκευή ανατίθεται σε προγραμματιστή;
Κατασκευαστής βάσης δεδομένων, επομένως και δικαιούχος του δικαιώματος ειδικής φύσης, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λαμβάνει την πρωτοβουλία και επωμίζεται τον κίνδυνο των επενδύσεων.
Δεν θεωρείται κατασκευαστής ο προγραμματιστής ή ο εργολάβος που ανέλαβε την κατασκευή με σύμβαση έργου για λογαριασμό του επιχειρηματία. Η ιδιότητα κρίνεται από το ποιος φέρει το οικονομικό ρίσκο, όχι από το ποιος εκτελεί τεχνικά την εργασία.
Η διάκριση έχει πρακτικές συνέπειες όταν η ανάπτυξη ανατίθεται σε εξωτερικό συνεργάτη. Το δικαίωμα ειδικής φύσης γεννιέται κατ’ αρχήν στο πρόσωπο που χρηματοδότησε και ανέλαβε τον κίνδυνο της επένδυσης, δηλαδή στην επιχείρηση που παρήγγειλε τη βάση.
Παράλληλα όμως, αν η δομή της βάσης είναι πρωτότυπη, το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επί της δομής γεννιέται πρωτογενώς στο φυσικό πρόσωπο που τη δημιούργησε, καθώς κατά το ελληνικό δίκαιο μόνο φυσικά πρόσωπα είναι αρχικοί δημιουργοί. Τα δύο δικαιώματα μπορεί έτσι να ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα.
Στην πράξη, οι συμβάσεις ανάθεσης κατασκευής που δεν ρυθμίζουν ρητά την ιδιότητα του κατασκευαστή και τη μεταβίβαση του περιουσιακού σκέλους της πνευματικής ιδιοκτησίας αφήνουν την επιχείρηση εκτεθειμένη.
Χωρίς ρητή πρόβλεψη, η εταιρεία μπορεί να βρεθεί κάτοχος του δικαιώματος ειδικής φύσης αλλά χωρίς εξασφαλισμένο το δικαίωμα επί της πρωτότυπης δομής, με αποτέλεσμα να μην ελέγχει πλήρως την εκμετάλλευση.
Για τον λόγο αυτό η σύμβαση οφείλει να προβλέπει ρητά τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος, την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του δικαιώματος ειδικής φύσης και την οριοθέτηση των δικαιωμάτων του προγραμματιστή.
Τι μέσα προστασίας υπάρχουν σε περίπτωση παραβίασης;
Σε περίπτωση προσβολής, ο δικαιούχος διαθέτει αστικές αξιώσεις και ποινική προστασία. Οι αστικές αξιώσεις περιλαμβάνουν την άρση της προσβολής, την παράλειψή της στο μέλλον και την αποζημίωση. Οι ποινικές κυρώσεις του Ν. 2121/1993 προβλέπουν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή για όποιον, χωρίς δικαίωμα, αναπαράγει τη βάση ή εξάγει και επαναχρησιμοποιεί ουσιώδες μέρος της χωρίς την άδεια του κατασκευαστή.
Η ίδια προστασία ισχύει και για τα δύο νομικά πλαίσια, τόσο για την προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού επί της πρωτότυπης δομής όσο και για την προσβολή του δικαιώματος ειδικής φύσης του κατασκευαστή.
Η επιλογή των μέσων εξαρτάται από το είδος της προσβολής και από το τι μπορεί να αποδειχθεί. Σε αξίωση που στηρίζεται στο δικαίωμα ειδικής φύσης, το κρίσιμο βάρος απόδειξης αφορά την ύπαρξη ουσιώδους επένδυσης στη συλλογή, τον έλεγχο ή την παρουσίαση των δεδομένων, στοιχείο που πρέπει να τεκμηριωθεί με συγκεκριμένα δεδομένα κόστους, χρόνου και πόρων.
Το δικαίωμα ειδικής φύσης συνυπάρχει με άλλους μηχανισμούς που μπορεί να ενεργοποιηθούν παράλληλα. Η μη εξουσιοδοτημένη αξιοποίηση δεδομένων ανταγωνιστή μπορεί να στοιχειοθετεί και αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ η προστασία εμπιστευτικών δεδομένων που δεν διατίθενται στο κοινό μπορεί να στηριχθεί στο επιχειρηματικό απόρρητο.
Όταν η βάση ενσωματώνεται σε εφαρμογή, τίθεται επιπλέον το ζήτημα της προστασίας του λογισμικού, που διέπεται από χωριστές διατάξεις. Η γενική προστασία του δημιουργού αφορά το ευρύτερο πλαίσιο των πνευματικών δικαιωμάτων.
Συχνές ερωτήσεις
Είναι νόμιμο το web scraping βάσης τρίτου;
Εξαρτάται από δύο στοιχεία: αν η πρόσβαση στο υλικό είναι νόμιμη και αν ο δικαιούχος έχει ασκήσει επιφύλαξη δικαιωμάτων. Για γενική εξόρυξη, η εξαγωγή από νομίμως προσβάσιμο περιεχόμενο επιτρέπεται κατ’ αρχήν, εκτός αν υπάρχει ρητή επιφύλαξη με μηχαναγνώσιμο τρόπο. Αν εξάγεται ουσιώδες μέρος προστατευόμενης βάσης κατά τρόπο που θίγει την απόσβεση της επένδυσης του κατασκευαστή, η πράξη μπορεί να είναι παράνομη.
Προστατεύεται η βάση μου αν η δομή της δεν είναι πρωτότυπη;
Ναι, μέσω του δικαιώματος ειδικής φύσης. Ακόμη και χωρίς πρωτοτυπία στην επιλογή ή διευθέτηση, η βάση προστατεύεται εφόσον η απόκτηση, ο έλεγχος ή η παρουσίαση του περιεχομένου της απαίτησε ουσιώδη ποιοτική ή ποσοτική επένδυση. Το νομικό πλαίσιο αυτό σχεδιάστηκε ακριβώς για βάσεις χωρίς δημιουργική πρωτοτυπία, όπως κατάλογοι και λίστες, αλλά με σημαντική οικονομική επένδυση.
Μπορώ να εμποδίσω τη χρήση των δεδομένων μου για εκπαίδευση τεχνητής νοημοσύνης;
Ναι, αλλά απαιτείται ενέργεια. Η γενική εξαίρεση εξόρυξης κειμένων και δεδομένων επιτρέπει τη χρήση νομίμως προσβάσιμου υλικού, εκτός αν ο δικαιούχος έχει ασκήσει επιφύλαξη δικαιωμάτων με κατάλληλο, για το διαδίκτυο μηχαναγνώσιμο τρόπο. Χωρίς τέτοια δήλωση η εξόρυξη παραμένει κατ’ αρχήν νόμιμη. Η εξαίρεση για επιστημονική έρευνα δεν αποκλείεται με κανέναν τρόπο.
Προστατεύεται μια απλή λίστα ή κατάλογος πελατών;
Μπορεί να προστατεύεται με το δικαίωμα ειδικής φύσης, εφόσον η συγκρότησή της απαίτησε ουσιώδη επένδυση στη συλλογή και τον έλεγχο των στοιχείων. Κρίσιμη είναι η διάκριση δύο ειδών επένδυσης. Η επένδυση για τη συγκέντρωση υφιστάμενων στοιχείων προστατεύεται, ενώ η επένδυση για την παραγωγή των ίδιων των στοιχείων δεν προστατεύεται. Παράλληλα, μια λίστα που τηρείται εμπιστευτικά μπορεί να προστατεύεται και ως επιχειρηματικό απόρρητο.
Πόσο διαρκεί η προστασία του κατασκευαστή βάσης δεδομένων;
Το δικαίωμα ειδικής φύσης διαρκεί 15 έτη από την περάτωση της κατασκευής ή από την πρώτη διάθεση της βάσης στο κοινό. Αν η βάση τροποποιηθεί ουσιωδώς, με νέα ουσιώδη επένδυση, το δικαίωμα ανανεώνεται για άλλα 15 έτη. Το διάστημα αυτό είναι διαφορετικό από τη διάρκεια της πνευματικής ιδιοκτησίας επί της πρωτότυπης δομής, η οποία ακολουθεί τη γενική διάρκεια προστασίας των έργων.
Πρακτικές επισημάνσεις
Έλεγχος νομικού πλαισίου: πριν διεκδικηθεί προστασία, εξετάζεται χωριστά αν η βάση πληροί το κριτήριο πρωτοτυπίας της δομής και αν τεκμηριώνεται ουσιώδης επένδυση, καθώς τα δύο νομικά πλαίσια έχουν διαφορετικές προϋποθέσεις και διάρκεια.
Τεκμηρίωση της επένδυσης: το δικαίωμα ειδικής φύσης στηρίζεται στην απόδειξη ουσιώδους επένδυσης συλλογής, ελέγχου ή παρουσίασης. Η τήρηση στοιχείων κόστους, χρόνου και πόρων ενισχύει τη θέση σε ενδεχόμενη διαφορά.
Επιφύλαξη για εξόρυξη και τεχνητή νοημοσύνη: για τον αποκλεισμό της γενικής εξόρυξης δεδομένων απαιτείται ρητή επιφύλαξη με μηχαναγνώσιμο τρόπο. Η δήλωση πρέπει να είναι σαφής ως προς το υλικό που καλύπτει και τεχνικά αναγνώσιμη από λογισμικό συλλογής.
Ρυθμίσεις στη σύμβαση ανάθεσης: η σύμβαση με προγραμματιστή ή εξωτερικό συνεργάτη οφείλει να προβλέπει ρητά τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος και την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του δικαιώματος ειδικής φύσης, ώστε να μην διασπώνται τα δικαιώματα.
Κριτήριο CV-Online: κατά την αξιολόγηση μιας εξαγωγής ή επαναχρησιμοποίησης, εξετάζεται όχι μόνο το αν θίγεται ουσιώδες μέρος, αλλά και το αν η πράξη απειλεί την απόσβεση της επένδυσης, καθώς η απάντηση διαφοροποιείται κατά περίπτωση.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων στις Βάσεις Δεδομένων.
Πώς Προστατεύεται Η Επιχείρηση Όταν Ο Σύζυγος Διεκδικεί Μετοχές Και Μερίδιο Σε Διαζύγιο
Σε συντομία:
Απόκτημα δεν είναι η ίδια η εταιρεία ούτε τα περιουσιακά της στοιχεία (ακίνητα, εξοπλισμός, ταμείο), αλλά μόνο η ατομική συμμετοχή του συζύγου, δηλαδή οι μετοχές ή το εταιρικό μερίδιο και τα καθαρά κέρδη που εισέπραξε κατά τον γάμο.
Ο δικαιούχος σύζυγος δικαιούται, κατά τεκμήριο, το 1/3 της αύξησης της αξίας της συμμετοχής, με βάση τη σύγκριση αρχικής και τελικής περιουσίας.
Η αξίωση είναι κατ’ αρχήν χρηματική, όμως ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει και αυτούσια μεταβίβαση μετοχών ή μεριδίου, δηλαδή είσοδο στην εταιρεία.
Δεν υπάρχει στο ελληνικό δίκαιο προγαμιαίο σύμφωνο που να αποκλείει εκ των προτέρων την αξίωση. Πραγματική άμυνα δίνουν οι καταστατικές ρήτρες και ο διακανονισμός ενόψει συναινετικού διαζυγίου.
Τι από την εταιρεία θεωρείται απόκτημα σε περίπτωση διαζυγίου;
Απόκτημα δεν αποτελούν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Τα ακίνητα, ο εξοπλισμός, οι καταθέσεις και η πελατεία ανήκουν στο νομικό πρόσωπο, όχι στον σύζυγο. Απόκτημα είναι μόνο η ατομική του συμμετοχή, δηλαδή οι μετοχές ή το εταιρικό μερίδιο και τα αναλογούντα καθαρά κέρδη που εισέπραξε κατά τη διάρκεια του γάμου.
Το σημείο αυτό είναι θεμελιώδες και συχνά παρανοείται. Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, κατά το άρθρο 1400 του Αστικού Κώδικα, δίνει στον σύζυγο που συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του άλλου δικαίωμα απόδοσης μέρους αυτής της αύξησης.
Όταν όμως η περιουσία αυτή συνδέεται με εταιρεία που έχει νομική προσωπικότητα, ΑΕ, ΙΚΕ, ΕΠΕ ή προσωπική, η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο και διακρίνεται πλήρως από την ατομική περιουσία του εταίρου ή μετόχου.
Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι, για παράδειγμα, αν ο σύζυγος κατέχει το 60% μιας εταιρείας που απέκτησε ακίνητα μεγάλης αξίας κατά τον γάμο, ο άλλος σύζυγος δεν διεκδικεί ποσοστό επί των ακινήτων αυτών. Διεκδικεί μόνο ποσοστό επί της αξίας του μεριδίου συμμετοχής και επί των κερδών που διανεμήθηκαν και εισπράχθηκαν. Έτσι έκρινε ο Άρειος Πάγος με την ΑΠ 312/2023, απορρίπτοντας αγωγή που αξίωνε ποσοστό επί ακινήτων ομόρρυθμης εταιρείας αντί επί της εταιρικής μερίδας.
Η εμπειρία από υποθέσεις αποκτημάτων με εταιρική συμμετοχή δείχνει ότι η πιο συχνή αιτία απόρριψης δεν είναι η ουσία, αλλά η λανθασμένη διατύπωση του αιτήματος. Ο δικαιούχος που στοχεύει στα στοιχεία του ενεργητικού της εταιρείας, αντί στη μερίδα συμμετοχής, χάνει την αξίωσή του ακόμη και όταν η συμβολή του υπήρξε πραγματική.
Μετράει ως απόκτημα
Δεν μετράει ως απόκτημα
Οι μετοχές ή το εταιρικό μερίδιο του συζύγου
Τα ακίνητα, ο εξοπλισμός και το ταμείο της εταιρείας
Η αύξηση της αξίας της συμμετοχής κατά τον γάμο
Η αξία της εταιρικής περιουσίας ως τέτοια
Τα καθαρά κέρδη που διανεμήθηκαν και εισπράχθηκαν
Τα κέρδη που παρέμειναν στην εταιρεία ή είναι μελλοντικά
Συμμετοχή που αποκτήθηκε με τη συμβολή του άλλου συζύγου
Συμμετοχή ή αύξηση από δωρεά, κληρονομιά ή γονική παροχή
Πώς υπολογίζεται η αξία της συμμετοχής και πόσο δικαιούται ο σύζυγος;
Ο υπολογισμός γίνεται με σύγκριση δύο χρονικών σημείων. Συγκρίνεται η περιουσία του υπόχρεου κατά την τέλεση του γάμου (αρχική) με την περιουσία του κατά τη γέννηση της αξίωσης (τελική), σε τιμές του χρόνου της αγωγής. Η διαφορά είναι η αύξηση. Επί αυτής, ο δικαιούχος δικαιούται κατά τεκμήριο το 1/3, χωρίς να αποδείξει συγκεκριμένη συμβολή.
