Χρηματοδότηση Startups & Venture Capital – Νομικό Πλαίσιο

Νομική υποστήριξη σε Χρηματοδότηση Startups & Venture Capital - KSTLAW

Term Sheets, Συμφωνίες SAFE και Κρίσιμοι Νομικοί Όροι

Η χρηματοδότηση Startups μέσω κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών (“venture capital“) αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο ανάπτυξης του οικοσυστήματος καινοτομίας.

Στην Ελλάδα, η πρακτική αυτή βρίσκεται σε ραγδαία εξέλιξη, ωστόσο οι ιδρυτές (founders) συχνά διαπραγματεύονται όρους χρηματοδότησης, χωρίς την πλήρη κατανόηση των νομικών συνεπειών τους.

Το βασικό νομικό πλαίσιο για τη χρηματοδότηση startups περιλαμβάνει:

  • Τον Ν. 4548/2018 για τις ανώνυμες εταιρείες (ιδίως άρθρα 25, 26, 38, 39, 71 και 109 έως 114)
  • Τον Ν. 4072/2012 για την Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ)
  • Τον Ν. 2367/1995 για τις Εταιρείες Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΕΚΕΣ), όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4608/2019
  • Τον Ν. 4920/2022 για τη συμμετοχική χρηματοδότηση (equity crowdfunding), ως εναλλακτική μορφή χρηματοδότησης σε πρώιμα στάδια
  • Τα άρθρα 166, 197 και 361 του Αστικού Κώδικα (προσύμφωνο, προσυμβατική ευθύνη και ελευθερία συμβάσεων)
Η Έννοια του Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών

Το Κεφάλαιο Επιχειρηματικών Συμμετοχών (“Venture Capital“) συνιστά μορφή χρηματοδότησης κατά την οποία ένας επενδυτής, είτε φυσικό πρόσωπο (επενδυτικός άγγελος) είτε Εταιρεία Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΕΚΕΣ), εισφέρει κεφάλαιο σε μια startup με αντάλλαγμα μετοχικό μερίδιο (“equity“).

Η επένδυση πραγματοποιείται κατά κανόνα σε γύρους χρηματοδότησης (pre-seed, seed, Series A κ.ο.κ.), καθένας από τους οποίους αντιστοιχεί σε διαφορετικό στάδιο ωριμότητας της εταιρείας.

Στο ελληνικό δίκαιο, ο Ν. 2367/1995 ρυθμίζει ειδικά τις ΕΚΕΣ, που αποτελούν ανώνυμες εταιρείες με αυξημένο ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο, εποπτευόμενες από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Ωστόσο, στην πράξη μεγάλο μέρος των επενδύσεων venture capital πραγματοποιείται μέσω αλλοδαπών funds ή μέσω ατύπων δομών (angel investors, family offices κλπ), χωρίς να εμπίπτει υποχρεωτικά στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου.

Στάδια Χρηματοδότησης

Η διαδικασία χρηματοδότησης εξελίσσεται κατά κανόνα σε τρία στάδια:

  • υπογραφή εγγράφου βασικών όρων (term sheet),
  • διενέργεια δέουσας επιμέλειας (due diligence) και
  • κατάρτιση οριστικών συμβάσεων, ιδίως μετοχικής συμφωνίας και τροποποίησης καταστατικού. Σε πρώιμα στάδια, η χρηματοδότηση μπορεί εναλλακτικά να πραγματοποιηθεί και μέσω απλούστερων εργαλείων, όπως η συμφωνία SAFE.
Το Έγγραφο Βασικών Όρων (Term Sheet)
Έννοια και Λειτουργία

Το εγγραφο βασικών όρων (“term sheet“) αποτελεί το αρχικό έγγραφο στη διαδικασία χρηματοδότησης.

Πρόκειται για συνοπτική καταγραφή των βασικών εμπορικών και νομικών όρων υπό τους οποίους ο επενδυτής προτίθεται να εισέλθει στην εταιρεία.

Τυπικά, περιλαμβάνει την αποτίμηση (“valuation“), το ποσό επένδυσης, το ποσοστό συμμετοχής, τα δικαιώματα ψήφου, τους όρους ρευστοποίησης (“liquidation preference“) και τις ρήτρες προστασίας του επενδυτή.

Νομική Φύση στο Ελληνικό Δίκαιο

Κατά κανόνα, τα term sheets δεν αποτελούν δεσμευτικές συμβάσεις. Ορισμένες ρήτρες, ωστόσο, μπορούν να ορίζονται ρητά ως δεσμευτικές, ιδίως η ρήτρα αποκλειστικής διαπραγμάτευσης (exclusivity ή no-shop clause) και η ρήτρα εμπιστευτικότητας (confidentiality clause).

Η νομική αντιμετώπιση των term sheets εξαρτάται από την ίδια τη δομή και τους συμβατικούς όρους του εγγράφου. Αν το term sheet περιέχει αρκούντως ορισμένους ουσιώδεις όρους και εκδηλώνεται βούληση δέσμευσης, αντιμετωπίζεται ως προσύμφωνο, κατά το άρθρο 166 ΑΚ, από το οποίο μπορεί να γεννάται και υποχρέωση κατάρτισης οριστικής σύμβασης.

Τούτο διότι το προσύμφωνο, κατά πάγια νομολογία, αποτελεί σύμβαση δια μέσου της οποίας τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταρτίσουν ορισμένη σύμβαση στο μέλλον (ΑΠ 825/2019). Αντιθέτως, αν το έγγραφο ρητά αναφέρει ότι δεν αποτελεί δεσμευτική συμφωνία (“non-binding“), αποτελεί απλή δήλωση πρόθεσης (“letter of intent“) και δεν παράγει ενοχική δέσμευση, ή άλλα έννομα αποτελέσματα.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Η υπογραφή term sheet με ρήτρα αποκλειστικότητας (no-shop) χωρίς χρονικό περιορισμό μπορεί να αποκλείσει τον ιδρυτή από εναλλακτικές διαπραγματεύσεις για απροσδιόριστο χρόνο.

Αν ο επενδυτής τελικά αποσυρθεί, ενδέχεται να θεμελιωθεί ευθύνη βάσει του άρθρου 197 ΑΚ περί προσυμβατικής ευθύνης, εφόσον αποδειχθεί κακόπιστη διαπραγμάτευση (Ευθύνη Από Διαπραγματεύσεις).

Κρίσιμοι Οικονομικοί Όροι

Η αποτίμηση πριν από τη χρηματοδότηση (“pre-money valuation“) εκφράζει τη συμφωνημένη αξία της εταιρείας πριν από την εισφορά κεφαλαίου.

Αν, λόγου χάρη, η αποτίμηση πριν από τη χρηματοδότηση ανέρχεται σε 2 εκατ. ευρώ και ο επενδυτής εισφέρει 500.000 ευρώ, η αποτίμηση μετά τη χρηματοδότηση (post-money valuation) ανέρχεται σε 2,5 εκατ. ευρώ και ο επενδυτής αποκτά μετοχικό μερίδιο 20%.

Η αποτίμηση δεν ρυθμίζεται νομοθετικά ως υποχρεωτική διαδικασία και αποτελεί ελεύθερη εμπορική συμφωνία, με εξαίρεση τα κατώτερα όρια τιμής των εκδοθησόμενων μετοχών κατά την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου (Ν. 4548/2018 – απαγόρευση έκδοσης μετοχών σε τιμή κατώτερη του αρτίου).

Σύνηθες σφάλμα κατά τη διαπραγμάτευση αποτελεί η σύγχυση μεταξύ αποτίμησης πριν και μετά τη χρηματοδότηση.

Αν ο ιδρυτής θεωρεί ότι η αποτίμηση 2 εκατ. ευρώ αφορά post-money αξία, ενώ ο επενδυτής εννοεί pre-money, η διαφορά στο μετοχικό μερίδιο μπορεί να ανέρχεται σε αρκετές ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που γίνεται ιδιαίτερα “επώδυνο” σε μεταγενέστερους γύρους χρηματοδότησης λόγω σωρευτικής απομείωσης (“dilution“).

Πέρα από την αποτίμηση, το term sheet ρυθμίζει συνήθως και τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου μετά την επένδυση. Οι επενδυτές venture capital ζητούν κατά κανόνα τουλάχιστον μία έδρα στο ΔΣ ή, εναλλακτικά, δικαίωμα παρατηρητή (observer right).

Επιπρόσθετα, ορισμένες αποφάσεις, όπως η αλλαγή επιχειρηματικού σχεδίου, η έκδοση νέων μετοχών ή η ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων άνω ορισμένου ποσού, υπάγονται σε ρήτρα αρνησικυρίας (veto right) του επενδυτή.

Οι ρήτρες αυτές, στο ελληνικό δίκαιο, πρέπει να εναρμονίζονται με τις διατάξεις περί εταιρικής διακυβέρνησης του Ν. 4548/2018.

Ειδικότερα, οι αποκλειστικές αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης (άρθρο 117 Ν. 4548/2018) δεν μπορούν να μεταβιβαστούν de facto σε μέτοχο μέσω ρήτρας αρνησικυρίας, ως επίσης και κάθε σχετική ρύθμιση πρέπει να σέβεται τα όρια μεταξύ αρμοδιοτήτων ΓΣ και ΔΣ.

Πέρα από τους παραπάνω όρους, το term sheet περιλαμβάνει συχνά πρόβλεψη για “αποθεματικό δικαιωμάτων προαίρεσης” (option pool ή ESOP reserve).

Πρόκειται για ένα ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου (συνήθως 10% έως 15%) που δεσμεύεται για μελλοντική παροχή κινήτρων σε εργαζομένους και στελέχη μέσω δικαιωμάτων προαίρεσης μετοχών (άρθρα 109 έως 114 Ν. 4548/2018).

Κρίσιμο σημείο διαπραγμάτευσης για τον founder αποτελεί το αν το αποθεματικό αυτό υπολογίζεται εντός της αποτίμησης πριν τη χρηματοδότηση (pre-money), περίπτωση που αυξάνει σημαντικά την απομείωση (dilution) των ιδρυτών, ή αν θα δημιουργηθεί μετά τη χρηματοδότηση.

Η Συμφωνία SAFE
Έννοια και Μηχανισμός

Η Απλή Συμφωνία για Μελλοντικό Μετοχικό Κεφάλαιο (“Simple Agreement for Future Equity” – SAFE) αποτελεί εργαλείο χρηματοδότησης που εισήχθη το 2013 από τον αμερικανικό startup accelerator “Y Combinator”.

Μέσω της συμφωνίας SAFE, ο επενδυτής εισφέρει κεφάλαιο στη startup χωρίς άμεση έκδοση μετοχών.

Το δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές ενεργοποιείται σε μελλοντικό γεγονός (triggering event), κατά κανόνα τον επόμενο τιμολογημένο γύρο χρηματοδότησης (priced round).

Σε αντίθεση με το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο (convertible note), η συμφωνία SAFE δεν αποτελεί δανειακή σχέση, δεν είναι τοκοφόρα, δεν έχει ημερομηνία λήξης και δεν δημιουργεί υποχρέωση αποπληρωμής.

Οι δύο βασικές παράμετροί της είναι:

  • το ανώτατο όριο αποτίμησης (valuation cap), δηλαδή η μέγιστη αποτίμηση βάσει της οποίας θα μετατραπεί η εισφορά σε μετοχές, και
  • η έκπτωση μετατροπής (discount rate), δηλαδή ένα ποσοστό μείωσης της τιμής μετοχής σε σχέση με τους νέους επενδυτές στον επόμενο γύρο. Κατά τη μετατροπή, ο πρώιμος επενδυτής λαμβάνει μετοχές βάσει της χαμηλότερης εκ των δύο τιμών.
Νομική Αντιμετώπιση στο Ελληνικό Δίκαιο

Η συμφωνία SAFE δεν ρυθμίζεται ρητά από την ελληνική νομοθεσία. Αποτελεί, κατά τη συμβατική ελευθερία του άρθρου 361 ΑΚ, ιδιόρρυθμη άτυπη σύμβαση (sui generis). Δεν εντάσσεται στις κατηγορίες του δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ) ούτε της εταιρικής εισφοράς, διότι δεν μεταβάλλει αμέσως τη μετοχική σύνθεση.

Η πιο συγγενής μορφή χρηματοδότησης στο ελληνικό εταιρικό δίκαιο είναι το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο (convertible bond), που ρυθμίζεται από το άρθρο 71 Ν. 4548/2018.

Κατά τη διάταξη αυτή, η γενική συνέλευση μπορεί να αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία την έκδοση ομολογιακού δανείου που χορηγεί στους ομολογιούχους δικαίωμα μετατροπής των ομολογιών τους σε μετοχές. Με τη μετατροπή επέρχεται αυτοδίκαια αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ δεν ισχύουν οι διατάξεις για το δικαίωμα προτίμησης των υφιστάμενων μετόχων.

Υπάρχουν ωστόσο ουσιώδεις διαφορές. Το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο αποτελεί μορφή δανεισμού, φέρει τόκο, έχει ημερομηνία λήξης και μπορεί να εκδοθεί αποκλειστικά από ανώνυμη εταιρεία.

Η πρακτική σημασία αυτής της διάκρισης αφορά κυρίως τρία σημεία:

  • στη συμφωνία SAFE δεν υπάρχει κίνδυνος αθέτησης αποπληρωμής (default),
  • η λογιστική αντιμετώπιση διαφέρει, καθώς κατά τα ΕΛΠ η συμφωνία SAFE δεν εμφανίζεται κατ’ ανάγκην ως υποχρέωση στον ισολογισμό (ενώ κατά τα ΔΠΧΑ ενδέχεται να ταξινομηθεί ως χρηματοοικονομική υποχρέωση) και
  • η συμφωνία SAFE μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε ΙΚΕ, ενώ τα μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια αφορούν αποκλειστικά ΑΕ.

Στην πράξη, οι ελληνικές startups που χρησιμοποιούν συμφωνίες SAFE συνήθως υπάγουν τη σύμβαση στο δίκαιο των ΗΠΑ, ακολουθώντας τα πρότυπα του Y Combinator.

Αν η σύμβαση υπάγεται σε ελληνικό δίκαιο, απαιτείται ιδιαίτερη μέριμνα ώστε ο μηχανισμός μετατροπής να είναι συμβατός με τις διατάξεις περί αύξησης μετοχικού κεφαλαίου (άρθρα 23 έως 28 Ν. 4548/2018 για ΑΕ ή άρθρο 84 Ν. 4072/2012 για ΙΚΕ).

Πρέπει επίσης να ρυθμίζονται ρητά τα γεγονότα ενεργοποίησης (triggering events), δηλαδή τι ακριβώς συμβαίνει σε περίπτωση γύρου χρηματοδότησης, πώλησης εταιρείας, λύσης κλπ.

Πρακτικό Παράδειγμα Μετατροπής SAFE

Ας υποτεθεί ότι ένας επενδυτής εισφέρει 100.000 ευρώ μέσω συμφωνίας SAFE με ανώτατο όριο αποτίμησης (valuation cap) 1 εκατ. ευρώ και έκπτωση μετατροπής (discount) 20%. Στον επόμενο γύρο χρηματοδότησης, η εταιρεία αποτιμάται σε 2 εκατ. ευρώ (pre-money) και η τιμή μετοχής για τους νέους επενδυτές ανέρχεται σε 10 ευρώ.

Ο κάτοχος της συμφωνίας SAFE θα μετατρέψει βάσει της χαμηλότερης εκ δύο τιμών: είτε η τιμή βάσει του ανωτάτου ορίου αποτίμησης, δηλαδή 5 ευρώ ανά μετοχή (1.000.000 / 200.000 μετοχές), είτε η τιμή μετά την εφαρμογή της έκπτωσης, δηλαδή 8 ευρώ ανά μετοχή (10 × 80%).

Στο παράδειγμα αυτό, η χαμηλότερη τιμή (5 ευρώ) δίνει στον πρώιμο επενδυτή 20.000 μετοχές αντί 10.000 που θα αποκτούσε ένας νέος επενδυτής με το ίδιο ποσό, αντανακλώντας και επιβραβεύοντας τον αυξημένο κίνδυνο της πρώιμης εισφοράς.

Κρίσιμοι Όροι Χρηματοδότησης
Ρήτρα Κατά της Απομείωσης (Anti-Dilution)

Η ρήτρα κατά της απομείωσης (“Anti-Dilution“) αποσκοπεί στην προστασία του πρώιμου επενδυτή σε περίπτωση μεταγενέστερου γύρου χρηματοδότησης σε χαμηλότερη αποτίμηση (down round). Υπάρχουν δύο βασικές μορφές:

  • Η μέθοδος πλήρους αναστροφής (full ratchet), κατά την οποία η τιμή μετατροπής του επενδυτή μειώνεται στη νέα χαμηλότερη τιμή και
  • η μέθοδος σταθμισμένου μέσου όρου (weighted average), που λαμβάνει υπόψη τόσο τον αριθμό όσο και την τιμή των νέων μετοχών.

με τη δεύτερη να θεωρείται πιο ισορροπημένη.

Η μέθοδος σταθμισμένου μέσου όρου διακρίνεται περαιτέρω σε ευρείας βάσης (broad-based), η οποία συνυπολογίζει δικαιώματα προαίρεσης (options) και λοιπά μετατρέψιμα δικαιώματα και σε στενής βάσης (narrow-based), η οποία λαμβάνει υπόψη μόνο τις εκδοθείσες μετοχές. Η ευρείας βάσης είναι ευνοϊκότερη για τους ιδρυτές.

Στο ελληνικό δίκαιο, η ρήτρα αυτή δεν ρυθμίζεται ρητά, αλλά μπορεί να ενσωματωθεί στο καταστατικό υπό τη μορφή ειδικών δικαιωμάτων προνομιούχων μετοχών (άρθρο 38 Ν. 4548/2018) ή μέσω εξωεταιρικής συμφωνίας μετόχων (shareholders’ agreement).

Προνομιακή Ρευστοποίηση (Liquidation Preference)

Η ρήτρα προνομιακής ρευστοποίησης (“liquidation preference“) ορίζει τη σειρά κατανομής του τιμήματος σε περίπτωση πώλησης ή εκκαθάρισης της εταιρείας. Κατά την πλέον διαδεδομένη μορφή (1x non-participating), ο επενδυτής εισπράττει πρώτα το ποσό της εισφοράς του.

Αν το τίμημα δεν επαρκεί, οι ιδρυτές δεν λαμβάνουν τίποτα. Στην πιο επιθετική παραλλαγή (participating preferred), ο επενδυτής λαμβάνει πρώτα το ποσό της εισφοράς του και στη συνέχεια συμμετέχει αναλογικά στο υπόλοιπο τίμημα.

Στο ελληνικό εταιρικό δίκαιο, η εν λόγω ρήτρα υλοποιείται μέσω των προνομιούχων μετοχών (άρθρο 38 Ν. 4548/2018), το οποίο ρητά επιτρέπει τον ορισμό του ειδικού προνομίου της προνομιακής απόδοσης της εισφοράς κατά τη λύση της εταιρείας. Κατά τη πώληση, η ρύθμιση μπορεί επίσης να επιτευχθεί μέσω εξωεταιρικής συμφωνίας μετόχων.

Η ανάλυση κατανομής τιμήματος (“waterfall analysis“) αποτελεί κρίσιμο εργαλείο αξιολόγησης. Πρόκειται για προσομοίωση που δείχνει πόσα θα λάβει κάθε κατηγορία μετοχών (κοινές, προνομιούχες) σε διαφορετικά σενάρια τιμήματος εξόδου.

Χωρίς αυτήν, οι ιδρυτές αδυνατούν να αντιληφθούν την πραγματική οικονομική επίπτωση ρητρών τύπου participating preferred.

Ρήτρες Σταδιακής Κατοχύρωσης (Vesting) και Αποχώρησης (Leaver Provisions)

Οι ρήτρες σταδιακής κατοχύρωσης (vesting) καθορίζουν ότι οι μετοχές των ιδρυτών δεσμεύονται σταδιακά κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου, συνήθως τέσσερα έτη με αρχική περίοδο αναμονής (cliff) ενός έτους. Ο σκοπός της ρήτρας είναι η ευθυγράμμιση κινήτρων.

Αν ο ιδρυτής αποχωρήσει πρόωρα, η εταιρεία ή οι υπόλοιποι εταίροι δικαιούνται να εξαγοράσουν τις μη κατοχυρωμένες (unvested) μετοχές.

