Η Δικαστική Μεσεγγύηση Ως Ασφαλιστικό Μέτρο

Δικαστική μεσεγγύηση ορίζεται η παράδοση σε κάποιον, καλούμενο μεσεγγυούχο, δυνάμει δικαστικής απόφασης, του εριζόμενου πράγματος, κινητού ή ακινήτου, για την εξασφάλιση των επ’ αυτού δικαιωμάτων ενός ή περισσοτέρων προσώπων, τα οποία (δικαιώματα) αμφισβητούνται ή είναι αβέβαια. Ο μεσεγγυούχος, δε, υποχρεούται να αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, μόνο μετά από δικαστική απόφαση (ΑΠ 1626/2017).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 725 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης, αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί μεσεγγύηση.

Τέτοια διαφορά δημιουργείται, πλην άλλων, και στην περίπτωση που διεκδικείται ακίνητο που μεταβιβάσθηκε με καταδολιευτική δικαιοπραξία.

Προϋποθέσεις Λήψης Του Ασφαλιστικού Μέτρου Της Μεσεγγύησης

Προκειμένου να διαταχθεί το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης, το οποίο αναγνωρίζεται ως αυτοτελές ασφαλιστικό μέτρο και έχει ως συνέπεια την απαγόρευση διάθεσης του πράγματος, αφού αποβλέπει στη διατήρηση του πράγματος με σκοπό απόδοσης του αυτούσιου στο δικαιούχο, πρέπει να υπάρχει, εκτός από τη βασική προϋπόθεση λήψης κάθε ασφαλιστικού μέτρου, δηλαδή επείγουσα περίπτωση και επικείμενος κίνδυνος (ΚΠολΔ 682 παρ. 1) και διαφορά για το πράγμα, στην οποία περιλαμβάνεται και η ενοχική έστω αξίωση.

Ο αιτών δικαιούται να ζητήσει αυτούσιο το πράγμα.

Η δικαστική μεσεγγύηση δεσμεύει κατ’ αρχήν νομικά το αντίστοιχο δικαίωμα (κυριότητας) και εμποδίζει την περαιτέρω διάθεση, του, στην οποία περιλαμβάνεται και η επιβάρυνση του ακινήτου με εμπράγματο δικαίωμα (άρθ. 715 παρ. 1 και 727 του ΚΠολΔ).

Δεσμεύει όμως και υλικά το πράγμα, διότι ο διοριζόμενος υποχρεωτικά, κατά το άρθρο 726 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως μεσεγγυούχος του πράγματος, φυλάει αυτό για λογαριασμό της Πολιτείας, ως δημόσιο όργανο (άρθρα 726 παρ. 5, 956 παρ. 4 ΚΠολΔ), έχοντας αυξημένη ευθύνη στα πλαίσια του λειτουργήματος του.

Ο Ρόλος Του Μεσεγγυούχου

Η δικαστική απόφαση που διατάσσει δικαστική μεσεγγύηση πρέπει να καθορίζει και το πρόσωπο, που διορίζεται ως μεσεγγυούχος. Αυτός μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, που κρίνεται κατάλληλο, χωρίς καμία δέσμευση ως προς την επιλογή του ή τον διορισμό του κατόχου του δεσμευόμενου πράγματος.

Μπορεί, όμως, να διοριστεί μεσεγγυούχος ο νομέας ή κάτοχος, οπότε παύει να κατέχει για λογαριασμό του και υπόκειται στη ρύθμιση που ισχύει για τον μεσεγγυούχο.

Μπορεί ακόμη να διοριστεί μεσεγγυούχος ο αιτών τη μεσεγγύηση, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του καθ’ ου η αίτηση.

Περαιτέρω, το δικαστήριο δεν έχει καμία δέσμευση ως προς την επιλογή του προσώπου του μεσεγγυούχου από την υποβληθείσα αίτηση, αλλά παρέχεται σε αυτό διακριτική ευχέρεια για τον διορισμό του, βάσει της οποίας μπορεί να διορίσει τον οφειλέτη στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η μεσεγγύηση. Επίσης, μπορεί να διορίσει και τρίτο πρόσωπο αν κρίνεται κατάλληλο, ανεξάρτητα αν αυτός προτείνεται από τους διαδίκους.

Ο μεσεγγυούχος όμως, στον οποίο δεν μεταβιβάζεται η νομή των υπό μεσεγγύηση διέπεται κατ’ αρχήν από τις διατάξεις που αφορούν το θεματοφύλακα στην περίπτωση της παρακαταθήκης και περιορίζεται να φυλάει τα μεσεγγυημένα αντικείμενα, χωρίς να έχει δικαίωμα χρήσης τους.

Αλλά εάν το επιβάλλει, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, η φύση του μεσεγγυημένου πράγματος, ο μεσεγγυούχος μπορεί, κατά το άρθρο 956 παρ. 4 ΚΠολΔ, που αφορά τη μεσεγγύηση στην αναγκαστική κατάσχεση και εφαρμόζεται και στη δικαστική μεσεγγύηση ως ασφαλιστικό μέτρο κατά το άρθρο 726 παρ. 5 αυτού, να ενεργεί και διαχειριστικές πράξεις μετά από άδεια του δικαστηρίου, την οποία δικαιούνται να ζητήσουν ο μεσεγγυούχος και οι έχοντες έννομο συμφέρον, πλην όμως η άδεια αυτή μόνο στο μεσεγγυούχο παρέχεται.

Στην περίπτωση δε που παρασχεθεί από το δικαστήριο η άδεια αυτή, τότε ο μεσεγγυούχος καθίσταται διαχειριστής. Τυχόν κίνδυνος μείωσης της αξίας του μεσεγγυημένου πράγματος, ως εκ της αχρησίας του, δύναται να αντιμετωπιστεί με την παροχή αδείας από μέρους του δικαστηρίου προς το μεσεγγυούχο για την εκμετάλλευση του.

Το Ταμείο Παρακαταθηκών Και Δανείων Ως Μεσεγγυούχος

Αν τα πράγματα είναι κατά νόμο δεκτικά καταθέσεως, το δικαστήριο δεν διορίζει μεσεγγυούχο αλλά διατάζει τη δημόσια κατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Η ιδιότητα του Ταμείου ως δημοσίας αρχής και ειδικότερα ως ΝΠΔΔ δεν μεταβάλλει τη σχέση της δημοσίας καταθέσεως ως συμβάσεως παρακαταθήκης του κοινού δικαίου διεπομένης από τις περί αυτής (822-832 ΑΚ) και της δημοσίας καταθέσεως (427-433 ΑΚ) διατάξεις του ΑΚ και της νομοθεσίας περί του ΤΠΔ.

Απόδοση Του Πράγματος

Επί της συμβατικής καθώς και επί της δικαστικής μεσεγγυήσεως η απόδοση του πράγματος οφείλεται μόνον σε εκείνον από τους περισσοτέρους ενδιαφερομένους, στον οποίο το πράγμα περιέρχεται όταν αρθεί η αμφισβήτηση ή η αβεβαιότητα, που θα αναγνωρισθεί ως δικαιούχος είτε με συμφωνία των μερών είτε μετά τελεσίδικη ή ανέκκλητη δικαστική απόφαση που τέμνει τη διαφορά, η οποία προκάλεσε τον διορισμό μεσεγγυούχου.

Εκ των πλειόνων δε ενδιαφερομένων διατάσσεται η απόδοση σ’ εκείνον που αναγνωρίστηκε με την απόφαση ως δικαιούχος.

Η απόδοση του πράγματος δεν μπορεί να γίνει προτού αρθεί η αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των περισσοτέρων ενδιαφερομένων επί του πράγματος.

Ισχύς Ασφαλιστικών Μέτρων

Περαιτέρω, απόφαση ασφαλιστικών μέτρων έχει, κατά το άρθρ. 695 ΚΠολΔ, προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση, δηλαδή τα ασφαλιστικά μέτρα, ως μορφή προσωρινής δικαστικής, προστασίας που αποσκοπούν στην διασφάλιση των εριζόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων μέχρι την οριστική κρίση της διαφοράς τους ή τη ρύθμιση μέχρι τότε μιας κατάστασης προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου ή λόγω συνδρομής επείγουσας περίπτωσης (άρθρ. 682 ΚΠολΔ), έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα και συνδέονται τελολογικά με την κύρια διαγνωστική δίκη και κατ’ επέκταση με το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα.

Ωστόσο η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων αποτελεί γνήσια εκδήλωση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, αφού η κρίση της είναι αυθεντική και συνεπώς δεσμευτική για το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιώματος προσωρινής δικαστικής προστασίας και αναλόγως ως προς τα ληπτέα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία διαπλάσσονται προσωρινά οι ουσιαστικές σχέσεις των διαδίκων.

Σε κάθε δηλαδή περίπτωση το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα δεν είναι αντικείμενο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά απλό προδικαστικό ζήτημα, που εξετάζεται παρεμπιπτόντως για να θεμελιωθεί στη συνέχεια με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 682 ΚΠολΔ το συνταγματικά κατοχυρωμένο δημόσιο δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας (αρθρ. 20 § 1 Συντ.).

Η απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα έχει μεν προσωρινή ισχύ με την έννοια ότι δεσμεύει και μπορεί να εκτελεστεί ενόσω δεν έχει καταλυθεί, όμως και μετά την κατάλυσή της καλύπτει μόνιμα με τον μανδύα της νομιμότητας τη διάπλαση που πραγματοποιήθηκε σε συμμόρφωση μ’ αυτή, αφού κατά την κρατούσα γνώμη η κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, επειδή ακριβώς δεν είναι αποτέλεσμα ένδικου μέσου (παρά μόνο στην περίπτωση του άρθρ. 734§3 ΚΠολΔ), δεν θίγει την αρχική νομιμότητα των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά την νομιμότητα της διατήρησής τους και συνεπώς δεν οδηγεί σε αναδρομική άρση των συνεπειών τους.

Αναδρομικότητα & Ανατροπή

Έτσι η κατάλυση γενικώς της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, μόνον κατ’ εξαίρεση έχει αναδρομικά αποτελέσματα, δηλαδή αν αφορά προσημείωση υποθήκης (άρθρ. 1277 σε συνδυασμό με άρθρ. 1331 και 1280 εδ. β ΑΚ) ή στην περίπτωση του άρθρ. 730§2 ΚΠολΔ και βέβαια όταν πρόκειται για απόφαση προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής που εξαφανίσθηκε ύστερα από έφεση.

Αντίστοιχα, δεν ανατρέπεται αναδρομικά, αλλά μόνον για το μέλλον και το δεδικασμένο, που απορρέει από την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και καλύπτει αυθεντικά το αντικείμενο της σχετικής δίκης.

Με την ειδικότερη αυτή έννοια η προσωρινή ισχύς της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων χαρακτηρίζει ως προσωρινό και το δεδικασμένο της, το οποίο πάντως κάμπτεται έμμεσα όταν εκτοπισθεί από το δεδικασμένο της απόφασης για την κύρια δίκη.

Ως κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νοούνται συστηματικά οι περιπτώσεις της αυτοδίκαιης αποδυνάμωσής της κατά τα άρθρα 693§2, 715§5, 727, 729§5, 730§1 ΚΠολΔ και της ανάκλησης ή μεταρρύθμισής της με δικαστική απόφαση κατά το άρθρ. 696-698, 702§2εδ. β ΚΠολΔ, όπως επίσης και η εξαφάνιση ειδικά της απόφασης προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής ύστερα από έφεση κατά το άρθρ. 734§3 ΚΠολΔ, ενώ υπό ευρεία έννοια κατάλυση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων συνιστά και η ανάλωσή της κατά το περιεχόμενό της με εκούσια προς αυτή συμμόρφωση, αναγκαστική εκτέλεσή της ή και εκ των πραγμάτων.

Διαφορά Συντηρητικής Κατάσχεσης Από Δικαστική Μεσεγγύηση

Τέλος, η δικαστική μεσεγγύηση (που αντικατέστησε τη «συντηρητική κατάσχεση επί σκοπώ διεκδικήσεως» του προΐσχύσαντος δικαίου), διαφοροποιείται από το άλλο ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης (άρθρα 707 επ. ΚΠολΔ), ως προς το εξής:

Η μεν δικαστική μεσεγγύηση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση μη χρηματικών απαιτήσεων, δεσμεύει προσωρινά το πράγμα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μελλοντική άμεση αναγκαστική εκτέλεση για την παράδοση ή απόδοση αυτούσιου του δεσμευμένου πράγματος, η δε συντηρητική κατάσχεση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρα 723, 724 του ΚΠολΔ), δεσμεύει προσωρινά το περιουσιακό αντικείμενο του οφειλέτη που κατασχέθηκε, προκειμένου να καταστεί δυνατή μετά την τροπή της συντηρητικής κατάσχεσης σε αναγκαστική (άρθρο 722 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η μελλοντική έμμεση, αναγκαστική εκτέλεση, για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης του δανειστή που την επέβαλε από το προϊόν του πλειστηριασμού.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη Δικαστική Μεσεγγύηση.

Η Αλληλέγγυα Ευθύνη Του Φορολογικού Αντιπροσώπου

Σύμφωνα με την πρόσφατη Απόφαση 1343/2025 της ΔΕΔ επιβεβαιώθηκε η αλληλέγγυα ευθύνη του φορολογικού αντιπροσώπου που προβλέπει ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας. Αναλυτικά:

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Νόμοι

Το άρθρο 40 του Ν. 5144/2024 (Κώδικας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας) ορίζει ότι :

«1. Για την παράδοση αγαθών, την ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών και την παροχή υπηρεσιών, υπόχρεοι στον φόρο είναι:

γ) ο φορολογικός αντιπρόσωπος του εγκατεστημένου εκτός Ελλάδας υποκειμένου στον φόρο, για τις πραγματοποιούμενες από αυτόν πράξεις, για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, εκτός των πράξεων που αναφέρονται στις περ. ε) και στ),

δ) … ε) ο λήπτης των αγαθών, εφόσον είναι υποκείμενος στον φόρο, για τις κατωτέρω πράξεις για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, εφόσον οι πράξεις αυτές πραγματοποιούνται από μη εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενο στον φόρο:
εα) παράδοση αγαθών κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 20, και στο τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο με αυτό παραστατικό πωλήσεων που εκδίδεται, γίνεται ρητή αναφορά ότι πρόκειται για παράδοση αγαθών που πραγματοποιείται μετά από ενδοκοινοτική απόκτηση κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 20 και αναγράφεται τόσο ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΑΦΜ/ΦΠΑ), με τον οποίο ο υποκείμενος αυτός πραγματοποίησε την ενδοκοινοτική απόκτηση και τη μετέπειτα παράδοση αγαθών, όσο και ο ΑΦΜ/ΦΠΑ του παραλήπτη,

στ) ο λήπτης των υπηρεσιών, εφόσον είναι υποκείμενος στον φόρο ή μη υποκείμενο στον φόρο νομικό πρόσωπο το οποίο διαθέτει ΑΦΜ/ΦΠΑ στο εσωτερικό της χώρας, για τις παροχές υπηρεσιών για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 18, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται από μη εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενο στον φόρο, (…)»

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Ν. 5144/2024 (το οποίο αντικατέστησε τα αντίστοιχα άρθρα των νόμων 4174/2013 και 4987/2022), περί αλληλέγγυας ευθύνης των διοικούντων, ορίζονται τα εξής:

«1. Τα πρόσωπα που είναι εκτελεστικοί πρόεδροι, διευθυντές, γενικοί διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι, εντεταλμένοι στη διοίκηση και εκκαθαριστές των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τη διαχείριση ή διοίκηση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για την πληρωμή του φόρου εισοδήματος, παρακρατούμενου φόρου, κάθε επιρριπτόμενου φόρου, Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), που οφείλονται από αυτά τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, ανεξάρτητα από τον χρόνο βεβαίωσής τους, όπως και για τους τόκους, πρόστιμα, προσαυξήσεις και οποιεσδήποτε διοικητικές χρηματικές κυρώσεις επιβάλλονται επ’ αυτών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

  • Τα ανωτέρω πρόσωπα είχαν μια από τις ανωτέρω ιδιότητες είτε κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας είτε κατά τον χρόνο λύσης, διάλυσης ή συγχώνευσής τους είτε κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισής τους,
  • Οι οφειλές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά τη διάρκεια της θητείας τους υπό κάποια εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων με την επιφύλαξη των επόμενων εδαφίων.

Αν οι οφειλές διαπιστώνονται μετά από έλεγχο, ως αλληλεγγύως υπεύθυνα πρόσωπα κατά την έννοια της παρούσας νοούνται μόνο τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των περ. α) και γ) κατά το φορολογικό έτος ή την περίοδο στην οποία ανάγονται οι οφειλές αυτές. Εάν οι φορολογικές οφειλές της παρούσας έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει και τα πρόσωπα στα οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των περ. α) και γ) κατά τον χρόνο που κάθε δόση της ρύθμισης κατέστη ληξιπρόθεσμη ή η ρύθμιση απωλέσθηκε.

Για τα ποσά των τόκων, των προσαυξήσεων, των προστίμων και των λοιπών χρηματικών κυρώσεων, η αλληλέγγυα ευθύνη βαραίνει τα πρόσωπα που είναι αλληλεγγύως υπεύθυνα για την κύρια οφειλή επί της οποίας υπολογίζονται και επιβάλλονται τα ποσά αυτά.
  • Οι εν λόγω οφειλές δεν καταβλήθηκαν ή δεν αποδόθηκαν στο Δημόσιο από υπαιτιότητα των ανωτέρω προσώπων. Το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη υπαιτιότητας φέρουν τα πρόσωπα της παρούσας.
  • Ειδικά αν απωλεσθεί ρύθμιση στην οποία είχαν υπαχθεί οι εν λόγω οφειλές, τα πρόσωπα που ευθύνονται αλληλέγγυα δύνανται να επανεντάξουν, κατόπιν αίτησής τους, στο ίδιο καθεστώς ρύθμισης τις υπολειπόμενες οφειλές του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας για τις οποίες έχουν ευθύνη καταβολής. Διατάξεις και όροι που διέπουν την αρχική ρύθμιση στην οποία γίνεται επανένταξη, εξακολουθούν να ισχύουν. Στα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας, παρέχεται πληροφόρηση για τις οφειλές για τις οποίες έχουν ευθύνη καταβολής μέσω των πληροφοριακών συστημάτων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, κατά παρέκκλιση του άρθρου 21 περί φορολογικού απορρήτου…»
Εγκύκλιοι

Σύμφωνα με την ΠΟΛ. 1113/22-05-2013  «Διαδικασία χορήγησης Α.Φ.Μ. και υποβολής περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ για την καταβολή του φόρου από υποκείμενους στο φόρο που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης» προβλέπεται ότι :

«Άρθρο 1 Διαδικασία χορήγησης Α.Φ.Μ.

1. Οι υποκείμενοι στο φόρο που δεν είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα αλλά εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και πραγματοποιούν πράξεις, για τις οποίες είναι υπόχρεοι για την καταβολή του ΦΠΑ στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1.β’ του άρθρου 35 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000) υποχρεούνται, να υποβάλλουν δήλωση έναρξης εργασιών σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 36 του ίδιου Κώδικα. Στις περιπτώσεις που οι ως άνω υποκείμενοι δεν ορίζουν φορολογικό αντιπρόσωπο, ο Α.Φ.Μ. χορηγείται με την υποβολή της δήλωσης του Παραρτήματος Ι της παρούσας, η οποία αποτελεί, για τις ανάγκες εφαρμογής της και μόνο, δήλωση απόδοσης Α.Φ.Μ./έναρξης εργασιών…. 

