Νομικός Έλεγχος Επιχείρησης – Ετήσιο Checklist Συμμόρφωσης

Ετήσιος Νομικός Έλεγχος Εταιρείας. Πλήρης Οδηγός Συμμόρφωσης

Κάθε εταιρεία, ανεξαρτήτως μεγέθους και νομικής μορφής, υπόκειται σε ένα πλέγμα υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη νομοθεσία περί εταιρειών, το εργατικό και ασφαλιστικό δίκαιο, τη φορολογική νομοθεσία, τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (GDPR, General Data Protection Regulation) και τους κανόνες δημοσιότητας στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.).

Η μη τήρηση αυτών των υποχρεώσεων δεν συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις. Συχνά, οδηγεί σε προσωπική ευθύνη των διοικούντων, σε ακυρότητα εταιρικών πράξεων και σε διακινδύνευση της ίδιας της επιχειρηματικής λειτουργίας.

Ο νομικός έλεγχος επιχείρησης (legal health check) αποτελεί μια συστηματική αξιολόγηση της νομικής κατάστασης μιας εταιρείας, η οποία αποσκοπεί στον εντοπισμό κενών συμμόρφωσης, πριν αυτά μετατραπούν σε πρόβλημα.

Σε αντίθεση με τη νομική δέουσα επιμέλεια (due diligence), η οποία πραγματοποιείται συνήθως στο πλαίσιο εξαγοράς ή χρηματοδότησης, ο ετήσιος νομικός έλεγχος αφορά τη συνεχή παρακολούθηση της συμμόρφωσης κατά τη λειτουργία της εταιρείας.

Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για τον «ετήσιο check-up» της νομικής υγείας μιας επιχείρησης.

Εταιρικές Υποχρεώσεις Και Δημοσιότητα Στο Γ.Ε.ΜΗ.

Η πρώτη ενότητα κάθε νομικού ελέγχου αφορά το εταιρικό πλαίσιο λειτουργίας. Κάθε εμπορική εταιρεία υποχρεούται σε δημοσίευση συγκεκριμένων πράξεων στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με τον Ν. 4919/2022.

Τούτο αφορά τόσο τις κεφαλαιουχικές εταιρείες (ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ) όσο και τις προσωπικές (ΟΕ, ΕΕ).

Μεταξύ των βασικών υποχρεώσεων περιλαμβάνονται η δημοσίευση ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, η καταχώριση αποφάσεων Γενικής Συνέλευσης και Διοικητικού Συμβουλίου, η ανακοίνωση τροποποιήσεων καταστατικού, η δημοσίευση αλλαγών στη διοίκηση ή εκπροσώπηση, καθώς και η επικαιροποίηση στοιχείων επωνυμίας και διακριτικού τίτλου.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, διότι η μη δημοσίευσή τους συνιστά μία από τις συχνότερες αιτίες επιβολής κυρώσεων.

Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος ρητά προβλέπει ότι οι Υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ. διενεργούν δειγματοληπτικό έλεγχο σε ποσοστό τουλάχιστον 5% επί των συστάσεων και καταχωρίσεων, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο εντοπισμού παραλείψεων.

Πέραν του Γ.Ε.ΜΗ., το καταστατικό της εταιρείας πρέπει να ελέγχεται ετησίως ως προς την επικαιρότητά του.

Επιπλέον, αλλαγές στη νομοθεσία, νέοι κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης ή τροποποιήσεις στη σύνθεση των εταίρων μπορεί να καθιστούν αναγκαία την αναθεώρησή του.

Τέλος, πρέπει να ελέγχεται αν η εταιρική μορφή εξακολουθεί να εξυπηρετεί τις ανάγκες της επιχείρησης ή αν θα ήταν σκόπιμη η μετατροπή σε άλλη μορφή.

Εργατικό Δίκαιο Και Υποχρεώσεις Εργοδότη

Το εργατικό πλαίσιο αποτελεί τον τομέα με τον μεγαλύτερν κίνδυνο για τον εργοδότη, τόσο σε επίπεδο διοικητικών κυρώσεων (πρόστιμα ΣΕΠΕ) όσο και σε επίπεδο δικαστικών αξιώσεων.

Ο ετήσιος νομικός έλεγχος οφείλει να καλύπτει τουλάχιστον τα ακόλουθα ζητήματα:

Πρώτον, τις συμβάσεις εργασίας.

Κάθε εργαζόμενος πρέπει να διαθέτει έγγραφη σύμβαση εργασίας που περιλαμβάνει τους υποχρεωτικούς όρους (είδος απασχόλησης, αμοιβή, ωράριο, τόπος εργασίας). Η αναγγελία πρόσληψης στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη παροχής εργασίας.

Η μη τήρηση αυτής της υποχρέωσης συνεπάγεται πρόστιμο 10.500 ευρώ ανά αδήλωτο εργαζόμενο. Επιπροσθέτως, η διάκριση μεταξύ υπαλλήλων και εργατών παραμένει κρίσιμη για τον υπολογισμό αποζημιώσεων και δικαιωμάτων.

Δεύτερον, τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

Η έγκαιρη καταβολή εισφορών e-ΕΦΚΑ αποτελεί προϋπόθεση νόμιμης λειτουργίας. Η παράλειψη ή καθυστέρηση καταβολής δημιουργεί προσωπική ευθύνη των διοικούντων. Η νομολογία είναι κατηγορηματική σε αυτό το σημείο.

Με πρόσφατη απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης (ΔΕφΘεσ 1801/2025) ακύρωσε καταλογισμό οφειλών ύψους 106.000 ευρώ προς τον ΕΦΚΑ σε βάρος πρώην μέλους ΔΣ ανώνυμης εταιρείας, κρίνοντας ότι η αλληλέγγυα ευθύνη πρέπει να ερμηνεύεται στενά και να αφορά μόνο τα πρόσωπα που πράγματι άσκησαν διοίκηση κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η απόφαση αυτή καταδεικνύει τόσο τον κίνδυνο (καταλογισμός σε φυσικά πρόσωπα) όσο και τη δυνατότητα άμυνας (εφόσον αποδεικνύεται έλλειψη πραγματικής διοίκησης).

Τρίτον, τον εσωτερικό κανονισμό εργασίας.

Οι εταιρείες που απασχολούν περισσότερους από 20 εργαζομένους υποχρεούνται στην κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού. Μετά τον ΠΔ 62/2025 (νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου), ο κανονισμός πρέπει να ενσωματώνει πολιτική κατά της βίας και παρενόχλησης στην εργασία.

Η υποχρέωση αυτή ισχύει πλέον για όλους τους εργοδότες και η μη συμμόρφωση συνεπάγεται τόσο διοικητικά πρόστιμα όσο και αδυναμία επίκλησης πειθαρχικών μέτρων κατά εργαζομένων.

Τέταρτον, τους διευθύνοντες υπαλλήλους.

Ο ορθός χαρακτηρισμός ενός εργαζομένου ως διευθύνοντος υπαλλήλου αποτελεί πηγή συχνών διαφορών. Ο εργοδότης πρέπει να ελέγχει αν πληρούνται τα κριτήρια του νόμου (ιδιαιτέρως υψηλός μισθός, αυτονομία, εξουσία πρόσληψης/απόλυσης). Τούτο διότι ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός εκθέτει την εταιρεία σε αξιώσεις υπερωριών, αδειών και αποζημίωσης απόλυσης.

    Φορολογικές Υποχρεώσεις Και Ευθύνη Διοικούντων

    Η φορολογική συμμόρφωση αποτελεί τον τομέα όπου οι συνέπειες της παράλειψης είναι πιο άμεσες και σοβαρές. Η ευθύνη των διοικούντων για τα φορολογικά χρέη της εταιρείας ρυθμίζεται από τον Ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, άρθρο 50), όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4646/2019 και κωδικοποιήθηκε στον Ν. 5104/2024. Ο Ν. 4646/2019 εισήγαγε την έννοια της υπαιτιότητας στην αλληλέγγυα ευθύνη, εφαρμόζοντας τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

    Ειδικότερα, με τη ΣτΕ 119/2015 κρίθηκε ότι η αρχή «ουδεμία ποινή άνευ πταίσματος» (nulla poena sine culpa) αποτελεί γενική αρχή του δικαίου, η οποία απαιτεί υπαιτιότητα του διοικούντος για τη θεμελίωση αλληλέγγυας ευθύνης.

    Πρόσφατα, η ΣτΕ 1585/2025 επανέλαβε ότι οι διατάξεις αυτές, ως εισάγουσες εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, πρέπει να ερμηνεύονται στενά.

    Ο ετήσιος νομικός έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει τον έλεγχο ότι όλες οι φορολογικές δηλώσεις (εισοδήματος, ΦΠΑ, παρακρατούμενων φόρων) υποβάλλονται εμπρόθεσμα, ότι δεν υφίστανται ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση, ότι η εταιρεία διατηρεί επικαιροποιημένη φορολογική ενημερότητα και ότι τα λογιστικά αρχεία τηρούνται σύμφωνα με τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (ΕΛΠ).

    Περαιτέρω, μετά την πλήρη εφαρμογή του συστήματος myDATA, η διαβίβαση παραστατικών αποτελεί αυτοτελή υποχρέωση, η παράβαση της οποίας μπορεί να επισύρει κυρώσεις ανεξαρτήτως της ορθής υποβολής των φορολογικών δηλώσεων.

    Συμβάσεις Και Εμπορικές Σχέσεις

    Ο νομικός έλεγχος των εμπορικών συμβάσεων αποτελεί ζήτημα που συχνά παραβλέπεται, ιδίως σε μικρότερες εταιρείες. Πολλές εμπορικές σχέσεις λειτουργούν χωρίς έγγραφη σύμβαση ή με συμβάσεις που δεν έχουν αναθεωρηθεί ή επικαιροποιηθεί για χρόνια.

    Σημεία που χρήζουν ετήσιου ελέγχου είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη έγγραφων συμβάσεων σε όλες τις βασικές εμπορικές σχέσεις, η επικαιροποίηση των όρων (ιδίως ρήτρες λύσης, ανωτέρας βίας, εφαρμοστέου δικαίου), η τήρηση ρητρών εμπιστευτικότητας (NDA) και η ύπαρξη κατάλληλων μηχανισμών εξασφάλισης απαιτήσεων. Για τις επισφαλείς απαιτήσεις, πρέπει να ελέγχεται αν υπάρχει δυνατότητα φορολογικής διαγραφής.

    Ειδικότερα, πρέπει να εξετάζεται αν οι ρήτρες μη ανταγωνισμού που τυχόν περιέχονται σε εμπορικές ή εργασιακές συμβάσεις πληρούν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας, καθώς η νομολογία του Αρείου Πάγου θέτει αυστηρά κριτήρια (χρονικός, τοπικός και αντικειμενικός περιορισμός, εύλογο αντάλλαγμα).

    Επίσης, σε εταιρείες που διατηρούν δίκτυα αντιπροσώπων ή διανομέων, ο έλεγχος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή διανομής είναι απαραίτητος, ιδίως ως προς τη ρήτρα αποζημίωσης πελατείας μετά τη λύση.

    Προστασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (GDPR)

    Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 (GDPR) επιβάλλει σε κάθε εταιρεία που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποχρεώσεις που πρέπει να ελέγχονται σε τακτική βάση. Τούτο αφορά πρακτικά κάθε εταιρεία που διατηρεί πελατολόγιο, αρχείο εργαζομένων ή ηλεκτρονική φόρμα επικοινωνίας.

    Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η τήρηση αρχείου δραστηριοτήτων επεξεργασίας (άρθρο 30 GDPR), η ύπαρξη πολιτικής προστασίας δεδομένων και σχεδίου αντιμετώπισης περιστατικών παραβίασης (σχέδιο data breach), η ενημέρωση των υποκειμένων (εργαζομένων, πελατών, προμηθευτών) για την επεξεργασία των δεδομένων τους, ο ορισμός Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO, Data Protection Officer), εφόσον αυτό απαιτείται, καθώς και η εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων (DPIA, Data Protection Impact Assessment) για επεξεργασίες υψηλού κινδύνου.

    Τα πρόστιμα που δύναται να επιβάλει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) μπορούν να ανέλθουν σε ποσοστό έως 4% του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών, ενώ η ΑΠΔΠΧ έχει ήδη επιβάλει πρόστιμα εξαψήφιων ποσών σε ελληνικές εταιρείες.

    Πνευματική Ιδιοκτησία Και Εμπορικά Σήματα

    Τα άυλα asset μιας εταιρείας (εμπορικά σήματα, λογισμικό, βάσεις δεδομένων, τεχνογνωσία) αποτελούν συχνά τα πλέον πολύτιμα περιουσιακά της στοιχεία. Παρά ταύτα, η νομική τους προστασία συχνά παραμελείται.

    Ο ετήσιος έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει την επιβεβαίωση ότι τα πνευματικά δικαιώματα σε λογισμικό, κείμενα και σχέδια ανήκουν πράγματι στην εταιρεία (και όχι σε εργαζομένους ή εξωτερικούς συνεργάτες), ότι τα εμπορικά σήματα είναι σε ισχύ και δεν χρήζουν ανανέωσης, ότι υπάρχουν κατάλληλες συμβάσεις εκχώρησης δικαιωμάτων σε περιπτώσεις ανάθεσης ανάπτυξης λογισμικού σε τρίτους, καθώς και ότι τα μέτρα προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου (εμπιστευτικότητα, τεχνικά μέτρα ασφάλειας) είναι επαρκή κατά τον Ν. 4679/2020, ο οποίος ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2016/943 για την προστασία των εμπορικών απορρήτων.

    Κανονιστική Συμμόρφωση Σε Ειδικούς Τομείς

    Πέραν των γενικών υποχρεώσεων, ορισμένες εταιρείες υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες συμμόρφωσης (compliance). Ο κατάλογος αυτός διευρύνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, κυρίως από την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

    Ενδεικτικά, οι κανόνες αυτοί αφορούν την πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AML, Anti-Money Laundering) βάσει του Ν. 4557/2018, τη βιωσιμότητα και τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων ESG (Environmental, Social, Governance) και CSRD (Corporate Sustainability Reporting Directive) για τις εταιρείες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, τις υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας βάσει της Οδηγίας NIS2 (Οδηγία (ΕΕ) 2022/2555) για επιχειρήσεις που παρέχουν ψηφιακές υπηρεσίες, καθώς και τις υποχρεώσεις δημιουργίας εσωτερικών καναλιών αναφοράς (whistleblowing) βάσει του Ν. 4990/2022 για εταιρείες με 50 ή περισσότερους εργαζομένους.

    Περαιτέρω, ο νομικός έλεγχος πρέπει να εξετάζει αν η εταιρεία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτών των ειδικών ρυθμίσεων και, σε καταφατική περίπτωση, αν πληρεί τις σχετικές υποχρεώσεις.

    Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η ύπαρξη εσωτερικών πολιτικών και διαδικασιών, διότι η απλή γνώση της νομοθεσίας δεν αρκεί, εφόσον δεν μεταφράζεται σε συγκεκριμένα μέτρα εφαρμογής.

    Πρακτικές Επισημάνσεις
    Ετήσιος Προγραμματισμός

    Ο νομικός έλεγχος αποδίδει τα μέγιστα αν πραγματοποιείται σε σταθερή ετήσια βάση, κατά προτίμηση μετά το κλείσιμο της χρήσης. Η σύνδεσή του με τον ετήσιο οικονομικό έλεγχο (audit) επιτρέπει τη συνεκτίμηση φορολογικών και λογιστικών ευρημάτων. Ο ιδανικός χρόνος για εταιρείες με χρήση 1/1 έως 31/12 είναι το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους.

    Πίνακας Υποχρεώσεων Ανά Εταιρική Μορφή

    Οι υποχρεώσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ ΑΕ, ΙΚΕ, ΕΠΕ και προσωπικών εταιρειών. Για παράδειγμα, οι ΑΕ υποχρεούνται σε ετήσιο έλεγχο ορκωτού ελεγκτή εφόσον πληρούν τα κριτήρια μεγέθους, ενώ οι ΙΚΕ υποχρεούνται στην ψηφιακή υποβολή της ετήσιας έκθεσης διαχείρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. Αντιστοίχως, στις προσωπικές εταιρείες, οι ομόρρυθμοι εταίροι ευθύνονται απεριόριστα και εις ολόκληρον για τις οφειλές της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών, ακόμη και για οφειλές που υπήρχαν πριν την είσοδό τους. Η κατάρτιση πίνακα προσαρμοσμένου στην εταιρική μορφή βοηθά στον εντοπισμό κενών.

    Ευθύνη Διαχειριστή & Μελών ΔΣ

    Η ευθύνη του διαχειριστή ΙΚΕ ή των μελών ΔΣ ανώνυμης εταιρείας δεν περιορίζεται στις εταιρικές υποχρεώσεις. Εκτείνεται στις φορολογικές οφειλές, τις ασφαλιστικές εισφορές και τις υποχρεώσεις τήρησης της εργατικής νομοθεσίας. Ο νομικός έλεγχος αποτελεί, εκτός των άλλων, μέσο αυτοπροστασίας των διοικούντων, τούτο διότι η τεκμηρίωση δέουσας επιμέλειας αποτελεί βασικό εργαλείο άμυνας σε περίπτωση καταλογισμού ευθύνης.

    Πρόληψη Αντί Θεραπείας
    Η αξία του νομικού ελέγχου δεν συνίσταται μόνο στην αποφυγή προστίμων. Μια εταιρεία με τεκμηριωμένη εταιρική συμμόρφωση διαπραγματεύεται καλύτερα τους όρους τραπεζικού δανεισμού, ενισχύει τη θέση της σε δημόσιους διαγωνισμούς και παρουσιάζει αξιοπιστία σε πιθανούς επενδυτές ή στρατηγικούς εταίρους. Μια επιχείρηση με ορθά δομημένο και αυστηρά καθορισμένο εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας, επιλύει ευκολότερα και ταχύτερα τυχόν εργατικά ή εργασιακά ζητήματα. Συνεπώς, ο νομικός έλεγχος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επένδυση και όχι ως κόστος.

    Ειδικά Για Startups

    Οι νεοφυείς επιχειρήσεις (startups) συχνά αντιμετωπίζουν τις νομικές υποχρεώσεις ως δευτερεύον ζήτημα. Ωστόσο, ο πρώτος νομικός έλεγχος πρέπει να γίνεται ήδη κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας, ιδίως ως προς τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (ανήκει πράγματι στην εταιρεία ο κώδικας;), τις συμβάσεις εμπιστευτικότητας με τρίτους, τη φορολογική συμμόρφωση και τις ρήτρες δέσμευσης (vesting) σε εξωεταιρικές συμφωνίες.

    Η ύπαρξη τεκμηριωμένης νομικής συμμόρφωσης αποτελεί, εξάλλου, προϋπόθεση σε κάθε γύρο χρηματοδότησης, τούτο διότι κανένας επενδυτής δεν τοποθετεί κεφάλαια σε εταιρεία χωρίς πρότερο νομικό έλεγχο.

    Κατάλογος Ελέγχου Ανά Τομέα

    Ο νομικός έλεγχος μπορεί να δομηθεί σε επτά ενότητες, ώστε να μην παραλείπεται κανένα πεδίο. Αυτές είναι:

    1. Εταιρικά (καταστατικό, Γ.Ε.ΜΗ., πρακτικά οργάνων),
    2. Εργατικά (συμβάσεις, ΕΡΓΑΝΗ, εσωτερικός κανονισμός),
    3. Ασφαλιστικά (e-ΕΦΚΑ, ΑΠΔ), (iv) φορολογικά (δηλώσεις, myDATA, ενημερότητα),
    4. Συμβάσεις (εμπορικές σχέσεις, NDA, ρήτρες),
    5. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (GDPR) και
    6. Πνευματική ιδιοκτησία και ειδική κανονιστική συμμόρφωση (AML, NIS2, ESG).

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον ετήσιο νομικός έλεγχο τηςεπιχείρησής σας.

    Εταιρικοί Μετασχηματισμοί & Φορολογική Ουδετερότητα

    Νομική υποστήριξη σε εταιρικούς μετασχηματισμούς και φορολογική ουδετερότητα - KSTLAW

    Ν. 5162/2024 & Εταιρικοί Μετασχηματισμοί – Φορολογική Ουδετερότητα

    Ο Ν. 5162/2024 εισήγαγε ένα ενιαίο και σύγχρονο φορολογικό πλαίσιο για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς, αντικαθιστώντας το παλαιό κατακερματισμένο νομοθετικό τοπίο που δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου επί δεκαετίες.

    Το Μέρος Δ’ του νόμου (που εφαρμόζεται σε μετασχηματισμούς από τις 5 Δεκεμβρίου 2024), θεσπίζει φορολογικά κίνητρα για:

    Το νέο πλαίσιο εναρμονίζεται πλήρως με την Οδηγία 2009/133/ΕΚ του Συμβουλίου για το κοινό φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζεται στις διασυνοριακές αναδιαρθρώσεις εντός ΕΕ.

    Η Αρχή της Φορολογικής Ουδετερότητας

    Η φορολογική ουδετερότητα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του νέου νόμου. Η αρχή αυτή σημαίνει ότι ο μετασχηματισμός δεν «πυροδοτεί» φορολογικές υποχρεώσεις κατά τον χρόνο εκτέλεσής του.

    Τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται λόγω καθολικής ή μερικής διαδοχής στη λήπτρια εταιρεία καταχωρούνται στα βιβλία της με την ίδια φορολογική αξία που είχαν αμέσως πριν τον μετασχηματισμό στα βιβλία της μεταβιβάζουσας.

    Τούτο σημαίνει ότι η υπεραξία που τυχόν ενυπάρχει κατά τον χρόνο του μετασχηματισμού δεν φορολογείται τότε, αλλά διατηρείται λανθάνουσα και φορολογείται σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν πραγματοποιηθεί.

    Σε πρακτικό επίπεδο, ο μετασχηματισμός παρέχει: (i) απαλλαγή από φόρο υπεραξίας κατά τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, (ii) απαλλαγή από φόρο μεταβίβασης ακινήτων που τυχόν συμπεριλαμβάνονται στα εισφερόμενα στοιχεία, (iii) μεταφορά φορολογικών ζημιών, αποθεματικών και προβλέψεων στη λήπτρια εταιρεία, και (iv) συνέχιση αποσβέσεων παγίων χωρίς διακοπή.

    Πεδίο εφαρμογής

    Το Μέρος Δ’ εφαρμόζεται σε μετασχηματισμούς στους οποίους συμμετέχουν αποκλειστικά επιχειρήσεις με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, υπαγόμενες στο ίδιο φορολογικό καθεστώς.

    Ρητώς καλύπτονται και διασυνοριακοί μετασχηματισμοί εντός ΕΕ, σε εναρμόνιση με την Οδηγία 2009/133/ΕΚ και την Οδηγία 2019/2121/ΕΕ για τις διασυνοριακές μετατροπές, συγχωνεύσεις και διασπάσεις.

    Βασική προϋπόθεση είναι να παραμείνουν τα εισφερόμενα περιουσιακά στοιχεία συνδεδεμένα με φορολογική εγκατάσταση στην Ελλάδα.

    Στοιχεία που «αποχωρούν» από την ελληνική φορολογική δικαιοδοσία δεν απολαμβάνουν της ουδετερότητας, τούτο διότι η αρχή αυτή προϋποθέτει τη διατήρηση του δικαιώματος φορολόγησης της λανθάνουσας υπεραξίας από το ελληνικό κράτος.

    Η Σχέση με τον Ν. 4601/2019 & το Προηγούμενο Πλαίσιο

    Πριν από τον Ν. 5162/2024, το φορολογικό σκέλος των μετασχηματισμών ρυθμιζόταν αποσπασματικά από παλαιότερες διατάξεις, κυρίως τους Ν. 2166/1993, Ν. 1297/1972 και Ν. 4172/2013 (ΚΦΕ).

    Ο Ν. 4601/2019 ρύθμισε ολοκληρωμένα το εταιρικό δίκαιο των μετασχηματισμών, αλλά το αντίστοιχο φορολογικό πλαίσιο παρέμενε κατακερματισμένο.

    Ο Ν. 5162/2024 ήρθε να καλύψει αυτό το κενό, δημιουργώντας έναν ενιαίο φορολογικό νόμο που αλληλοσυμπληρώνεται με τον Ν. 4601/2019.

    Η συνύπαρξη των δύο νόμων σημαίνει ότι ένας μετασχηματισμός εξετάζεται υπό δύο πρίσματα: το ΕΤΑΙΡΙΚΟ (Ν. 4601/2019, διαδικασία, αποφάσεις, εγκρίσεις ΚΛΠ) και το ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ (Ν. 5162/2024, αξιολόγηση πράξης, φορολογική μεταχείριση, έλεγχος αντικαταχρηστικότητας).

    Οι Αντικαταχρηστικοί Κανόνες

    Η φορολογική ουδετερότητα δεν είναι απεριόριστη. Ο νομοθέτης έχει θεσπίσει σύστημα ελέγχου αντικαταχρηστικότητας σε δύο επίπεδα.

    Ειδικός αντικαταχρηστικός κανόνας (άρθρο 56 ΚΦΕ)

    Το άρθρο 56 του Ν. 4172/2013 εισάγει ειδικό αντικαταχρηστικό κανόνα για τους μετασχηματισμούς.

    Η φορολογική ουδετερότητα δεν χορηγείται όταν ο κύριος σκοπός της πράξης ή ένας από τους κύριους σκοπούς της είναι η φοροδιαφυγή ή η φοροαποφυγή.

    Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται αν ο επιχειρηματίας αποδείξει ότι ο μετασχηματισμός εξυπηρετεί βάσιμους εμπορικούς λόγους, όπως η αναδιάρθρωση ή η ορθολογικοποίηση των δραστηριοτήτων των συμμετεχουσών επιχειρήσεων.

    Γενικός αντικαταχρηστικός κανόνας (άρθρο 38 ΚΦΔ)

    Ο γενικός κανόνας απαγόρευσης καταχρήσεων του άρθρου 38 Ν. 4174/2013, που ενσωμάτωσε το άρθρο 6 της Οδηγίας 2016/1164/ΕΕ (ATAD), εφαρμόζεται επικουρικά.

    Ο ειδικός κανόνας του άρθρου 56 ΚΦΕ είναι ειδικότερος και υπερισχύει.

    Η Φορολογική Διοίκηση υποχρεούται, σύμφωνα με την Εγκύκλιο Ε.2167/2019, να εξετάζει συνολικά την εκάστοτε περίπτωση χωρίς να εφαρμόζει γενικά και προκαθορισμένα κριτήρια.

    Νομολογία ΔΕΕ

    Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει διαμορφώσει σαφή νομολογία για την ερμηνεία του αντικαταχρηστικού κανόνα της Οδηγίας 2009/133/ΕΚ.

    Στην υπόθεση Leur-Bloem (C-28/95), το ΔΕΕ έκρινε ότι η άρνηση χορήγησης φορολογικών ωφελειών είναι επιτρεπτή μόνο όταν η σχεδιαζόμενη πράξη έχει ως αντικειμενικό σκοπό τη φοροδιαφυγή ή φοροαποφυγή.

    Επομένως, πράξεις με πολλαπλούς σκοπούς, εκ των οποίων μόνο ένας είναι η φορολογική ωφέλεια, δεν αποκλείονται αυτόματα.

    Σε συμπλήρωση αυτής της γραμμής, στην υπόθεση Foggia (C-126/10), το ΔΕΕ εξειδίκευσε ότι η αξιολόγηση του «βάσιμου εμπορικού λόγου» πρέπει να γίνεται στο σύνολό της, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης.

    Η εξοικονόμηση διοικητικού κόστους μέσω απλοποίησης της εταιρικής δομής αποτελεί, καταρχήν, βάσιμο εμπορικό λόγο.

    Τέλος, στην υπόθεση Zwijnenburg (C-352/08), το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι ο αντικαταχρηστικός κανόνας της Οδηγίας στοχεύει αποκλειστικά στη φοροαποφυγή φόρων εισοδήματος που καλύπτει η Οδηγία, και όχι άλλων φόρων.

    Η ελληνική φορολογική διοίκηση οφείλει να ερμηνεύει τον αντικαταχρηστικό κανόνα του άρθρου 56 ΚΦΕ σε πλήρη εναρμόνιση με αυτή τη νομολογία, τούτο διότι το άρθρο 56 αποτελεί ενσωμάτωση του άρθρου 15 της Οδηγίας 2009/133/ΕΚ.

    Η Εγκύκλιος Ε.2088/2025

    Η ΑΑΔΕ εξέδωσε τον Οκτώβριο 2025 την Εγκύκλιο Ε.2088/2025, παρέχοντας αναλυτικές ερμηνευτικές οδηγίες για τα άρθρα 47 – 56, 58 και 59 του Ν. 5162/2024.

    Η Εγκύκλιος διευκρινίζει τις προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις φορολογικής ουδετερότητας, τη διαδικασία ελέγχου αντικαταχρηστικότητας και την αντιμετώπιση ειδικών περιπτώσεων, όπως η ασύμμετρη διάσπαση.

    Πρακτικά, η Εγκύκλιος λειτουργεί ως οδηγός ασφαλούς λιμένος για τις επιχειρήσεις που σχεδιάζουν μετασχηματισμό.

    Ασύμμετρη Διάσπαση – Το Νέο Εργαλείο

    Μεταξύ των καινοτομιών του Ν. 5162/2024 ξεχωρίζει η ρητή κατοχύρωση της ασύμμετρης διάσπασης ως μορφής εταιρικής αναδιοργάνωσης με φορολογική ουδετερότητα.

    Στην ασύμμετρη διάσπαση, τα εταιρικά μερίδια που λαμβάνουν οι μέτοχοι της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες εταιρείες δεν αντιστοιχούν αναλογικά στα δικαιώματά τους στη διασπώμενη εταιρεία.

    Το εργαλείο αυτό επιτρέπει διαχωρισμούς κλάδων δραστηριότητας μεταξύ μετόχων με διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις, χωρίς να αποτελεί φορολογικά επαχθή πράξη.

    Πρακτικές Επισημάνσεις
    Εφαρμοστέο δίκαιο

    Το Μέρος Δ’ εφαρμόζεται σε μετασχηματισμούς που ξεκίνησαν μετά τις 5 Δεκεμβρίου 2024.

    Μετασχηματισμοί που βρίσκονταν σε εξέλιξη πριν από αυτή την ημερομηνία διέπονται από τις προϊσχύουσες διατάξεις.

    Τεκμηρίωση βάσιμου εμπορικού λόγου

    Η επιχείρηση που επιδιώκει φορολογική ουδετερότητα οφείλει να τεκμηριώνει εγγράφως τους επιχειρηματικούς λόγους του μετασχηματισμού.

    Η τεκμηρίωση αυτή είναι κρίσιμη αν η Φορολογική Διοίκηση κινήσει έλεγχο αντικαταχρηστικότητας.

    Αναδιαρθρώσεις ομίλου, εξορθολογισμός εταιρικής δομής, συνένωση δραστηριοτήτων ή χωρισμός κλάδων για στρατηγικούς λόγους αποτελούν παραδεκτές αιτιολογίες.

    Φορολογική αξία εισφερόμενων στοιχείων

    Κατά τη σύνταξη του ισολογισμού μετασχηματισμού, η καταχώρηση στα βιβλία της λήπτριας εταιρείας γίνεται στη φορολογική αξία των στοιχείων κατά την ημερομηνία μετασχηματισμού, ανεξαρτήτως της εμπορικής αξίας τους.

    Η διαφορά αποτελεί λανθάνουσα υπεραξία που θα φορολογηθεί μελλοντικά.

    Μεταφορά ζημιών

    Οι φορολογικές ζημίες της μεταβιβάζουσας εταιρείας δεν μεταφέρονται αυτόματα στη λήπτρια.

    Τίθενται προϋποθέσεις που διευκρινίζονται στην Εγκύκλιο Ε.2088/2025, με αποτέλεσμα η ζημία να μη λειτουργεί ως ανεξέλεγκτο φορολογικό πλεονέκτημα.

    Ακίνητα στη διαδικασία μετασχηματισμού

    Η απαλλαγή από φόρο μεταβίβασης ακινήτων κατά τον μετασχηματισμό είναι δυνατή, αλλά ο σχεδιασμός πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους αντικαταχρηστικούς κανόνες, ιδίως υπό το πρίσμα της νομολογίας ΔΕΕ, που αποκλείει τη χορήγηση οφέλους όταν η αποφυγή φόρου μεταβίβασης αποτελεί τον κύριο σκοπό της δομής.

    Διασυνοριακοί μετασχηματισμοί

    Η φορολογική ουδετερότητα εκτείνεται και σε διασυνοριακούς μετασχηματισμούς εντός ΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι τα εισφερόμενα στοιχεία παραμένουν συνδεδεμένα με μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με τους εταιρικούς μετασχηματισμούς και τη φορολογική ουδετερότητα.

    GDPR & Επιχείρηση – Πρακτικός Οδηγός Συμμόρφωσης

    Νομική υποστήριξη σε ζητήματα GDPR & Επιχείρησης - KSTLAW

    Υποχρεώσεις Επιχειρήσεων για Προσωπικά Δεδομένα κατά τον ΓΚΠΔ και τον Ν. 4624/2019

    Η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί πλέον βασική υποχρέωση κάθε επιχείρησης που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

    Νομικό Πλαίσιο

    Τα κύρια νομοθετικά κείμενα που ρυθμίζουν το συγκεκριμένο θέμα, είναι τα εξής:

    Αρχές Επεξεργασίας Δεδομένων

    Ο ΓΚΠΔ θεμελιώνεται σε έξι βασικές αρχές (άρθρο 5), τις οποίες κάθε επιχείρηση οφείλει να τηρεί σε κάθε πράξη επεξεργασίας, ενώ οι αρχές αυτές λειτουργούν ως πυξίδα για κάθε απόφαση που αφορά προσωπικά δεδομένα.

    Η αρχή της νομιμότητας, αντικειμενικότητας και διαφάνειας απαιτεί τα δεδομένα να υποβάλλονται σε επεξεργασία με βάση νομική βάση, κατά τρόπο θεμιτό και με διαφάνεια ως προς τα υποκείμενα.

    Η αρχή του περιορισμού του σκοπού σημαίνει ότι τα δεδομένα συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία ασυμβίβαστη με αυτούς.

    Η αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων επιβάλλει τη συλλογή μόνο των δεδομένων που είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο. Η αρχή της ακρίβειας, η αρχή του περιορισμού της περιόδου αποθήκευσης και η αρχή της ακεραιότητας και εμπιστευτικότητας συμπληρώνουν το πλαίσιο.

    Ιδιαίτερη σημασία έχει η αρχή της λογοδοσίας (accountability, άρθρο 5 παρ. 2 ΓΚΠΔ), σύμφωνα με την οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας (controller) φέρει το βάρος απόδειξης της συμμόρφωσής του.

    Τούτο διότι δεν αρκεί η τυπική τήρηση των κανόνων. Η επιχείρηση πρέπει να μπορεί να αποδείξει, με τεκμηρίωση, ότι τηρεί τις αρχές του Κανονισμού.

    Εξάλλου, το Δικαστήριο της ΕΕ (ΔΕΕ), στην υπόθεση C-807/21 (Deutsche Wohnen, 5.12.2023), έκρινε ότι η επιβολή προστίμου σε νομικό πρόσωπο δεν προϋποθέτει τον εντοπισμό συγκεκριμένου φυσικού προσώπου που υπέπεσε στην παράβαση.

    Αρκεί η διαπίστωση ότι η επιχείρηση, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, ενήργησε με δόλο ή έστω αμέλεια.

    Νομικές Βάσεις Επεξεργασίας

    Κάθε πράξη επεξεργασίας πρέπει να στηρίζεται σε μία τουλάχιστον από τις έξι νομικές βάσεις του άρθρου 6 ΓΚΠΔ. Οι τρεις βάσεις που αφορούν κατ’ εξοχήν τις επιχειρήσεις είναι:

    • η συγκατάθεση του υποκειμένου (άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. α’)
    • η αναγκαιότητα για την εκτέλεση σύμβασης (άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. β’) και
    • το έννομο συμφέρον του υπευθύνου επεξεργασίας (άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. στ’).

    Περαιτέρω, η συγκατάθεση πρέπει να είναι ελεύθερη, ρητή, ειδική και εν πλήρει γνώσει (άρθρο 7 ΓΚΠΔ).

    Στην πράξη, η συγκατάθεση δεν αποτελεί πάντοτε την καταλληλότερη βάση, ιδίως σε εργασιακό πλαίσιο, όπου η ανισορροπία δύναμης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου θέτει υπό αμφισβήτηση τον ελεύθερο χαρακτήρα της.

    Σε τέτοιες περιπτώσεις, η επεξεργασία στηρίζεται κατά κανόνα στην εκτέλεση της σύμβασης εργασίας ή στο έννομο συμφέρον, με τους περιορισμούς που θέτει η σχετική ανάλυση για την προστασία της ιδιωτικής ζωής των εργαζομένων.

    Τέλος, το έννομο συμφέρον προϋποθέτει στάθμιση μεταξύ των συμφερόντων της επιχείρησης και των δικαιωμάτων του υποκειμένου. Η στάθμιση αυτή πρέπει να τεκμηριώνεται εγγράφως (“legitimate interest assessment“) και να λαμβάνει υπόψη τη φύση των δεδομένων, τις εύλογες προσδοκίες του υποκειμένου και τα μέτρα προστασίας που εφαρμόζει η επιχείρηση.

    Ειδικές Κατηγορίες Δεδομένων

    Τα δεδομένα ειδικών κατηγοριών (ευαίσθητα δεδομένα – άρθρο 9 ΓΚΠΔ) περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, δεδομένα υγείας, βιομετρικά δεδομένα, δεδομένα πολιτικών φρονημάτων και σεξουαλικού προσανατολισμού.

    Η επεξεργασία τους απαγορεύεται κατ’ αρχήν, εκτός αν συντρέχει μία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 9 παρ. 2 ΓΚΠΔ.

    Επιπλέον, ο Ν. 4624/2019 (άρθρα 22 – 27) εισάγει πρόσθετες προϋποθέσεις για την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων στην Ελλάδα, ιδίως ως προς τα γενετικά δεδομένα και τα δεδομένα υγείας στον ασφαλιστικό τομέα.

    Στην πράξη, πολλές επιχειρήσεις επεξεργάζονται ευαίσθητα δεδομένα χωρίς να το αντιλαμβάνονται.

    Ενδεικτικά, η λήψη βιομετρικών δεδομένων για έλεγχο πρόσβασης εργαζομένων ή η διαχείριση αναρρωτικών αδειών συνιστούν επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων που χρήζει ειδικής νομικής βάσης.

    Δικαιώματα Υποκειμένων

    Ο ΓΚΠΔ κατοχυρώνει δέσμη δικαιωμάτων υπέρ των φυσικών προσώπων (άρθρα 15-22), τα οποία η επιχείρηση πρέπει να ικανοποιεί εντός προθεσμίας ενός μηνός (με δυνατότητα παράτασης δύο ακόμη μηνών σε σύνθετες περιπτώσεις).

    Τα κυριότερα δικαιώματα περιλαμβάνουν το δικαίωμα πρόσβασης, διόρθωσης, διαγραφής («δικαίωμα στη λήθη»), περιορισμού της επεξεργασίας, φορητότητας δεδομένων και εναντίωσης.

    Το ΔΕΕ, στην υπόθεση C-154/21 (Österreichische Post, 12.1.2023), έκρινε ότι κατά την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης, το υποκείμενο δικαιούται να λάβει πληροφορίες για τους συγκεκριμένους αποδέκτες στους οποίους διαβιβάστηκαν τα δεδομένα του, και όχι απλώς τις κατηγορίες αποδεκτών.

    Η απόφαση αυτή έχει πρακτικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις, οι οποίες οφείλουν να τηρούν αναλυτικά αρχεία διαβιβάσεων.

    Τέλος, η ΑΠΔΠΧ έχει επιβάλει πρόστιμα ύψους 220.000 ευρώ σε τράπεζα για σοβαρές καθυστερήσεις στην ικανοποίηση αιτημάτων πρόσβασης (ΑΠΔΠΧ 1/2025), καθιστώντας σαφές ότι η εμπρόθεσμη ανταπόκριση δεν αποτελεί απλή τυπική υποχρέωση.

    Υπεύθυνος Επεξεργασίας και Εκτελών

    Η διάκριση μεταξύ υπευθύνου επεξεργασίας (controller) και εκτελούντος την επεξεργασία (processor) αποτελεί θεμέλιο του ΓΚΠΔ, καθώς καθορίζει τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες κάθε μέρους.

    Ο υπεύθυνος επεξεργασίας καθορίζει τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας, ενώ ο εκτελών την επεξεργασία ενεργεί κατ’ εντολή του υπευθύνου.

    Στις σύγχρονες επιχειρηματικές σχέσεις, η διάκριση αυτή δεν είναι πάντοτε ευχερής.

    Το ΔΕΕ, στην υπόθεση C-683/21 (Nacionalinis visuomenės sveikatos centras, 5.12.2023), αποσαφήνισε ότι η ιδιότητα του από κοινού υπευθύνου επεξεργασίας (“joint controller“) μπορεί να προκύψει ακόμη και χωρίς τυπική συμφωνία ή κοινή απόφαση μεταξύ των μερών, αρκεί τα μέρη να ασκούν από κοινού επιρροή στην επεξεργασία.

    Παράλληλα, έκρινε ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν ευθύνεται για πράξεις του εκτελούντος που γίνονται για ίδιους σκοπούς του τελευταίου, πέραν των εντολών του υπευθύνου.

    Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο εκτελών καθίσταται ο ίδιος υπεύθυνος επεξεργασίας (άρθρο 28 παρ. 10 ΓΚΠΔ).

    Η σύμβαση επεξεργασίας (data processing agreement – DPA) μεταξύ υπευθύνου και εκτελούντος αποτελεί νομική υποχρέωση (άρθρο 28 παρ. 3 ΓΚΠΔ) και πρέπει να ρυθμίζει, τουλάχιστον, το αντικείμενο και τη διάρκεια της επεξεργασίας, τη φύση και τον σκοπό, τον τύπο δεδομένων, τα μέτρα ασφαλείας και τις υποχρεώσεις του εκτελούντος.

    Η σύναψη τέτοιων συμβάσεων είναι ιδιαίτερα κρίσιμη στις σχέσεις με παρόχους υπηρεσιών λογισμικού ως υπηρεσίας (SaaS), cloud hosting, μισθοδοσίας και εξωτερικών λογιστών.

    Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων (DPO)

    Ο ορισμός Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (Data Protection Officer, DPO) είναι υποχρεωτικός σε τρεις περιπτώσεις (άρθρο 37 ΓΚΠΔ):

    • Πρώτον, όταν η επεξεργασία διενεργείται από δημόσια αρχή ή φορέα.
    • Δεύτερον, όταν οι βασικές δραστηριότητες της επιχείρησης συνίστανται σε πράξεις επεξεργασίας που απαιτούν τακτική και συστηματική παρακολούθηση υποκειμένων σε μεγάλη κλίμακα.
    • Τρίτον, όταν οι βασικές δραστηριότητες συνίστανται στην επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα.

    Ο ρόλος του DPO είναι συμβουλευτικός και εποπτικός, χωρίς ο ίδιος να φέρει προσωπική ευθύνη για τη μη συμμόρφωση, ενώ ο Ν. 4624/2019 (άρθρο 6) εξειδικεύει τις προϋποθέσεις ορισμού DPO στους δημόσιους φορείς.

    Η ΑΠΔΠΧ έχει ήδη επιβάλει πρόστιμα σε δημόσιους φορείς για μη ορισμό DPO (ενδεικτικά, ΑΠΔΠΧ 43/2024, πρόστιμο 50.000 ευρώ σε Υπουργείο), γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της υποχρέωσης αυτής.

    Ακόμη και στις περιπτώσεις που ο ορισμός DPO δεν είναι υποχρεωτικός, η ύπαρξη ενός ατόμου ή εξωτερικού συνεργάτη με αρμοδιότητα εποπτείας της συμμόρφωσης διευκολύνει σημαντικά τη λειτουργία της επιχείρησης.

    Εκτίμηση Αντικτύπου (DPIA)

    Η εκτίμηση αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων (Data Protection Impact Assessment, DPIA) απαιτείται όταν μια μορφή επεξεργασίας ενδέχεται να δημιουργήσει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες φυσικών προσώπων (άρθρο 35 ΓΚΠΔ).

    Ενδεικτικές περιπτώσεις ανάγκης ύπαρξης εκτίμησης αντικτύπου για τη επιχείρηση είναι: (i) η συστηματική αξιολόγηση προσωπικών πτυχών (profiling), (ii) η μεγάλης κλίμακας επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων και (iii) η συστηματική παρακολούθηση δημόσια προσβάσιμων χώρων, όπως η βιντεοεπιτήρηση εργασιακών χώρων.

    Η ΑΠΔΠΧ έχει δημοσιεύσει κατάλογο με τα είδη πράξεων επεξεργασίας που υπόκεινται σε DPIA. Η παράλειψη διενέργειας DPIA, όταν αυτή απαιτείται, συνιστά αυτοτελή παράβαση του ΓΚΠΔ.

    Γνωστοποίηση Παραβιάσεων Δεδομένων

    Σε περίπτωση παραβίασης δεδομένων (“data breach“), ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει το περιστατικό στην ΑΠΔΠΧ εντός 72 ωρών από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση (άρθρο 33 ΓΚΠΔ), εκτός αν η παραβίαση δεν ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τα δικαιώματα των υποκειμένων.

    Αν η παραβίαση ενέχει υψηλό κίνδυνο, ο υπεύθυνος πρέπει να ανακοινώσει το περιστατικό και στα ίδια τα υποκείμενα (άρθρο 34 ΓΚΠΔ).

    Το ΔΕΕ, στην υπόθεση C-340/21 (Natsionalna agentsia za prihodite, 14.12.2023), αποσαφήνισε τρία κρίσιμα ζητήματα σχετικά με την ευθύνη σε περίπτωση παραβίασης:

    • Πρώτον, η απλή διαπίστωση παραβίασης δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει ευθύνη του υπευθύνου επεξεργασίας. Ο υπεύθυνος μπορεί να αποδείξει ότι έλαβε κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα.
    • Δεύτερον, ο φόβος του υποκειμένου για πιθανή κατάχρηση των δεδομένων του μετά από κυβερνοεπίθεση μπορεί να συνιστά ηθική βλάβη (μη υλική ζημία) κατά το άρθρο 82 ΓΚΠΔ.
    • Τρίτον, το βάρος απόδειξης της καταλληλότητας των μέτρων ασφαλείας φέρει ο υπεύθυνος επεξεργασίας.

    Η παραπάνω απόφαση έχει μεγάλη πρακτική σημασία, καθώς διευρύνει τις περιπτώσεις αποζημίωσης και καθιστά επιτακτική την τήρηση απ΄ο τις επιχειρήσεις αυστηρών μέτρων κυβερνοασφάλειας.

    Αρχεία Δραστηριοτήτων Επεξεργασίας

    Κάθε επιχείρηση με περισσότερους από 250 εργαζομένους, καθώς και κάθε επιχείρηση ανεξαρτήτως μεγέθους που διενεργεί επεξεργασία η οποία ενδέχεται να δημιουργήσει κίνδυνο, είναι τακτική ή αφορά ευαίσθητα δεδομένα, υποχρεούται να τηρεί αρχεία δραστηριοτήτων επεξεργασίας (άρθρο 30 ΓΚΠΔ).

    Στην πράξη, η εξαίρεση αφορά ελάχιστες επιχειρήσεις, καθώς σχεδόν κάθε εταιρεία επεξεργάζεται δεδομένα εργαζομένων και πελατών τακτικά.

    Τα αρχεία πρέπει να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία του υπευθύνου επεξεργασίας, τους σκοπούς, τις κατηγορίες δεδομένων και υποκειμένων, τους αποδέκτες, τις προθεσμίες διαγραφής και τα μέτρα ασφαλείας.

    Διαβίβαση Δεδομένων σε Τρίτες Χώρες

    Η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων εκτός ΕΕ/ΕΟΧ επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 44 – 49 ΓΚΠΔ.

    Οι κυριότεροι μηχανισμοί ελέγχου είναι (i) η απόφαση επάρκειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (άρθρο 45), (ii) οι τυποποιημένες συμβατικές ρήτρες (Standard Contractual Clauses, SCCs, άρθρο 46 παρ. 2 στοιχ. γ΄) και (iii) οι δεσμευτικοί εταιρικοί κανόνες (Binding Corporate Rules, BCRs, άρθρο 47).

    Μετά την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Schrems II (C-311/18, 16.7.2020), κάθε διαβίβαση στηριζόμενη σε SCCs πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση αντικτύπου της διαβίβασης (Transfer Impact Assessment, TIA), η οποία αξιολογεί αν η νομοθεσία της τρίτης χώρας παρέχει ουσιαστικά ισοδύναμη προστασία.

    Για τις ΗΠΑ, ισχύει πλέον το EU-US Data Privacy Framework (απόφαση επάρκειας της 10.7.2023), το οποίο παρέχει νομική βάση για τη διαβίβαση σε πιστοποιημένους αμερικανικούς οργανισμούς.

    Για τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν υπηρεσίες cloud computing ή ηλεκτρονικού εμπορίου, η ταυτοποίηση του τόπου αποθήκευσης και επεξεργασίας των δεδομένων αποτελεί προϋπόθεση συμμόρφωσης.

    Κυρώσεις

    Ο ΓΚΠΔ προβλέπει δύο βαθμίδες διοικητικών προστίμων (άρθρο 83). Για παραβάσεις οργανωτικής φύσεως (π.χ. μη τήρηση αρχείων, μη ορισμός DPO), τα πρόστιμα ανέρχονται έως 10.000.000 ευρώ ή 2% του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών.

    Για παραβάσεις ουσιαστικής φύσεως (π.χ. επεξεργασία χωρίς νομική βάση, παραβίαση δικαιωμάτων υποκειμένων), τα πρόστιμα φθάνουν τα 20.000.000 ευρώ ή 4% του κύκλου εργασιών.

    Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί ότι η ΑΠΔΠΧ εφαρμόζει ενεργά τις κυρώσεις. Ενδεικτικά, τα τελευταία έτη έχει επιβάλει πρόστιμο 210.000 ευρώ σε τράπεζα για επεξεργασία δεδομένων 23.259 πελατών χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠΔΠΧ 25/2023), πρόστιμο 400.000 ευρώ σε Υπουργείο για διαρροή εκλογικής λίστας (ΑΠΔΠΧ 16/2024) και πρόστιμα σε δημόσιους φορείς για μη ορισμό DPO.

    Η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των κρατών μελών με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα επιβολής προστίμων GDPR ως προς τον αριθμό αποφάσεων.

    Πέραν των διοικητικών κυρώσεων, ο Ν. 4624/2019 (άρθρα 38 – 39) προβλέπει ποινικές κυρώσεις για σοβαρές παραβάσεις, ενώ η αστική ευθύνη (αποζημίωση κατά το άρθρο 82 ΓΚΠΔ) αποτελεί αυτοτελή βάση αξίωσης του θιγέντος.

    Πρακτικές Επισημάνσεις
    Χαρτογράφηση δεδομένων («data mapping»)

    Η πρώτη ενέργεια κάθε προγράμματος συμμόρφωσης είναι η καταγραφή όλων των κατηγοριών δεδομένων που συλλέγει, αποθηκεύει και διαβιβάζει η επιχείρηση. Χωρίς αυτή, κανένα μέτρο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στοχευμένα.

    Πολιτικές απορρήτου

    Κάθε ιστοσελίδα, e-shop ή εφαρμογή, πρέπει να διαθέτει ενημερωμένη πολιτική απορρήτου που περιγράφει με σαφήνεια τους σκοπούς επεξεργασίας, τις νομικές βάσεις, τους αποδέκτες, τις περιόδους αποθήκευσης και τα δικαιώματα του υποκειμένου.

    Σύμβαση επεξεργασίας με τρίτους

    Κάθε εξωτερικός συνεργάτης που αποκτά πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα (λογιστής, πάροχος μισθοδοσίας, hosting, CRM, marketing tools) πρέπει να έχει υπογράψει σύμβαση επεξεργασίας (DPA) σύμφωνη με το άρθρο 28 ΓΚΠΔ.

    Πρωτόκολλο αντιμετώπισης παραβιάσεων.

    Η επιχείρηση πρέπει να έχει εκ των προτέρων σχέδιο δράσης (incident response plan) που καθορίζει ποιος ειδοποιεί, πώς αξιολογείται η σοβαρότητα και πώς γίνεται η γνωστοποίηση εντός 72 ωρών. Η απουσία πρωτοκόλλου σε περίπτωση παραβίασης πολλαπλασιάζει τις αρνητικές συνέπειες.

    Τεκμηρίωση και αρχή λογοδοσίας

    Η τήρηση αρχείων επεξεργασίας, εκτιμήσεων αντικτύπου, σταθμίσεων εννόμου συμφέροντος και αποδεικτικών συγκατάθεσης δεν αποτελεί γραφειοκρατική υπερβολή. Αποτελεί το μέσο με το οποίο η επιχείρηση αποδεικνύει τη συμμόρφωσή της σε περίπτωση ελέγχου.

    Εκπαίδευση προσωπικού

    Η πλειονότητα των παραβιάσεων οφείλεται σε ανθρώπινο σφάλμα. Η τακτική εκπαίδευση του προσωπικού σε θέματα προστασίας δεδομένων στον χώρο εργασίας και εμπιστευτικότητας αποτελεί μέτρο υψηλής απόδοσης και χαμηλού κόστους.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για τη συμμόρφωση σχετικά με τον GDPR.

    Τηλεργασία & Επιχείρηση – Νομικό Πλαίσιο

    Νομική υποστήριξη σε ζητήματα Τηλεργασίας & Επιχείρησης. - KSTLAW

    Υποχρεώσεις Εργοδότη Στην Τηλεργασία (Ν. 4808/2021)

    Ο Ν. 4808/2021 εισήγαγε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την τηλεργασία στον ιδιωτικό τομέα, αντικαθιστώντας πλήρως το προηγούμενο καθεστώς του άρθρου 5 του Ν. 3846/2010.

    Τα βασικά νομοθετικά κείμενα που διέπουν σήμερα την τηλεργασία είναι τα εξής:

    Έννοια και Πεδίο Εφαρμογής

    Κατά το άρθρο 67 παρ. 1 του Ν. 4808/2021:

    τηλεργασία είναι η παροχή εξαρτημένης εργασίας εξ αποστάσεως με χρήση τεχνολογίας, στο πλαίσιο σύμβασης πλήρους, μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, η οποία θα μπορούσε να παρασχεθεί και από τις εγκαταστάσεις του εργοδότη.

    Επομένως, η διάταξη καλύπτει τόσο την αμιγή τηλεργασία (ο εργαζόμενος εργάζεται αποκλειστικά εξ αποστάσεως) όσο και το υβριδικό μοντέλο (εναλλαγή μεταξύ τηλεργασίας και φυσικής παρουσίας).

    Σημειώνεται ότι ο νομοθέτης δεν περιορίζει την τηλεργασία στην κατοικία του εργαζομένου. Η εργασία μπορεί να παρέχεται από οποιονδήποτε χώρο επιλέξει ο εργαζόμενος, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις ασφάλειας και προστασίας δεδομένων.

    Σύναψη και Τροποποίηση

    Η τηλεργασία μπορεί να συμφωνηθεί κατά την πρόσληψη, ως αρχικός όρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ή και μεταγενέστερα, με τροποποίηση της υφιστάμενης σύμβασης.

    Μονομερής επιβολή τηλεργασίας από τον εργοδότη επιτρέπεται μόνο σε δύο εξαιρετικές περιστάσεις:

    Η πρώτη αφορά κίνδυνο δημόσιας υγείας, όπως συνέβη κατά την πανδημία COVID-19. Η δεύτερη αφορά έκτακτες συνθήκες, π.χ. φυσικές καταστροφές ή ακραία καιρικά φαινόμενα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η μονομερής επιβολή ισχύει για όσο διαρκεί ο λόγος που την προκάλεσε.

    Αντιστρόφως, ο εργαζόμενος δικαιούται να ζητήσει τηλεργασία για λόγους υγείας, εφόσον υποβάλει σχετική ιατρική γνωμάτευση. Ο εργοδότης δεν υποχρεούται να υιοθετήσει το αίτημα, αλλά οφείλει να το εξετάσει και, σε περίπτωση απόρριψης, να αιτιολογήσει εγγράφως τους λόγους.

    Εξάλλου, εντός 8ημερών από την έναρξη της τηλεργασίας, ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως στον εργαζόμενο τους πλήρεις όρους αυτής.

    Η σύμβαση τηλεργασίας ή η γνωστοποίησή της, περιλαμβάνει τουλάχιστον τον τόπο παροχής εργασίας, το ωράριο, τις ρυθμίσεις για το δικαίωμα αποσύνδεσης, τον παρεχόμενο εξοπλισμό, τα εργαλεία ελέγχου και παρακολούθησης, τα μέσα τεχνικής υποστήριξης, καθώς και τις δαπάνες τηλεργασίας.

    Υποχρεώσεις Εργοδότη για Κάλυψη Εξόδων

    Σϋμφωνα με το άρθρο 67 παρ. 4 ( το οποίο θέτει κανόνα αναγκαστικού δικαίου), ο εργοδότης αναλαμβάνει, σε κάθε περίπτωση, τα έξοδα που προκαλούνται στον εργαζόμενο λόγω τηλεργασίας, ιδίως (i) το κόστος εξοπλισμού, (ii) τα τηλεπικοινωνιακά έξοδα, (iii) το κόστος συντήρησης και (iv) τη δαπάνη χρήσης του οικιακού χώρου.

    Επιπλέον, η ΥΑ 98490/2021, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 67 παρ. 4, καθόρισε τα ελάχιστα μηνιαία ποσά ως εξής:

    Για τη χρήση οικιακού χώρου εργασίας προβλέπεται ποσό δεκατριών (13) ευρώ, για τηλεπικοινωνίες δέκα (10) ευρώ και για συντήρηση εξοπλισμού πέντε (5) ευρώ. Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν μισθό, δεν υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές, ενώ κατατίθενται με ξεχωριστή καταβολή στον λογαριασμό μισθοδοσίας του εργαζομένου, με την αιτιολογία «καταβολή δαπανών τηλεργασίας».

    Τέλος, σε περίπτωση που ο εργοδότης παρέχει τον εξοπλισμό, αναλαμβάνει και τις δαπάνες επισκευής ή αντικατάστασης. Αν ο εργαζόμενος χρησιμοποιεί δικό του εξοπλισμό, η σχετική δαπάνη μετακυλίεται στον εργοδότη.

    Δικαίωμα Αποσύνδεσης

    Το δικαίωμα αποσύνδεσης αποτελεί βασική καινοτομία του Ν. 4808/2021. Κατά το άρθρο 67 παρ. 8, ο τηλεργαζόμενος δικαιούται, μετά το πέρας του ωραρίου, να απέχει πλήρως από την παροχή εργασίας, να μην επικοινωνεί ψηφιακά και να μην απαντά σε τηλεφωνήματα, μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας εκτός ωραρίου και κατά τη διάρκεια νόμιμων αδειών.

    Η διάταξη επιβάλλει τρεις συγκεκριμένες υποχρεώσεις στον εργοδότη:

    • Πρώτον, απαγορεύεται ρητά η επιβολή οποιασδήποτε κύρωσης κατά εργαζομένου που ασκεί το δικαίωμα αποσύνδεσης.
    • Δεύτερον, ο εργοδότης υποχρεούται να λάβει τα τεχνικά και οργανωτικά μέσα ώστε να εξασφαλίζεται η πραγματική αποσύνδεση.
    • Τρίτον, τα μέσα αυτά αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης τηλεργασίας.
    Ευρωπαϊκή Πρακτική

    Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 21.1.2021 ψήφισμα 2019/2181(INL) με το οποίο ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει Οδηγία για το δικαίωμα αποσύνδεσης.

    Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή εκκίνησε τον Μάρτιο 2024 διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους για πιθανή νομοθεσία στον τομέα αυτό. Πρόκειται για ρυθμιστική εξέλιξη που αναμένεται να επηρεάσει και τις εθνικές νομοθεσίες.

    Εξάλλου, σε σχέση με τον χρόνο εργασίας, κρίσιμη παραμένει η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-55/18, CCOO κ. Deutsche Bank (14.5.2019), η οποία έκρινε ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιβάλλουν στους εργοδότες τη δημιουργία αντικειμενικού, αξιόπιστου και προσβάσιμου συστήματος μέτρησης του ημερήσιου χρόνου εργασίας κάθε εργαζομένου.

    Η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην τηλεργασία, όπου τα όρια μεταξύ εργάσιμου και ελεύθερου χρόνου γίνονται δυσδιάκριτα.

    Περαιτέρω, η νομολογία του ΔΕΕ στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-580/19, Stadt Offenbach am Main και C-344/19, Radiotelevizija Slovenija (9.3.2021) διευκρινίζει, επιπλέον, ότι ο χρόνος τηλετοιμότητας (“standby“), κατά τον οποίο ο εργαζόμενος πρέπει να είναι διαθέσιμος εντός σύντομου διαστήματος, μπορεί να χαρακτηριστεί ως χρόνος εργασίας, εφόσον οι περιορισμοί που επιβάλλονται είναι τέτοιοι ώστε να επηρεάζουν αντικειμενικά και ουσιωδώς τη δυνατότητα του εργαζομένου να διαθέσει ελεύθερα τον χρόνο του.

    Η κρίση αυτή έχει άμεση εφαρμογή στην τηλεργασία, ιδίως όταν ο εργοδότης αναμένει ταχεία ανταπόκριση εκτός ωραρίου.

    Προστασία Προσωπικών Δεδομένων

    Η τηλεργασία, εξ ορισμού, συνεπάγεται αυξημένη χρήση ψηφιακών εργαλείων, καθιστώντας κρίσιμη την προστασία της ιδιωτικής ζωής του εργαζομένου. Ο Ν. 4808/2021 θέτει αυστηρά όρια στη δυνατότητα ελέγχου του εργοδότη.

    Η βασική απαγόρευση αφορά τη χρήση κάμερας (βιντεοκλήσης ή webcam) ως μέσο ελέγχου της απόδοσης και της συμπεριφοράς του τηλεργαζομένου. Η χρήση κάμερας επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο για τηλεδιασκέψεις, εκπαίδευση και συνεργασία.

    Κάθε χρησιμοποίηση της κάμερας πέρα από τους σκοπούς αυτούς αντίκειται ευθέως στον νόμο.

    Ο εργοδότης υποχρεούται, πριν από τη χρήση οποιουδήποτε εργαλείου ψηφιακής παρακολούθησης, να ενημερώσει πλήρως και εγγράφως τον εργαζόμενο σχετικά με:

    • το είδος και τον σκοπό κάθε εργαλείου ελέγχου,
    • τον τρόπο λειτουργίας του,
    • τα δεδομένα που συλλέγονται και
    • τη διάρκεια αποθήκευσής τους.

    Η υποχρέωση αυτή αντλεί τη νομιμοποιητική της βάση τόσο από τις αρχές διαφάνειας του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ) (άρθρα 13-14), όσο και από τις ειδικότερες ρυθμίσεις του Ν. 4808/2021.

    Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), με τις Κατευθυντήριες Γραμμές 32/2021, τόνισε ότι η τηλεργασία και η «κινητή τεχνολογία» καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ιδιωτικού βίου και εργασίας, συνεπαγόμενες μεγαλύτερη διείσδυση στον ιδιωτικό χώρο και χρόνο του εργαζομένου.

    Η ΑΠΔΠΧ υπενθυμίζει ότι (i) τα δεδομένα που τυγχάνουν επεξεργασίας πρέπει να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία για τον σκοπό της επεξεργασίας (αρχή ελαχιστοποίησης), (ii) ο εργοδότης οφείλει να διενεργεί εκτίμηση αντικτύπου (DPIA) πριν τη χρήση νέων τεχνολογιών παρακολούθησης και (iii) η εγκατάσταση λογισμικού ελέγχου στον εξοπλισμό του εργαζομένου πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας.

    Εξάλλου, και η νομολογία του ΕΔΔΑ αποτελεί κρίσιμο σημείο αναφοράς.

    Στην υπόθεση Bărbulescu κ. Ρουμανίας, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η παρακολούθηση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας εργαζομένου από τον εργοδότη συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σεβασμού ιδιωτικής ζωής), εφόσον ο εργαζόμενος δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για τη φύση και την έκταση της παρακολούθησης.

    Η απόφαση αυτή καθιέρωσε κριτήρια αξιολόγησης που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στο περιβάλλον τηλεργασίας, ιδίως σε ό,τι αφορά τη χρήση λογισμικού καταγραφής ενεργειών, screenshots ή keystroke logging.

    Τέλος, τα ειδικότερα ζητήματα νομιμότητας βιντεοεπιτήρησης σε εργασιακούς χώρους, καθώς και οι οδηγίες για το λεγόμενο chilling effect των απενεργοποιημένων καμερών, ισχύουν παράλληλα με τα προαναφερόμενα.

    Υγεία και Ασφάλεια

    Ο εργοδότης φέρει πλήρη ευθύνη για την υγεία και ασφάλεια του τηλεργαζομένου, σύμφωνα με τα άρθρα 67-69 του Ν. 4808/2021 σε συνδυασμό με τις γενικές υποχρεώσεις του Ν. 3850/2010 περί υγιεινής και ασφάλειας. Τούτο διότι η μεταφορά του τόπου εργασίας δεν αναιρεί την ευθύνη του εργοδότη.

    Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει:

    • να παρέχει γραπτές οδηγίες για τη διαμόρφωση κατάλληλου χώρου εργασίας (εργονομία, φωτισμός, αερισμός),
    • να αξιολογεί τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους που συνδέονται με την απομόνωση του τηλεργαζομένου και
    • να εφαρμόζει μέτρα πρόληψης ψηφιακής κόπωσης.

    Από την πλευρά του, ο εργαζόμενος οφείλει να συμμορφώνεται με τις οδηγίες ασφάλειας.

    Ωστόσο, ο εργοδότης δεν μπορεί να εισέλθει στην οικία του εργαζομένου για έλεγχο χωρίς τη ρητή συναίνεσή του, αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της κατοικίας (άρθρο 9 Συντ., άρθρο 8 ΕΣΔΑ).

    Επιστροφή σε Φυσική Παρουσία

    Η μετάβαση από τηλεργασία σε εργασία με φυσική παρουσία, μπορεί να πραγματοποιηθεί με δύο τρόπους: Ο πρώτος είναι η αμοιβαία συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου και ο δεύτερος η μονομερής απόφαση του εργοδότη, εφόσον τηρηθεί εύλογη προθεσμία προειδοποίησης.

    Ο νόμος δεν ορίζει ρητά τη διάρκεια της «εύλογης προθεσμίας». Φαίνεται, ωστόσο, ότι η αξιολόγησή της γίνεται κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια της τηλεργασίας, τυχόν μετεγκατάσταση του εργαζομένου, οικογενειακούς λόγους και τους όρους της αρχικής συμφωνίας.

    Όπου η τηλεργασία αποτελούσε αρχικό όρο της σύμβασης, η μονομερής ανάκλησή της ενδέχεται να ελεγχθεί ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, κατ’ εφαρμογή των γενικών αρχών του εργατικού δικαίου. Για τα κριτήρια του διευθυντικού δικαιώματος και της βλαπτικής μεταβολής υπάρχει πλούσια νομολογία.

    Απαγόρευση Διακρίσεων

    Το άρθρο 67 παρ. 10 θεσπίζει ρητή απαγόρευση δυσμενούς διάκρισης εις βάρος του τηλεργαζομένου.

    Ο τηλεργαζόμενος πρέπει να αντιμετωπίζεται ισότιμα με τον εργαζόμενο που παρέχει εργασία με φυσική παρουσία, ως προς την αξιολόγηση, την αμοιβή, την επαγγελματική εξέλιξη και την πρόσβαση σε εκπαίδευση και κατάρτιση.

    Η παραβίαση της παραπάνω απαγόρευσης δημιουργεί αστική ευθύνη του εργοδότη, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις η συστηματική δυσμενής μεταχείριση μπορεί να θεμελιώσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου.

    Σύγκριση Παλαιού και Νέου Πλαισίου

    Ο Ν. 4808/2021 εισήγαγε ουσιαστικές βελτιώσεις σε σχέση με τον Ν. 3846/2010. Ο παλαιός νόμος αποτελούσε κυρίως ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας-Πλαίσιο του 2002 και ρύθμιζε μόνο τα βασικά σημεία, χωρίς λεπτομερείς κανόνες.

    Ο νέος νόμος προσθέτει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα αποσύνδεσης (που δεν υπήρχε στον Ν. 3846/2010), τη ρητή απαγόρευση χρήσης κάμερας για έλεγχο απόδοσης, τον καθορισμό ελάχιστων ποσών αποζημίωσης δαπανών μέσω Υπουργικής Απόφασης, την υποχρέωση εγγράφου πληροφόρησης εντός οκτώ ημερών και την ειδική προστασία κατά των διακρίσεων.

    Σημειωτέον, ότι αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν υπό το προηγούμενο καθεστώς (Ν. 3846/2010) εξακολουθούν να παρέχουν ερμηνευτική καθοδήγηση σε ό,τι αφορά γενικές αρχές, όπως τον εκούσιο χαρακτήρα της τηλεργασίας και τις υποχρεώσεις ενημέρωσης, εφόσον οι σχετικές ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στο νέο πλαίσιο.

    Ρυθμιστικές Εξελίξεις σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο

    Η ελληνική νομοθεσία εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση ρύθμισης της τηλεργασίας.

    Πέρα από το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το δικαίωμα αποσύνδεσης, όπως προαναφέρθηκε, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκκίνησε τον Μάρτιο 2024 πρώτη φάση διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους σχετικά με πιθανή δράση στον τομέα της τηλεργασίας και του δικαιώματος αποσύνδεσης.

    Χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Πορτογαλία και η Ισπανία έχουν ήδη θεσπίσει ειδικές ρυθμίσεις. Οι εξελίξεις αυτές υποδηλώνουν ότι το νομοθετικό πλαίσιο πρόκειται να εξελιχθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια.

    Πρακτικές Επισημάνσεις
    Γραπτή σύμβαση ή γνωστοποίηση εντός οκτώ ημερών.

    Κάθε συμφωνία τηλεργασίας πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως. Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει ωράριο, εξοπλισμό, δαπάνες, δικαίωμα αποσύνδεσης και τυχόν μέσα ελέγχου. Η παράλειψη της γνωστοποίησης εκθέτει τον εργοδότη σε κυρώσεις.

    Κάλυψη δαπανών τηλεργασίας.

    Τα ελάχιστα ποσά ΥΑ 98490/2021 (13 + 10 + 5 ευρώ μηνιαίως) αποτελούν κατώτατα όρια. Η επιχείρηση μπορεί να συμφωνήσει υψηλότερα ποσά ή παροχή εξοπλισμού σε είδος. Η καταβολή γίνεται ξεχωριστά από τον μισθό.

    Πολιτική αποσύνδεσης.

    Η επιχείρηση οφείλει να διαμορφώσει πολιτική αποσύνδεσης, ενσωματώνοντάς τη στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας ή στη σύμβαση τηλεργασίας. Η πολιτική πρέπει να ορίζει ώρες εκτός διαθεσιμότητας, μέσα επικοινωνίας και εξαιρέσεις μόνο για πραγματικά επείγοντα.

    Προστασία δεδομένων.

    Πριν την εγκατάσταση οποιουδήποτε λογισμικού ελέγχου σε εξοπλισμό τηλεργαζομένου, ο εργοδότης πρέπει (i) να ενημερώσει εγγράφως τον εργαζόμενο, (ii) να τεκμηριώσει τη νομική βάση επεξεργασίας κατά τον ΓΚΠΔ, (iii) να διενεργήσει εκτίμηση αντικτύπου (DPIA) αν συντρέχει υψηλός κίνδυνος και (iv) να μην χρησιμοποιεί κάμερα για έλεγχο απόδοσης σε καμία περίπτωση.

    Υγεία, ασφάλεια και ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι.

    Η υποχρέωση του εργοδότη δεν εξαντλείται στον φυσικό χώρο εργασίας. Στο πλαίσιο τηλεργασίας, η επιχείρηση πρέπει να αξιολογεί κινδύνους που σχετίζονται με εργονομία, κοινωνική απομόνωση και ψηφιακή κόπωση, και να παρέχει σχετική υποστήριξη.

    Επιστροφή σε φυσική παρουσία.

    Η μονομερής ανάκληση της τηλεργασίας δεν μπορεί να είναι αιφνιδιαστική. Η εύλογη προθεσμία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια τηλεργασίας, τυχόν μετεγκατάσταση και τις ιδιαίτερες ανάγκες του εργαζομένου. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, η κρίση ανήκει στα δικαστήρια.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για κάθε θέμα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη στην Τηλεργασία.

    Χρηματοδότηση Startups & Venture Capital – Νομικό Πλαίσιο

    Νομική υποστήριξη σε Χρηματοδότηση Startups & Venture Capital - KSTLAW

    Term Sheets, Συμφωνίες SAFE και Κρίσιμοι Νομικοί Όροι

    Η χρηματοδότηση Startups μέσω κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών (“venture capital“) αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο ανάπτυξης του οικοσυστήματος καινοτομίας.

    Στην Ελλάδα, η πρακτική αυτή βρίσκεται σε ραγδαία εξέλιξη, ωστόσο οι ιδρυτές (founders) συχνά διαπραγματεύονται όρους χρηματοδότησης, χωρίς την πλήρη κατανόηση των νομικών συνεπειών τους.

    Το βασικό νομικό πλαίσιο για τη χρηματοδότηση startups περιλαμβάνει:

    • Τον Ν. 4548/2018 για τις ανώνυμες εταιρείες (ιδίως άρθρα 25, 26, 38, 39, 71 και 109 έως 114)
    • Τον Ν. 4072/2012 για την Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ)
    • Τον Ν. 2367/1995 για τις Εταιρείες Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΕΚΕΣ), όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4608/2019
    • Τον Ν. 4920/2022 για τη συμμετοχική χρηματοδότηση (equity crowdfunding), ως εναλλακτική μορφή χρηματοδότησης σε πρώιμα στάδια
    • Τα άρθρα 166, 197 και 361 του Αστικού Κώδικα (προσύμφωνο, προσυμβατική ευθύνη και ελευθερία συμβάσεων)
    Η Έννοια του Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών

    Το Κεφάλαιο Επιχειρηματικών Συμμετοχών (“Venture Capital“) συνιστά μορφή χρηματοδότησης κατά την οποία ένας επενδυτής, είτε φυσικό πρόσωπο (επενδυτικός άγγελος) είτε Εταιρεία Κεφαλαίου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΕΚΕΣ), εισφέρει κεφάλαιο σε μια startup με αντάλλαγμα μετοχικό μερίδιο (“equity“).

    Η επένδυση πραγματοποιείται κατά κανόνα σε γύρους χρηματοδότησης (pre-seed, seed, Series A κ.ο.κ.), καθένας από τους οποίους αντιστοιχεί σε διαφορετικό στάδιο ωριμότητας της εταιρείας.

    Στο ελληνικό δίκαιο, ο Ν. 2367/1995 ρυθμίζει ειδικά τις ΕΚΕΣ, που αποτελούν ανώνυμες εταιρείες με αυξημένο ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο, εποπτευόμενες από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

    Ωστόσο, στην πράξη μεγάλο μέρος των επενδύσεων venture capital πραγματοποιείται μέσω αλλοδαπών funds ή μέσω ατύπων δομών (angel investors, family offices κλπ), χωρίς να εμπίπτει υποχρεωτικά στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου.

    Στάδια Χρηματοδότησης

    Η διαδικασία χρηματοδότησης εξελίσσεται κατά κανόνα σε τρία στάδια:

    • υπογραφή εγγράφου βασικών όρων (term sheet),
    • διενέργεια δέουσας επιμέλειας (due diligence) και
    • κατάρτιση οριστικών συμβάσεων, ιδίως μετοχικής συμφωνίας και τροποποίησης καταστατικού. Σε πρώιμα στάδια, η χρηματοδότηση μπορεί εναλλακτικά να πραγματοποιηθεί και μέσω απλούστερων εργαλείων, όπως η συμφωνία SAFE.
    Το Έγγραφο Βασικών Όρων (Term Sheet)
    Έννοια και Λειτουργία

    Το εγγραφο βασικών όρων (“term sheet“) αποτελεί το αρχικό έγγραφο στη διαδικασία χρηματοδότησης.

    Πρόκειται για συνοπτική καταγραφή των βασικών εμπορικών και νομικών όρων υπό τους οποίους ο επενδυτής προτίθεται να εισέλθει στην εταιρεία.

    Τυπικά, περιλαμβάνει την αποτίμηση (“valuation“), το ποσό επένδυσης, το ποσοστό συμμετοχής, τα δικαιώματα ψήφου, τους όρους ρευστοποίησης (“liquidation preference“) και τις ρήτρες προστασίας του επενδυτή.

    Νομική Φύση στο Ελληνικό Δίκαιο

    Κατά κανόνα, τα term sheets δεν αποτελούν δεσμευτικές συμβάσεις. Ορισμένες ρήτρες, ωστόσο, μπορούν να ορίζονται ρητά ως δεσμευτικές, ιδίως η ρήτρα αποκλειστικής διαπραγμάτευσης (exclusivity ή no-shop clause) και η ρήτρα εμπιστευτικότητας (confidentiality clause).

    Η νομική αντιμετώπιση των term sheets εξαρτάται από την ίδια τη δομή και τους συμβατικούς όρους του εγγράφου. Αν το term sheet περιέχει αρκούντως ορισμένους ουσιώδεις όρους και εκδηλώνεται βούληση δέσμευσης, αντιμετωπίζεται ως προσύμφωνο, κατά το άρθρο 166 ΑΚ, από το οποίο μπορεί να γεννάται και υποχρέωση κατάρτισης οριστικής σύμβασης.

    Τούτο διότι το προσύμφωνο, κατά πάγια νομολογία, αποτελεί σύμβαση δια μέσου της οποίας τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταρτίσουν ορισμένη σύμβαση στο μέλλον (ΑΠ 825/2019). Αντιθέτως, αν το έγγραφο ρητά αναφέρει ότι δεν αποτελεί δεσμευτική συμφωνία (“non-binding“), αποτελεί απλή δήλωση πρόθεσης (“letter of intent“) και δεν παράγει ενοχική δέσμευση, ή άλλα έννομα αποτελέσματα.

    Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Η υπογραφή term sheet με ρήτρα αποκλειστικότητας (no-shop) χωρίς χρονικό περιορισμό μπορεί να αποκλείσει τον ιδρυτή από εναλλακτικές διαπραγματεύσεις για απροσδιόριστο χρόνο.

    Αν ο επενδυτής τελικά αποσυρθεί, ενδέχεται να θεμελιωθεί ευθύνη βάσει του άρθρου 197 ΑΚ περί προσυμβατικής ευθύνης, εφόσον αποδειχθεί κακόπιστη διαπραγμάτευση (Ευθύνη Από Διαπραγματεύσεις).

    Κρίσιμοι Οικονομικοί Όροι

    Η αποτίμηση πριν από τη χρηματοδότηση (“pre-money valuation“) εκφράζει τη συμφωνημένη αξία της εταιρείας πριν από την εισφορά κεφαλαίου.

    Αν, λόγου χάρη, η αποτίμηση πριν από τη χρηματοδότηση ανέρχεται σε 2 εκατ. ευρώ και ο επενδυτής εισφέρει 500.000 ευρώ, η αποτίμηση μετά τη χρηματοδότηση (post-money valuation) ανέρχεται σε 2,5 εκατ. ευρώ και ο επενδυτής αποκτά μετοχικό μερίδιο 20%.

    Η αποτίμηση δεν ρυθμίζεται νομοθετικά ως υποχρεωτική διαδικασία και αποτελεί ελεύθερη εμπορική συμφωνία, με εξαίρεση τα κατώτερα όρια τιμής των εκδοθησόμενων μετοχών κατά την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου (Ν. 4548/2018 – απαγόρευση έκδοσης μετοχών σε τιμή κατώτερη του αρτίου).

    Σύνηθες σφάλμα κατά τη διαπραγμάτευση αποτελεί η σύγχυση μεταξύ αποτίμησης πριν και μετά τη χρηματοδότηση.

    Αν ο ιδρυτής θεωρεί ότι η αποτίμηση 2 εκατ. ευρώ αφορά post-money αξία, ενώ ο επενδυτής εννοεί pre-money, η διαφορά στο μετοχικό μερίδιο μπορεί να ανέρχεται σε αρκετές ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που γίνεται ιδιαίτερα “επώδυνο” σε μεταγενέστερους γύρους χρηματοδότησης λόγω σωρευτικής απομείωσης (“dilution“).

    Πέρα από την αποτίμηση, το term sheet ρυθμίζει συνήθως και τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου μετά την επένδυση. Οι επενδυτές venture capital ζητούν κατά κανόνα τουλάχιστον μία έδρα στο ΔΣ ή, εναλλακτικά, δικαίωμα παρατηρητή (observer right).

    Επιπρόσθετα, ορισμένες αποφάσεις, όπως η αλλαγή επιχειρηματικού σχεδίου, η έκδοση νέων μετοχών ή η ανάληψη δανειακών υποχρεώσεων άνω ορισμένου ποσού, υπάγονται σε ρήτρα αρνησικυρίας (veto right) του επενδυτή.

    Οι ρήτρες αυτές, στο ελληνικό δίκαιο, πρέπει να εναρμονίζονται με τις διατάξεις περί εταιρικής διακυβέρνησης του Ν. 4548/2018.

    Ειδικότερα, οι αποκλειστικές αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης (άρθρο 117 Ν. 4548/2018) δεν μπορούν να μεταβιβαστούν de facto σε μέτοχο μέσω ρήτρας αρνησικυρίας, ως επίσης και κάθε σχετική ρύθμιση πρέπει να σέβεται τα όρια μεταξύ αρμοδιοτήτων ΓΣ και ΔΣ.

    Πέρα από τους παραπάνω όρους, το term sheet περιλαμβάνει συχνά πρόβλεψη για “αποθεματικό δικαιωμάτων προαίρεσης” (option pool ή ESOP reserve).

    Πρόκειται για ένα ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου (συνήθως 10% έως 15%) που δεσμεύεται για μελλοντική παροχή κινήτρων σε εργαζομένους και στελέχη μέσω δικαιωμάτων προαίρεσης μετοχών (άρθρα 109 έως 114 Ν. 4548/2018).

    Κρίσιμο σημείο διαπραγμάτευσης για τον founder αποτελεί το αν το αποθεματικό αυτό υπολογίζεται εντός της αποτίμησης πριν τη χρηματοδότηση (pre-money), περίπτωση που αυξάνει σημαντικά την απομείωση (dilution) των ιδρυτών, ή αν θα δημιουργηθεί μετά τη χρηματοδότηση.

    Η Συμφωνία SAFE
    Έννοια και Μηχανισμός

    Η Απλή Συμφωνία για Μελλοντικό Μετοχικό Κεφάλαιο (“Simple Agreement for Future Equity” – SAFE) αποτελεί εργαλείο χρηματοδότησης που εισήχθη το 2013 από τον αμερικανικό startup accelerator “Y Combinator”.

    Μέσω της συμφωνίας SAFE, ο επενδυτής εισφέρει κεφάλαιο στη startup χωρίς άμεση έκδοση μετοχών.

    Το δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές ενεργοποιείται σε μελλοντικό γεγονός (triggering event), κατά κανόνα τον επόμενο τιμολογημένο γύρο χρηματοδότησης (priced round).

    Σε αντίθεση με το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο (convertible note), η συμφωνία SAFE δεν αποτελεί δανειακή σχέση, δεν είναι τοκοφόρα, δεν έχει ημερομηνία λήξης και δεν δημιουργεί υποχρέωση αποπληρωμής.

    Οι δύο βασικές παράμετροί της είναι:

    • το ανώτατο όριο αποτίμησης (valuation cap), δηλαδή η μέγιστη αποτίμηση βάσει της οποίας θα μετατραπεί η εισφορά σε μετοχές, και
    • η έκπτωση μετατροπής (discount rate), δηλαδή ένα ποσοστό μείωσης της τιμής μετοχής σε σχέση με τους νέους επενδυτές στον επόμενο γύρο. Κατά τη μετατροπή, ο πρώιμος επενδυτής λαμβάνει μετοχές βάσει της χαμηλότερης εκ των δύο τιμών.
    Νομική Αντιμετώπιση στο Ελληνικό Δίκαιο

    Η συμφωνία SAFE δεν ρυθμίζεται ρητά από την ελληνική νομοθεσία. Αποτελεί, κατά τη συμβατική ελευθερία του άρθρου 361 ΑΚ, ιδιόρρυθμη άτυπη σύμβαση (sui generis). Δεν εντάσσεται στις κατηγορίες του δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ) ούτε της εταιρικής εισφοράς, διότι δεν μεταβάλλει αμέσως τη μετοχική σύνθεση.

    Η πιο συγγενής μορφή χρηματοδότησης στο ελληνικό εταιρικό δίκαιο είναι το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο (convertible bond), που ρυθμίζεται από το άρθρο 71 Ν. 4548/2018.

    Κατά τη διάταξη αυτή, η γενική συνέλευση μπορεί να αποφασίζει με αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία την έκδοση ομολογιακού δανείου που χορηγεί στους ομολογιούχους δικαίωμα μετατροπής των ομολογιών τους σε μετοχές. Με τη μετατροπή επέρχεται αυτοδίκαια αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ δεν ισχύουν οι διατάξεις για το δικαίωμα προτίμησης των υφιστάμενων μετόχων.

    Υπάρχουν ωστόσο ουσιώδεις διαφορές. Το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο αποτελεί μορφή δανεισμού, φέρει τόκο, έχει ημερομηνία λήξης και μπορεί να εκδοθεί αποκλειστικά από ανώνυμη εταιρεία.

    Η πρακτική σημασία αυτής της διάκρισης αφορά κυρίως τρία σημεία:

    • στη συμφωνία SAFE δεν υπάρχει κίνδυνος αθέτησης αποπληρωμής (default),
    • η λογιστική αντιμετώπιση διαφέρει, καθώς κατά τα ΕΛΠ η συμφωνία SAFE δεν εμφανίζεται κατ’ ανάγκην ως υποχρέωση στον ισολογισμό (ενώ κατά τα ΔΠΧΑ ενδέχεται να ταξινομηθεί ως χρηματοοικονομική υποχρέωση) και
    • η συμφωνία SAFE μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε ΙΚΕ, ενώ τα μετατρέψιμα ομολογιακά δάνεια αφορούν αποκλειστικά ΑΕ.

    Στην πράξη, οι ελληνικές startups που χρησιμοποιούν συμφωνίες SAFE συνήθως υπάγουν τη σύμβαση στο δίκαιο των ΗΠΑ, ακολουθώντας τα πρότυπα του Y Combinator.

    Αν η σύμβαση υπάγεται σε ελληνικό δίκαιο, απαιτείται ιδιαίτερη μέριμνα ώστε ο μηχανισμός μετατροπής να είναι συμβατός με τις διατάξεις περί αύξησης μετοχικού κεφαλαίου (άρθρα 23 έως 28 Ν. 4548/2018 για ΑΕ ή άρθρο 84 Ν. 4072/2012 για ΙΚΕ).

    Πρέπει επίσης να ρυθμίζονται ρητά τα γεγονότα ενεργοποίησης (triggering events), δηλαδή τι ακριβώς συμβαίνει σε περίπτωση γύρου χρηματοδότησης, πώλησης εταιρείας, λύσης κλπ.

    Πρακτικό Παράδειγμα Μετατροπής SAFE

    Ας υποτεθεί ότι ένας επενδυτής εισφέρει 100.000 ευρώ μέσω συμφωνίας SAFE με ανώτατο όριο αποτίμησης (valuation cap) 1 εκατ. ευρώ και έκπτωση μετατροπής (discount) 20%. Στον επόμενο γύρο χρηματοδότησης, η εταιρεία αποτιμάται σε 2 εκατ. ευρώ (pre-money) και η τιμή μετοχής για τους νέους επενδυτές ανέρχεται σε 10 ευρώ.

    Ο κάτοχος της συμφωνίας SAFE θα μετατρέψει βάσει της χαμηλότερης εκ δύο τιμών: είτε η τιμή βάσει του ανωτάτου ορίου αποτίμησης, δηλαδή 5 ευρώ ανά μετοχή (1.000.000 / 200.000 μετοχές), είτε η τιμή μετά την εφαρμογή της έκπτωσης, δηλαδή 8 ευρώ ανά μετοχή (10 × 80%).

    Στο παράδειγμα αυτό, η χαμηλότερη τιμή (5 ευρώ) δίνει στον πρώιμο επενδυτή 20.000 μετοχές αντί 10.000 που θα αποκτούσε ένας νέος επενδυτής με το ίδιο ποσό, αντανακλώντας και επιβραβεύοντας τον αυξημένο κίνδυνο της πρώιμης εισφοράς.

    Κρίσιμοι Όροι Χρηματοδότησης
    Ρήτρα Κατά της Απομείωσης (Anti-Dilution)

    Η ρήτρα κατά της απομείωσης (“Anti-Dilution“) αποσκοπεί στην προστασία του πρώιμου επενδυτή σε περίπτωση μεταγενέστερου γύρου χρηματοδότησης σε χαμηλότερη αποτίμηση (down round). Υπάρχουν δύο βασικές μορφές:

    • Η μέθοδος πλήρους αναστροφής (full ratchet), κατά την οποία η τιμή μετατροπής του επενδυτή μειώνεται στη νέα χαμηλότερη τιμή και
    • η μέθοδος σταθμισμένου μέσου όρου (weighted average), που λαμβάνει υπόψη τόσο τον αριθμό όσο και την τιμή των νέων μετοχών.

    με τη δεύτερη να θεωρείται πιο ισορροπημένη.

    Η μέθοδος σταθμισμένου μέσου όρου διακρίνεται περαιτέρω σε ευρείας βάσης (broad-based), η οποία συνυπολογίζει δικαιώματα προαίρεσης (options) και λοιπά μετατρέψιμα δικαιώματα και σε στενής βάσης (narrow-based), η οποία λαμβάνει υπόψη μόνο τις εκδοθείσες μετοχές. Η ευρείας βάσης είναι ευνοϊκότερη για τους ιδρυτές.

    Στο ελληνικό δίκαιο, η ρήτρα αυτή δεν ρυθμίζεται ρητά, αλλά μπορεί να ενσωματωθεί στο καταστατικό υπό τη μορφή ειδικών δικαιωμάτων προνομιούχων μετοχών (άρθρο 38 Ν. 4548/2018) ή μέσω εξωεταιρικής συμφωνίας μετόχων (shareholders’ agreement).

    Προνομιακή Ρευστοποίηση (Liquidation Preference)

    Η ρήτρα προνομιακής ρευστοποίησης (“liquidation preference“) ορίζει τη σειρά κατανομής του τιμήματος σε περίπτωση πώλησης ή εκκαθάρισης της εταιρείας. Κατά την πλέον διαδεδομένη μορφή (1x non-participating), ο επενδυτής εισπράττει πρώτα το ποσό της εισφοράς του.

    Αν το τίμημα δεν επαρκεί, οι ιδρυτές δεν λαμβάνουν τίποτα. Στην πιο επιθετική παραλλαγή (participating preferred), ο επενδυτής λαμβάνει πρώτα το ποσό της εισφοράς του και στη συνέχεια συμμετέχει αναλογικά στο υπόλοιπο τίμημα.

    Στο ελληνικό εταιρικό δίκαιο, η εν λόγω ρήτρα υλοποιείται μέσω των προνομιούχων μετοχών (άρθρο 38 Ν. 4548/2018), το οποίο ρητά επιτρέπει τον ορισμό του ειδικού προνομίου της προνομιακής απόδοσης της εισφοράς κατά τη λύση της εταιρείας. Κατά τη πώληση, η ρύθμιση μπορεί επίσης να επιτευχθεί μέσω εξωεταιρικής συμφωνίας μετόχων.

    Η ανάλυση κατανομής τιμήματος (“waterfall analysis“) αποτελεί κρίσιμο εργαλείο αξιολόγησης. Πρόκειται για προσομοίωση που δείχνει πόσα θα λάβει κάθε κατηγορία μετοχών (κοινές, προνομιούχες) σε διαφορετικά σενάρια τιμήματος εξόδου.

    Χωρίς αυτήν, οι ιδρυτές αδυνατούν να αντιληφθούν την πραγματική οικονομική επίπτωση ρητρών τύπου participating preferred.

    Ρήτρες Σταδιακής Κατοχύρωσης (Vesting) και Αποχώρησης (Leaver Provisions)

    Οι ρήτρες σταδιακής κατοχύρωσης (vesting) καθορίζουν ότι οι μετοχές των ιδρυτών δεσμεύονται σταδιακά κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου, συνήθως τέσσερα έτη με αρχική περίοδο αναμονής (cliff) ενός έτους. Ο σκοπός της ρήτρας είναι η ευθυγράμμιση κινήτρων.

    Αν ο ιδρυτής αποχωρήσει πρόωρα, η εταιρεία ή οι υπόλοιποι εταίροι δικαιούνται να εξαγοράσουν τις μη κατοχυρωμένες (unvested) μετοχές.

    Η διάκριση μεταξύ καλόπιστης αποχώρησης (good leaver) και κακόπιστης αποχώρησης (bad leaver) ρυθμίζει την τιμή εξαγοράς. Ο καλόπιστα αποχωρών (π.χ. λόγω θανάτου, ασθένειας, καταγγελίας με σπουδαίο λόγο) εξαγοράζεται κατά κανόνα σε εύλογη αγοραία αξία, ενώ ο κακόπιστα αποχωρών (π.χ. λόγω ανταγωνιστικής δραστηριότητας, σοβαρής παράβασης) εξαγοράζεται σε ονομαστική αξία.

    Νομικά, η ρύθμιση αυτή υλοποιείται μέσω εξαγοράσιμων μετοχών (άρθρο 39 Ν. 4548/2018) ή μέσω εξωεταιρικής συμφωνίας μετόχων.

    Ρήτρες Μεταβίβασης: Drag-Along, Tag-Along και Δικαίωμα Πρώτης Προσφοράς

    Οι ρήτρες drag-along και tag-along αποτελούν κομβικούς όρους σε κάθε χρηματοδότηση venture capital. Η πρώτη επιτρέπει στην πλειοψηφία να υποχρεώσει τη μειοψηφία να πωλήσει τις μετοχές της σε τρίτο, ενώ η δεύτερη παρέχει στη μειοψηφία το δικαίωμα να συμμετάσχει στην πώληση υπό τους ίδιους όρους.

    Συμπληρωματικά, το δικαίωμα πρώτης προσφοράς (right of first refusal ή ROFR) επιτρέπει στους υφιστάμενους μετόχους να αποκτήσουν κατά προτεραιότητα τις μεταβιβαζόμενες μετοχές πριν αυτές προσφερθούν σε τρίτους.

    Δέουσα Επιμέλεια (Due Diligence) πριν την Επένδυση

    Μετά την υπογραφή του term sheet, ο επενδυτής διενεργεί δέουσα επιμέλεια (due diligence), δηλαδή συστηματικό νομικό, οικονομικό και φορολογικό έλεγχο της εταιρείας.

    Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται, μεταξύ άλλων, η εταιρική δομή και τα καταστατικά έγγραφα, οι συμβάσεις εργασίας και συνεργασίας, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (ιδίως αν ο πηγαίος κώδικας ανήκει στην εταιρεία ή στους ιδρυτές προσωπικά), οι φορολογικές υποχρεώσεις και τυχόν εκκρεμείς δικαστικές διαφορές.

    Για Startups, ιδιαίτερη σημασία έχει η εξακρίβωση ότι η πνευματική ιδιοκτησία επί του λογισμικού ή της τεχνολογίας έχει μεταβιβαστεί νομίμως στην εταιρεία. Η ανυπαρξία σχετικών συμβάσεων εκχώρησης, ιδίως αν οι ιδρυτές ανέπτυξαν το προϊόν πριν τη σύσταση, αποτελεί συχνό εύρημα ελέγχου που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο ολόκληρη τη χρηματοδότηση.

    Εταιρική Δομή και Χρηματοδότηση
    Επιλογή Εταιρικής Μορφής

    Η επιλογή εταιρικής μορφής αποτελεί κρίσιμη απόφαση για τη μελλοντική χρηματοδότηση. Η ΙΚΕ (Ν. 4072/2012) αποτελεί το πιο δημοφιλές εταιρικό σχήμα για Startups λόγω της ευελιξίας και του χαμηλού κόστους σύστασης. Ωστόσο, όταν η εταιρεία φτάσει σε γύρους χρηματοδότησης Series A και πέρα, οι θεσμικοί επενδυτές κατά κανόνα απαιτούν μετατροπή σε ΑΕ.

    Τούτο διότι μόνο η ΑΕ προσφέρει: (i) κατηγορίες μετοχών, κοινές, προνομιούχες και εξαγοράσιμες, (ii) δυνατότητα έκδοσης μετατρέψιμων ομολογιακών δανείων (άρθρο 71 Ν. 4548/2018), (iii) προγράμματα δικαιωμάτων προαίρεσης μετοχών (stock options, άρθρα 109 έως 114 Ν. 4548/2018), και (iv) δομημένο δικαίωμα προτίμησης (άρθρο 26 Ν. 4548/2018).

    Η Εξωεταιρική Συμφωνία Μετόχων

    Πέρα από το καταστατικό, η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων (“shareholders’ agreement – SHA“) αποτελεί τον πυρήνα της ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ ιδρυτών και επενδυτών.

    Πρόκειται για ιδιωτική σύμβαση, κατά κανόνα εμπιστευτική, που ρυθμίζει θέματα όπως drag-along / tag-along, κατά της απομείωσης (anti-dilution), δικαιώματα πρώτης προσφοράς, σταδιακή κατοχύρωση (vesting), δικαιώματα πληροφόρησης, σύνθεση Διοικητικού Συμβουλίου και δικαιώματα αρνησικυρίας (veto rights) σε κρίσιμες αποφάσεις.

    Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η διάκριση μεταξύ ενοχικής και εταιρικής ισχύος των ρητρών. Η εξωεταιρική συμφωνία δεσμεύει μόνο τα μέρη της (ενοχική ισχύς) και δεν είναι αντιτάξιμη σε τρίτους, αντίθετα με τις καταστατικές ρυθμίσεις που δημοσιεύονται στο ΓΕΜΗ.

    Επομένως, ορισμένοι κρίσιμοι όροι, ιδίως τα δικαιώματα των προνομιούχων μετοχών και οι ρήτρες κατά της απομείωσης, πρέπει να ενσωματώνονται στο καταστατικό για να αποκτήσουν ισχύ έναντι πάντων.

    Στη διεθνή πρακτική venture capital, η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων ρυθμίζει επίσης τα δικαιώματα πληροφόρησης (information rights) του επενδυτή, δηλαδή την υποχρέωση της εταιρείας να παρέχει περιοδικά οικονομικές καταστάσεις, μηνιαίες αναφορές και πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία.

    Η συμφωνία μπορεί επίσης να περιλαμβάνει ρήτρα συμμετοχής σε μελλοντικούς γύρους (pay-to-play provision), βάσει της οποίας ο επενδυτής υποχρεούται να συμμετάσχει σε μελλοντικούς γύρους χρηματοδότησης για να διατηρήσει τα προνόμιά του.

    Πρακτικές Επισημάνσεις – Checklist
    Αποτίμηση pre-money vs post-money

    Κάθε term sheet πρέπει να διευκρινίζει ρητά αν η αναφερόμενη αποτίμηση αφορά αξία πριν ή μετά τη χρηματοδότηση. Ελλιπής ρύθμιση οδηγεί σε απόκλιση αρκετών ποσοστιαίων μονάδων στο τελικό μετοχικό ποσοστό.

    Ρήτρα αποκλειστικότητας (no-shop)

    Η εύλογη διάρκεια κυμαίνεται μεταξύ 30 και 90 ημερών, πάντα με ρήτρα αυτόματης λήξης (sunset clause).

    Συμφωνία SAFE υπό ελληνικό δίκαιο

    Αν η σύμβαση διέπεται από ελληνικό δίκαιο, πρέπει να ρυθμίζονται ρητά τα γεγονότα ενεργοποίησης (triggering events), η συμβατότητα του μηχανισμού μετατροπής με τις διαδικασίες αύξησης κεφαλαίου, ως επίσης και τι συμβαίνει αν δεν πραγματοποιηθεί ποτέ γύρος χρηματοδότησης.

    Liquidation preference και anti-dilution

    Η ρήτρα 1x non-participating θεωρείται εύλογη σε seed και Series A, ενώ η μέθοδος ευρείας βάσης σταθμισμένου μέσου όρου (broad-based weighted average) αποτελεί τη διεθνή πρακτική κατά της απομείωσης. Πριν αποδεχθεί ρήτρα τύπου participating preferred ή full ratchet, ο ιδρυτής πρέπει να εκπονήσει ανάλυση κατανομής τιμήματος (waterfall analysis) σε πολλαπλά σενάρια εξόδου.

    Αποθεματικό δικαιωμάτων προαίρεσης (option pool)

    Αν το αποθεματικό υπολογίζεται εντός της αποτίμησης πριν τη χρηματοδότηση (pre-money), η απομείωση βαρύνει αποκλειστικά τους ιδρυτές. Η διαπραγμάτευση του τρόπου υπολογισμού είναι εξίσου κρίσιμη με την ίδια την αποτίμηση.

    Εταιρική μορφή και έγκαιρος σχεδιασμός

    Αν η στρατηγική εξόδου περιλαμβάνει θεσμικό επενδυτή, η μετατροπή από ΙΚΕ σε ΑΕ πρέπει να προγραμματίζεται εγκαίρως, καθώς μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο, προνομιούχες μετοχές και δικαιώματα προαίρεσης μετοχών είναι διαθέσιμα αποκλειστικά στη μορφή της ΑΕ.

    Ενσωμάτωση κρίσιμων όρων στο καταστατικό

    Η εξωεταιρική συμφωνία μετόχων δεν αντικαθιστά το καταστατικό. Όροι που αφορούν δικαιώματα προνομιούχων μετοχών, ρήτρες Anti-Dilution ή περιορισμούς μεταβίβασης πρέπει να ενσωματώνονται και στο καταστατικό, ώστε να είναι αντιτάξιμοι σε τρίτους.

    Φορολογικές συνέπειες

    Η χρηματοδότηση μέσω συμφωνίας SAFE ή μετατρέψιμων ομολογιών ενδέχεται να έχει διαφορετικές φορολογικές συνέπειες από την άμεση εισφορά κεφαλαίου. Κρίσιμα σημεία αποτελούν η φορολογική αντιμετώπιση κατά τη μετατροπή σε μετοχές, η δυνητική υποχρέωση φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου, καθώς και η φορολόγηση δικαιωμάτων προαίρεσης μετοχών ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ή ως υπεραξία.

    Δέουσα επιμέλεια (due diligence), προετοιμασία εκ των προτέρων

    Η νομική και οικονομική ετοιμότητα πριν από τον γύρο χρηματοδότησης επιταχύνει τη διαδικασία και ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση. Κρίσιμα σημεία αφορούν την τακτοποίηση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, την ύπαρξη ενημερωμένων οικονομικών καταστάσεων και την καθαρότητα του μετοχολογίου.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για κάθε θέμα σχετικά με την χρηματοδότηση startup μέσω venture capital.

    Εξαγορά Εταιρείας: Due Diligence Για Αγοραστή Και Πωλητή

    Νομική υποστήριξη σε Εξαγορά Εταιρείας & Due Diligence Για Αγοραστή Και Πωλητή- KSTLAW

    Δέουσα Επιμέλεια (Due Diligence) & Εξαγορά Εταιρείας: Share Deal, Asset Deal και Νομική Προστασία Αγοραστή & Πωλητή

    Η δέουσα επιμέλεια ή «έλεγχος καταλληλόλητας» («due diligence»), αποτελεί το θεμέλιο κάθε εταιρικής εξαγοράς ή συγχώνευσης.

    Αποσκοπεί στην ολοκληρωμένη αξιολόγηση του νομικού, φορολογικού, εργατικού και τεχνολογικού προφίλ της υπό εξαγορά εταιρείας, ώστε αφενός ο αγοραστής να γνωρίζει ακριβώς τι αγοράζει, αφετέρου ο πωλητής να μην αιφνιδιαστεί από αξιώσεις μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας.

    Το βασικό νομοθετικό πλαίσιο είναι:

    Νομική Φύση και Σκοπός της Δέουσας Επιμέλειας

    Η διαδικασία δέουσας επιμέλειας δεν προβλέπεται ρητά ως υποχρεωτικό νομικό βήμα στην ελληνική νομοθεσία. Η σημασία της, ωστόσο, απορρέει έμμεσα από πλήθος διατάξεων και, φυσικά, την επιχειρηματική προσέγγιση και πρακτική.

    Ειδικότερα, ο Ν. 4548/2018 επιβάλλει υποχρεώσεις διαφάνειας στη διοίκηση ανωνύμων εταιρειών, ενώ ο γενικός κανόνας καλής πίστης κατά το άρθρο 288 ΑΚ ερμηνεύεται ευρέως ώστε να καλύπτει και το προσυμβατικό στάδιο της διαπραγμάτευσης.

    Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ εκείνος που υπαίτια προξενήσει ζημία στον αντισυμβαλλόμενό του υποχρεούται να την ανορθώσει, ακόμη και αν η σύμβαση δεν καταρτίστηκε (ΑΠ 741/2018).

    Παράλληλα, ο Ν. 4601/2019 για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις πληροφόρησης και ελέγχου στις περιπτώσεις συγχώνευσης και διάσπασης.

    Στην πράξη, η δέουσα επιμέλεια λαμβάνει χώρα σε δύο βασικές περιπτώσεις:

    • στην εξαγορά μετοχών ή μεριδίων («share deal»), όπου ο αγοραστής αποκτά ποσοστό στο κεφάλαιο της εταιρείας και, επομε΄νως, αναλαμβάνει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις της, και
    • στην εξαγορά περιουσιακών στοιχείων («asset deal»), όπου μεταβιβάζεται επιλεκτικά η επιχείρηση ή επιμέρους στοιχεία της.

    Η διάκριση αυτή έχει καθοριστική σημασία για τον τρόπο και το βάθος του ελέγχου.

    Η Σύμβαση Εμπιστευτικότητας (NDA) ως Πρώτο Βήμα

    Πριν αρχίσει οποιαδήποτε ανταλλαγή εγγράφων και πληροφοριών, τα μέρη συνάπτουν σύμβαση εμπιστευτικότητας (εχεμύθειας) – Non-Disclosure Agreement (NDA). Η σύμβαση αυτή δεσμεύει τον αγοραστή να μη χρησιμοποιήσει ή αποκαλύψει εμπιστευτικές πληροφορίες που αποκτά κατά τον έλεγχο, και διέπεται από τον Ν. 4679/2020 (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/943/ΕΕ για την προστασία εμπορικών απορρήτων).

    Η σύμβαση εμπιστευτικότητας πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια: (i) την έκταση των εμπιστευτικών πληροφοριών, (ii) τους επιτρεπόμενους αποδέκτες (π.χ. δικηγόρους, ορκωτούς λογιστές), (iii) τη διάρκεια της υποχρέωσης εμπιστευτικότητας και (iv) τις κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης. Αμφιβολίες ως προς την έκταση της υποχρέωσης επιλύονται υπέρ της ευρύτερης προστασίας.

    Νομικός Έλεγχος (Legal Due Diligence)
    Εταιρική Κατάσταση

    Ο έλεγχος ξεκινά από τον φάκελο σύστασης και το ιστορικό της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ. (ενδεικτικά: καταστατικό, τροποποιήσεις, εκπρόσωποι, πρακτικά Γενικών Συνελεύσεων και Διοικητικού Συμβουλίου, κλπ).

    Ειδικά σε εξαγορά μετοχών ΑΕ, εξετάζεται εάν η μεταβίβαση ορισμένων κατηγοριών μετοχών απαιτεί έγκριση του ΔΣ ή της ΓΣ (δικαιώματα προτίμησης, δεσμευμένες μετοχές κατ’άρθρο 41 Ν. 4548/2018 κλπ).

    Σε ό,τι αφορά τον τύπο μεταβίβασης μετοχών ΑΕ, η νομολογία του ΑΠ έχει κρίνει ότι ο επιβαλλόμενος έγγραφος τύπος για τη μεταβίβαση μετοχών δεν είναι συστατικός αλλά αποδεικτικός.

    Τούτο σημαίνει ότι η ακυρότητα για μη τήρησή του ισχύει μόνο έναντι των φορολογικών αρχών, χωρίς να θίγει τις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

    Επομένως, ο αγοραστής οφείλει σε κάθε περίπτωση να μεριμνήσει για την σχετική εγγραφή στο βιβλίο μετόχων, εφόσον αυτή αποτελεί προϋπόθεση νομιμοποίησής του έναντι της εταιρείας (άρθρο 41 παρ. 6 Ν. 4548/2018).

    Υφιστάμενες Συμβάσεις

    Εξετάζεται το σύνολο των συμβατικών σχέσεων, ήτοι συμβάσεις με πελάτες και προμηθευτές, συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων (ιδίως ρήτρες καταγγελίας σε περίπτωση αλλαγής του ελέγχου της εταιρείας), συμβάσεις αντιπροσωπείας και διανομής, δάνεια, εγγυήσεις κλπ.

    Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί ο εντοπισμός ρητρών αλλαγής ελέγχου («change of control clauses»), οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν λύση ή τροποποίηση σύμβασης μόλις ολοκληρωθεί η εξαγορά.

    Τέλος, πρέπει να ελεγχθεί η τυχόν ύπαρξη συμβάσεων με συνδεδεμένα μέρη και να εξεταστεί η νομιμότητά τους (προηγούμενη απόφαση ΔΣ ή ΓΣ, δημοσιότητα κλπ).

    Εκκρεμείς Διαφορές και Αγωγές

    Ελέγχεται η ύπαρξη εκκρεμών δικαστικών διαφορών, διαιτησιών ή απαιτήσεων τρίτων. Σημαντικός κίνδυνος συνιστά η ύπαρξη αγωγών που δεν απεικονίζονται στους ισολογισμούς. Πρόκειται για τις λεγόμενες ενδεχόμενες υποχρεώσειςcontingent liabilities»).

    Επίσης ελέγχεται η ύπαρξη τυχόν κατασχέσεων, υποθηκών και βαρών επί περιουσιακών στοιχείων της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης τόσο στο Κτηματολόγιο όσο και στο Υποθηκοφυλακείο.

    Χρέη Επιχείρησης στη Μεταβίβαση

    Ιδιαίτερα στην εξαγορά περιουσιακών στοιχείων («asset deal»), εφαρμόζεται το άρθρο 479 ΑΚ, δηλαδή ο αποκτών την επιχείρηση ευθύνεται αλληλεγγύως με τον μεταβιβάζοντα για τα χρέη που σχετίζονται με αυτή, εφόσον ο γενεσιουργός λόγος υπήρχε κατά τον χρόνο μεταβίβασης.

    Κατά πάγια νομολογία, η ανωτέρω διάταξη καθιερώνει την αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρεών, κατά την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ, δημιουργώντας παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος (ΑΠ 1530/2022).

    Εξάλλου, έχει κριθεί ότι αρκεί να μεταβιβάζεται ο «πυρήνας» της επιχείρησης και όχι αναγκαστικά το σύνολό της. Επομένως, η καταγραφή των χρεών αποτελεί κρίσιμο βήμα κάθε ελέγχου.

    Εργατικός Έλεγχος (Labour Due Diligence)
    Καταγραφή και Νομιμότητα Εργασιακών Σχέσεων

    Ελέγχεται η νομιμότητα και το περιεχόμενο κάθε εργασιακής σύμβασης, αόριστης ή ορισμένης διάρκειας, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, ή/και σύμβασης έργου (άρθρο 681 ΑΚ).

    Ιδιαίτερης σημασίας είναι η έρευνα της πιθανότητας σχέσεων που εμφανίζονται ως ανεξάρτητης συνεργασίας ή έργου, να υποκρύπτουν στην πράξη σχέση εξαρτημένης εργασίας. Και τούτο διότι η τυχόν δικαστική αναγνώριση αυτών των σχέσεων μετά την εξαγορά, δημιουργεί σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις για τον αγοραστή.

    Ομοίως, σε περίπτωση εργασιακής σχέσης μετόχου, αυτή πρέπει να ελεγχθεί με τα κριτήρια για τις συμβάσεις συνδεδεμένων μερών, κατά τα ανωτέρω.

    Εκκρεμείς Εργατικές Αξιώσεις

    Εξετάζεται η ύπαρξη εκκρεμών αγωγών πρώην υπαλλήλων ή αγωγών για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών. Επαληθεύεται η ορθότητα υπολογισμού αποζημίωσης απόλυσης και η τήρηση των προθεσμιών έγγραφης γνωστοποίησης (άρθρο 1 Ν. 2112/1920).

    Επίσης, ελέγχεται η συμμόρφωση με τις διατάξεις περί τηλεργασίας κατά τον Ν. 4808/2021 (άρθρα 67–71), ιδίως για εταιρείες που διατηρούν υβριδικό μοντέλο εργασίας.

    Ασφαλιστικές Εισφορές

    Ζητείται πρόσφατο αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας από τον e-ΕΦΚΑ. Ελέγχονται επίσης τυχόν ανεξόφλητα πρόστιμα, αχρεωστήτως καταβληθείσες εισφορές ή συμψηφισμοί που ενδέχεται να αποτελούν κρυφές υποχρεώσεις (hidden liabilities) και, συνήθως, ανακαλύπτονται μόνο μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς.

    Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας

    Εξετάζεται εάν η εταιρεία δεσμεύεται από κλαδικές ή επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ), καθώς η εφαρμογή τους εξακολουθεί να ισχύει και μετά την αλλαγή ιδιοκτησίας. Βελτιωμένοι εργασιακοί όροι που έχουν ενσωματωθεί στις ατομικές συμβάσεις εξακολουθούν να ισχύουν ακόμη και μετά τη λήξη της ΣΣΕ.

    Φορολογικός Έλεγχος (Tax Due Diligence)
    Εκκρεμείς Φορολογικές Υποχρεώσεις

    Ελέγχεται η ύπαρξη εκκρεμών φορολογικών ελέγχων από την ΑΑΔΕ, δικαστικών φορολογικών διαφορών, καθώς και τυχόν βεβαιωμένων οφειλών. Λαμβάνεται υπόψη ότι η παραγραφή φορολογικών αξιώσεων είναι κατ’ αρχήν πενταετής, ενώ επεκτείνεται σε δέκα έτη υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ιδίως για δηλώσεις με ανακριβή στοιχεία κατά το άρθρο 36 παρ. 3 Ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας).

    Μεταφερόμενες Ζημίες

    Οι μεταφερόμενες ζημίες αποτελούν, σε αρκετές περιπτώσεις, κρυφή αξία για τον αγοραστή. Τούτο διότι:

    • Επιτρέπουν τον Συμψηφισμό με Μελλοντικά Κέρδη: Οι μεταφερόμενες ζημίες επιτρέπουν στον αγοραστή να συμψηφίσει τις ζημίες παρελθουσών χρήσεων της αποκτηθείσας εταιρείας με τα μελλοντικά της κέρδη, μειώνοντας ή μηδενίζοντας με τον τρόπο αυτό τον φόρο εισοδήματος που θα κληθεί να πληρώσει ο νέος ιδιοκτήτης.
    • Αυξάνουν Της Ταμειακές Ροές: Μειώνοντας τη φορολογική επιβάρυνση, ο αγοραστής αυξάνει τις καθαρές ταμειακές ροές (after-tax cash flows) μετά την εξαγορά, γεγονός που καθιστά την επένδυση πιο αποδοτική.

    Κατά το άρθρο 27 Ν. 4172/2013 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), ζημίες μεταφέρονται για συμψηφισμό με επιχειρηματικά κέρδη διαδοχικά στα επόμενα πέντε φορολογικά έτη. Πρέπει να ελέγχεται, ωστόσο, η νομιμότητα της μεταφοράς τους.

    ΦΠΑ & Ενδοομιλικές Συναλλαγές

    Επαληθεύεται η κατάσταση ΦΠΑ της εταιρείας, η ορθή κατηγοριοποίηση εισοδημάτων και δαπανών, καθώς και ο χειρισμός ενδοομιλικών συναλλαγών (transfer pricing).

    Φορολογική Ουδετερότητα Σε Εταιρικούς Μετασχηματισμούς

    Όταν η εξαγορά υλοποιείται μέσω συγχώνευσης ή διάσπασης, εξετάζεται εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Ν. 5162/2024 για τη φορολογική ουδετερότητα εταιρικών μετασχηματισμών, ώστε η αναδιοργάνωση να μην επισύρει φορολογική επιβάρυνση κατά τη φάση εκτέλεσής της.

    Έλεγχος Πνευματικής Ιδιοκτησίας (IP Due Diligence)
    Εμπορικά Σήματα

    Ελέγχεται η κατοχύρωση των εμπορικών σημάτων στον ΟΒΙ ή στο EUIPO, η αντιστοίχισή τους με τα εμπορευόμενα προϊόντα ή υπηρεσίες και η έγκαρη ανανέωσή τους. Εξετάζεται, επίσης, εάν εκκρεμούν ανακοπές ή αγωγές (από κίνδυνο σύγχυσης) που μπορούν να αμφισβητήσουν την αποκλειστικότητα χρήσης τους μετά την εξαγορά.

    Λογισμικό, Βάσεις Δεδομένων & Εμπορικά Απόρρητα

    Για εταιρείες τεχνολογίας ή ηλεκτρονικού εμπορίου, κρίσιμος είναι ο έλεγχος αδειών χρήσης λογισμικού (ανοιχτού κώδικα ή ιδιόκτητου), η προστασία βάσεων δεδομένων, καθώς και η ύπαρξη εμπορικού απορρήτου κατά τον Ν. 4679/2020.

    Ειδικότερα, εξετάζεται εάν ο πηγαίος κώδικας (source code) ανήκει στην εταιρεία ή υπόκειται σε αδειοδότηση τρίτου, καθώς αυτό είναι κρίσιμο για να ταξινομηθεί ως πάγιο στοιχείο ή ως υποχρέωση.

    Εσωτερικές Δεσμεύσεις Στελεχών

    Ελέγχεται εάν βασικά στελέχη και εργαζόμενοι έχουν υπογράψει δεσμευτικές ρήτρες εμπιστευτικότητας και μη ανταγωνισμού.

    Η απουσία τέτοιων ρητρών εκθέτει την εταιρεία σε κίνδυνο απώλειας πελατολογίου ή τεχνογνωσίας, αμέσως μετά από αποχώρηση βασικού στελέχους η οποία είναι συχνή σε αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος.

    Ο Έλεγχος Από Την Πλευρά Του Πωλητή (Vendor Due Diligence)

    Ο πωλητής που προετοιμάζεται ενεργητικά για δέουσα επιμέλεια αποκτά σαφές πλεονέκτημα στη διαπραγμάτευση. Η προετοιμασία περιλαμβάνει την οργάνωση της σχετικής τεκμηρίωσης σε ψηφιακό χώρο δεδομένων (data room – SharePoint), τον εντοπισμό και την ενδεχόμενη διευθέτηση ζητημάτων (πριν αυτά ανακαλυφθούν από τον αγοραστή), καθώς και τη διαμόρφωση ρεαλιστικών δηλώσεων και εγγυήσεων (representations and warranties) που αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση της εταιρείας.

    Ο πωλητής οφείλει να γνωστοποιήσει κάθε ουσιώδες γεγονός που επηρεάζει την αξία της εταιρείας. Η εσκεμμένη απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας μπορεί να ακυρώσει την πώληση και να θεμελιώσει αγωγή αποζημίωσης βάσει απάτης (άρθρο 147 ΑΚ) ή πλάνης (άρθρα 140 επ. ΑΚ).

    Ακόμη και ανεπαρκής γνωστοποίηση (δλδ χωρίς πρόθεση εξαπάτησης), μπορεί να οδηγήσει σε αστική ευθύνη, εάν ο αγοραστής αποδείξει ότι, αν γνώριζε, δεν θα συνήπτε την ίδια συμφωνία ή θα τη συνήπτε υπό διαφορετικούς όρους.

    Πρακτικές Επισημάνσεις & Checklist
    Για τον Αγοραστή
    Σύναψη NDA

    Πριν από οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών, πρέπει να υπογραφεί σύμβαση εμπιστευτικότητας η οποία θα καλύπτει τους αποδέκτες, τη διάρκεια και τις κυρώσεις παραβίασης.

    Εταιρική νομιμότητα

    Έλεγχος καταστατικού, βιβλίου μετόχων, πρακτικών ΓΣ/ΔΣ μέσω Γ.Ε.ΜΗ. και εξέταση τυχόν περιορισμών στη μεταβίβαση μετοχών.

    Ρήτρες αλλαγής ελέγχου

    Εντοπισμός τυχόν ρητρών αλλαγής ελέγχου (change of control) σε υφιστάμενες συμβάσεις που δύνανται να λυθούν αυτοδικαίως με την ολοκλήρωση της εξαγοράς.

    Φορολογική ενημερότητα

    Αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας και έλεγχος ανοιχτών φορολογικών ελέγχων από την ΑΑΔΕ, λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο παραγραφής.

    Ασφαλιστική ενημερότητα

    Αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας e-ΕΦΚΑ και ξεχωριστή επαλήθευση παλαιών οφειλών στο ΚΕΑΟ.

    Εργατικές σχέσεις

    Ανάλυση συμβάσεων εργασίας, εντοπισμός «καλυμμένων» σχέσεων εξαρτημένης εργασίας, εκκρεμείς αξιώσεις και δεσμεύσεις ΣΣΕ.

    Εμπράγματα βάρη

    Έλεγχος κτηματολογίου και υποθηκοφυλακείου για βάρη επί ακινήτων.

    Πνευματική ιδιοκτησία

    Επαλήθευση κατοχύρωσης εμπορικών σημάτων, αδειών λογισμικού, κυριότητας πηγαίου κώδικα και εμπορικών απορρήτων.

    Μεταφερόμενες ζημίες

    Εκτίμηση φορολογικών ζημιών που δύνανται να συμψηφιστούν με μελλοντικά κέρδη κατά τον ΚΦΕ.

    Χρέη επιχείρησης

    Αξιολόγηση κρυφών υποχρεώσεων, ιδίως στο asset deal, λαμβάνοντας υπόψη την αναδοχή χρεών κατά το άρθρο 479 ΑΚ.

    Δηλώσεις και εγγυήσεις

    Διαπραγμάτευση ρητρών, δηλώσεων και εγγυήσεων (representations & warranties) στη σύμβαση εξαγοράς.

    Για τον Πωλητή
    Data room

    Οργάνωση ψηφιακού χώρου δεδομένων (data room) με πλήρη, ενημερωμένη και δομημένη τεκμηρίωση.

    Αυτοέλεγχος

    Εντοπισμός και διευθέτηση ζητημάτων πριν τον εξωτερικό έλεγχο, ώστε να αποφεύγονται εκπλήξεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

    Εργασιακές σχέσεις

    Διασφάλιση ότι όλες οι εργασιακές σχέσεις έχουν σωστά καταρτισμένες συμβάσεις και δεν υπάρχουν εκκρεμότητες.

    Ασφαλιστικές υποχρεώσεις

    Ενημέρωση για παλαιές οφειλές e-ΕΦΚΑ και ΚΕΑΟ και τακτοποίησή τους πριν τον έλεγχο.

    Πνευματική ιδιοκτησία

    Επαλήθευση της εγκυρότητας και της χρονικής ισχύος των κατατεθειμένων σημάτων και των λοιπών αδειών πνευματικής ιδιοκτησίας.

    Υποχρέωση γνωστοποίησης

    Γνωστοποίηση κάθε ουσιώδους γεγονότος προς αποφυγή ευθύνης από απόκρυψη.

    Εγγυήσεις

    Διαπραγμάτευση χρονικού περιορισμού εγγυήσεων στη σύμβαση εξαγοράς, ώστε η ευθύνη του πωλητή να μην είναι αόριστης διάρκειας.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε για το Due Diligence αγοραστή και πωλητή σε εξαγορά εταιρείας.

    Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού Στις Εργασιακές & Εταιρικές Σχέσεις

    Νομική υποστήριξη σε Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού Στις Εργασιακές & Εταιρικές Σχέσεις - KSTLAW

    Η ρήτρα μη ανταγωνισμού (“non-compete agreement“) αποτελεί συμβατικό όρο με τον οποίο ένα πρόσωπο αναλαμβάνει την υποχρέωση να απέχει από ανταγωνιστική δραστηριότητα για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη μιας. εργασιακής ή εταιρικής, σχέσης.

    Στο ελληνικό δίκαιο δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση. Η εγκυρότητα και τα όρια της ρήτρας κρίνονται με βάση τις γενικές αρχές του Αστικού Κώδικα (κυρίως 178, 179, 281 ΑΚ) και τη νομολογία που τις εξειδικεύει.

    Το παρόν άρθρο εστιάζει σε δύο πεδία:

    • τη ρήτρα μη ανταγωνισμού στις εργασιακές σχέσεις και
    • τη ρήτρα μη ανταγωνισμού στις εταιρικές σχέσεις (εξερχόμενος εταίρος, μέλη ΔΣ, μεταβίβαση μεριδίων κλπ).
    Υποχρέωση Μη Ανταγωνισμού Κατά Τη Διάρκεια Της Σχέσης
    Εργασιακές Σχέσεις

    Κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος οφείλει να απέχει από ανταγωνιστικές πράξεις εις βάρος του εργοδότη.

    Η υποχρέωση αυτή δεν απαιτείται να συμφωνηθεί ρητά, αλλά απορρέει από τη γενικότερη αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης της σύμβασης, κατ’ άρθρ. 652 και 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με τον Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού.

    Τέλος, ο εργαζόμενος δεν μπορεί, δηλαδή, να ασκεί παράλληλα εμπορικές εργασίες όμοιες με αυτές του εργοδότη, ούτε να συμμετέχει σε ανταγωνιστική εταιρεία.

    Εταιρικές Σχέσεις

    Στις προσωπικές εταιρείες (ΟΕ, ΕΕ), η απαγόρευση ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της εταιρικής σχέσης προβλέπεται ρητά στο άρθρο 748 ΑΚ και στα άρθρα 254–255 του Ν. 4072/2012.

    Εξάλλου, ο εταίρος δεν επιτρέπεται, χωρίς τη συναίνεση των λοιπών εταίρων, να ενεργεί για δικό του ή ξένο λογαριασμό πράξεις που εμπίπτουν στον σκοπό της εταιρείας ή να μετέχει σε ανταγωνιστική εταιρεία. Η παραβίαση των παραπάνω θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή ακόμη και δυνατότητα αποκλεισμού του εταίρου.

    Αντίστοιχη απαγόρευση ισχύει για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ΑΕ κατ’ άρθρο 98 του Ν. 4548/2018, και για τους διευθύνοντες υπαλλήλους που συνδυάζουν εργασιακή και εταιρική ιδιότητα.

    Μετασυμβατική Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού Στην Εργασία

    Η ανωτέρω υποχρέωση παύει, καταρχήν, με τη λύση της σύμβασης εργασίας. Μετά τη λύση, ο εργαζόμενος ανακτά πλήρως την επαγγελματική του ελευθερία και δικαιούται να αξιοποιήσει τις γνώσεις και την εμπειρία που απέκτησε.

    Ωστόσο, Τα μέρη μπορούν, ωστόσο, κάνοντας χρήση της συμβατικής ελευθερίας κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, να επεκτείνουν την απαγόρευση και μετά τη λύση, με ρητό συμβατικό όρο (ΑΠ 1598/2022).

    Περαιτέρω, η ρήτρα αυτή αποτελεί, κατά τη φύση της, περιορισμό του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος εργασίας (άρθρα 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος). Τούτο διότι, ενώ στηρίζεται στη συμβατική ελευθερία, παράλληλα δεσμεύει τον εργαζόμενο σε μια δυσμενή θέση, ήτοι τον αποκλείει από την αγορά εργασίας στον τομέα που γνωρίζει καλύτερα.

    Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, η νομολογία αντιμετωπίζει τη ρήτρα με αυστηρότητα, υποβάλλοντάς τη σε πολυεπίπεδο δικαστικό έλεγχο για την εγκυρότητά της.

    Κριτήρια Εγκυρότητας Κατά Τη Νομολογία

    Ελλείψει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης, η νομολογία έχει αναπτύξει τέσσερα κριτήρια ελέγχου:

    Χρονική Διάρκεια

    Η δέσμευση πρέπει να περιορίζεται σε εύλογο χρόνο. Η νομολογία δέχεται ως ανώτατο εύλογο όριο τα δύο έτη μετά τη λύση. Ισόβια ή αόριστη απαγόρευση είναι αναμφίβολα αντίθετη στα χρηστά ήθη και άκυρη κατ’ άρθρο 179 ΑΚ.

    Χωρική Έκταση

    Ο γεωγραφικός περιορισμός πρέπει να αντιστοιχεί στην πραγματική εμβέλεια της δραστηριότητας του εργοδότη. Ρήτρα που απαγορεύει ανταγωνισμό σε ολόκληρη την επικράτεια, χωρίς ο εργοδότης να δραστηριοποιείται πανελλαδικά, κρίνεται υπέρμετρη.

    Αντικείμενο Της Απαγόρευσης

    Η ρήτρα πρέπει να οριοθετεί με σαφήνεια το είδος της απαγορευμένης δραστηριότητας. Γενική απαγόρευση «κάθε εργασίας στον κλάδο» χωρίς εξειδίκευση μπορεί να κριθεί αντίθετη στα χρηστά ήθη.

    Στην ΑΠ 1598/2022, ο Άρειος Πάγος ασχολήθηκε με ρήτρα σε σύμφωνο συνεργασίας που απαγόρευε στον αντισυμβαλλόμενο, για δύο έτη μετά τη λύση, να αποκτά συμμετοχές, να αναλαμβάνει υποχρεώσεις ή να ασκεί οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα ταυτόσημη ή ευθέως ανταγωνιστική προς εκείνη της εταιρείας.

    Ο Άρειος Πάγος εξέτασε τη ρήτρα υπό το πρίσμα των άρθρων 178–179 ΑΚ, εστιάζοντας στη διάρκεια, τη χωρική έκταση και το αντικείμενο της απαγόρευσης και έκρινε, όπως και το Εφετείο, ότι η ρήτρα ήταν άκυρη ως καταχρηστική διότι:

    • Απαγόρευε στον εργαζόμενο για δύο χρόνια να εργαστεί σε οποιαδήποτε σημαντική εταιρεία πληροφορικής στην Ελλάδα που θεωρείται ανταγωνιστική.
    • Ουσιαστικά τον εκτόπιζε από ολόκληρο τον κλάδο της πληροφορικής σε εθνικό επίπεδο.
    • Δεν υπήρχε κανένα αντάλλαγμα για τον περιορισμό (π.χ. αποζημίωση μη ανταγωνισμού).
    • Η έκταση της απαγόρευσης ήταν υπερβολικά ευρεία (πολλές εταιρείες, όλη η επικράτεια, κάθε μορφή συνεργασίας).

    Επομένως, σύμφωνα με το δικαστήριο, η ρήτρα:

    • παραβίαζε τα άρθρα 178–179 ΑΚ,
    • περιόριζε υπέρμετρα το δικαίωμα εργασίας.
    Οικονομικό Αντάλλαγμα

    Τούτο αποτελεί το πλέον εξελισσόμενο κριτήριο. Η παλαιότερη νομολογία (ΑΠ 1285/1984, ΑΠ 1192/1992 κλπ) δεχόταν ότι η ύπαρξη ανταλλάγματος δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση εγκυρότητας, αλλά συνεκτιμάται μόνο όταν οι λοιποί όροι υπερβαίνουν τα ακραία όρια των χρηστών ηθών.

    Ωστόσο, η πρόσφατη νομολογία κινείται προς διαφορετική κατεύθυνση, όπως αναλύεται κατωτέρω.

    Μεταστροφή Νομολογίας (αυστηρόποιηση κριτήριων)

    Η εξέλιξη της νομολογίας τα τελευταία χρόνια αποτυπώνει σαφή τάση ενίσχυσης της προστασίας του εργαζομένου.

    Η ΑΠ 830/2024, αφορούσε ρήτρα επιστροφής δαπανών εκπαίδευσης, και εισήγαγε ένα νέο γενικότερο πλαίσιο ελέγχου δεσμευτικών ρητρών σε συμβάσεις εργασίας, εφαρμόσιμο και στις ρήτρες μη ανταγωνισμού.

    Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι, ακόμη και αν μια ρήτρα δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη κατ’ άρθρα 178–179 ΑΚ, ο δικαστής οφείλει να εξετάσει αν η δέσμευση συνεπάγεται δυσανάλογη κατανομή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των μερών, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος) και της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).

    Η μεταστροφή αυτή οφείλεται στην αναγνώριση ότι ο εργαζόμενος, ως ασθενέστερο συμβαλλόμενο μέρος, δεν διαθέτει πραγματική διαπραγματευτική ισχύ κατά την υπογραφή της σύμβασης.

    Στο ίδιο πνεύμα, η ΑΠ 1080/2025 εξέτασε υπόθεση στην οποία η εταιρεία δεν είχε αναλάβει υποχρέωση καταβολής οικονομικού ανταλλάγματος στον εργαζόμενο κατά τη διάρκεια εξαμηνιαίας μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού.

    Το δικαστήριο έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος δεν είχε διαπραγματευτική ισχύ κατά την υπογραφή της σύμβασης, ότι η εταιρεία δεν παρείχε ειδικό αντάλλαγμα για τη δέσμευση, και ότι η ποινική ρήτρα που τη συνόδευε ήταν δυσανάλογα μεγάλη. Έτσι κρίθηκε ότι η ποινή ήταν υπερβολική και μειώθηκε κατ’ άρθρο 409 ΑΚ.

    Επομένως, είναι πλέον σαφές ότι η νομολογία εξελίσσεται προς την κατεύθυνση ότι η απουσία οικονομικού ανταλλάγματος, σε συνδυασμό με ευρεία χρονική ή χωρική έκταση της ρήτρας, καθιστά τη δέσμευση καταχρηστική.

    Μετασυμβατική Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού Στις Εταιρικές Σχέσεις

    Η υποχρέωση παράλειψης ανταγωνισμού (748 ΑΚ, 254 Ν. 4072/2012) παύει, κατ’ αρχήν, με τη λύση της εταιρικής σχέσης ή την αποχώρηση του εταίρου. Τα μέρη, όμως, μπορούν να συμφωνήσουν καταστατική ρήτρα μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού, η οποία δεσμεύει τον εξερχόμενο εταίρο να μην ασκεί ανταγωνιστική δραστηριότητα για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την αποχώρησή του.

    Αντίστοιχες ρήτρες περιλαμβάνονται συχνά σε συμβάσεις πώλησης μεριδίων ή μετοχών (SPA) καθώς και σε συμφωνίες μετόχων (shareholders’ agreements).

    Περαιτέρω, η εγκυρότητα τέτοιων ρητρών ελέγχεται με ανάλογα κριτήρια (χρονική διάρκεια, χωρική έκταση, αντικείμενο), αλλά ο δικαστικός έλεγχος τείνει να είναι λιγότερο αυστηρός σε σχέση με τις εργασιακές σχέσεις.

    Τούτο διότι ο εταίρος, σε αντίθεση με τον εργαζόμενο, δεν θεωρείται κατ’ ανάγκη «ασθενέστερο» συμβαλλόμενο μέρος. Η διαπραγματευτική ισχύς των μερών στις εταιρικές συμβάσεις, είναι συνήθως πιο ισορροπημένη.

    Επιπλέον, η ρήτρα εξυπηρετεί τον εύλογο σκοπό, να εξασφαλίσει ότι ο αγοραστής των μεριδίων ή η εταιρεία θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν απρόσκοπτα το επιχειρηματικό απόρρητο, την πελατεία και την τεχνογνωσία που μεταβιβάστηκαν.

    Τέλος, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η υπόθεση Remia κατά Επιτροπής (42/84) του ΔΕΕ αποτελεί σημείο αναφοράς καθώς αφορούσε ρήτρα μη ανταγωνισμού στο πλαίσιο μεταβίβασης επιχείρησης.

    Το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια ρήτρα δεν εμπίπτει, καταρχήν, στην απαγόρευση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, εφόσον είναι αναγκαία για τη μεταβίβαση της επιχείρησης και δεν υπερβαίνει σε διάρκεια και έκταση αυτό που απαιτείται για την εξασφάλιση της μεταβιβαζόμενης goodwill. Η Επιτροπή απέρριψε, ωστόσο, ρήτρα η οποία ήταν υπερβολική ως προς τη διάρκεια και την έκταση εφαρμογής.

    Σχέση Ρήτρας Μη Ανταγωνισμού Με NDA

    Στην πράξη, η ρήτρα μη ανταγωνισμού συνυπάρχει συχνά με τη σύμβαση εμπιστευτικότητας (NDA), αλλά πρόκειται για διακριτά νομικά εργαλεία.

    Η σύμβαση εμπιστευτικότητας προστατεύει πληροφορίες, καθώς απαγορεύει την αποκάλυψη εμπιστευτικών δεδομένων χωρίς να περιορίζει, καταρχήν, την επαγγελματική δραστηριότητα του δεσμευομένου. Αντίθετα, η ρήτρα μη ανταγωνισμού περιορίζει αυτή καθαυτή τη δυνατότητα άσκησης συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας.

    Για το λόγο αυτό η νομολογία ελέγχει τη ρήτρα μη ανταγωνισμού πολύ αυστηρότερα. Ενώ ένα NDA μπορεί να είναι αόριστης διάρκειας (για όσο χρόνο παραμένει εμπιστευτική η πληροφορία), η ρήτρα μη ανταγωνισμού πρέπει να είναι αυστηρά χρονικά οριοθετημένη.

    Εντούτοις, η αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο είναι σημαντική. Το NDA σε συνδυασμό με ένα non-compete μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό πλέγμα προστασίας.

    Τούτο διότι, αν η ρήτρα μη ανταγωνισμού κριθεί άκυρη, το NDA εξακολουθεί να δεσμεύει τον εργαζόμενο ως προς τις εμπιστευτικές πληροφορίες, κάτι που, στην πράξη, περιορίζει εμμέσως τη δυνατότητα αποτελεσματικής ανταγωνιστικής δράσης.

    Ποινική Ρήτρα Και Συνέπειες Παραβίασης

    Η ρήτρα μη ανταγωνισμού εμπεριέχει, κατά κανόνα, ποινική ρήτρα (άρθρα 404 επ. ΑΚ), η οποία καταπίπτει υπέρ του εργοδότη σε περίπτωση παραβίασης χωρίς, σε πρώτη ανάγνωση, να χρειάζεται επίκληση και απόδειξη ζημίας.

    Η ποινή αυτή μπορεί, ωστόσο, να μειωθεί δικαστικά κατ’ άρθρο 409 ΑΚ αν είναι δυσανάλογα υψηλή. Αυτό συμβαίνει συχνά στην πρακτική, ιδίως όταν η ρήτρα μη ανταγωνισμού δεν συνοδεύεται από οικονομικό αντάλλαγμα (ΑΠ 1080/2025).

    Πέραν της ποινικής ρήτρας, ο εργοδότης ή η εταιρεία δικαιούνται να αξιώσουν αποζημίωση κατά τις γενικές διατάξεις (ΑΚ 914, 281) και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να λάβουν ασφαλιστικά μέτρα για παύση της ανταγωνιστικής δραστηριότητας.

    Πρακτικές Επισημάνσεις
    Έγγραφος Τύπος

    Η μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού δεν απορρέει αυτοδικαίως από τη σχέση. Χρειάζεται ρητό συμβατικό όρο. Αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο εργαζόμενος ή εταίρος δεν δεσμεύεται μετά τη λύση.

    Μη Καταχρηστικοί Όροι

    Η νομολογία κινείται σταθερά προς αυστηρότερο έλεγχο (ΑΠ 830/2024, ΑΠ 1080/2025). Ρήτρα που απαγορεύει πχ «κάθε ανταγωνιστική δραστηριότητα» χωρίς χρονικό, γεωγραφικό ή αντικειμενικό περιορισμό κινδυνεύει να κριθεί άκυρη ή καταχρηστική.

    Αντάλλαγμα

    Ενώ η παλαιότερη νομολογία δεν απαιτούσε υποχρεωτικά οικονομικό αντάλλαγμα, η πρόσφατη δικαστηριακή τάση συνεκτιμά εξαιρετικά αρνητικά την απουσία του.

    Στις εταιρικές σχέσεις, αντάλλαγμα μπορεί να θεωρηθεί το τίμημα μεταβίβασης. Στις εργασιακές, ένα μηνιαίο αντάλλαγμα (π.χ. ποσοστό του τελευταίου μισθού) ενισχύει σημαντικά τη βιωσιμότητα της ρήτρας.

    Συνδυασμός NDA & Non-Compete

    Η ρήτρα μη ανταγωνισμού πρέπει πάντα να συνοδεύεται από σύμβαση εμπιστευτικότητας (NDA). Ακόμη κι αν η ρήτρα μη ανταγωνισμού κριθεί άκυρη, το NDA εξακολουθεί να παρέχει προστασία ως προς τις εμπιστευτικές πληροφορίες.

    Ρήτρα Σε Εταιρικές Σχέσεις & Μεταβιβάσεις

    Σε συμβάσεις πώλησης μεριδίων ή μετοχών, η ρήτρα μη ανταγωνισμού πρέπει να αφορά συγκεκριμένα τη δραστηριότητα της εταιρείας (και όχι γενικώς «κάθε εμπορική δραστηριότητα»), να μην υπερβαίνει τα δύο-τρία έτη, και να συνδέεται αιτιωδώς με τη μεταβιβαζόμενη φήμη και τεχνογνωσία.

    Η υπόθεση Remia (42/84) του ΔΕΕ αποτελεί οδηγό και για την ελληνική πρακτική.

    Δικαστική Μείωση Ποινικής Ρήτρας

    Ακόμη και αν η ρήτρα μη ανταγωνισμού είναι καθαυτή έγκυρη, η ποινική ρήτρα που τη συνοδεύει μπορεί να μειωθεί δικαστικά κατ’ άρθρο 409 ΑΚ. Εργαζόμενοι και εταίροι που αντιμετωπίζουν δυσανάλογα υψηλή ποινή μπορούν να αξιώσουν τη μείωσή της δικαστικά.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 20 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού στις εργασιακές και εταιρικές σχέσεις.

    Τεχνητή Νοημοσύνη & Επιχείρηση – Νομικό Πλαίσιο

    Νομική υποστήριξη σε Τεχνητή Νοημοσύνη & Επιχείρηση - KSTLAW

    Η χρήση συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στην επιχειρηματική πρακτική, ρυθμίζεται σήμερα από ένα πλέγμα ευρωπαϊκών και εθνικών κανόνων δικαίου, που συχνά επικαλύπτονται.

    Ειδικότερα, στον Ευρωπαϊκό Χώρο ισχύουν:

    Στο εσωτερικό δίκαιο, πλέον των ανωτέρω, εφαρμόζονται και 1. το άρθρο 6 του Ν. 2251/1994 (ευθύνη παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος) και 2. ο Ν. 4624/2019 (ενσωμάτωση GDPR στην ελληνική έννομη σφαίρα).

    Η Εμπορική Σύμβαση Με AI Provider — Κρίσιμα Ζητήματα

    Η σύμβαση παροχής AI υπηρεσιών μέσω διεπαφής προγραμματισμού εφαρμογών (API – Application Programming Interface), λογισμικού ως υπηρεσία (SaaS – Software as a Service) ή custom ανάπτυξης, αποτελεί μικτή σύμβαση, ήτοι ενσωματώνει στοιχεία σύμβασης έργου (ΑΚ 681), σύμβασης υπηρεσιών (ΑