Νομικός Έλεγχος Επιχείρησης – Ετήσιο Checklist Συμμόρφωσης

Ετήσιος Νομικός Έλεγχος Εταιρείας. Πλήρης Οδηγός Συμμόρφωσης

Κάθε εταιρεία, ανεξαρτήτως μεγέθους και νομικής μορφής, υπόκειται σε ένα πλέγμα υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη νομοθεσία περί εταιρειών, το εργατικό και ασφαλιστικό δίκαιο, τη φορολογική νομοθεσία, τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (GDPR, General Data Protection Regulation) και τους κανόνες δημοσιότητας στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.).

Η μη τήρηση αυτών των υποχρεώσεων δεν συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις. Συχνά, οδηγεί σε προσωπική ευθύνη των διοικούντων, σε ακυρότητα εταιρικών πράξεων και σε διακινδύνευση της ίδιας της επιχειρηματικής λειτουργίας.

Ο νομικός έλεγχος επιχείρησης (legal health check) αποτελεί μια συστηματική αξιολόγηση της νομικής κατάστασης μιας εταιρείας, η οποία αποσκοπεί στον εντοπισμό κενών συμμόρφωσης, πριν αυτά μετατραπούν σε πρόβλημα.

Σε αντίθεση με τη νομική δέουσα επιμέλεια (due diligence), η οποία πραγματοποιείται συνήθως στο πλαίσιο εξαγοράς ή χρηματοδότησης, ο ετήσιος νομικός έλεγχος αφορά τη συνεχή παρακολούθηση της συμμόρφωσης κατά τη λειτουργία της εταιρείας.

Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για τον «ετήσιο check-up» της νομικής υγείας μιας επιχείρησης.

Εταιρικές Υποχρεώσεις Και Δημοσιότητα Στο Γ.Ε.ΜΗ.

Η πρώτη ενότητα κάθε νομικού ελέγχου αφορά το εταιρικό πλαίσιο λειτουργίας. Κάθε εμπορική εταιρεία υποχρεούται σε δημοσίευση συγκεκριμένων πράξεων στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με τον Ν. 4919/2022.

Τούτο αφορά τόσο τις κεφαλαιουχικές εταιρείες (ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ) όσο και τις προσωπικές (ΟΕ, ΕΕ).

Μεταξύ των βασικών υποχρεώσεων περιλαμβάνονται η δημοσίευση ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, η καταχώριση αποφάσεων Γενικής Συνέλευσης και Διοικητικού Συμβουλίου, η ανακοίνωση τροποποιήσεων καταστατικού, η δημοσίευση αλλαγών στη διοίκηση ή εκπροσώπηση, καθώς και η επικαιροποίηση στοιχείων επωνυμίας και διακριτικού τίτλου.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, διότι η μη δημοσίευσή τους συνιστά μία από τις συχνότερες αιτίες επιβολής κυρώσεων.

Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος ρητά προβλέπει ότι οι Υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ. διενεργούν δειγματοληπτικό έλεγχο σε ποσοστό τουλάχιστον 5% επί των συστάσεων και καταχωρίσεων, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο εντοπισμού παραλείψεων.

Πέραν του Γ.Ε.ΜΗ., το καταστατικό της εταιρείας πρέπει να ελέγχεται ετησίως ως προς την επικαιρότητά του.

Επιπλέον, αλλαγές στη νομοθεσία, νέοι κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης ή τροποποιήσεις στη σύνθεση των εταίρων μπορεί να καθιστούν αναγκαία την αναθεώρησή του.

Τέλος, πρέπει να ελέγχεται αν η εταιρική μορφή εξακολουθεί να εξυπηρετεί τις ανάγκες της επιχείρησης ή αν θα ήταν σκόπιμη η μετατροπή σε άλλη μορφή.

Εργατικό Δίκαιο Και Υποχρεώσεις Εργοδότη

Το εργατικό πλαίσιο αποτελεί τον τομέα με τον μεγαλύτερν κίνδυνο για τον εργοδότη, τόσο σε επίπεδο διοικητικών κυρώσεων (πρόστιμα ΣΕΠΕ) όσο και σε επίπεδο δικαστικών αξιώσεων.

Ο ετήσιος νομικός έλεγχος οφείλει να καλύπτει τουλάχιστον τα ακόλουθα ζητήματα:

Πρώτον, τις συμβάσεις εργασίας.

Κάθε εργαζόμενος πρέπει να διαθέτει έγγραφη σύμβαση εργασίας που περιλαμβάνει τους υποχρεωτικούς όρους (είδος απασχόλησης, αμοιβή, ωράριο, τόπος εργασίας). Η αναγγελία πρόσληψης στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη παροχής εργασίας.

Η μη τήρηση αυτής της υποχρέωσης συνεπάγεται πρόστιμο 10.500 ευρώ ανά αδήλωτο εργαζόμενο. Επιπροσθέτως, η διάκριση μεταξύ υπαλλήλων και εργατών παραμένει κρίσιμη για τον υπολογισμό αποζημιώσεων και δικαιωμάτων.

Δεύτερον, τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

Η έγκαιρη καταβολή εισφορών e-ΕΦΚΑ αποτελεί προϋπόθεση νόμιμης λειτουργίας. Η παράλειψη ή καθυστέρηση καταβολής δημιουργεί προσωπική ευθύνη των διοικούντων. Η νομολογία είναι κατηγορηματική σε αυτό το σημείο.

Με πρόσφατη απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης (ΔΕφΘεσ 1801/2025) ακύρωσε καταλογισμό οφειλών ύψους 106.000 ευρώ προς τον ΕΦΚΑ σε βάρος πρώην μέλους ΔΣ ανώνυμης εταιρείας, κρίνοντας ότι η αλληλέγγυα ευθύνη πρέπει να ερμηνεύεται στενά και να αφορά μόνο τα πρόσωπα που πράγματι άσκησαν διοίκηση κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η απόφαση αυτή καταδεικνύει τόσο τον κίνδυνο (καταλογισμός σε φυσικά πρόσωπα) όσο και τη δυνατότητα άμυνας (εφόσον αποδεικνύεται έλλειψη πραγματικής διοίκησης).

Τρίτον, τον εσωτερικό κανονισμό εργασίας.

Οι εταιρείες που απασχολούν περισσότερους από 20 εργαζομένους υποχρεούνται στην κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού. Μετά τον ΠΔ 62/2025 (νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου), ο κανονισμός πρέπει να ενσωματώνει πολιτική κατά της βίας και παρενόχλησης στην εργασία.

Η υποχρέωση αυτή ισχύει πλέον για όλους τους εργοδότες και η μη συμμόρφωση συνεπάγεται τόσο διοικητικά πρόστιμα όσο και αδυναμία επίκλησης πειθαρχικών μέτρων κατά εργαζομένων.

Τέταρτον, τους διευθύνοντες υπαλλήλους.

Ο ορθός χαρακτηρισμός ενός εργαζομένου ως διευθύνοντος υπαλλήλου αποτελεί πηγή συχνών διαφορών. Ο εργοδότης πρέπει να ελέγχει αν πληρούνται τα κριτήρια του νόμου (ιδιαιτέρως υψηλός μισθός, αυτονομία, εξουσία πρόσληψης/απόλυσης). Τούτο διότι ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός εκθέτει την εταιρεία σε αξιώσεις υπερωριών, αδειών και αποζημίωσης απόλυσης.

    Φορολογικές Υποχρεώσεις Και Ευθύνη Διοικούντων

    Η φορολογική συμμόρφωση αποτελεί τον τομέα όπου οι συνέπειες της παράλειψης είναι πιο άμεσες και σοβαρές. Η ευθύνη των διοικούντων για τα φορολογικά χρέη της εταιρείας ρυθμίζεται από τον Ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, άρθρο 50), όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4646/2019 και κωδικοποιήθηκε στον Ν. 5104/2024. Ο Ν. 4646/2019 εισήγαγε την έννοια της υπαιτιότητας στην αλληλέγγυα ευθύνη, εφαρμόζοντας τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

    Ειδικότερα, με τη ΣτΕ 119/2015 κρίθηκε ότι η αρχή «ουδεμία ποινή άνευ πταίσματος» (nulla poena sine culpa) αποτελεί γενική αρχή του δικαίου, η οποία απαιτεί υπαιτιότητα του διοικούντος για τη θεμελίωση αλληλέγγυας ευθύνης.

    Πρόσφατα, η ΣτΕ 1585/2025 επανέλαβε ότι οι διατάξεις αυτές, ως εισάγουσες εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

    Ο ετήσιος νομικός έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει τον έλεγχο ότι όλες οι φορολογικές δηλώσεις (εισοδήματος, ΦΠΑ, παρακρατούμενων φόρων) υποβάλλονται εμπρόθεσμα, ότι δεν υφίστανται ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση, ότι η εταιρεία διατηρεί επικαιροποιημένη φορολογική ενημερότητα και ότι τα λογιστικά αρχεία τηρούνται σύμφωνα με τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (ΕΛΠ).

    Περαιτέρω, μετά την πλήρη εφαρμογή του συστήματος myDATA, η διαβίβαση παραστατικών αποτελεί αυτοτελή υποχρέωση, η παράβαση της οποίας μπορεί να επισύρει κυρώσεις ανεξαρτήτως της ορθής υποβολής των φορολογικών δηλώσεων.

    Συμβάσεις Και Εμπορικές Σχέσεις

    Ο νομικός έλεγχος των εμπορικών συμβάσεων αποτελεί ζήτημα που συχνά παραβλέπεται, ιδίως σε μικρότερες εταιρείες. Πολλές εμπορικές σχέσεις λειτουργούν χωρίς έγγραφη σύμβαση ή με συμβάσεις που δεν έχουν αναθεωρηθεί ή επικαιροποιηθεί για χρόνια.

    Σημεία που χρήζουν ετήσιου ελέγχου είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη έγγραφων συμβάσεων σε όλες τις βασικές εμπορικές σχέσεις, η επικαιροποίηση των όρων (ιδίως ρήτρες λύσης, ανωτέρας βίας, εφαρμοστέου δικαίου), η τήρηση ρητρών εμπιστευτικότητας (NDA) και η ύπαρξη κατάλληλων μηχανισμών εξασφάλισης απαιτήσεων. Για τις επισφαλείς απαιτήσεις, πρέπει να ελέγχεται αν υπάρχει δυνατότητα φορολογικής διαγραφής.

    Ειδικότερα, πρέπει να εξετάζεται αν οι ρήτρες μη ανταγωνισμού που τυχόν περιέχονται σε εμπορικές ή εργασιακές συμβάσεις πληρούν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας, καθώς η νομολογία του Αρείου Πάγου θέτει αυστηρά κριτήρια (χρονικός, τοπικός και αντικειμενικός περιορισμός, εύλογο αντάλλαγμα).

    Επίσης, σε εταιρείες που διατηρούν δίκτυα αντιπροσώπων ή διανομέων, ο έλεγχος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή διανομής είναι απαραίτητος, ιδίως ως προς τη ρήτρα αποζημίωσης πελατείας μετά τη λύση.

    Προστασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (GDPR)

    Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 (GDPR) επιβάλλει σε κάθε εταιρεία που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποχρεώσεις που πρέπει να ελέγχονται σε τακτική βάση. Τούτο αφορά πρακτικά κάθε εταιρεία που διατηρεί πελατολόγιο, αρχείο εργαζομένων ή ηλεκτρονική φόρμα επικοινωνίας.

    Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η τήρηση αρχείου δραστηριοτήτων επεξεργασίας (άρθρο 30 GDPR), η ύπαρξη πολιτικής προστασίας δεδομένων και σχεδίου αντιμετώπισης περιστατικών παραβίασης (σχέδιο data breach), η ενημέρωση των υποκειμένων (εργαζομένων, πελατών, προμηθευτών) για την επεξεργασία των δεδομένων τους, ο ορισμός Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO, Data Protection Officer), εφόσον αυτό απαιτείται, καθώς και η εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων (DPIA, Data Protection Impact Assessment) για επεξεργασίες υψηλού κινδύνου.

    Τα πρόστιμα που δύναται να επιβάλει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) μπορούν να ανέλθουν σε ποσοστό έως 4% του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών, ενώ η ΑΠΔΠΧ έχει ήδη επιβάλει πρόστιμα εξαψήφιων ποσών σε ελληνικές εταιρείες.

    Πνευματική Ιδιοκτησία Και Εμπορικά Σήματα

    Τα άυλα asset μιας εταιρείας (εμπορικά σήματα, λογισμικό, βάσεις δεδομένων, τεχνογνωσία) αποτελούν συχνά τα πλέον πολύτιμα περιουσιακά της στοιχεία. Παρά ταύτα, η νομική τους προστασία συχνά παραμελείται.

    Ο ετήσιος έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει την επιβεβαίωση ότι τα πνευματικά δικαιώματα σε λογισμικό, κείμενα και σχέδια ανήκουν πράγματι στην εταιρεία (και όχι σε εργαζομένους ή εξωτερικούς συνεργάτες), ότι τα εμπορικά σήματα είναι σε ισχύ και δεν χρήζουν ανανέωσης, ότι υπάρχουν κατάλληλες συμβάσεις εκχώρησης δικαιωμάτων σε περιπτώσεις ανάθεσης ανάπτυξης λογισμικού σε τρίτους, καθώς και ότι τα μέτρα προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου (εμπιστευτικότητα, τεχνικά μέτρα ασφάλειας) είναι επαρκή κατά τον Ν. 4679/2020, ο οποίος ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2016/943 για την προστασία των εμπορικών απορρήτων.

    Κανονιστική Συμμόρφωση Σε Ειδικούς Τομείς

    Πέραν των γενικών υποχρεώσεων, ορισμένες εταιρείες υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες συμμόρφωσης (compliance). Ο κατάλογος αυτός διευρύνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, κυρίως από την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

    Ενδεικτικά, οι κανόνες αυτοί αφορούν την πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AML, Anti-Money Laundering) βάσει του Ν. 4557/2018, τη βιωσιμότητα και τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων ESG (Environmental, Social, Governance) και CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive) για τις εταιρείες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, τις υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας βάσει της Οδηγίας NIS2 (Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555) για επιχειρήσεις που παρέχουν ψηφιακές υπηρεσίες, καθώς και τις υποχρεώσεις δημιουργίας εσωτερικών καναλιών αναφοράς (whistleblowing) βάσει του Ν. 4990/2022 για εταιρείες με 50 ή περισσότερους εργαζομένους.

    Περαιτέρω, ο νομικός έλεγχος πρέπει να εξετάζει αν η εταιρεία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτών των ειδικών ρυθμίσεων και, σε καταφατική περίπτωση, αν πληρεί τις σχετικές υποχρεώσεις.

    Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η ύπαρξη εσωτερικών πολιτικών και διαδικασιών, διότι η απλή γνώση της νομοθεσίας δεν αρκεί, εφόσον δεν μεταφράζεται σε συγκεκριμένα μέτρα εφαρμογής.

    Πρακτικές Επισημάνσεις
    Ετήσιος Προγραμματισμός

    Ο νομικός έλεγχος αποδίδει τα μέγιστα αν πραγματοποιείται σε σταθερή ετήσια βάση, κατά προτίμηση μετά το κλείσιμο της χρήσης. Η σύνδεσή του με τον ετήσιο οικονομικό έλεγχο (audit) επιτρέπει τη συνεκτίμηση φορολογικών και λογιστικών ευρημάτων. Ο ιδανικός χρόνος για εταιρείες με χρήση 1/1 έως 31/12 είναι το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους.

    Πίνακας Υποχρεώσεων Ανά Εταιρική Μορφή

    Οι υποχρεώσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ ΑΕ, ΙΚΕ, ΕΠΕ και προσωπικών εταιρειών. Για παράδειγμα, οι ΑΕ υποχρεούνται σε ετήσιο έλεγχο ορκωτού ελεγκτή εφόσον πληρούν τα κριτήρια μεγέθους, ενώ οι ΙΚΕ υποχρεούνται στην ψηφιακή υποβολή της ετήσιας έκθεσης διαχείρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. Αντιστοίχως, στις προσωπικές εταιρείες, οι ομόρρυθμοι εταίροι ευθύνονται απεριόριστα και εις ολόκληρον για τις οφειλές της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών, ακόμη και για οφειλές που υπήρχαν πριν την είσοδό τους. Η κατάρτιση πίνακα προσαρμοσμένου στην εταιρική μορφή βοηθά στον εντοπισμό κενών.

    Ευθύνη Διαχειριστή & Μελών ΔΣ

    Η ευθύνη του διαχειριστή ΙΚΕ ή των μελών ΔΣ ανώνυμης εταιρείας δεν περιορίζεται στις εταιρικές υποχρεώσεις. Εκτείνεται στις φορολογικές οφειλές, τις ασφαλιστικές εισφορές και τις υποχρεώσεις τήρησης της εργατικής νομοθεσίας. Ο νομικός έλεγχος αποτελεί, εκτός των άλλων, μέσο αυτοπροστασίας των διοικούντων, τούτο διότι η τεκμηρίωση δέουσας επιμέλειας αποτελεί βασικό εργαλείο άμυνας σε περίπτωση καταλογισμού ευθύνης.

    Πρόληψη Αντί Θεραπείας
    Η αξία του νομικού ελέγχου δεν συνίσταται μόνο στην αποφυγή προστίμων. Μια εταιρεία με τεκμηριωμένη εταιρική συμμόρφωση διαπραγματεύεται καλύτερα τους όρους τραπεζικού δανεισμού, ενισχύει τη θέση της σε δημόσιους διαγωνισμούς και παρουσιάζει αξιοπιστία σε πιθανούς επενδυτές ή στρατηγικούς εταίρους. Μια επιχείρηση με ορθά δομημένο και αυστηρά καθορισμένο εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας, επιλύει ευκολότερα και ταχύτερα τυχόν εργατικά ή εργασιακά ζητήματα. Συνεπώς, ο νομικός έλεγχος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επένδυση και όχι ως κόστος.

    Ειδικά Για Startups

    Οι νεοφυείς επιχειρήσεις (startups) συχνά αντιμετωπίζουν τις νομικές υποχρεώσεις ως δευτερεύον ζήτημα. Ωστόσο, ο πρώτος νομικός έλεγχος πρέπει να γίνεται ήδη κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας, ιδίως ως προς τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (ανήκει πράγματι στην εταιρεία ο κώδικας;), τις συμβάσεις εμπιστευτικότητας με τρίτους, τη φορολογική συμμόρφωση και τις ρήτρες δέσμευσης (vesting) σε εξωεταιρικές συμφωνίες.

    Η ύπαρξη τεκμηριωμένης νομικής συμμόρφωσης αποτελεί, εξάλλου, προϋπόθεση σε κάθε γύρο χρηματοδότησης, τούτο διότι κανένας επενδυτής δεν τοποθετεί κεφάλαια σε εταιρεία χωρίς πρότερο νομικό έλεγχο.

    Κατάλογος Ελέγχου Ανά Τομέα

    Ο νομικός έλεγχος μπορεί να δομηθεί σε επτά ενότητες, ώστε να μην παραλείπεται κανένα πεδίο. Αυτές είναι:

    1. Εταιρικά (καταστατικό, Γ.Ε.ΜΗ., πρακτικά οργάνων),
    2. Εργατικά (συμβάσεις, ΕΡΓΑΝΗ, εσωτερικός κανονισμός),
    3. Ασφαλιστικά (e-ΕΦΚΑ, ΑΠΔ), (iv) φορολογικά (δηλώσεις, myDATA, ενημερότητα),
    4. Συμβάσεις (εμπορικές σχέσεις, NDA, ρήτρες),
    5. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (GDPR) και
    6. Πνευματική ιδιοκτησία και ειδική κανονιστική συμμόρφωση (AML, NIS2, ESG).

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον ετήσιο νομικός έλεγχο τηςεπιχείρησής σας.

    GDPR & Επιχείρηση – Πρακτικός Οδηγός Συμμόρφωσης

    Νομική υποστήριξη σε ζητήματα GDPR & Επιχείρησης - KSTLAW

    Υποχρεώσεις Επιχειρήσεων για Προσωπικά Δεδομένα κατά τον ΓΚΠΔ και τον Ν. 4624/2019

    Η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί πλέον βασική υποχρέωση κάθε επιχείρησης που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

    Νομικό Πλαίσιο

    Τα κύρια νομοθετικά κείμενα που ρυθμίζουν το συγκεκριμένο θέμα, είναι τα εξής:

    Αρχές Επεξεργασίας Δεδομένων

    Ο ΓΚΠΔ θεμελιώνεται σε έξι βασικές αρχές (άρθρο 5), τις οποίες κάθε επιχείρηση οφείλει να τηρεί σε κάθε πράξη επεξεργασίας, ενώ οι αρχές αυτές λειτουργούν ως πυξίδα για κάθε απόφαση που αφορά προσωπικά δεδομένα.

    Η αρχή της νομιμότητας, αντικειμενικότητας και διαφάνειας απαιτεί τα δεδομένα να υποβάλλονται σε επεξεργασία με βάση νομική βάση, κατά τρόπο θεμιτό και με διαφάνεια ως προς τα υποκείμενα.

    Η αρχή του περιορισμού του σκοπού σημαίνει ότι τα δεδομένα συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία ασυμβίβαστη με αυτούς.

    Η αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων επιβάλλει τη συλλογή μόνο των δεδομένων που είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο. Η αρχή της ακρίβειας, η αρχή του περιορισμού της περιόδου αποθήκευσης και η αρχή της ακεραιότητας και εμπιστευτικότητας συμπληρώνουν το πλαίσιο.

    Ιδιαίτερη σημασία έχει η αρχή της λογοδοσίας (accountability, άρθρο 5 παρ. 2 ΓΚΠΔ), σύμφωνα με την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας (controller) φέρει το βάρος απόδειξης της συμμόρφωσής του.

    Τούτο διότι δεν αρκεί η τυπική τήρηση των κανόνων. Η επιχείρηση πρέπει να μπορεί να αποδείξει, με τεκμηρίωση, ότι τηρεί τις αρχές του Κανονισμού.

    Εξάλλου, το Δικαστήριο της ΕΕ (ΔΕΕ), στην υπόθεση C-807/21 (Deutsche Wohnen, 5.12.2023), έκρινε ότι η επιβολή προστίμου σε νομικό πρόσωπο δεν προϋποθέτει τον εντοπισμό συγκεκριμένου φυσικού προσώπου που υπέπεσε στην παράβαση.

    Αρκεί η διαπίστωση ότι η επιχείρηση, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, ενήργησε με δόλο ή έστω αμέλεια.

    Νομικές Βάσεις Επεξεργασίας

    Κάθε πράξη επεξεργασίας πρέπει να στηρίζεται σε μία τουλάχιστον από τις έξι νομικές βάσεις του άρθρου 6 ΓΚΠΔ. Οι τρεις βάσεις που αφορούν κατ’ εξοχήν τις επιχειρήσεις είναι:

    • η συγκατάθεση του υποκειμένου (άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. α’)
    • η αναγκαιότητα για την εκτέλεση σύμβασης (άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. β’) και
    • το έννομο συμφέρον του υπευθύνου επεξεργασίας (άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. στ’).

    Περαιτέρω, η συγκατάθεση πρέπει να είναι ελεύθερη, ρητή, ειδική και εν πλήρει γνώσει (άρθρο 7 ΓΚΠΔ).

    Στην πράξη, η συγκατάθεση δεν αποτελεί πάντοτε την καταλληλότερη βάση, ιδίως σε εργασιακό πλαίσιο, όπου η ανισορροπία δύναμης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου θέτει υπό αμφισβήτηση τον ελεύθερο χαρακτήρα της.

    Σε τέτοιες περιπτώσεις, η επεξεργασία στηρίζεται κατά κανόνα στην εκτέλεση της σύμβασης εργασίας ή στο έννομο συμφέρον, με τους περιορισμούς που θέτει η σχετική ανάλυση για την προστασία της ιδιωτικής ζωής των εργαζομένων.

    Τέλος, το έννομο συμφέρον προϋποθέτει στάθμιση μεταξύ των συμφερόντων της επιχείρησης και των δικαιωμάτων του υποκειμένου. Η στάθμιση αυτή πρέπει να τεκμηριώνεται εγγράφως (“legitimate interest assessment“) και να λαμβάνει υπόψη τη φύση των δεδομένων, τις εύλογες προσδοκίες του υποκειμένου και τα μέτρα προστασίας που εφαρμόζει η επιχείρηση.

    Ειδικές Κατηγορίες Δεδομένων

    Τα δεδομένα ειδικών κατηγοριών (ευαίσθητα δεδομένα – άρθρο 9 ΓΚΠΔ) περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, δεδομένα υγείας, βιομετρικά δεδομένα, δεδομένα πολιτικών φρονημάτων και σεξουαλικού προσανατολισμού.

    Η επεξεργασία τους απαγορεύεται κατ’ αρχήν, εκτός αν συντρέχει μία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 9 παρ. 2 ΓΚΠΔ.

    Επιπλέον, ο Ν. 4624/2019 (άρθρα 22 – 27) εισάγει πρόσθετες προϋποθέσεις για την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων στην Ελλάδα, ιδίως ως προς τα γενετικά δεδομένα και τα δεδομένα υγείας στον ασφαλιστικό τομέα.

    Στην πράξη, πολλές επιχειρήσεις επεξεργάζονται ευαίσθητα δεδομένα χωρίς να το αντιλαμβάνονται.

    Ενδεικτικά, η λήψη βιομετρικών δεδομένων για έλεγχο πρόσβασης εργαζομένων ή η διαχείριση αναρρωτικών αδειών συνιστούν επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων που χρήζει ειδικής νομικής βάσης.

    Δικαιώματα Υποκειμένων

    Ο ΓΚΠΔ κατοχυρώνει δέσμη δικαιωμάτων υπέρ των φυσικών προσώπων (άρθρα 15-22), τα οποία η επιχείρηση πρέπει να ικανοποιεί εντός προθεσμίας ενός μηνός (με δυνατότητα παράτασης δύο ακόμη μηνών σε σύνθετες περιπτώσεις).

    Τα κυριότερα δικαιώματα περιλαμβάνουν το δικαίωμα πρόσβασης, διόρθωσης, διαγραφής («δικαίωμα στη λήθη»), περιορισμού της επεξεργασίας, φορητότητας δεδομένων και εναντίωσης.

    Το ΔΕΕ, στην υπόθεση C-154/21 (Österreichische Post, 12.1.2023), έκρινε ότι κατά την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης, το υποκείμενο δικαιούται να λάβει πληροφορίες για τους συγκεκριμένους αποδέκτες στους οποίους διαβιβάστηκαν τα δεδομένα του, και όχι απλώς τις κατηγορίες αποδεκτών.

    Η απόφαση αυτή έχει πρακτικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις, οι οποίες οφείλουν να τηρούν αναλυτικά αρχεία διαβιβάσεων.

    Τέλος, η ΑΠΔΠΧ έχει επιβάλει πρόστιμα ύψους 220.000 ευρώ σε τράπεζα για σοβαρές καθυστερήσεις στην ικανοποίηση αιτημάτων πρόσβασης (ΑΠΔΠΧ 1/2025), καθιστώντας σαφές ότι η εμπρόθεσμη ανταπόκριση δεν αποτελεί απλή τυπική υποχρέωση.

    Υπεύθυνος Επεξεργασίας και Εκτελών

    Η διάκριση μεταξύ υπευθύνου επεξεργασίας (controller) και εκτελούντος την επεξεργασία (processor) αποτελεί θεμέλιο του ΓΚΠΔ, καθώς καθορίζει τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες κάθε μέρους.

    Ο υπεύθυνος επεξεργασίας καθορίζει τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας, ενώ ο εκτελών την επεξεργασία ενεργεί κατ’ εντολή του υπευθύνου.

    Στις σύγχρονες επιχειρηματικές σχέσεις, η διάκριση αυτή δεν είναι πάντοτε ευχερής.

    Το ΔΕΕ, στην υπόθεση C-683/21 (Nacionalinis visuomenės sveikatos centras, 5.12.2023), αποσαφήνισε ότι η ιδιότητα του από κοινού υπευθύνου επεξεργασίας (“joint controller“) μπορεί να προκύψει ακόμη και χωρίς τυπική συμφωνία ή κοινή απόφαση μεταξύ των μερών, αρκεί τα μέρη να ασκούν από κοινού επιρροή στην επεξεργασία.

    Παράλληλα, έκρινε ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν ευθύνεται για πράξεις του εκτελούντος που γίνονται για ίδιους σκοπούς του τελευταίου, πέραν των εντολών του υπευθύνου.

    Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο εκτελών καθίσταται ο ίδιος υπεύθυνος επεξεργασίας (άρθρο 28 παρ. 10 ΓΚΠΔ).

    Η σύμβαση επεξεργασίας (data processing agreement – DPA) μεταξύ υπευθύνου και εκτελούντος αποτελεί νομική υποχρέωση (άρθρο 28 παρ. 3 ΓΚΠΔ) και πρέπει να ρυθμίζει, τουλάχιστον, το αντικείμενο και τη διάρκεια της επεξεργασίας, τη φύση και τον σκοπό, τον τύπο δεδομένων, τα μέτρα ασφαλείας και τις υποχρεώσεις του εκτελούντος.

    Η σύναψη τέτοιων συμβάσεων είναι ιδιαίτερα κρίσιμη στις σχέσεις με παρόχους υπηρεσιών λογισμικού ως υπηρεσίας (SaaS), cloud hosting, μισθοδοσίας και εξωτερικών λογιστών.

    Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων (DPO)

    Ο ορισμός Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (Data Protection Officer, DPO) είναι υποχρεωτικός σε τρεις περιπτώσεις (άρθρο 37 ΓΚΠΔ):

    • Πρώτον, όταν η επεξεργασία διενεργείται από δημόσια αρχή ή φορέα.
    • Δεύτερον, όταν οι βασικές δραστηριότητες της επιχείρησης συνίστανται σε πράξεις επεξεργασίας που απαιτούν τακτική και συστηματική παρακολούθηση υποκειμένων σε μεγάλη κλίμακα.
    • Τρίτον, όταν οι βασικές δραστηριότητες συνίστανται στην επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα.

    Ο ρόλος του DPO είναι συμβουλευτικός και εποπτικός, χωρίς ο ίδιος να φέρει προσωπική ευθύνη για τη μη συμμόρφωση, ενώ ο Ν. 4624/2019 (άρθρο 6) εξειδικεύει τις προϋποθέσεις ορισμού DPO στους δημόσιους φορείς.

    Η ΑΠΔΠΧ έχει ήδη επιβάλει πρόστιμα σε δημόσιους φορείς για μη ορισμό DPO (ενδεικτικά, ΑΠΔΠΧ 43/2024, πρόστιμο 50.000 ευρώ σε Υπουργείο), γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της υποχρέωσης αυτής.

    Ακόμη και στις περιπτώσεις που ο ορισμός DPO δεν είναι υποχρεωτικός, η ύπαρξη ενός ατόμου ή εξωτερικού συνεργάτη με αρμοδιότητα εποπτείας της συμμόρφωσης διευκολύνει σημαντικά τη λειτουργία της επιχείρησης.

    Εκτίμηση Αντικτύπου (DPIA)

    Η εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων (Data Protection Impact Assessment, DPIA) απαιτείται όταν μια μορφή επεξεργασίας ενδέχεται να δημιουργήσει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες φυσικών προσώπων (άρθρο 35 ΓΚΠΔ).

    Ενδεικτικές περιπτώσεις ανάγκης ύπαρξης εκτίμησης αντικτύπου για τη επιχείρηση είναι: (i) η συστηματική αξιολόγηση προσωπικών πτυχών (profiling), (ii) η μεγάλης κλίμακας επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων και (iii) η συστηματική παρακολούθηση δημόσια προσβάσιμων χώρων, όπως η βιντεοεπιτήρηση εργασιακών χώρων.

    Η ΑΠΔΠΧ έχει δημοσιεύσει κατάλογο με τα είδη πράξεων επεξεργασίας που υπόκεινται σε DPIA. Η παράλειψη διενέργειας DPIA, όταν αυτή απαιτείται, συνιστά αυτοτελή παράβαση του ΓΚΠΔ.

    Γνωστοποίηση Παραβιάσεων Δεδομένων

    Σε περίπτωση παραβίασης δεδομένων (“data breach“), ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει το περιστατικό στην ΑΠΔΠΧ εντός 72 ωρών από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση (άρθρο 33 ΓΚΠΔ), εκτός αν η παραβίαση δεν ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τα δικαιώματα των υποκειμένων.

    Αν η παραβίαση ενέχει υψηλό κίνδυνο, ο υπεύθυνος πρέπει να ανακοινώσει το περιστατικό και στα ίδια τα υποκείμενα (άρθρο 34 ΓΚΠΔ).

    Το ΔΕΕ, στην υπόθεση C-340/21 (Natsionalna agentsia za prihodite, 14.12.2023), αποσαφήνισε τρία κρίσιμα ζητήματα σχετικά με την ευθύνη σε περίπτωση παραβίασης:

    • Πρώτον, η απλή διαπίστωση παραβίασης δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει ευθύνη του υπευθύνου επεξεργασίας. Ο υπεύθυνος μπορεί να αποδείξει ότι έλαβε κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα.
    • Δεύτερον, ο φόβος του υποκειμένου για πιθανή κατάχρηση των δεδομένων του μετά από κυβερνοεπίθεση μπορεί να συνιστά ηθική βλάβη (μη υλική ζημία) κατά το άρθρο 82 ΓΚΠΔ.
    • Τρίτον, το βάρος απόδειξης της καταλληλότητας των μέτρων ασφαλείας φέρει ο υπεύθυνος επεξεργασίας.

    Η παραπάνω απόφαση έχει μεγάλη πρακτική σημασία, καθώς διευρύνει τις περιπτώσεις αποζημίωσης και καθιστά επιτακτική την τήρηση απ΄ο τις επιχειρήσεις αυστηρών μέτρων κυβερνοασφάλειας.

    Αρχεία Δραστηριοτήτων Επεξεργασίας

    Κάθε επιχείρηση με περισσότερους από 250 εργαζομένους, καθώς και κάθε επιχείρηση ανεξαρτήτως μεγέθους που διενεργεί επεξεργασία η οποία ενδέχεται να δημιουργήσει κίνδυνο, είναι τακτική ή αφορά ευαίσθητα δεδομένα, υποχρεούται να τηρεί αρχεία δραστηριοτήτων επεξεργασίας (άρθρο 30 ΓΚΠΔ).

    Στην πράξη, η εξαίρεση αφορά ελάχιστες επιχειρήσεις, καθώς σχεδόν κάθε εταιρεία επεξεργάζεται δεδομένα εργαζομένων και πελατών τακτικά.

    Τα αρχεία πρέπει να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία του υπευθύνου επεξεργασίας, τους σκοπούς, τις κατηγορίες δεδομένων και υποκειμένων, τους αποδέκτες, τις προθεσμίες διαγραφής και τα μέτρα ασφαλείας.

    Διαβίβαση Δεδομένων σε Τρίτες Χώρες

    Η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων εκτός ΕΕ/ΕΟΧ επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 44 – 49 ΓΚΠΔ.

    Οι κυριότεροι μηχανισμοί ελέγχου είναι (i) η απόφαση επάρκειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (άρθρο 45), (ii) οι τυποποιημένες συμβατικές ρήτρες (Standard Contractual Clauses, SCCs, άρθρο 46 παρ. 2 στοιχ. γ΄) και (iii) οι δεσμευτικοί εταιρικοί κανόνες (Binding Corporate Rules, BCRs, άρθρο 47).

    Μετά την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Schrems II (C-311/18, 16.7.2020), κάθε διαβίβαση στηριζόμενη σε SCCs πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση αντικτύπου της διαβίβασης (Transfer Impact Assessment, TIA), η οποία αξιολογεί αν η νομοθεσία της τρίτης χώρας παρέχει ουσιαστικά ισοδύναμη προστασία.

    Για τις ΗΠΑ, ισχύει πλέον το EU-US Data Privacy Framework (απόφαση επάρκειας της 10.7.2023), το οποίο παρέχει νομική βάση για τη διαβίβαση σε πιστοποιημένους αμερικανικούς οργανισμούς.

    Για τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν υπηρεσίες cloud computing ή ηλεκτρονικού εμπορίου, η ταυτοποίηση του τόπου αποθήκευσης και επεξεργασίας των δεδομένων αποτελεί προϋπόθεση συμμόρφωσης.

    Κυρώσεις

    Ο ΓΚΠΔ προβλέπει δύο βαθμίδες διοικητικών προστίμων (άρθρο 83). Για παραβάσεις οργανωτικής φύσεως (π.χ. μη τήρηση αρχείων, μη ορισμός DPO), τα πρόστιμα ανέρχονται έως 10.000.000 ευρώ ή 2% του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών.

    Για παραβάσεις ουσιαστικής φύσεως (π.χ. επεξεργασία χωρίς νομική βάση, παραβίαση δικαιωμάτων υποκειμένων), τα πρόστιμα φθάνουν τα 20.000.000 ευρώ ή 4% του κύκλου εργασιών.

    Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί ότι η ΑΠΔΠΧ εφαρμόζει ενεργά τις κυρώσεις. Ενδεικτικά, τα τελευταία έτη έχει επιβάλει πρόστιμο 210.000 ευρώ σε τράπεζα για επεξεργασία δεδομένων 23.259 πελατών χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠΔΠΧ 25/2023), πρόστιμο 400.000 ευρώ σε Υπουργείο για διαρροή εκλογικής λίστας (ΑΠΔΠΧ 16/2024) και πρόστιμα σε δημόσιους φορείς για μη ορισμό DPO.

    Η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των κρατών μελών με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα επιβολής προστίμων GDPR ως προς τον αριθμό αποφάσεων.

    Πέραν των διοικητικών κυρώσεων, ο Ν. 4624/2019 (άρθρα 38 – 39) προβλέπει ποινικές κυρώσεις για σοβαρές παραβάσεις, ενώ η αστική ευθύνη (αποζημίωση κατά το άρθρο 82 ΓΚΠΔ) αποτελεί αυτοτελή βάση αξίωσης του θιγέντος.

    Πρακτικές Επισημάνσεις
    Χαρτογράφηση δεδομένων («data mapping»)

    Η πρώτη ενέργεια κάθε προγράμματος συμμόρφωσης είναι η καταγραφή όλων των κατηγοριών δεδομένων που συλλέγει, αποθηκεύει και διαβιβάζει η επιχείρηση. Χωρίς αυτή, κανένα μέτρο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στοχευμένα.

    Πολιτικές απορρήτου

    Κάθε ιστοσελίδα, e-shop ή εφαρμογή, πρέπει να διαθέτει ενημερωμένη πολιτική απορρήτου που περιγράφει με σαφήνεια τους σκοπούς επεξεργασίας, τις νομικές βάσεις, τους αποδέκτες, τις περιόδους αποθήκευσης και τα δικαιώματα του υποκειμένου.

    Σύμβαση επεξεργασίας με τρίτους

    Κάθε εξωτερικός συνεργάτης που αποκτά πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα (λογιστής, πάροχος μισθοδοσίας, hosting, CRM, marketing tools) πρέπει να έχει υπογράψει σύμβαση επεξεργασίας (DPA) σύμφωνη με το άρθρο 28 ΓΚΠΔ.

    Πρωτόκολλο αντιμετώπισης παραβιάσεων.

    Η επιχείρηση πρέπει να έχει εκ των προτέρων σχέδιο δράσης (incident response plan) που καθορίζει ποιος ειδοποιεί, πώς αξιολογείται η σοβαρότητα και πώς γίνεται η γνωστοποίηση εντός 72 ωρών. Η απουσία πρωτοκόλλου σε περίπτωση παραβίασης πολλαπλασιάζει τις αρνητικές συνέπειες.

    Τεκμηρίωση και αρχή λογοδοσίας

    Η τήρηση αρχείων επεξεργασίας, εκτιμήσεων αντικτύπου, σταθμίσεων εννόμου συμφέροντος και αποδεικτικών συγκατάθεσης δεν αποτελεί γραφειοκρατική υπερβολή. Αποτελεί το μέσο με το οποίο η επιχείρηση αποδεικνύει τη συμμόρφωσή της σε περίπτωση ελέγχου.

    Εκπαίδευση προσωπικού

    Η πλειονότητα των παραβιάσεων οφείλεται σε ανθρώπινο σφάλμα. Η τακτική εκπαίδευση του προσωπικού σε θέματα προστασίας δεδομένων στον χώρο εργασίας και εμπιστευτικότητας αποτελεί μέτρο υψηλής απόδοσης και χαμηλού κόστους.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον GDPR.

    Εξαγορά Εταιρείας: Due Diligence Για Αγοραστή Και Πωλητή

    Νομική υποστήριξη σε Εξαγορά Εταιρείας & Due Diligence Για Αγοραστή Και Πωλητή- KSTLAW

    Δέουσα Επιμέλεια (Due Diligence) & Εξαγορά Εταιρείας: Share Deal, Asset Deal και Νομική Προστασία Αγοραστή & Πωλητή

    Η δέουσα επιμέλεια ή «έλεγχος καταλληλόλητας» («due diligence»), αποτελεί το θεμέλιο κάθε εταιρικής εξαγοράς ή συγχώνευσης.

    Αποσκοπεί στην ολοκληρωμένη αξιολόγηση του νομικού, φορολογικού, εργατικού και τεχνολογικού προφίλ της υπό εξαγορά εταιρείας, ώστε αφενός ο αγοραστής να γνωρίζει ακριβώς τι αγοράζει, αφετέρου ο πωλητής να μην αιφνιδιαστεί από αξιώσεις μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας.

    Το βασικό νομοθετικό πλαίσιο είναι:

    Νομική Φύση και Σκοπός της Δέουσας Επιμέλειας

    Η διαδικασία δέουσας επιμέλειας δεν προβλέπεται ρητά ως υποχρεωτικό νομικό βήμα στην ελληνική νομοθεσία. Η σημασία της, ωστόσο, απορρέει έμμεσα από πλήθος διατάξεων και, φυσικά, την επιχειρηματική προσέγγιση και πρακτική.

    Ειδικότερα, ο Ν. 4548/2018 επιβάλλει υποχρεώσεις διαφάνειας στη διοίκηση ανωνύμων εταιρειών, ενώ ο γενικός κανόνας καλής πίστης κατά το άρθρο 288 ΑΚ ερμηνεύεται ευρέως ώστε να καλύπτει και το προσυμβατικό στάδιο της διαπραγμάτευσης.

    Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ εκείνος που υπαίτια προξενήσει ζημία στον αντισυμβαλλόμενό του υποχρεούται να την ανορθώσει, ακόμη και αν η σύμβαση δεν καταρτίστηκε (ΑΠ 741/2018).

    Παράλληλα, ο Ν. 4601/2019 για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις πληροφόρησης και ελέγχου στις περιπτώσεις συγχώνευσης και διάσπασης.

    Στην πράξη, η δέουσα επιμέλεια λαμβάνει χώρα σε δύο βασικές περιπτώσεις:

    • στην εξαγορά μετοχών ή μεριδίων («share deal»), όπου ο αγοραστής αποκτά ποσοστό στο κεφάλαιο της εταιρείας και, επομε΄νως, αναλαμβάνει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις της, και
    • στην εξαγορά περιουσιακών στοιχείων («asset deal»), όπου μεταβιβάζεται επιλεκτικά η επιχείρηση ή επιμέρους στοιχεία της.

    Η διάκριση αυτή έχει καθοριστική σημασία για τον τρόπο και το βάθος του ελέγχου.

    Η Σύμβαση Εμπιστευτικότητας (NDA) ως Πρώτο Βήμα

    Πριν αρχίσει οποιαδήποτε ανταλλαγή εγγράφων και πληροφοριών, τα μέρη συνάπτουν σύμβαση εμπιστευτικότητας (εχεμύθειας) – Non-Disclosure Agreement (NDA). Η σύμβαση αυτή δεσμεύει τον αγοραστή να μη χρησιμοποιήσει ή αποκαλύψει εμπιστευτικές πληροφορίες που αποκτά κατά τον έλεγχο, και διέπεται από τον Ν. 4679/2020 (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/943/ΕΕ για την προστασία εμπορικών απορρήτων).

    Η σύμβαση εμπιστευτικότητας πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια: (i) την έκταση των εμπιστευτικών πληροφοριών, (ii) τους επιτρεπόμενους αποδέκτες (π.χ. δικηγόρους, ορκωτούς λογιστές), (iii) τη διάρκεια της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας και (iv) τις κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης. Αμφιβολίες ως προς την έκταση της υποχρέωσης επιλύονται υπέρ της ευρύτερης προστασίας.

    Νομικός Έλεγχος (Legal Due Diligence)
    Εταιρική Κατάσταση

    Ο έλεγχος ξεκινά από τον φάκελο σύστασης και το ιστορικό της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ. (ενδεικτικά: καταστατικό, τροποποιήσεις, εκπρόσωποι, πρακτικά Γενικών Συνελεύσεων και Διοικητικού Συμβουλίου, κλπ).

    Ειδικά σε εξαγορά μετοχών ΑΕ, εξετάζεται εάν η μεταβίβαση ορισμένων κατηγοριών μετοχών απαιτεί έγκριση του ΔΣ ή της ΓΣ (δικαιώματα προτίμησης, δεσμευμένες μετοχές κατ’άρθρο 41 Ν. 4548/2018 κλπ).

    Σε ό,τι αφορά τον τύπο μεταβίβασης μετοχών ΑΕ, η νομολογία του ΑΠ έχει κρίνει ότι ο επιβαλλόμενος έγγραφος τύπος για τη μεταβίβαση μετοχών δεν είναι συστατικός αλλά αποδεικτικός.

    Τούτο σημαίνει ότι η ακυρότητα για μη τήρησή του ισχύει μόνο έναντι των φορολογικών αρχών, χωρίς να θίγει τις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

    Επομένως, ο αγοραστής οφείλει σε κάθε περίπτωση να μεριμνήσει για την σχετική εγγραφή στο βιβλίο μετόχων, εφόσον αυτή αποτελεί προϋπόθεση νομιμοποίησής του έναντι της εταιρείας (άρθρο 41 παρ. 6 Ν. 4548/2018).

    Υφιστάμενες Συμβάσεις

    Εξετάζεται το σύνολο των συμβατικών σχέσεων, ήτοι συμβάσεις με πελάτες και προμηθευτές, συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων (ιδίως ρήτρες καταγγελίας σε περίπτωση αλλαγής του ελέγχου της εταιρείας), συμβάσεις αντιπροσωπείας και διανομής, δάνεια, εγγυήσεις κλπ.

    Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί ο εντοπισμός ρητρών αλλαγής ελέγχου («change of control clauses»), οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν λύση ή τροποποίηση σύμβασης μόλις ολοκληρωθεί η εξαγορά.

    Τέλος, πρέπει να ελεγχθεί η τυχόν ύπαρξη συμβάσεων με συνδεδεμένα μέρη και να εξεταστεί η νομιμότητά τους (προηγούμενη απόφαση ΔΣ ή ΓΣ, δημοσιότητα κλπ).

    Εκκρεμείς Διαφορές και Αγωγές

    Ελέγχεται η ύπαρξη εκκρεμών δικαστικών διαφορών, διαιτησιών ή απαιτήσεων τρίτων. Σημαντικός κίνδυνος συνιστά η ύπαρξη αγωγών που δεν απεικονίζονται στους ισολογισμούς. Πρόκειται για τις λεγόμενες ενδεχόμενες υποχρεώσειςcontingent liabilities»).

    Επίσης ελέγχεται η ύπαρξη τυχόν κατασχέσεων, υποθηκών και βαρών επί περιουσιακών στοιχείων της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης τόσο στο Κτηματολόγιο όσο και στο Υποθηκοφυλακείο.

    Χρέη Επιχείρησης στη Μεταβίβαση

    Ιδιαίτερα στην εξαγορά περιουσιακών στοιχείων («asset deal»), εφαρμόζεται το άρθρο 479 ΑΚ, δηλαδή ο αποκτών την επιχείρηση ευθύνεται αλληλεγγύως με τον μεταβιβάζοντα για τα χρέη που σχετίζονται με αυτή, εφόσον ο γενεσιουργός λόγος υπήρχε κατά τον χρόνο μεταβίβασης.

    Κατά πάγια νομολογία, η ανωτέρω διάταξη καθιερώνει την αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρεών, κατά την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ, δημιουργώντας παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος (ΑΠ 1530/2022).

    Εξάλλου, έχει κριθεί ότι αρκεί να μεταβιβάζεται ο «πυρήνας» της επιχείρησης και όχι αναγκαστικά το σύνολό της. Επομένως, η καταγραφή των χρεών αποτελεί κρίσιμο βήμα κάθε ελέγχου.

    Εργατικός Έλεγχος (Labour Due Diligence)
    Καταγραφή και Νομιμότητα Εργασιακών Σχέσεων

    Ελέγχεται η νομιμότητα και το περιεχόμενο κάθε εργασιακής σύμβασης, αόριστης ή ορισμένης διάρκειας, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, ή/και σύμβασης έργου (άρθρο 681 ΑΚ).

    Ιδιαίτερης σημασίας είναι η έρευνα της πιθανότητας σχέσεων που εμφανίζονται ως ανεξάρτητης συνεργασίας ή έργου, να υποκρύπτουν στην πράξη σχέση εξαρτημένης εργασίας. Και τούτο διότι η τυχόν δικαστική αναγνώριση αυτών των σχέσεων μετά την εξαγορά, δημιουργεί σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις για τον αγοραστή.

    Ομοίως, σε περίπτωση εργασιακής σχέσης μετόχου, αυτή πρέπει να ελεγχθεί με τα κριτήρια για τις συμβάσεις συνδεδεμένων μερών, κατά τα ανωτέρω.

    Εκκρεμείς Εργατικές Αξιώσεις

    Εξετάζεται η ύπαρξη εκκρεμών αγωγών πρώην υπαλλήλων ή αγωγών για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών. Επαληθεύεται η ορθότητα υπολογισμού αποζημίωσης απόλυσης και η τήρηση των προθεσμιών έγγραφης γνωστοποίησης (άρθρο 1 Ν. 2112/1920).

    Επίσης, ελέγχεται η συμμόρφωση με τις διατάξεις περί τηλεργασίας κατά τον Ν. 4808/2021 (άρθρα 67–71), ιδίως για εταιρείες που διατηρούν υβριδικό μοντέλο εργασίας.

    Ασφαλιστικές Εισφορές

    Ζητείται πρόσφατο αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας από τον e-ΕΦΚΑ. Ελέγχονται επίσης τυχόν ανεξόφλητα πρόστιμα, αχρεωστήτως καταβληθείσες εισφορές ή συμψηφισμοί που ενδέχεται να αποτελούν κρυφές υποχρεώσεις (hidden liabilities) και, συνήθως, ανακαλύπτονται μόνο μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς.

    Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας

    Εξετάζεται εάν η εταιρεία δεσμεύεται από κλαδικές ή επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ), καθώς η εφαρμογή τους εξακολουθεί να ισχύει και μετά την αλλαγή ιδιοκτησίας. Βελτιωμένοι εργασιακοί όροι που έχουν ενσωματωθεί στις ατομικές συμβάσεις εξακολουθούν να ισχύουν ακόμη και μετά τη λήξη της ΣΣΕ.

    Φορολογικός Έλεγχος (Tax Due Diligence)
    Εκκρεμείς Φορολογικές Υποχρεώσεις

    Ελέγχεται η ύπαρξη εκκρεμών φορολογικών ελέγχων από την ΑΑΔΕ, δικαστικών φορολογικών διαφορών, καθώς και τυχόν βεβαιωμένων οφειλών. Λαμβάνεται υπόψη ότι η παραγραφή φορολογικών αξιώσεων είναι κατ’ αρχήν πενταετής, ενώ επεκτείνεται σε δέκα έτη υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ιδίως για δηλώσεις με ανακριβή στοιχεία κατά το άρθρο 36 παρ. 3 Ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας).

    Μεταφερόμενες Ζημίες

    Οι μεταφερόμενες ζημίες αποτελούν, σε αρκετές περιπτώσεις, κρυφή αξία για τον αγοραστή. Τούτο διότι:

    • Επιτρέπουν τον Συμψηφισμό με Μελλοντικά Κέρδη: Οι μεταφερόμενες ζημίες επιτρέπουν στον αγοραστή να συμψηφίσει τις ζημίες παρελθουσών χρήσεων της αποκτηθείσας εταιρείας με τα μελλοντικά της κέρδη, μειώνοντας ή μηδενίζοντας με τον τρόπο αυτό τον φόρο εισοδήματος που θα κληθεί να πληρώσει ο νέος ιδιοκτήτης.
    • Αυξάνουν Της Ταμειακές Ροές: Μειώνοντας τη φορολογική επιβάρυνση, ο αγοραστής αυξάνει τις καθαρές ταμειακές ροές (after-tax cash flows) μετά την εξαγορά, γεγονός που καθιστά την επένδυση πιο αποδοτική.

    Κατά το άρθρο 27 Ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), ζημίες μεταφέρονται για συμψηφισμό με επιχειρηματικά κέρδη διαδοχικά στα επόμενα πέντε φορολογικά έτη. Πρέπει να ελέγχεται, ωστόσο, η νομιμότητα της μεταφοράς τους.

    ΦΠΑ & Ενδοομιλικές Συναλλαγές

    Επαληθεύεται η κατάσταση ΦΠΑ της εταιρείας, η ορθή κατηγοριοποίηση εισοδημάτων και δαπανών, καθώς και ο χειρισμός ενδοομιλικών συναλλαγών (transfer pricing).

    Φορολογική Ουδετερότητα Σε Εταιρικούς Μετασχηματισμούς

    Όταν η εξαγορά υλοποιείται μέσω συγχώνευσης ή διάσπασης, εξετάζεται εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Ν. 5162/2024 για τη φορολογική ουδετερότητα εταιρικών μετασχηματισμών, ώστε η αναδιοργάνωση να μην επισύρει φορολογική επιβάρυνση κατά τη φάση εκτέλεσής της.

    Έλεγχος Πνευματικής Ιδιοκτησίας (IP Due Diligence)
    Εμπορικά Σήματα

    Ελέγχεται η κατοχύρωση των εμπορικών σημάτων στον ΟΒΙ ή στο EUIPO, η αντιστοίχισή τους με τα εμπορευόμενα προϊόντα ή υπηρεσίες και η έγκαρη ανανέωσή τους. Εξετάζεται, επίσης, εάν εκκρεμούν ανακοπές ή αγωγές (από κίνδυνο σύγχυσης) που μπορούν να αμφισβητήσουν την αποκλειστικότητα χρήσης τους μετά την εξαγορά.

    Λογισμικό, Βάσεις Δεδομένων & Εμπορικά Απόρρητα

    Για εταιρείες τεχνολογίας ή ηλεκτρονικού εμπορίου, κρίσιμος είναι ο έλεγχος αδειών χρήσης λογισμικού (ανοιχτού κώδικα ή ιδιόκτητου), η προστασία βάσεων δεδομένων, καθώς και η ύπαρξη εμπορικού απορρήτου κατά τον Ν. 4679/2020.

    Ειδικότερα, εξετάζεται εάν ο πηγαίος κώδικας (source code) ανήκει στην εταιρεία ή υπόκειται σε αδειοδότηση τρίτου, καθώς αυτό είναι κρίσιμο για να ταξινομηθεί ως πάγιο στοιχείο ή ως υποχρέωση.

    Εσωτερικές Δεσμεύσεις Στελεχών

    Ελέγχεται εάν βασικά στελέχη και εργαζόμενοι έχουν υπογράψει δεσμευτικές ρήτρες εμπιστευτικότητας και μη ανταγωνισμού.

    Η απουσία τέτοιων ρητρών εκθέτει την εταιρεία σε κίνδυνο απώλειας πελατολογίου ή τεχνογνωσίας, αμέσως μετά από αποχώρηση βασικού στελέχους η οποία είναι συχνή σε αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος.

    Ο Έλεγχος Από Την Πλευρά Του Πωλητή (Vendor Due Diligence)

    Ο πωλητής που προετοιμάζεται ενεργητικά για δέουσα επιμέλεια αποκτά σαφές πλεονέκτημα στη διαπραγμάτευση. Η προετοιμασία περιλαμβάνει την οργάνωση της σχετικής τεκμηρίωσης σε ψηφιακό χώρο δεδομένων (data room – SharePoint), τον εντοπισμό και την ενδεχόμενη διευθέτηση ζητημάτων (πριν αυτά ανακαλυφθούν από τον αγοραστή), καθώς και τη διαμόρφωση ρεαλιστικών δηλώσεων και εγγυήσεων (representations and warranties) που αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση της εταιρείας.

    Ο πωλητής οφείλει να γνωστοποιήσει κάθε ουσιώδες γεγονός που επηρεάζει την αξία της εταιρείας. Η εσκεμμένη απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας μπορεί να ακυρώσει την πώληση και να θεμελιώσει αγωγή αποζημίωσης βάσει απάτης (άρθρο 147 ΑΚ) ή πλάνης (άρθρα 140 επ. ΑΚ).

    Ακόμη και ανεπαρκής γνωστοποίηση (δλδ χωρίς πρόθεση εξαπάτησης), μπορεί να οδηγήσει σε αστική ευθύνη, εάν ο αγοραστής αποδείξει ότι, αν γνώριζε, δεν θα συνήπτε την ίδια συμφωνία ή θα τη συνήπτε υπό διαφορετικούς όρους.

    Πρακτικές Επισημάνσεις & Checklist
    Για τον Αγοραστή
    Σύναψη NDA

    Πριν από οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών, πρέπει να υπογραφεί σύμβαση εμπιστευτικότητας η οποία θα καλύπτει τους αποδέκτες, τη διάρκεια και τις κυρώσεις παραβίασης.

    Εταιρική νομιμότητα

    Έλεγχος καταστατικού, βιβλίου μετόχων, πρακτικών ΓΣ/ΔΣ μέσω Γ.Ε.ΜΗ. και εξέταση τυχόν περιορισμών στη μεταβίβαση μετοχών.

    Ρήτρες αλλαγής ελέγχου

    Εντοπισμός τυχόν ρητρών αλλαγής ελέγχου (change of control) σε υφιστάμενες συμβάσεις που δύνανται να λυθούν αυτοδικαίως με την ολοκλήρωση της εξαγοράς.

    Φορολογική ενημερότητα

    Αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας και έλεγχος ανοιχτών φορολογικών ελέγχων από την ΑΑΔΕ, λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο παραγραφής.

    Ασφαλιστική ενημερότητα

    Αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας e-ΕΦΚΑ και ξεχωριστή επαλήθευση παλαιών οφειλών στο ΚΕΑΟ.

    Εργατικές σχέσεις

    Ανάλυση συμβάσεων εργασίας, εντοπισμός «καλυμμένων» σχέσεων εξαρτημένης εργασίας, εκκρεμείς αξιώσεις και δεσμεύσεις ΣΣΕ.

    Εμπράγματα βάρη

    Έλεγχος κτηματολογίου και υποθηκοφυλακείου για βάρη επί ακινήτων.

    Πνευματική ιδιοκτησία

    Επαλήθευση κατοχύρωσης εμπορικών σημάτων, αδειών λογισμικού, κυριότητας πηγαίου κώδικα και εμπορικών απορρήτων.

    Μεταφερόμενες ζημίες

    Εκτίμηση φορολογικών ζημιών που δύνανται να συμψηφιστούν με μελλοντικά κέρδη κατά τον ΚΦΕ.

    Χρέη επιχείρησης

    Αξιολόγηση κρυφών υποχρεώσεων, ιδίως στο asset deal, λαμβάνοντας υπόψη την αναδοχή χρεών κατά το άρθρο 479 ΑΚ.

    Δηλώσεις και εγγυήσεις

    Διαπραγμάτευση ρητρών, δηλώσεων και εγγυήσεων (representations & warranties) στη σύμβαση εξαγοράς.

    Για τον Πωλητή
    Data room

    Οργάνωση ψηφιακού χώρου δεδομένων (data room) με πλήρη, ενημερωμένη και δομημένη τεκμηρίωση.

    Αυτοέλεγχος

    Εντοπισμός και διευθέτηση ζητημάτων πριν τον εξωτερικό έλεγχο, ώστε να αποφεύγονται εκπλήξεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

    Εργασιακές σχέσεις

    Διασφάλιση ότι όλες οι εργασιακές σχέσεις έχουν σωστά καταρτισμένες συμβάσεις και δεν υπάρχουν εκκρεμότητες.

    Ασφαλιστικές υποχρεώσεις

    Ενημέρωση για παλαιές οφειλές e-ΕΦΚΑ και ΚΕΑΟ και τακτοποίησή τους πριν τον έλεγχο.

    Πνευματική ιδιοκτησία

    Επαλήθευση της εγκυρότητας και της χρονικής ισχύος των κατατεθειμένων σημάτων και των λοιπών αδειών πνευματικής ιδιοκτησίας.

    Υποχρέωση γνωστοποίησης

    Γνωστοποίηση κάθε ουσιώδους γεγονότος προς αποφυγή ευθύνης από απόκρυψη.

    Εγγυήσεις

    Διαπραγμάτευση χρονικού περιορισμού εγγυήσεων στη σύμβαση εξαγοράς, ώστε η ευθύνη του πωλητή να μην είναι αόριστης διάρκειας.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το Due Diligence αγοραστή και πωλητή σε εξαγορά εταιρείας.

    Τεχνητή Νοημοσύνη & Επιχείρηση – Νομικό Πλαίσιο

    Νομική υποστήριξη σε Τεχνητή Νοημοσύνη & Επιχείρηση - KSTLAW

    Η χρήση συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στην επιχειρηματική πρακτική, ρυθμίζεται σήμερα από ένα πλέγμα ευρωπαϊκών και εθνικών κανόνων δικαίου, που συχνά επικαλύπτονται.

    Ειδικότερα, στον Ευρωπαϊκό Χώρο ισχύουν:

    Στο εσωτερικό δίκαιο, πλέον των ανωτέρω, εφαρμόζονται και 1. το άρθρο 6 του Ν. 2251/1994 (ευθύνη παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος) και 2. ο Ν. 4624/2019 (ενσωμάτωση GDPR στην ελληνική έννομη σφαίρα).

    Η Εμπορική Σύμβαση Με AI Provider — Κρίσιμα Ζητήματα

    Η σύμβαση παροχής AI υπηρεσιών μέσω διεπαφής προγραμματισμού εφαρμογών (API – Application Programming Interface), λογισμικού ως υπηρεσία (SaaS – Software as a Service) ή custom ανάπτυξης, αποτελεί μικτή σύμβαση, ήτοι ενσωματώνει στοιχεία σύμβασης έργου (ΑΚ 681), σύμβασης υπηρεσιών (ΑΚ 713) και, στον βαθμό που το AI σύστημα παρέχεται ως λογισμικό, σύμβασης άδειας χρήσης.

    Η υπαγωγή σε συγκεκριμένο τύπο δεν αποτελεί απλό ερμηνευτικό ζήτημα, αλλά ουσιαστικό καθώς από αυτό εξαρτάται το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο.

    Αδειοδότηση και Κυριότητα Αποτελεσμάτων ΤΝ («AI Outputs»)

    Οι όροι χρήσης των κυριότερων AI providers (λ.χ. OpenAI, Google, Anthropic κλπ) κατά κανόνα ορίζουν ότι η κυριότητα των αποτελεσμάτων (outputs) ανήκει στον χρήστη, με ταυτόχρονη παραχώρηση, από τον χρήστη στον provider, ευρείας υπο-άδειας («sub-license») για σκοπούς βελτίωσης του μοντέλου.

    Η παρακολούθηση αυτής της ρήτρας έχει ιδιαίτερη σημασία στις επιχειρηματικές (B2B) συμβάσεις.

    Τούτο διότι, εφόσον τα δεδομένα εισόδου (inputs) της επιχείρησης (πχ ερωτήματα, δεδομένα, έγγραφα κλπ) τροφοδοτούν την εκπαίδευση του μοντέλου, αυτά είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο αξίωσης τρίτου που διεκδικεί πνευματικά δικαιώματα επί του εκπαιδευτικού υλικού.

    Στο Ελληνικό δίκαιο, η πνευματική ιδιοκτησία ενός AI-generated κειμένου ή άλλου δημιουργήματος εξαρτάται από την ύπαρξη πρωτότυπης ανθρώπινης δημιουργικής συνεισφοράς, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2121/1993.

    Επομένως, αμιγώς AI-generated αποτελέσματα, χωρίς επεξεργασία ή καθοδήγηση που συνιστά πρωτότυπη επιλογή, δεν προστατεύονται υπέρ του χρήστη.

    Ωστόσο, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό προς ρύθμιση τόσο σε ελληνικό όσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο (βλ. αναλυτικά για την πνευματική ιδιοκτησία λογισμικού και για τη νομολογία του Αρείου Πάγου επί πνευματικής ιδιοκτησίας).

    Εμπιστευτικότητα Δεδομένων Εισόδου και Προστασία Δεδομένων

    Κάθε πληροφορία που εισάγεται ως εντολή («prompt») σε σύστημα AI (πχ στρατηγικά δεδομένα, νομικά κείμενα, οικονομικά στοιχεία) αποτελεί δυνητικά εμπορικό απόρρητο κατά την Οδηγία 2016/943/ΕΕ.

    Η αδιάκριτη χρήση δημόσιων AI εργαλείων χωρίς εταιρική συμφωνία (enterprise-tier agreement) δημιουργεί σοβαρά ζητήματα νομικής συμμόρφωσης για την επιχείρηση.

    Τούτο διότι, εφόσον τα δεδομένα εισόδου περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα τρίτων, η διαβίβασή τους προς τον AI provider προϋποθέτει: (i) νόμιμη βάση επεξεργασίας κατά το άρθρο 6 GDPR, (ii) σύναψη σύμβασης επεξεργαστή (Data Processing Agreement, DPA) κατά το άρθρο 28 GDPR και (iii) έλεγχο του τόπου επεξεργασίας όταν ο διακομιστής (server) εδρεύει εκτός ΕΟΧ, καθώς διαβιβάσεις προς τρίτες χώρες ρυθμίζονται από τα άρθρα 44–49 GDPR.

    Αποζημίωση & Αποκλεισμός Ευθύνης

    Οι τυπικοί όροι χρήσης των AI providers περιλαμβάνουν ρήτρες αποποίησης εγγυήσεων («disclaimer of warranties») και περιορισμού ευθύνης («limitation of liability») που αναπαράγουν τις νομοθετικές προβλέψεις του αμερικανικού δικαίου.

    Σε πολλές περιπτώσεις, οι παραπάνω ρήτρες προσκρούουν στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ (αθέμιτες ρήτρες) και στο άρθρο 332 ΑΚ που απαγορεύει τον εκ των προτέρων αποκλεισμό ευθύνης.

    Ενδεικτικά, η απεριόριστη ρήτρα «no warranty» σε B2B σύμβαση, ελέγχεται ως προς τη νομιμότητα και καταχρηστικότητά της, ήτοι ως αντίθετη με τις γενικές αρχές του ελληνικού Αστικού Δικαίου.

    Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η ρήτρα αποζημίωσης για ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας («IP indemnification»).

    Τούτο διότι, η επιχείρηση θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο AI provider αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον deployer σε περίπτωση που τα AI outputs αποτελέσουν αντικείμενο αξιώσεων τρίτων για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων. Η ρήτρα αυτή έχει ήδη υιοθετηθεί από ορισμένους providers (πχ Microsoft Copilot Copyright Commitment) αλλά με σημαντικές συμβατικές προϋποθέσεις που χρειάζεται να ελέγχονται στα πλαίσια της οριοθέτησης της ευθύνης (πχ API licensing).

    Αστική Ευθύνη Από Συστήματα ΤΝ
    Εξωσυμβατική Ευθύνη

    Η αδικοπρακτική ευθύνη, κατά το άρθρο 914 ΑΚ αλλά και την πάγια νομολογία (ενδεικτικά: ΑΠ 1261/2025), προϋποθέτει τα εξής:

    • α) παράνομη πράξη ή παράλειψη,
    • β) υπαιτιότητα,
    • γ) ζημία και
    • δ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ πράξης και ζημίας.

    Η εφαρμογή των παραπάνω σε ζημίες από AI δημιουργεί συγκεκριμένα ερμηνευτικά ζητήματα. Ειδικότερα:

    Ως προς το παράνομο της πράξης: Ζήτημα ανακύπτει εάν η έκδοση λανθασμένου ή παραπλανητικού αποτελέσματος ΤΝ αποτελεί παράνομη πράξη. Σύμφωνα με την AI Act, οι deployers υποχρεούνται να εξασφαλίζουν «επαρκή ανθρώπινη εποπτεία». Επομένως η μη εφαρμογή της εποπτείας αυτής μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια.

    Ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο: Τα deep learning μοντέλα λειτουργούν ως «μαύρα κουτιά» (black-box). Επομένως η πρόσβαση στους εσωτερικούς τους μηχανισμούς για αποδεικτικούς σκοπούς είναι πρακτικά αδύνατη και, κατά συνέπεια, το ίδιο αδύνατη είναι και η απόδειξη της υπαιτιότητας.

    Συμβατική Ευθύνη

    Κατά το άρθρο 330 ΑΚ, ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.

    Περαιτέρω, ο οφειλέτης απαλλάσσεται αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας. Κατά πάγια νομολογία, δε, ως ανωτέρα βία νοείται κάθε αντικειμενικά απρόβλεπτο και αναπότρεπτο γεγονός.

    Στην περίπτωση του AI deployer που παρέχει υπηρεσίες με ενσωματωμένη χρήση ΤΝ, η αστοχία του AI αποτελεί αστοχία του ίδιου και όχι τρίτου. Ο deployer επιλέγει, ενσωματώνει και ελέγχει το AI σύστημα, ασκώντας έλεγχο επί της σφαίρας εκτέλεσης της παροχής. Επομένως, η επίκληση αστοχίας του AI ως λόγος ανωτέρας βίας είναι, ερμηνευτικά, απαράδεκτη.

    Η Νέα Οδηγία 2024/2853/ΕΕ για την Ευθύνη Προϊόντων

    Η Οδηγία 2024/2853/ΕΕ, που εκδόθηκε τον Οκτώβριο 2024 και αντικαθιστά την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ, εισάγει ρητά το λογισμικό και τα συστήματα ΤΝ στην έννοια του «προϊόντος», λύνοντας, με τον τρόπο αυτό, την αμφισβήτηση περί υπαγωγής του λογισμικού στο ευρωπαϊκό καθεστώς ευθύνης παραγωγού.

    Οι κρίσιμες καινοτομίες που αφορούν ειδικά τα AI συστήματα, αφορούν:

    Αντιστροφή βάρους απόδειξης

    Σε περίπτωση όπου ο ζημιωθείς αποδείξει ότι η πρόσβαση στα τεχνικά στοιχεία λειτουργίας του συστήματος είναι αδύνατη ή δυσανάλογα δυσχερής, τεκμαίρεται η ύπαρξη ελαττώματος. Η ρύθμιση αυτή αντιμετωπίζει άμεσα το πρόβλημα του «μαύρου κουτιού».

    Ευθύνης για ενημερώσεις/αναβαθμίσεις (updates)

    Εφόσον λογισμικό ή AI μοντέλο τροποποιείται μετά τη διάθεσή του, το ελάττωμα που προέκυψε λόγω της τροποποίησης, αποδίδεται στον κάτοχο του ελέγχου του συστήματος.

    Διεύρυνση υποκείμενων ευθύνης

    Έχει προβλεφθεί ότι ευθύνεται και ο deployer όταν τροποποιεί το σύστημα ή όταν θέτει αυτό σε κυκλοφορία με τη δική του επωνυμία.

    GDPR Και Αυτοματοποιημένη Λήψη Αποφάσεων

    Το άρθρο 22 GDPR παρέχει στα φυσικά πρόσωπα το δικαίωμα να μην υπόκεινται σε αποφάσεις που βασίζονται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία.

    Η παραπάνω διάταξη δεν αφορά αποκλειστικά μεγάλες εταιρείες αλλά, αντίθετα, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής οποιαδήποτε επιχείρηση χρησιμοποιεί AI σύστημα (πχ για αξιολόγηση αιτήσεων εργαζομένων, αυτοματοποιημένη τιμολόγηση κλπ).

    Εξαιρέσεις, σύμφωνα και με τις Κατευθυντήριες Γραμμές EDPB για αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων, επιτρέπονται:

    • όταν η αυτοματοποιημένη απόφαση είναι αναγκαία για σύμβαση,
    • όταν βασίζεται σε ρητή συγκατάθεση και
    • όταν επιτρέπεται από εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο.

    Ωστόσο, και στις παραπάνω περιπτώσεις απαιτείται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για ανθρώπινη επανεξέταση και να παρέχει στο υποκείμενο τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος της αντίρρησης.

    Η AI Act ενισχύει τις απαιτήσεις διαφάνειας, υποχρεώνοντας τους deployers να ενημερώνουν ρητά τα φυσικά πρόσωπα για τη χρήση αυτοματοποιημένου συστήματος και τους τρόπους ανθρώπινης εποπτείας. Η συγκεκριμένη ρύθμιση απλώς συμπληρώνει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης των άρθρων 13 και 14 GDPR.

    Πνευματικά Δικαιώματα Και Αποτελέσματα ΤΝ

    Κατά την κρατούσα ευρωπαϊκή ερμηνεία, η νομική προστασία βάσει πνευματικής ιδιοκτησίας (Οδηγία 2001/29/ΕΚ) προϋποθέτει δημιούργημα που αποτελεί πρωτότυπη πνευματική δημιουργία του ανθρώπου – δημιουργού.

    Τα παραπάνω προκύπτουν από την νομολογία του ΔΕΕ (C-5/08, Infopaq International A/S κατά Danske Dagblades Forening), η οποία τονίζει τον ανθρώπινο χαρακτήρα της δημιουργίας ως αναγκαία προϋπόθεση.

    Επομένως, αμιγώς AI-generated προϊόν (κείμενο, έργο ή εικόνα), χωρίς καθοριστική ανθρώπινη επιλογή κατά τη διαδικασία δημιουργίας, ΔΕΝ θεμελιώνει προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας.

    Ο αντίστροφος κίνδυνος (δλδ η παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων τρίτων μέσω AI outputs) αντιμετωπίζεται αντιστοίχως. Δεδομένου ότι τα AI μοντέλα εκπαιδεύτηκαν σε τεράστια δεδομένα πνευματικώς προστατευόμενου υλικού, η νομιμότητα της εκπαίδευσης αυτής αποτελεί ήδη αντικείμενο εκκρεμών νομικών ερίδων παγκοσμίως.

    Σημειωτέον ότι η Οδηγία 2019/790/ΕΕ, εισάγει εξαίρεση για εξόρυξη κειμένου και δεδομένων (text and data mining, TDM), αλλά με δυνατότητα εξαίρεσης (opt-out) από τους κατόχους δικαιωμάτων.

    Επομένως, για εταιρείες και επιχειρήσεις, τούτο σημαίνει ότι η αξιοποίηση AI-generated outputs μπορεί να εγείρει «κρυφές» αξιώσεις τρίτων, οι οποίες είναι πρακτικά αδύνατον να εντοπιστούν εκ των προτέρων.

    Πρακτικές Επισημάνσεις & Checklist
    Για Επιχειρήσεις – Χρήστες AI (Deployers)

    Συμβατικός έλεγχος: Πριν από κάθε χρήση AI εργαλείου, πρέπει να μελετηθούν οι όροι παροχής υπηρεσίας ως προς την κυριότητα των outputs, την εμπιστευτικότητα αυτών, τα DPA κατά GDPR και τα IP indemnification.

    AI Inventory: Πρέπει να υπάρχει πλήρης καταγραφή AI συστημάτων της επιχείρησης και, μάλιστα, να κατηγοριοποιηθούν αυτά βάσει κινδύνου AI Act.

    Ανθρώπινη εποπτεία: Εταιρείες και επιχειρήσεις οφείλουν να διαμορφώσουν εσωτερική πολιτική επανεξέτασης AI outputs πριν από κρίσιμες αποφάσεις, κυρίως στα πεδία πρόσληψης, πιστοδότησης, νομικής ή φορολογικής ανάλυσης και εφαρμογής.

    Άρθρο 22 GDPR: Πριν τη αξιοποίηση AI εφαρμογών για αποφάσεις που αφορούν φυσικά πρόσωπα, πρέπει να προηγηθεί έλεγχος για την υπαγωγή στο άρθρο 22, ως επίσης και ποια τυχόν εξαίρεση εφαρμόζεται, καθώς και αν έχει παρασχεθεί η απαιτούμενη ενημέρωση.

    Τεκμηρίωση: Βέλτιστη πρακτική αποτελεί η διατήρηση αρχείου των AI-generated αποτελεσμάτων που αξιοποιήθηκαν για επιχειρηματικές αποφάσεις.

    Για AI Providers και Startups

    Τεχνική τεκμηρίωση: Συνίσταται η κατάρτιση λεπτομερούς τεκμηρίωσης τόσο του ίδιου του μοντέλου, όσο και των δεδομένων εκπαίδευσης και των περιορισμών αυτού, πριν από τη διάθεσή του.

    Ορισμός σκοπού χρήσης «(intended use»): Οι όροι χρήσης της υπηρεσίας πρέπει να ορίζουν ρητά το σκοπό της χρήσης αυτή. Η χρήση εκτός σκοπού μεταθέτει την ευθύνη στον deployer κατά το άρθρο 25 AI Act και, επομένως, καλύπτει νομικά τον Provider.

    Αποζημιώσεις IP B2B: Οι εμπορικές συμβάσεις οφείλουν να προβλέπουν το ποιος φέρει το κόστος αξιώσεων πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων, που προκλήθηκαν από outputs του μοντέλου.

    Νέα PLD compliance: Έλεγχος αν το μοντέλο που χρησιμοποιείται εμπίπτει στην Οδηγία 2024/2853 και ποιες υποχρεώσεις τυχόν αντιστρέφουν το βάρος απόδειξης.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη στην Επιχείρηση.

    Η Αναβίωση Εταιρείας Μετά Τη Λύση & Τη Διαγραφή Από Το ΓΕΜΗ

    Η αναβίωση μιας εταιρείας, μετά τη λύση και τη διαγραφή της από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), έρχεται ως εξαίρεση στον τυπικό κανόνα όπου η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης και η διαγραφή της εταιρείας από το ΓΕΜΗ, σηματοδοτούν τυπικά την παύση της νομικής προσωπικότητας του νομικού προσώπου.

    Η Νομική Φύση Της Εκκαθάρισης Και Η Συνέχιση Της Νομικής Προσωπικότητας

    Σύμφωνα με το άρθρο 72 ΑΚ, μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, τελεί αυτοδικαίως σε εκκαθάριση και «ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει». Η διάταξη αυτή καθιερώνει τη συνέχιση της νομικής προσωπικότητας για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, ανεξαρτήτως της τυπικής λύσης της εταιρείας.

    Η εκκαθάριση αποσκοπεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας, την εξόφληση των υποχρεώσεων και τη διανομή του υπολοίπου στους εταίρους ή μετόχους. Κατά το στάδιο αυτό, η εταιρεία διατηρεί την επωνυμία της, στην οποία προστίθενται οι λέξεις «υπό εκκαθάριση», και εκπροσωπείται αποκλειστικά από τους εκκαθαριστές.

    Η περάτωση της εκκαθάρισης επέρχεται με τη σύνταξη του τελικού ισολογισμού, τη λογοδοσία των εκκαθαριστών και την καταχώριση της διαγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. Η καταχώριση αυτή έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν δεν επέρχεται πραγματική περάτωση της εταιρείας. Ωστόσο, ακόμη και μετά τη διαγραφή, η νομολογία έχει δεχθεί ότι η νομική προσωπικότητα δεν παύει οριστικά εάν διαπιστωθούν εκκρεμότητες.

    Η Δυνατότητα Αναβίωσης Μετά Τη Διαγραφή & Η Θέση Της Νομολογίας

    Η αναβίωση της εταιρείας αποτελεί θεσμό που αναγνωρίζεται τόσο από τη νομολογία όσο και από τη διοικητική πρακτική.

    Ο Άρειος Πάγος έχει διαμορφώσει πάγια νομολογία στο ζήτημα αυτό, η οποία επιβεβαιώνει ότι η διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ. δεν συνεπάγεται αυτοδίκαια την παύση της νομικής προσωπικότητας, εφόσον υφίστανται “εκκρεμότητες“.

    Ειδικότερα, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΑΠ (ενδεικτικά: 1123/2025, 682/2023, 866/2021, 748/2017, 224/2016 κλπ) ισχύουν τα εξής:

    «Η λύση του νομικού προσώπου της εταιρίας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, διότι και μετά τη λύση της, η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης. Εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το Δικαστήριο.

    Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρίας από τους εκκαθαριστές.
    Το στάδιο της εκκαθάρισης της εταιρίας δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και, εάν, μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον εκκαθαριστή (ΑΠ 748/2017, 224/2016).

    Κατά το στάδιο δε αυτό φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί της σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή».

    Η παραπάνω νομολογία εφαρμόζεται σταθερά και από κατώτερα δικαστήρια (ΜονΕφΠειρ 24/2024, ΠΠρΓιαννιτσών 7/2025, ΜΠρΗλείας 347/2023 κλπ).

    Επιμέρους Ζητήματα

    Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι τα ανωτέρω ισχύουν ακόμα και όταν επήλθε ήδη τυπική λήξη της εκκαθάρισης της εταιρείας, που επέρχεται με τη λογοδοσία των εκκαθαριστών και τη δημοσίευση του ισολογισμού της εκκαθάρισης Η ατελής δε δημοσιότητα, που ισχύει αναφορικά με την εκκαθάριση, δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα, καθώς η προστασία των συναλλασσομένων και η ολοκλήρωση των εκκρεμών υποθέσεων υπερτερούν των τυπικών διατυπώσεων.

    Ειδικότερα, κατά την έναρξη και την περάτωση της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές συντάσσουν ισολογισμό. Μετά την περάτωση της εκκαθάρισης η εταιρεία διαγράφεται από το Γ.Ε.Μ.Η. Η καταχώριση της διαγραφής στο Γ.Ε.Μ.Η. έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της ομόρρυθμης εταιρείας.

    Αν, όμως, διαπιστωθεί, ότι η εταιρεία είχε και άλλες εκκρεμότητες, όπως απαίτηση ή χρέος, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί στο Γ.Ε.Μ.Η. Λόγω δε του σχετικά συστατικού χαρακτήρα της διαγραφής, δεν θίγεται η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, εάν η εκκαθάριση δεν έχει πράγματι περατωθεί. Αντίθετα, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές.

    Έχει επίσης κριθεί ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρείας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση (ΑΠ 216/2012, ΑΠ 693/2008).

    Εξάλλου, σύμφωνα με τη πάγια νομολογία του ΣτΕ, η δίκη που άρχισε από την αιτούσα κατά τον χρόνο που τελούσε υπό εκκαθάριση, νομίμως συνεχίζεται από την ίδια μετά την αναβίωσή της (πρβλ. ΣτΕ 2927/2016 και 121/2013).

    Τέλος, η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους από κοινού ή τον εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων και σε περίπτωση διαφωνίας από το δικαστήριο (ΑΠ 1417/2012, 206/2010).

    Η Θέση Της Διοίκησης

    Παράλληλα με τη νομολογία, η Φορολογική Διοίκηση έχει ρυθμίσει τη διαδικασία αναβίωσης μέσω της Εγκυκλίου Α.1157/2024 της ΑΑΔΕ.

    Ειδικότερα, το άρθρο 5 της παραπάνω Εγκυκλίου προβλέπει ότι:

    «Στην περίπτωση νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων που έχουν υποχρέωση εγγραφής στο ΓΕΜΗ, εφόσον από τους συστημικούς ελέγχους επαληθεύεται η ύπαρξη φορολογικών υποχρεώσεων ή ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων ή άλλων ενδείξεων επιχειρηματικής δραστηριότητας σε χρόνο μεταγενέστερο της διαγραφής τους από το Γ.Ε.ΜΗ. και αναγόμενος από την 23/11/2016 και μετά, η διαδικασία διακοπής δεν ολοκληρώνεται, η εταιρεία τίθεται σε ειδική κατάσταση επιχείρησης στο Φορολογικό Μητρώο και ο φορολογούμενος ενημερώνεται με μήνυμα να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την ολοκλήρωση του σταδίου της εκκαθάρισης.»

    Επομένως, με την ως άνω αναγνωρίζεται ρητά η δυνατότητα αναβίωσης της εταιρείας, ακόμη και μετά τη διαγραφή της από το Γ.Ε.ΜΗ., εφόσον διαπιστωθούν εκκρεμότητες.

    Εξάλλου, η φορολογική διοίκηση, μέσω συστημικών ελέγχων, δύναται να εντοπίζει τέτοιες περιπτώσεις και να θέτει την εταιρεία σε «ειδική κατάσταση επιχείρησης», εξαναγκάζοντας, εν τοις πράγμασι, την επανέναρξη των εργασιών εκκαθάρισης.

    Τέλος, η ως άνω Εγκύκλιος προβλέπει επίσης ότι μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών εκκαθάρισης και την εκ νέου διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ., η διαδικασία της διακοπής ολοκληρώνεται με την υποβολή νέου αιτήματος προς τη Φορολογική Διοίκηση, οπότε προσδιορίζεται και ο τελικός χρόνος διακοπής των εργασιών.

    Προϋποθέσεις Αναβίωσης Και Πεδίο Εφαρμογής

    Η αναβίωση της εταιρείας δεν αποτελεί αυτοδίκαιη συνέπεια της διαπίστωσης εκκρεμοτήτων, αλλά απαιτεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

    Εκκρεμότητες

    Οποιαδήποτε εκκρεμής δίκη, απαίτηση ή χρέος απαιτεί την επανέναρξη της εκκαθάρισης, ακόμη και αν η εταιρεία έχει διαγραφεί από το Γ.Ε.ΜΗ. Η ύπαρξη εκκρεμούς δίκης αποτελεί τον πλέον συνηθισμένο λόγο αναβίωσης, καθώς η έκδοση οριστικής απόφασης απαιτεί ενεργή νομική προσωπικότητα του διαδίκου. Η νομολογία έχει κρίνει ότι το στάδιο της εκκαθάρισης δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις της εταιρείας.

    Εκπροσώπηση

    Οι εκκαθαριστές εξακολουθούν να είναι οι μόνοι αρμόδιοι για την εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας, τη διενέργεια πράξεων και την παραλαβή κοινοποιήσεων. Ακόμη και μετά τη διαγραφή, οι εκκαθαριστές διατηρούν την ιδιότητά τους και την εξουσία να ενεργούν για λογαριασμό της εταιρείας, εφόσον αυτή αναβιώσει. Κατά το στάδιο της αναβίωσης, ο φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί τις σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή.

    Σκοπός

    Η διαδικασία αναβίωσης έχει περιορισμένο σκοπό, ήτοι τη συνέχιση εκκρεμών υποθέσεων ή την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης. Δεν νοείται πραγματική περάτωση της εκκαθάρισης αν υφίστανται εκκρεμότητες, ανεξαρτήτως της τυπικής διαγραφής από το Γ.Ε.ΜΗ. Η αναβίωση δεν συνεπάγεται επαναλειτουργία της εταιρείας ως ενεργού εμπορικής επιχείρησης, αλλά αποκλειστικά την ολοκλήρωση των εκκρεμών εργασιών εκκαθάρισης.

    Φορολογικές υποχρεώσεις

    Σε περίπτωση φορολογικών ελέγχων μετά τη διαγραφή, οι εκκαθαριστές είναι αρμόδιοι να χειριστούν τις σχετικές διαδικασίες, ακόμα και μετά το τυπικό πέρας της εκκαθάρισης.

    Επίδραση Στις Εκκρεμείς Δίκες

    Για τη σχέση μεταξύ διαγραφής της εταιρείας και εκκρεμών δικών, ισχύουν τα εξής:

    Διακοπή της δίκης

    Σύμφωνα με το άρθρο 286 ΚΠολΔ, η δίκη διακόπτεται όταν, πριν από την οριστική συζήτηση, επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο του διαδίκου που επηρεάζει την ικανότητά του για δικαστική παράσταση. Η λύση μιας εταιρείας αποτελεί τέτοια μεταβολή, καθώς επηρεάζει την ικανότητά της να παρίσταται στο δικαστήριο. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρεία θεωρείται ότι υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, οπότε η δίκη δεν διακόπτεται αυτοδικαίως όσο αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη.

    Μη οριστικές αποφάσεις

    Αν εκδοθεί μη οριστική απόφαση (π.χ. για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή συμπλήρωση αποδείξεων), η υπόθεση παραμένει εκκρεμής. Σε περίπτωση που η εταιρεία έχει ήδη λυθεί και διαγραφεί, δεν μπορεί να επανέλθει η υπόθεση χωρίς να υπάρχει νομικό πρόσωπο. Η αναβίωση της εταιρείας καθίσταται εν προκειμένω αναγκαία για τη συνέχιση της δίκης.

    Συνέχιση από τον εκκαθαριστή

    Ο εκκαθαριστής μπορεί να συνεχίσει εκκρεμή δίκη στο όνομα της εταιρείας. Αν η δίκη έχει διακοπεί λόγω λύσης, μπορεί να προβεί σε δήλωση επανάληψης (290 ΚΠολΔ) ή να αποδεχθεί την πρόσκληση του αντιδίκου για αναγκαστική επανάληψη (291 ΚΠολΔ). Οι πράξεις που έγιναν πριν τη διακοπή παραμένουν έγκυρες, ενώ οι πράξεις μετά τη διακοπή είναι άκυρες, εκτός αν έγιναν από τον εκκαθαριστή υπέρ της εταιρείας (289 ΚΠολΔ).

    Κατάθεση Προτάσεων πριν τη διαγραφή

    Εάν η εταιρεία έχει καταθέσει Προτάσεις σε εκκρεμή δίκη πριν την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, η διαδικασία που προηγήθηκε είναι απολύτως νόμιμη, καθώς κατά τον χρόνο των δικονομικών πράξεων η εταιρεία είχε ακόμη νομική προσωπικότητα.

    Η λύση και η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης μετά την κατάθεση Προτάσεων, αλλά πριν την έκδοση οριστικής απόφασης, δεν καθιστά τη διαδικασία της δίκης άκυρη, ούτε επιφέρει αυτοδικαίως ανυπαρξία της εκκρεμούς αγωγής.

    Η Διαδικασία Αναβίωσης

    Η αναβίωση της εταιρείας που έχει διαγραφεί από το Γ.Ε.ΜΗ. ακολουθεί συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία πλέον ρυθμίζεται και από τη φορολογική νομοθεσία:

    1. Αίτηση επανεγγραφής – Υποβάλλεται αίτηση στο Γ.Ε.ΜΗ. για επανεγγραφή της επιχείρησης με σκοπό την αναβίωση και τη θέση της σε εκκαθάριση.
    2. Θέση σε εκκαθάριση – Η εταιρεία επαναφέρεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, με τους ίδιους ή νέους εκκαθαριστές, ενώ η εκπροσώπηση αναλαμβάνεται εκ νέου από αυτούς.
    3. Συνέχιση δικών – Μετά την αναβίωση, ο εκκαθαριστής επαναλαμβάνει τη δίκη στο όνομα της εταιρείας, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης.
    4. Ισολογισμός – Συντάσσεται ισολογισμός λήξης εκκαθάρισης, ο οποίος αποτελεί ισολογισμό έναρξης του αναβιώσαντος νομικού προσώπου. Μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών εκκαθάρισης και την εκ νέου διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ., ολοκληρώνεται και η φορολογική διαδικασία διακοπής εργασιών.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αναβίωση εταιρείας μετά την λύση και εκκαθάριση.

    Διασυνοριακοί Μετασχηματισμοί Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

    Οι διασυνοριακοί μετασχηματισμοί εταιρειών ρυθμίζονται από την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2121, η οποία τροποποίησε την προγενέστερη Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132.

    Η ενσωμάτωσή της παραπάνω Οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο έγινε με τον Ν. 5055/2023, ο οποίος προσέθεσε νέα κεφάλαια στον Νόμο 4601/2019 (περί Διάσπασης, Μετατροπής και Συγχώνευσης Ελληνικών Εταιρειών) και, συνεπώς, το ενωσιακό πλαίσιο για τις διασυνοριακές μετατροπές, συγχωνεύσεις και διασπάσεις καθώς και για τη διασυνοριακή κινητικότητα των κεφαλαιουχικών εταιρειών, εισήχθη στην ελληνική έννομη σφαίρα.

    Αιτιολογική Βάση

    Σκοπός του Ν. 5055/2023 είναι η άρση των περιορισμών στην ελευθερία εγκατάστασης των εταιρειών στην εσωτερική αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της ρύθμισης των διασυνοριακών μετασχηματισμών και της προστασίας των ενδιαφερομένων μερών.

    Η αιτιολογική έκθεση του νόμου, εξηγεί ότι η ανάγκη αυτή προέκυψε από την ελλιπή εναρμόνιση των κανόνων για τις διασυνοριακές μετατροπές και διασπάσεις, καθώς μέχρι την Οδηγία 2019/2121 μόνο οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις ρυθμίζονταν σε ενωσιακό επίπεδο.

    Η νομολογία του ΔΕΕ, ιδίως οι υποθέσεις Cartesio, VALE και Polbud, είχε ήδη αναγνωρίσει ότι η μεταφορά της καταστατικής έδρας και η μετατροπή εταιρίας σε εταιρία άλλου κράτους μέλους εμπίπτουν στην ελευθερία εγκατάστασης. Ωστόσο, η απουσία ενιαίου νομοθετικού πλαισίου δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου και επέτρεπε στα κράτη μέλη να επιβάλλουν περιορισμούς που συχνά λειτουργούσαν αποτρεπτικά.

    Περαιτέρω, στο δεύτερο άρθρο του νόμου ορίζεται το αντικείμενό του, το οποίο είναι η συστηματοποίηση του δικαίου εταιρικών μετασχηματισμών σε ένα ενιαίο νομοθέτημα, μέσω της συμπλήρωσης του Ν. 4601/2019.

    Η αιτιολογική έκθεση επισημαίνει ότι ο Ν. 4601/2019 είχε ήδη εισαγάγει ένα σύγχρονο πλαίσιο για τους εσωτερικούς μετασχηματισμούς, αλλά δεν κάλυπτε τις διασυνοριακές διασπάσεις και μετατροπές. Η ενσωμάτωση της Οδηγίας απαιτούσε την προσθήκη νέων κεφαλαίων, ώστε το ελληνικό δίκαιο να καταστεί πλήρως συμβατό με το ενωσιακό.

    Διασυνοριακές Συγχωνεύσεις Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

    Ως “διασυνοριακή συγχώνευση” νοείται η συγχώνευση στην οποία συμμετέχει τουλάχιστον μία ημεδαπή και μία αλλοδαπή κεφαλαιουχική εταιρεία, με την τελευταία να έχει συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους της ΕΕ.

    Συγχώνευση θεωρείται κάθε πράξη κατά την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες μεταβιβάζουν, μετά από λύση χωρίς εκκαθάριση, το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων και υποχρεώσεων σε άλλη εταιρεία, είτε προϋπάρχουσα είτε νεοσυσταθείσα, με αντάλλαγμα τη χορήγηση εταιρικών συμμετοχών στους μετόχους ή εταίρους των συγχωνευόμενων εταιρειών.

    Εξαιρούνται εταιρείες συλλογικών επενδύσεων κεφαλαίων που λειτουργούν βάσει της αρχής της διασποράς κινδύνων και των οποίων τα μερίδια εξαγοράζονται ή εξοφλούνται από τα περιουσιακά τους στοιχεία.

    Κατάρτιση Κοινού Σχεδίου Διασυνοριακής Συγχώνευσης

    Η διαδικασία εκκινά με την κατάρτιση κοινού σχεδίου διασυνοριακής συγχώνευσης από τα διοικητικά συμβούλια ή τους διαχειριστές των συμμετεχουσών εταιρειών.

    Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:

    • τη νομική μορφή,
    • την επωνυμία και την καταστατική έδρα κάθε εταιρείας,
    • τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών,
    • το ποσό πληρωμής σε μετρητά, τον τρόπο διάθεσης των εταιρικών συμμετοχών της νέας εταιρείας,
    • τις επιπτώσεις στην απασχόληση,
    • τα δικαιώματα των μετόχων με ειδικά δικαιώματα,
    • τα ειδικά πλεονεκτήματα για μέλη διοικητικών οργάνων, καθώς και
    • τις διασφαλίσεις για τους πιστωτές.

    Τέλος, περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση της νέας εταιρείας, εφόσον απαιτείται.

    Δημοσιότητα και Ενημέρωση Ενδιαφερομένων

    Το κοινό σχέδιο διασυνοριακής συγχώνευσης καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη γενική συνέλευση που θα αποφασίσει για τη συγχώνευση.

    Εξάλλου, δημοσιεύεται υποχρεωτικά ανακοίνωση που ενημερώνει μετόχους, πιστωτές και εργαζόμενους για τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων. Η έκθεση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η οποία αξιολογεί το σχέδιο συγχώνευσης, τίθεται επίσης στη διάθεση των ενδιαφερομένων. Όλα τα σχετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα ηλεκτρονικά και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

    Έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου και Εμπειρογνωμόνων

    Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές της ημεδαπής εταιρείας συντάσσουν έκθεση προς τους μετόχους και τους εργαζόμενους, στην οποία αναλύονται οι νομικές και οικονομικές πτυχές της συγχώνευσης και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους.

    Η έκθεση περιλαμβάνει διακριτά τμήματα για μετόχους και εργαζόμενους, ενώ επισυνάπτεται και η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, εφόσον υπάρχει.

    Επιπροσθέτως, συντάσσεται έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία αξιολογεί το χρηματικό αντάλλαγμα και τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών, λαμβάνοντας υπόψη την αγοραία τιμή ή την αξία των εταιρειών, με χρήση γενικά αποδεκτών μεθόδων αποτίμησης.

    Έγκριση από τη Γενική Συνέλευση και Προστασία Μετόχων

    Η διασυνοριακή συγχώνευση προϋποθέτει απόφαση της γενικής συνέλευσης της ημεδαπής εταιρείας, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία. Οι μέτοχοι που διαφωνούν με το σχέδιο συγχώνευσης έχουν το δικαίωμα να διαθέσουν τις εταιρικές τους συμμετοχές έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, εφόσον ως αποτέλεσμα της συγχώνευσης θα λάβουν συμμετοχές σε εταιρεία άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε.

    Παρέχεται επίσης η δυνατότητα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του χρηματικού ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους τους μετόχους που άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.

    Προστασία Πιστωτών και Εργαζομένων

    Οι πιστωτές της ημεδαπής εταιρείας έχουν το δικαίωμα, εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του σχεδίου συγχώνευσης, να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω της συγχώνευσης.

    Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει δήλωση για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, με στόχο τη διασφάλιση της δυνατότητας της νέας εταιρείας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.

    Ταυτόχρονα, εφαρμόζονται οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων, ενώ προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή τους στη διοίκηση της νέας εταιρείας, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.

    Προληπτικός Έλεγχος Νομιμότητας και Πιστοποιητικό

    Η διαδικασία της διασυνοριακής συγχώνευσης υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από τη Διεύθυνση Εταιρειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου. Η αναφερόμενη αρμόδια αρχή χορηγεί στις ημεδαπές εταιρείες που μετέχουν στη συγχώνευση πιστοποιητικό, με το οποίο βεβαιώνεται η συμμόρφωση με τους σχετικούς όρους και η ορθή εκτέλεση των διαδικασιών και διατυπώσεων.

    Ο έλεγχος περιλαμβάνει και την αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών της συγχώνευσης, με δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας.

    Ολοκλήρωση και Αποτελέσματα της Διασυνοριακής Συγχώνευσης

    Η διασυνοριακή συγχώνευση ολοκληρώνεται με την καταχώριση της σχετικής πράξης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο.

    Από την ημερομηνία καταχώρισης, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων των συγχωνευόμενων εταιρειών μεταβιβάζεται στη νέα εταιρεία, οι μέτοχοι ή εταίροι γίνονται μέτοχοι ή εταίροι της νέας εταιρείας και οι συγχωνευόμενες εταιρείες παύουν να υφίστανται.

    Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας μεταφέρονται στη νέα εταιρεία, ενώ η διασυνοριακή συγχώνευση που έχει ολοκληρωθεί δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα επιβολής άλλων μέτρων και κυρώσεων σύμφωνα με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.

    Διασυνοριακές Διασπάσεις Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

    Ως “διασυνοριακή διάσπαση” νοείται η πράξη κατά την οποία μία κεφαλαιουχική εταιρεία, με έδρα σε κράτος μέλος της ΕΕ, μεταβιβάζει το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών της στοιχείων και υποχρεώσεων σε μία ή περισσότερες εταιρείες που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο άλλων κρατών μελών.

    Η διάσπαση μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως πλήρης ή μερική διάσπαση, ή απόσχιση κλάδου. Το πεδίο εφαρμογής εξαιρεί συγκεκριμένες κατηγορίες εταιρειών, όπως εταιρείες συλλογικών επενδύσεων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας.

    Κατάρτιση Κοινού Σχεδίου Διασυνοριακής Διάσπασης

    Η διαδικασία εκκινεί με την κατάρτιση κοινού σχεδίου διασυνοριακής διάσπασης από τα αρμόδια όργανα των εμπλεκόμενων εταιρειών.

    Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη νομική μορφή, την επωνυμία και την καταστατική έδρα κάθε εμπλεκόμενης εταιρείας, την κατανομή των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών, το ποσό πληρωμής σε μετρητά, καθώς και τις επιπτώσεις στην απασχόληση και τα δικαιώματα των μετόχων και των πιστωτών. Επίσης, περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση των νέων ή υφιστάμενων εταιρειών, εφόσον απαιτείται.

    Δημοσιότητα και Ενημέρωση Ενδιαφερομένων

    Το κοινό σχέδιο διασυνοριακής διάσπασης καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο αρμόδιο μητρώο τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήψη της σχετικής απόφασης από τη γενική συνέλευση.

    Επιπροσθέτως, υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης προς μετόχους, πιστωτές και εργαζόμενους σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων ή ενστάσεων. Η έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η οποία αξιολογεί το σχέδιο διάσπασης, τίθεται επίσης στη διάθεση των ενδιαφερομένων, ενώ τα σχετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα ηλεκτρονικά και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

    Έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου και Εμπειρογνωμόνων

    Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές της εταιρείας που διασπάται συντάσσουν έκθεση προς τους μετόχους και τους εργαζόμενους, στην οποία αναλύονται οι νομικές και οικονομικές πτυχές της διάσπασης και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους.

    Η έκθεση περιλαμβάνει διακριτά τμήματα για κάθε κατηγορία ενδιαφερομένων, ενώ επισυνάπτεται και η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, εφόσον υπάρχει, ενώ συντάσσεται έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία αξιολογεί τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών και το χρηματικό αντάλλαγμα, με βάση γενικά αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης.

    Έγκριση από τη Γενική Συνέλευση και Προστασία Μετόχων

    Η διασυνοριακή διάσπαση απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας που διασπάται, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία. Οι μέτοχοι που διαφωνούν με το σχέδιο διάσπασης έχουν το δικαίωμα να διαθέσουν τις εταιρικές τους συμμετοχές έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία.

    Παρέχεται επίσης η δυνατότητα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του χρηματικού ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους τους μετόχους που άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.

    Προστασία Πιστωτών και Εργαζομένων

    Οι πιστωτές έχουν το δικαίωμα, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από τη δημοσίευση του σχεδίου διάσπασης, να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω της διάσπασης. Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει δήλωση για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, με στόχο τη διασφάλιση της δυνατότητας των νέων ή υφιστάμενων εταιρειών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

    Οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων εφαρμόζονται αναλόγως, ενώ προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή τους στη διοίκηση, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.

    Προληπτικός Έλεγχος Νομιμότητας και Πιστοποιητικό

    Η διαδικασία της διασυνοριακής διάσπασης υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από την αρμόδια διοικητική αρχή. Η αρχή αυτή χορηγεί πιστοποιητικό συμμόρφωσης προς τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, με το οποίο βεβαιώνεται η τήρηση των σχετικών όρων και η ορθή εκτέλεση των διαδικασιών και διατυπώσεων.

    Ο έλεγχος περιλαμβάνει και την αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών της διάσπασης, με δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, εντός και εκτός της χώρας.

    Ολοκλήρωση και Αποτελέσματα της Διασυνοριακής Διάσπασης

    Η διασυνοριακή διάσπαση ολοκληρώνεται με την καταχώριση της σχετικής πράξης στο αρμόδιο μητρώο. Από την ημερομηνία καταχώρισης, τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται περιέρχονται στις νέες ή υφιστάμενες εταιρείες, ενώ οι μέτοχοι αποκτούν συμμετοχές στις εταιρείες αυτές, σύμφωνα με τους όρους του σχεδίου διάσπασης.

    Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας μεταφέρονται στις νέες ή υφιστάμενες εταιρείες, ενώ η ολοκληρωμένη διασυνοριακή διάσπαση δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα επιβολής άλλων μέτρων και κυρώσεων κατά τις διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου.

    Διασυνοριακές Μετατροπές Κεφαλαιουχικών Εταιρειών

    Ως “διασυνοριακή μετατροπή” νοείται η πράξη κατά την οποία μία κεφαλαιουχική εταιρεία, με έδρα σε κράτος μέλος της ΕΕ, μετατρέπει τη νομική της μορφή και/ή μεταφέρει την καταστατική της έδρα σε άλλο κράτος μέλος, διατηρώντας τη νομική της προσωπικότητα.

    Το πεδίο εφαρμογής εξαιρεί συγκεκριμένες κατηγορίες εταιρειών, όπως εταιρείες συλλογικών επενδύσεων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας.

    Κατάρτιση Σχεδίου Διασυνοριακής Μετατροπής

    Η διαδικασία εκκινεί με την κατάρτιση σχεδίου διασυνοριακής μετατροπής από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας. Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη νομική μορφή, την επωνυμία και την καταστατική έδρα πριν και μετά τη μετατροπή, τα δικαιώματα των μετόχων και των πιστωτών, τις επιπτώσεις στην απασχόληση, καθώς και τις διασφαλίσεις για τους εργαζόμενους και τους πιστωτές.

    Επίσης, περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση της εταιρείας μετά τη μετατροπή, εφόσον απαιτείται.

    Δημοσιότητα και Ενημέρωση Ενδιαφερομένων

    Το σχέδιο διασυνοριακής μετατροπής καταχωρίζεται και δημοσιεύεται στο αρμόδιο μητρώο τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήψη της σχετικής απόφασης από τη γενική συνέλευση.

    Και στην περίπτωση αυτή, όπως παραπάνω, παρέχεται ενημέρωση προς μετόχους, πιστωτές και εργαζόμενους σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων ή ενστάσεων. Η έκθεση ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, η οποία αξιολογεί το σχέδιο μετατροπής, τίθεται επίσης στη διάθεση των ενδιαφερομένων, ενώ τα σχετικά έγγραφα είναι προσβάσιμα ηλεκτρονικά και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

    Έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου και Εμπειρογνωμόνων

    Το διοικητικό συμβούλιο ή οι διαχειριστές της εταιρείας συντάσσουν έκθεση προς τους μετόχους και τους εργαζόμενους, στην οποία αναλύονται οι νομικές και οικονομικές πτυχές της μετατροπής και οι συνέπειες για τους εργαζόμενους.

    Η έκθεση περιλαμβάνει διακριτά τμήματα για κάθε κατηγορία ενδιαφερομένων, ενώ επισυνάπτεται και η γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων, εφόσον υπάρχει. Επιπλέον, συντάσσεται έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η οποία αξιολογεί τη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών και το χρηματικό αντάλλαγμα, με βάση γενικά αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης.

    Έγκριση από τη Γενική Συνέλευση και Προστασία Μετόχων

    Η διασυνοριακή μετατροπή απαιτεί απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας, η οποία λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία. Οι μέτοχοι που διαφωνούν με το σχέδιο μετατροπής έχουν το δικαίωμα να διαθέσουν τις εταιρικές τους συμμετοχές έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία.

    Προβλέπεται, εξάλλου, το δικαίωμα δικαστικής προσβολής της σχέσης ανταλλαγής ή του χρηματικού ανταλλάγματος, με την τελεσίδικη απόφαση να ισχύει για όλους τους μετόχους που άσκησαν το σχετικό δικαίωμα.

    Προστασία Πιστωτών και Εργαζομένων

    Οι πιστωτές έχουν το δικαίωμα, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από τη δημοσίευση του σχεδίου μετατροπής, να ζητήσουν κατάλληλες εγγυήσεις, εφόσον αποδεικνύουν ότι διακυβεύεται η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους λόγω της μετατροπής. Το διοικητικό συμβούλιο συντάσσει δήλωση για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας, με στόχο τη διασφάλιση της δυνατότητας της εταιρείας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της μετά τη μετατροπή.

    Οι κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων προβλέπονται υποχρεωτικά και στην περίπτωση αυτή, εόπως επίσης και ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή τους στη διοίκηση, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο.

    Προληπτικός Έλεγχος Νομιμότητας και Πιστοποιητικό

    Η διαδικασία της διασυνοριακής μετατροπής υπόκειται σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας από την αρμόδια διοικητική αρχή. Η αρχή αυτή χορηγεί πιστοποιητικό συμμόρφωσης προς την εταιρεία, με το οποίο βεβαιώνεται η τήρηση των σχετικών όρων και η ορθή εκτέλεση των διαδικασιών και διατυπώσεων.

    Ο έλεγχος περιλαμβάνει και την αξιολόγηση ενδεχόμενων καταχρηστικών ή δόλιων σκοπών της μετατροπής, με δυνατότητα συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, εντός και εκτός της χώρας.

    Ολοκλήρωση και Αποτελέσματα της Διασυνοριακής Μετατροπής

    Η διασυνοριακή μετατροπή ολοκληρώνεται με την καταχώριση της σχετικής πράξης στο αρμόδιο μητρώο. Από την ημερομηνία καταχώρισης, η εταιρεία συνεχίζει να υφίσταται υπό τη νέα νομική μορφή και/ή με νέα καταστατική έδρα, διατηρώντας τη νομική της προσωπικότητα.

    Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας διατηρούνται, ενώ η ολοκληρωμένη διασυνοριακή μετατροπή δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρη χωρίς να θίγεται η δυνατότητα επιβολής άλλων μέτρων και κυρώσεων κατά τις διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους διασυνοριακούς μετασχηματισμούς εταιρειών.

    Λήξη Της Ιδιότητας Διαχειριστή ΟΕ & Η Περίπτωση Της Ανάκλησης

    Από τους λόγους που επιφέρουν λήξη της ιδιότητας του διαχειριστή μιας ομόρρυθμης εταιρείας (ΟΕ) άλλοι είναι κοινοί για όλα τα είδη της διαχείρισης και άλλοι διαφέρουν ανάλογα με το αν πρόκειται για διαχειριστές από το νόμο ή το καταστατικό.

    Ειδικότερα, τη λήξη της διαχειριστικής ιδιότητας επιφέρει σε κάθε περίπτωση:

    • η λύση της εταιρείας, αφού τότε λήγει η διαχειριστική εξουσία και αρχίζει η εξουσία των εκκαθαριστών (άρθρο 777 εδ. 2 ΑΚ, που εφαρμόζεται διασταλτικά και αναλογικά),
    • ο θάνατος, η δικαστική συμπαράσταση και η πτώχευση του διαχειριστή,
    • η αποβολή για οποιονδήποτε λόγο. πέρα της λύσης της εταιρείας, της εταιρικής ιδιότητας του εταίρου – διαχειριστή και συγκεκριμένα με την έξοδο και τον αποκλεισμό του από την εταιρεία,
    • η παραίτηση του διαχειριστή (η οποία μπορεί να συνοδεύεται και από αποχώρηση από την εταιρεία) και τέλος
    • η ανάκληση του διαχειριστή για την περίπτωση της καταστατικής διαχείρισης.
    Συνέπειες Ανάκλησης

    Οι συνέπειες της ανάκλησης επέρχονται με την κοινοποίηση της απόφασης στον ανακαλούμενο διαχειριστή (απευθυντέα δήλωση βούλησης).

    Περαιτέρω, διακρίνονται οι εξής περιπτώσεις:

    • Αν ο ανακληθείς είναι σύμφωνα με το καταστατικό ο μόνος διαχειριστής της εταιρείας, πρέπει να ισχύσει στο εξής η νόμιμη, δηλαδή η ατομική διαχείριση.
    • Αν η διαχείριση έχει ανατεθεί από το καταστατικό σε περισσότερους εταίρους, με την έννοια ότι πρέπει να ενεργούν μόνον από κοινού, και ανακληθεί κάποιος από αυτούς, τότε η διαχείριση πρέπει να συνεχιστεί από κοινού από τους υπόλοιπους διαχειριστές.
    • Αν η διαχείριση έχει ανατεθεί από το καταστατικό σε περισσότερους εταίρους, με την έννοια ότι κάθε διαχειριστής μπορεί να ενεργεί και μόνος, η ανάκληση ενός από αυτούς δεν επηρεάζει την εξουσία των υπολοίπων, οι οποίοι πρέπει να συνεχίσουν κανονικά την άσκηση της διαχειριστικής τους εξουσίας, συνεχίζει δηλαδή να ισχύει η (καταστατική) ατομική διαχείριση, χωρίς τη συμμετοχή του ανακληθέντος διαχειριστή.

    Σε περίπτωση μη ύπαρξης διαχειριστών, διότι ανακλήθηκαν ή παραιτήθηκαν όλοι, αναβιώνει η νόμιμη διαχείριση.

    Καταστατική Διαχείριση

    Περαιτέρω, όταν πρόκειται για καταστατική διαχείριση, δηλαδή όταν η εξουσία για τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ανατέθηκε στον διαχειριστή με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων και αντίστοιχη τροποποίηση του καταστατικού και δημοσίευσή του στο ΓΕΜΗ, η εξουσία του μπορεί να παύσει και με την ανάκλησή του.

    Ανάκληση διαχειριστή δεν είναι δυνατόν να υπάρξει πάντως, όταν ισχύει διαχείριση της εταιρείας εκ του νόμου.

    Η απόφαση για την ανάκληση του διαχειριστή πρέπει να ληφθεί από όλους τους άλλους εταίρους, ομόφωνα, εκτός αν έχει προβλεφθεί στο καταστατικό ότι μπορεί αυτή να ληφθεί και με πλειοψηφία.

    Για να ισχύσει η ανάκληση του διαχειριστή έναντι των τρίτων, πρέπει να τύχει της δέουσας δημοσίευσης, δηλαδή να καταχωρισθεί αυτή στο ΓΕΜΗ και να δημοσιευθεί στο διαδικτυακό τόπο του ΓΕΜΗ (άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 3419/2005).

    Ουσιαστική προϋπόθεση για την ανάκληση διαχειριστή ομόρρυθμης εταιρείας είναι, κατά την κρατούσα γνώμη, να υπάρχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος να τη δικαιολογεί (άρθρο 752 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 757 ΑΚ).

    Ως σπουδαίος λόγος μπορεί να θεωρηθεί η σοβαρή παράβαση των καθηκόντων του διαχειριστή, η ανικανότητά του για τακτική διαχείριση κλπ. Κατά συνέπεια, αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, η προηγηθείσα ανάκληση είναι άκυρη.

    Ορισμός Νέου Διαχειριστή

    Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ “Αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση του νομικού προσώπου, ή, αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου, ο πρόεδρος των πρωτοδικών διορίζει προσωρινή διοίκηση ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον“.

    Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από τη γενικότητα της διατυπώσεώς της, εφαρμόζεται σε κάθε είδους νομικό πρόσωπο, και συνεπώς και στις εμπορικές εταιρίες κάθε μορφής, μεταξύ των οποίων και οι ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες.

    Περαιτέρω, οι διατάξεις του ν. 4072/2012 δεν προβλέπουν κάποια ειδικότερη ρύθμιση για την ανάκληση του ορισθέντος στην εταιρική σύμβαση διαχειριστή και τις συνέπειες αυτής.

    Το κενό θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συμπληρώνεται με την αναλογική εφαρμογή του άρθρ. 752 ΑΚ, το οποίο, μαζί με τις λοιπές διατάξεις των άρθρ. 741-784 του ΑΚ για την αστική εταιρία, πλην εκείνων των άρθρ. 758 και 761, εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην ομόρρυθμη εταιρεία, συμπληρωματικά και εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ειδικότερες ρυθμίσεις του ν. 4072/2012, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρ. 249 παρ. 2 του ίδιου νόμου.

    Επομένως, η ανάκληση του ορισθέντος στην εταιρική σύμβαση διαχειριστή θα μπορεί να γίνει δυνάμει του άρθρ. 752 ΑΚ, ήτοι με την λήψη ομόφωνης απόφασης από τους λοιπούς εταίρους, ένεκα σπουδαίου λόγου, η οποία απευθύνεται στον διαχειριστή και επιφέρει τα αποτελέσματά της αμέσως μετά την λήψη της από αυτόν.

    Σε αυτή την περίπτωση, κι εφόσον δεν προβλέπεται κάτι διαφορετικό στην εταιρική σύμβαση, θα αναβιώνει η νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση, η οποία ταυτίζεται με την ατομική διαχείριση όλων των εταίρων.

    Ελλείψει, δηλαδή, ειδικότερης ή άλλης ρύθμισης για την ανάκληση του καταστατικού διαχειριστή και τις συνέπειές της, η άποψη που είχε επικρατήσει υπό την ισχύ του καταργηθέντος προηγούμενου Εμπορικού Νόμου περί αναβίωσης της νόμιμης, ήτοι ατομικής διαχείρισης όλων των εταίρων σε περίπτωση ανάκλησης του ορισθέντος διά του καταστατικού διαχειριστή, εξακολουθεί να βρίσκει νόμιμο έρεισμα εφαρμογής και υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων του ν. 4072/2012.

    Στην περίπτωση αυτή, ο κάθε εταίρος, συμπεριλαμβανομένου του ανακληθέντος, θα μπορεί πλέον, αμέσως μετά την επίδοση της ανάκλησης, να προβαίνει μόνος του (και όχι μόνον σε σύμπραξη με τους υπόλοιπους) σε πράξεις εσωτερικής διαχείρισης ή εκπροσώπησης της εταιρίας, αλλά το δικαίωμά του αυτό εξισορροπείται από το δικαίωμα εναντίωσης των άλλων συνεταίρων του.

    Ερμηνεία

    Σύμφωνα με την ΑΠ 1333/2017, στις περιπτώσεις της ομόρρυθμης και ετερόρρυθμης εταιρείας πρόκειται για ενώσεις προσώπων κατ’ εξοχήν προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα.

    Επομένως, μεταξύ άλλων, ισχύει η βασική αρχή της αυτοδιαχείρισης και η έξωθεν επιβολή μιας δοτής διοίκησης εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για τους ομόρρυθμους εταίρους (λόγω της απεριόριστης ευθύνης τους για τα εταιρικά χρέη) και δεν συμβιβάζεται με το έντονα προσωπικό και εμπιστευτικό στοιχείο που πρέπει να επικρατεί στις εσωτερικές σχέσεις μιας προσωπικής εταιρίας.

    Τούτο διότι προκειμένου η ύπαρξη και λειτουργία της να μη στερείται νοήματος, για να έχουμε έλλειψη διοίκησης, όπως την εννοεί το άρθρο 69 του ΑΚ, πρέπει να κωλύονται όλοι οι ομόρρυθμοι εταίροι και το καταστατικό να μην προβλέπει αναπλήρωσή τους ή, αν πρόκειται για σύγκρουση συμφερόντων, πρέπει να συγκρούονται τα συμφέροντα όλων των ομορρύθμων εταίρων με τα συμφέροντα της εταιρίας.

    Εξάλλου, η διαχείριση στην ομόρρυθμη εταιρία ρυθμίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 254 του ν. 4072/2012. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δικαίωμα και υποχρέωση διαχείρισης έχουν όλοι οι εταίροι.

    Σε αντίθεση με την αστική εταιρία όπου ισχύει η αρχή της συλλογικής διαχείρισης, στην ομόρρυθμη εταιρία ισχύει η αρχή της ατομικής διαχείρισης, δηλαδή κάθε εταίρος διαχειριστής μπορεί για λόγους ταχείας λήψης αποφάσεων, να ενεργεί μόνος διαχειριστικές πράξεις, χωρίς τη συγκατάθεση άλλων (νόμιμη διαχείριση (άρθρο 254 παρ. 2).

    Η εταιρική σύμβαση μπορεί να θέσει άλλους τρόπους διαχείρισης και λήψης των αποφάσεων (ολικός ή μερικός αποκλεισμός ορισμένων εταίρων, συλλογική διαχείριση).

    Όμως, σε περίπτωση επείγοντος, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 751 ΑΚ, κάθε εταίρος διαχειριστής ή μη διαχειριστής μπορεί να λάβει μόνος του τα δέοντα μέτρα.

    Ταυτόχρονα, προβλέπεται δικαίωμα εναντίωσης σε κάθε εταίρο διαχειριστή στην ενέργεια μιας πράξης πριν την εκτέλεσή της, ως αντίβαρο στην ευρεία εξουσία του διαχειριστή στα πλαίσια της ατομικής διαχείρισης (άρθρο 254 παρ. 2 εδ. 2).

    Η τέλεση όμως της πράξης παρά την εναντίωση δεν επιδρά στο κύρος της (αναλογική εφαρμογή παρ. 3 εδ. 3 του άρθρου 257). Γεννάται μόνο υποχρέωση αποζημίωσης, ενδεχομένως, αν η τέλεση της πράξης αποτελεί παράβαση της προς τα έσω διαχειριστικής εξουσίας του εταίρου.

    Περαιτέρω, κατ’ αναλογία της ατομικής διαχείρισης, για λόγους ταχείας σύναψης συναλλαγών ισχύει ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, κατά τον οποίο κάθε εταίρος έχει εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας (§1 άρθρο 257).

    Η εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπει άλλο τρόπο εκπροσώπησης από τον οριζόμενο στο νόμο (καταστατική εκπροσώπηση).

    Έτσι μπορεί να προβλέπεται συλλογική εκπροσώπηση όλων ή ορισμένων εταίρων, ή αποκλεισμός όλων πλην ενός.

    Στην περίπτωση κατά την οποία με το καταστατικό της εταιρείας η εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης ανατέθηκε σε ένα ή περισσότερους εταίρους ή και σε όλους τους εταίρους από κοινού (καταστατική διαχείριση), αν ο διαχειριστής βρίσκεται σε πραγματική ή νομική αδυναμία να διαχειρίζεται τις εταιρικές υποθέσεις (π.χ. μακρά απουσία ή, εξομοιούμενη με αυτήν, αδιαφορία και αμέλεια περί την εκπλήρωση των καθηκόντων του ή προστριβές και αγεφύρωτες διχογνωμίες ανάμεσα στα μέλη της διοίκησης), γίνεται δεκτό ότι υφίσταται, μεν, έλλειψη καταστατικής διαχείρισης, πλην όμως η εταιρεία δεν βρίσκεται, χωρίς άλλο, σε κατάσταση παντελούς έλλειψης διαχείρισης, διότι αν το καταστατικό δεν προβλέπει αναπλήρωση της διαχείρισης που λείπει και οι εταίροι δεν συμφωνήσουν στην αντικατάσταση της “ελλείπουσας” διοίκησης, αναβιώνει η νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση, δηλαδή η εξουσία διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας από τον κάθε ομόρρυθμο εταίρο.

    Η έλλειψη της καταστατικής διαχείρισης κατά την προεκτεθείσα έννοια, που συνεπάγεται την αναβίωση της νόμιμης διαχείρισης, αποτελεί ζήτημα πραγματικό που πρέπει να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο κατά τρόπο άμεσο και απόλυτα πειστικό, με την προσκομιδή πρόσφορων στοιχείων.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη λήξη της ιδιότητας του διαχειριστή Ο.Ε. και την περίπτωση της ανάκλησής του.

    Έκτακτος Έλεγχος Ανώνυμης Εταιρείας Από Τη Μειοψηφία

    Το δικαίωμα για αίτηση έκτακτου ελέγχου Ανώνυμης Εταιρείας τυποποιείται στα δικαιώματα της μειοψηφίας της ΑΕ και ευδοκιμεί εφόσον πιθανολογούνται πράξεις που παραβιάζουν διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού της εταιρείας ή αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Ειδικότερα:

    Νομικό Πλαίσιο
    Αίτηση Για Έκτακτο Έλεγχο

    Σύμφωνα με το άρθρο 142 του Ν. 4548/2018 δικαίωμα να ζητήσουν έκτακτο έλεγχο της εταιρείας από το δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχουν:

    • Μέτοχοι της εταιρείας που αντιπροσωπεύουν το ένα εικοστό (1/20) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου («Μικρή Μειοψηφία»).
    • Μέτοχοι της εταιρείας, που εκπροσωπούν το ένα πέμπτο (1/5) του καταβεβλημένου κεφαλαίου («Μεγάλη Μειοψηφία»).

    Στην πρώτη περίπτωση, δλδ της μικρής μειοψηφίας, ο έλεγχος διατάσσεται, αν πιθανολογούνται πράξεις που παραβιάζουν διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού της εταιρείας ή αποφάσεις της γενικής συνέλευσης.

    Στην δεύτερη περίπτωση, της μεγάλης μειοψηφίας,οι μέτοχοι δικαιούνται να ζητήσουν από το δικαστήριο τον έλεγχο της εταιρείας, εφόσον από την όλη πορεία αυτής, αλλά και με βάση συγκεκριμένες ενδείξεις, καθίσταται πιστευτό ότι η διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση.

    Πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

    • Το καταστατικό μπορεί να μειώσει, όχι όμως πέραν του μισού, το ποσοστό του καταβεβλημένου κεφαλαίου που απαιτείται για την άσκηση του δικαιώματος ελέγχου.
    • Η αίτηση ελέγχου της μικρής μειοψηφίας πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε 3 έτη από την έγκριση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της χρήσης, εντός της οποίας τελέστηκαν οι καταγγελλόμενες πράξεις.
    • Το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι η εκπροσώπηση των αιτούντων μετόχων της μεγάλης μειοψηφίας στο διοικητικό συμβούλιο, δεν δικαιολογεί την αίτηση ελέγχου.
    Διενέργεια Έκτακτου ελέγχου

    Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 143 του Ν. 4548/2018 για τη διενέργεια του έκτακτου ελέγχου το δικαστήριο αναθέτει τη διενέργεια του έκτακτου ελέγχου σε έναν τουλάχιστον ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία.

    Επίσης, το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, ιδιαίτερα το μέγεθος της εταιρείας, τις καταγγελλόμενες πράξεις και τις αναμενόμενες ελεγκτικές εργασίες, μπορεί, αντί για ορκωτό ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτική εταιρεία, να διορίσει ως ελεγκτές κατόχους άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄ τάξης οι οποίοι είναι μέλη του Οικονομικού Επιμελητηρίου.

    Για την αξιολόγηση της νομιμότητας ή της χρηστότητας της διαχείρισης, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει ως πρόσθετους ελεγκτές και άλλα πρόσωπα με ειδικές προς τούτο γνώσεις. Αν δεν ορίσει κάτι άλλο η απόφαση του δικαστηρίου, οι διοριζόμενοι ελεγκτές έχουν τα δικαιώματα πληροφόρησης και το καθήκον εχεμύθειας, που έχουν και οι τακτικοί ελεγκτές.

    Επίσης, η απόφαση του δικαστηρίου ορίζει και την αμοιβή των ελεγκτών, η οποία καταβάλλεται από τον αιτούντα μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου. Το δικαστήριο όμως μπορεί να επιρρίψει στην εταιρεία το σύνολο ή μέρος της αμοιβής των ελεγκτών ή να ορίσει ότι ο αιτών θα την προκαταβάλει και θα την αναζητήσει από την εταιρεία. Η αμοιβή υπόκειται σε αναθεώρηση μετά τη διενέργεια του ελέγχου, με αίτηση του ελεγκτή ή του βαρυνόμενου με την καταβολή της.

    Οι ελεγκτές οφείλουν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, να περατώσουν το έργο που τους ανατέθηκε και να υποβάλουν την έκθεσή τους στην ελεγχόμενη εταιρεία και στο πρόσωπο που ζήτησε τον έλεγχο.

    Το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να θέσει υπόψη των μετόχων την έκθεση των ελεγκτών το αργότερο στην αμέσως επόμενη γενική συνέλευση. Αν οι ελεγκτές διαπιστώνουν παραβάσεις που τιμωρούνται ποινικά, οφείλουν να υποβάλουν την έκθεσή τους και στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.

    Τέλος, το δικαστήριο μπορεί να τάξει προθεσμία για τη διενέργεια του ελέγχου, καθώς και να αντικαταστήσει τους ελεγκτές που διορίσθηκαν.

    Ερμηνεία

    Με την ανωτέρω διάταξη του άρθ. 142 ν. 4548/2018, καθιερώνεται το δικαίωμα των μετόχων που αντιπροσωπεύουν τη μειοψηφία του 1/20 και του 1/5 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρείας, με τις ειδικότερες διακρίσεις που εκτίθενται, να ζητήσουν από το αρμόδιο δικαστήριο της έδρας της εταιρείας να διαταχθεί ο έκτακτος έλεγχος της εταιρείας.

    Το παραπάνω δικαίωμα, αποβλέπει καταρχήν στη συγκέντρωση στοιχείων για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά εταιρικών οργάνων, στην αναζήτηση τυχόν ευθυνών τους, αλλά και γενικότερα στην ενημέρωση της γενικής συνέλευσης σχετικά με τον τρόπο άσκησης της διαχείρισης και η άσκηση του οποίου δεν εμποδίζεται από την έγκριση του ισολογισμού ή την απαλλαγή του διοικητικού συμβουλίου από την ευθύνη του με απόφαση στην οποία συμμετείχαν και οι αιτούντες.

    Έλεγχος Μικρής Μειοψηφίας

    Ειδικότερα, προϋπόθεση ασκήσεως δικαιώματος ελέγχου από τη «μικρή μειοψηφία» (που αντιπροσωπεύει το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου) είναι η καταγγελία συγκεκριμένων πράξεων, από τις οποίες πιθανολογείται η παραβίαση διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, με σκοπό, κατά κύριο λόγο, την προστασία των συμφερόντων των ενδιαφερομένων προσώπων και ιδιαίτερα της μειοψηφίας των μετόχων.

    Ο έκτακτος έλεγχος, λοιπόν, της «μικρής μειοψηφίας» περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας (χρηστότητας), ήτοι περιορίζεται μόνο στην εξακρίβωση παραβάσεων (σχετικές προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων) ων διατάξεων των νόμων ή του καταστατικού ή αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της ανωνύμου εταιρείας, όπως είναι η απόκρυψη κερδών, οι λογιστικές παραλείψεις και αταξίες. Η αξιούμενη πιθανολόγηση στην περίπτωση αυτή δεν έχει ως αντικείμενο τον νομικό χαρακτηρισμό των επικαλούμενων γεγονότων ως παράβασης.

    Ο νομικός χαρακτηρισμός γίνεται από το δικαστήριο κατά την υπαγωγική μέθοδο και δεν υπόκειται στην αξιολογική εκτίμηση του πιθανού, διότι αντικείμενο της πιθανολόγησης είναι μόνο πραγματικά γεγονότα.

    Έλεγχος Μεγάλης Μειοψηφίας

    Αντίστοιχα, για την άσκηση του δικαιώματος ελέγχου που ζητείται από τη «μεγάλη μειοψηφία» (που αντιπροσωπεύει το 1/5 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου), δεν απαιτείται να γίνει επίκληση πράξης που πιθανολογεί παράβαση νόμου, του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, αλλά αρκεί να προταθεί ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης «καθίσταται πιστευτόν εκ της όλης πορείας των εταιρικών υποθέσεων ότι η διοίκηση της εταιρίας δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διοίκηση».

    Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δηλαδή, πρέπει να γίνεται επίκληση και απόδειξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν μη χρηστή και ασύνετη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων που αναφέρονται στις συναλλαγές της εταιρίας με τρίτους ή στη διοίκηση του νομικού προσώπου της.

    Ο έκτακτος έλεγχος, λοιπόν, της μεγάλης μειοψηφίας δεν περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας (χρηστότητας), ήτοι δεν περιορίζεται μόνο στην εξακρίβωση παραβάσεων (σχετικώς προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων) των διατάξεων των νόμων ή του καταστατικού ή αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της ανωνύμου εταιρίας, όπως είναι η απόκρυψη κερδών, οι λογιστικές παραλείψεις και αταξίες, αλλά είναι και έλεγχος σκοπιμότητας (συνέσεως), ήτοι επεκτείνεται στην εξακρίβωση του εάν οι διαχειριστικές πράξεις ωφελούν ή ζημιώνουν την εταιρία, δηλαδή εάν επαυξάνουν το ενεργητικό και τα κέρδη της ή όχι.

    Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, έλεγχος της ανώνυμης εταιρίας από τη «μικρή μειοψηφία» διατάσσεται, αν το δικαστήριο πιθανολογήσει ότι έχουν τελεστεί οι καταγγελλόμενες πράξεις που αποτελούν παράβαση του νόμου, του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης. Αντίθετα, έλεγχος ανώνυμης εταιρείας από τη «μεγάλη μειοψηφία» διατάσσεται μόνο, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδείχθηκαν πλήρως τα περιστατικά που αφορούν τη μη χρηστή και συνετή διαχείριση, την κακή οικονομική πορεία της εταιρίας και την αιτιώδη σύνδεση της κακής πορείας με την κακή διοίκηση.

    Μόνη αρνητική προϋπόθεση του ελέγχου της «μεγάλης μειοψηφίας» είναι να μην εκπροσωπείται αυτή στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας δι’ εκπροσώπων της, πολλώ δε μάλλον να μην συμμετέχει κάποιο μέλος της στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας.