Άρθρο 3 Ορισμός – ανάκληση φορολογικού αντιπροσώπου

  1. Στην περίπτωση που ο υποκείμενος στο φόρο έχει λάβει Α.Φ.Μ. με τις διαδικασίες της ΠΟΛ.1113/22.5.2013 Α.Υ.Ο. και επιθυμεί στο εξής να ορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο στην Ελλάδα, υποβάλλεται από τον φορολογικό αντιπρόσωπο στον αρμόδιο υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. φορολογίας του η σχετική δήλωση μεταβολής, έντυπο Μ2 ή Μ3, κατά περίπτωση, συνυποβάλλεται το έντυπο Μ7, καθώς και το σχετικό για τον ορισμό του πληρεξούσιο έγγραφο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις…
  2. Στην περίπτωση που ο υποκείμενος στο φόρο επιθυμεί την ανάκληση του φορολογικού αντιπροσώπου, προκειμένου ο ίδιος να εκπληρώνει πλέον τις φορολογικές του ως προς τον Φ.Π.Α. υποχρεώσεις, αποστέλλει στη Δ.Ο.Υ. Α’ Αθηνών τη δήλωση της παρούσας, σημειώνοντας (Χ) στις ενδείξεις «Μεταβολή» και «Ανάκληση φορολογικού αντιπροσώπου», αναγράφοντας ως ημερομηνία μεταβολής την ημερομηνία ανάκλησης του εγγράφου πληρεξουσιότητας, τον Α.Φ.Μ. που διαθέτει στην Ελλάδα μέσω του φορολογικού αντιπροσώπου και τα λοιπά στοιχεία της δήλωσης…»
Επίσης, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1125/2016 «Υποχρέωση απόκτησης ΑΦΜ ή ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου από μη εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα κατά την εισαγωγή και εξαγωγή εμπορευμάτων, καθώς και την υπαγωγή εμπορευμάτων σε τελωνειακά ανασταλτικά καθεστώτα» ορίζεται :

«Με αφορμή προφορικά και γραπτά ερωτήματα τελωνειακών αρχών και οικονομικών φορέων, καθώς και των τελωνειακών τους αντιπροσώπων αναφορικά με την υποχρέωση ή μη απόκτησης ΑΦΜ για εγκατεστημένα σε άλλο Κράτος Μέλος της Ε.Ε ή εκτός Ε.Ε υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας και πραγματοποιούν εισαγωγές και εξαγωγές εμπορευμάτων ή θέτουν εμπορεύματα τρίτων χωρών σε τελωνειακά ανασταλτικά καθεστώτα μέσω υποβολής των κατά περίπτωση προβλεπομένων τελωνειακών παραστατικών, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα :

i. Αριθμοί αναγνώρισης οικονομικών φορέων : για τελωνειακούς σκοπούς (αριθμός EORI) και σκοπούς ΦΠΑ (ΑΦΜ)……….. Στις υποχρεώσεις των υποκείμενων στο φόρο προσώπων, εμπίπτει, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 36 του Ν.2859/2000 “Κώδικας ΦΠΑ”, η απόκτηση μοναδικού αριθμού φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ).

Η υποχρέωση απόκτησης ΑΦΜ, μέσω ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, για τους υποκείμενους στο φόρο που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ε.Ε είναι δυνητική δεδομένου ότι τα πρόσωπα αυτά καθίσταται δυνατόν να αποκτούν ΑΦΜ στη χώρα μας με τη διαδικασία της ΠΟΛ.1113/22.5.2013 Α.Υ.Ο.

Για υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα που δεν είναι μόνιμα εγκαταστημένα στο εσωτερικό της χώρας ή στο εσωτερικό άλλου Κράτους Μέλους, η απόκτηση ΑΦΜ, μέσω ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, είναι υποχρεωτική.

Ο ορισμός φορολογικού αντιπροσώπου πραγματοποιείται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας με την κατάθεση πληρεξουσίου εγγράφου στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ που είναι αρμόδιος για τη φορολογία εισοδήματος του φορολογικού αντιπροσώπου.

Οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αυτών καθορίζονται στην ΠΟΛ.1281/26.8.1993 Α.Υ.Ο, όπως ισχύει. Ο φορολογικός αντιπρόσωπος έχει αλληλέγγυα ευθύνη με το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο (άρθρο 7 της ΠΟΛ.1282/93 Α.Υ.Ο). Ευνόητο είναι ότι, ο φορολογικός αντιπρόσωπος αποκτά ΑΦΜ για λογαριασμό κάθε εντολέα του, το οποίο δεν πρέπει να συγχέεται με το ΑΦΜ που διαθέτει ο ίδιος ως φυσικό ή νομικό πρόσωπο

Ερμηνεία

Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, για φορολογητέες πράξεις που διενεργούνται στο εσωτερικό της Ελλάδος από επιχείρηση με εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε. και έχουν ως τόπο φορολογίας την Ελλάδα και, εφόσον δεν υπάρχει υποχρέωση για μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα, η  επιχείρηση μπορεί  να επιλέξει είτε  να  λάβει  Α.Φ.Μ. /Φ.Π.Α. μέσω  ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου, που θα ενεργεί για λογαριασμό της (καθίσταται υπόχρεος για την υποβολή δηλώσεων και την καταβολή του οφειλόμενου Φ.Π.Α. και φέρει αλληλέγγυα ευθύνη), είτε να λάβει ελληνικό Α.Φ.Μ. /Φ.Π.Α. και να εκπληρώνει η ίδια τις δηλωτικές υποχρεώσεις της,  με την καταβολή του σχετικού Φ.Π.Α.

Εφόσον, όμως αλλοδαπή εταιρία υποβάλλει δήλωση έναρξης εργασιών στην Ελλάδα ορίζοντας φορολογικό αντιπρόσωπο, ο τελευταίος υπέχει αλληλέγγυα ευθύνη.

Τούτο δε μάλιστα, ανεξάρτητα από το αν ήταν εκ του νόμου υποχρεωτικός ή όχι ο ορισμός φορολογικού αντιπροσώπου, με την έννοια ότι θα ήταν αρκετός ο ορισμός εκπροσώπου του άρθρου 8 Ν. 5104/2024 αντί αντιπροσώπου.   

ΔΙΑΦΟΡΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ

Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 5104/2024 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας- ΚΦΔ):

  1. Φορολογούμενος που είναι φορολογικός κάτοικος αλλοδαπής δύναται να ορίσει ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, φορολογικό κάτοικο Ελλάδας, ως φορολογικό εκπρόσωπο για σκοπούς συμμόρφωσης με τις τυπικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από τον Κώδικα, στον οποίο αποστέλλεται κάθε είδους αλληλογραφία σχετικά με τον φορολογούμενο.
  2. Ειδικά για τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και τον φόρο ασφαλίστρων, ισχύει η περ. δ) της παρ. 4 του άρθρου 36 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α’ 248), περί ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου.
  3. Το πρόσωπο που ορίζεται φορολογικός εκπρόσωπος δεν ευθύνεται για την εκπλήρωση ή μη των φορολογικών υποχρεώσεων του φορολογούμενου.

Επομένως, ο φορολογικός αντιπρόσωπος είναι ουσιαστικά ο αντίκλητος του φορολογικού κατοίκου αλλοδαπής, του οποίου η μοναδική ευθύνη είναι να λαμβάνει το φορολογική αλληλογραφία για λογαριασμό του τελευταίου.

Αντίθετα, όπως αναλύθηκε, ο φορολογικός αντιπρόσωπος έχει τις παραπάνω αρμοδιότητες και, επιπροσθέτως, υπέχει αλληλέγγυα ευθύνη έναντι του Δημοσίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αλληλέγγυα ευθύνη του φορολογικού αντιπροσώπου αλλοδαπής εταιρείας.

Η Ρήτρα «Claims Made Policy» Στις Συμβάσεις Ασφάλισης

H ρήτρα «Claims Made Policy» («αξιώσεις που θα προβληθούν»), ορίζει ότι δεν αρκεί μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου, κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, για να γεννηθεί η υποχρέωση του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά τη διάρκειά αυτής της περιόδου οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή.

Κατά επιεικέστερη, δε, παραλλαγή της, αρκεί να αναγγελθεί απλώς στον ασφαλιστή η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης κατά τη διάρκειά της ασφαλιστικής περιόδου («ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας»).

Η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δεν συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσής του ασφαλισμένου προς αποζημίωση.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 1 § 1 του Ν. 2496/1997:

  • «Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενό της (λήπτη ασφάλισης) ή τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)»,

ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του αυτού ως άνω Ν. 2496/1997:

  • «Αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σε καταβολή του ποσού, για το οποίο δεν υπάρχει καθυστέρηση»

και κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ίδιου νόμου:

  • «Αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από 4 χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από 5 χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν».

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 του ίδιου ως άνω νόμου:

  • «Η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη».
Σχετική Νομολογία

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή, για ζημιές όχι δικές του αλλά τρίτων, για τις οποίες δημιουργείται αποζημιωτική ενοχή του ασφαλισμένου, γεννιέται μεν, όχι από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, δηλαδή όχι από τον χρόνο που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (όπως π.χ. επί της υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης από τη λειτουργία αυτοκινήτου), αλλά όταν ο ζημιωθείς τρίτος, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο, όχι αποκλειστικά την σχετική προς αποκατάσταση της ζημιάς του αγωγή, αλλά και εξώδικη δήλωση – όχληση (“claims made policy“).

Η τελευταία αρκεί για να αρχίσει από τότε η σύνδεση του αποτελέσματος του ζημιογόνου γεγονότος (ζημίας) με την περιουσία του ασφαλισμένου και για να επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου (ΑΠ 228/2023).

Ρήτρα Ενημέρωσης

Με τη διάταξη του άρθρου 7§1 του ν. 2496/1997 ορίζεται ότι ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός 8 ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η υπαίτια παράβαση από το λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του.

Ακολούθως, με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 του ίδιου και πάλι άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.

Η υποχρέωση ειδικότερα του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (“claims made policy“) συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται όμως σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητά του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή (ΟλΑΠ 18/2025).

Ασφάλιση Επαγγελματικών Κινδύνων & Επαγγελματικής Ευθύνης

Εξάλλου, η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την «κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων», πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33§1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις “ημιαναγκαστικού” κατ’ αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν.

Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχομένη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκουμένης υπό ανίσους όρους συμβατικής ελευθερίας.

Αντίθετα στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ. 33§1 του ν. 2496/1997 είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ’ αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν. 2496/1997.

Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρ. 7§6 του ν. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού (2496/1997), που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ’ αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών.

Συνεπώς ως απαλλακτική ρήτρα μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα “claims made policy”.

Μάλιστα, με την υπ’ αριθ. 14/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έχει ήδη κριθεί ότι η ρήτρα “claims made policy” μπορεί έγκυρα να συμφωνηθεί στην ασφάλιση πίστωσης κατά επαγγελματικών κινδύνων, οπότε όμως συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος για να γίνει δεκτή η ρήτρα αυτή και στις λοιπές ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων.

Επομένως η απαλλακτική ρήτρα “claims made policy“, εφόσον γίνεται τελικά δεκτό ότι αποτελεί ευχέρεια παρεχομένη από το άρθρ. 7§6 του ν. 2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρ. 33§1 του νόμου αυτού.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Η ίδια εξάλλου ρήτρα «Claims Made Policy» δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ’ εαυτής στη ρύθμιση του άρθρ. 2§8 του ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρ. 13§3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρ. 7§6 του παραπάνω νόμου.

Ωστόσο, στη θεωρία κυρίως, υποστηρίζεται και η άποψη ότι η παρ. 6 είναι συνέχεια της παρ. 5 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997 και συνεπώς η διεύρυνση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων πρέπει να έχει τη στενότερη έννοια της απόκλισης από το βαθμό μόνο της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος όχι μόνον όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στην παρ. 5 προσώπων, αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφριά αμέλειά τους.

Γι’ αυτό, άλλωστε, κατά την ίδια άποψη, η πρόβλεψη της παρ. 6 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997 επαναλαμβάνεται και με άλλες διατάξεις του νόμου αυτού σε ανάλογες περιπτώσεις κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, που θα ήταν περιττές, αν η παρ. 6 είχε γενικευμένη ευρεία εφαρμογή.

Όμως, οι μεν διατάξεις της παρ. 4 του άρθρ. 18 του ίδιου νόμου για την ανοικτή ασφάλιση και της παρ. 5 του άρθρ. 19 του ίδιου νόμου για την ασφάλιση πυρκαγιάς αφορούν γενικότερα τη δυνατότητα συμβατικής τροποποίησης των όρων των άρθρων αυτών, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους.

Η δε διάταξη της παρ. 4 του άρθρ. 14 του αυτού νόμου, κατά την οποία αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, μπορεί να συμφωνηθεί η απαλλαγή του ασφαλιστή στο μέτρο που από υπαιτιότητά τους ματαιώθηκε η άσκηση του αναγωγικού δικαιώματός του κατά του τρίτου που προξένησε τη ζημία, διευρύνει τις προβλεπόμενες περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή από την καταβολή του ασφαλίσματος μόνον ως προς το βαθμό υπαιτιότητας του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης αναφορικά με την απώλεια του αναγωγικού δικαιώματος του ασφαλιστή.

Το παραπάνω, όμως, δεν σημαίνει ότι ανάλογα περιορισμένη έννοια έχει και η διάταξη της παρ. 6 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997, αλλά αντίθετα αποτελεί πρόσθετο επιχείρημα ότι ο νομοθέτης, αν ήθελε να περιορίσει το εύρος των απαλλακτικών ρητρών που μπορούν να συμφωνηθούν κατά την ως άνω παρ. 6, θα όφειλε να έχει διατυπώσει την παράγραφο αυτή κατά τρόπο όμοιο με την περιοριστική διατύπωση της παρ. 4 του άρθρ. 14 του νόμου αυτού. 

Ζητήματα Καταχρηστικότητας Ρήτρας «Claims Made»

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 ως προς την προστασία των καταναλωτών, που αποτελεί εξειδίκευση του άρθρου 281 του ΑΚ στο πεδίο της προστασίας των καταναλωτών, οι γενικοί όροι των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.), ήτοι οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις και επιβάλλονται από τον προμηθευτή στον καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι αναδρομικώς (ex tunc, άρθρο 180 του ΑΚ) απολύτως άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών σε βάρος του καταναλωτή.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες τις υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται.

Η Ρήτρα «Claims Made» Ως Όρος Συναλλαγών

Αντίποδας των ΓΟΣ είναι οι ειδικοί όροι που συμφωνήθηκαν για τη συγκεκριμένη περίπτωση ύστερα από διαπραγμάτευση, επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι προστατευτικές υπέρ του καταναλωτή διατάξεις.

Συνήθης είναι η χρήση ΓΟΣ και στις ασφαλιστικές συμβάσεις του Ν. 2496/1997, διότι περιέχουν ασφαλιστικούς όρους, γενικούς και ειδικούς, τους οποίους ο ασφαλιστής επαναλαμβάνει ομοιόμορφα στις συμβάσεις του, δεν διαπραγματεύεται το περιεχόμενό τους με κάθε λήπτη ασφάλισης, αλλά τους έχει ετοιμάσει εκ των προτέρων, έτσι ώστε ο μέλλων να ασφαλιστεί ή τους δέχεται όλους και προσχωρεί στη σύμβαση ή δεν τους δέχεται και δεν συνάπτεται η σύμβαση. Ωστόσο, η ασφαλιστική σύμβαση περιέχει και όρους που έχουν συνταχθεί μετά από διαπραγμάτευση με το λήπτη.

Τέτοιοι είναι οι όροι που συνιστούν τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης, όπως είναι τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα, οι κίνδυνοι που καλύπτονται, η περιουσία ή το αντικείμενο που ασφαλίζεται και η χρηματική αξία τους, η διάρκεια της ασφάλισης, το ασφάλιστρο, ο χρόνος και ο τόπος έκδοσης του ασφαλιστηρίου, το τυχόν ασφαλιστικό ποσό, δηλαδή το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή και γενικά τα κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2496/1997 στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης και ό,τι άλλο επί πλέον στοιχείο απαιτεί η κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όπως τυχόν ποσό απαλλαγής του ασφαλιστή για ένα μέρος της κάθε ζημίας κ.λπ.

Συνεπώς, οι όροι αυτοί περιέχουν μόνο τη συγκεκριμένη κάλυψη που αγόρασε ο λήπτης, και όχι τους γενικούς όρους με τους οποίους ο ασφαλιστής παρέχει την κάλυψη ομοιόμορφα στους πελάτες του.

Έτσι δεν τίθεται γι’ αυτούς θέμα καταχρηστικότητας κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του Ν. 2251/1994 , τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, δηλαδή ότι δεν έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας.

Νομιμότητα Ειδικών Όρων Συναλλαγών

Εξάλλου, μετά τον Ν. 4512/2018 οι έννοιες του καταναλωτή και του προμηθευτή καταλαμβάνουν αντίστοιχα :

  • «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα» και
  • «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το αν διέπεται από το ιδιωτικό ή δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί ακόμη και μέσω κάθε άλλου προσώπου που ενεργεί στο όνομά του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές του δραστηριότητες».

Τέλος, από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 8 του Ν. 2251/1994 συνάγεται ότι τον προσδιορισμό της αόριστης νομικής έννοιας της καταχρηστικότητας του γενικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, ο νόμος εξαρτά από ορισμένα στοιχεία, τα οποία πρέπει να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου, ώστε αυτό να κρίνει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός.

Η απαγόρευση, δηλαδή, της εφαρμογής ενός καταχρηστικού γενικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης αποτελεί εξειδικευμένη περίπτωση της θεμελιώδους αρχής του άρθρου 281 του ΑΚ.

Πρέπει, τέλος, να επισημανθεί ότι η σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης, η οποία εμπίπτει στις περιπτώσεις ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, ήτοι κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα της λήπτριας της ασφάλισης τεκμαίρεται ότι οι όροι αυτής διαμορφώνονται ελεύθερα, λαμβανομένου υπόψη ότι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δύναται να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας (ΕφΠειρ 15/2024).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη ρήτρα «Claims Made» στις ασφαλιστικές συμβάσεις.

Έκτακτος Έλεγχος ΑΕ: Ν. 4548/2018 & Όρια Για Τη Μειοψηφία

Έκτακτος Έλεγχος ΑΕ: Πότε Τον Επιλέγει Η Μειοψηφία Έναντι Άλλων Ενεργειών

Εν συντομία:

  • Ο έκτακτος έλεγχος ΑΕ είναι δικαίωμα της μειοψηφίας να ζητήσει δικαστικά έλεγχο της διαχείρισης, με σκοπό τη συγκέντρωση αποδείξεων και όχι την επιδίκαση αποζημίωσης.
  • Δύο όρια ενεργοποιούν διαφορετικό εύρος: το 1/20 του κεφαλαίου δίνει έλεγχο νομιμότητας, ενώ το 1/5 επεκτείνεται και στον έλεγχο της χρηστής διαχείρισης.
  • Η αίτηση της μικρής μειοψηφίας υποβάλλεται μέσα σε τρία έτη από την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων της επίμαχης χρήσης.
  • Η αμοιβή των ελεγκτών βαρύνει καταρχήν τον αιτούντα, με δυνατότητα του δικαστηρίου να την επιρρίψει στην εταιρεία.
  • Η επιλογή του ελέγχου έναντι ακύρωσης αποφάσεων, αγωγής ευθύνης ή μήνυσης εξαρτάται από το είδος του προβλήματος και τον επιδιωκόμενο στόχο.
Διάγραμμα ροής με τα πέντε στάδια που οδηγούν τον μέτοχο μειοψηφίας σε παραδεκτή αίτηση έκτακτου ελέγχου ΑΕ κατά τον Ν. 4548/2018.
Πότε ο μέτοχος μειοψηφίας επιλέγει τον έκτακτο έλεγχο ΑΕ έναντι άλλων ενεργειών: η διαδρομή από την υπόνοια σοβαρών παραβάσεων έως την παραδεκτή αίτηση, με βάση τα άρθρα 142-143 του Ν. 4548/2018 και τη ΜΠρΑθ 1787/2023.

Πότε ζητά η μειοψηφία έκτακτο έλεγχο ΑΕ;

Ο έκτακτος έλεγχος επιλεγεται, όταν η μειοψηφία πιθανολογεί κακοδιαχείριση ή παρανομία την οποία δεν μπορεί να αποδείξει και χρειάζεται δικαστικά αξιοποιήσιμα στοιχεία για να θεμελιώσει αγωγή κατά των διοικούντων ενώ, ταυτόχρονα, διαθέτει το απαιτούμενο ποσοστό εντός της προθεσμίας.

Πρόκειται για εργαλείο απόδειξης και πληροφόρησης, όχι για μέσο άμεσης αποζημίωσης ή ανατροπής εταιρικών αποφάσεων.

Το δικαίωμα τυποποιείται στο άρθρο 142 του Ν. 4548/2018 και εντάσσεται στα δικαιώματα της μειοψηφίας της ανώνυμης εταιρείας. Επιδιώκει τρεις σκοπούς:

  • τη συγκέντρωση στοιχείων για άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά των εταιρικών οργάνων,
  • την αναζήτηση των ευθυνών τους και
  • την ενημέρωση της γενικής συνέλευσης για τον τρόπο άσκησης της διαχείρισης.

Κρίσιμο για την απόφαση είναι ότι η άσκηση του δικαιώματος δεν εμποδίζεται ούτε από την έγκριση του ισολογισμού ούτε από την απαλλαγή του διοικητικού συμβουλίου από την ευθύνη του, ακόμη και όταν στη σχετική απόφαση συμμετείχαν οι αιτούντες μέτοχοι. Η μειοψηφία που ψήφισε υπέρ της απαλλαγής διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει τον έλεγχο, εφόσον προκύψουν νεότερες ενδείξεις.

Η εμπειρία από υποθέσεις μετοχικών διαφορών δείχνει ότι ο έκτακτος έλεγχος αποδίδει όταν προηγείται στοχευμένη προεργασία (πχ έκτακτη ΓΣ) επί συγκεκριμένων διαχειριστικών πράξεων και όχι γενικευμένη δυσαρέσκεια για την πορεία της εταιρείας. Η αίτηση που στηρίζεται σε αόριστα παράπονα απορρίπτεται, ενώ εκείνη που εξειδικεύει πράξεις, χρήσεις και πιθανολογούμενες παραβάσεις έχει σοβαρές πιθανότητες να ευδοκιμήσει.

Μικρή ή μεγάλη μειοψηφία: ποιο όριο και ποιον έλεγχο ενεργοποιεί;

Το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου ενεργοποιεί έλεγχο νομιμότητας και απαιτεί καταγγελία συγκεκριμένων πράξεων που πιθανολογούν παράβαση νόμου, καταστατικού ή αποφάσεων της γενικής συνέλευσης.

Το 1/5 επεκτείνει τον έλεγχο και στη χρηστή και συνετή διαχείριση, αποκλείεται όμως όταν η αιτούσα μειοψηφία εκπροσωπείται στο διοικητικό συμβούλιο.

Η «μικρή μειοψηφία» που αντιπροσωπεύει το 1/20 περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας, δηλαδή στην εξακρίβωση παραβάσεων όπως η απόκρυψη κερδών ή οι λογιστικές αταξίες. Η απαιτούμενη πιθανολόγηση αφορά μόνο τα γεγονότα και όχι τον νομικό χαρακτηρισμό τους, ο οποίος ανήκει στο δικαστήριο. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε τρία έτη από την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων της επίμαχης χρήσης.

Η «μεγάλη μειοψηφία» που αντιπροσωπεύει το 1/5 δεν χρειάζεται να επικαλεστεί συγκεκριμένη παράβαση. Αρκεί να προβάλει ότι, από τη συνολική πορεία των εταιρικών υποθέσεων, η διοίκηση δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση. Ο έλεγχός της εκτείνεται και στη σκοπιμότητα της διαχείρισης, που μέρος της θεωρίας προσεγγίζει ορθότερα ως έλεγχο επιμέλειας.

Η νομολογία διαφοροποιεί τον βαθμό απόδειξης. Για τη μικρή μειοψηφία αρκεί να πιθανολογηθεί ότι τελέστηκαν οι καταγγελλόμενες πράξεις, ενώ για τη μεγάλη ο έλεγχος διατάσσεται μόνο αν αποδειχθούν πλήρως η μη χρηστή διαχείριση, η κακή οικονομική πορεία και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ τους (ΑΠ 1484/2019).

Μόνη αρνητική προϋπόθεση για τη μεγάλη μειοψηφία είναι να μην εκπροσωπείται στο διοικητικό συμβούλιο. Το καταστατικό μπορεί να μειώσει το απαιτούμενο ποσοστό, όχι όμως πέραν του μισού.

Η επιλογή της δικονομικής βάσης δεν είναι απλό ζήτημα ποσοστού. Η μικρή μειοψηφία απαιτεί λιγότερες μετοχές και χαμηλότερο βαθμό απόδειξης, αλλά δεσμεύεται να εντοπίσει συγκεκριμένες παράνομες πράξεις.

Η μεγάλη μειοψηφία απαλλάσσεται από την εξειδίκευση πράξεων, επωμίζεται όμως βαρύτερο βάρος απόδειξης ως προς τη συνολική κακή διαχείριση και αποκλείεται με την παραμικρή εκπροσώπηση στο διοικητικό συμβούλιο. Η σωστή επιλογή εξαρτάται από το τι μπορεί πραγματικά να αποδειχθεί κάθε φορά.

ΚριτήριοΜικρή μειοψηφία (1/20)Μεγάλη μειοψηφία (1/5)
Απαιτούμενο ποσοστό1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου1/5 του καταβεβλημένου κεφαλαίου
Αντικείμενο ελέγχουΝομιμότητα (παραβάσεις νόμου, καταστατικού ή αποφάσεων ΓΣ)Νομιμότητα και χρηστή, συνετή διαχείριση
Τι πρέπει να προβληθείΚαταγγελία συγκεκριμένων πράξεωνΜη χρηστή διαχείριση από τη συνολική πορεία
Βαθμός απόδειξηςΠιθανολόγηση πραγματικών γεγονότωνΠλήρης απόδειξη κακής διαχείρισης, κακής πορείας και αιτιώδους συνδέσμου
ΠροθεσμίαΤριετία από την έγκριση των οικονομικών καταστάσεωνΧωρίς ρητή τριετία στον νόμο
Αρνητική προϋπόθεσηΔεν ισχύειΜη εκπροσώπηση στο ΔΣ
Καταστατική μείωση ορίουΈως το μισόΈως το μισό

Πώς διεξάγεται ο έκτακτος έλεγχος και ποιος επιβαρύνεται τα έξοδα;

Το δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αναθέτει τον έλεγχο σε έναν τουλάχιστον ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία. Σε μικρότερες υποθέσεις μπορεί να διορίσει λογιστή φοροτεχνικό Α’ τάξης, μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου, ενώ για ζητήματα νομιμότητας ή χρηστότητας μπορεί να ορίσει και πραγματογνώμονες της συγκεκριμένης ειδικότητας.

Ο διορισμός γίνεται με κριτήριο το μέγεθος της εταιρείας, τις καταγγελλόμενες πράξεις και τις αναμενόμενες ελεγκτικές εργασίες. Οι διοριζόμενοι ελεγκτές έχουν τα δικαιώματα πληροφόρησης και το καθήκον εχεμύθειας των τακτικών ελεγκτών, εκτός αν η απόφαση ορίζει διαφορετικά. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να τάξει προθεσμία για τη διενέργεια του ελέγχου και να αντικαταστήσει τους ελεγκτές που διόρισε.

Οι ελεγκτές οφείλουν να ολοκληρώσουν το έργο χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και να υποβάλουν την έκθεση στην ελεγχόμενη εταιρεία και στον αιτούντα. Το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να θέσει την έκθεση υπόψη των μετόχων το αργότερο στην αμέσως επόμενη γενική συνέλευση. Αν διαπιστωθούν παραβάσεις που τιμωρούνται ποινικά, οι ελεγκτές υποβάλλουν την έκθεση και στην αρμόδια εισαγγελική αρχή.

Ως προς το κόστος, η αμοιβή καταβάλλεται από τον αιτούντα μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου. Το δικαστήριο μπορεί ωστόσο να επιρρίψει στην εταιρεία το σύνολο ή μέρος της αμοιβής, ή να ορίσει ότι ο αιτών θα την προκαταβάλει και θα την αναζητήσει από την εταιρεία.

Η αμοιβή υπόκειται σε αναθεώρηση μετά τη διενέργεια του ελέγχου. Το οικονομικό αυτό βάρος αποτελεί πραγματικό κριτήριο στην απόφαση για την κατάθεση της αίτησης.

Τι κερδίζει, πρακτικά, η μειοψηφία από την έκθεση του ελεγκτή;

Η αξία της έκθεσης είναι κατ’ εξοχήν αποδεικτική. Παρέχει τεκμηριωμένη βάση για αγωγή αποζημίωσης κατά των διοικούντων, ενημερώνει τη γενική συνέλευση και ανοίγει τον δρόμο για κλιμάκωση σε αστικές ή ποινικές διαδικασίες. Δεν λειτουργεί ως αυτοτελής τίτλος αποζημίωσης, αλλά ως το υλικό πάνω στο οποίο στηρίζονται οι επόμενες κινήσεις.

Η εταιρική αξίωση αποζημίωσης ασκείται με την εταιρική αγωγή, όταν τη ζημία έχει υποστεί η ίδια η εταιρεία από πράξεις των οργάνων της. Όταν θεμελιώνεται προσωπική ζημία του μετόχου, χωρεί ατομική αξίωση. Η αδικοπρακτική ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου ενεργοποιείται όταν η συμπεριφορά τους συνιστά αυτοτελώς αδικοπραξία.

Όταν τα ευρήματα στοιχειοθετούν αξιόποινη πράξη, όπως απιστία σε βάρος της εταιρείας, η μειοψηφία μπορεί να προχωρήσει σε μήνυση κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου. Η έκθεση του ελεγκτή λειτουργεί τότε ως οργανωμένο αποδεικτικό υλικό ενώ, ανεξάρτητα από αυτήν, οι ίδιοι οι ελεγκτές έχουν ήδη υποχρέωση να διαβιβάσουν τυχόν ποινικές παραβάσεις στον εισαγγελέα.

Πότε η αίτηση ελέγχου απορρίπτεται ως αόριστη ή απαράδεκτη;

Η αίτηση πάσχει αοριστίας όταν δεν μνημονεύει ρητά την προσβαλλόμενη διαχειριστική πράξη ή δεν εξειδικεύει τις οικονομικές χρήσεις τις οποίες αφορά.

Η αίτηση της μικρής μειοψηφίας είναι επιπλέον απαράδεκτη όταν, παρά τη διατύπωσή της, στρέφεται στην ουσία κατά της σκοπιμότητας μιας διαχειριστικής επιλογής, αφού η μικρή μειοψηφία νομιμοποιείται μόνο σε έλεγχο νομιμότητας.

Η νομολογία έχει κρίνει αόριστη την αίτηση που δεν προσδιορίζει την επίμαχη πράξη ούτε τις χρήσεις στις οποίες αυτή ανάγεται (ΜΠρΑθ 1787/2023).

Με βάση τη διάκριση νομιμότητας και σκοπιμότητας αίτηση, για παράδειγμα, μικρής μειοψηφίας που αμφισβητεί στην πραγματικότητα την αποτίμηση της αξίας ακινήτων της εταιρείας είναι απαράδεκτη, διότι το ζήτημα ανήκει στον έλεγχο σκοπιμότητας τον οποίο μπορεί να ζητήσει μόνο η μεγάλη μειοψηφία.

Ως προς τους διαδίκους, η αίτηση μπορεί να στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας αλλά και κατά των μελών της ελεγκτέας διοίκησης, τα οποία ομοδικούν κατά το άρθρο 74 παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ως συνυποκείμενα στον έλεγχο, ευθυνόμενα είτε από την εντολή είτε από το αδίκημα (ΑΠ 1484/2019).

Η σύνταξη της αίτησης είναι καθοριστική. Η απαρίθμηση των επίμαχων πράξεων, η αντιστοίχισή τους με συγκεκριμένες χρήσεις και η ορθή επιλογή μεταξύ ελέγχου νομιμότητας και σκοπιμότητας ανάλογα με το ποσοστό, κρίνουν την τύχη της δίκης πριν από κάθε ουσιαστική εξέταση.

Η εμπειρία από υποθέσεις αιτήσεων ελέγχου δείχνει ότι η αοριστία ως προς τις χρήσεις και τις προσβαλλόμενες πράξεις είναι ο συνηθέστερος λόγος απόρριψης.

Έκτακτος έλεγχος ή άλλο ένδικο βοήθημα: ποιο εργαλείο για ποιο πρόβλημα;

Ο έκτακτος έλεγχος ταιριάζει σε υπόνοια αδιαφανούς ή παράνομης διαχείρισης που χρειάζεται απόδειξη. Όταν το πρόβλημα είναι διαφορετικό, η μειοψηφία διαθέτει άλλες εναλλακτικές: ακύρωση αποφάσεων για διαδικαστικά ή καταχρηστικά ελαττώματα, αγωγές ευθύνης για αποκατάσταση ζημίας, μήνυση για ποινικά αδικήματα ή έξοδο από την εταιρεία όταν το αδιέξοδο είναι μη αναστρέψιμο.

Όταν το ελάττωμα αφορά τη λήψη μιας απόφασης της γενικής συνέλευσης, το κατάλληλο μέσο είναι η προσβολή των άκυρων ή ακυρώσιμων αποφάσεων, αντί του ελέγχου της διαχείρισης.

Όταν η υπόνοια αφορά άντληση αξίας μέσω συναλλαγών της εταιρείας με πρόσωπα του στενού κύκλου της διοίκησης, η ανάλυση εστιάζει στις συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη και στους ειδικούς κανόνες έγκρισης και διαφάνειας.

Όταν η ζημία έχει ήδη επέλθει και είναι αποτιμητή, προτεραιότητα έχει η αγωγή αποζημίωσης. Όταν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα, ακολουθεί η μήνυση ή έγκληση.

Σε περιπτώσεις μη αναστρέψιμου αδιεξόδου, η διέξοδος μπορεί να είναι η έξοδος από την εταιρεία μέσω εξαγοράς των μετοχών, με βάση τον μηχανισμό του άρθρου 45 του Ν. 4548/2018, ή η λύση της εταιρείας για σπουδαίο λόγο κατά τις διατάξεις των άρθρων 164 επ. Καθεμία επιλογή έχει διαφορετικές προϋποθέσεις, κόστος και χρονικό ορίζοντα.

Η επιλογή της κατάλληλης αντίδρασης προϋποθέτει σύνθεση πολλών διατάξεων και ψύχραιμη αξιολόγηση του στόχου. Αίτηση ελέγχου εκεί όπου η ζημία είναι ήδη αποτιμημένη καθυστερεί την αποκατάσταση, ενώ αίτηση μικρής μειοψηφίας που στοχεύει στη σκοπιμότητα είναι εξαρχής απαράδεκτη. Η ίδια πραγματική σύγκρουση μπορεί να απαιτεί διαφορετική νομική οδό ανάλογα με το αν ζητείται απόδειξη, ακύρωση, αποκατάσταση ή έξοδος.

ΠρόβλημαΚατάλληλο εργαλείοΝομική βάσηΠότε επιλέγεται
Υπόνοια κακοδιαχείρισης χωρίς αποδείξειςΈκτακτος έλεγχοςΆρθρα 142-143 Ν. 4548/2018Όταν χρειάζονται δικαστικά αξιοποιήσιμα στοιχεία
Παράτυπη ή καταχρηστική απόφαση ΓΣΠροσβολή άκυρων ή ακυρώσιμων αποφάσεωνΔιατάξεις για τις αποφάσεις της ΓΣΌταν το ελάττωμα αφορά τη λήψη της απόφασης
Άντληση αξίας μέσω συνδεδεμένων προσώπωνΈλεγχος συναλλαγών συνδεδεμένων μερώνΚανόνες έγκρισης και διαφάνειας συναλλαγώνΌταν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων
Επελθούσα και αποτιμητή ζημίαΕταιρική ή ατομική αγωγή ευθύνηςΔιατάξεις ευθύνης οργάνων διοίκησηςΌταν επιδιώκεται αποκατάσταση ζημίας
Ποινικό αδίκημα (π.χ. απιστία)Μήνυση ή έγκλησηΠοινικές διατάξειςΌταν στοιχειοθετείται αξιόποινη πράξη
Μη αναστρέψιμο αδιέξοδοΕξαγορά μετοχών ή δικαστική λύσηΆρθρο 45 και άρθρα 164 επ. Ν. 4548/2018Όταν η συνέχιση είναι αδύνατη

Συχνές ερωτήσεις

Ποιο ποσοστό μετοχών χρειάζεται για έκτακτο έλεγχο ΑΕ;

Απαιτείται το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου για έλεγχο νομιμότητας («μικρή μειοψηφία») ή το 1/5 για έλεγχο που εκτείνεται και στη χρηστή διαχείριση («μεγάλη μειοψηφία»). Το καταστατικό μπορεί να μειώσει τα ποσοστά αυτά, όχι όμως πέραν του μισού. Η μικρή μειοψηφία οφείλει να καταγγείλει συγκεκριμένες πράξεις, ενώ η μεγάλη αρκεί να επικαλεστεί τη συνολική κακή πορεία της διαχείρισης.

Ποιος πληρώνει την αμοιβή των ελεγκτών;

Η αμοιβή βαρύνει καταρχήν τον αιτούντα μέτοχο και καταβάλλεται μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου. Το δικαστήριο μπορεί ωστόσο να επιρρίψει στην εταιρεία το σύνολο ή μέρος της αμοιβής, ή να ορίσει ότι ο αιτών θα την προκαταβάλει και θα την αναζητήσει από την εταιρεία.

Πόση προθεσμία υπάρχει για την υποβολή της αίτησης;

Για τη μικρή μειοψηφία, η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε τρία έτη από την έγκριση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της χρήσης εντός της οποίας τελέστηκαν οι καταγγελλόμενες πράξεις. Η τήρηση της προθεσμίας είναι κρίσιμη, καθώς η εκπρόθεσμη αίτηση απορρίπτεται ανεξάρτητα από τη βασιμότητα των καταγγελιών.

Μπορεί μέτοχος που μετέχει στο ΔΣ να ζητήσει έκτακτο έλεγχο;

Για τη μεγάλη μειοψηφία ισχύει αρνητική προϋπόθεση, καθώς ο έλεγχος αποκλείεται όταν η αιτούσα μειοψηφία εκπροσωπείται στο διοικητικό συμβούλιο. Για τη μικρή μειοψηφία δεν προβλέπεται τέτοιος περιορισμός.

Τι γίνεται αν ο έλεγχος αποκαλύψει ποινικά αδικήματα;

Όταν οι ελεγκτές διαπιστώνουν παραβάσεις που τιμωρούνται ποινικά, υποβάλλουν την έκθεσή τους και στην αρμόδια εισαγγελική αρχή. Παράλληλα, η έκθεση μπορεί να στηρίξει μήνυση των μετόχων κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου και αγωγή αποζημίωσης, λειτουργώντας ως οργανωμένο αποδεικτικό υλικό.

Πρακτικές επισημάνσεις

Εξειδίκευση πριν την κατάθεση: Η αίτηση οφείλει να ονομάζει τη συγκεκριμένη διαχειριστική πράξη και τις χρήσεις τις οποίες αφορά. Η αοριστία οδηγεί σε απόρριψη πριν από κάθε εξέταση της ουσίας.

Επιλογή ποσοστού και βάσης: Το 1/20 απαιτεί λιγότερες μετοχές αλλά μόνο έλεγχο νομιμότητας. Το 1/5 ανοίγει τον έλεγχο διαχείρισης, απαιτεί όμως πληρέστερη απόδειξη και αποκλείεται με εκπροσώπηση στο διοικητικό συμβούλιο.

Διαχείριση κόστους: Η αμοιβή βαρύνει καταρχήν τον αιτούντα. Η επίρριψη στην εταιρεία ή η αναζήτησή της ζητείται ρητά από το δικαστήριο.

Αξιοποίηση της έκθεσης: Η έκθεση αποτελεί αποδεικτικό υλικό για αγωγή ευθύνης ή μήνυση, όχι αυτοτελή τίτλο αποζημίωσης.

Χρονισμός σε σχέση με τη ΓΣ: Η έκθεση τίθεται υπόψη της επόμενης γενικής συνέλευσης, στοιχείο που επηρεάζει τον σχεδιασμό της κίνησης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τον έκτακτο έλεγχο της ΑΕ από τη μειοψηφία.

Ελάχιστο Μέρισμα ΑΕ: Πότε Μπορεί Να Μην Διανεμηθεί

Πότε Υποχρεούται η Εταιρεία Να Διανείμει Μέρισμα Και Πότε Όχι

Περιληπτικά:

  • Η κερδοφόρα ανώνυμη εταιρεία υποχρεούται καταρχήν να διανείμει ως ελάχιστο μέρισμα το 35% των καθαρών κερδών, μετά την κράτηση για το τακτικό αποθεματικό (άρθρο 161 Ν. 4548/2018).
  • Η γενική συνέλευση μπορεί να μειώσει το ποσοστό έως 10% με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, ενώ μη διανομή απαιτεί πλειοψηφία 80% του εκπροσωπούμενου κεφαλαίου.
  • Καμία διανομή δεν επιτρέπεται αν η καθαρή θέση πέσει κάτω από το κεφάλαιο προσαυξημένο με τα μη διανεμητέα αποθεματικά (άρθρο 159).
  • Η αξίωση του μετόχου γεννάται με την απόφαση διανομής, καταβάλλεται εντός διμήνου και παραγράφεται στην πενταετία.
  • Η μειοψηφία που θίγεται από συστηματική παρακράτηση κερδών μπορεί να προσβάλει την απόφαση της γενικής συνέλευσης για κατάχρηση δικαιώματος.

Πότε υποχρεούται η ΑΕ να διανείμει το ελάχιστο μέρισμα;

Η ανώνυμη εταιρεία υποχρεούται να διανείμει ελάχιστο μέρισμα όταν η χρήση είναι κερδοφόρα και προκύπτουν διανεμητέα κέρδη μετά τις νόμιμες κρατήσεις. Το ελάχιστο μέρισμα ανέρχεται σε 35% των καθαρών κερδών, αφού αφαιρεθεί η κράτηση για το τακτικό αποθεματικό και τα κονδύλια που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη, σύμφωνα με το άρθρο 161 του Ν. 4548/2018.

Η υποχρέωση αυτή δεσμεύει καταρχήν τη γενική συνέλευση. Το δικαίωμα στο μέρισμα αποτελεί το κυριότερο περιουσιακό δικαίωμα που απορρέει από τη μετοχική σχέση. Ο νόμος το προστατεύει ακριβώς ώστε να μην παραμένουν τα κέρδη στη διάθεση της διοίκησης παρά την κερδοφορία της εταιρείας.

Το ελάχιστο μέρισμα καταβάλλεται σε μετρητά. Αφορά συγκεκριμένη εταιρική χρήση και υπολογίζεται επί των καθαρών κερδών όπως αυτά απεικονίζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων, χωρίς να μπορεί να υποκατασταθεί ελεύθερα από άλλη μορφή απόδοσης. Διανομή σε προνομιακή βάση ισχύει μόνο όπου το καταστατικό προβλέπει προνομιούχες μετοχές με δικαίωμα προτιμησιακού μερίσματος.

Πέρα από το ετήσιο μέρισμα, η εταιρεία μπορεί να αποδώσει ενδιάμεσα κέρδη μέσα στη χρήση. Το προσωρινό μέρισμα διανέμεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 162 και τελεί υπό την έγκριση της επόμενης τακτικής γενικής συνέλευσης.

Πώς μπορεί η γενική συνέλευση να μειώσει ή να μην διανείμει το μέρισμα;

Η γενική συνέλευση μπορεί να αποκλίνει από το ελάχιστο μέρισμα μόνο με ενισχυμένη πλειοψηφία. Μείωση του ποσοστού έως 10% των καθαρών κερδών επιτρέπεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, ενώ πλήρης μη διανομή απαιτεί πλειοψηφία 80% του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου (άρθρο 161 παρ. 2). Η αυξημένη απαρτία προσδιορίζεται από το άρθρο 130 παρ. 3 και 4.

Όσο μεγαλύτερη είναι η παρακράτηση κερδών, τόσο υψηλότερο όριο απαρτίας και πλειοψηφίας απαιτείται και τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πιθανότητα προσβολής της απόφασης από τη μειοψηφία που στερείται το μέρισμα.

Επιλογή της γενικής συνέλευσηςΑπαιτούμενη απαρτία και πλειοψηφίαΝομική βάσηΈκθεση έναντι μειοψηφίας
Διανομή πλήρους ελάχιστου μερίσματος 35%Συνήθης απαρτία και πλειοψηφίαΆρθρο 161 παρ. 1Καμία, τηρείται η νόμιμη υποχρέωση
Μείωση μερίσματος έως 10%Αυξημένη απαρτία και πλειοψηφίαΆρθρο 161 παρ. 2Περιορισμένη, εφόσον αιτιολογείται από εταιρική ανάγκη
Πλήρης μη διανομή ελάχιστου μερίσματοςΑυξημένη απαρτία, πλειοψηφία 80%Άρθρο 161 παρ. 2Υψηλή, ιδίως σε επανάληψη χωρίς εμπορική δικαιολόγηση
Κεφαλαιοποίηση ή διανομή σε μετοχέςΑυξημένη απαρτία και πλειοψηφίαΆρθρο 161 παρ. 2Μέτρια, η αξία αποδίδεται σε τίτλους αντί μετρητών
Διανομή σε είδος αντί μετρητώνΟμόφωνη απόφαση όλων των μετόχωνΆρθρο 161 παρ. 2Καμία, απαιτείται συναίνεση όλων

Η εμπειρία από υποθέσεις εταιρικών διαφορών δείχνει ότι η τυπική τήρηση της πλειοψηφίας του 80% δεν καθιστά αυτοδίκαια απρόσβλητη την απόφαση μη διανομής. Όταν η παρακράτηση επαναλαμβάνεται σε κάθε χρήση και εξυπηρετεί το συμφέρον των μετόχων της πλειοψηφίας αντί της εταιρείας, η απόφαση παραμένει δικαστικώς ελεγκτέα, ανεξάρτητα από την τήρηση του αριθμητικού ορίου.

Ποιοι περιορισμοί ισχύουν για κάθε διανομή κερδών;

Κάθε διανομή προς τους μετόχους τελεί υπό τον περιορισμό της καθαρής θέσης. Καμία διανομή δεν επιτρέπεται αν, κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας χρήσης, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων είναι ή θα γίνει μετά τη διανομή κατώτερο από το κεφάλαιο προσαυξημένο με τα μη διανεμητέα αποθεματικά και τα λοιπά κονδύλια που δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν (άρθρο 159).

Το διανεμητέο ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει τα αποτελέσματα της τελευταίας χρήσης, προσαυξημένα με αδιάθετα κέρδη προηγούμενων χρήσεων και αποθεματικά προς διανομή, μειωμένα κατά τις ζημίες προηγούμενων χρήσεων και τα ποσά που επιβάλλεται να κρατηθούν για αποθεματικά. Έτσι, μια εταιρεία με λογιστικά κέρδη χρήσης αλλά συσσωρευμένες ζημίες ενδέχεται να μη διαθέτει διανεμητέα κέρδη.

Η διάθεση των καθαρών κερδών ακολουθεί συγκεκριμένη σειρά (άρθρο 160). Αφαιρούνται πρώτα τα κονδύλια που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη, κατόπιν η κράτηση για το τακτικό αποθεματικό, στη συνέχεια κρατείται το ποσό για το ελάχιστο μέρισμα και το υπόλοιπο διατίθεται κατά τους ορισμούς του καταστατικού και την απόφαση της γενικής συνέλευσης. Ο προσδιορισμός αυτής της βάσης, ιδίως ο χειρισμός των ζημιών προηγούμενων χρήσεων, είναι σημείο όπου η λογιστική απεικόνιση και η νομική αξιολόγηση συχνά αποκλίνουν και απαιτούν κατά περίπτωση κρίση.

Πότε γεννάται και πότε παραγράφεται η αξίωση του μετόχου;

Η συγκεκριμένη αξίωση του μετόχου για καταβολή μερίσματος γεννάται όταν προκύψουν κέρδη, η τακτική γενική συνέλευση εγκρίνει τις οικονομικές καταστάσεις και αποφασίσει τη διανομή. Πριν από αυτή την απόφαση ο μέτοχος δεν είναι δανειστής για το μέρισμα, καθώς η απαίτησή του τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της ύπαρξης κέρδους και της σχετικής απόφασης.

Με τη λήψη της απόφασης ο μέτοχος καθίσταται δανειστής της εταιρείας. Το προς διανομή ποσό καταβάλλεται εντός δύο μηνών από την απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης που ενέκρινε τις ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις (άρθρο 160 παρ. 3). Η προθεσμία αυτή αποτελεί δήλη ημέρα κατά την έννοια του άρθρου 341 παρ. 1 του Αστικού Κώδικα, οπότε η τοκοφορία αρχίζει χωρίς να απαιτείται όχληση.

Η γεννημένη αξίωση καταβολής μερίσματος μεταβιβάζεται ελεύθερα, ακόμη και όταν απορρέει από μετοχές με περιορισμούς στη μεταβίβασή τους. Μπορεί επίσης να ενεχυραστεί ή να κατασχεθεί από δανειστές του δικαιούχου μετόχου. Το στοιχείο αυτό αποκτά πρακτική σημασία όταν η απαίτηση αξιοποιείται ως αντικείμενο εξασφάλισης ή όταν τρίτοι δανειστές στρέφονται κατά της απόδοσης.

Η αξίωση για απόδοση μερίσματος υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ. Μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας τα μη αναληφθέντα μερίσματα περιέρχονται οριστικά στο Ελληνικό Δημόσιο.

Τι μπορεί να κάνει η μειοψηφία αν η πλειοψηφία αρνείται τη διανομή;

Η μειοψηφία που θίγεται από τη μη διανομή μπορεί να προσβάλει την απόφαση της γενικής συνέλευσης με αγωγή ακύρωσης, όταν η απόφαση συνιστά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας (άρθρο 137 σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ). Η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί από μετόχους που εκπροσωπούν το 2% του κεφαλαίου, εφόσον αντιτάχθηκαν στην απόφαση ή δεν παρέστησαν.

Η απόφαση κρίνεται καταχρηστική όταν η πλειοψηφία επιδιώκει αποκλειστικά την ενίσχυση της θέσης της εις βάρος της μειοψηφίας, χωρίς αποχρώντα εταιρικό λόγο ή κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας ανάμεσα στο όφελος της εταιρείας και τη βλάβη της μειοψηφίας. Η συστηματική μεταφορά κερδών σε νέα χρήση, ενώ η εταιρεία είναι κερδοφόρα, αποτελεί τυπική περίπτωση όπου τίθεται ζήτημα κατάχρησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Άρειος Πάγος με την απόφαση 1462/2023 έκρινε καταχρηστική τη μεθόδευση μη διανομής ή μειωμένης διανομής πρώτου μερίσματος μέσω διαρκούς μεταφοράς κερδών σε νέα χρήση, σε κλίμακα μη εμπορικώς δικαιολογημένη, όταν συνδυάζεται με δυσανάλογες αμοιβές των διοικούντων μετόχων. Η απόφαση κρίθηκε επί πραγματικών περιστατικών που διέπονταν από τον προϊσχύσαντα Ν. 2190/1920, η αρχή όμως της απαγόρευσης καταχρηστικής παρακράτησης κερδών μεταφέρεται και υπό το ισχύον καθεστώς του Ν. 4548/2018.

Πέρα από την προσβολή της απόφασης, η μειοψηφία διαθέτει και το δικαίωμα να ζητήσει από το Μονομελές Πρωτοδικείο τον έλεγχο της εταιρείας, όταν προκύπτει ότι η διοίκηση δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση (άρθρο 142). Η εμπειρία από υποθέσεις προσβολής εταιρικών αποφάσεων δείχνει ότι η τεκμηρίωση της καταχρηστικότητας εξαρτάται από τη σχέση κερδοφορίας, παρακράτησης και αμοιβών. Η πρόληψη τέτοιων διενέξεων περνά συχνά μέσα από την εξωεταιρική συμφωνία μετόχων που ρυθμίζει εκ των προτέρων τη μερισματική πολιτική.

Όταν η διένεξη έχει ήδη ανακύψει, η ίδια η γενική συνέλευση μπορεί υπό προϋποθέσεις να ανακαλέσει την απόφασή της για τη διανομή ή μη μερίσματος, εφόσον δεν αφορά την αμέσως προηγούμενη χρήση.

Συχνές ερωτήσεις

Ποιο είναι το ελάχιστο μέρισμα στις ανώνυμες εταιρείες;

Το ελάχιστο μέρισμα ανέρχεται σε 35% των καθαρών κερδών, αφού αφαιρεθεί η κράτηση για το τακτικό αποθεματικό και τα κονδύλια που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη (άρθρο 161 Ν. 4548/2018). Η γενική συνέλευση μπορεί να μειώσει το ποσοστό έως 10% με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.

Μπορεί μια κερδοφόρα ΑΕ να μην διανείμει καθόλου μέρισμα;

Μη διανομή του ελάχιστου μερίσματος επιτρέπεται μόνο με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία 80% του εκπροσωπούμενου κεφαλαίου. Ακόμη και τότε, συστηματική παρακράτηση χωρίς εταιρική δικαιολόγηση μπορεί να προσβληθεί ως καταχρηστική.

Σε πόσο χρόνο παραγράφεται η αξίωση για το μέρισμα;

Η αξίωση καταβολής μερίσματος παραγράφεται στην πενταετία από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκε. Η αξίωση γεννάται με την απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης που ενέκρινε τις οικονομικές καταστάσεις και αποφάσισε τη διανομή.

Τι γίνεται με το μέρισμα που δεν εισπράχθηκε εμπρόθεσμα;

Μέρισμα που έχει εγκριθεί προς διανομή και δεν αναλήφθηκε εντός της πενταετίας περιέρχεται οριστικά στο Ελληνικό Δημόσιο. Έως τότε ο μέτοχος είναι δανειστής της εταιρείας και μπορεί να αξιώσει την καταβολή, με τόκους από τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας.

Πρακτικές επισημάνσεις

Τεκμηρίωση της εταιρικής ανάγκης για παρακράτηση: Η απόφαση μη διανομής ή μειωμένης διανομής αντέχει στον δικαστικό έλεγχο όταν στηρίζεται σε καταγεγραμμένη εταιρική ανάγκη, όπως προγραμματισμένη επένδυση ή ενίσχυση ρευστότητας. Η αιτιολόγηση πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της γενικής συνέλευσης, όχι εκ των υστέρων.

Σχέση παρακράτησης και αμοιβών διοίκησης: Η ταυτόχρονη παρακράτηση κερδών και καταβολή δυσανάλογων αμοιβών στο ΔΣ είναι το στοιχείο που η νομολογία αξιολογεί ως ένδειξη κατάχρησης. Η ισορροπία ανάμεσα στα δύο κρίνεται κατά περίπτωση και αξίζει νομικής αξιολόγησης πριν τη λήψη της απόφασης.

Πρόβλεψη μερισματικής πολιτικής στο καταστατικό ή σε συμφωνία μετόχων: Η εκ των προτέρων ρύθμιση της μερισματικής πολιτικής, με ρήτρες που ορίζουν ελάχιστα ποσοστά διανομής ή προϋποθέσεις παρακράτησης, περιορίζει το πεδίο μελλοντικών διενέξεων ανάμεσα σε πλειοψηφία και μειοψηφία.

Παρακολούθηση της πενταετούς παραγραφής: Οι γεννημένες αξιώσεις μερίσματος παρακολουθούνται ως προς τον χρόνο παραγραφής. Η παράλειψη έγκαιρης άσκησης οδηγεί σε οριστική απώλεια του ποσού υπέρ του Δημοσίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη διανομή και διάθεση κερδών ΑΕ καθώς και το ελάχιστο διανεμητέο μέρισμα.

Σύμβαση Από Απόσταση: ΜΕΡΟΣ Γ – Υπαναχώρηση

Σε προηγούμενα άρθρα αναλύθηκαν διεξοδικά τα γενικά ζητήματα (νομικό πλαίσιο) της σύμβασης απ΄ο απόσταση (Μέρος Α), καθώς και η σύμβαση πώλησης από απόσταση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (Μέρος Β). Το παρόν Μέρος Γ πραγματεύεται το δικαίωμα υπαναχώρησης από εξ’ αποστάσεως σύμβαση, ανεξαρτήτως του είδους του πωλούμενου αγαθού, με βάση το νομικό πλαίσιο του Ν. 2251/1994.

Σύμφωνα με το άρθρο  389 ΑΚ σε μια οποιαδήποτε σύμβαση, έκαστο εκ των μερών μπορεί να επιφυλάξει για τον εαυτό του το δικαίωμα της υπαναχώρησης. Σε περίπτωση που το δικαίωμα ασκηθεί, επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη σχετική σύμβαση. Επιπλέον, άμα την άσκηση του δικαιώματος, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν. Οι παροχές αυτές δε, εφόσον δεν καταβληθούν, αναζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Έχουν ήδη παρουσιαστεί ειδικότερα ζητήματα που αφορούν την Υπαναχώρηση Από Ασφαλιστική Σύμβαση και την Υπαναχώρηση Από Σύμβαση Σε Συνθήκες Πανδημίας (απρόοπτα γεγονότα & ανωτέρα βία). Ειδικά για τις συμβάσεις απ΄ο απόσταση, ισχύουν τα παρακάτω.

Δικαίωμα Υπαναχώρησης 

Εκτός εξαιρέσεων, ο καταναλωτής διαθέτει προθεσμία 14 ημερολογιακών ημερών για να υπαναχωρήσει από την εξ αποστάσεως σύμβαση ή τη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος χωρίς να αναφέρει τους λόγους και χωρίς καμία επιβάρυνση.

Η παραπάνω περίοδος υπαναχώρησης των 14 ημερολογιακών ημερών που, παρατείνεται σε 30 ημέρες για τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο μη προγραμματισμένων επισκέψεων από τον προμηθευτή στην οικία καταναλωτή ή εκδρομών που διοργανώνει προμηθευτής με στόχο ή αποτέλεσμα την προώθηση ή την πώληση προϊόντων στους καταναλωτές.

Η περίοδος υπαναχώρησης λήγει μετά από 14 ή 30 ημέρες:
  • από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης για τις συμβάσεις υπηρεσιών,
  • για τις συμβάσεις πώλησης, από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή των αγαθών ή:
    • από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή του τελευταίου αγαθού, σε περίπτωση πολλών αγαθών παραγγελθέντων από τον καταναλωτή με μια παραγγελία και παραδιδόμενων χωριστά,
    • από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή της τελευταίας παρτίδας ή του τελευταίου τεμαχίου, σε περίπτωση παράδοσης αγαθού αποτελούμενου από πολλές παρτίδες ή πολλά τεμάχια,
    • από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής ή ένα τρίτο μέρος το οποίο υποδεικνύεται από αυτόν, διαφορετικό από τον μεταφορέα, αποκτά τη φυσική κατοχή του πρώτου αγαθού, σε περίπτωση σύμβασης τακτικής παράδοσης αγαθών σε καθορισμένη χρονική περίοδο,
  • από την ημέρα σύναψης της σύμβασης, σε περίπτωση συμβάσεων παροχής νερού, φυσικού αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, εάν δεν διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα, παροχής τηλεθέρμανσης ή παροχής ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται πάνω σε σταθερό μέσο.

Επιπλέον, απαγορεύεται η είσπραξη όλου ή μέρους του τιμήματος, ακόμη και με μορφή αρραβώνα, εγγυοδοσίας, έκδοσης ή αποδοχής αξιόγραφων ή με άλλη μορφή, κατά τη διάρκεια της παραπάνω προθεσμίας.

Άσκηση Δικαιώματος Υπαναχώρησης

Πριν από τη λήξη της προθεσμίας υπαναχώρησης, ο καταναλωτής ενημερώνει τον προμηθευτή για την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. 

Προς τον σκοπό αυτό, ο καταναλωτής μπορεί είτε να χρησιμοποιήσει το εκ του νόμου υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης είτε να κάνει οποιαδήποτε άλλη σαφή δήλωση που να παρουσιάζει την απόφασή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

Ο καταναλωτής φέρει το βάρος της απόδειξης ότι άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης.

Αποτελέσματα Υπαναχώρησης

Η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης τερματίζει τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών τόσο σε ότι αφορά την υποχρέωση να εκτελέσουν την εξ αποστάσεως σύμβαση ή τη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος όσο και να συνάψουν σύμβαση εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος σε περιπτώσεις που υποβλήθηκε προσφορά από τον καταναλωτή.

Υποχρεώσεις Προμηθευτή Σε Περίπτωση Υπαναχώρησης 

Ο προμηθευτής επιστρέφει κάθε πληρωμή που έλαβε από τον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων, των δαπανών παράδοσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 14 ημερολογιακών ημερών από την ημέρα κατά την οποία ενημερώθηκε για την απόφαση του καταναλωτή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

Ο προμηθευτής προβαίνει στην προβλεπόμενη επιστροφή χρημάτων χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα πληρωμής με εκείνα που ο καταναλωτής χρησιμοποίησε για την αρχική συναλλαγή, εκτός κι αν ο καταναλωτής έχει ρητώς συμφωνήσει διαφορετικά και υπό τον όρο να μην επιβαρυνθεί ο καταναλωτής με δαπάνες προκύπτουσες από την επιστροφή των χρημάτων.

Εκτός εάν ο προμηθευτής προσφέρθηκε να παραλάβει ο ίδιος τα αγαθά, όσον αφορά τις συμβάσεις πώλησης, ο προμηθευτής μπορεί να παρακρατήσει την επιστροφή του τιμήματος μέχρι να λάβει πίσω τα αγαθά ή μέχρι ο καταναλωτής να παράσχει αποδείξεις ότι έστειλε πίσω τα αγαθά, όποιο από τα δύο συμβεί πρώτο.

Υποχρεώσεις Καταναλωτή Σε Περίπτωση Υπαναχώρησης 

Εκτός εάν ο προμηθευτής έχει προσφερθεί να παραλάβει τα αγαθά ο ίδιος, ο καταναλωτής επιστρέφει τα αγαθά ή τα μεταβιβάζει στον προμηθευτή ή σε άτομο εξουσιοδοτημένο από τον προμηθευτή να λάβει τα αγαθά, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οπωσδήποτε εντός 14 ημερολογιακών ημερών από την ημέρα κατά την οποία ανακοίνωσε στον προμηθευτή την απόφαση του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. 

Ο καταναλωτής επιβαρύνεται μόνο με το άμεσο κόστος επιστροφής των αγαθών, εκτός εάν ο προμηθευτής έχει συμφωνήσει να επιβαρυνθεί ο ίδιος με το εν λόγω κόστος ή εάν ο προμηθευτής έχει παραλείψει να ενημερώσει τον καταναλωτή ότι ο καταναλωτής οφείλει να επιβαρυνθεί με αυτό. 

Στην περίπτωση συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος, εφόσον τα αγαθά έχουν παραδοθεί στην οικία του καταναλωτή τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, ο προμηθευτής συλλέγει με δικά του έξοδα τα αγαθά, εφόσον πρόκειται για αγαθά που από τη φύση τους δεν μπορούν κανονικά να επιστραφούν ταχυδρομικώς.

Περαιτέρω, ο καταναλωτής ευθύνεται για τυχόν μείωση της αξίας των αγαθών μόνο ως αποτέλεσμα της διαχείρισης των αγαθών άλλης πλην εκείνης που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της φύσης, των χαρακτηριστικών και της λειτουργίας των αγαθών. 

Ωστόσο, ο καταναλωτής δεν ευθύνεται σε καμία περίπτωση για οποιαδήποτε μείωση της αξίας των αγαθών όταν ο προμηθευτής δεν έχει παράσχει κοινοποίηση του δικαιώματος υπαναχώρησης.

Εξαιρέσεις Από Το Δικαίωμα Υπαναχώρησης 

Το δικαίωμα υπαναχώρησης που προβλέπεται για τις εξ αποστάσεως και εκτός εμπορικού καταστήματος συναπτόμενες συμβάσεις, δεν ισχύει όσον αφορά στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  1. συμβάσεις υπηρεσιών μετά την πλήρη παροχή της υπηρεσίας, αλλά εφόσον προβλέπεται στη σύμβαση η υποχρέωση του καταναλωτή να καταβάλει τίμημα, μόνο εάν η εκτέλεση άρχισε με την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση του καταναλωτή και με την εκ μέρους του αναγνώριση ότι θα απωλέσει το δικαίωμά του υπαναχώρησης μόλις η σύμβαση εκτελεστεί πλήρως από τον προμηθευτή,
  2. την προμήθεια αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών η τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις της χρηματαγοράς τις οποίες δεν είναι δυνατόν να ελέγξει ο προμηθευτής και οι οποίες ενδέχεται να συμβούν εντός της προθεσμίας υπαναχώρησης,
  3. την προμήθεια αγαθών που κατασκευάζονται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του καταναλωτή ή σαφώς εξατομικευμένων,
  4. την προμήθεια αγαθών τα οποία μπορούν να αλλοιωθούν ή λήγουν σύντομα,
  5. την προμήθεια σφραγισμένων αγαθών τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς επιστροφή, για λόγους προστασίας της υγείας ή για λόγους υγιεινής, και τα οποία έχουν αποσφραγιστεί μετά την παράδοση,
  6. την προμήθεια αγαθών τα οποία, μετά την παράδοση, λόγω της φύσης τους, είναι αναπόσπαστα αναμεμειγμένα με άλλα στοιχεία,
  7. συμβάσεις κατά τις οποίες ο καταναλωτής έχει ζητήσει ειδικά επίσκεψη από τον προμηθευτή με σκοπό να πραγματοποιήσει επείγουσες επιδιορθώσεις ή την εκτέλεση εργασιών συντήρησης. Εάν, στην περίπτωση τέτοιας επίσκεψης, ο προμηθευτής παράσχει υπηρεσίες επιπλέον εκείνων που ζητήθηκαν συγκεκριμένα από τον καταναλωτή ή αγαθά πέρα από τα ανταλλακτικά που χρησιμοποιήθηκαν υποχρεωτικά κατά την εκτέλεση εργασιών συντήρησης ή κατά τις επιδιορθώσεις, το δικαίωμα υπαναχώρησης εφαρμόζεται στις εν λόγω πρόσθετες υπηρεσίες ή αγαθά,
  8. την παροχή στέγασης πλην για σκοπούς κατοικίας, μεταφοράς αγαθών, υπηρεσιών ενοικίασης αυτοκινήτων, εστίασης ή υπηρεσιών σχετιζόμενων με δραστηριότητες αναψυχής, εάν η σύμβαση προβλέπει συγκεκριμένη ημερομηνία ή προθεσμία εκτέλεσης,
  9. συμβάσεις προμήθειας ψηφιακού περιεχομένου που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο, εφόσον η εκτέλεση έχει ξεκινήσει και εφόσον προβλέπεται στη σύμβαση η υποχρέωση του καταναλωτή να καταβάλει τίμημα, σε περίπτωση που: i) ο καταναλωτής έδωσε την προηγούμενη ρητή συγκατάθεσή του, ώστε να ξεκινήσει η εκτέλεση της σύμβασης στη διάρκεια της περιόδου ισχύος του δικαιώματος υπαναχώρησης, ii) ο καταναλωτής αναγνώρισε ότι χάνει το δικαίωμά του υπαναχώρησης, και iii) ο προμηθευτής προέβη στην παροχή επιβεβαίωσης.
Υπαναχώρηση Από Σύμβαση Εξ’ Αποστάσεως Πώλησης Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών

Όπως αναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο (αριθμ. 2), ειδικά για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, το δικαίωμα υπαναχώρησης δεν ασκείται:

  1. σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες η τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις της κεφαλαιαγοράς επί των οποίων ο προμηθευτής δεν έχει καμία επίδραση και μπορεί να επέλθουν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας υπαναχώρησης, όπως είναι οι υπηρεσίες που αφορούν πράξεις συναλλάγματος, τίτλους της χρηματαγοράς, διαπραγματεύσιμους τίτλους, μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, προθεσμιακές χρηματοοικονομικές συμβάσεις (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), προαιρέσεις (options) αγοράς ή πώλησης οιουδήποτε τίτλου από τους αναφερόμενους στην παρούσα περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθαρίσεως τοις μετρητοίς.
Συμπεριλαμβάνονται, ιδίως, στην παραπάνω κατηγορία οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων.
  1. σε ασφαλιστήρια συμβόλαια ταξιδιών και αποσκευών ή παρόμοια βραχυπρόθεσμα ασφαλιστήρια συμβόλαια με διάρκεια μικρότερη του ενός (1) μηνός,
  2. στις συμβάσεις των οποίων η εκτέλεση έχει ολοκληρωθεί πλήρως και από τα δύο μέρη με ρητή αίτηση του καταναλωτή προτού ασκήσει ο καταναλωτής το δικαίωμα υπαναχώρησης.

Εξάλλου, αν με τη σύμβαση από απόσταση μίας χρηματοοικονομικής υπηρεσίας συνδέεται άλλη σύμβαση από απόσταση η οποία είναι σχετική με χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που παρέχονται από τον προμηθευτή ή από τρίτο δυνάμει συμφωνίας του τρίτου με τον προμηθευτή, η πρόσθετη αυτή σύμβαση καταγγέλλεται από τον καταναλωτή, αζημίως, όταν αυτός ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην περίπτωση α’ της παρούσας παραγράφου.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω, δεν θίγουν τις ισχύουσες γενικές νομοθετικές διατάξεις που διέπουν την καταγγελία, τη διακοπή ή το μη εκτελεστό συμβάσεως από απόσταση ή το δικαίωμα του καταναλωτή να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις πριν από την ημερομηνία που ορίζεται στη σύμβαση από απόσταση.

Επομένως, οι διατάξεις αυτές ισχύουν ανεξάρτητα από τους όρους και τα νομικά αποτελέσματα της λύσεως της σύμβασης.

Πληρωμή Για Υπηρεσία Παρασχεθείσες Πριν Την Υπαναχώρηση

Η εκπλήρωση της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση αρχίζει μόνο μετά από γραπτή δήλωση του καταναλωτή, με την οποία παρέχεται η σχετική συναίνεσή του.

Αν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, υποχρεούται να πληρώσει αποκλειστικά, το συντομότερο δυνατόν, το τίμημα για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία που του έχει παράσχει ο προμηθευτής σύμφωνα με τη σύμβαση από απόσταση.

Το πληρωτέο ποσό δεν μπορεί:

  • να υπερβαίνει ποσό ανάλογο με την έκταση της υπηρεσίας που ήδη παρασχέθηκε, σε σχέση με το σύνολο των παροχών που προβλέπει η σύμβαση από απόσταση,
  • σε καμία περίπτωση να είναι τέτοιο που να μπορεί να εκληφθεί ως ποινή.

Επιπλέον, ο προμηθευτής δεν πρέπει να απαιτήσει από τον καταναλωτή να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό εκτός αν μπορεί να αποδείξει ότι ο καταναλωτής είχε δεόντως ενημερωθεί για το πληρωτέο ποσό.

Εξάλλου, ο προμηθευτής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να απαιτήσει την πληρωμή αυτή, αν έχει αρχίσει να εκτελεί τη σύμβαση πριν από την εκπνοή της προθεσμίας υπαναχώρησης, χωρίς προηγούμενη σχετική γραπτή δήλωση του καταναλωτή.

Περαιτέρω, ο προμηθευτής υποχρεούται να επιστρέψει στον καταναλωτή, το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός 30 ημερολογιακών ημερών, οποιοδήποτε ποσό έχει λάβει από αυτόν σύμφωνα με τη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση. Η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο προμηθευτής έλαβε τη δήλωση υπαναχώρησης.

Τέλος, ο καταναλωτής επιστρέφει στον προμηθευτή, το ταχύτερο δυνατόν και το αργότερο εντός 30 ημερολογιακών ημερών, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή προϊόν έχει λάβει από αυτόν. Η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής απέστειλε τη δήλωση υπαναχώρησης.

Παράλειψη Ενημέρωσης Δικαιώματος Υπαναχώρησης

Εάν ο προμηθευτής δεν έχει παράσχει στον τον καταναλωτή τις πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης όπως απαιτείται, η προθεσμία υπαναχώρησης λήγει 12 μήνες μετά το τέλος της αρχικής προθεσμίας υπαναχώρησης.

Τέλος, πρέπει να τονιστεί πως οποιεσδήποτε συμβατικές ρήτρες καταργούν ή περιορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τα παραπάνω δικαιώματα του καταναλωτή είναι άκυρες.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την υπαναχώρηση από εξ’ αποστάσεως σύμβαση.

Σύμβαση Από Απόσταση: ΜΕΡΟΣ Β- Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες

Με την παρούσα παρουσίαση της σύμβασης πώλησης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εξ’ αποστάσεως (Μέρος Β), ολοκληρώνεται η ανάλυση του νομικού πλαισίου της σύμβασης από απόσταση (Μέρος Α) και, απομένει το δικαίωμα υπαναχώρησης από εξ’ αποστάσεως σύμβαση, το οποίο θα αναλυθεί σε επόμενο άρθρο (Μέρος Γ).

Πεδίο Εφαρμογής

Σύμφωνα με το άρθρο 4Θ του Ν. 2251/1994, σε ότι αφορά τις συμβάσεις που αφορούν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, οι οποίες περιλαμβάνουν μια αρχική συμφωνία παροχής υπηρεσίας και ακολούθως διαδοχικές πράξεις ή σειρά διακριτών πράξεων της αυτής φύσεως που κλιμακώνονται χρονικά, οι διατάξεις του παραπάνω άρθρου εφαρμόζονται μόνο στην αρχική συμφωνία.

Ο όρος “χρηματοοικονομικές υπηρεσίες” αναφέρεται σε προϊόντα η τιμή των οποίων εξαρτάται από διακυμάνσεις της κεφαλαιαγοράς επί των οποίων ο προμηθευτής δεν έχει καμία επίδραση.

Ενδεικτικά, ο όρος αφορά πράξεις συναλλάγματος, τίτλους της χρηματαγοράς, διαπραγματεύσιμους τίτλους, μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, προθεσμιακές χρηματοοικονομικές συμβάσεις (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), προαιρέσεις (options) αγοράς κλπ.

Επίσης, περιλαμβάνει ασφαλιστήρια συμβόλαια και τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα.

Περαιτέρω, αν δεν υπάρχει αρχική συμφωνία παροχής υπηρεσίας αλλά οι διαδοχικές ή διακριτές πράξεις της αυτής φύσεως που κλιμακώνονται χρονικά, διενεργούνται μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων μερών, οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται μόνο κατά τη διενέργεια της πρώτης πράξης.

Τέλος, όταν δεν έχει διενεργηθεί πράξη της ίδιας φύσης για διάστημα άνω του ενός έτους, η διενέργεια της επόμενης πράξης θεωρείται ως η πρώτη μιας νέας σειράς πράξεων και, συνεπώς, εφαρμόζονται όλες οι σχετικές διατάξεις.

Πληροφόρηση Του Καταναλωτή 

Πριν από τη σύναψη σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση ο προμηθευτής πρέπει να ενημερώνει τον καταναλωτή, με τα μέσα επικοινωνίας από απόσταση, κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, τηρουμένων των αρχών της καλής πίστης κατά τις εμπορικές συναλλαγές και των διατάξεων που διέπουν το κύρος των δικαιοπραξιών, για τα παρακάτω στοιχεία, ο εμπορικός σκοπός των οποίων πρέπει να καθίσταται σαφής.

Πληροφορίες που αφορούν τον προμηθευτή:

Ο προμηθευτής οφείλει να ενημερώσει τον καταναλωτή για:

  1. την ταυτότητα και την κύρια δραστηριότητα του προμηθευτή, τη διεύθυνση στην οποία είναι εγκατεστημένος ο προμηθευτής, καθώς και κάθε άλλη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις του καταναλωτή με τον προμηθευτή,
  2. την ταυτότητα του αντιπροσώπου του προμηθευτή που είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα και τη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις του καταναλωτή με τον αντιπρόσωπο, όταν υπάρχει αντιπρόσωπος,
  3. αν οι επαγγελματικές επαφές του καταναλωτή έγιναν με άλλον επαγγελματία πλην του προμηθευτή, την ταυτότητα του εν λόγω επαγγελματία, την ιδιότητα με την οποία ενεργεί έναντι του καταναλωτή, και τη διεύθυνση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τις σχέσεις μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία,
  4. όταν ο προμηθευτής είναι καταχωρημένος σε εμπορικό ή αντίστοιχο δημόσιο μητρώο, το εμπορικό μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος ο προμηθευτής και τον αριθμό καταχώρισής του ή ισοδύναμο μέσο αναγνώρισης στο εν λόγω μητρώο,
  5. όταν η δραστηριότητα του προμηθευτή υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, τα στοιχεία της αρμόδιας εποπτεύουσας αρχής.
Πληροφορίες που αφορούν τη χρηματοοικονομική υπηρεσία: 

Ο προμηθευτής οφείλει να περιγράψει τα κυριότερα χαρακτηριστικά της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας και ενδεικτικά:

  1. το συνολικό τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής στον προμηθευτή για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων όλων των συναφών τελών, επιβαρύνσεων και δαπανών και όλων των φόρων που εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ή, αν δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές τίμημα, τη βάση υπολογισμού του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να το ελέγξει ο καταναλωτής,
  2. εφόσον συντρέχει περίπτωση, προειδοποίηση η οποία αναφέρει ότι η χρηματοοικονομική υπηρεσία συνδέεται με τίτλους που συνεπάγονται ειδικούς κινδύνους συνδεόμενους με τα ειδικά χαρακτηριστικά ή τις πράξεις που πρέπει να εκτελεστούν ή των οποίων η τιμή εξαρτάται από τις διακυμάνσεις στις κεφαλαιαγορές επί των οποίων ο προμηθευτής δεν έχει καμία επίδραση, καθώς και ότι οι αποδόσεις του παρελθόντος δεν αποτελούν δείκτη για τις μελλοντικές αποδόσεις,
  3. μνεία της ενδεχόμενης ύπαρξης άλλων φόρων ή/και δαπανών που δεν εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ούτε χρεώνονται από αυτόν, εε. τους τυχόν χρονικούς περιορισμούς της ισχύος των παρεχόμενων πληροφοριών,
  4. τις ρυθμίσεις σχετικά με την πληρωμή και την εκτέλεση,
  5. το τυχόν ειδικό επιπλέον κόστος που συνεπάγεται για τον καταναλωτή η χρήση των μέσων επικοινωνίας από απόσταση, εάν αυτό το επιπλέον κόστος χρεώνεται.
Πληροφορίες που αφορούν τη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση

Επιπλέον, ο προμηθευτής οφείλει να ενημερώσει τον καταναλωτή για:

  1. την ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης και, αν υφίσταται το δικαίωμα αυτό, τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις άσκησής του, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για το ποσό που ενδέχεται να υποχρεωθεί να πληρώσει ο καταναλωτής, καθώς επίσης και τις συνέπειες της μη άσκησης αυτού του δικαιώματος,
  2. την ελάχιστη διάρκεια της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, εάν πρόκειται για σύμβαση παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε μόνιμη ή περιοδική βάση,
  3. πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα που μπορεί να έχουν τα μέρη να προκαλέσουν την πρόωρη ή μονομερή λύση της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κυρώσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις αυτές από τη σύμβαση,
  4. πρακτικές οδηγίες για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης και υπόδειγμα δήλωσης υπαναχώρησης, όπου να αναγράφεται, μεταξύ άλλων, η διεύθυνση στην οποία πρέπει να απευθύνεται η δήλωση υπαναχώρησης,
  5. το κράτος-μέλος ή τα κράτη-μέλη, στη νομοθεσία των οποίων βασίζεται ο προμηθευτής για τη δημιουργία σχέσεων με τον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση, 
  6. οποιαδήποτε συμβατική ρήτρα σχετικά με το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση ή και το αρμόδιο δικαστήριο,
  7. τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες διατυπώνονται οι όροι της σύμβασης και η αναφερόμενη στην παρούσα παράγραφο εκ των προτέρων πληροφόρηση, καθώς και τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες ο προμηθευτής, σε συμφωνία με τον καταναλωτή, αναλαμβάνει την υποχρέωση να επικοινωνεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης.
Πληροφορίες που αφορούν την δυνατότητα προσφυγής

Ο προμηθευτής οφείλει να πληρογορεί τον καταναλωτή για την ύπαρξη μηχανισμών εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, όπως ο Συνήγορος του Καταναλωτή, ή η διαμεσολάβηση, στους οποίους έχει πρόσβαση ο καταναλωτής που είναι συμβαλλόμενος στην από απόσταση σύμβαση, ως επίσης και τον τρόπο με τον οποίο έχει πρόσβαση ο καταναλωτής,

Επιπλέον, πρέπει να ενημερώνει για την ύπαρξη κεφαλαίων εγγύησης ή άλλων ρυθμίσεων για την παροχή αποζημιώσεων, που δεν καλύπτονται από συστήματα εγγύησης καταθέσεων και αποζημίωσης των επενδυτών.

Τηλεφωνικές Πωλήσεις 

Στην περίπτωση τηλεφωνικών επικοινωνιών, οι οποίες ηχογραφούνται υποχρεωτικά (σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 3340/2005 και του ν. 3471/2006), πρέπει να δηλώνεται σαφώς, στην αρχή οποιασδήποτε συνομιλίας με τον καταναλωτή, ότι αυτή μαγνητοφωνείται, η ταυτότητα του προμηθευτή και ο εμπορικός σκοπός του τηλεφωνήματος. 

Επιπρόσθετα, εφόσον συγκατατίθεται ρητά ο καταναλωτής, είναι υποχρεωτική η παροχή σε αυτόν των ακόλουθων πληροφοριών που αφορούν: 

  • στην ταυτότητα του προσώπου που έρχεται σε επαφή με τον καταναλωτή και στη σχέση του με τον προμηθευτή,
  • στην περιγραφή των κυριότερων στοιχείων της χρηματοοικονομικής υπηρεσίας,
  • στο συνολικό τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής στον προμηθευτή για τη χρηματοοικονομική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων που εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ή αν δεν μπορεί να προσδιοριστεί το ακριβές τίμημα, στη βάση υπολογισμού του, κατά τρόπον που επιτρέπει στον καταναλωτή να το ελέγξει,
  • στην ενδεχόμενη ύπαρξη άλλων φόρων ή και δαπανών που δεν εισπράττονται μέσω του προμηθευτή ούτε χρεώνονται από αυτόν, 
  • στην ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης και, αν υφίσταται το δικαίωμα αυτό, τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις άσκησής του, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για το ποσό που ενδέχεται να υποχρεωθεί να πληρώσει ο καταναλωτής. 

Ο προμηθευτής οφείλει να πληροφορεί τον καταναλωτή ότι, ύστερα από αίτημά του, μπορεί να λάβει και άλλες πληροφορίες, καθώς και να ενημερωθεί για τη φύση των πληροφοριών αυτών. 

Σε κάθε περίπτωση, ο προμηθευτής του παρέχει όλες τις πληροφορίες, όταν εκτελεί τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τα παραπάνω.

Οι πληροφορίες σχετικά με συμβατικές υποχρεώσεις, οι οποίες πρέπει να ανακοινώνονται στον καταναλωτή κατά την περίοδο πριν από τη σύναψη της σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνες με τις συμβατικές υποχρεώσεις που θα απέρρεαν από τη νομοθεσία που θα εφαρμοζόταν κατά τεκμήριο στη σύμβαση από απόσταση, αν η τελευταία είχε συναφθεί.

Αν ο προμηθευτής δεν συμμορφωθεί με τα παραπάνω (δλδ με τα μέσα και τον τρόπο που προβλέπονται από το νόμο) η σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή. 

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι τυχόν απαιτήσεις εκ των προτέρων πληροφόρησης, πέραν των προαναφερομένων, οι οποίες απορρέουν από ειδικές διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας που διέπουν τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, εξακολουθούν να ισχύουν. 

Η Γενική Γραμματεία Εμπορίου κοινοποιεί τις εθνικές διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις εκ των προτέρων πληροφόρησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι προμηθευτές υποχρεούνται να διαβιβάζουν αμελλητί στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου τους σχετικούς τύπους συμβάσεων, περιλαμβανομένων και των γενικών όρων συναλλαγών. 

Γνωστοποίηση Συμβατικών Όρων

Η σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή, αν αυτός δεν λάβει εγκαίρως, και, σε κάθε περίπτωση, πριν από τη δέσμευσή του από τη σύμβαση αυτή, όλους τους όρους της, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αναφέρονται παραπάνω, εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο στο οποίο έχει πρόσβαση.

Περαιτέρω, ο προμηθευτής εκπληρώνει την υποχρέωσή του που προβλέπεται παραπάνω, αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης από απόσταση, αν αυτή έχει συναφθεί ύστερα από αίτημα του καταναλωτή με τη χρησιμοποίηση μέσου επικοινωνίας από απόσταση το οποίο δεν επιτρέπει να ανακοινωθούν οι συμβατικοί όροι και οι πληροφορίες.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, συμβατικοί όροι που δεν γνωστοποιήθηκαν στον καταναλωτή δεν τον δεσμεύουν, έστω και αν δεν αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη διαμόρφωση της δικαιοπρακτικής βούλησής του.

Τέλος, όσο διαρκεί η συμβατική σχέση, ο καταναλωτής δικαιούται, ύστερα από αίτημά του, να λαμβάνει τους συμβατικούς όρους εγγράφως. Επιπλέον, ο καταναλωτής δικαιούται να αλλάζει το χρησιμοποιούμενο μέσο επικοινωνίας από απόσταση, εκτός αν αυτό είναι ασυμβίβαστο με τη συναφθείσα σύμβαση από απόσταση ή με τη φύση της παρεχόμενης χρηματοοικονομικής υπηρεσίας.

Μη Αιτηθείσες Υπηρεσίες & Αυτόκλητη Επικοινωνία

Απαγορεύεται η παροχή στον καταναλωτή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση χωρίς προηγούμενο σχετικό αίτημά του, όταν καλείται να τις αποκτήσει έναντι άμεσης ή μεταγενέστερης πληρωμής. 

Αν η παροχή των υπηρεσιών αυτών πραγματοποιηθεί, ο καταναλωτής απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση και δεν οφείλει οποιοδήποτε τίμημα, εκτός αν η παροχή υπηρεσιών οφείλεται σε προφανές λάθος, οπότε ο καταναλωτής θέτει την υπηρεσία, εφόσον η φύση της το επιτρέπει, για εύλογο χρόνο στη διάθεση του προμηθευτή. Προβλεπεται ρητά ότι η μη απάντηση του καταναλωτή δεν συνιστά, σε καμία περίπτωση, συναίνεση του.

Τέλος, η χρησιμοποίηση των τεχνικών επικοινωνίας πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προσβάλλεται η ιδιωτική ζωή του καταναλωτή.

Κυρώσεις

Ανεξάρτητα από την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται εκ του νόμου, ο καταναλωτής μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από απόσταση οποτεδήποτε, χωρίς έξοδα και ποινές, όταν ο προμηθευτής δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Ρήτρες με τις οποίες ο καταναλωτής παραιτείται από την άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στον νόμο ή ο προμηθευτής απαλλάσσεται των ευθυνών που απορρέουν από το άρθρο αυτό είναι άκυρες.

Επιπλέον, το βάρος απόδειξης σχετικά με την τήρηση των υποχρεώσεων πληροφόρησης του καταναλωτή από τον προμηθευτή, καθώς και τη γραπτή δήλωση του καταναλωτή για τη σύναψη της σύμβασης και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, για την εκτέλεση της, φέρει ο προμηθευτής.

Τέλος, συμβατική ρήτρα η οποία προβλέπει ότι το βάρος της απόδειξης για την τήρηση, εκ μέρους του προμηθευτή, του συνόλου ή μέρους των υποχρεώσεων του κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, φέρει ο καταναλωτής, θεωρείται άκυρη ως καταχρηστική.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την εμπορία Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών από απόσταση.

Σύμβαση Από Απόσταση: ΜΕΡΟΣ Α – Νομικό Πλαίσιο

Σύμβαση από απόσταση (πώληση εκτός εμπορικού καταστήματος) είναι κάθε σύμβαση η οποία συνάπτεται μεταξύ του προμηθευτή και του καταναλωτή, στο πλαίσιο ενός οργανωμένου συστήματος πωλήσεων από απόσταση, ή παροχής υπηρεσιών, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή, με αποκλειστική χρήση ενός ή περισσότερων μέσων επικοινωνίας από απόσταση, όπως το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το τηλέφωνο, η τηλεομοιοτυπία ή το διαδίκτυο, μέχρι και τη στιγμή σύναψης της σύμβασης.

Η σύμβαση από απόσταση, για να χαρακτηριστεί ως τέτοια, πρέπει να πληροί -διαζευκτικά- τις εξής προϋποθέσεις:

  1. Να συνάπτεται με ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή σε χώρο που δεν είναι το εμπορικό κατάστημα του προμηθευτή,
  2. Να συνάπτεται κατόπιν προσφοράς από τον καταναλωτή, υπό τις ίδιες συνθήκες που προπεριγράφονται,
  3. Να συνάπτεται στο εμπορικό κατάστημα του προμηθευτή ή με χρήση οποιουδήποτε μέσου επικοινωνίας από απόσταση αμέσως μετά από προσωπική και ατομική επαφή με τον καταναλωτή σε χώρο που δεν είναι το εμπορικό κατάστημα του προμηθευτή, με την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του προμηθευτή και του καταναλωτή,
  4. Να συνάπτεται στη διάρκεια εκδρομής που έχει οργανωθεί από τον προμηθευτή με σκοπό ή αποτέλεσμα τη διαφήμιση και πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών στον καταναλωτή.

Το νομικό πλαίσιο για τη σύμβαση από απόσταση ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ν. 2251/1994 (Προστασία Καταναλωτών), όπως τροποποιήθηκε τελευταία φορά με το Ν. 4967/2022, ενσωματώνοντας στο εθνικό δίκαιο την Οδηγία 2011/83/ΕΕ.

Στην παρούσα σειρά άρθρων αναλύεται το νομικό πλαίσιο σύμβασης από απόσταση (Μέρος Α), η σύμβαση εξ’ αποστάσεως πώλησης χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (Μέρος Β) και, τέλος, το δικαίωμα υπαναχώρησης από εξ’ αποστάσεως σύμβαση (Μέρος Γ).

Ορισμοί
Εμπορικό κατάστημα

Κάθε ακίνητος χώρος λιανικής πώλησης όπου ο προμηθευτής πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε μόνιμη βάση, ή και κάθε κινητός χώρος λιανικής πώλησης όπου ο προμηθευτής πραγματοποιεί τη δραστηριότητά του σε συνήθη βάση.

Σύμβαση πώλησης

Κάθε σύμβαση δυνάμει της οποίας ο προμηθευτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα αγαθών στον καταναλωτή, καθώς και κάθε σύμβαση που έχει ως αντικείμενο την παροχή αγαθών και υπηρεσιών ταυτόχρονα.

Δευτερεύουσα σύμβαση

Μια σύμβαση με την οποία ο καταναλωτής αποκτά αγαθά ή υπηρεσίες που συνδέονται με σύμβαση από απόσταση ή με σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος και κατά την οποία τα εν λόγω αγαθά ή οι υπηρεσίες παρέχονται από τον προμηθευτή ή από ένα τρίτο μέρος με βάση μια ρύθμιση μεταξύ του εν λόγω τρίτου μέρους και του προμηθευτή.

Ψηφιακή υπηρεσία

Μία υπηρεσία που επιτρέπει στον καταναλωτή να δημιουργεί, να επεξεργάζεται, να αποθηκεύει δεδομένα σε ψηφιακή μορφή ή να έχει πρόσβαση σε αυτά, ή μια υπηρεσία που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων σε ψηφιακή μορφή ή κάθε άλλη αλληλεπίδραση με τα δεδομένα αυτά, τα οποία αναφορτώνονται ή δημιουργούνται από τον καταναλωτή ή άλλους χρήστες της εν λόγω υπηρεσίας.

Επιγραμμική (Ψηφιακή) Αγορά

Μια υπηρεσία η οποία χρησιμοποιεί λογισμικό, συμπεριλαμβανομένου ιστοτόπου, μέρους ιστοτόπου ή εφαρμογής, το οποίο διαχειρίζεται προμηθευτής (ή άλλος εξ ονόματος του προμηθευτή) και η οποία επιτρέπει στους καταναλωτές να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με άλλους προμηθευτές ή καταναλωτές.

Επιπλέον, ως Πάροχος Επιγραμμικής Αγοράς, νοείται κάθε προμηθευτής ο οποίος παρέχει επιγραμμική (ψηφιακή) αγορά στους καταναλωτές.

Συμβατότητα

Η ικανότητα του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να λειτουργήσει με υλικό ή λογισμικό, με το οποίο χρησιμοποιούνται συνήθως ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακές υπηρεσίες ιδίου τύπου, χωρίς την ανάγκη μετατροπής του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας.

Λειτουργικότητα & Διαλειτουργικότητα

Λειτουργικότητα καλείται η ικανότητα του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να εκτελεί τις λειτουργίες του, έχοντας υπόψη τον σκοπό του.

Περαιτέρω, Διαλειτουργικότητα ονομάζεται η ικανότητα του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας να λειτουργεί με υλικό ή λογισμικό διαφορετικό από εκείνα με τα οποία χρησιμοποιούνται συνήθως ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακές υπηρεσίες ιδίου τύπου.

Πεδίο Εφαρμογής

Τα εδώ αναφερόμενα για τη σύμβαση από απόσταση, εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται μεταξύ ενός προμηθευτή και ενός καταναλωτή όπου ο καταναλωτής καταβάλλει ή αναλαμβάνει να καταβάλει το τίμημα. 

Επιπροσθέτως, τα παραπάνω εφαρμόζονται επίσης σε σύμβαση από απόσταση προμήθειας νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας ή τηλεθέρμανσης, μεταξύ άλλων και από δημόσιους παρόχους, στον βαθμό που τα προϊόντα αυτά παρέχονται σε συμβατική βάση.

Επιπλέον εφαρμόζονται, όταν ο προμηθευτής προμηθεύει ή αναλαμβάνει να προμηθεύσει ψηφιακό περιεχόμενο που δεν παρέχεται σε υλικό μέσο ή ψηφιακή υπηρεσία προς τον καταναλωτή και ο καταναλωτής παρέχει ή αναλαμβάνει να παράσχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον προμηθευτή

Εξαιρούνται και δεν εφαρμόζονται σε σύμβαση από απόσταση:
  1. για κοινωνικές υπηρεσίες που σχετίζονται με την κοινωνική στέγαση, την παιδική μέριμνα και τη στήριξη των οικογενειών και των ατόμων που έχουν μονίμως ή προσωρινώς ανάγκη, περιλαμβανομένης της μακροπρόθεσμης μέριμνας,
  2. για υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης 
  3. για δραστηριότητες τζόγου, που περιλαμβάνουν τυχερά παιχνίδια στα οποία ο παίκτης ποντάρει χρηματικά, περιλαμβανομένων των λαχειοφόρων αγορών, τα παιχνίδια σε καζίνα και τις συναλλαγές που αφορούν στοιχήματα,
  4. για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες,
  5. για τη δημιουργία, απόκτηση ή μεταβίβαση δικαιωμάτων επί ακινήτων ή δικαιωμάτων εντός ακίνητης περιουσίας,
  6. για την κατασκευή νέων κτιρίων, τη ριζική μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων και τη μίσθωση στέγης ως κατοικίας,
  7. για οργανωμένα ταξίδια,
  8. για χρονομεριστική μίσθωση (Time Sharing), μακροπρόθεσμα προϊόντα διακοπών, μεταπώλησης και ανταλλαγής»,
  9. για σύμβαση από απόσταση η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο,
  10. για την προμήθεια τροφίμων, ποτών ή άλλων αγαθών που προορίζονται για τρέχουσα κατανάλωση στο πλαίσιο νοικοκυριού και τα οποία παραδίδονται από τον προμηθευτή σε συχνή και τακτική βάση στο σπίτι, την κατοικία ή τον χώρο εργασίας του καταναλωτή,
  11. για υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών, 
  12.  για σύμβαση από απόσταση η οποία συνάπτεται μέσω αυτόματων μηχανών πώλησης ή εμπορικών καταστημάτων αυτόματης πώλησης,
  13. για σύμβαση από απόσταση, για την οποία ο καταναλωτής καταβάλει ποσό που δεν υπερβαίνει τα 30 ευρώ.
Υποχρέωση Ενημέρωσης Καταναλωτή

Πριν δεσμευτεί ο καταναλωτής με σύμβαση από απόσταση, ο προμηθευτής παρέχει στον καταναλωτή πληροφορίες με ευκρινή και κατανοητό τρόπο για τα εξής:

  1. τα κύρια χαρακτηριστικά των αγαθών ή των υπηρεσιών, στον βαθμό που ενδείκνυται σε σχέση με το μέσο και τα αγαθά ή τις υπηρεσίες,
  2. την ταυτότητα του προμηθευτή (πχ επωνυμία, διεύθυνση, αριθμό τηλεφώνου διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κλπ),
  3. τη συνολική τιμή των αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων του Φ.Π.Α. και κάθε άλλου τέλους, ή (αν λόγω της φύσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών η τιμή δεν μπορεί ευλόγως να καθοριστεί εκ των προτέρων), τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να υπολογιστεί η τιμή. Επίσης, όλες τις πρόσθετες επιβαρύνσεις αποστολής, παράδοσης ή ταχυδρομείου και κάθε άλλη δαπάνη ή, όταν αυτές οι επιβαρύνσεις δεν μπορούν ευλόγως να υπολογιστούν εκ των προτέρων, το γεγονός ότι μπορεί να απαιτηθούν τέτοιες πρόσθετες επιβαρύνσεις. Σε περίπτωση σύμβασης αορίστου χρόνου ή σύμβασης που περιλαμβάνει συνδρομή, η συνολική τιμή περιλαμβάνει τη συνολική δαπάνη ανά περίοδο χρέωσης,
Σημειώνεται ότι εάν ο προμηθευτής δεν έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης για τις πρόσθετες επιβαρύνσεις, ο καταναλωτής δεν πληρώνει τις εν λόγω επιβαρύνσεις ή δαπάνες.
  1. τις διευθετήσεις πληρωμής, παράδοσης, εκτέλεσης, της προθεσμίας εντός της οποίας ο προμηθευτής αναλαμβάνει να παραδώσει τα αγαθά ή να παράσχει τις υπηρεσίες και, όπου τυγχάνει εφαρμογής, της πολιτικής που εφαρμόζει ο προμηθευτής για την αντιμετώπιση των παραπόνων,
  2. όπου υπάρχει δικαίωμα υπαναχώρησης, τις προϋποθέσεις, την προθεσμία και τις διαδικασίες άσκησης του δικαιώματος αυτού,
  3. ότι ο καταναλωτής θα επιβαρυνθεί με τη δαπάνη επιστροφής των αγαθών σε περίπτωση υπαναχώρησης και, για τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, εάν τα αγαθά από τη φύση τους δεν μπορούν υπό κανονικές συνθήκες να επιστραφούν ταχυδρομικώς, τη δαπάνη επιστροφής τους,
  4. σε περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης ότι ο καταναλωτής δεσμεύεται να καταβάλει το εύλογο κόστος στον προμηθευτή,
  5. όταν δεν παρέχεται δικαίωμα υπαναχώρησης, την πληροφορία ότι ο καταναλωτής δεν θα έχει δικαίωμα υπαναχώρησης ή, κατά περίπτωση, τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο καταναλωτής χάνει το δικαίωμα του υπαναχώρησης,
  6. υπενθύμιση της ύπαρξης νόμιμης εγγύησης για την ανταπόκριση των αγαθών, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών,
  7.  την ύπαρξη και τους όρους εφαρμογής υπηρεσιών υποστήριξης του πελάτη μετά την πώληση, εξυπηρέτησης μετά την πώληση και εμπορικών εγγυήσεων (after sale services),
  8.  την ύπαρξη σχετικών κωδίκων συμπεριφοράς,
  9.  τη διάρκεια της σύμβασης, όπου τυγχάνει εφαρμογής, ή, εάν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου ή αυτόματης παράτασης, τους όρους για τη λήξη της σύμβασης,
  10.  την ελάχιστη διάρκεια των υποχρεώσεων του καταναλωτή βάσει της σύμβασης,
  11.  την ύπαρξη και τους όρους κατάθεσης χρημάτων ή άλλων χρηματοοικονομικών εγγυήσεων που πρέπει να καταβληθούν ή να παρασχεθούν από τον καταναλωτή όποτε το ζητήσει ο προμηθευτής,
  12.  τις δυνατότητες λειτουργίας, μαζί με τα ισχύοντα τεχνικά μέτρα προστασίας, των αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, του ψηφιακού περιεχομένου και των ψηφιακών υπηρεσιών,
  13.  κάθε σχετική συμβατότητα και διαλειτουργικότητα αγαθών με ψηφιακά στοιχεία, ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών των οποίων ο προμηθευτής έχει γνώση ή ευλόγως αναμένεται να έχει γνώση,
  14.  τη δυνατότητα προσφυγής σε εξωδικαστικό μηχανισμό παραπόνων και επανόρθωσης στον οποίο υπάγεται ο προμηθευτής, καθώς και τους τρόπους πρόσβασης σε αυτόν.

Οι παραπάνω πληροφορίες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης που συνάπτεται εξ αποστάσεως ή εκτός του εμπορικού καταστήματος και δεν μεταβάλλονται πλην ρητής συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών.

Τέλος, εάν ο προμηθευτής δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης που προβλέπονται στο παρόν άρθρο η σύμβαση εξ αποστάσεως ή εκτός εμπορικού καταστήματος είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή.

Πρόσθετες Υποχρεώσεις Ενημέρωσης Ειδικά Για Επιγραμμικές (Ψηφιακές) Αγορές 

Πριν ο καταναλωτής δεσμευτεί από εξ αποστάσεως σύμβαση ή οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά σε επιγραμμική αγορά, ο πάροχος της επιγραμμικής αγοράς, παρέχει στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες με τρόπο σαφή και κατανοητό, αλλά και κατάλληλο για τα μέσα επικοινωνίας εξ αποστάσεως:

  • γενικές πληροφορίες, που είναι διαθέσιμες σε ειδικό τμήμα της επιγραμμικής διεπαφής, άμεσα και εύκολα προσβάσιμο από τη σελίδα όπου παρουσιάζονται οι προσφορές, σχετικά με τις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν την κατάταξη, των προσφορών που παρουσιάζονται στον καταναλωτή ως αποτέλεσμα του ερωτήματος αναζήτησης, και τη σχετική σημασία των εν λόγω παραμέτρων έναντι άλλων,
  • κατά πόσον ο τρίτος που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο είναι προμηθευτής ή όχι, με βάση τη δήλωση του εν λόγω τρίτου στον πάροχο της επιγραμμικής αγοράς,
  • όταν ο τρίτος που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο δεν είναι προμηθευτής ότι τα δικαιώματα των καταναλωτών που απορρέουν από την εθνική και την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών δεν εφαρμόζονται στη σύμβαση,
  • τον τρόπο επιμερισμού των υποχρεώσεων που σχετίζονται με τη σύμβαση μεταξύ του τρίτου που προσφέρει τα αγαθά, τις υπηρεσίες ή το ψηφιακό περιεχόμενο και του παρόχου της επιγραμμικής αγοράς, πληροφορία η οποία δεν θίγει οποιαδήποτε ευθύνη που ενδέχεται να φέρει σε σχέση με τη σύμβαση δυνάμει άλλης ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας ο πάροχος της επιγραμμικής αγοράς ή ο προμηθευτής που αποτελεί τον τρίτο.
Ελάχιστοι Απαιτούμενοι Όροι Σύμβαση Από Απόσταση

Ο προμηθευτής οφείλει να τηρεί τις ελάχιστες τυπικές απαιτήσεις που προβλέπονται από το νόμο, άλλως η σύμβαση εξ αποστάσεως είναι άκυρη υπέρ του καταναλωτή.

Ειδικότερα, ο προμηθευτής έχει τις παρακάτω υποχρεώσεις:

Πληροφορίες

Στη σύμβαση από απόσταση, ο προμηθευτής οφείλει να παρέχει τις πληροφορίες που προβλέπει ο νόμος εγγράφως ή, εάν συμφωνεί ο καταναλωτής, σε άλλο σταθερό μέσο. 

Επιπλέον, οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι ευανάγνωστες και διατυπωμένες σε απλή και κατανοητή γλώσσα.Εφόσον οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται πάνω σε σταθερό μέσο, οφείλουν να είναι ευανάγνωστες.

Συνήθως, στα ηλεκτρονικά καταστήματα, περιλαμβάνονται στους “Όρους Χρήσης”, στη σελίδα του καταστήματος.

Πληρωμή

Εάν μια σύμβαση από απόσταση επιβάλλει στον καταναλωτή την υποχρέωση να πληρώσει, ο προμηθευτής οφείλει να παράσχει στον καταναλωτή με σαφή και ευκρινή τρόπο και αμέσως προτού ο καταναλωτής υποβάλει την παραγγελία του τις πληροφορίες που προαναφέρθηκαν. 

Εξάλλου, οι πληροφορίες αυτές πρέπει εμφανίζονται πολύ κοντά προς την επιβεβαίωση που απαιτείται για την υποβολή της παραγγελίας. Ο προμηθευτής οφείλει να μεριμνήσει ώστε ο καταναλωτής, υποβάλλοντας την παραγγελία του, να αναγνωρίσει ρητώς ότι η παραγγελία συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής.

Τέλος, ο προμηθευτής δεν δικαιούται να επιβάλλει επιβαρύνσεις στους καταναλωτές για τη χρήση ενός συγκεκριμένου μέσου πληρωμής.

Παραγγελία

Εάν η υποβολή παραγγελίας απαιτεί την ενεργοποίηση ενός εικονιδίου επιλογής ή ανάλογη λειτουργία, το εικονίδιο επιλογής ή η ανάλογη λειτουργία πρέπει να φέρουν ευανάγνωστη σήμανση που να αναγράφει τις λέξεις «παραγγελία με υποχρέωση πληρωμής» ή μια ανάλογη σαφή διατύπωση που να δείχνει ότι η υποβολή παραγγελίας συνεπάγεται υποχρέωση πληρωμής στον προμηθευτή. Εάν ο προμηθευτής δεν συμμορφωθεί με τα παραπάνω, ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται από τη σύμβαση ή την παραγγελία.

Εξάλλου, οι εμπορικές ιστοσελίδες οφείλουν να αναγράφουν σαφώς και ευανάγνωστα το αργότερο με την έναρξη της διαδικασίας υποβολής παραγγελίας κατά πόσον ισχύουν περιορισμοί στην παράδοση και ποια μέσα πληρωμής είναι δεκτά.

Σύμβαση Μέσω Τηλεφώνου

Εάν ο προμηθευτής προβεί σε τηλεφωνική κλήση προς τον καταναλωτή με σκοπό τη σύναψη εξ αποστάσεως σύμβασης, οφείλει, στην αρχή της συνομιλίας με τον καταναλωτή, να δηλώσει την ταυτότητά του και, όπου τούτο έχει εφαρμογή, την ταυτότητα του προσώπου εξ ονόματος του οποίου τηλεφωνεί και τον εμπορικό σκοπό της επικοινωνίας.

Επιπλέον, εάν πρόκειται να συναφθεί σύμβαση από απόσταση μέσω τηλεφώνου, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ή ταυτόχρονα την παροχή αγαθών και υπηρεσιών, ο προμηθευτής υποχρεούται να επιβεβαιώσει την προσφορά του προς τον καταναλωτή, ο οποίος δεσμεύεται μόνον όταν υπογράψει την προσφορά ή έχει στείλει τη γραπτή συγκατάθεσή του. Οι επιβεβαιώσεις αυτές πρέπει να κοινοποιούνται πάνω σε σταθερό μέσο.

Επιβεβαίωση Σύναψης Σύμβασης Από Απόσταση

Ο προμηθευτής οφείλει να παρέχει στον καταναλωτή αντίγραφο της υπογεγραμμένης σύμβασης ή την επιβεβαίωση της σύμβασης εγγράφως. Τούτο δε σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά τη σύναψη της σύμβασης από απόσταση και το αργότερο κατά τη στιγμή της παράδοσης των αγαθών ή προτού αρχίσει η εκτέλεση της υπηρεσίας. 

Τέλος, κάθε προμηθευτής, ο οποίος υποχρεωτικά εγγράφεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), εάν προτίθεται να συνάπτει με τους καταναλωτές συμβάσεις από απόσταση αγαθών και υπηρεσιών, οφείλει να καταχωρήσει τη σχετική δραστηριότητά του στο Γ.Ε.ΜΗ.

Παράδοση Αγαθών

Εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει διαφορετικά ως προς τον χρόνο παράδοσης, ο προμηθευτής παραδίδει τα αγαθά με τη μεταβίβαση της φυσικής κατοχής ή ελέγχου των αγαθών στον καταναλωτή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αλλά οπωσδήποτε εντός 30 ημερολογιακών ημερών από τη σύναψη της σύμβασης.

Όταν ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να παραδώσει τα αγαθά τη χρονική στιγμή που συμφώνησε με τον καταναλωτή ή εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο καταναλωτής πρέπει να του ζητήσει να πραγματοποιήσει την παράδοση εντός επιπλέον προθεσμίας ανάλογης των περιστάσεων. 

Περαιτέρω, εάν ο προμηθευτής δεν παραδώσει τα αγαθά εντός αυτής της επιπλέον προθεσμίας, ο καταναλωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση.

Τα παραπάνω δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις από απόσταση πωλήσεων εαν:

  • ο προμηθευτής έχει αρνηθεί να παραδώσει τα αγαθά ή 
  • η παράδοση εντός της συμφωνημένης προθεσμίας παράδοσης είναι σημαντική, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων που περιέβαλαν τη σύναψη της σύμβασης, ή
  • ο καταναλωτής έχει ενημερώσει τον προμηθευτή, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ότι η παράδοση απαιτείται να γίνει σε ή μέχρι μία ορισμένη ημερομηνία. 

Σε αυτές τις περιπτώσεις, εάν ο προμηθευτής παραλείψει να παραδώσει τα αγαθά κατά τη χρονική στιγμή που συμφώνησε με τον καταναλωτή ή εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, ο καταναλωτής δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση αμέσως.

Τέλος, μόλις καταγγελθεί η σύμβαση, ο προμηθευτής οφείλει να επιστρέψει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, όλα τα χρήματα που είχαν πληρωθεί βάσει της σύμβασης.

Μετάθεση κινδύνου

Στις συμβάσεις από απόσταση κατά τις οποίες ο προμηθευτής αποστέλλει τα προϊόντα στον καταναλωτή, ο κίνδυνος απώλειας ή βλάβης των αγαθών μετατίθεται στον καταναλωτή, όταν αυτός ή κάποιο τρίτο μέρος το οποίο ορίζεται σχετικά από τον καταναλωτή και είναι διάφορο του μεταφορέα έχει αποκτήσει τη φυσική κατοχή των αγαθών. 

Εντούτοις, ο κίνδυνος μετατίθεται στον καταναλωτή άμα τη παραδώσει στον μεταφορέα, εάν ο μεταφορέας έχει ενταλθεί από τον καταναλωτή να μεταφέρει τα αγαθά και η εν λόγω επιλογή δεν προσφέρθηκε από τον προμηθευτή, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του καταναλωτή έναντι του μεταφορέα.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη σύμβαση από απόσταση (πώληση εκτός εμπορικού καταστήματος).

NFTs Στην Ελλάδα – Νομικό Πλαίσιο & Πνευματικά Δικαιώματα 

NFTs (Non-Fungible Tokens) είναι μοναδικά ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία που αποθηκεύονται σε ένα blockchain και διακρίνονται από την ιδιότητα της μη-ανταλλαξιμότητας (non-fungibility).

Είναι, δηλαδή, μια κατηγορία κρυπτογραφικών περιουσιακών στοιχείων που αντιπροσωπεύουν ένα μοναδικό, μη ανταλλάξιμο αντικείμενο ή δικαίωμα, καταγεγραμμένο σε ένα blockchain. 

Παραδείγματα NFTs μπορούν να αποτελέσουν από έργα ψηφιακής τέχνης και συλλεκτικά αντικείμενα, μέχρι μουσική, βίντεο και εικονική ιδιοκτησία σε metaverse

Ταυτόχρονα, όμως, τα NFTs δημιουργούν και νομικές προκλήσεις.

Τούτο διότι δημιουργείται ένα περιβάλλον νομικής αβεβαιότητας, ιδίως όσον αφορά την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, τη φύση της ιδιοκτησίας των NFTs και τις φορολογικές πτυχές αυτών. 

Τεχνική Και Νομική Φύση Των NFTs
Τεχνική Φύση

Όπως προαναφέρθηκε, τα NFTs, είναι μοναδικά ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία που αποθηκεύονται σε ένα blockchain. 

Η ονομασία τους προέρχεται από τον όρο «nonfungible » (μη ανταλλάξιμο), που σημαίνει ότι κάθε NFT είναι μοναδικό και δεν μπορεί να αντικατασταθεί από ένα άλλο όμοιο.

Σε αντίθεση με τα κρυπτονομίσματα όπως το Bitcoin ή το Ethereum, τα οποία είναι «fungible», δηλαδή «ανταλλάξιμα», (για παράδειγμα ένα Bitcoin μπορεί να αντικατασταθεί από οποιοδήποτε άλλο Bitcoin ή άλλο περιουσιακό στοιχείο χωρίς απώλεια αξίας), ένα NFT έχει μοναδικά χαρακτηριστικά που το καθιστούν αναντικατάστατο. 

Αυτή η μοναδικότητα πιστοποιείται μέσω της τεχνολογίας blockchain, η οποία λειτουργεί ως ένα αποκεντρωμένο, αμετάβλητο δημόσιο καθολικό.

Περαιτέρω, κάθε NFT περιέχει πληροφορίες που το καθιστούν μοναδικό, όπως τα μεταδεδομένα που περιγράφουν το ψηφιακό περιεχόμενο με το οποίο συνδέεται (π.χ., μια εικόνα, ένα βίντεο, ένα τραγούδι, μια ανάρτηση στα Social Media, ή ένα αντικείμενο εντός παιχνιδιού). 

Από τεχνική άποψη, ένα NFT αποτελεί ένα έξυπνο συμβόλαιο (smart contract) που περιέχει μεταδεδομένα σχετικά με ένα συγκεκριμένο ψηφιακό περιουσιακό στοιχείο. Περιέχει, δηλαδή, πληροφορίες που το καθιστούν μοναδικό, 

Αυτά τα μεταδεδομένα περιγράφουν το ψηφιακό περιεχόμενο με το οποίο συνδέεται  (πχ μια εικόνα, ένα βίντεο, ένα τραγούδι, μια ανάρτηση στα Social Media, ή ένα αντικείμενο εντός παιχνιδιού) και  μπορεί να περιλαμβάνουν πληροφορίες που καθιστούν το NFT μοναδικό, όπως για παράδειγμα  τον τίτλο του έργου, τον δημιουργό, την περιγραφή και ένα σύνδεσμο προς το πραγματικό ψηφιακό αρχείο. 

Η τεχνολογία blockchain εξασφαλίζει την αμεταβλητότητα και την επαληθευσιμότητα αυτών των πληροφοριών (καθώς η ιδιοκτησία ενός NFT καταγράφεται στο blockchain), δημιουργώντας έτσι ένα αδιαμφισβήτητο αρχείο ιδιοκτησίας.

Ένα NFT δεν είναι το ίδιο το ψηφιακό έργο, αλλά ένα πιστοποιητικό ιδιοκτησίας ή μια βεβαίωση που αποδεικνύει ότι κάποιος κατέχει ένα συγκεκριμένο ψηφιακό στοιχείο, με την ιδιότητα του μοναδικού και μη αναπαραγώγιμου, καταγεγραμμένο σε ένα κατανεμημένο καθολικό (blockchain).

Επομένως, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η κατοχή ενός NFT ΔΕΝ συνεπάγεται την κατοχή των πνευματικών δικαιωμάτων του υποκείμενου έργου. 

Ο δημιουργός του ψηφιακού περιεχομένου διατηρεί συνήθως τα πνευματικά δικαιώματα, εκτός αν αυτά μεταβιβαστούν ρητά μέσω συμφωνίας. Το NFT πιστοποιεί την ιδιοκτησία του συγκεκριμένου ψηφιακού «διακριτικού» και όχι του ίδιου του έργου.

Η δημιουργία ενός NFT ονομάζεται «minting» και περιλαμβάνει την καταγραφή του ψηφιακού περιουσιακού στοιχείου στο blockchain. Αυτή η διαδικασία δημιουργεί ένα μοναδικό αναγνωριστικό και ένα ιστορικό συναλλαγών που μπορεί να επαληθευτεί από οποιονδήποτε. 

Τα NFTs διαπραγματεύονται σε ειδικές πλατφόρμες (marketplaces) χρησιμοποιώντας κρυπτονομίσματα, με τις συναλλαγές να καταγράφονται στο blockchain, εξασφαλίζοντας διαφάνεια και ασφάλεια. Η αξία τους καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση, καθώς και από την αντιληπτή μοναδικότητα και την καλλιτεχνική ή ιστορική τους αξία.

Νομική Φύση

Η νομική φύση των NFTs είναι ακόμη υπό συζήτηση παγκοσμίως. Τα NFTs μπορούν να ειδωθούν και ως:

  • Ψηφιακά Περιουσιακά Στοιχεία: Αυτή είναι η πιο κοινή προσέγγιση. Αντιμετωπίζονται ως άυλα κινητά πράγματα, παρόμοια με τις μετοχές ή τα κρυπτονομίσματα, αλλά με την ιδιαιτερότητα της μοναδικότητας.
  • Άδειες Χρήσης: Σε πολλές περιπτώσεις, η αγορά ενός NFT μπορεί να σημαίνει την απόκτηση μιας άδειας χρήσης του υποκείμενου ψηφιακού έργου, χωρίς να μεταβιβάζονται τα πνευματικά δικαιώματα.
  • Δικαιώματα επί Υποκείμενου Έργου: Σπανιότερα, και συνήθως με ειδικές συμβατικές ρυθμίσεις, η ιδιοκτησία ενός NFT μπορεί να συνδέεται με τη μεταβίβαση συγκεκριμένων πνευματικών δικαιωμάτων.
Νομικό Πλαίσιο 
Το Ελληνικό Νομικό Πλαίσιο 

Στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες χώρες, η ραγδαία εξέλιξη των NFTs προηγείται της νομοθετικής προσαρμογής. 

Συγκεκριμένα, το ελληνικό δίκαιο δεν διαθέτει ειδικό πλαίσιο για τα NFTs και επομένως, εφαρμόζονται αναλογικά οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, καθώς και οι διατάξεις του Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα:

Όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζονται αναλογικά το παρακάτω νομικό πλαίσιο:

Ελληνική Νομοθεσία
  • Ν. 2121/1993 «Περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων»: Αποτελεί το βασικό νομοθέτημα για την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα, ενσωματώνοντας τις σχετικές Οδηγίες της ΕΕ.
  • Αστικός Κώδικας: Οι γενικές αρχές του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις ενοχικού δικαίου και αδικοπραξιών βρίσκουν εφαρμογή.
  • Ν. 4967/2022: Ρυθμίζει τις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών, η οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί στις συναλλαγές NFTs.
Το Νομικό Πλαίσιο Στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε διαδικασία προσαρμογής του νομικού της πλαισίου στις νέες τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένων των NFTs. Αν και δεν υπάρχει ακόμα ειδική νομοθεσία αποκλειστικά για τα NFTs, σημαντικές Οδηγίες και Κανονισμοί είναι ήδη σε ισχύ ή υπό συζήτηση και επηρεάζουν έμμεσα ή άμεσα τις συναλλαγές με NFTs:

  • Οδηγία 2001/29/ΕΚ (InfoSoc Directive): Εναρμονίζει ορισμένες πτυχές του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, ιδίως όσον αφορά την αναπαραγωγή και τη δημόσια διάθεση.
  • Οδηγία 2004/48/ΕΚ (IPR Enforcement Directive): Παρέχει εργαλεία για την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένων ασφαλιστικών μέτρων, αποζημιώσεων και μέτρων κατά της παραποίησης/απομίμησης.
  • Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 (GDPR): Οι κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπου τα δεδομένα blockchain περιέχουν αναγνωρίσιμα προσωπικά δεδομένα.
  • Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 (MiCA – Markets in Crypto-Assets Regulation): Αυτός ο κανονισμός, ο οποίος έχει τεθεί σε ισχύ και θα εφαρμοστεί πλήρως από τα τέλη του 2024/αρχές 2025, αποτελεί ορόσημο. Ενώ τα περισσότερα NFTs (ιδιαίτερα τα μοναδικά και μη ανταλλάξιμα) εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του MiCA (άρθρο 4 παρ. 2), ο κανονισμός παρέχει ένα πλαίσιο για την εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών κρυπτογραφικών περιουσιακών στοιχείων και των εκδοτών κρυπτογραφικών περιουσιακών στοιχείων που ενδέχεται να έχουν χαρακτηριστικά παρόμοια με χρηματοοικονομικά μέσα. Είναι σημαντικό να αξιολογείται κατά περίπτωση εάν ένα συγκεκριμένο NFT εμπίπτει στις εξαιρέσεις ή όχι. 
  • O Κανονισμός Της ΕΕ Για Την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act): Αν και δεν αφορά άμεσα τα NFTs, είναι σημαντική για το μέλλον της ψηφιακής δημιουργίας, καθώς η χρήση ΑΙ στη δημιουργία έργων που ενδέχεται να «tokenποιηθούν» θα εγείρει νέα ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας και δημιουργίας. 
  • Πρόταση Οδηγίας για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (AMLD6): Αν και δεν έχει ακόμη εγκριθεί, αναμένεται να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των κανόνων AML/CFT και σε παρόχους υπηρεσιών κρυπτογραφικών περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων δυνητικά και εκείνων που εμπλέκονται σε συναλλαγές NFTs.
Πνευματικά Δικαιώματα & NFTs

Το κεντρικό νομικό ζήτημα που ανακύπτει με τα NFTs είναι η σχέση τους με τα πνευματικά δικαιώματα και την πνευματική ιδιοκτησία

Όπως προαναφέρθηκε ότι η αγορά και κατοχή ενός NFT δεν συνεπάγεται την κατοχή των πνευματικών δικαιωμάτων του υποκείμενου έργου, δηλαδή των πνευματικών δικαιωμάτων του ψηφιακού έργου που αντιπροσωπεύει.

Δικαιώματα Δημιουργού & Δικαιώματα Ιδιοκτήτη NFT

Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, και ειδικότερα τον Ν. 2121/1993 «Περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων», ο δημιουργός ενός έργου αποκτά αυτοδικαίως και πρωτογενώς το πνευματικό δικαίωμα επί του έργου του, χωρίς να απαιτείται καμία διατύπωση. 

Το πνευματικό δικαίωμα περιλαμβάνει:

  • Το περιουσιακό δικαίωμα, δηλαδή το δικαίωμα εκμετάλλευσης του έργου (αναπαραγωγή, διανομή, παρουσίαση στο κοινό, προσαρμογή κ.λπ.).
  • Το ηθικό δικαίωμα, δηλαδή το δικαίωμα αναγνώρισης της πατρότητας του έργου, διατήρησης της ακεραιότητάς του και προστασίας της προσωπικής σχέσης του δημιουργού με το έργο του.

Όταν ένα ψηφιακό έργο «tokenποιηθεί» ως NFT, ο δημιουργός διατηρεί καταρχήν όλα τα πνευματικά του δικαιώματα, εκτός αν συμφωνηθεί ρητά το αντίθετο. 

Ο αγοραστής του NFT αποκτά την ιδιοκτησία του token και όχι απαραίτητα του υποκείμενου ψηφιακού έργου. 

Αυτό σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης του NFT έχει το δικαίωμα να το μεταπωλήσει, να το εμφανίσει ως δική του ιδιοκτησία, αλλά δεν έχει το δικαίωμα να το αναπαράγει, να το διανείμει, να το τροποποιήσει ή να το χρησιμοποιήσει για εμπορικούς σκοπούς χωρίς την άδεια του δημιουργού.

Φορολογικές Πτυχές των NFTs στην Ελλάδα

Η φορολογική μεταχείριση των NFTs στην Ελλάδα, προφανώς, δεν έχει ακόμα καθοριστεί. Δεδομένης της απουσίας ειδικής νομοθεσίας, η φορολογική προσέγγιση μπορεί να γίνει μόνο αναλογικά με βάση ήδη υφιστάμενες διατάξεις.

Φορολογία Εισοδήματος

Η πώληση ενός NFT από ιδιώτη μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε ως

  • Κέρδος από μεταβίβαση κεφαλαίου: Εάν η αγοραπωλησία δεν αποτελεί άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, το κέρδος μπορεί να φορολογηθεί ως υπεραξία. Ωστόσο, η φορολόγηση υπεραξίας από κινητές αξίες είναι γενικά μηδενική για ιδιώτες, εκτός αν συντρέχουν προϋποθέσεις συστηματικής δραστηριότητας.

είτε ως

  • Εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα: Εάν η δραστηριότητα απόκτηση και πώλησης NFTs χαρακτηριστεί ως συστηματική και επαγγελματική, τότε τα κέρδη θα φορολογηθούν ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, με τις ισχύουσες φορολογικές κλίμακες για φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Η διάκριση μεταξύ «ερασιτεχνικής» και «επαγγελματικής» δραστηριότητας είναι λεπτή και απαιτεί αξιολόγηση κατά περίπτωση.
ΦΠΑ

Η παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με NFTs (πχ δημιουργία, minting, πώληση σε πλατφόρμες) πιθανότατα υπάγεται σε ΦΠΑ. Η υπαγωγή ή μη εξαρτάται από την ακριβή φύση της υπηρεσίας και τον χαρακτηρισμό του NFT.

Εάν το NFT θεωρηθεί «άυλο αγαθό» ή «υπηρεσία», τότε θα εφαρμοστούν οι γενικές διατάξεις του Κώδικα ΦΠΑ. Η φορολογική αντιμετώπιση του ΦΠΑ στις συναλλαγές με κρυπτονομίσματα και συναφή περιουσιακά στοιχεία εξακολουθεί να είναι θέμα συζήτησης και αναμονής διευκρινίσεων από τις φορολογικές αρχές.

Άμεσα Ζητήματα Προς Ρύθμιση

Οι κυριότερες προκλήσεις που ανακύπτουν και χρήζουν άμεσης ρύθμισης, περιλαμβάνουν:

  • Παραβιάσεις Πνευματικών Δικαιωμάτων: Είναι συχνό φαινόμενο η «tokenποίηση» και πώληση ψηφιακών έργων ως NFTs χωρίς την άδεια του δημιουργού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 2121/1993 περί παραβίασης πνευματικών δικαιωμάτων (άρθρα 65 επ.), που προβλέπουν αστικές και ποινικές κυρώσεις.
  • Ο θιγόμενος δημιουργός μπορεί να ζητήσει άρση της προσβολής, παράλειψή της στο μέλλον, αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και καταστροφή των παράνομων αντιγράφων.
  • Άδειες Χρήσης: Για να αποκτήσει ο αγοραστής ενός NFT περισσότερα δικαιώματα επί του υποκείμενου έργου, απαιτείται ρητή συμβατική ρύθμιση με τον δημιουργό. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω άδειας χρήσης (license), η οποία μπορεί να ενσωματωθεί στα metadata του NFT ή να παραπέμπει σε εξωτερικούς όρους χρήσης. Η άδεια πρέπει να προσδιορίζει σαφώς το εύρος των δικαιωμάτων που παραχωρούνται (π.χ., δικαίωμα δημόσιας προβολής, δικαίωμα αναπαραγωγής για προσωπική χρήση, δικαίωμα χρήσης σε εμπορικά προϊόντα κ.λπ.). Πρότυπα όπως το Creative Commons ή ειδικά πρότυπα για NFTs (π.χ., ERC-721 «Immutable Licenses») μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
  • Smart Contracts: Τα smart contracts (έξυπνα συμβόλαια) που ενσωματώνουν τα NFTs μπορούν να περιλαμβάνουν ρήτρες που αυτοματοποιούν την καταβολή δικαιωμάτων (royalties) στον αρχικό δημιουργό κάθε φορά που το NFT μεταπωλείται στην δευτερογενή αγορά. Αυτό ενισχύει το δικαίωμα αμοιβής του δημιουργού.
  • Έλλειψη Προστασίας Καταναλωτή: Οι γενικές διατάξεις περί προστασίας καταναλωτή ενδέχεται να μην καλύπτουν επαρκώς τις ιδιαιτερότητες των συναλλαγών NFTs, ιδίως όσον αφορά την πληροφόρηση, την απάτη και τους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το Νομικό Πλαίσιο των NFTs στην Ελλάδα και την προστασία των Πνευματικών Δικαιωμάτων 

Αποτελεί η Γεύση Τροφίμου Πνευματική Ιδιοκτησία;

Με την με αριθμό C-310/17 (Levola Hengelo BV κατά Smilde Foods BV), απόφασή του, το Δικαστήριο της ΕΕ, ασχολήθηκε με το κατά πόσο η γεύση, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας, να κατοχυρωθεί και να προστατευθεί.

Ειδικότερα, Δικαστήριο της Ολλανδίας ρώτησε το ΔΕΕ εάν η οδηγία 2001/29 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προστασία της γεύσης ενός τροφίμου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού κατά την οδηγία αυτή και στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού στην εν λόγω γεύση.

Η Κοινοτική Οδηγία 2001/29

Η οδηγία 2001/29 ορίζει, στα άρθρα 2 έως 4, ότι τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς, όσον αφορά τα «έργα» τους, ένα σύνολο αποκλειστικών δικαιωμάτων και προβλέπει, μια σειρά εξαιρέσεων και περιορισμών στα δικαιώματα αυτά.

Η εν λόγω οδηγία δεν περιέχει καμία ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου του «έργου».

Επομένως, και λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας, η έννοια αυτή πρέπει, κατά κανόνα, να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ένωση.

Κατά συνέπεια, η γεύση ενός τροφίμου μπορεί να προστατεύεται βάσει του δικαιώματος του δημιουργού σύμφωνα με την οδηγία 2001/29 μόνον εάν η γεύση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έργο», κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας.

Έννοια & Περιεχόμενο Του Όρου «Έργου»

Συναφώς, για να μπορεί να χαρακτηριστεί ένα αντικείμενο ως «έργο», κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις.

Αφενός, πρέπει το συγκεκριμένο αντικείμενο να είναι πρωτότυπο, υπό την έννοια ότι είναι αποτέλεσμα προσωπικής πνευματικής εργασίας του δημιουργού.

Αφετέρου, ως «έργο», κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29, μπορούν να χαρακτηριστούν μόνον τα στοιχεία που αποτελούν την έκφραση της εν λόγω προσωπικής πνευματικής εργασίας

Η Σύμβαση Της Βέρνης & Συνθήκη ΠΟΔΙ

Περαιτέρω το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι η Ένωση, μολονότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Βέρνης, εντούτοις υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 4, της Συνθήκης του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία, της οποίας είναι συμβαλλόμενο μέρος και στην εφαρμογή της οποίας αποσκοπεί η οδηγία 2001/29, να συμμορφώνεται προς τα άρθρα 1 έως 21 της Σύμβασης της Βέρνης.

Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της Σύμβασης της Βέρνης, τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα περιλαμβάνουν όλες τις παραγωγές λογοτεχνικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής φύσεως, οιοσδήποτε είναι ο τρόπος και η μορφή εκφράσεως.

Επιπλέον, κατά το άρθρο 2 της Συνθήκης του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία και το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου, αντικείμενο της προστασίας βάσει του δικαιώματος του δημιουργού είναι οι μορφές έκφρασης και όχι οι ιδέες, οι διαδικασίες, οι μέθοδοι λειτουργίας ή οι μαθηματικές έννοιες αυτές καθεαυτές.

Επομένως, η έννοια του «έργου» που διαλαμβάνεται στην οδηγία 2001/29 συνεπάγεται κατ’ ανάγκη έκφραση του προστατευόμενου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού αντικειμένου η οποία να το προσδιορίζει με επαρκή ακρίβεια και αντικειμενικότητα, έστω και αν η έκφραση αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκη μόνιμη.

Η Ερμηνεία Του ΔΕΕ

Συγκεκριμένα, αφενός, οι αρχές που είναι αρμόδιες για τη διασφάλιση της προστασίας των αποκλειστικών δικαιωμάτων που εμπεριέχονται στο δικαίωμα του δημιουργού πρέπει να μπορούν να γνωρίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια τα αντικείμενα που προστατεύονται κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Το ίδιο ισχύει για τους ιδιώτες, ιδίως επιχειρηματίες, οι οποίοι πρέπει να μπορούν να προσδιορίσουν με σαφήνεια και ακρίβεια τα προστατευόμενα αντικείμενα τρίτων, ιδίως ανταγωνιστών.

Αφετέρου, η ανάγκη εξαλείψεως κάθε στοιχείου υποκειμενικότητας, βλαπτικής για την ασφάλεια δικαίου, κατά τη διαδικασία προσδιορισμού του αντικειμένου της προστασίας συνεπάγεται ότι το εν λόγω αντικείμενο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ακριβούς και αντικειμενικής έκφρασης.

Όμως, η δυνατότητα ακριβούς και αντικειμενικού προσδιορισμού δεν υφίσταται όσον αφορά τη γεύση τροφίμου.

Συγκεκριμένα, σε αντίθεση, παραδείγματος χάριν, με ένα λογοτεχνικό, εικαστικό, κινηματογραφικό ή μουσικό έργο, που αποτελεί ακριβή και αντικειμενική μορφή έκφρασης, ο προσδιορισμός της γεύσης τροφίμου στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, στις γευστικές αισθήσεις και εμπειρίες που είναι υποκειμενικές και μεταβλητές, καθόσον εξαρτώνται, μεταξύ άλλων, από παράγοντες που σχετίζονται με το πρόσωπο που δοκιμάζει το συγκεκριμένο προϊόν, όπως η ηλικία του, οι διατροφικές προτιμήσεις του και οι καταναλωτικές του συνήθειες, καθώς και με το περιβάλλον ή το πλαίσιο στο οποίο δοκιμάζεται το προϊόν αυτό.

Περαιτέρω, ακριβής και αντικειμενικός προσδιορισμός της γεύσης τροφίμου, που να παρέχει τη δυνατότητα διάκρισης της γεύσης αυτής από τη γεύση άλλων προϊόντων του ίδιου είδους, δεν είναι δυνατός με τεχνικά μέσα στο παρόν στάδιο της επιστημονικής εξέλιξης.

Η Απόφαση Του ΔΕΕ

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, το Δικαστήριο κατέληξε ότι επιβάλλεται το συμπέρασμα, βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, ότι η γεύση τροφίμου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έργο» κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29.

Λαμβανομένης υπόψη της απαιτήσεως περί ομοιόμορφης ερμηνείας της έννοιας του «έργου» εντός της Ένωσης, επιβάλλεται, επίσης, το συμπέρασμα ότι η οδηγία 2001/29 αντιτίθεται στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού σε γεύση τροφίμου.

Επομένως, στο ερώτημα του Δικαστηρίου της Ολλανδίας δόθηκε η απάντηση ότι η οδηγία 2001/29 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην προστασία της γεύσης ενός τροφίμου βάσει του δικαιώματος του δημιουργού κατά την οδηγία αυτή και στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας κατά τρόπον ώστε να παρέχεται προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού στην εν λόγω γεύση.

Τα παραπάνω, ωστόσο, δεν αναιρούν την προστασία προϊόντων Προστατευομένων Ονοµασιών Προέλευσης (ΠΟΠ) & και Γεωγραφικών Ενδείξεων (ΠΓΕ) τα οποία ενσωματώνουν την γεύση ως χαρακτηριστικό της ιδιαιτερότητάς τους.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την πνευματική ιδιοκτησία έργων.