Ο κρίσιμος χρόνος για την τελική περιουσία διαφέρει ανάλογα με τον τρόπο λύσης. Σε λύση ή ακύρωση του γάμου με δικαστική απόφαση, κρίσιμος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση έγινε αμετάκλητη. Στην τριετή διάσταση, όπου ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί, κρίσιμος είναι ο χρόνος άσκησης της αγωγής. Οι ενδιάμεσες μεταβολές της αρχικής περιουσίας δεν επιδρούν στον προσδιορισμό του αποκτήματος.
Το τεκμήριο του 1/3 λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Αν ο δικαιούχος αξιώνει ποσοστό μεγαλύτερο του 1/3, φέρει ο ίδιος το βάρος να αποδείξει τη μεγαλύτερη πραγματική συμβολή του, με χρηματική αποτίμηση των παροχών ή των υπηρεσιών του (ΑΠ 1059/2014).
Αντίστροφα, ο υπόχρεος μπορεί, κατ’ ένσταση, να αποδείξει μικρότερη ή καμία συμβολή, καθώς και να ζητήσει την αφαίρεση του παθητικού για να προκύψει η καθαρή αύξηση.
Η αποτίμηση της αξίας της συμμετοχής είναι το σημείο όπου κρίνεται στην πράξη η υπόθεση. Η αξία μιας μη εισηγμένης εταιρείας δεν προκύπτει από το μετοχικό κεφάλαιο, αλλά από μεθόδους αποτίμησης (καθαρή θέση, προεξόφληση ταμειακών ροών, συγκριτικοί δείκτες) που δίνουν αποκλίνοντα αποτελέσματα και συνήθως απαιτούν πραγματογνωμοσύνη. Η επιλογή της μεθόδου και του χρόνου αναφοράς μεταβάλλει ουσιωδώς το ποσό, γι’ αυτό αποτελεί πεδίο έντονης αντιδικίας.
Μπορεί ο σύζυγος να γίνει μέτοχος ή εταίρος μετά το διαζύγιο;
Κατ’ αρχήν όχι, γιατί η αξίωση συμμετοχής είναι ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική απαίτηση. Ο δικαιούχος όμως δεν περιορίζεται πάντα σε χρήμα. Μπορεί να ζητήσει, ως εναλλακτικό ή επικουρικό αίτημα, την αυτούσια μεταβίβαση μέρους των μετοχών ή του μεριδίου. Αν το δικαστήριο το δεχθεί, ο πρώην σύζυγος αποκτά εταιρική ιδιότητα και εισέρχεται στη μετοχική σύνθεση.
Στην ΑΠ 421/2022, ο ενάγων ζήτησε κυρίως χρηματική καταβολή που αντιστοιχούσε στο ποσοστό του επί των αποκτημάτων και, επικουρικά, τη μεταβίβαση του μισού ή του ενός τρίτου των μετοχών της συζύγου του σε ανώνυμη εταιρεία. Η δυνατότητα να ζητηθεί μέρος των ίδιων των μετοχών ή του μεριδίου, πέρα από την αξία τους, αναγνωρίζεται πλέον παγίως στη νομολογία.
Για τον επιχειρηματία, η είσοδος του πρώην συζύγου στο μετοχολόγιο δημιουργεί πραγματικό λειτουργικό πρόβλημα. Ο νέος μέτοχος αποκτά δικαιώματα ψήφου, πληροφόρησης και ελέγχου. Ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να αποχωρήσει ή να απομακρυνθεί εξαρτάται από τον εταιρικό τύπο και το καταστατικό.
Η μεταβίβαση μετοχών μη εισηγμένης ΑΕ ολοκληρώνεται έναντι της εταιρείας με την εγγραφή στο βιβλίο μετόχων, ενώ η κατάσταση διαφέρει στη μεταβίβαση μεριδίων ΕΠΕ και ΙΚΕ, όπου ισχύουν διαφορετικές διατυπώσεις και περιορισμοί.
Μόλις ο πρώην σύζυγος καταστεί μειοψηφών μέτοχος, ενεργοποιούνται τα δικαιώματα της μειοψηφίας, τα οποία μπορεί να ασκήσει είτε ενδοεταιρικά είτε δικαστικά. Η πρόβλεψη του τρόπου αποχώρησης, του δικαιώματος εξαγοράς και της μεθόδου αποτίμησης ήδη στο καταστατικό, πριν προκύψει η κρίση, καθορίζει αν η εταιρεία θα διαχειριστεί ελεγχόμενα την είσοδο ή θα οδηγηθεί σε παρατεταμένη αντιδικία.
Ισχύει προγαμιαίο σύμφωνο για την προστασία της εταιρείας;
Στο ελληνικό δίκαιο δεν υπάρχει προγαμιαίο σύμφωνο που να αποκλείει εκ των προτέρων την αξίωση συμμετοχής. Το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κανόνας αναγκαστικού δικαίου και κάθε παραίτηση ή αντίθετη συμφωνία πριν γεννηθεί η αξίωση είναι άκυρη. Πραγματική άμυνα δίνουν μόνο τα εταιρικά εργαλεία και ο διακανονισμός ενόψει συναινετικού διαζυγίου.
Ο κανόνας αυτός επιβεβαιώθηκε από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την ΟλΑΠ 6/2019. Η διάταξη προστατεύει τον οικονομικά ασθενέστερο σύζυγο, γι’ αυτό η εκ των προτέρων παραίτηση απαγορεύεται.
Κατ’ εξαίρεση, γίνεται δεκτή η ρύθμιση του ζητήματος των αποκτημάτων όταν εντάσσεται σε γενικότερο διακανονισμό των περιουσιακών σχέσεων ενόψει συναινετικού διαζυγίου κατά το άρθρο 1441 ΑΚ, υπό την αναβλητική αίρεση ότι ο γάμος θα λυθεί πράγματι με αυτόν τον τρόπο.
Η ουσιαστική προστασία της εταιρείας μετατοπίζεται έτσι στο πεδίο του εταιρικού δικαίου. Οι καταστατικές ρήτρες περιορίζουν την ελεύθερη είσοδο τρίτου στη μετοχική σύνθεση. Το δικαίωμα προτίμησης υπέρ των υπολοίπων μετόχων, η ρήτρα έγκρισης της μεταβίβασης από το όργανο της εταιρείας και οι ρήτρες εξαγοράς με προκαθορισμένη μέθοδο αποτίμησης λειτουργούν ως δικλείδες που ενεργοποιούνται όταν επιχειρείται μεταβίβαση ή είσοδος νέου προσώπου.
Η εμπειρία από τον σχεδιασμό καταστατικών ρητρών δείχνει ότι η άμυνα χτίζεται πριν από την κρίση, όχι μετά. Ένα καταστατικό που προβλέπει δικαίωμα προτίμησης και μηχανισμό εξαγοράς μετοχών επιτρέπει στους υπόλοιπους μετόχους να αποκτήσουν το ποσοστό που θα περιερχόταν στον πρώην σύζυγο, με τίμημα που προσδιορίζεται βάσει προσυμφωνημένων κριτηρίων και όχι στο πεδίο της αντιδικίας.
Δεν προστατεύει την εταιρεία
Προστατεύει την εταιρεία
Προγαμιαίο σύμφωνο με παραίτηση από τα αποκτήματα (άκυρο)
Ρήτρα δικαιώματος προτίμησης και έγκρισης μεταβίβασης στο καταστατικό
Οποιαδήποτε εκ των προτέρων συμφωνία πριν γεννηθεί η αξίωση
Ρήτρα εξαγοράς με προκαθορισμένη μέθοδο αποτίμησης
Άτυπες υποσχέσεις ή ιδιωτικά συμφωνητικά εκτός νόμιμης οδού
Πώς εξασφαλίζεται η αξίωση όσο εκκρεμεί το διαζύγιο;
Η αξίωση συμμετοχής γεννάται με την αμετάκλητη λύση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης. Έως τότε, ο δικαιούχος διαθέτει μέσα προσωρινής εξασφάλισης, ώστε να μην απαξιωθεί ή αποκρυβεί η περιουσία. Μπορεί να εγγράψει υποθήκη, να ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα και να επιδιώξει συντηρητική κατάσχεση ή μεσεγγύηση των μετοχών.
Η υποθήκη στηρίζεται στο άρθρο 1262 αρ. 4 ΑΚ, που παρέχει νόμιμο τίτλο εγγραφής για την εξασφάλιση της αξίωσης. Παράλληλα, εφόσον πιθανολογείται βάσιμος φόβος εκποίησης ή απόκρυψης, μπορεί να ζητηθεί δικαστικά η δέσμευση των μετοχών της εταιρείας με συντηρητική κατάσχεση ή η μεσεγγύησή τους, ώστε να παραμείνουν διαθέσιμες για την ικανοποίηση της μελλοντικής αξίωσης.
Η δέσμευση της εταιρικής συμμετοχής αγγίζει και τη λειτουργία της εταιρείας. Η κατάσχεση της επιχείρησης και των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων ακολουθεί ειδικές διατυπώσεις, ενώ η δέσμευση μετοχών επηρεάζει την άσκηση δικαιωμάτων ψήφου και τη διανομή μερισμάτων κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας.
Ο χρόνος και η σειρά των ενεργειών είναι κρίσιμα. Τα ασφαλιστικά μέτρα υπόκεινται σε αυστηρές προθεσμίες ως προς την άσκηση της κύριας αγωγής, ενώ η επιλογή μεταξύ υποθήκης, συντηρητικής κατάσχεσης και μεσεγγύησης εξαρτάται από τη φύση της περιουσίας και τον πραγματικό κίνδυνο απαξίωσης. Λανθασμένη επιλογή μέσου ή παρέλευση προθεσμίας μπορεί να αφήσει την αξίωση χωρίς πραγματική εξασφάλιση.
Συχνές ερωτήσεις
Δικαιούται ο σύζυγος μερίδιο στα ακίνητα ή τον εξοπλισμό της εταιρείας;
Όχι. Τα ακίνητα, ο εξοπλισμός και τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στο νομικό πρόσωπο της εταιρείας, όχι στον σύζυγο. Ο δικαιούχος μπορεί να διεκδικήσει ποσοστό μόνο επί της αξίας της συμμετοχής, δηλαδή επί των μετοχών ή του μεριδίου και επί των κερδών που διανεμήθηκαν και εισπράχθηκαν κατά τον γάμο.
Μετράει η εταιρεία που ιδρύθηκε πριν από τον γάμο;
Η συμμετοχή που υπήρχε ήδη κατά την τέλεση του γάμου εντάσσεται στην αρχική περιουσία και δεν αποτελεί απόκτημα. Απόκτημα μπορεί να είναι μόνο η αύξηση της αξίας της συμμετοχής που επήλθε κατά τη διάρκεια του γάμου και οφείλεται στη συμβολή του άλλου συζύγου, όχι η προϋπάρχουσα αξία της.
Προστατεύει το προγαμιαίο σύμφωνο την εταιρεία στην Ελλάδα;
Δεν υπάρχει στο ελληνικό δίκαιο προγαμιαίο σύμφωνο που να αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα. Κάθε παραίτηση πριν γεννηθεί η αξίωση είναι άκυρη, καθώς το άρθρο 1400 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου. Έγκυρη ρύθμιση χωρεί μόνο ενόψει συναινετικού διαζυγίου, ενώ η προληπτική προστασία περνά κυρίως από τις καταστατικές ρήτρες.
Τι γίνεται αν η αξία της εταιρείας αυξήθηκε λόγω της αγοράς και όχι της δικής μου εργασίας;
Ο σύζυγος δικαιούται μερίδιο μόνο κατά το μέτρο που η αύξηση οφείλεται στη δική του συμβολή, άμεση ή έμμεση. Αν ο υπόχρεος αποδείξει ότι η αύξηση προήλθε αποκλειστικά από εξωτερικούς παράγοντες ή από τη δική του δραστηριότητα, χωρίς συμβολή του άλλου, η αξίωση περιορίζεται ή αποκλείεται. Το τεκμήριο του 1/3 είναι μαχητό.
Μπορεί ο σύζυγος να ζητήσει τις ίδιες τις μετοχές αντί για χρήματα;
Ναι, ως εναλλακτικό ή επικουρικό αίτημα. Αν και η αξίωση είναι κατ’ αρχήν χρηματική, ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει την αυτούσια μεταβίβαση μέρους των μετοχών ή του μεριδίου. Εφόσον γίνει δεκτό, ο πρώην σύζυγος αποκτά εταιρική ιδιότητα, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την ύπαρξη προστατευτικών ρητρών στο καταστατικό.
Πρακτικές επισημάνσεις
Το νομικό πρόσωπο ως ασπίδα: Η αυτοτέλεια της εταιρικής περιουσίας λειτουργεί υπέρ του επιχειρηματία, καθώς η αξίωση περιορίζεται στη συμμετοχή και δεν φτάνει στα assets της εταιρείας. Η ωφέλεια αυτή χάνεται όταν το αίτημα διατυπώνεται λανθασμένα, γι’ αυτό η ακριβής νομική θεμελίωση είναι καθοριστική και για τις δύο πλευρές.
Η αποτίμηση κρίνει την υπόθεση: Το ύψος της αξίωσης εξαρτάται περισσότερο από τη μέθοδο αποτίμησης της συμμετοχής και τον χρόνο αναφοράς παρά από την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος. Η επιλογή μεθόδου, ο διορισμός πραγματογνώμονα και η αντίκρουση της αντίπαλης αποτίμησης αποτελούν το πραγματικό πεδίο της αντιδικίας.
Καταστατικό πριν από την κρίση: Οι ρήτρες δικαιώματος προτίμησης, έγκρισης μεταβίβασης και εξαγοράς σχεδιάζονται ενόσω δεν υπάρχει διαφορά. Η ad hoc διατύπωσή τους, προσαρμοσμένη στη μετοχική σύνθεση και στη μέθοδο αποτίμησης, καθορίζει αν η είσοδος τρίτου θα αντιμετωπιστεί ελεγχόμενα.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα επί εταιρειών στην περίπτωση διαζυγίου.
Το άρθρο 32 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα απαγορεύει στον δημόσιο υπάλληλο τη συμμετοχή σε ΟΕ, ΕΕ, ΕΠΕ και κοινοπραξία, καθώς και τη διαχείριση οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας. Η ΙΚΕ προστέθηκε ερμηνευτικά με τη γνωμοδότηση ΝΣΚ 25/2015, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 6 Δεκεμβρίου 2024.
Από την 1η Ιανουαρίου 2026 ο Ν. 5225/2025 κατέστησε τη συμμετοχή αυτή αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα, ενταγμένο στον κλειστό κατάλογο όσων επιτρέπουν οριστική παύση, με δυνατότητα σωρευτικής διοικητικής κύρωσης 10.000 έως 100.000 ευρώ.
Η κατοχή εταιρικού μεριδίου είναι διαρκής κατάσταση, όχι στιγμιαία πράξη. Κρίσιμος είναι ο χρόνος που παύει η συμμετοχή, όχι ο χρόνος που ξεκίνησε.
Η υποχρέωση δήλωσης του άρθρου 32 παρ. 1 καλύπτει και τις επιτρεπόμενες συμμετοχές. Η υποβολή της ενεργοποιεί ταυτόχρονα τη γνώση του πειθαρχικώς προϊσταμένου.
Η άδεια της υπηρεσίας καλύπτει μόνο τη συμμετοχή στη διοίκηση ανώνυμης εταιρείας ή γεωργικού συνεταιρισμού. Για τη διαχείριση δεν χωρεί άδεια σε καμία εταιρική μορφή.
Σε ποιες εταιρείες απαγορεύεται η συμμετοχή δημοσίου υπαλλήλου και πού αρκεί άδεια;
Το άρθρο 32 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007) απαγορεύει στον υπάλληλο να μετέχει σε οποιαδήποτε εμπορική εταιρεία προσωπική, περιορισμένης ευθύνης ή κοινοπραξία, καθώς και να είναι διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας ή διαχειριστής οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας.
Άδεια χορηγείται μόνο για συμμετοχή στη διοίκηση ανώνυμης εταιρείας ή γεωργικού συνεταιρισμού. Για τη διαχείριση δεν χωρεί άδεια πουθενά.Η διάταξη παραμένει αμετάβλητη από την 9η Φεβρουαρίου 2007 και σεν έχει τροποποιηθεί ποτέ. Αυτό που άλλαξε δεν είναι το εύρος της απαγόρευσης αλλά οι συνέπειες της παράβασής της.
Το κριτήριο του νόμου είναι ο εταιρικός τύπος, όχι η δραστηριότητα. Ακόμα και μια ΙΚΕ που δεν έχει εκδώσει ούτε ένα τιμολόγιο παραμένει εμπορική εκ του νόμου.
Η γνωμοδότηση ΝΣΚ 25/2015 του Ε’ Τμήματος το διατύπωσε ρητά, κρίνοντας ότι η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία έχει νομική προσωπικότητα και είναι εκ του νόμου εμπορική, χωρίς να ασκεί καμία επίδραση ο εξυπηρετούμενος σκοπός ή η ανάπτυξη ή μη κερδοσκοπικής δραστηριότητας.
Ο υπάλληλος που κρατά ένα αδρανές μερίδίο σε μια ΙΚΕ που ουδέποτε λειτούργησε βρίσκεται στην ίδια θέση με εκείνον που διευθύνει ενεργή επιχείρηση.
Η γνωμοδότηση εκδόθηκε το 2015 αλλά έμεινε χωρίς αποδοχή για εννέα έτη. Έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 6 Δεκεμβρίου 2024 και γνωστοποιήθηκε στη Διοίκηση με την εγκύκλιο ΔΙΔΑΔ/Φ.69/261/οικ.723/13.1.2025. Μέχρι τότε η θέση δεν δέσμευε τις υπηρεσίες. Μετά την αποδοχή, δεσμεύει.
Αφανής εταιρεία με εμπορική δραστηριότητα, αφανής εταίρος
Απαγορεύεται
Άρθρα 31 παρ. 3 και 32 παρ. 2 ΥΚ
ΑΕ, μέλος ΔΣ
Μετά από άδεια
Άρθρο 32 παρ. 2 εδ. β’ ΥΚ, Γνωμ. ΝΣΚ 115/2010
Γεωργικός συνεταιρισμός, μέλος διοίκησης
Μετά από άδεια
Άρθρο 32 παρ. 2 εδ. β’ ΥΚ
ΑΕ, απλός μέτοχος
Επιτρέπεται
Άρθρο 32 παρ. 3 ΥΚ, εξ αντιδιαστολής
ΑΕ υπό ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας, μέτοχος
Απαγορεύεται
Άρθρο 32 παρ. 3 εδ. α’ ΥΚ
ΚοινΣΕπ, απλό μέλος
Επιτρέπεται
Γνωμ. ΝΣΚ 112/2021 (ομόφωνα)
ΚοινΣΕπ, θέση Προέδρου ή Ταμία διοικούσας επιτροπής
Απαγορεύεται
Γνωμ. ΝΣΚ 194/2018 (ομόφωνα)
Ενεργειακή κοινότητα, κάθε ιδιότητα
Επιτρέπεται
Γνωμ. ΝΣΚ 112/2021 (ομόφωνα)
ΑΜΚΕ, απλό μέλος
Επιτρέπεται κατά την κρατούσα άποψη
Αναλογία προς τη ΝΣΚ 112/2021
Ατομική επιχείρηση
Εκτός άρθρου 32, υπάγεται στο άρθρο 31
Άρθρο 31 ΥΚ
Η ιδιότητα του διαχειριστή είναι η μόνη που ο νόμος αποκλείει χωρίς καμία διέξοδο. Η επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 («με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου») σημαίνει ότι η άδεια για τη διοίκηση ανώνυμης εταιρείας δεν εκτείνεται στη θέση του διευθύνοντος ή του εντεταλμένου συμβούλου. Ο υπάλληλος μπορεί να συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο, όχι να το εκπροσωπήσει εκτελεστικά.
Πώς αλλάζει η απόφαση παραμονής μετά τον Ν. 5225/2025;
Από την 1η Ιανουαρίου 2026 η συμμετοχή σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32 συνιστά ρητό, αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα κατά την περ. κστ’ της παρ. 1 του άρθρου 107 του Υπαλληλικού Κώδικα.
Εντάχθηκε στον κλειστό κατάλογο των παραπτωμάτων για τα οποία επιτρέπεται η οριστική παύση και συνοδεύεται από δυνατότητα σωρευτικής διοικητικής κύρωσης από 10.000 έως 100.000 ευρώ.
Ο Ν. 5225/2025 αναμόρφωσε το πειθαρχικό δίκαιο του δημόσιου τομέα. Τα άρθρα 10 έως 45 τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2026. Πριν από αυτά, η συμμετοχή σε εταιρεία δεν κατονομαζόταν στον κατάλογο των παραπτωμάτων, αλλά διωκόταν ως γενική παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος.