Η διάκριση μεταξύ καλόπιστης αποχώρησης (good leaver) και κακόπιστης αποχώρησης (bad leaver) ρυθμίζει την τιμή εξαγοράς. Ο καλόπιστα αποχωρών (π.χ. λόγω θανάτου, ασθένειας, καταγγελίας με σπουδαίο λόγο) εξαγοράζεται κατά κανόνα σε εύλογη αγοραία αξία, ενώ ο κακόπιστα αποχωρών (π.χ. λόγω ανταγωνιστικής δραστηριότητας, σοβαρής παράβασης) εξαγοράζεται σε ονομαστική αξία.

Νομικά, η ρύθμιση αυτή υλοποιείται μέσω εξαγοράσιμων μετοχών (άρθρο 39 Ν. 4548/2018) ή μέσω εξωεταιρικής συμφωνίας μετόχων.

Ρήτρες Μεταβίβασης: Drag-Along, Tag-Along και Δικαίωμα Πρώτης Προσφοράς

Οι ρήτρες drag-along και tag-along αποτελούν κομβικούς όρους σε κάθε χρηματοδότηση venture capital. Η πρώτη επιτρέπει στην πλειοψηφία να υποχρεώσει τη μειοψηφία να πωλήσει τις μετοχές της σε τρίτο, ενώ η δεύτερη παρέχει στη μειοψηφία το δικαίωμα να συμμετάσχει στην πώληση υπό τους ίδιους όρους.

Συμπληρωματικά, το δικαίωμα πρώτης προσφοράς (right of first refusal ή ROFR) επιτρέπει στους υφιστάμενους μετόχους να αποκτήσουν κατά προτεραιότητα τις μεταβιβαζόμενες μετοχές πριν αυτές προσφερθούν σε τρίτους.

Δέουσα Επιμέλεια (Due Diligence) πριν την Επένδυση

Μετά την υπογραφή του term sheet, ο επενδυτής διενεργεί δέουσα επιμέλεια (due diligence), δηλαδή συστηματικό νομικό, οικονομικό και φορολογικό έλεγχο της εταιρείας.

Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται, μεταξύ άλλων, η εταιρική δομή και τα καταστατικά έγγραφα, οι συμβάσεις εργασίας και συνεργασίας, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (ιδίως αν ο πηγαίος κώδικας ανήκει στην εταιρεία ή στους ιδρυτές προσωπικά), οι φορολογικές υποχρεώσεις και τυχόν εκκρεμείς δικαστικές διαφορές.

Για Startups, ιδιαίτερη σημασία έχει η εξακρίβωση ότι η πνευματική ιδιοκτησία επί του λογισμικού ή της τεχνολογίας έχει μεταβιβαστεί νομίμως στην εταιρεία. Η ανυπαρξία σχετικών συμβάσεων εκχώρησης, ιδίως αν οι ιδρυτές ανέπτυξαν το προϊόν πριν τη σύσταση, αποτελεί συχνό εύρημα ελέγχου που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο ολόκληρη τη χρηματοδότηση.

Εταιρική Δομή και Χρηματοδότηση
Επιλογή Εταιρικής Μορφής

Η επιλογή εταιρικής μορφής αποτελεί κρίσιμη απόφαση για τη μελλοντική χρηματοδότηση. Η ΙΚΕ (Ν. 4072/2012) αποτελεί το πιο δημοφιλές εταιρικό σχήμα για Startups λόγω της ευελιξίας και του χαμηλού κόστους σύστασης. Ωστόσο, όταν η εταιρεία φτάσει σε γύρους χρηματοδότησης Series A και πέρα, οι θεσμικοί επενδυτές κατά κανόνα απαιτούν μετατροπή σε ΑΕ.

Τούτο διότι μόνο η ΑΕ προσφέρει: (i) κατηγορίες μετοχών, κοινές, προνομιούχες και εξαγοράσιμες, (ii) δυνατότητα έκδοσης μετατρέψιμων ομολογιακών δανείων (άρθρο 71 Ν. 4548/2018), (iii) προγράμματα δικαιωμάτων προαίρεσης μετοχών (stock options, άρθρα 109 έως 114 Ν. 4548/2018), και (iv) δομημένο δικαίωμα προτίμησης (άρθρο 26 Ν. 4548/2018).

Η Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων

Πέρα από το καταστατικό, η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (“shareholders’ agreement – SHA“) αποτελεί τον πυρήνα της ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ ιδρυτών και επενδυτών.

Πρόκειται για ιδιωτική σύμβαση, κατά κανόνα εμπιστευτική, που ρυθμίζει θέματα όπως drag-along / tag-along, κατά της απομείωσης (anti-dilution), δικαιώματα πρώτης προσφοράς, σταδιακή κατοχύρωση (vesting), δικαιώματα πληροφόρησης, σύνθεση Διοικητικού Συμβουλίου και δικαιώματα αρνησικυρίας (veto rights) σε κρίσιμες αποφάσεις.

Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η διάκριση μεταξύ ενοχικής και εταιρικής ισχύος των ρητρών. Η εξωεταιρική συμφωνία δεσμεύει μόνο τα μέρη της (ενοχική ισχύς) και δεν είναι αντιτάξιμη σε τρίτους, αντίθετα με τις καταστατικές ρυθμίσεις που δημοσιεύονται στο ΓΕΜΗ.

Επομένως, ορισμένοι κρίσιμοι όροι, ιδίως τα δικαιώματα των προνομιούχων μετοχών και οι ρήτρες κατά της απομείωσης, πρέπει να ενσωματώνονται στο καταστατικό για να αποκτήσουν ισχύ έναντι πάντων.

Στη διεθνή πρακτική venture capital, η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων ρυθμίζει επίσης τα δικαιώματα πληροφόρησης (information rights) του επενδυτή, δηλαδή την υποχρέωση της εταιρείας να παρέχει περιοδικά οικονομικές καταστάσεις, μηνιαίες αναφορές και πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία.

Η συμφωνία μπορεί επίσης να περιλαμβάνει ρήτρα συμμετοχής σε μελλοντικούς γύρους (pay-to-play provision), βάσει της οποίας ο επενδυτής υποχρεούται να συμμετάσχει σε μελλοντικούς γύρους χρηματοδότησης για να διατηρήσει τα προνόμιά του.

Πρακτικές Επισημάνσεις – Checklist
Αποτίμηση pre-money vs post-money

Κάθε term sheet πρέπει να διευκρινίζει ρητά αν η αναφερόμενη αποτίμηση αφορά αξία πριν ή μετά τη χρηματοδότηση. Ελλιπής ρύθμιση οδηγεί σε απόκλιση αρκετών ποσοστιαίων μονάδων στο τελικό μετοχικό ποσοστό.

Ρήτρα αποκλειστικότητας (no-shop)

Η εύλογη διάρκεια κυμαίνεται μεταξύ 30 και 90 ημερών, πάντα με ρήτρα αυτόματης λήξης (sunset clause).

Συμφωνία SAFE υπό ελληνικό δίκαιο

Αν η σύμβαση διέπεται από ελληνικό δίκαιο, πρέπει να ρυθμίζονται ρητά τα γεγονότα ενεργοποίησης (triggering events), η συμβατότητα του μηχανισμού μετατροπής με τις διαδικασίες αύξησης κεφαλαίου, ως επίσης και τι συμβαίνει αν δεν πραγματοποιηθεί ποτέ γύρος χρηματοδότησης.

Liquidation preference και anti-dilution

Η ρήτρα 1x non-participating θεωρείται εύλογη σε seed και Series A, ενώ η μέθοδος ευρείας βάσης σταθμισμένου μέσου όρου (broad-based weighted average) αποτελεί τη διεθνή πρακτική κατά της απομείωσης. Πριν αποδεχθεί ρήτρα τύπου participating preferred ή full ratchet, ο ιδρυτής πρέπει να εκπονήσει ανάλυση κατανομής τιμήματος (waterfall analysis) σε πολλαπλά σενάρια εξόδου.

Αποθεματικό δικαιωμάτων προαίρεσης (option pool)

Αν το αποθεματικό υπολογίζεται εντός της αποτίμησης πριν τη χρηματοδότηση (pre-money), η απομείωση βαρύνει αποκλειστικά τους ιδρυτές. Η διαπραγμάτευση του τρόπου υπολογισμού είναι εξίσου κρίσιμη με την ίδια την αποτίμηση.

Εταιρική μορφή και έγκαιρος σχεδιασμός

Αν η στρατηγική εξόδου περιλαμβάνει θεσμικό επενδυτή, η μετατροπή από ΙΚΕ σε ΑΕ πρέπει να προγραμματίζεται εγκαίρως, καθώς μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο, προνομιούχες μετοχές και δικαιώματα προαίρεσης μετοχών είναι διαθέσιμα αποκλειστικά στη μορφή της ΑΕ.

Ενσωμάτωση κρίσιμων όρων στο καταστατικό

Η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων δεν αντικαθιστά το καταστατικό. Όροι που αφορούν δικαιώματα προνομιούχων μετοχών, ρήτρες Anti-Dilution ή περιορισμούς μεταβίβασης πρέπει να ενσωματώνονται και στο καταστατικό, ώστε να είναι αντιτάξιμοι σε τρίτους.

Φορολογικές συνέπειες

Η χρηματοδότηση μέσω συμφωνίας SAFE ή μετατρέψιμων ομολογιών ενδέχεται να έχει διαφορετικές φορολογικές συνέπειες από την άμεση εισφορά κεφαλαίου. Κρίσιμα σημεία αποτελούν η φορολογική αντιμετώπιση κατά τη μετατροπή σε μετοχές, η δυνητική υποχρέωση φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου, καθώς και η φορολόγηση δικαιωμάτων προαίρεσης μετοχών ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ή ως υπεραξία.

Δέουσα επιμέλεια (due diligence), προετοιμασία εκ των προτέρων

Η νομική και οικονομική ετοιμότητα πριν από τον γύρο χρηματοδότησης επιταχύνει τη διαδικασία και ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση. Κρίσιμα σημεία αφορούν την τακτοποίηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, την ύπαρξη ενημερωμένων οικονομικών καταστάσεων και την καθαρότητα του μετοχολογίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για κάθε θέμα σχετικά με την χρηματοδότηση startup μέσω venture capital.

Εξαγορά Εταιρείας: Due Diligence Για Αγοραστή Και Πωλητή

Νομική υποστήριξη σε Εξαγορά Εταιρείας & Due Diligence Για Αγοραστή Και Πωλητή- KSTLAW

Δέουσα Επιμέλεια (Due Diligence) & Εξαγορά Εταιρείας: Share Deal, Asset Deal και Νομική Προστασία Αγοραστή & Πωλητή

Η δέουσα επιμέλεια ή «έλεγχος καταλληλόλητας» («due diligence»), αποτελεί το θεμέλιο κάθε εταιρικής εξαγοράς ή συγχώνευσης.

Αποσκοπεί στην ολοκληρωμένη αξιολόγηση του νομικού, φορολογικού, εργατικού και τεχνολογικού προφίλ της υπό εξαγορά εταιρείας, ώστε αφενός ο αγοραστής να γνωρίζει ακριβώς τι αγοράζει, αφετέρου ο πωλητής να μην αιφνιδιαστεί από αξιώσεις μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας.

Το βασικό νομοθετικό πλαίσιο είναι:

Νομική Φύση και Σκοπός της Δέουσας Επιμέλειας

Η διαδικασία δέουσας επιμέλειας δεν προβλέπεται ρητά ως υποχρεωτικό νομικό βήμα στην ελληνική νομοθεσία. Η σημασία της, ωστόσο, απορρέει έμμεσα από πλήθος διατάξεων και, φυσικά, την επιχειρηματική προσέγγιση και πρακτική.

Ειδικότερα, ο Ν. 4548/2018 επιβάλλει υποχρεώσεις διαφάνειας στη διοίκηση ανωνύμων εταιρειών, ενώ ο γενικός κανόνας καλής πίστης κατά το άρθρο 288 ΑΚ ερμηνεύεται ευρέως ώστε να καλύπτει και το προσυμβατικό στάδιο της διαπραγμάτευσης.

Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ εκείνος που υπαίτια προξενήσει ζημία στον αντισυμβαλλόμενό του υποχρεούται να την ανορθώσει, ακόμη και αν η σύμβαση δεν καταρτίστηκε (ΑΠ 741/2018).

Παράλληλα, ο Ν. 4601/2019 για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις πληροφόρησης και ελέγχου στις περιπτώσεις συγχώνευσης και διάσπασης.

Στην πράξη, η δέουσα επιμέλεια λαμβάνει χώρα σε δύο βασικές περιπτώσεις:

  • στην εξαγορά μετοχών ή μεριδίων («share deal»), όπου ο αγοραστής αποκτά ποσοστό στο κεφάλαιο της εταιρείας και, επομε΄νως, αναλαμβάνει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις της, και
  • στην εξαγορά περιουσιακών στοιχείων («asset deal»), όπου μεταβιβάζεται επιλεκτικά η επιχείρηση ή επιμέρους στοιχεία της.

Η διάκριση αυτή έχει καθοριστική σημασία για τον τρόπο και το βάθος του ελέγχου.

Η Σύμβαση Εμπιστευτικότητας (NDA) ως Πρώτο Βήμα

Πριν αρχίσει οποιαδήποτε ανταλλαγή εγγράφων και πληροφοριών, τα μέρη συνάπτουν σύμβαση εμπιστευτικότητας (εχεμύθειας) – Non-Disclosure Agreement (NDA). Η σύμβαση αυτή δεσμεύει τον αγοραστή να μη χρησιμοποιήσει ή αποκαλύψει εμπιστευτικές πληροφορίες που αποκτά κατά τον έλεγχο, και διέπεται από τον Ν. 4679/2020 (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/943/ΕΕ για την προστασία εμπορικών απορρήτων).

Η σύμβαση εμπιστευτικότητας πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια: (i) την έκταση των εμπιστευτικών πληροφοριών, (ii) τους επιτρεπόμενους αποδέκτες (π.χ. δικηγόρους, ορκωτούς λογιστές), (iii) τη διάρκεια της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας και (iv) τις κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης. Αμφιβολίες ως προς την έκταση της υποχρέωσης επιλύονται υπέρ της ευρύτερης προστασίας.

Νομικός Έλεγχος (Legal Due Diligence)
Εταιρική Κατάσταση

Ο έλεγχος ξεκινά από τον φάκελο σύστασης και το ιστορικό της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ. (ενδεικτικά: καταστατικό, τροποποιήσεις, εκπρόσωποι, πρακτικά Γενικών Συνελεύσεων και Διοικητικού Συμβουλίου, κλπ).

Ειδικά σε εξαγορά μετοχών ΑΕ, εξετάζεται εάν η μεταβίβαση ορισμένων κατηγοριών μετοχών απαιτεί έγκριση του ΔΣ ή της ΓΣ (δικαιώματα προτίμησης, δεσμευμένες μετοχές κατ’άρθρο 41 Ν. 4548/2018 κλπ).

Σε ό,τι αφορά τον τύπο μεταβίβασης μετοχών ΑΕ, η νομολογία του ΑΠ έχει κρίνει ότι ο επιβαλλόμενος έγγραφος τύπος για τη μεταβίβαση μετοχών δεν είναι συστατικός αλλά αποδεικτικός.

Τούτο σημαίνει ότι η ακυρότητα για μη τήρησή του ισχύει μόνο έναντι των φορολογικών αρχών, χωρίς να θίγει τις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

Επομένως, ο αγοραστής οφείλει σε κάθε περίπτωση να μεριμνήσει για την σχετική εγγραφή στο βιβλίο μετόχων, εφόσον αυτή αποτελεί προϋπόθεση νομιμοποίησής του έναντι της εταιρείας (άρθρο 41 παρ. 6 Ν. 4548/2018).

Υφιστάμενες Συμβάσεις

Εξετάζεται το σύνολο των συμβατικών σχέσεων, ήτοι συμβάσεις με πελάτες και προμηθευτές, συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων (ιδίως ρήτρες καταγγελίας σε περίπτωση αλλαγής του ελέγχου της εταιρείας), συμβάσεις αντιπροσωπείας και διανομής, δάνεια, εγγυήσεις κλπ.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί ο εντοπισμός ρητρών αλλαγής ελέγχου («change of control clauses»), οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν λύση ή τροποποίηση σύμβασης μόλις ολοκληρωθεί η εξαγορά.

Τέλος, πρέπει να ελεγχθεί η τυχόν ύπαρξη συμβάσεων με συνδεδεμένα μέρη και να εξεταστεί η νομιμότητά τους (προηγούμενη απόφαση ΔΣ ή ΓΣ, δημοσιότητα κλπ).

Εκκρεμείς Διαφορές και Αγωγές

Ελέγχεται η ύπαρξη εκκρεμών δικαστικών διαφορών, διαιτησιών ή απαιτήσεων τρίτων. Σημαντικός κίνδυνος συνιστά η ύπαρξη αγωγών που δεν απεικονίζονται στους ισολογισμούς. Πρόκειται για τις λεγόμενες ενδεχόμενες υποχρεώσειςcontingent liabilities»).

Επίσης ελέγχεται η ύπαρξη τυχόν κατασχέσεων, υποθηκών και βαρών επί περιουσιακών στοιχείων της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης τόσο στο Κτηματολόγιο όσο και στο Υποθηκοφυλακείο.

Χρέη Επιχείρησης στη Μεταβίβαση

Ιδιαίτερα στην εξαγορά περιουσιακών στοιχείων («asset deal»), εφαρμόζεται το άρθρο 479 ΑΚ, δηλαδή ο αποκτών την επιχείρηση ευθύνεται αλληλεγγύως με τον μεταβιβάζοντα για τα χρέη που σχετίζονται με αυτή, εφόσον ο γενεσιουργός λόγος υπήρχε κατά τον χρόνο μεταβίβασης.

Κατά πάγια νομολογία, η ανωτέρω διάταξη καθιερώνει την αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρεών, κατά την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ, δημιουργώντας παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος (ΑΠ 1530/2022).

Εξάλλου, έχει κριθεί ότι αρκεί να μεταβιβάζεται ο «πυρήνας» της επιχείρησης και όχι αναγκαστικά το σύνολό της. Επομένως, η καταγραφή των χρεών αποτελεί κρίσιμο βήμα κάθε ελέγχου.

Εργατικός Έλεγχος (Labour Due Diligence)
Καταγραφή και Νομιμότητα Εργασιακών Σχέσεων

Ελέγχεται η νομιμότητα και το περιεχόμενο κάθε εργασιακής σύμβασης, αόριστης ή ορισμένης διάρκειας, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, ή/και σύμβασης έργου (άρθρο 681 ΑΚ).

Ιδιαίτερης σημασίας είναι η έρευνα της πιθανότητας σχέσεων που εμφανίζονται ως ανεξάρτητης συνεργασίας ή έργου, να υποκρύπτουν στην πράξη σχέση εξαρτημένης εργασίας. Και τούτο διότι η τυχόν δικαστική αναγνώριση αυτών των σχέσεων μετά την εξαγορά, δημιουργεί σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις για τον αγοραστή.

Ομοίως, σε περίπτωση εργασιακής σχέσης μετόχου, αυτή πρέπει να ελεγχθεί με τα κριτήρια για τις συμβάσεις συνδεδεμένων μερών, κατά τα ανωτέρω.

Εκκρεμείς Εργατικές Αξιώσεις

Εξετάζεται η ύπαρξη εκκρεμών αγωγών πρώην υπαλλήλων ή αγωγών για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών. Επαληθεύεται η ορθότητα υπολογισμού αποζημίωσης απόλυσης και η τήρηση των προθεσμιών έγγραφης γνωστοποίησης (άρθρο 1 Ν. 2112/1920).

Επίσης, ελέγχεται η συμμόρφωση με τις διατάξεις περί τηλεργασίας κατά τον Ν. 4808/2021 (άρθρα 67–71), ιδίως για εταιρείες που διατηρούν υβριδικό μοντέλο εργασίας.

Ασφαλιστικές Εισφορές

Ζητείται πρόσφατο αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας από τον e-ΕΦΚΑ. Ελέγχονται επίσης τυχόν ανεξόφλητα πρόστιμα, αχρεωστήτως καταβληθείσες εισφορές ή συμψηφισμοί που ενδέχεται να αποτελούν κρυφές υποχρεώσεις (hidden liabilities) και, συνήθως, ανακαλύπτονται μόνο μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς.

Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας

Εξετάζεται εάν η εταιρεία δεσμεύεται από κλαδικές ή επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ), καθώς η εφαρμογή τους εξακολουθεί να ισχύει και μετά την αλλαγή ιδιοκτησίας. Βελτιωμένοι εργασιακοί όροι που έχουν ενσωματωθεί στις ατομικές συμβάσεις εξακολουθούν να ισχύουν ακόμη και μετά τη λήξη της ΣΣΕ.

Φορολογικός Έλεγχος (Tax Due Diligence)
Εκκρεμείς Φορολογικές Υποχρεώσεις

Ελέγχεται η ύπαρξη εκκρεμών φορολογικών ελέγχων από την ΑΑΔΕ, δικαστικών φορολογικών διαφορών, καθώς και τυχόν βεβαιωμένων οφειλών. Λαμβάνεται υπόψη ότι η παραγραφή φορολογικών αξιώσεων είναι κατ’ αρχήν πενταετής, ενώ επεκτείνεται σε δέκα έτη υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ιδίως για δηλώσεις με ανακριβή στοιχεία κατά το άρθρο 36 παρ. 3 Ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας).

Μεταφερόμενες Ζημίες

Οι μεταφερόμενες ζημίες αποτελούν, σε αρκετές περιπτώσεις, κρυφή αξία για τον αγοραστή. Τούτο διότι:

  • Επιτρέπουν τον Συμψηφισμό με Μελλοντικά Κέρδη: Οι μεταφερόμενες ζημίες επιτρέπουν στον αγοραστή να συμψηφίσει τις ζημίες παρελθουσών χρήσεων της αποκτηθείσας εταιρείας με τα μελλοντικά της κέρδη, μειώνοντας ή μηδενίζοντας με τον τρόπο αυτό τον φόρο εισοδήματος που θα κληθεί να πληρώσει ο νέος ιδιοκτήτης.
  • Αυξάνουν Της Ταμειακές Ροές: Μειώνοντας τη φορολογική επιβάρυνση, ο αγοραστής αυξάνει τις καθαρές ταμειακές ροές (after-tax cash flows) μετά την εξαγορά, γεγονός που καθιστά την επένδυση πιο αποδοτική.

Κατά το άρθρο 27 Ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), ζημίες μεταφέρονται για συμψηφισμό με επιχειρηματικά κέρδη διαδοχικά στα επόμενα πέντε φορολογικά έτη. Πρέπει να ελέγχεται, ωστόσο, η νομιμότητα της μεταφοράς τους.

ΦΠΑ & Ενδοομιλικές Συναλλαγές

Επαληθεύεται η κατάσταση ΦΠΑ της εταιρείας, η ορθή κατηγοριοποίηση εισοδημάτων και δαπανών, καθώς και ο χειρισμός ενδοομιλικών συναλλαγών (transfer pricing).

Φορολογική Ουδετερότητα Σε Εταιρικούς Μετασχηματισμούς

Όταν η εξαγορά υλοποιείται μέσω συγχώνευσης ή διάσπασης, εξετάζεται εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Ν. 5162/2024 για τη φορολογική ουδετερότητα εταιρικών μετασχηματισμών, ώστε η αναδιοργάνωση να μην επισύρει φορολογική επιβάρυνση κατά τη φάση εκτέλεσής της.

Έλεγχος Πνευματικής Ιδιοκτησίας (IP Due Diligence)
Εμπορικά Σήματα

Ελέγχεται η κατοχύρωση των εμπορικών σημάτων στον ΟΒΙ ή στο EUIPO, η αντιστοίχισή τους με τα εμπορευόμενα προϊόντα ή υπηρεσίες και η έγκαρη ανανέωσή τους. Εξετάζεται, επίσης, εάν εκκρεμούν ανακοπές ή αγωγές (από κίνδυνο σύγχυσης) που μπορούν να αμφισβητήσουν την αποκλειστικότητα χρήσης τους μετά την εξαγορά.

Λογισμικό, Βάσεις Δεδομένων & Εμπορικά Απόρρητα

Για εταιρείες τεχνολογίας ή ηλεκτρονικού εμπορίου, κρίσιμος είναι ο έλεγχος αδειών χρήσης λογισμικού (ανοιχτού κώδικα ή ιδιόκτητου), η προστασία βάσεων δεδομένων, καθώς και η ύπαρξη εμπορικού απορρήτου κατά τον Ν. 4679/2020.

Ειδικότερα, εξετάζεται εάν ο πηγαίος κώδικας (source code) ανήκει στην εταιρεία ή υπόκειται σε αδειοδότηση τρίτου, καθώς αυτό είναι κρίσιμο για να ταξινομηθεί ως πάγιο στοιχείο ή ως υποχρέωση.

Εσωτερικές Δεσμεύσεις Στελεχών

Ελέγχεται εάν βασικά στελέχη και εργαζόμενοι έχουν υπογράψει δεσμευτικές ρήτρες εμπιστευτικότητας και μη ανταγωνισμού.

Η απουσία τέτοιων ρητρών εκθέτει την εταιρεία σε κίνδυνο απώλειας πελατολογίου ή τεχνογνωσίας, αμέσως μετά από αποχώρηση βασικού στελέχους η οποία είναι συχνή σε αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος.

Ο Έλεγχος Από Την Πλευρά Του Πωλητή (Vendor Due Diligence)

Ο πωλητής που προετοιμάζεται ενεργητικά για δέουσα επιμέλεια αποκτά σαφές πλεονέκτημα στη διαπραγμάτευση. Η προετοιμασία περιλαμβάνει την οργάνωση της σχετικής τεκμηρίωσης σε ψηφιακό χώρο δεδομένων (data room – SharePoint), τον εντοπισμό και την ενδεχόμενη διευθέτηση ζητημάτων (πριν αυτά ανακαλυφθούν από τον αγοραστή), καθώς και τη διαμόρφωση ρεαλιστικών δηλώσεων και εγγυήσεων (representations and warranties) που αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση της εταιρείας.

Ο πωλητής οφείλει να γνωστοποιήσει κάθε ουσιώδες γεγονός που επηρεάζει την αξία της εταιρείας. Η εσκεμμένη απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας μπορεί να ακυρώσει την πώληση και να θεμελιώσει αγωγή αποζημίωσης βάσει απάτης (άρθρο 147 ΑΚ) ή πλάνης (άρθρα 140 επ. ΑΚ).

Ακόμη και ανεπαρκής γνωστοποίηση (δλδ χωρίς πρόθεση εξαπάτησης), μπορεί να οδηγήσει σε αστική ευθύνη, εάν ο αγοραστής αποδείξει ότι, αν γνώριζε, δεν θα συνήπτε την ίδια συμφωνία ή θα τη συνήπτε υπό διαφορετικούς όρους.

Πρακτικές Επισημάνσεις & Checklist
Για τον Αγοραστή
Σύναψη NDA

Πριν από οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών, πρέπει να υπογραφεί σύμβαση εμπιστευτικότητας η οποία θα καλύπτει τους αποδέκτες, τη διάρκεια και τις κυρώσεις παραβίασης.

Εταιρική νομιμότητα

Έλεγχος καταστατικού, βιβλίου μετόχων, πρακτικών ΓΣ/ΔΣ μέσω Γ.Ε.ΜΗ. και εξέταση τυχόν περιορισμών στη μεταβίβαση μετοχών.

Ρήτρες αλλαγής ελέγχου

Εντοπισμός τυχόν ρητρών αλλαγής ελέγχου (change of control) σε υφιστάμενες συμβάσεις που δύνανται να λυθούν αυτοδικαίως με την ολοκλήρωση της εξαγοράς.

Φορολογική ενημερότητα

Αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας και έλεγχος ανοιχτών φορολογικών ελέγχων από την ΑΑΔΕ, λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο παραγραφής.

Ασφαλιστική ενημερότητα

Αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας e-ΕΦΚΑ και ξεχωριστή επαλήθευση παλαιών οφειλών στο ΚΕΑΟ.

Εργατικές σχέσεις

Ανάλυση συμβάσεων εργασίας, εντοπισμός «καλυμμένων» σχέσεων εξαρτημένης εργασίας, εκκρεμείς αξιώσεις και δεσμεύσεις ΣΣΕ.

Εμπράγματα βάρη

Έλεγχος κτηματολογίου και υποθηκοφυλακείου για βάρη επί ακινήτων.

Πνευματική ιδιοκτησία

Επαλήθευση κατοχύρωσης εμπορικών σημάτων, αδειών λογισμικού, κυριότητας πηγαίου κώδικα και εμπορικών απορρήτων.

Μεταφερόμενες ζημίες

Εκτίμηση φορολογικών ζημιών που δύνανται να συμψηφιστούν με μελλοντικά κέρδη κατά τον ΚΦΕ.

Χρέη επιχείρησης

Αξιολόγηση κρυφών υποχρεώσεων, ιδίως στο asset deal, λαμβάνοντας υπόψη την αναδοχή χρεών κατά το άρθρο 479 ΑΚ.

Δηλώσεις και εγγυήσεις

Διαπραγμάτευση ρητρών, δηλώσεων και εγγυήσεων (representations & warranties) στη σύμβαση εξαγοράς.

Για τον Πωλητή
Data room

Οργάνωση ψηφιακού χώρου δεδομένων (data room) με πλήρη, ενημερωμένη και δομημένη τεκμηρίωση.

Αυτοέλεγχος

Εντοπισμός και διευθέτηση ζητημάτων πριν τον εξωτερικό έλεγχο, ώστε να αποφεύγονται εκπλήξεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Εργασιακές σχέσεις

Διασφάλιση ότι όλες οι εργασιακές σχέσεις έχουν σωστά καταρτισμένες συμβάσεις και δεν υπάρχουν εκκρεμότητες.

Ασφαλιστικές υποχρεώσεις

Ενημέρωση για παλαιές οφειλές e-ΕΦΚΑ και ΚΕΑΟ και τακτοποίησή τους πριν τον έλεγχο.

Πνευματική ιδιοκτησία

Επαλήθευση της εγκυρότητας και της χρονικής ισχύος των κατατεθειμένων σημάτων και των λοιπών αδειών πνευματικής ιδιοκτησίας.

Υποχρέωση γνωστοποίησης

Γνωστοποίηση κάθε ουσιώδους γεγονότος προς αποφυγή ευθύνης από απόκρυψη.

Εγγυήσεις

Διαπραγμάτευση χρονικού περιορισμού εγγυήσεων στη σύμβαση εξαγοράς, ώστε η ευθύνη του πωλητή να μην είναι αόριστης διάρκειας.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το Due Diligence αγοραστή και πωλητή σε εξαγορά εταιρείας.

Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού Στις Εργασιακές & Εταιρικές Σχέσεις

Νομική υποστήριξη σε Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού Στις Εργασιακές & Εταιρικές Σχέσεις - KSTLAW

Η ρήτρα μη ανταγωνισμού (“non-compete agreement“) αποτελεί συμβατικό όρο με τον οποίο ένα πρόσωπο αναλαμβάνει την υποχρέωση να απέχει από ανταγωνιστική δραστηριότητα για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη μιας. εργασιακής ή εταιρικής, σχέσης.

Στο ελληνικό δίκαιο δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση. Η εγκυρότητα και τα όρια της ρήτρας κρίνονται με βάση τις γενικές αρχές του Αστικού Κώδικα (κυρίως 178, 179, 281 ΑΚ) και τη νομολογία που τις εξειδικεύει.

Το παρόν άρθρο εστιάζει σε δύο πεδία:

  • τη ρήτρα μη ανταγωνισμού στις εργασιακές σχέσεις και
  • τη ρήτρα μη ανταγωνισμού στις εταιρικές σχέσεις (εξερχόμενος εταίρος, μέλη ΔΣ, μεταβίβαση μεριδίων κλπ).
Υποχρέωση Μη Ανταγωνισμού Κατά Τη Διάρκεια Της Σχέσης
Εργασιακές Σχέσεις

Κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος οφείλει να απέχει από ανταγωνιστικές πράξεις εις βάρος του εργοδότη.

Η υποχρέωση αυτή δεν απαιτείται να συμφωνηθεί ρητά, αλλά απορρέει από τη γενικότερη αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης της σύμβασης, κατ’ άρθρ. 652 και 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με τον Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού.

Τέλος, ο εργαζόμενος δεν μπορεί, δηλαδή, να ασκεί παράλληλα εμπορικές εργασίες όμοιες με αυτές του εργοδότη, ούτε να συμμετέχει σε ανταγωνιστική εταιρεία.

Εταιρικές Σχέσεις

Στις προσωπικές εταιρείες (ΟΕ, ΕΕ), η απαγόρευση ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της εταιρικής σχέσης προβλέπεται ρητά στο άρθρο 748 ΑΚ και στα άρθρα 254–255 του Ν. 4072/2012.

Εξάλλου, ο εταίρος δεν επιτρέπεται, χωρίς τη συναίνεση των λοιπών εταίρων, να ενεργεί για δικό του ή ξένο λογαριασμό πράξεις που εμπίπτουν στον σκοπό της εταιρείας ή να μετέχει σε ανταγωνιστική εταιρεία. Η παραβίαση των παραπάνω θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή ακόμη και δυνατότητα αποκλεισμού του εταίρου.

Αντίστοιχη απαγόρευση ισχύει για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ΑΕ κατ’ άρθρο 98 του Ν. 4548/2018, και για τους διευθύνοντες υπαλλήλους που συνδυάζουν εργασιακή και εταιρική ιδιότητα.

Μετασυμβατική Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού Στην Εργασία

Η ανωτέρω υποχρέωση παύει, καταρχήν, με τη λύση της σύμβασης εργασίας. Μετά τη λύση, ο εργαζόμενος ανακτά πλήρως την επαγγελματική του ελευθερία και δικαιούται να αξιοποιήσει τις γνώσεις και την εμπειρία που απέκτησε.

Ωστόσο, Τα μέρη μπορούν, ωστόσο, κάνοντας χρήση της συμβατικής ελευθερίας κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, να επεκτείνουν την απαγόρευση και μετά τη λύση, με ρητό συμβατικό όρο (ΑΠ 1598/2022).

Περαιτέρω, η ρήτρα αυτή αποτελεί, κατά τη φύση της, περιορισμό του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος εργασίας (άρθρα 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος). Τούτο διότι, ενώ στηρίζεται στη συμβατική ελευθερία, παράλληλα δεσμεύει τον εργαζόμενο σε μια δυσμενή θέση, ήτοι τον αποκλείει από την αγορά εργασίας στον τομέα που γνωρίζει καλύτερα.

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, η νομολογία αντιμετωπίζει τη ρήτρα με αυστηρότητα, υποβάλλοντάς τη σε πολυεπίπεδο δικαστικό έλεγχο για την εγκυρότητά της.

Κριτήρια Εγκυρότητας Κατά Τη Νομολογία

Ελλείψει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης, η νομολογία έχει αναπτύξει τέσσερα κριτήρια ελέγχου:

Χρονική Διάρκεια

Η δέσμευση πρέπει να περιορίζεται σε εύλογο χρόνο. Η νομολογία δέχεται ως ανώτατο εύλογο όριο τα δύο έτη μετά τη λύση. Ισόβια ή αόριστη απαγόρευση είναι αναμφίβολα αντίθετη στα χρηστά ήθη και άκυρη κατ’ άρθρο 179 ΑΚ.

Χωρική Έκταση

Ο γεωγραφικός περιορισμός πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματική εμβέλεια της δραστηριότητας του εργοδότη. Ρήτρα που απαγορεύει ανταγωνισμό σε ολόκληρη την επικράτεια, χωρίς ο εργοδότης να δραστηριοποιείται πανελλαδικά, κρίνεται υπέρμετρη.

Αντικείμενο Της Απαγόρευσης

Η ρήτρα πρέπει να οριοθετεί με σαφήνεια το είδος της απαγορευμένης δραστηριότητας. Γενική απαγόρευση «κάθε εργασίας στον κλάδο» χωρίς εξειδίκευση μπορεί να κριθεί αντίθετη στα χρηστά ήθη.

Στην ΑΠ 1598/2022, ο Άρειος Πάγος ασχολήθηκε με ρήτρα σε σύμφωνο συνεργασίας που απαγόρευε στον αντισυμβαλλόμενο, για δύο έτη μετά τη λύση, να αποκτά συμμετοχές, να αναλαμβάνει υποχρεώσεις ή να ασκεί οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα ταυτόσημη ή ευθέως ανταγωνιστική προς εκείνη της εταιρείας.

Ο Άρειος Πάγος εξέτασε τη ρήτρα υπό το πρίσμα των άρθρων 178–179 ΑΚ, εστιάζοντας στη διάρκεια, τη χωρική έκταση και το αντικείμενο της απαγόρευσης και έκρινε, όπως και το Εφετείο, ότι η ρήτρα ήταν άκυρη ως καταχρηστική διότι:

  • Απαγόρευε στον εργαζόμενο για δύο χρόνια να εργαστεί σε οποιαδήποτε σημαντική εταιρεία πληροφορικής στην Ελλάδα που θεωρείται ανταγωνιστική.
  • Ουσιαστικά τον εκτόπιζε από ολόκληρο τον κλάδο της πληροφορικής σε εθνικό επίπεδο.
  • Δεν υπήρχε κανένα αντάλλαγμα για τον περιορισμό (π.χ. αποζημίωση μη ανταγωνισμού).
  • Η έκταση της απαγόρευσης ήταν υπερβολικά ευρεία (πολλές εταιρείες, όλη η επικράτεια, κάθε μορφή συνεργασίας).

Επομένως, σύμφωνα με το δικαστήριο, η ρήτρα:

  • παραβίαζε τα άρθρα 178–179 ΑΚ,
  • περιόριζε υπέρμετρα το δικαίωμα εργασίας.
Οικονομικό Αντάλλαγμα

Τούτο αποτελεί το πλέον εξελισσόμενο κριτήριο. Η παλαιότερη νομολογία (ΑΠ 1285/1984, ΑΠ 1192/1992 κλπ) δεχόταν ότι η ύπαρξη ανταλλάγματος δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση εγκυρότητας, αλλά συνεκτιμάται μόνο όταν οι λοιποί όροι υπερβαίνουν τα ακραία όρια των χρηστών ηθών.

Ωστόσο, η πρόσφατη νομολογία κινείται προς διαφορετική κατεύθυνση, όπως αναλύεται κατωτέρω.

Μεταστροφή Νομολογίας (αυστηρόποιηση κριτήριων)

Η εξέλιξη της νομολογίας τα τελευταία χρόνια αποτυπώνει σαφή τάση ενίσχυσης της προστασίας του εργαζομένου.

Η ΑΠ 830/2024, αφορούσε ρήτρα επιστροφής δαπανών εκπαίδευσης, και εισήγαγε ένα νέο γενικότερο πλαίσιο ελέγχου δεσμευτικών ρητρών σε συμβάσεις εργασίας, εφαρμόσιμο και στις ρήτρες μη ανταγωνισμού.

Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι, ακόμη και αν μια ρήτρα δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη κατ’ άρθρα 178–179 ΑΚ, ο δικαστής οφείλει να εξετάσει αν η δέσμευση συνεπάγεται δυσανάλογη κατανομή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των μερών, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος) και της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).

Η μεταστροφή αυτή οφείλεται στην αναγνώριση ότι ο εργαζόμενος, ως ασθενέστερο συμβαλλόμενο μέρος, δεν διαθέτει πραγματική διαπραγματευτική ισχύ κατά την υπογραφή της σύμβασης.

Στο ίδιο πνεύμα, η ΑΠ 1080/2025 εξέτασε υπόθεση στην οποία η εταιρεία δεν είχε αναλάβει υποχρέωση καταβολής οικονομικού ανταλλάγματος στον εργαζόμενο κατά τη διάρκεια εξαμηνιαίας μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού.

Το δικαστήριο έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος δεν είχε διαπραγματευτική ισχύ κατά την υπογραφή της σύμβασης, ότι η εταιρεία δεν παρείχε ειδικό αντάλλαγμα για τη δέσμευση, και ότι η ποινική ρήτρα που τη συνόδευε ήταν δυσανάλογα μεγάλη. Έτσι κρίθηκε ότι η ποινή ήταν υπερβολική και μειώθηκε κατ’ άρθρο 409 ΑΚ.

Επομένως, είναι πλέον σαφές ότι η νομολογία εξελίσσεται προς την κατεύθυνση ότι η απουσία οικονομικού ανταλλάγματος, σε συνδυασμό με ευρεία χρονική ή χωρική έκταση της ρήτρας, καθιστά τη δέσμευση καταχρηστική.

Μετασυμβατική Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού Στις Εταιρικές Σχέσεις

Η υποχρέωση παράλειψης ανταγωνισμού (748 ΑΚ, 254 Ν. 4072/2012) παύει, κατ’ αρχήν, με τη λύση της εταιρικής σχέσης ή την αποχώρηση του εταίρου. Τα μέρη, όμως, μπορούν να συμφωνήσουν καταστατική ρήτρα μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού, η οποία δεσμεύει τον εξερχόμενο εταίρο να μην ασκεί ανταγωνιστική δραστηριότητα για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την αποχώρησή του.

Αντίστοιχες ρήτρες περιλαμβάνονται συχνά σε συμβάσεις πώλησης μεριδίων ή μετοχών (SPA) καθώς και σε συμφωνίες μετόχων (shareholders’ agreements).

Περαιτέρω, η εγκυρότητα τέτοιων ρητρών ελέγχεται με ανάλογα κριτήρια (χρονική διάρκεια, χωρική έκταση, αντικείμενο), αλλά ο δικαστικός έλεγχος τείνει να είναι λιγότερο αυστηρός σε σχέση με τις εργασιακές σχέσεις.

Τούτο διότι ο εταίρος, σε αντίθεση με τον εργαζόμενο, δεν θεωρείται κατ’ ανάγκη «ασθενέστερο» συμβαλλόμενο μέρος. Η διαπραγματευτική ισχύς των μερών στις εταιρικές συμβάσεις, είναι συνήθως πιο ισορροπημένη.

Επιπλέον, η ρήτρα εξυπηρετεί τον εύλογο σκοπό, να εξασφαλίσει ότι ο αγοραστής των μεριδίων ή η εταιρεία θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν απρόσκοπτα το επιχειρηματικό απόρρητο, την πελατεία και την τεχνογνωσία που μεταβιβάστηκαν.

Τέλος, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η υπόθεση Remia κατά Επιτροπής (42/84) του ΔΕΕ αποτελεί σημείο αναφοράς καθώς αφορούσε ρήτρα μη ανταγωνισμού στο πλαίσιο μεταβίβασης επιχείρησης.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια ρήτρα δεν εμπίπτει, καταρχήν, στην απαγόρευση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, εφόσον είναι αναγκαία για τη μεταβίβαση της επιχείρησης και δεν υπερβαίνει σε διάρκεια και έκταση αυτό που απαιτείται για την εξασφάλιση της μεταβιβαζόμενης goodwill. Η Επιτροπή απέρριψε, ωστόσο, ρήτρα η οποία ήταν υπερβολική ως προς τη διάρκεια και την έκταση εφαρμογής.

Σχέση Ρήτρας Μη Ανταγωνισμού Με NDA

Στην πράξη, η ρήτρα μη ανταγωνισμού συνυπάρχει συχνά με τη σύμβαση εμπιστευτικότητας (NDA), αλλά πρόκειται για διακριτά νομικά εργαλεία.

Η σύμβαση εμπιστευτικότητας προστατεύει πληροφορίες, καθώς απαγορεύει την αποκάλυψη εμπιστευτικών δεδομένων χωρίς να περιορίζει, καταρχήν, την επαγγελματική δραστηριότητα του δεσμευομένου. Αντίθετα, η ρήτρα μη ανταγωνισμού περιορίζει αυτή καθαυτή τη δυνατότητα άσκησης συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας.

Για το λόγο αυτό η νομολογία ελέγχει τη ρήτρα μη ανταγωνισμού πολύ αυστηρότερα. Ενώ ένα NDA μπορεί να είναι αόριστης διάρκειας (για όσο χρόνο παραμένει εμπιστευτική η πληροφορία), η ρήτρα μη ανταγωνισμού πρέπει να είναι αυστηρά χρονικά οριοθετημένη.

Εντούτοις, η αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο είναι σημαντική. Το NDA σε συνδυασμό με ένα non-compete μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό πλέγμα προστασίας.

Τούτο διότι, αν η ρήτρα μη ανταγωνισμού κριθεί άκυρη, το NDA εξακολουθεί να δεσμεύει τον εργαζόμενο ως προς τις εμπιστευτικές πληροφορίες, κάτι που, στην πράξη, περιορίζει εμμέσως τη δυνατότητα αποτελεσματικής ανταγωνιστικής δράσης.

Ποινική Ρήτρα Και Συνέπειες Παραβίασης

Η ρήτρα μη ανταγωνισμού εμπεριέχει, κατά κανόνα, ποινική ρήτρα (άρθρα 404 επ. ΑΚ), η οποία καταπίπτει υπέρ του εργοδότη σε περίπτωση παραβίασης χωρίς, σε πρώτη ανάγνωση, να χρειάζεται επίκληση και απόδειξη ζημίας.

Η ποινή αυτή μπορεί, ωστόσο, να μειωθεί δικαστικά κατ’ άρθρο 409 ΑΚ αν είναι δυσανάλογα υψηλή. Αυτό συμβαίνει συχνά στην πρακτική, ιδίως όταν η ρήτρα μη ανταγωνισμού δεν συνοδεύεται από οικονομικό αντάλλαγμα (ΑΠ 1080/2025).

Πέραν της ποινικής ρήτρας, ο εργοδότης ή η εταιρεία δικαιούνται να αξιώσουν αποζημίωση κατά τις γενικές διατάξεις (ΑΚ 914, 281) και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να λάβουν ασφαλιστικά μέτρα για παύση της ανταγωνιστικής δραστηριότητας.

Πρακτικές Επισημάνσεις
Έγγραφος Τύπος

Η μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού δεν απορρέει αυτοδικαίως από τη σχέση. Χρειάζεται ρητό συμβατικό όρο. Αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο εργαζόμενος ή εταίρος δεν δεσμεύεται μετά τη λύση.

Μη Καταχρηστικοί Όροι

Η νομολογία κινείται σταθερά προς αυστηρότερο έλεγχο (ΑΠ 830/2024, ΑΠ 1080/2025). Ρήτρα που απαγορεύει πχ «κάθε ανταγωνιστική δραστηριότητα» χωρίς χρονικό, γεωγραφικό ή αντικειμενικό περιορισμό κινδυνεύει να κριθεί άκυρη ή καταχρηστική.

Αντάλλαγμα

Ενώ η παλαιότερη νομολογία δεν απαιτούσε υποχρεωτικά οικονομικό αντάλλαγμα, η πρόσφατη δικαστηριακή τάση συνεκτιμά εξαιρετικά αρνητικά την απουσία του.

Στις εταιρικές σχέσεις, αντάλλαγμα μπορεί να θεωρηθεί το τίμημα μεταβίβασης. Στις εργασιακές, ένα μηνιαίο αντάλλαγμα (π.χ. ποσοστό του τελευταίου μισθού) ενισχύει σημαντικά τη βιωσιμότητα της ρήτρας.

Συνδυασμός NDA & Non-Compete

Η ρήτρα μη ανταγωνισμού πρέπει πάντα να συνοδεύεται από σύμβαση εμπιστευτικότητας (NDA). Ακόμη κι αν η ρήτρα μη ανταγωνισμού κριθεί άκυρη, το NDA εξακολουθεί να παρέχει προστασία ως προς τις εμπιστευτικές πληροφορίες.

Ρήτρα Σε Εταιρικές Σχέσεις & Μεταβιβάσεις

Σε συμβάσεις πώλησης μεριδίων ή μετοχών, η ρήτρα μη ανταγωνισμού πρέπει να αφορά συγκεκριμένα τη δραστηριότητα της εταιρείας (και όχι γενικώς «κάθε εμπορική δραστηριότητα»), να μην υπερβαίνει τα δύο-τρία έτη, και να συνδέεται αιτιωδώς με τη μεταβιβαζόμενη φήμη και τεχνογνωσία.

Η υπόθεση Remia (42/84) του ΔΕΕ αποτελεί οδηγό και για την ελληνική πρακτική.

Δικαστική Μείωση Ποινικής Ρήτρας

Ακόμη και αν η ρήτρα μη ανταγωνισμού είναι καθαυτή έγκυρη, η ποινική ρήτρα που τη συνοδεύει μπορεί να μειωθεί δικαστικά κατ’ άρθρο 409 ΑΚ. Εργαζόμενοι και εταίροι που αντιμετωπίζουν δυσανάλογα υψηλή ποινή μπορούν να αξιώσουν τη μείωσή της δικαστικά.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού στις εργασιακές και εταιρικές σχέσεις.

Τεχνητή Νοημοσύνη & Επιχείρηση – Νομικό Πλαίσιο

Νομική υποστήριξη σε Τεχνητή Νοημοσύνη & Επιχείρηση - KSTLAW

Η χρήση συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στην επιχειρηματική πρακτική, ρυθμίζεται σήμερα από ένα πλέγμα ευρωπαϊκών και εθνικών κανόνων δικαίου, που συχνά επικαλύπτονται.

Ειδικότερα, στον Ευρωπαϊκό Χώρο ισχύουν:

Στο εσωτερικό δίκαιο, πλέον των ανωτέρω, εφαρμόζονται και 1. το άρθρο 6 του Ν. 2251/1994 (ευθύνη παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος) και 2. ο Ν. 4624/2019 (ενσωμάτωση GDPR στην ελληνική έννομη σφαίρα).

Η Εμπορική Σύμβαση Με AI Provider — Κρίσιμα Ζητήματα

Η σύμβαση παροχής AI υπηρεσιών μέσω διεπαφής προγραμματισμού εφαρμογών (API – Application Programming Interface), λογισμικού ως υπηρεσία (SaaS – Software as a Service) ή custom ανάπτυξης, αποτελεί μικτή σύμβαση, ήτοι ενσωματώνει στοιχεία σύμβασης έργου (ΑΚ 681), σύμβασης υπηρεσιών (ΑΚ 713) και, στον βαθμό που το AI σύστημα παρέχεται ως λογισμικό, σύμβασης άδειας χρήσης.

Η υπαγωγή σε συγκεκριμένο τύπο δεν αποτελεί απλό ερμηνευτικό ζήτημα, αλλά ουσιαστικό καθώς από αυτό εξαρτάται το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο.

Αδειοδότηση και Κυριότητα Αποτελεσμάτων ΤΝ («AI Outputs»)

Οι όροι χρήσης των κυριότερων AI providers (λ.χ. OpenAI, Google, Anthropic κλπ) κατά κανόνα ορίζουν ότι η κυριότητα των αποτελεσμάτων (outputs) ανήκει στον χρήστη, με ταυτόχρονη παραχώρηση, από τον χρήστη στον provider, ευρείας υπο-άδειας («sub-license») για σκοπούς βελτίωσης του μοντέλου.

Η παρακολούθηση αυτής της ρήτρας έχει ιδιαίτερη σημασία στις επιχειρηματικές (B2B) συμβάσεις.

Τούτο διότι, εφόσον τα δεδομένα εισόδου (inputs) της επιχείρησης (πχ ερωτήματα, δεδομένα, έγγραφα κλπ) τροφοδοτούν την εκπαίδευση του μοντέλου, αυτά είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο αξίωσης τρίτου που διεκδικεί πνευματικά δικαιώματα επί του εκπαιδευτικού υλικού.

Στο Ελληνικό δίκαιο, η πνευματική ιδιοκτησία ενός AI-generated κειμένου ή άλλου δημιουργήματος εξαρτάται από την ύπαρξη πρωτότυπης ανθρώπινης δημιουργικής συνεισφοράς, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2121/1993.

Επομένως, αμιγώς AI-generated αποτελέσματα, χωρίς επεξεργασία ή καθοδήγηση που συνιστά πρωτότυπη επιλογή, δεν προστατεύονται υπέρ του χρήστη.

Ωστόσο, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό προς ρύθμιση τόσο σε ελληνικό όσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο (βλ. αναλυτικά για την πνευματική ιδιοκτησία λογισμικού και για τη νομολογία του Αρείου Πάγου επί πνευματικής ιδιοκτησίας).

Εμπιστευτικότητα Δεδομένων Εισόδου και Προστασία Δεδομένων

Κάθε πληροφορία που εισάγεται ως εντολή («prompt») σε σύστημα AI (πχ στρατηγικά δεδομένα, νομικά κείμενα, οικονομικά στοιχεία) αποτελεί δυνητικά εμπορικό απόρρητο κατά την Οδηγία 2016/943/ΕΕ.

Η αδιάκριτη χρήση δημόσιων AI εργαλείων χωρίς εταιρική συμφωνία (enterprise-tier agreement) δημιουργεί σοβαρά ζητήματα νομικής συμμόρφωσης για την επιχείρηση.

Τούτο διότι, εφόσον τα δεδομένα εισόδου περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα τρίτων, η διαβίβασή τους προς τον AI provider προϋποθέτει: (i) νόμιμη βάση επεξεργασίας κατά το άρθρο 6 GDPR, (ii) σύναψη σύμβασης επεξεργαστή (Data Processing Agreement, DPA) κατά το άρθρο 28 GDPR και (iii) έλεγχο του τόπου επεξεργασίας όταν ο διακομιστής (server) εδρεύει εκτός ΕΟΧ, καθώς διαβιβάσεις προς τρίτες χώρες ρυθμίζονται από τα άρθρα 44–49 GDPR.

Αποζημίωση & Αποκλεισμός Ευθύνης

Οι τυπικοί όροι χρήσης των AI providers περιλαμβάνουν ρήτρες αποποίησης εγγυήσεων («disclaimer of warranties») και περιορισμού ευθύνης («limitation of liability») που αναπαράγουν τις νομοθετικές προβλέψεις του αμερικανικού δικαίου.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι παραπάνω ρήτρες προσκρούουν στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ (αθέμιτες ρήτρες) και στο άρθρο 332 ΑΚ που απαγορεύει τον εκ των προτέρων αποκλεισμό ευθύνης.

Ενδεικτικά, η απεριόριστη ρήτρα «no warranty» σε B2B σύμβαση, ελέγχεται ως προς τη νομιμότητα και καταχρηστικότητά της, ήτοι ως αντίθετη με τις γενικές αρχές του ελληνικού Αστικού Δικαίου.

Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η ρήτρα αποζημίωσης για ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας («IP indemnification»).

Τούτο διότι, η επιχείρηση θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο AI provider αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον deployer σε περίπτωση που τα AI outputs αποτελέσουν αντικείμενο αξιώσεων τρίτων για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων. Η ρήτρα αυτή έχει ήδη υιοθετηθεί από ορισμένους providers (πχ Microsoft Copilot Copyright Commitment) αλλά με σημαντικές συμβατικές προϋποθέσεις που χρειάζεται να ελέγχονται στα πλαίσια της οριοθέτησης της ευθύνης (πχ API licensing).

Αστική Ευθύνη Από Συστήματα ΤΝ
Εξωσυμβατική Ευθύνη

Η αδικοπρακτική ευθύνη, κατά το άρθρο 914 ΑΚ αλλά και την πάγια νομολογία (ενδεικτικά: ΑΠ 1261/2025), προϋποθέτει τα εξής:

  • α) παράνομη πράξη ή παράλειψη,
  • β) υπαιτιότητα,
  • γ) ζημία και
  • δ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ πράξης και ζημίας.

Η εφαρμογή των παραπάνω σε ζημίες από AI δημιουργεί συγκεκριμένα ερμηνευτικά ζητήματα. Ειδικότερα:

Ως προς το παράνομο της πράξης: Ζήτημα ανακύπτει εάν η έκδοση λανθασμένου ή παραπλανητικού αποτελέσματος ΤΝ αποτελεί παράνομη πράξη. Σύμφωνα με την AI Act, οι deployers υποχρεούνται να εξασφαλίζουν «επαρκή ανθρώπινη εποπτεία». Επομένως η μη εφαρμογή της εποπτείας αυτής μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια.

Ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο: Τα deep learning μοντέλα λειτουργούν ως «μαύρα κουτιά» (black-box). Επομένως η πρόσβαση στους εσωτερικούς τους μηχανισμούς για αποδεικτικούς σκοπούς είναι πρακτικά αδύνατη και, κατά συνέπεια, το ίδιο αδύνατη είναι και η απόδειξη της υπαιτιότητας.

Συμβατική Ευθύνη

Κατά το άρθρο 330 ΑΚ, ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.

Περαιτέρω, ο οφειλέτης απαλλάσσεται αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας. Κατά πάγια νομολογία, δε, ως ανωτέρα βία νοείται κάθε αντικειμενικά απρόβλεπτο και αναπότρεπτο γεγονός.

Στην περίπτωση του AI deployer που παρέχει υπηρεσίες με ενσωματωμένη χρήση ΤΝ, η αστοχία του AI αποτελεί αστοχία του ίδιου και όχι τρίτου. Ο deployer επιλέγει, ενσωματώνει και ελέγχει το AI σύστημα, ασκώντας έλεγχο επί της σφαίρας εκτέλεσης της παροχής. Επομένως, η επίκληση αστοχίας του AI ως λόγος ανωτέρας βίας είναι, ερμηνευτικά, απαράδεκτη.

Η Νέα Οδηγία 2024/2853/ΕΕ για την Ευθύνη Προϊόντων

Η Οδηγία 2024/2853/ΕΕ, που εκδόθηκε τον Οκτώβριο 2024 και αντικαθιστά την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ, εισάγει ρητά το λογισμικό και τα συστήματα ΤΝ στην έννοια του «προϊόντος», λύνοντας, με τον τρόπο αυτό, την αμφισβήτηση περί υπαγωγής του λογισμικού στο ευρωπαϊκό καθεστώς ευθύνης παραγωγού.

Οι κρίσιμες καινοτομίες που αφορούν ειδικά τα AI συστήματα, αφορούν:

Αντιστροφή βάρους απόδειξης

Σε περίπτωση όπου ο ζημιωθείς αποδείξει ότι η πρόσβαση στα τεχνικά στοιχεία λειτουργίας του συστήματος είναι αδύνατη ή δυσανάλογα δυσχερής, τεκμαίρεται η ύπαρξη ελαττώματος. Η ρύθμιση αυτή αντιμετωπίζει άμεσα το πρόβλημα του «μαύρου κουτιού».

Ευθύνης για ενημερώσεις/αναβαθμίσεις (updates)

Εφόσον λογισμικό ή AI μοντέλο τροποποιείται μετά τη διάθεσή του, το ελάττωμα που προέκυψε λόγω της τροποποίησης, αποδίδεται στον κάτοχο του ελέγχου του συστήματος.

Διεύρυνση υποκείμενων ευθύνης

Έχει προβλεφθεί ότι ευθύνεται και ο deployer όταν τροποποιεί το σύστημα ή όταν θέτει αυτό σε κυκλοφορία με τη δική του επωνυμία.

GDPR Και Αυτοματοποιημένη Λήψη Αποφάσεων

Το άρθρο 22 GDPR παρέχει στα φυσικά πρόσωπα το δικαίωμα να μην υπόκεινται σε αποφάσεις που βασίζονται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία.

Η παραπάνω διάταξη δεν αφορά αποκλειστικά μεγάλες εταιρείες αλλά, αντίθετα, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής οποιαδήποτε επιχείρηση χρησιμοποιεί AI σύστημα (πχ για αξιολόγηση αιτήσεων εργαζομένων, αυτοματοποιημένη τιμολόγηση κλπ).

Εξαιρέσεις, σύμφωνα και με τις Κατευθυντήριες Γραμμές EDPB για αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων, επιτρέπονται:

  • όταν η αυτοματοποιημένη απόφαση είναι αναγκαία για σύμβαση,
  • όταν βασίζεται σε ρητή συγκατάθεση και
  • όταν επιτρέπεται από εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο.

Ωστόσο, και στις παραπάνω περιπτώσεις απαιτείται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για ανθρώπινη επανεξέταση και να παρέχει στο υποκείμενο τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος της αντίρρησης.

Η AI Act ενισχύει τις απαιτήσεις διαφάνειας, υποχρεώνοντας τους deployers να ενημερώνουν ρητά τα φυσικά πρόσωπα για τη χρήση αυτοματοποιημένου συστήματος και τους τρόπους ανθρώπινης εποπτείας. Η συγκεκριμένη ρύθμιση απλώς συμπληρώνει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης των άρθρων 13 και 14 GDPR.

Πνευματικά Δικαιώματα Και Αποτελέσματα ΤΝ

Κατά την κρατούσα ευρωπαϊκή ερμηνεία, η νομική προστασία βάσει πνευματικής ιδιοκτησίας (Οδηγία 2001/29/ΕΚ) προϋποθέτει δημιούργημα που αποτελεί πρωτότυπη πνευματική δημιουργία του ανθρώπου – δημιουργού.

Τα παραπάνω προκύπτουν από την νομολογία του ΔΕΕ (C-5/08, Infopaq International A/S κατά Danske Dagblades Forening), η οποία τονίζει τον ανθρώπινο χαρακτήρα της δημιουργίας ως αναγκαία προϋπόθεση.

Επομένως, αμιγώς AI-generated προϊόν (κείμενο, έργο ή εικόνα), χωρίς καθοριστική ανθρώπινη επιλογή κατά τη διαδικασία δημιουργίας, ΔΕΝ θεμελιώνει προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας.

Ο αντίστροφος κίνδυνος (δλδ η παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων τρίτων μέσω AI outputs) αντιμετωπίζεται αντιστοίχως. Δεδομένου ότι τα AI μοντέλα εκπαιδεύτηκαν σε τεράστια δεδομένα πνευματικώς προστατευόμενου υλικού, η νομιμότητα της εκπαίδευσης αυτής αποτελεί ήδη αντικείμενο εκκρεμών νομικών ερίδων παγκοσμίως.

Σημειωτέον ότι η Οδηγία 2019/790/ΕΕ, εισάγει εξαίρεση για εξόρυξη κειμένου και δεδομένων (text and data mining, TDM), αλλά με δυνατότητα εξαίρεσης (opt-out) από τους κατόχους δικαιωμάτων.

Επομένως, για εταιρείες και επιχειρήσεις, τούτο σημαίνει ότι η αξιοποίηση AI-generated outputs μπορεί να εγείρει «κρυφές» αξιώσεις τρίτων, οι οποίες είναι πρακτικά αδύνατον να εντοπιστούν εκ των προτέρων.

Πρακτικές Επισημάνσεις & Checklist
Για Επιχειρήσεις – Χρήστες AI (Deployers)

Συμβατικός έλεγχος: Πριν από κάθε χρήση AI εργαλείου, πρέπει να μελετηθούν οι όροι παροχής υπηρεσίας ως προς την κυριότητα των outputs, την εμπιστευτικότητα αυτών, τα DPA κατά GDPR και τα IP indemnification.

AI Inventory: Πρέπει να υπάρχει πλήρης καταγραφή AI συστημάτων της επιχείρησης και, μάλιστα, να κατηγοριοποιηθούν αυτά βάσει κινδύνου AI Act.

Ανθρώπινη εποπτεία: Εταιρείες και επιχειρήσεις οφείλουν να διαμορφώσουν εσωτερική πολιτική επανεξέτασης AI outputs πριν από κρίσιμες αποφάσεις, κυρίως στα πεδία πρόσληψης, πιστοδότησης, νομικής ή φορολογικής ανάλυσης και εφαρμογής.

Άρθρο 22 GDPR: Πριν τη αξιοποίηση AI εφαρμογών για αποφάσεις που αφορούν φυσικά πρόσωπα, πρέπει να προηγηθεί έλεγχος για την υπαγωγή στο άρθρο 22, ως επίσης και ποια τυχόν εξαίρεση εφαρμόζεται, καθώς και αν έχει παρασχεθεί η απαιτούμενη ενημέρωση.

Τεκμηρίωση: Βέλτιστη πρακτική αποτελεί η διατήρηση αρχείου των AI-generated αποτελεσμάτων που αξιοποιήθηκαν για επιχειρηματικές αποφάσεις.

Για AI Providers και Startups

Τεχνική τεκμηρίωση: Συνίσταται η κατάρτιση λεπτομερούς τεκμηρίωσης τόσο του ίδιου του μοντέλου, όσο και των δεδομένων εκπαίδευσης και των περιορισμών αυτού, πριν από τη διάθεσή του.

Ορισμός σκοπού χρήσης «(intended use»): Οι όροι χρήσης της υπηρεσίας πρέπει να ορίζουν ρητά το σκοπό της χρήσης αυτή. Η χρήση εκτός σκοπού μεταθέτει την ευθύνη στον deployer κατά το άρθρο 25 AI Act και, επομένως, καλύπτει νομικά τον Provider.

Αποζημιώσεις IP B2B: Οι εμπορικές συμβάσεις οφείλουν να προβλέπουν το ποιος φέρει το κόστος αξιώσεων πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων, που προκλήθηκαν από outputs του μοντέλου.

Νέα PLD compliance: Έλεγχος αν το μοντέλο που χρησιμοποιείται εμπίπτει στην Οδηγία 2024/2853 και ποιες υποχρεώσεις τυχόν αντιστρέφουν το βάρος απόδειξης.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη στην Επιχείρηση.

Η Αναβίωση Εταιρείας Μετά Τη Λύση & Τη Διαγραφή Από Το ΓΕΜΗ

Η αναβίωση μιας εταιρείας, μετά τη λύση και τη διαγραφή της από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), έρχεται ως εξαίρεση στον τυπικό κανόνα όπου η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης και η διαγραφή της εταιρείας από το ΓΕΜΗ, σηματοδοτούν τυπικά την παύση της νομικής προσωπικότητας του νομικού προσώπου.

Η Νομική Φύση Της Εκκαθάρισης Και Η Συνέχιση Της Νομικής Προσωπικότητας

Σύμφωνα με το άρθρο 72 ΑΚ, μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, τελεί αυτοδικαίως σε εκκαθάριση και «ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει». Η διάταξη αυτή καθιερώνει τη συνέχιση της νομικής προσωπικότητας για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, ανεξαρτήτως της τυπικής λύσης της εταιρείας.

Η εκκαθάριση αποσκοπεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας, την εξόφληση των υποχρεώσεων και τη διανομή του υπολοίπου στους εταίρους ή μετόχους. Κατά το στάδιο αυτό, η εταιρεία διατηρεί την επωνυμία της, στην οποία προστίθενται οι λέξεις «υπό εκκαθάριση», και εκπροσωπείται αποκλειστικά από τους εκκαθαριστές.

Η περάτωση της εκκαθάρισης επέρχεται με τη σύνταξη του τελικού ισολογισμού, τη λογοδοσία των εκκαθαριστών και την καταχώριση της διαγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. Η καταχώριση αυτή έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν δεν επέρχεται πραγματική περάτωση της εταιρείας. Ωστόσο, ακόμη και μετά τη διαγραφή, η νομολογία έχει δεχθεί ότι η νομική προσωπικότητα δεν παύει οριστικά εάν διαπιστωθούν εκκρεμότητες.

Η Δυνατότητα Αναβίωσης Μετά Τη Διαγραφή & Η Θέση Της Νομολογίας

Η αναβίωση της εταιρείας αποτελεί θεσμό που αναγνωρίζεται τόσο από τη νομολογία όσο και από τη διοικητική πρακτική.

Ο Άρειος Πάγος έχει διαμορφώσει πάγια νομολογία στο ζήτημα αυτό, η οποία επιβεβαιώνει ότι η διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ. δεν συνεπάγεται αυτοδίκαια την παύση της νομικής προσωπικότητας, εφόσον υφίστανται “εκκρεμότητες“.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΑΠ (ενδεικτικά: 1123/2025, 682/2023, 866/2021, 748/2017, 224/2016 κλπ) ισχύουν τα εξής:

«Η λύση του νομικού προσώπου της εταιρίας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, διότι και μετά τη λύση της, η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης. Εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το Δικαστήριο.

Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρίας από τους εκκαθαριστές.
Το στάδιο της εκκαθάρισης της εταιρίας δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και, εάν, μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον εκκαθαριστή (ΑΠ 748/2017, 224/2016).

Κατά το στάδιο δε αυτό φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί της σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή».

Η παραπάνω νομολογία εφαρμόζεται σταθερά και από κατώτερα δικαστήρια (ΜονΕφΠειρ 24/2024, ΠΠρΓιαννιτσών 7/2025, ΜΠρΗλείας 347/2023 κλπ).

Επιμέρους Ζητήματα

Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι τα ανωτέρω ισχύουν ακόμα και όταν επήλθε ήδη τυπική λήξη της εκκαθάρισης της εταιρείας, που επέρχεται με τη λογοδοσία των εκκαθαριστών και τη δημοσίευση του ισολογισμού της εκκαθάρισης Η ατελής δε δημοσιότητα, που ισχύει αναφορικά με την εκκαθάριση, δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα, καθώς η προστασία των συναλλασσομένων και η ολοκλήρωση των εκκρεμών υποθέσεων υπερτερούν των τυπικών διατυπώσεων.

Ειδικότερα, κατά την έναρξη και την περάτωση της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές συντάσσουν ισολογισμό. Μετά την περάτωση της εκκαθάρισης η εταιρεία διαγράφεται από το Γ.Ε.Μ.Η. Η καταχώριση της διαγραφής στο Γ.Ε.Μ.Η. έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της ομόρρυθμης εταιρείας.

Αν, όμως, διαπιστωθεί, ότι η εταιρεία είχε και άλλες εκκρεμότητες, όπως απαίτηση ή χρέος, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί στο Γ.Ε.Μ.Η. Λόγω δε του σχετικά συστατικού χαρακτήρα της διαγραφής, δεν θίγεται η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, εάν η εκκαθάριση δεν έχει πράγματι περατωθεί. Αντίθετα, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές.

Έχει επίσης κριθεί ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρείας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση (ΑΠ 216/2012, ΑΠ 693/2008).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη πάγια νομολογία του ΣτΕ, η δίκη που άρχισε από την αιτούσα κατά τον χρόνο που τελούσε υπό εκκαθάριση, νομίμως συνεχίζεται από την ίδια μετά την αναβίωσή της (πρβλ. ΣτΕ 2927/2016 και 121/2013).

Τέλος, η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους από κοινού ή τον εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων και σε περίπτωση διαφωνίας από το δικαστήριο (ΑΠ 1417/2012, 206/2010).

Η Θέση Της Διοίκησης

Παράλληλα με τη νομολογία, η Φορολογική Διοίκηση έχει ρυθμίσει τη διαδικασία αναβίωσης μέσω της Εγκυκλίου Α.1157/2024 της ΑΑΔΕ.

Ειδικότερα, το άρθρο 5 της παραπάνω Εγκυκλίου προβλέπει ότι:

«Στην περίπτωση νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων που έχουν υποχρέωση εγγραφής στο ΓΕΜΗ, εφόσον από τους συστημικούς ελέγχους επαληθεύεται η ύπαρξη φορολογικών υποχρεώσεων ή ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων ή άλλων ενδείξεων επιχειρηματικής δραστηριότητας σε χρόνο μεταγενέστερο της διαγραφής τους από το Γ.Ε.ΜΗ. και αναγόμενος από την 23/11/2016 και μετά, η διαδικασία διακοπής δεν ολοκληρώνεται, η εταιρεία τίθεται σε ειδική κατάσταση επιχείρησης στο Φορολογικό Μητρώο και ο φορολογούμενος ενημερώνεται με μήνυμα να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την ολοκλήρωση του σταδίου της εκκαθάρισης.»

Επομένως, με την ως άνω αναγνωρίζεται ρητά η δυνατότητα αναβίωσης της εταιρείας, ακόμη και μετά τη διαγραφή της από το Γ.Ε.ΜΗ., εφόσον διαπιστωθούν εκκρεμότητες.

Εξάλλου, η φορολογική διοίκηση, μέσω συστημικών ελέγχων, δύναται να εντοπίζει τέτοιες περιπτώσεις και να θέτει την εταιρεία σε «ειδική κατάσταση επιχείρησης», εξαναγκάζοντας, εν τοις πράγμασι, την επανέναρξη των εργασιών εκκαθάρισης.

Τέλος, η ως άνω Εγκύκλιος προβλέπει επίσης ότι μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών εκκαθάρισης και την εκ νέου διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ., η διαδικασία της διακοπής ολοκληρώνεται με την υποβολή νέου αιτήματος προς τη Φορολογική Διοίκηση, οπότε προσδιορίζεται και ο τελικός χρόνος διακοπής των εργασιών.

Προϋποθέσεις Αναβίωσης Και Πεδίο Εφαρμογής

Η αναβίωση της εταιρείας δεν αποτελεί αυτοδίκαιη συνέπεια της διαπίστωσης εκκρεμοτήτων, αλλά απαιτεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

Εκκρεμότητες

Οποιαδήποτε εκκρεμής δίκη, απαίτηση ή χρέος απαιτεί την επανέναρξη της εκκαθάρισης, ακόμη και αν η εταιρεία έχει διαγραφεί από το Γ.Ε.ΜΗ. Η ύπαρξη εκκρεμούς δίκης αποτελεί τον πλέον συνηθισμένο λόγο αναβίωσης, καθώς η έκδοση οριστικής απόφασης απαιτεί ενεργή νομική προσωπικότητα του διαδίκου. Η νομολογία έχει κρίνει ότι το στάδιο της εκκαθάρισης δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις της εταιρείας.

Εκπροσώπηση

Οι εκκαθαριστές εξακολουθούν να είναι οι μόνοι αρμόδιοι για την εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας, τη διενέργεια πράξεων και την παραλαβή κοινοποιήσεων. Ακόμη και μετά τη διαγραφή, οι εκκαθαριστές διατηρούν την ιδιότητά τους και την εξουσία να ενεργούν για λογαριασμό της εταιρείας, εφόσον αυτή αναβιώσει. Κατά το στάδιο της αναβίωσης, ο φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί τις σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή.

Σκοπός

Η διαδικασία αναβίωσης έχει περιορισμένο σκοπό, ήτοι τη συνέχιση εκκρεμών υποθέσεων ή την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης. Δεν νοείται πραγματική περάτωση της εκκαθάρισης αν υφίστανται εκκρεμότητες, ανεξαρτήτως της τυπικής διαγραφής από το Γ.Ε.ΜΗ. Η αναβίωση δεν συνεπάγεται επαναλειτουργία της εταιρείας ως ενεργού εμπορικής επιχείρησης, αλλά αποκλειστικά την ολοκλήρωση των εκκρεμών εργασιών εκκαθάρισης.

Φορολογικές υποχρεώσεις

Σε περίπτωση φορολογικών ελέγχων μετά τη διαγραφή, οι εκκαθαριστές είναι αρμόδιοι να χειριστούν τις σχετικές διαδικασίες, ακόμα και μετά το τυπικό πέρας της εκκαθάρισης.

Επίδραση Στις Εκκρεμείς Δίκες

Για τη σχέση μεταξύ διαγραφής της εταιρείας και εκκρεμών δικών, ισχύουν τα εξής:

Διακοπή της δίκης

Σύμφωνα με το άρθρο 286 ΚΠολΔ, η δίκη διακόπτεται όταν, πριν από την οριστική συζήτηση, επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο του διαδίκου που επηρεάζει την ικανότητά του για δικαστική παράσταση. Η λύση μιας εταιρείας αποτελεί τέτοια μεταβολή, καθώς επηρεάζει την ικανότητά της να παρίσταται στο δικαστήριο. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρεία θεωρείται ότι υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, οπότε η δίκη δεν διακόπτεται αυτοδικαίως όσο αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη.

Μη οριστικές αποφάσεις

Αν εκδοθεί μη οριστική απόφαση (π.χ. για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή συμπλήρωση αποδείξεων), η υπόθεση παραμένει εκκρεμής. Σε περίπτωση που η εταιρεία έχει ήδη λυθεί και διαγραφεί, δεν μπορεί να επανέλθει η υπόθεση χωρίς να υπάρχει νομικό πρόσωπο. Η αναβίωση της εταιρείας καθίσταται εν προκειμένω αναγκαία για τη συνέχιση της δίκης.

Συνέχιση από τον εκκαθαριστή

Ο εκκαθαριστής μπορεί να συνεχίσει εκκρεμή δίκη στο όνομα της εταιρείας. Αν η δίκη έχει διακοπεί λόγω λύσης, μπορεί να προβεί σε δήλωση επανάληψης (290 ΚΠολΔ) ή να αποδεχθεί την πρόσκληση του αντιδίκου για αναγκαστική επανάληψη (291 ΚΠολΔ). Οι πράξεις που έγιναν πριν τη διακοπή παραμένουν έγκυρες, ενώ οι πράξεις μετά τη διακοπή είναι άκυρες, εκτός αν έγιναν από τον εκκαθαριστή υπέρ της εταιρείας (289 ΚΠολΔ).

Κατάθεση Προτάσεων πριν τη διαγραφή

Εάν η εταιρεία έχει καταθέσει Προτάσεις σε εκκρεμή δίκη πριν την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, η διαδικασία που προηγήθηκε είναι απολύτως νόμιμη, καθώς κατά τον χρόνο των δικονομικών πράξεων η εταιρεία είχε ακόμη νομική προσωπικότητα.

Η λύση και η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης μετά την κατάθεση Προτάσεων, αλλά πριν την έκδοση οριστικής απόφασης, δεν καθιστά τη διαδικασία της δίκης άκυρη, ούτε επιφέρει αυτοδικαίως ανυπαρξία της εκκρεμούς αγωγής.

Η Διαδικασία Αναβίωσης

Η αναβίωση της εταιρείας που έχει διαγραφεί από το Γ.Ε.ΜΗ. ακολουθεί συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία πλέον ρυθμίζεται και από τη φορολογική νομοθεσία:

  1. Αίτηση επανεγγραφής – Υποβάλλεται αίτηση στο Γ.Ε.ΜΗ. για επανεγγραφή της επιχείρησης με σκοπό την αναβίωση και τη θέση της σε εκκαθάριση.
  2. Θέση σε εκκαθάριση – Η εταιρεία επαναφέρεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, με τους ίδιους ή νέους εκκαθαριστές, ενώ η εκπροσώπηση αναλαμβάνεται εκ νέου από αυτούς.
  3. Συνέχιση δικών – Μετά την αναβίωση, ο εκκαθαριστής επαναλαμβάνει τη δίκη στο όνομα της εταιρείας, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης.
  4. Ισολογισμός – Συντάσσεται ισολογισμός λήξης εκκαθάρισης, ο οποίος αποτελεί ισολογισμό έναρξης του αναβιώσαντος νομικού προσώπου. Μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών εκκαθάρισης και την εκ νέου διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ., ολοκληρώνεται και η φορολογική διαδικασία διακοπής εργασιών.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αναβίωση εταιρείας μετά την λύση και εκκαθάριση.

Άκυρες και Ακυρώσιμες Δικαιοπραξίες (Συμβάσεις)

Δικαιοπραξίες

Από τη νομική θεωρία των δικαιοπραξιών, γνωστά είδη ελαττωματικότητας και παθογένειας μιας σύμβασης είναι, με τη διαβάθμιση σοβαρότητας του ελαττώματος:

  • η ανυποστασία, δηλ. η μη ύπαρξη στο νομικό κόσμο,
  • η ακυρότητα, δηλ. η κατάρτιση της σύμβασης, πλην όμως με ελάττωμα του κύρους της, συνήθως στο περιεχόμενό της (άρθρ. 174 , 178 ΑΚ), το οποίο ελάττωμα την καθιστά κατά πλάσμα δικαίου ανύπαρκτη (άρθρ. 180 ΑΚ),
  • η ακυρωσία, δηλ. η σύμβαση που ενέχει κάποιο ελάττωμα, παράγει όμως τα αποτελέσματά της μέχρι την ακύρωσή της από το δικαστήριο, οπότε και εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη (άρθρ. 184 ΑΚ).

Τέλος, υφίσταται και η ανενέργεια της σύμβασης: πρόκειται για μια υποστατή και έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία όμως δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της για ορισμένο λόγο (π.χ. δεν έχει καταχωρηθεί σε βιβλίο ή ηλεκτρονικό μέσο δημόσιας πίστης).

Η Άκυρη Δικαιοπραξία
Έννοια και Χαρακτηριστικά

Σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ, «η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε». Η διάταξη αυτή αποτελεί την κορωνίδα της ρύθμισης της ακυρότητας και εκφράζει την ουσία της: η άκυρη δικαιοπραξία είναι ανύπαρκτη στο νομικό κόσμο, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Εξάλλου, η ακυρότητα αποτελεί ελάττωμα του κύρους της δικαιοπραξίας, συνήθως στο περιεχόμενό της, το οποίο την καθιστά κατά πλάσμα δικαίου ανύπαρκτη. Το ελάττωμα αυτό είναι τόσο σοβαρό που το δίκαιο δεν αναγνωρίζει καμία νομική υπόσταση στη δικαιοπραξία.

Αιτίες Ακυρότητας

Ο Αστικός Κώδικας προβλέπει δύο κύριες περιπτώσεις ακυρότητας: την αντίθεση προς απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) και την αντίθεση προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ).

Αντίθεση προς Απαγορευτική Διάταξη Νόμου (Άρθρο 174 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, «δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη». Η διάταξη αυτή αποτελεί περιορισμό στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ).

Η εφαρμογή του άρθρου 174 ΑΚ προϋποθέτει: α) δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, και β) μη αποκλεισμό της ακυρότητας ως συνέπειας της απαγόρευσης. Εάν από το σκοπό της απαγορευτικής διάταξης προκύπτει άλλη συνέπεια (π.χ. ποινή, αποζημίωση), το άρθρο 174 δεν εφαρμόζεται.

Επίσης, ο παραβιαζόμενος κανόνας πρέπει να είναι δημοσίας τάξεως, σύμφωνα με το άρθρο 3 ΑΚ, ήτοι να μην μπορεί να αποκλεισθεί η εφαρμογή του από την ιδιωτική βούληση. Εάν η εφαρμογή του κανόνα δύναται να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών, δεν προκαλείται ακυρότητα.

Τέλος, η ακυρότητα κατά το άρθρο 174 ΑΚ είναι απόλυτη, δηλαδή δεν προϋποθέτει τη γνώση ή την πρόθεση παραβίασής της και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον προτείνονται και αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν.

Αντίθεση προς τα Χρηστά Ήθη (Άρθρο 178 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, «δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα.

Η αντίθεση στα χρηστά ήθη κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ενόψει του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν, και όχι μεμονωμένα με τη λήψη υπόψη του αιτίου που την προκάλεσε ή του σκοπού που επιδιώκεται μ’ αυτήν (ΑΠ 1522/2000).

Τέλος σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ έχει εφαρμογή και στη διάταξη τελευταίας βούλησης, η οποία, όπως κάθε δικαιοπραξία, είναι άκυρη αν το περιεχόμενό της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη .

Η Αισχροκερδής Δικαιοπραξία

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 178, 179 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι για το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και κατά συνέπεια ως άκυρης, λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη, απαιτείται η συνδρομή δύο προϋποθέσεων: αφενός η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων που κατά το χρόνο συνομολογήσεώς τους βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, και αφετέρου η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου (ΑΠ 538/2021).

Στην έννοια της εκμεταλλεύσεως περιέχεται αναγκαίως και το στοιχείο της γνώσεως των ανωτέρω καταστάσεων. Θεωρούνται ως απειρία η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα, ως κουφότητα η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ως ανάγκη νοείται και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική.

Η Ακυρώσιμη Δικαιοπραξία
Έννοια και Χαρακτηριστικά

Σύμφωνα με το άρθρο 184 ΑΚ, «η ακυρώσιμη δικαιοπραξία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα που τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε».

Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία ενέχει κάποιο ελάττωμα, παράγει όμως τα αποτελέσματά της μέχρι την ακύρωσή της από το δικαστήριο, οπότε και εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη. Η θεραπεία του ελαττώματος είναι δυνατή και η δικαιοπραξία μπορεί να επικυρωθεί.

Αιτίες Ακυρωσίας

Οι κύριες περιπτώσεις ακυρωσίας προβλέπονται στα άρθρα 140-155 ΑΚ και αφορούν ελαττώματα της δικαιοπρακτικής βούλησης: την πλάνη, την απάτη και την απειλή.

Πλάνη (Άρθρα 140-143 ΑΚ)

Η πλάνη αποτελεί εσφαλμένη αντίληψη των πραγματικών περιστατικών. Σύμφωνα με το άρθρο 140 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση πλάνης ως προς τα στοιχεία της είναι ακυρώσιμη». Η πλάνη πρέπει να αφορά τα στοιχεία της σύμβασης και όχι απλώς τα κίνητρα ή τους λόγους που οδήγησαν στη σύναψή της.

Το άρθρο 141 ΑΚ ορίζει ότι «δεν είναι ακυρώσιμη η δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση πλάνης ως προς το νομικό χαρακτήρα της περιουσιακής παροχής». Η διάταξη αυτή αποτελεί εξαίρεση από την αρχή του άρθρου 140, καθώς η άγνοια του νόμου δεν συγχωρείται.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 142 ΑΚ, «η πλάνη ως προς το πρόσωπο με το οποίο έγινε η δικαιοπραξία δεν είναι λόγος ακυρότητας, εκτός αν η προσωπική σχέση θεωρήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ως ουσιώδης».

Απάτη (Άρθρα 147-149 ΑΚ)

Η απάτη αποτελεί σκόπιμη παραπλάνηση του ενός συμβαλλομένου από τον άλλο. Σύμφωνα με το άρθρο 147 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση απάτης είναι ακυρώσιμη». Η απάτη απαιτεί: α) σκόπιμη παραπλάνηση, β) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ παραπλάνησης και δήλωσης βούλησης, και γ) ζημία του απατηθέντος.

Το άρθρο 148 ΑΚ ορίζει ότι «απάτη συνιστά και η σιωπή, όταν παραλείπεται η γνωστοποίηση περιστατικών που κατά το νόμο ή τη συναλλακτική ηθική όφειλε να γνωστοποιήσει το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη». Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει την απάτη δια παραλείψεως.

Απειλή (Άρθρα 150-153 ΑΚ)

Σύμφωνα με το άρθρο 150 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση απειλής είναι ακυρώσιμη». Η απειλή πρέπει να είναι παράνομη, να αφορά επικείμενο και σοβαρό κίνδυνο, και να ασκείται με σκοπό να εκφοβισθεί ο απειλούμενος και να τον υποχρεώσει να συνάψει τη δικαιοπραξία.

Το άρθρο 151 ΑΚ ορίζει ότι «δεν είναι παράνομη η απειλή που ασκείται για την επιδίωξη δικαιώματος με δικαστικά μέσα». Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να απειλήσει με δικαστική επιδίωξη των δικαιωμάτων του.

Διακρίσεις και Συγκριτική Ανάλυση
Διαφορές Άκυρης και Ακυρώσιμης Δικαιοπραξίας

Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ άκυρης και ακυρώσιμης δικαιοπραξίας έγκειται στη φύση του ελαττώματος και στις έννομες συνέπειες:

ΧαρακτηριστικόΆκυρη ΔικαιοπραξίαΑκυρώσιμη Δικαιοπραξία
Νομική υπόστασηΑνύπαρκτη (σαν να μην έγινε)Υπαρκτή μέχρι την ακύρωση
Έννομα αποτελέσματαΚανέναΠαράγονται μέχρι την ακύρωση
ΠροσβολήΑπό οποιονδήποτε με έννομο συμφέρονΑπό συγκεκριμένα πρόσωπα
ΠροθεσμίαΑπρόθεσμαΥπόκειται σε προθεσμία
Λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτωςΝαιΌχι
ΘεραπείαΑδύνατηΔυνατή (επικύρωση)
Διαφορές Απόλυτης και Σχετικής Ακυρότητας

Η ακυρότητα μπορεί να είναι απόλυτη ή σχετική. Η απόλυτη ακυρότητα μπορεί να προβληθεί οποτεδήποτε και από οποιονδήποτε προβάλλει ότι έχει έννομο συμφέρον, δεν υπόκειται σε προθεσμία και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αντίθετα, η σχετική ακυρότητα μπορεί να προβληθεί μόνο από συγκεκριμένα πρόσωπα (π.χ. το θιγόμενο μέρος) και υπόκειται συνήθως σε προθεσμία. Η ακυρωσία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση σχετικής ακυρότητας.

Διαφορές Άκυρης και Ανυπόστατης Δικαιοπραξίας

Η ανυποστασία αφορά την πλήρη απουσία στοιχείων που συγκροτούν τη δικαιοπραξία (π.χ. απουσία βούλησης, απουσία περιεχομένου). Η ανυπόστατη δικαιοπραξία δεν υφίσταται καν στο νομικό κόσμο, ενώ η άκυρη δικαιοπραξία έχει καταρτισθεί αλλά δεν παράγει έννομα αποτελέσματα λόγω του ελαττώματός της.

Η Ανενέργεια της Δικαιοπραξίας

Όπως προαναφέρθηκε, υφίσταται και η ανενέργεια της δικαιοπραξίας. Πρόκειται για μια υποστατή και έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία όμως δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της για ορισμένο λόγο (π.χ. δεν έχει καταχωρηθεί σε βιβλίο ή ηλεκτρονικό μέσο δημόσιας πίστης).

Η ανενέργεια διαφέρει από την ακυρότητα και την ακυρωσία καθώς η δικαιοπραξία είναι έγκυρη και υποστατή, απλώς δεν παράγει ακόμη τα έννομα αποτελέσματά της. Με την άρση του λόγου ανενέργειας (π.χ. με την καταχώρηση), η δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρως τα αποτελέσματά της.

Έννομες Συνέπειες
Συνέπειες της Ακυρότητας

Η άκυρη δικαιοπραξία δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Τα μέρη μπορούν να αξιώσουν την επιστροφή των παροχών βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904-913 ΑΚ). Η αναζήτηση είναι δυνατή με την αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την αγωγή βάσει του άρθρου 181 ΑΚ.

Περαιτέρω, η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί με οποιονδήποτε τρόπο (αγωγή, ένσταση κ.λπ.) και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον υποβληθούν σ’ αυτό όλα τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν.

Συνέπειες της Ακυρωσίας

Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι την ακύρωσή της. Μετά την ακύρωση, εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη. Η ακύρωση γίνεται με αγωγή ή άλλη δικαστική διαδικασία και υπόκειται σε προθεσμία.

Τέλος, η δικαιοπραξία μπορεί να επικυρωθεί από το θιγόμενο μέρος, οπότε θεραπεύεται το ελάττωμα. Η επικύρωση μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή (π.χ. με την εκπλήρωση της δικαιοπραξίας).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα άκυρων ή ακυρώσιμων συμβάσεων.

Διασυνοριακοί Μετασχηματισμοί Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

Οι διασυνοριακοί μετασχηματισμοί εταιρειών ρυθμίζονται από την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2121, η οποία τροποποίησε την προγενέστερη Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132.

Η ενσωμάτωσή της παραπάνω Οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο έγινε με τον Ν. 5055/2023, ο οποίος προσέθεσε νέα κεφάλαια στον Νόμο 4601/2019 (περί Διάσπασης, Μετατροπής και Συγχώνευσης Ελληνικών Εταιρειών) και, συνεπώς, το ενωσιακό πλαίσιο για τις διασυνοριακές μετατροπές, συγχωνεύσεις και διασπάσεις καθώς και για τη διασυνοριακή κινητικότητα των κεφαλαιουχικών εταιρειών, εισήχθη στην ελληνική έννομη σφαίρα.

Αιτιολογική Βάση

Σκοπός του Ν. 5055/2023 είναι η άρση των περιορισμών στην ελευθερία εγκατάστασης των εταιρειών στην εσωτερική αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της ρύθμισης των διασυνοριακών μετασχηματισμών και της προστασίας των ενδιαφερομένων μερών.

Η αιτιολογική έκθεση του νόμου, εξηγεί ότι η ανάγκη αυτή προέκυψε από την ελλιπή εναρμόνιση των κανόνων για τις διασυνοριακές μετατροπές και διασπάσεις, καθώς μέχρι την Οδηγία 2019/2121 μόνο οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις ρυθμίζονταν σε ενωσιακό επίπεδο.

Η νομολογία του ΔΕΕ, ιδίως οι υποθέσεις Cartesio, VALE και Polbud, είχε ήδη αναγνωρίσει ότι η μεταφορά της καταστατικής έδρας και η μετατροπή εταιρίας σε εταιρία άλλου κράτους μέλους εμπίπτουν στην ελευθερία εγκατάστασης. Ωστόσο, η απουσία ενιαίου νομοθετικού πλαισίου δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου και επέτρεπε στα κράτη μέλη να επιβάλλουν περιορισμούς που συχνά λειτουργούσαν αποτρεπτικά.

Περαιτέρω, στο δεύτερο άρθρο του νόμου ορίζεται το αντικείμενό του, το οποίο είναι η συστηματοποίηση του δικαίου εταιρικών μετασχηματισμών σε ένα ενιαίο νομοθέτημα, μέσω της συμπλήρωσης του Ν. 4601/2019.

Η αιτιολογική έκθεση επισημαίνει ότι ο Ν. 4601/2019 είχε ήδη εισαγάγει ένα σύγχρονο πλαίσιο για τους εσωτερικούς μετασχηματισμούς, αλλά δεν κάλυπτε τις διασυνοριακές διασπάσεις και μετατροπές. Η ενσωμάτωση της Οδηγίας απαιτούσε την προσθήκη νέων κεφαλαίων, ώστε το ελληνικό δίκαιο να καταστεί πλήρως συμβατό με το ενωσιακό.

Διασυνοριακές Συγχωνεύσεις Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

Ως “διασυνοριακή συγχώνευση” νοείται η συγχώνευση στην οποία συμμετέχει τουλάχιστον μία ημεδαπή και μία αλλοδαπή κεφαλαιουχική εταιρεία, με την τελευταία να έχει συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους της ΕΕ.

Συγχώνευση θεωρείται κάθε πράξη κατά την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες μεταβιβάζουν, μετά από λύση χωρίς εκκαθάριση, το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων και υποχρεώσεων σε άλλη εταιρεία, είτε προϋπάρχουσα είτε νεοσυσταθείσα, με αντάλλαγμα τη χορήγηση εταιρικών συμμετοχών στους μετόχους ή εταίρους των συγχωνευόμενων εταιρειών.

Εξαιρούνται εταιρείες συλλογικών επενδύσεων κεφαλαίων που λειτουργούν βάσει της αρχής της διασποράς κινδύνων και των οποίων τα μερίδια εξαγοράζονται ή εξοφλούνται από τα περιουσιακά τους στοιχεία.

Κατάρτιση Κοινού Σχεδίου Διασυνοριακής Συγχώνευσης

Η διαδικασία εκκινά με την κατάρτιση κοινού σχεδίου διασυνοριακής συγχώνευσης από τα διοικητικά συμβούλια ή τους διαχειριστές των συμμετεχουσών εταιρειών.

Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:

  • τη νομική μορφή,
  • την επωνυμία και την καταστατική έδρα κάθε εταιρείας,
  • τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών,
  • το ποσό πληρωμής σε μετρητά, τον τρόπο διάθεσης των εταιρικών συμμετοχών της νέας εταιρείας,
  • τις επιπτώσεις στην απασχόληση,
  • τα δικαιώματα των μετόχων με ειδικά δικαιώματα,
  • τα ειδικά πλεονεκτήματα για μέλη διοικητικών οργάνων, καθώς και
  • τις διασφαλίσεις για τους πιστωτές.

Τέλος, περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση της νέας εταιρείας, εφόσον απαιτείται.

Δημοσιότητα και Ενημέρωση Ενδιαφερομένων

Το κοινό σχέδιο διασυνοριακής συγχώνευσης καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη γενική συνέλευση που θα αποφασίσει για τη συγχώνευση.

Εξάλλου, δημοσιεύεται υποχρεωτικά ανακοίνωση που ενημερώνει μετόχους, πιστωτές και εργαζόμενους για τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων. Η έκθεση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η οποία αξιολογεί το σχέδιο συγχώνευσης, τίθεται επίσης στη διάθεση των ενδιαφερομένων. Όλα τα σχετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα ηλεκτρονικά και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

Έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου και Εμπειρογνωμόνων

Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές της ημεδαπής εταιρείας συντάσσουν έκθεση προς τους μετόχους και τους εργαζόμενους, στην οποία αναλύονται οι νομικές και οικονομικές πτυχές της συγχώνευσης και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους.

Η έκθεση περιλαμβάνει διακριτά τμήματα για μετόχους και εργαζόμενους, ενώ επισυνάπτεται και η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, εφόσον υπάρχει.

Επιπροσθέτως, συντάσσεται έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία αξιολογεί το χρηματικό αντάλλαγμα και τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών, λαμβάνοντας υπόψη την αγοραία τιμή ή την αξία των εταιρειών, με χρήση γενικά αποδεκτών μεθόδων αποτίμησης.

Έγκριση από τη Γενική Συνέλευση και Προστασία Μετόχων

Η διασυνοριακή συγχώνευση προϋποθέτει απόφαση της γενικής συνέλευσης της ημεδαπής εταιρείας, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία. Οι μέτοχοι που διαφωνούν με το σχέδιο συγχώνευσης έχουν το δικαίωμα να διαθέσουν τις εταιρικές τους συμμετοχές έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, εφόσον ως αποτέλεσμα της συγχώνευσης θα λάβουν συμμετοχές σε εταιρεία άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε.

Παρέχεται επίσης η δυνατότητα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του χρηματικού ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους τους μετόχους που άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.

Προστασία Πιστωτών και Εργαζομένων

Οι πιστωτές της ημεδαπής εταιρείας έχουν το δικαίωμα, εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του σχεδίου συγχώνευσης, να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω της συγχώνευσης.

Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει δήλωση για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, με στόχο τη διασφάλιση της δυνατότητας της νέας εταιρείας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.

Ταυτόχρονα, εφαρμόζονται οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων, ενώ προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή τους στη διοίκηση της νέας εταιρείας, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.

Προληπτικός Έλεγχος Νομιμότητας και Πιστοποιητικό

Η διαδικασία της διασυνοριακής συγχώνευσης υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από τη Διεύθυνση Εταιρειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου. Η αναφερόμενη αρμόδια αρχή χορηγεί στις ημεδαπές εταιρείες που μετέχουν στη συγχώνευση πιστοποιητικό, με το οποίο βεβαιώνεται η συμμόρφωση με τους σχετικούς όρους και η ορθή εκτέλεση των διαδικασιών και διατυπώσεων.

Ο έλεγχος περιλαμβάνει και την αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών της συγχώνευσης, με δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας.

Ολοκλήρωση και Αποτελέσματα της Διασυνοριακής Συγχώνευσης

Η διασυνοριακή συγχώνευση ολοκληρώνεται με την καταχώριση της σχετικής πράξης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο.

Από την ημερομηνία καταχώρισης, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων των συγχωνευόμενων εταιρειών μεταβιβάζεται στη νέα εταιρεία, οι μέτοχοι ή εταίροι γίνονται μέτοχοι ή εταίροι της νέας εταιρείας και οι συγχωνευόμενες εταιρείες παύουν να υφίστανται.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας μεταφέρονται στη νέα εταιρεία, ενώ η διασυνοριακή συγχώνευση που έχει ολοκληρωθεί δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα επιβολής άλλων μέτρων και κυρώσεων σύμφωνα με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.

Διασυνοριακές Διασπάσεις Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

Ως “διασυνοριακή διάσπαση” νοείται η πράξη κατά την οποία μία κεφαλαιουχική εταιρεία, με έδρα σε κράτος μέλος της ΕΕ, μεταβιβάζει το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών της στοιχείων και υποχρεώσεων σε μία ή περισσότερες εταιρείες που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο άλλων κρατών μελών.

Η διάσπαση μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως πλήρης ή μερική διάσπαση, ή απόσχιση κλάδου. Το πεδίο εφαρμογής εξαιρεί συγκεκριμένες κατηγορίες εταιρειών, όπως εταιρείες συλλογικών επενδύσεων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας.

Κατάρτιση Κοινού Σχεδίου Διασυνοριακής Διάσπασης

Η διαδικασία εκκινεί με την κατάρτιση κοινού σχεδίου διασυνοριακής διάσπασης από τα αρμόδια όργανα των εμπλεκόμενων εταιρειών.

Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη νομική μορφή, την επωνυμία και την καταστατική έδρα κάθε εμπλεκόμενης εταιρείας, την κατανομή των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών, το ποσό πληρωμής σε μετρητά, καθώς και τις επιπτώσεις στην απασχόληση και τα δικαιώματα των μετόχων και των πιστωτών. Επίσης, περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση των νέων ή υφιστάμενων εταιρειών, εφόσον απαιτείται.

Δημοσιότητα και Ενημέρωση Ενδιαφερομένων

Το κοινό σχέδιο διασυνοριακής διάσπασης καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο αρμόδιο μητρώο τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήψη της σχετικής απόφασης από τη γενική συνέλευση.

Επιπροσθέτως, υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης προς μετόχους, πιστωτές και εργαζόμενους σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων ή ενστάσεων. Η έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η οποία αξιολογεί το σχέδιο διάσπασης, τίθεται επίσης στη διάθεση των ενδιαφερομένων, ενώ τα σχετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα ηλεκτρονικά και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

Έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου και Εμπειρογνωμόνων

Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές της εταιρείας που διασπάται συντάσσουν έκθεση προς τους μετόχους και τους εργαζόμενους, στην οποία αναλύονται οι νομικές και οικονομικές πτυχές της διάσπασης και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους.

Η έκθεση περιλαμβάνει διακριτά τμήματα για κάθε κατηγορία ενδιαφερομένων, ενώ επισυνάπτεται και η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, εφόσον υπάρχει, ενώ συντάσσεται έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία αξιολογεί τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών και το χρηματικό αντάλλαγμα, με βάση γενικά αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης.

Έγκριση από τη Γενική Συνέλευση και Προστασία Μετόχων

Η διασυνοριακή διάσπαση απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας που διασπάται, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία. Οι μέτοχοι που διαφωνούν με το σχέδιο διάσπασης έχουν το δικαίωμα να διαθέσουν τις εταιρικές τους συμμετοχές έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία.

Παρέχεται επίσης η δυνατότητα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του χρηματικού ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους τους μετόχους που άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.

Προστασία Πιστωτών και Εργαζομένων

Οι πιστωτές έχουν το δικαίωμα, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από τη δημοσίευση του σχεδίου διάσπασης, να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω της διάσπασης. Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει δήλωση για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, με στόχο τη διασφάλιση της δυνατότητας των νέων ή υφιστάμενων εταιρειών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων εφαρμόζονται αναλόγως, ενώ προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή τους στη διοίκηση, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.

Προληπτικός Έλεγχος Νομιμότητας και Πιστοποιητικό

Η διαδικασία της διασυνοριακής διάσπασης υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από την αρμόδια διοικητική αρχή. Η αρχή αυτή χορηγεί πιστοποιητικό συμμόρφωσης προς τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, με το οποίο βεβαιώνεται η τήρηση των σχετικών όρων και η ορθή εκτέλεση των διαδικασιών και διατυπώσεων.

Ο έλεγχος περιλαμβάνει και την αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών της διάσπασης, με δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, εντός και εκτός της χώρας.

Ολοκλήρωση και Αποτελέσματα της Διασυνοριακής Διάσπασης

Η διασυνοριακή διάσπαση ολοκληρώνεται με την καταχώριση της σχετικής πράξης στο αρμόδιο μητρώο. Από την ημερομηνία καταχώρισης, τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται περιέρχονται στις νέες ή υφιστάμενες εταιρείες, ενώ οι μέτοχοι αποκτούν συμμετοχές στις εταιρείες αυτές, σύμφωνα με τους όρους του σχεδίου διάσπασης.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας μεταφέρονται στις νέες ή υφιστάμενες εταιρείες, ενώ η ολοκληρωμένη διασυνοριακή διάσπαση δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα επιβολής άλλων μέτρων και κυρώσεων κατά τις διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου.

Διασυνοριακές Μετατροπές Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

Ως “διασυνοριακή μετατροπή” νοείται η πράξη κατά την οποία μία κεφαλαιουχική εταιρεία, με έδρα σε κράτος μέλος της ΕΕ, μετατρέπει τη νομική της μορφή και/ή μεταφέρει την καταστατική της έδρα σε άλλο κράτος μέλος, διατηρώντας τη νομική της προσωπικότητα.

Το πεδίο εφαρμογής εξαιρεί συγκεκριμένες κατηγορίες εταιρειών, όπως εταιρείες συλλογικών επενδύσεων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας.

Κατάρτιση Σχεδίου Διασυνοριακής Μετατροπής

Η διαδικασία εκκινεί με την κατάρτιση σχεδίου διασυνοριακής μετατροπής από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας. Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη νομική μορφή, την επωνυμία και την καταστατική έδρα πριν και μετά τη μετατροπή, τα δικαιώματα των μετόχων και των πιστωτών, τις επιπτώσεις στην απασχόληση, καθώς και τις διασφαλίσεις για τους εργαζόμενους και τους πιστωτές.

Επίσης, περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση της εταιρείας μετά τη μετατροπή, εφόσον απαιτείται.

Δημοσιότητα και Ενημέρωση Ενδιαφερομένων

Το σχέδιο διασυνοριακής μετατροπής καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο αρμόδιο μητρώο τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήψη της σχετικής απόφασης από τη γενική συνέλευση.

Και στην περίπτωση αυτή, όπως παραπάνω, παρέχεται ενημέρωση προς μετόχους, πιστωτές και εργαζόμενους σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων ή ενστάσεων. Η έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η οποία αξιολογεί το σχέδιο μετατροπής, τίθεται επίσης στη διάθεση των ενδιαφερομένων, ενώ τα σχετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα ηλεκτρονικά και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

Έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου και Εμπειρογνωμόνων

Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές της εταιρείας συντάσσουν έκθεση προς τους μετόχους και τους εργαζόμενους, στην οποία αναλύονται οι νομικές και οικονομικές πτυχές της μετατροπής και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους.

Η έκθεση περιλαμβάνει διακριτά τμήματα για κάθε κατηγορία ενδιαφερομένων, ενώ επισυνάπτεται και η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, εφόσον υπάρχει. Επιπλέον, συντάσσεται έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία αξιολογεί τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών και το χρηματικό αντάλλαγμα, με βάση γενικά αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης.

Έγκριση από τη Γενική Συνέλευση και Προστασία Μετόχων

Η διασυνοριακή μετατροπή απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία. Οι μέτοχοι που διαφωνούν με το σχέδιο μετατροπής έχουν το δικαίωμα να διαθέσουν τις εταιρικές τους συμμετοχές έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία.

Προβλέπεται, εξάλλου, το δικαίωμα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του χρηματικού ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους τους μετόχους που άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.

Προστασία Πιστωτών και Εργαζομένων

Οι πιστωτές έχουν το δικαίωμα, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από τη δημοσίευση του σχεδίου μετατροπής, να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω της μετατροπής. Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει δήλωση για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, με στόχο τη διασφάλιση της δυνατότητας της εταιρείας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της μετά τη μετατροπή.

Οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων προβλέπονται υποχρεωτικά και στην περίπτωση αυτή, εόπως επίσης και ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή τους στη διοίκηση, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.

Προληπτικός Έλεγχος Νομιμότητας και Πιστοποιητικό

Η διαδικασία της διασυνοριακής μετατροπής υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από την αρμόδια διοικητική αρχή. Η αρχή αυτή χορηγεί πιστοποιητικό συμμόρφωσης προς την εταιρεία, με το οποίο βεβαιώνεται η τήρηση των σχετικών όρων και η ορθή εκτέλεση των διαδικασιών και διατυπώσεων.

Ο έλεγχος περιλαμβάνει και την αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών της μετατροπής, με δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, εντός και εκτός της χώρας.

Ολοκλήρωση και Αποτελέσματα της Διασυνοριακής Μετατροπής

Η διασυνοριακή μετατροπή ολοκληρώνεται με την καταχώριση της σχετικής πράξης στο αρμόδιο μητρώο. Από την ημερομηνία καταχώρισης, η εταιρεία συνεχίζει να υφίσταται υπό τη νέα νομική μορφή και/ή με νέα καταστατική έδρα, διατηρώντας τη νομική της προσωπικότητα.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας διατηρούνται, ενώ η ολοκληρωμένη διασυνοριακή μετατροπή δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη χωρίς να θίγεται η δυνατότητα επιβολής άλλων μέτρων και κυρώσεων κατά τις διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους διασυνοριακούς μετασχηματισμούς εταιρειών.

Παραγραφή Δημοτικών Τελών & Βεβαιωμένων Οφειλών Προς ΟΤΑ

Η παραγραφή δημοτικών τελών και βεβαιωμένων οφειλών προς ΟΤΑ ρυθμίζεται από τον Α.Ν. 344/1968 και τον Ν. 4304/2014. Αναλυτικά:

Α.Ν. 344/1968

Σύμφωνα με στην παρ. 1 του άρθρου 2 του α.ν. 344/1968 «Είσπραξις εσόδων ΟΤΑ», όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 61 του ν. 1416/1984, ορίζεται ότι:

«Η βεβαίωσις των φόρων, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών και αντιτίμου προσωπικής εργασίας ενεργείται υπό των δήμων και κοινοτήτων εντός αποσβεστικής προθεσμίας πέντε ετών από της λήξεως του οικονομικού έτους, εις ο ανάγονται. Κατ’ εξαίρεση είναι δυνατή η βεβαίωση μετά την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας αν: α) είναι άγνωστος ο υπόχρεος, β) έχει ακυρωθεί μετά την πάροδο της πενταετίας η φορολογική εγγραφή για το λόγο ότι ο υπόχρεος δεν έλαβε γνώση της εγγραφής, γ) η βεβαίωση έγινε σε πρόσωπο που δεν είχε μερική ή ολική φορολογική υποχρέωση και δ) η βεβαίωση έγινε για οικονομικό έτος διάφορο από αυτό που αφορά η φορολογική υποχρέωση».

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, το δικαίωμα του οικείου δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών που προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις, αποσβέννυται, καταρχήν, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης στις ως άνω διατάξεις πενταετίας, εκτός εάν η δημοτική αρχή επικαλεσθεί και αποδείξει ότι συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο δεύτερο εδάφιο του ανωτέρω άρθρου εξαιρετικές περιπτώσεις, ώστε να επιτρέπεται η βεβαίωση των σχετικών εσόδων μετά την παρέλευση πενταετίας (ΣτΕ 1612 – 1613/2020).

Ν. 4304/2014

Εξάλλου, στο άρθρο 32 του ν. 4304/2014, προβλέπεται ότι:

«Χρηματικές αξιώσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που αφορούν σε απόδοση φόρων, τελών, δικαιωμάτων και εισφορών και προκύπτουν εξαιτίας μη υποβολής από τους υπόχρεους των αναγκαίων στοιχείων για τη βεβαίωση τους ή υποβολής ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων ή λανθασμένα βεβαιωμένων οφειλών, βεβαιώνονται σε βάρος των υπόχρεων εντός εικοσαετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους που δημιουργήθηκε η σχετική υποχρέωση προς καταβολή τους (…)».

Ερμηνεία – Νομολογία

Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 2540/2021), η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α του Συντάγματος (ΑΕΔ 14/2013, Ολομ ΣτΕ 2034/2011 κ.α.) και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (ΑΕΔ 11/2003, Ολομ. ΣτΕ 2034/2011 κ.ά.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (Ολομ ΣτΕ 1833/2021) και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους, όπως είναι οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή επιβαρύνσεων υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων (ΣτΕ 1623/2016, επίσης ΔΕΕ C-81/15).

Συνακόλουθα, για την επιβολή επιβαρύνσεων, υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων, απαιτείται να προβλέπεται προθεσμία, μετά την πάροδο της οποίας να μην είναι πλέον δυνατή η επιβολή σε βάρος του διοικούμενου της σχετικής οικονομικής επιβάρυνσης.

Η προθεσμία δε αυτή, η οποία, προκειμένου να εκπληρώνει τη συνιστάμενη στη διασφάλιση της αρχής ασφάλειας δικαίου που εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, λειτουργία της, πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και να μην εξαρτάται από ενέργειες δημοσίας αρχής, να έχει δε εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας (ΔΕΕ C-341/13), και η διάρκεια αυτή να είναι επαρκώς προβλέψιμη από τον διοικούμενο.

Αιτιολογική Βάση

Τα παραπάνω ισχύουν δε προς τον σκοπό να μην αφήνονται οι διοικούμενοι έκθετοι :

  • Αφενός μεν σε μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου -που αποτελεί παράγοντα αποτρεπτικό για τον προγραμματισμό και την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, με ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις για την ανάπτυξη και, γενικότερα, την εθνική οικονομία, ιδιαιτέρως μάλιστα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, σε βλάβη του δημοσίου συμφέροντος- και
  • Αφετέρου στον κίνδυνο να μην είναι πλέον σε θέση, μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από το γεγονός που γεννά τη σχετική οικονομική υποχρέωση, να αντιμετωπίσουν τις προκύπτουσες οικονομικές υποχρεώσεις, είτε οι ίδιοι είτε, πολύ περισσότερο, οι αναλαβόντες, κατά νόμο, συνεπεία κληρονομικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής (πιθανής σε περίπτωση που ο χρόνος για την απόσβεση της υποχρέωσης είναι μεγάλος ή αβέβαιος), τις υποχρεώσεις τους από φόρους, τέλη και εισφορές και

Επιπλέον, να μην αφήνεται το Δημόσιο, ο Ο.Τ.Α. ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έκθετο στον κίνδυνο αδυναμίας είσπραξης τυχόν βεβαιουμένων, μετά την πάροδο μακρού χρόνου από την γένεση των σχετικών υποχρεώσεων, ποσών φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων, λόγω της ενδεχομένως εντωμεταξύ επελθούσας επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης των διοικουμένων (ΣτΕ 1623/2016), δεδομένου, άλλωστε, ότι μόνο με την είσπραξη των φόρων, τελών, εισφορών και των συναφών προστίμων επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος με την πρόβλεψή τους σκοπός, δηλαδή η κάλυψη των δαπανών που απαιτούνται για την επίτευξη των επιδιωκομένων δημοσίων σκοπών (Ολομ ΣτΕ 1738/2017).

Συμπέρασμα

Επομένως, το δικαίωμα ενός Δήμου για βεβαίωση (καταλογισμό) φόρων και τελών αποσβέννυται (παραγράφεται), κατ’ αρχήν, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης πενταετούς αποσβεστικής προθεσμίας, η οποία αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, στο οποίο ανάγονται τα οικεία ποσά τέλους ή φόρου.

Ειδικά Για Τέλη Που Βεβαιώθηκαν Με Λογαριασμούς Ρεύματος

Τα τέλη καθαριότητας και φωτισμού βαρύνουν τον υπόχρεο για την πληρωμή του λογαριασμού ρεύματος (πχ Δ.Ε.Η.), ο οποίος είναι αυτός που έχει συνάψει σχετική σύμβαση με τον πάροχο, στο όνομα του οποίου εκδίδεται ο λογαριασμός καταναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος,

Περαιτέρω, μπορεί ο υπόχρεος για την πληρωμή του λογαριασμού ρεύματος να είναι και πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που χρησιμοποιεί το ακίνητο (λ.χ του μισθωτή σε περίπτωση ακινήτου υπό μίσθωση), το οποίο εξυπηρετείται από τον οικείο μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος, εφόσον δεν έχει γνωστοποιηθεί στον πάροχο η μεταβολή του προσώπου που χρησιμοποιεί το ακίνητο (ΜονΔΠρΑθ 12464/2025).

Συνεπώς, όσο το πρόσωπο που έχει υποβάλει την αρχική δήλωση δεν προβαίνει στην ενέργεια γνωστοποίησης περί χρησιμοποίησης του ακινήτου από άλλο πρόσωπο, νομίμως εκδίδεται στο όνομα του αρχικώς δηλούντος ο λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος και επιβάλλονται τα ένδικα δημοτικά τέλη (ΣτΕ 1323/2013).

Τέλος, τυχόν ισχυρισμός ότι κάποιος δεν χρησιμοποίησε στην πράξη το ακίνητο απορρίπτεται από τα δικαστήρια ως αβάσιμος, καθώς τόσο τα τέλη καθαριότητας όσο και τα τέλη φωτισμού, έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα, λόγω της κατ’ άρθρο 102 παρ. 5 του Συντάγματος δημόσιου χαρακτήρα της υπηρεσίας καθαριότητας και φωτισμού, η υποχρέωση δε καταβολής αυτών δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την πραγματική χρησιμοποίηση της υπηρεσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά αρκεί η δυνατότητα (ετοιμότητα) παροχής της υπηρεσίας αυτής (Ολομ. ΣτΕ 1620/2012).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό ΔίκαιοΕπικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα που σχετίζεται με την παραγραφή δημοτικών τελών και φόρων προς ΟΤΑ.

Υπομίσθωση & Υπεκμίσθωση Επαγγελματικής Στέγης

Υπομίσθωση είναι η σύμβαση με την οποία ο μισθωτής, ενεργώντας ως εκμισθωτής, παραχωρεί τη χρήση του μισθίου, την οποία απέκτησε με την κύρια μίσθωση, σε τρίτον (υπομισθωτή) με ορισμένο αντάλλαγμα – μίσθωμα και για ορισμένο χρόνο.

Στο πλαίσιο της, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, το μίσθωμα και ο χρόνος μπορεί να είναι αυτά που συμφωνήθηκαν με την κύρια μίσθωση.

Πρόκειται, επομένως, περί συμβάσεως με όλα τα χαρακτηριστικά της μισθώσεως, η οποία, όμως, είναι νέα μεταξύ του μισθωτή και του τρίτου και άσχετη τελείως με την κύρια μίσθωση (ΑΠ 1153/2022).

Η τελευταία δεν αλλοιώνεται υποκειμενικώς, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων, εκμισθωτή και μισθωτή, και να έχει ο πρώτος την ιδιότητα του εκμισθωτή και ο δεύτερος την ιδιότητα του μισθωτή (ΑΠ 1957/2006).

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 593 και 599 §2 του ΑΚ συνάγεται, ότι η υπομίσθωση είναι σύμβαση ξένη (“res inter alios acta“) έναντι του εκμισθωτή (ΑΠ 612/2006).

Ερμηνεία
Μεταβίβαση Μισθωτικής Σχέσης

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ. και 471 του ΑΚ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995, εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, προκύπτει, ότι επιτρέπεται η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσεως από τον μισθωτή προς τρίτο, εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 12 του ίδιου ως άνω διατάγματος, η οποία γίνεται μόνο με το συνδυασμό εκχωρήσεως και αναδοχής χρέους, κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή.

Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή, ήτοι ως προς τα δικαιώματα, και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή, δηλαδή ως προς τις υποχρεώσεις.

Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς τον δεύτερο της μισθωτικής σχέσεως, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο μισθωτή στη σχέση αυτή και, ως εκ τούτου, ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από τη μίσθωση έναντι του εκμισθωτή.

Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι βασικό αποτέλεσμα της μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως, είναι ότι επέρχεται ειδική διαδοχή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής.

Ο μισθωτής αποξενώνεται από τη μίσθωση και στη θέση του υπεισέρχεται ο τρίτος.

Επομένως, κύριο χαρακτηριστικό της μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως είναι η αλλοίωση υποκειμενικώς αυτής, η οποία συνεχίζει πλέον να λειτουργεί με μισθωτή τον τρίτο, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε η σχέση.

Σύμβαση Υπεκμίσθωσης

Διάφορη της μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως είναι η σύμβαση της υπεκμισθώσεως, η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 593 του ΑΚ και 11 του Π.Δ. 34/1995, επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και στην εμπορική μίσθωση.

Όπως προαναφέρθηκε Υπομίσθωση είναι η σύμβαση με όλα τα χαρακτηριστικά της μισθώσεως, άσχετη τελείως με την κύρια μίσθωση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων.

Τούτο δεν αλλάζει, αν κατά την παρεχόμενη, από την ως άνω αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, στα συμβαλλόμενα μέρη δυνατότητα του καθορισμού ελευθέρως του περιεχομένου της συμβάσεως, συμφωνηθεί, ότι ο υπομισθωτής, θα ευθύνεται εις ολόκληρον με το μισθωτή απέναντι στον εκμισθωτή για όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από την (αρχική) μισθωτή.

Έτσι, από το γεγονός, ότι ο εκμισθωτής έχει συμφωνήσει στην υπεκμίσθωση με το ως άνω περιεχόμενο, δεν παύει αυτή να είναι σχέση παρεπόμενη απέναντι σ ‘αυτόν κι επομένως ο υπομισθωτής δεν υπεισέρχεται στην κύρια μίσθωση.