    Η αρνητική αυτή προϋπόθεση δεν ισχύει για τον έλεγχο από τη «μικρή μειοψηφία», αφού ούτε από το γράμμα αλλά ούτε και από το πνεύμα του νόμου διαφαίνεται πρόθεση του νομοθέτη να επιβάλει τέτοια προϋπόθεση στην άσκηση του δικαιώματος ελέγχου της «μικρής μειοψηφίας».

    ΔικονομικάΠεριπτωσιολογία

    Η αίτηση μπορεί να στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας αλλά και κατά των μελών της ελεγκτέας διοικήσεως, τα οποία ομοδικούν, ως συνυποκείμενα με εκείνη (διοίκηση) στον έλεγχο και ευθυνόμενα, είτε εκ της εντολής είτε εκ του αδικήματος (βλ. ΑΠ 1484/2019).

    Εξάλλου, έχει κριθεί ότι η αίτηση ελέγχου πάσχει αοριστίας όταν δεν μνημονεύεται ρητά στην ένδικη αίτηση η προσβαλλόμενη διαχειριστική πράξη, καθώς και όταν η αίτηση δεν εξειδικεύει σε ποιες οικονομικές χρήσεις αφορά η προσβαλλόμενη διαχειριστική πράξη (ΜΠρΑθ 1787/2023).

    Τέλος, έχει κριθεί ότι η αίτηση ελέγχου μικρής μειοψηφίας είναι απαράδεκτη όταν αφορά την αμφισβήτηση αποτίμησης της αξίας των ακινήτων της εταιρείας, καθόσον ο αιτούμενος έλεγχος αφορά σε χρηστή και συνετή διοίκηση, δηλαδή εάν η συγκεκριμένη πράξη επαύξησε το ενεργητικό της εταιρείας ή όχι και, συνεπώς, αφορά σε έλεγχο σκοπιμότητας, ενώ η μικρή μειοψηφία μπορεί να αιτηθεί μόνο τον έλεγχο νομιμότητας.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το δικαίωμα της μειοψηφίας να πετύχει διαχειριστικό έλεγχο στην Ανώνυμη Εταιρεία.

    Το Αγοραπωλητήριο Συμβόλαιο Ως Φορολογικό Στοιχείο

    Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε περίπτωση άσκησης επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων, το συμβόλαιο μεταβίβασης αποτελεί το προβλεπόμενο από τον Κ.Β.Σ. παραστατικό στοιχείο της πώλησης, αντί για το τιμολόγιο ή την απόδειξη πώλησης.

    Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που το συμβόλαιο είναι ανακριβές ως προς την αναγραφόμενη επ’ αυτού αξία πώλησης, στοιχειοθετείται παράβαση του Κ.Β.Σ., για την οποία επιβάλλεται σε βάρος του επιτηδευματία πρόστιμο το οποίο έχει κριθεί επανειλημμένα ότι αποτελεί, κατά τούτο, σαφή και αρκούντως προβλέψιμη ρύθμιση για τον μέσο επιμελή επιτηδευματία (ΣτΕ 848/2025, 167/2024, 383/2022, 1365/2017 κ.ά.).

    Νομικό Πλαίσιο & Ζητήματα Που Ανακύπτουν

    Στο εξεταζόμενο ζήττημα, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 12 παρ. 1, 9, 11 και 16 περ. α’ και 13 παρ. 4 του Κ.Β.Σ. από τις οποίες συνάγεται το παραπάνω συμπέρασμα, περί νόμιμου φορολογικού παραστατικού του συμβολαιογραφικού εγγράφου για real estate εταιρείες και επιχειρήσεις.

    Περαιτέρω, εφαρμόζονται του οι διατάξεις του Ν. 2523/1997, καθώς και του ΚΦΔ (ν. 4174/2013).

    Τέλος, τα νομικά ζητήματα που έχουν αντιμετωπιστεί από τη νομολογία, μέχρι σήμερα, είναι τα εξής:

    • αν η φορολογική διοίκηση έχει δικαίωμα να αμφισβητεί το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα,
    • σε ποια αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να ερείδεται η κρίση της περί εικονικότητας και η νομιμότητα των στοιχείων αυτών.

    Ειδικότερα:

    Προσδιορισμός Αξίας Πώλησης

    Για τον προσδιορισμό της αξίας πώλησης μεταβιβαζομένου ακινήτου, το οποίο ευρίσκεται σε περιοχή που εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη η αξία που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, ο οποίος εισήγαγε το σύστημα αυτό.

    Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε, βάσει ειδικών, προκαθορισμένων και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, προς την αγοραία αξία αυτού.

    Εάν όμως το αναγραφόμενο στα οικεία συμβόλαια τίμημα υπερβαίνει την αντικειμενική αξία, λαμβάνεται υπόψη το εν λόγω τίμημα, εφόσον, πάντως, είναι το αληθώς καταβληθέν, δηλαδή ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα της συναλλαγής.

    Επιφυλάσσεται, πάντως, η δυνατότητα στον φορολογούμενο να ανατρέψει το ως άνω (μαχητό) τεκμήριο, εάν αποδείξει, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ότι το αληθώς καταβληθέν από αυτόν τίμημα υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

    Ωστόσο, η παραπομπή στις διατάξεις του ν. 1249/1982 περί αντικειμενικού προσδιορισμού της αγοραίας αξίας ουδόλως έχει την έννοια ότι η φορολογική αρχή δεσμεύεται από την εν λόγω αξία και ότι κωλύεται να αποδείξει, με ειδική αιτιολογία, ερειδόμενη σε συγκεκριμένα στοιχεία, ότι το πράγματι συνομολογηθέν και καταβληθέν από τον αγοραστή τίμημα πωληθέντος ακινήτου είναι ανώτερο από το αναγραφέν στο οικείο πωλητήριο συμβόλαιο.

    Τούτο δε, ανεξαρτήτως αν το τίμημα αυτό συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του ακινήτου ή την υπερβαίνει, και ότι, επομένως, το αναγραφέν τίμημα είναι εικονικό (ΣτΕ 346/2021).

    Βάρος Απόδειξης

    Η τέλεση φορολογικής παράβασης, όπως η ανακριβής αναγραφή του τιμήματος σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου, μπορεί να προκύπτει, κατά την αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας φορολογικής αρχής, όχι μόνο με βάση άμεσες αποδείξεις, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις («τεκμήρια»).

    Ως τεκμήρια, δε, νοούνται οι αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες και ελλείψει άλλης εύλογης και αρκούντως τεκμηριωμένης, ενόψει των συνθηκών, εξήγησης, που ευλόγως αναμένεται από τον φορολογούμενο, είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης παράβασης.

    Το παραπάνω, έχει κριθεί ότι δεν συνιστά αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αλλά κανόνα που αφορά στη φύση και στον τρόπο εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων.

    Ειδικότερα, τέτοια στοιχεία έμμεσης απόδειξης μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν σε περίπτωση στην οποία η φορολογική αρχή εντοπίζει ότι στον τραπεζικό λογαριασμό φορολογουμένου έχουν κατατεθεί, και μάλιστα σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, από τον αγοραστή του ακινήτου, ο οποίος ασκεί εμπορική επιχείρηση αγοραπωλησίας ακινήτων, χρηματικά ποσά που υπερβαίνουν το αναγραφόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα.

    Τούτο, δε, είτε το ποσό αυτό συμπίπτει με την προκύπτουσα κατ’ εφαρμογή των αντικειμενικών κριτηρίων αξία είτε την υπερβαίνει.

    Εξάλλου, τα παραπάνω στοιχεία είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι τα επίμαχα ποσά αντιστοιχούν στο αληθώς συμφωνηθέν και καταβληθέν στον δικαιούχο του λογαριασμού (δλδ του πωλητή) τίμημα πώλησης του επίμαχου ακινήτου, που συνιστά και την πραγματική αξία πώλησης αυτού (πρβλ. ΣτΕ 346/2021).

    Δικαίωμα Αμφισβήτηση Τιμήματος

    Ζήτημα τίθεται στο εάν η φορολογική διοίκηση έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει, ως ανακριβές ή εικονικό, το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο τίμημα, όταν αυτό συμπίπτει με την αντικειμενική αξία του ακινήτου.

    Πολύ περισσότερο όταν η αμφισβήτηση του κατά τα ανωτέρω τιμήματος πρέπει να στηρίζεται σε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (αντέγγραφο), ως τέτοιο όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόγραφο, όπως η τραπεζική επιταγή, ή εμπιστευτικό έγγραφο τραπέζης για τις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών.

    Τούτο διότι, κατά τα προαναφερόμενα, ναι μεν κατά τον προσδιορισμό της αξίας πώλησης ακινήτου λαμβάνεται καταρχήν υπόψη η αντικειμενική αξία ή το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό (εφόσον αυτό είναι ανώτερο από την αντικειμενική αξία), ωστόσο η φορολογική αρχή δεν δεσμεύεται από τα προαναφερθέντα ποσά, δυνάμενη να αναζητά το πράγματι καταβληθέν από τον αγοραστή τίμημα, εφόσον βεβαιώνει με ειδική αιτιολογία και αποδεικνύει με συγκεκριμένα στοιχεία την πηγή από την οποία άντλησε τα σχετικά στοιχεία, επί των οποίων στηρίζει την κρίση της περί του αναληθούς του αναγραφόμενου στο πωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος.

    Η κρίση δε αυτή μπορεί να συγκροτείται και από έμμεσες αποδείξεις ή και τεκμήρια στηριζόμενα, μεταξύ άλλων, στο ύψος και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των συναλλασσομένων, καθόσον τα παραπάνω στοιχεία είναι, καταρχήν, ικανά να δικαιολογήσουν, ενόψει και των διδαγμάτων της λογικής και της κοινής πείρας, την εκτίμηση ότι το άθροισμα των κατατεθέντων σε χρονικό σημείο εγγύς του χρόνου σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου, χρηματικών ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή αντιστοιχεί στην πραγματική αξία πώλησης του επίδικου ακινήτου.

    Κυρώσεις

    Με το προϊσχύον δίκαιο του Ν. 4174/2013 (άρθρο 55 παρ. 2 περ. α) προβλέπονταν πως σε παράβαση για μη έκδοση ή για ανακριβή έκδοση παραστατικού στοιχείου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής και η αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των 5.000 ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε παράβαση ίσο με το 40% της αξίας της συναλλαγής ή του μέρους αυτής που αποκρύφτηκε με ελάχιστο ύψος προστίμου στην περίπτωση αυτή το ποσό των 2.500 ευρώ.

    Το παραπάνω άρθρο καταργήθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 3 του Ν. 4337/2015.

    Παράλληλα, ο νομοθέτης προέβλεψε κατ’ αποκοπή πρόστιμο για τη διαδικαστική παράβαση της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης απόδειξης λιανικής πώλησης ή επαγγελματικού στοιχείου, ανερχόμενο σε 500 ευρώ για κάθε παράβαση, εφόσον ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα.

    Με την πρόσφατη απόφαση 848/2025 το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η νεότερη ρύθμιση του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 54 του Κ.Φ.Δ., “άγει, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της παρούσας υπόθεσης, σε ελαφρύτερη διοικητική κύρωση“, δηλαδή σε κατ’ αποκοπήν πρόστιμο 500 ευρώ για κάθε μία ανακριβή έκδοση φορολογικού στοιχείου, κατόπιν σύγκρισης όλων των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων διοικητικού δικαίου που αφορούν στο παρελθόν χρονικό διάστημα μέχρι και την εκδίκαση της παραπάνω υπόθεσης από το ΣτΕ (2025).

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ως φορολογικό στοιχείο και τις έννομες συνέπειες αυτού.

    Διανομή Και Διάθεση Κερδών ΑΕ – Ελάχιστο Μέρισμα

    Ορισμός Μερίσματος

    Το δικαίωμα του μετόχου πάνω στο μέρισμα είναι η εξουσία, που παρέχεται στο μέτοχο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ζητήσει από την εταιρία να του καταβάλει συγκεκριμένο ποσό χρημάτων (μέρισμα), ανάλογο με το ποσοστό της συμμετοχής του στο κεφάλαιο της εταιρίας.

    Νομικό Πλαίσιο

    Το μέρισμα αυτό κρατείται από τα καθαρά κέρδη της εταιρίας, αφορά δε συγκεκριμένη διαχειριστική περίοδο, η οποία ονομάζεται εταιρική χρήση και δεν μπορεί συνήθως να διαρκέσει περισσότερο από ένα χρόνο.

    Εξάλλου, το δικαίωμα του μετόχου πάνω στο μέρισμα βασίζει την ύπαρξή του στην ειδική έννομη σχέση, η οποία συνδέει την ανώνυμη εταιρία και τους μετόχους και ονομάζεται εταιρική σχέση.

    Η σχέση αυτή γίνεται συγκεκριμένη με τη μετοχή, που στην ευρύτερή της έννοια περιλαμβάνει το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση, του μετόχου να συμμετέχει στην Εταιρία, έστω και αν η υποχρέωση αυτή ειδικά στην Ανώνυμη Εταιρία είναι περιορισμένη.

    Το δικαίωμα του μετόχου πάνω στο μέρισμα είναι δικαίωμα ατομικό και ασκείται από αυτόν οσηδήποτε συμμετοχή και αν έχει στην Εταιρία, ενώ το δικαίωμά του μετόχου στα κέρδη της Εταιρίας, γενικά και αφηρημένα, είναι εταιρικό.

    Γεννάται, μάλιστα, αμέσως μόλις ο εταίρος συνδεθεί με την ανώνυμη εταιρία με τη μετοχή, ενώ η απαίτηση του μετόχου πάνω στο συγκεκριμένο μέρισμα, του οποίου ψηφίστηκε η διανομή, είναι δικαίωμα ενοχικό, που υπόκειται στις διατάξεις του Κοινού Δικαίου.

    Έτσι ο μέτοχος γίνεται πιστωτής της Εταιρίας αμέσως μόλις καταρτιστεί ο ισολογισμός συγκεκριμένης χρήσης, εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση και αποφασισθεί η διανομή κερδών.

    Για την είσπραξη του μερίσματος ο μέτοχος μπορεί να στραφεί δικαστικώς κατά της εταιρίας, όπως συμβαίνει με κάθε απαίτηση του ενοχικού δικαίου.

    Πριν από την απόφαση διανομής των κερδών ο μέτοχος δεν είναι δανειστής για το μέρισμα, γιατί η απαίτησή του εξαρτάται από την ύπαρξη κέρδους, τελεί δηλαδή υπό νόμιμη αναβλητική αίρεση.

    Συνεπώς, ως προς τη γεννημένη αξίωση καταβολής μερισμάτων παρελθόντων ετών οι μέτοχοι είναι εταιρικοί δανειστές (βλ. ΜΠρΚατ 491/2023, ΜΠΓιαννιτσών 265/2020, ΕφΘεσ 694/2007, ΕφΑθ 1478/2001).

    Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 160 παρ. 3 του Ν. 4548/2018, το προς διανομή ποσό καταβάλλεται στους μετόχους μέσα σε δύο μήνες από την απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης, που ενέκρινε τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις.

    Η προθεσμία των δύο μηνών αποτελεί δήλη ημέρα εξόφλησης κατά την έννοια του άρθρου 341 παρ. 1 ΑΚ. Επομένως για την έναρξη της τοκοφορίας δεν απαιτείται όχληση της Εταιρίας εκ μέρους του δικαιούχου.

    Τέλος, η αξίωση για απόδοση μερίσματος υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ και του ν.δ. 1195/1942.

    Προϋποθέσεις Διανομής Μερίσματος

    Σύμφωνα με το άρθρο 159 του Ν. 4548/2018, δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε διανομή στους μετόχους, εφόσον, κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας χρήσης, το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας (καθαρή θέση), όπως προσδιορίζονται στο νόμο, είναι ή, ύστερα από τη διανομή αυτή, θα γίνει κατώτερο από το ποσό του κεφαλαίου, προσαυξημένου με:

    • τα αποθεματικά, των οποίων η διανομή απαγορεύεται από το νόμο ή το καταστατικό,
    • τα λοιπά πιστωτικά κονδύλια της καθαρής θέσης, τα οποία δεν επιτρέπεται να διανεμηθούν, και
    • τα ποσά των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη.

    Εξάλλου, το ποσό που διανέμεται στους μετόχους δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των αποτελεσμάτων της τελευταίας χρήσης που έχει λήξει, προσαυξημένο με τα κέρδη, τα οποία προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις και δεν έχουν διατεθεί, και τα αποθεματικά για τα οποία επιτρέπεται και αποφασίστηκε από τη γενική συνέλευση η διανομή τους, και μειωμένο:

    • κατά το ποσό των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη,
    • κατά το ποσό των ζημιών προηγούμενων χρήσεων και
    • κατά τα ποσά που επιβάλλεται να διατεθούν για το σχηματισμό αποθεματικών, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό.
    Καθαρά Kέρδη & Διανομή Kερδών

    Τα καθαρά κέρδη της εταιρείας απεικονίζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων και είναι τα προκύπτοντα κατ’ εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας.

    Τα καθαρά κέρδη, στο μέτρο που μπορούν να διατεθούν σύμφωνα τα παραπάνω, διατίθενται με απόφαση της γενικής συνέλευσης κατά την εξής σειρά:

    1. Αφαιρούνται τα ποσά των πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν αποτελούν πραγματοποιημένα κέρδη.
    2. Αφαιρείται η κράτηση για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού.
    3. Κρατείται το απαιτούμενο ποσό για την καταβολή του ελάχιστου μερίσματος,
    4. Το υπόλοιπο των καθαρών κερδών, όπως και τα τυχόν λοιπά κέρδη, που μπορεί να προκύψουν και να διατεθούν, διατίθεται κατά τους ορισμούς του καταστατικού και τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης.
    Ελάχιστο Mέρισμα

    Το ελάχιστο μέρισμα υπολογίζεται επί των καθαρών κερδών, ύστερα από αφαίρεση της κράτησης για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού και των λοιπών πιστωτικών κονδυλίων της κατάστασης αποτελεσμάτων, που δεν προέρχονται από πραγματοποιημένα κέρδη.

    Το ελάχιστο μέρισμα ορίζεται σε ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των καθαρών κερδών μετά τις παραπάνω μειώσεις και καταβάλλεται σε μετρητά.

    Με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία, μπορεί να μειωθεί το ως άνω ποσοστό, όχι όμως κάτω του δέκα τοις εκατό (10%).

    Μη διανομή του ελάχιστου μερίσματος επιτρέπεται μόνο με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.

    Εξάλλου, με απόφαση της γενικής συνέλευσης που λαμβάνεται με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία είναι δυνατόν τα κέρδη που είναι διανεμητέα ως ελάχιστο μέρισμα να κεφαλαιοποιηθούν και να διανεμηθούν σε όλους τους μετόχους με μορφή μετοχών, ή με μορφή τίτλων ημεδαπών ή αλλοδαπών εταιρειών, εισηγμένων σε ρυθμιζόμενη αγορά.

    Τέλος, διανομή άλλων περιουσιακών στοιχείων αντί μετρητών είναι επιτρεπτή με τις παραπάνω προϋποθέσεις μόνο ύστερα από ομόφωνη απόφαση όλων των μετόχων.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τη διανομή και διάθεση κερδών ΑΕ καθώς και το ελάχιστο διανεμητέο μέρισμα.