Παράμετρος
Προϊσχύον καθεστώς
Από 1.1.2026
Χαρακτηρισμός
Δεν κατονομαζόταν, υπαγόταν στη γενική παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος
Πρώτη μεταβολή του νέου νόμου είναι ότι η οριστική παύση είναι δυνατή ανώτατη ποινή, όχι δέσμια συνέπεια. Το άρθρο 109 παρ. 2 επιβάλλει συνεκτίμηση των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης, της προσωπικότητας του υπαλλήλου και της υπηρεσιακής του εικόνας, με τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
Περαιτέρω, το άρθρο 109 παρ. 4 περ. β’ ορίζει ότι για τα παραπτώματα που απαριθμεί δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου. Η έγγραφη επίπληξη, δηλαδή η ποινή που έκλεινε τέτοιες υποθέσεις στην πράξη, παύει να είναι διαθέσιμη.
Δεύτερη μεταβολή, είναι ότι το άρθρο 104 παρ. 1 περ. β’ επιτρέπει τη δυνητική θέση σε αργία όταν έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα που μπορεί να επισύρει οριστική παύση.
Από τη στιγμή που η συμμετοχή σε εταιρεία εντάχθηκε στον κατάλογο του άρθρου 109 παρ. 1Α, η προϋπόθεση συντρέχει. Πρακτικά, ο υπάλληλος μπορεί να βρεθεί σε αργία με το ήμισυ των αποδοχών ενόσω εκκρεμεί η υπόθεση.
Η τρίτη μεταβολή, είναι δικονομική. Το άρθρο 122Α εισήγαγε την πειθαρχική συνδιαλλαγή, μηχανισμό ομολογίας με μειωμένη ποινή. Η παρ. 1 τον επιφυλάσσει σε παραπτώματα που δεν επισύρουν οριστική παύση. Η παράβαση του άρθρου 32 εξαιρείται εξ ορισμού. Ο υπάλληλος που θα ήθελε να κλείσει την υπόθεση συναινετικά δεν έχει τη δυνατότητα.
Γιατί η συμμετοχή που ξεκίνησε πριν το 2026 κρίνεται με το νέο καθεστώς;
Το άρθρο 66 παρ. 2 του Ν. 5225/2025 ορίζει ότι για τα πειθαρχικά παραπτώματα εξακολουθητικού χαρακτήρα κρίσιμος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο παύουν να τελούνται.
Η κατοχή εταιρικού μεριδίου δεν είναι στιγμιαία πράξη αλλά διαρκής κατάσταση. Ο υπάλληλος που απέκτησε μερίδια στο παρελθόν και τα διατηρεί, κρίνεται με το καθεστώς της ημέρας που θα τα μεταβιβάσει, όχι της ημέρας που τα απέκτησε.
Η διάταξη λειτουργεί σε συνδυασμό με το άρθρο 108 παρ. 3 ΥΚ, το οποίο ο ίδιος νόμος πρόσθεσε. Αν από την τέλεση του παραπτώματος μέχρι το πέρας της διαδικασίας ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται ο ευμενέστερος. Η αρχή αυτή προστατεύει όποιον έπαυσε την παράβαση, αλλά δεν προστατεύει όποιον συνεχίζει.
Η ίδια λογική διατρέχει και την παραγραφή. Το άρθρο 112 παρ. 2 προσέθεσε εδάφιο κατά το οποίο η παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων με διαρκή χαρακτήρα εκκινεί από την τελευταία πράξη που συνιστά πειθαρχική παράβαση. Όσο το μερίδιο παραμένει, η παραγραφή δεν αρχίζει καν να τρέχει. Επομένως, η πενταετία ή η επταετία δεν ξεκινά από την απόκτηση αλλά από τη μεταβίβαση.
Εδώ ανοίγει ένα ερμηνευτικό ζήτημα που ο νόμος άφησε ανοιχτό. Το άρθρο 10 του Ν. 5225/2025 πρόσθεσε δύο νέες περιπτώσεις στον κατάλογο του άρθρου 107 (τις ζα’ και ιθα’), με αποτέλεσμα η προϊσχύουσα περ. κε’ να μετατοπιστεί σε κστ’. Οι παραπομπές όμως των άρθρων 109 παρ. 4 και 112 παρ. 1 εξακολουθούν να γράφουν «κε’», χωρίς περιγραφή περιεχομένου. Αντίθετα, το άρθρο 109 παρ. 3 γράφει «περ. κε’» αλλά προσθέτει ρητή περιγραφή, αναφερόμενο σε «συμμετοχή σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32».
Η βούληση του νομοθέτη προκύπτει από την περιγραφή. Άλλωστε η νέα περ. κε’ αφορά την παράλειψη δίωξης από τα πειθαρχικά όργανα, για την οποία η επταετής παραγραφή με εκκίνηση από τη γνώση του προϊσταμένου θα ήταν λογικά ασυνάρτητη. Η ερμηνεία που αντιστοιχίζει τις παραπομπές στην προϊσχύουσα αρίθμηση είναι η μόνη που στέκει, χωρίς αυτό να αναιρεί ότι το ζήτημα θα τεθεί ενώπιον των πειθαρχικών οργάνων.
Η πρακτική συνέπεια δεν εξαρτάται από τη λύση του ζητήματος. Ακόμη και αν επικρατούσε η στενή γραμματική ανάγνωση, το άρθρο 112 παρ. 2 για τα διαρκή παραπτώματα εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη περίπτωση του καταλόγου.
Η εμπειρία από υποθέσεις πειθαρχικού ελέγχου δείχνει ότι το επιχείρημα της παραγραφής προβάλλεται σχεδόν πάντοτε πρώτο και σχεδόν πάντοτε προσκρούει, στη διάκριση μεταξύ στιγμιαίας πράξης και διαρκούς κατάστασης.
Πότε ενεργοποιείται η υποχρέωση δήλωσης και τι επισύρει η παράλειψή της;
Το άρθρο 32 παρ. 1 ΥΚ επιβάλλει στον υπάλληλο να δηλώνει στην υπηρεσία του τη συμμετοχή του σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου οποιασδήποτε μορφής, εξαιρουμένων μόνο των σωματείων και των κοινωφελών ιδρυμάτων. Η υποχρέωση δεν περιορίζεται στις απαγορευμένες συμμετοχές. Καλύπτει και τις επιτρεπόμενες, όπως η ενεργειακή κοινότητα ή η ιδιότητα του απλού μέλους ΚοινΣΕπ.
Η παράλειψη δήλωσης, επομένως, συνιστά αυτοτελή παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος κατά την περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 107, ανεξάρτητα από το αν η ίδια η συμμετοχή ήταν επιτρεπτή.
Ο Ν. 5225/2025 ενίσχυσε το πλαίσιο προσθέτοντας στην περ. στ’ της ίδιας παραγράφου την παράλειψη δήλωσης κωλύματος συμφέροντος ως ρητό παράπτωμα.
Σε σχέση με τη δήλωση ανακύπτουν δυο ζητήματα:
Αφενός το άρθρο 112 παρ. 1 εδ. γ’ ορίζει ότι για ορισμένα παραπτώματα η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία που ο αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος έλαβε γνώση της τέλεσης της πράξης και, επομένως, όσο δεν υπάρχει δήλωση, δεν υπάρχει γνώση, άρα η παραγραφή δεν εκκινεί.
Αφετέρου, η υποβολή της δήλωσης παράγει ακριβώς αυτή τη γνώση και μπορεί να εκκινήσει τη δίωξη.
Τέλος, ατομική επιχείρηση βρίσκεται εκτός του άρθρου 32, γιατί δεν συνιστά νομικό πρόσωπο. Υπάγεται στο άρθρο 31 περί άσκησης ιδιωτικού έργου με αμοιβή και επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις, με προηγούμενη άδεια. Η παρ. 3 του άρθρου 31 απαγορεύει πάντως την κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας, οπότε η διάκριση μεταξύ μεμονωμένου έργου και εμπορικής δραστηριότητας γίνεται κρίσιμη.
Πότε επιτρέπονται μετοχές ΑΕ και πότε ενεργοποιείται το κώλυμα συμφέροντος;
Η κατοχή μετοχών ανώνυμης εταιρείας επιτρέπεται κατ’ αρχήν. Το άρθρο 32 παρ. 3 ΥΚ απαγορεύει μόνο την απόκτηση μετοχών εταιρειών που υπάγονται στον ειδικό έλεγχο της υπηρεσίας του υπαλλήλου.
Η απαγόρευση εκτείνεται στον σύζυγο και στα ανήλικα τέκνα. Εξ αντιδιαστολής, ο υπάλληλος μπορεί να κατέχει μετοχές, να μετέχει και να ψηφίζει στις γενικές συνελεύσεις κάθε άλλης ΑΕ.
Όταν η απαγόρευση συντρέχει, ο νόμος δίνει δύο διεξόδους. Ο υπάλληλος υποβάλλει δήλωση και εντός ενός έτους είτε μεταβιβάζει τις μετοχές είτε ζητά μετακίνηση σε άλλη αρχή της υπηρεσίας του ή μετάταξη σε άλλη δημόσια υπηρεσία ή ΝΠΔΔ.
Η μετακίνηση ή η μετάταξη είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία, διενεργείται κατά τα άρθρα 66 και 74 ΥΚ και δεν αφήνει διακριτική ευχέρεια. Κατά το ενδιάμεσο διάστημα ο υπάλληλος εμπίπτει στο κώλυμα συμφέροντος του άρθρου 36 ΥΚ και οφείλει αποχή από κάθε ενέργεια που αφορά την εταιρεία.
Χωριστό ζήτημα εγείρει η πλειοψηφική συμμετοχή. Ο μέτοχος που κατέχει άνω του 50% του μετοχικού κεφαλαίου ελέγχει τον διορισμό του διοικητικού συμβουλίου. Ο μοναδικός μέτοχος μονοπρόσωπης ΑΕ τον ελέγχει απόλυτα.
Κατά την κρατούσα θεωρητική άποψη, η κατοχή της πλειοψηφίας οδηγεί σε πραγματικό έλεγχο της διοίκησης και εμπίπτει στην απαγόρευση, γιατί η αντίθετη ερμηνεία θα επέτρεπε τη διοίκηση εταιρείας μέσω παρένθετου προσώπου.
Η θέση αυτή δεν στηρίζεται σε ρητή διάταξη ούτε σε αποδεκτή γνωμοδότηση, οπότε η οριοθέτηση του ποσοστού πάνω από το οποίο θεωρείται ότι ο μέτοχος διοικεί εν τοις πράγμασι, παραμένει ανοιχτή και διαφοροποιείται κατά περίπτωση.
Πώς αίρεται το ασυμβίβαστο σε μερίδια που αποκτήθηκαν με κληρονομιά;
Η κληρονομική κτήση δεν νομιμοποιεί την κατοχή. Δημιουργείται ασυμβίβαστο μεταξύ της υπαλληλικής ιδιότητας και της συμμετοχής, το οποίο αίρεται μόνο με μεταβίβαση του συνόλου των μεριδίων.
Η γνωμοδότηση ΝΣΚ 385/2008 το έκρινε ομόφωνα για την ΕΠΕ και δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι η μεταβίβαση πρέπει να γίνει εντός έτους από την υποβολή της δήλωσης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 3 εδ. β’ ΥΚ.
Η ετήσια προθεσμία δεν προκύπτει από ρητή διάταξη για τα εταιρικά μερίδια. Ο νόμος την προβλέπει μόνο για τις μετοχές ΑΕ. Η επέκτασή της στα μερίδια στηρίζεται σε αναλογία και μάλιστα σε γνώμη πλειοψηφίας, όχι ομοφωνίας.
Η μεταβίβαση των μεριδίων έχει διαφορετικές τυπικές απαιτήσεις ανά μορφή. Στην ΕΠΕ ο συμβολαιογραφικός τύπος είναι συστατικός και το ιδιωτικό συμφωνητικό απολύτως άκυρο.
Στην ΙΚΕ αρκεί το ιδιωτικό έγγραφο κατά το άρθρο 84 παρ. 1 του Ν. 4072/2012, εκτός αν εισφέρεται περιουσιακό στοιχείο για το οποίο ο νόμος απαιτεί συμβολαιογραφικό τύπο. Μια άκυρη μεταβίβαση δεν αίρει το ασυμβίβαστο και αφήνει τον υπάλληλο εκτεθειμένο στην ίδια ακριβώς θέση, με τη διαφορά ότι πλέον έχει δηλώσει.
Τι σημαίνει η παράνομη συμμετοχή για την εταιρεία και τους λοιπούς εταίρους;
Η εταιρεία δεν πάσχει. Το άρθρο 32 ΥΚ ανήκει στο δημοσιοϋπαλληλικό και όχι στο εταιρικό δίκαιο. Απευθύνεται στον υπάλληλο, θεμελιώνει προσωπική πειθαρχική ευθύνη και δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της εταιρικής σύμβασης ούτε κώλυμα λειτουργίας του νομικού προσώπου. Η παράβαση κρίνεται στη σχέση υπαλλήλου και υπηρεσίας, όχι στη σχέση εταιρείας και τρίτων.
Ο κίνδυνος μετατοπίζεται στους λοιπούς εταίρους. Όταν ο ένας από τους τρεις ιδρυτές μιας ΙΚΕ είναι δημόσιος υπάλληλος, η άρση του ασυμβιβάστου απαιτεί έξοδό του, δηλαδή ανακατανομή μεριδίων υπό προθεσμία που δεν ελέγχουν οι υπόλοιποι.
Αν το καταστατικό δεν προβλέπει μηχανισμό αποτίμησης, η αποχώρηση γίνεται υπό διαπραγματευτική πίεση εις βάρος όποιου βιάζεται. Αν προβλέπει δικαίωμα προτίμησης χωρίς προθεσμία άσκησης, το δικαίωμα μπορεί να ενεργοποιηθεί όταν πια η προθεσμία της υπηρεσίας έχει παρέλθει.
Το ίδιο ζήτημα εμφανίζεται με άλλη μορφή στον νομικό έλεγχο πριν από επένδυση ή εξαγορά. Η ύπαρξη δημοσίου υπαλλήλου στη σύνθεση των εταίρων δεν είναι ελάττωμα της εταιρείας αλλά είναι εκκρεμότητα με χρονικό ορίζοντα εκτός ελέγχου του αγοραστή.
Η εμπειρία από υποθέσεις μεταβίβασης εταιρικών συμμετοχών δείχνει ότι το ζήτημα εντοπίζεται σπάνια εγκαίρως, γιατί το ΓΕΜΗ δεν καταγράφει την επαγγελματική ιδιότητα του εταίρου. Ανακύπτει συνήθως όταν έχει ήδη υπογραφεί προσύμφωνο.
Η προληπτική αντιμετώπιση είναι συμβατική. Ρήτρα υποχρεωτικής εξόδου με προκαθορισμένη μέθοδο αποτίμησης, δήλωση και εγγύηση του εταίρου ως προς την απουσία υπαλληλικής ιδιότητας, δικαίωμα εξαγοράς με ενεργοποίηση από τη γνωστοποίηση του ασυμβιβάστου.
Καθένα από αυτά απαιτεί ad hoc διατύπωση, γιατί η προθεσμία που επιβάλλει το άρθρο 32 τρέχει προς την υπηρεσία και όχι προς την εταιρεία, με αποτέλεσμα οι δύο χρόνοι να πρέπει να συγχρονιστούν συμβατικά.
Συχνές Ερωτήσεις
Μπορεί δημόσιος υπάλληλος να είναι ετερόρρυθμος εταίρος;
Όχι. Το άρθρο 32 παρ. 2 ΥΚ απαγορεύει τη συμμετοχή σε οποιαδήποτε προσωπική εμπορική εταιρεία, χωρίς διάκριση μεταξύ ομόρρυθμου και ετερόρρυθμου εταίρου. Η ετερόρρυθμη εταιρεία έχει νομική προσωπικότητα και επιδιώκει εμπορικό σκοπό κατά το άρθρο 271 παρ. 1 του Ν. 4072/2012, εντασσόμενη στις προσωπικές εταιρείες. Ο περιορισμός της ευθύνης του ετερόρρυθμου δεν αναιρεί την ιδιότητα του εταίρου, η οποία και μόνη αρκεί για την ενεργοποίηση της απαγόρευσης. Ούτε η αποχή από τη διαχείριση, την οποία προβλέπει ως κανόνα το άρθρο 274 παρ. 1 του ίδιου νόμου, μεταβάλλει την αξιολόγηση.
Επιτρέπεται η ατομική επιχείρηση σε δημόσιο υπάλληλο;
Η ατομική επιχείρηση δεν εμπίπτει στο άρθρο 32, γιατί δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο. Υπάγεται στο άρθρο 31 ΥΚ περί άσκησης ιδιωτικού έργου με αμοιβή και προϋποθέτει προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας. Η παρ. 3 του άρθρου 31 απαγορεύει την κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας, οπότε η άδεια δεν καλύπτει δραστηριότητα που έχει τα χαρακτηριστικά συστηματικής εμπορικής εκμετάλλευσης.
Επιτρέπεται η συμμετοχή σε ΚοινΣΕπ ή ΑΜΚΕ;
Στην ΚοινΣΕπ επιτρέπεται η ιδιότητα του απλού μέλους. Η γνωμοδότηση ΝΣΚ 112/2021 έκρινε ομόφωνα ότι ο υπάλληλος δεν κωλύεται από την παρ. 2 του άρθρου 32 να συμμετέχει ως απλό μέλος σε ΚοινΣΕπ και με οποιαδήποτε ιδιότητα σε ενεργειακή κοινότητα. Οι θέσεις του Προέδρου και του Ταμία της διοικούσας επιτροπής αποκλείονται κατά τη γνωμοδότηση ΝΣΚ 194/2018, με σκεπτικό που στηρίζεται στην εμπορική ιδιότητα της ΚοινΣΕπ και στην αλληλέγγυα ευθύνη του Προέδρου για οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Η διάκριση έχει σημασία, γιατί ο αποκλεισμός δεν καταλαμβάνει αδιακρίτως κάθε θέση της διοικούσας επιτροπής. Για την ΑΜΚΕ δεν υπάρχει αντίστοιχη αποδεκτή γνωμοδότηση και η κρατούσα άποψη δέχεται αναλογική εφαρμογή.
Χωρεί πειθαρχική συνδιαλλαγή για παράβαση του άρθρου 32;
Όχι. Το άρθρο 122Α παρ. 1 ΥΚ, που εισήχθη με τον Ν. 5225/2025, επιφυλάσσει τη συνδιαλλαγή σε παραπτώματα που δεν επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης. Η συμμετοχή σε εταιρείες κατά παράβαση του άρθρου 32 περιλαμβάνεται ρητά στον κατάλογο της παρ. 1Α του άρθρου 109, οπότε εξαιρείται. Ο υπάλληλος δεν διαθέτει συναινετική διέξοδο και η υπόθεση εισάγεται σε Πενταμελές Κλιμάκιο.
Ισχύουν τα ίδια για τους δημοτικούς υπαλλήλους;
Το άρθρο 32 ΥΚ αφορά τους υπαλλήλους του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ. Οι δημοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι διέπονται από τον Ν. 3584/2007. Ο Ν. 5225/2025 τροποποίησε παράλληλα και τους δύο κώδικες, με τα άρθρα 49 έως 60 να αφορούν τον Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων. Η αντιστοιχία των ρυθμίσεων δεν είναι πλήρης και κάθε περίπτωση ελέγχεται στη βάση του οικείου κώδικα.
Πρακτικές Επισημάνσεις
Κρίσιμος χρόνος: Η κρίσιμη ημερομηνία δεν είναι εκείνη της απόκτησης του μεριδίου αλλά εκείνη της παύσης της συμμετοχής. Κάθε ημέρα διατήρησης μετά την 1η Ιανουαρίου 2026 τοποθετεί την υπόθεση στο νέο καθεστώς.
Η έγγραφη επίπληξη δεν είναι πια διαθέσιμη: Το άρθρο 109 παρ. 4 περ. β’ ΥΚ αποκλείει ποινή κατώτερη του προστίμου. Η ήπια κατάληξη που έκλεινε τέτοιες υποθέσεις έπαψε να υπάρχει ως επιλογή του πειθαρχικού οργάνου.
Η αργία προηγείται της κρίσης: Το άρθρο 104 παρ. 1 περ. β’ ΥΚ επιτρέπει δυνητική αργία με το ήμισυ των αποδοχών από τη στιγμή της άσκησης της δίωξης, χωρίς να έχει κριθεί η ουσία.
Η ΙΚΕ δεν σώζεται από την αδράνεια: Το κριτήριο είναι ο εταιρικός τύπος. Μια ΙΚΕ χωρίς κύκλο εργασιών, χωρίς προσωπικό και χωρίς δραστηριότητα παραμένει εμπορική εκ του νόμου και η κατοχή έστω ενός μεριδίου εμπίπτει στην απαγόρευση.
Η ετήσια προθεσμία στα μερίδια στηρίζεται σε αναλογία: Ο νόμος την προβλέπει ρητά μόνο για τις μετοχές ΑΕ. Για τα εταιρικά μερίδια προκύπτει από την κατά πλειοψηφία γνώμη της ΝΣΚ 385/2008 και δεν αποτελεί ασφαλές έρεισμα.
Ο συνέταιρος πληρώνει το τίμημα του χρόνου: Το καταστατικό που δεν προβλέπει μέθοδο αποτίμησης και προθεσμία άσκησης δικαιώματος προτίμησης αφήνει τους λοιπούς εταίρους να διαπραγματεύονται υπό πίεση προθεσμίας που δεν όρισαν οι ίδιοι.
Το ΓΕΜΗ δεν δείχνει την ιδιότητα: Στον νομικό έλεγχο πριν από εξαγορά ή επένδυση, η υπαλληλική ιδιότητα εταίρου δεν προκύπτει από τα δημοσιευμένα στοιχεία και εντοπίζεται μόνο με ρητή δήλωση και εγγύηση.
Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για κάθε θέμα σχετικά με τη δυνατότητα συμμετοχής δημοσίου υπάλληλου σε εμπορικές εταιρείες.