Από τα παραπάνω προκύπτει η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως και της υπομισθώσεως, που είναι ότι στη μεν πρώτη επέρχεται αλλαγή του φορέα της μισθωτικής σχέσεως και ο μισθωτής υποκαθίσταται από τον τρίτο, προς τον οποίο η μεταβίβαση, ενώ στη δεύτερη παραμένει μισθωτής ο υπεκμισθωτής, ο οποίος απλώς στερείται της εξουσίας χρήσεως του μισθίου, την οποία αποκτά ο υπομισθωτής (ΑΠ 1957/2006).

Υπομίσθωση Χωρίς Τη Συναίνεση Του Εκμισθωτή

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η εμπορική μίσθωση έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση προς την κύρια μίσθωση, με την έννοια ότι δεν μπορεί να συμφωνηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της κύριας μίσθωσης (Ολ.Α.Π. 14/1992, Α.Π. 554/2001), και για το κύρος της είναι αναγκαία η συναίνεση του εκμισθωτή (αρθρ. 11 § 1 του Π.Δ. 34/1995).

Η υπομίσθωση από μη δικαιούμενο σε υπεκμίσθωση, ή που είναι άσχετη με προϋπάρχουσα κύρια μίσθωση, διέπεται από τις διατάξεις της μίσθωσης από μη δικαιούμενο σε εκμίσθωση (ΑΠ 1052/2011).

Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ ορίζει ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.

Από τα παραπάνω, σαφώς προκύπτει ότι η εκμίσθωση αλλότριου πράγματος, κινητού ή ακινήτου είναι καθ’ όλα έγκυρη, διότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και λειτουργία της σύμβασης αυτής η κυριότητα, ή οποιοδήποτε άλλου εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου, ανεξαρτήτως αν αυτό είναι κινητό ή ακίνητο.

Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσης έχει ως αποτέλεσμα να ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις απ’ αυτή μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και στο μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται αντιστοίχως στις σχετικές (μισθωτικές) δίκες.

Απ’ αυτά έπεται ότι ο εκμισθωτής, καίτοι δεν είναι κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα (μόνο αυτός) να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές απόδοσης του μισθίου και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός) ή ο επικαρπωτής του μισθίου δεν δικαιούνται (αν δεν είναι και εκμισθωτές) να ασκήσουν οιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση για καταβολή μισθωμάτων ή απόδοση του μισθίου, ακόμη κι αν έληξε η μίσθωση, αλλά μόνο τις αγωγές από την κυριότητα ή νομή.

Τα παραπάνω ισχύουν και στην επαγγελματική μίσθωση με μόνες τις αναφερόμενες στο άρθρο 14 του Π.Δ. 34/95 (αρθ. 7 § 2 ν. 813/78) παρεκκλίσεις, κατά τις οποίες, επί εκμίσθωσης αλλότριου ακινήτου η μίσθωση δεσμεύει τον κύριο ή νομέα του μισθίου, εφ’ όσον ο μεν μισθωτής είναι καλής πίστης (δηλαδή αγνοεί τα δικαιώματα τρίτων στο μίσθιο), ο δε κύριος δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στο μισθωτή μέσα σε τρεις μήνες αφότου έλαβε γνώση της εκμίσθωσης.

Η κατά τη διάταξη αυτή “δέσμευση” του κυρίου δεν σημαίνει την υπεισέλευσή του στη μίσθωση, αλλά ότι δεν μπορεί αυτός να λάβει κατά τη διάρκεια της μίσθωσης μέτρα που εμποδίζουν τη χρήση του μισθίου από το μισθωτή.

Υπομίσθωση Σε Εταιρεία Του Μισθωτή

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 του ΑΚ και του 11 Π.Δ. του 34/1995, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτο ή σε εταιρεία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή.

Η παραχώρηση, όμως, αυτή της χρήσης του μισθίου σε τρίτο είτε με υπεκμίσθωση είτε με σύσταση εταιρείας είναι σχέση παρεπόμενη, αναφορικά με την κύρια μίσθωση.

Επομένως, δεν αλλοιώνει υποκειμενικά την μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων (εκμισθωτή και μισθωτή και, σε περίπτωση θανάτου αυτών, των κληρονόμων τους, που υπεισέρχονται στην μισθωτική σχέση).

Έτσι η κυρία μισθωτική σχέση δεν επηρεάζεται ούτε αλλοιώνεται, ακόμη και αν ο εκμισθωτής συναίνεσε, ή ενέκρινε την παραχώρηση της χρήσης του μισθίου, είτε με υπεκμίσθωση είτε με τη σύσταση εταιρείας (ΜονΕφΠειρ 582/2022).

Έναντι, ωστόσο, του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρο (ΑΚ 481) και ο μισθωτής και η εταιρεία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (ΑΠ 1175/2019).

Διαφρετική, ωστόσο, είναι η περίπτωση του εκμισθωτή – εταίρου.

Φορολογικές Διατάξεις
Φορολογική Μεταχείριση Εισοδήματος Από Υπομίσθωση

Σύμφωνα με το άρθρο 39 του N. 4172/2013, το εισόδημα από ακίνητη περιουσία περιλαμβάνει και το εισόδημα που αποκτά ο υπεκμισθωτής από την υπομίσθωση ακινήτου. Ισχύουν, δε, τα εξής:

  • Ο υπεκμισθωτής φορολογείται για τη διαφορά μεταξύ του εισπραττόμενου υπομισθώματος και του καταβαλλόμενου μισθώματος προς τον εκμισθωτή.
  • Αν το υπομίσθωμα είναι ίσο ή μικρότερο από το αρχικό μίσθωμα, δεν προκύπτει φορολογητέο εισόδημα.

Η παραπάνω ρύθμιση έχει ερμηνευθεί και με την ΠΟΛ 1042/1993, η οποία διευκρινίζει ότι η διαφορά αυτή αποτελεί εισόδημα από ακίνητα ανεξάρτητα από τη χρήση του ακινήτου (κατοικία, γραφείο, κατάστημα κλπ).

Για τη φορολογία ανείσπρακτων μισθωμάτων, περισσότερα εδώ.

Έκπτωση Δαπανών & Δικαίωμα Έκπτωσης Μισθώματος

Η ΠΟΛ 1096/2012 προβλέπει ότι:

  • Σε περίπτωση υπεκμίσθωσης ολόκληρου του ακινήτου, δικαίωμα έκπτωσης του μισθώματος έχει μόνο ο υπομισθωτής (τελικός μισθωτής).
  • Σε περίπτωση μερικής υπεκμίσθωσης, δικαίωμα έκπτωσης έχουν τόσο ο υπεκμισθωτής (για το τμήμα που χρησιμοποιεί ο ίδιος) όσο και ο υπομισθωτής (για το τμήμα που υπομισθώνει).

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη λήξη την υπομίσθωση εμπορικού ακινήτου.

Λήξη Της Ιδιότητας Διαχειριστή ΟΕ & Η Περίπτωση Της Ανάκλησης

Από τους λόγους που επιφέρουν λήξη της ιδιότητας του διαχειριστή μιας ομόρρυθμης εταιρείας (ΟΕ) άλλοι είναι κοινοί για όλα τα είδη της διαχείρισης και άλλοι διαφέρουν ανάλογα με το αν πρόκειται για διαχειριστές από το νόμο ή το καταστατικό.

Ειδικότερα, τη λήξη της διαχειριστικής ιδιότητας επιφέρει σε κάθε περίπτωση:

  • η λύση της εταιρείας, αφού τότε λήγει η διαχειριστική εξουσία και αρχίζει η εξουσία των εκκαθαριστών (άρθρο 777 εδ. 2 ΑΚ, που εφαρμόζεται διασταλτικά και αναλογικά),
  • ο θάνατος, η δικαστική συμπαράσταση και η πτώχευση του διαχειριστή,
  • η αποβολή για οποιονδήποτε λόγο. πέρα της λύσης της εταιρείας, της εταιρικής ιδιότητας του εταίρου – διαχειριστή και συγκεκριμένα με την έξοδο και τον αποκλεισμό του από την εταιρεία,
  • η παραίτηση του διαχειριστή (η οποία μπορεί να συνοδεύεται και από αποχώρηση από την εταιρεία) και τέλος
  • η ανάκληση του διαχειριστή για την περίπτωση της καταστατικής διαχείρισης.
Συνέπειες Ανάκλησης

Οι συνέπειες της ανάκλησης επέρχονται με την κοινοποίηση της απόφασης στον ανακαλούμενο διαχειριστή (απευθυντέα δήλωση βούλησης).

Περαιτέρω, διακρίνονται οι εξής περιπτώσεις:

  • Αν ο ανακληθείς είναι σύμφωνα με το καταστατικό ο μόνος διαχειριστής της εταιρείας, πρέπει να ισχύσει στο εξής η νόμιμη, δηλαδή η ατομική διαχείριση.
  • Αν η διαχείριση έχει ανατεθεί από το καταστατικό σε περισσότερους εταίρους, με την έννοια ότι πρέπει να ενεργούν μόνον από κοινού, και ανακληθεί κάποιος από αυτούς, τότε η διαχείριση πρέπει να συνεχιστεί από κοινού από τους υπόλοιπους διαχειριστές.
  • Αν η διαχείριση έχει ανατεθεί από το καταστατικό σε περισσότερους εταίρους, με την έννοια ότι κάθε διαχειριστής μπορεί να ενεργεί και μόνος, η ανάκληση ενός από αυτούς δεν επηρεάζει την εξουσία των υπολοίπων, οι οποίοι πρέπει να συνεχίσουν κανονικά την άσκηση της διαχειριστικής τους εξουσίας, συνεχίζει δηλαδή να ισχύει η (καταστατική) ατομική διαχείριση, χωρίς τη συμμετοχή του ανακληθέντος διαχειριστή.

Σε περίπτωση μη ύπαρξης διαχειριστών, διότι ανακλήθηκαν ή παραιτήθηκαν όλοι, αναβιώνει η νόμιμη διαχείριση.

Καταστατική Διαχείριση

Περαιτέρω, όταν πρόκειται για καταστατική διαχείριση, δηλαδή όταν η εξουσία για τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ανατέθηκε στον διαχειριστή με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων και αντίστοιχη τροποποίηση του καταστατικού και δημοσίευσή του στο ΓΕΜΗ, η εξουσία του μπορεί να παύσει και με την ανάκλησή του.

Ανάκληση διαχειριστή δεν είναι δυνατόν να υπάρξει πάντως, όταν ισχύει διαχείριση της εταιρείας εκ του νόμου.

Η απόφαση για την ανάκληση του διαχειριστή πρέπει να ληφθεί από όλους τους άλλους εταίρους, ομόφωνα, εκτός αν έχει προβλεφθεί στο καταστατικό ότι μπορεί αυτή να ληφθεί και με πλειοψηφία.

Για να ισχύσει η ανάκληση του διαχειριστή έναντι των τρίτων, πρέπει να τύχει της δέουσας δημοσίευσης, δηλαδή να καταχωρισθεί αυτή στο ΓΕΜΗ και να δημοσιευθεί στο διαδικτυακό τόπο του ΓΕΜΗ (άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 3419/2005).

Ουσιαστική προϋπόθεση για την ανάκληση διαχειριστή ομόρρυθμης εταιρείας είναι, κατά την κρατούσα γνώμη, να υπάρχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος να τη δικαιολογεί (άρθρο 752 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 757 ΑΚ).

Ως σπουδαίος λόγος μπορεί να θεωρηθεί η σοβαρή παράβαση των καθηκόντων του διαχειριστή, η ανικανότητά του για τακτική διαχείριση κλπ. Κατά συνέπεια, αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, η προηγηθείσα ανάκληση είναι άκυρη.

Ορισμός Νέου Διαχειριστή

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ “Αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση του νομικού προσώπου, ή, αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου, ο πρόεδρος των πρωτοδικών διορίζει προσωρινή διοίκηση ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον“.

Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από τη γενικότητα της διατυπώσεώς της, εφαρμόζεται σε κάθε είδους νομικό πρόσωπο, και συνεπώς και στις εμπορικές εταιρίες κάθε μορφής, μεταξύ των οποίων και οι ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες.

Περαιτέρω, οι διατάξεις του ν. 4072/2012 δεν προβλέπουν κάποια ειδικότερη ρύθμιση για την ανάκληση του ορισθέντος στην εταιρική σύμβαση διαχειριστή και τις συνέπειες αυτής.

Το κενό θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συμπληρώνεται με την αναλογική εφαρμογή του άρθρ. 752 ΑΚ, το οποίο, μαζί με τις λοιπές διατάξεις των άρθρ. 741-784 του ΑΚ για την αστική εταιρία, πλην εκείνων των άρθρ. 758 και 761, εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην ομόρρυθμη εταιρεία, συμπληρωματικά και εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ειδικότερες ρυθμίσεις του ν. 4072/2012, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρ. 249 παρ. 2 του ίδιου νόμου.

Επομένως, η ανάκληση του ορισθέντος στην εταιρική σύμβαση διαχειριστή θα μπορεί να γίνει δυνάμει του άρθρ. 752 ΑΚ, ήτοι με την λήψη ομόφωνης απόφασης από τους λοιπούς εταίρους, ένεκα σπουδαίου λόγου, η οποία απευθύνεται στον διαχειριστή και επιφέρει τα αποτελέσματά της αμέσως μετά την λήψη της από αυτόν.

Σε αυτή την περίπτωση, κι εφόσον δεν προβλέπεται κάτι διαφορετικό στην εταιρική σύμβαση, θα αναβιώνει η νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση, η οποία ταυτίζεται με την ατομική διαχείριση όλων των εταίρων.

Ελλείψει, δηλαδή, ειδικότερης ή άλλης ρύθμισης για την ανάκληση του καταστατικού διαχειριστή και τις συνέπειές της, η άποψη που είχε επικρατήσει υπό την ισχύ του καταργηθέντος προηγούμενου Εμπορικού Νόμου περί αναβίωσης της νόμιμης, ήτοι ατομικής διαχείρισης όλων των εταίρων σε περίπτωση ανάκλησης του ορισθέντος διά του καταστατικού διαχειριστή, εξακολουθεί να βρίσκει νόμιμο έρεισμα εφαρμογής και υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων του ν. 4072/2012.

Στην περίπτωση αυτή, ο κάθε εταίρος, συμπεριλαμβανομένου του ανακληθέντος, θα μπορεί πλέον, αμέσως μετά την επίδοση της ανάκλησης, να προβαίνει μόνος του (και όχι μόνον σε σύμπραξη με τους υπόλοιπους) σε πράξεις εσωτερικής διαχείρισης ή εκπροσώπησης της εταιρίας, αλλά το δικαίωμά του αυτό εξισορροπείται από το δικαίωμα εναντίωσης των άλλων συνεταίρων του.

Ερμηνεία

Σύμφωνα με την ΑΠ 1333/2017, στις περιπτώσεις της ομόρρυθμης και ετερόρρυθμης εταιρείας πρόκειται για ενώσεις προσώπων κατ’ εξοχήν προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα.

Επομένως, μεταξύ άλλων, ισχύει η βασική αρχή της αυτοδιαχείρισης και η έξωθεν επιβολή μιας δοτής διοίκησης εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για τους ομόρρυθμους εταίρους (λόγω της απεριόριστης ευθύνης τους για τα εταιρικά χρέη) και δεν συμβιβάζεται με το έντονα προσωπικό και εμπιστευτικό στοιχείο που πρέπει να επικρατεί στις εσωτερικές σχέσεις μιας προσωπικής εταιρίας.

Τούτο διότι προκειμένου η ύπαρξη και λειτουργία της να μη στερείται νοήματος, για να έχουμε έλλειψη διοίκησης, όπως την εννοεί το άρθρο 69 του ΑΚ, πρέπει να κωλύονται όλοι οι ομόρρυθμοι εταίροι και το καταστατικό να μην προβλέπει αναπλήρωσή τους ή, αν πρόκειται για σύγκρουση συμφερόντων, πρέπει να συγκρούονται τα συμφέροντα όλων των ομορρύθμων εταίρων με τα συμφέροντα της εταιρίας.

Εξάλλου, η διαχείριση στην ομόρρυθμη εταιρία ρυθμίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 254 του ν. 4072/2012. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δικαίωμα και υποχρέωση διαχείρισης έχουν όλοι οι εταίροι.

Σε αντίθεση με την αστική εταιρία όπου ισχύει η αρχή της συλλογικής διαχείρισης, στην ομόρρυθμη εταιρία ισχύει η αρχή της ατομικής διαχείρισης, δηλαδή κάθε εταίρος διαχειριστής μπορεί για λόγους ταχείας λήψης αποφάσεων, να ενεργεί μόνος διαχειριστικές πράξεις, χωρίς τη συγκατάθεση άλλων (νόμιμη διαχείριση (άρθρο 254 παρ. 2).

Η εταιρική σύμβαση μπορεί να θέσει άλλους τρόπους διαχείρισης και λήψης των αποφάσεων (ολικός ή μερικός αποκλεισμός ορισμένων εταίρων, συλλογική διαχείριση).

Όμως, σε περίπτωση επείγοντος, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 751 ΑΚ, κάθε εταίρος διαχειριστής ή μη διαχειριστής μπορεί να λάβει μόνος του τα δέοντα μέτρα.

Ταυτόχρονα, προβλέπεται δικαίωμα εναντίωσης σε κάθε εταίρο διαχειριστή στην ενέργεια μιας πράξης πριν την εκτέλεσή της, ως αντίβαρο στην ευρεία εξουσία του διαχειριστή στα πλαίσια της ατομικής διαχείρισης (άρθρο 254 παρ. 2 εδ. 2).

Η τέλεση όμως της πράξης παρά την εναντίωση δεν επιδρά στο κύρος της (αναλογική εφαρμογή παρ. 3 εδ. 3 του άρθρου 257). Γεννάται μόνο υποχρέωση αποζημίωσης, ενδεχομένως, αν η τέλεση της πράξης αποτελεί παράβαση της προς τα έσω διαχειριστικής εξουσίας του εταίρου.

Περαιτέρω, κατ’ αναλογία της ατομικής διαχείρισης, για λόγους ταχείας σύναψης συναλλαγών ισχύει ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, κατά τον οποίο κάθε εταίρος έχει εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας (§1 άρθρο 257).

Η εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπει άλλο τρόπο εκπροσώπησης από τον οριζόμενο στο νόμο (καταστατική εκπροσώπηση).

Έτσι μπορεί να προβλέπεται συλλογική εκπροσώπηση όλων ή ορισμένων εταίρων, ή αποκλεισμός όλων πλην ενός.

Στην περίπτωση κατά την οποία με το καταστατικό της εταιρείας η εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης ανατέθηκε σε ένα ή περισσότερους εταίρους ή και σε όλους τους εταίρους από κοινού (καταστατική διαχείριση), αν ο διαχειριστής βρίσκεται σε πραγματική ή νομική αδυναμία να διαχειρίζεται τις εταιρικές υποθέσεις (π.χ. μακρά απουσία ή, εξομοιούμενη με αυτήν, αδιαφορία και αμέλεια περί την εκπλήρωση των καθηκόντων του ή προστριβές και αγεφύρωτες διχογνωμίες ανάμεσα στα μέλη της διοίκησης), γίνεται δεκτό ότι υφίσταται, μεν, έλλειψη καταστατικής διαχείρισης, πλην όμως η εταιρεία δεν βρίσκεται, χωρίς άλλο, σε κατάσταση παντελούς έλλειψης διαχείρισης, διότι αν το καταστατικό δεν προβλέπει αναπλήρωση της διαχείρισης που λείπει και οι εταίροι δεν συμφωνήσουν στην αντικατάσταση της “ελλείπουσας” διοίκησης, αναβιώνει η νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση, δηλαδή η εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας από τον κάθε ομόρρυθμο εταίρο.

Η έλλειψη της καταστατικής διαχείρισης κατά την προεκτεθείσα έννοια, που συνεπάγεται την αναβίωση της νόμιμης διαχείρισης, αποτελεί ζήτημα πραγματικό που πρέπει να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο κατά τρόπο άμεσο και απόλυτα πειστικό, με την προσκομιδή πρόσφορων στοιχείων.

Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη λήξη της ιδιότητας του διαχειριστή Ο.Ε. και την περίπτωση της ανάκλησής του.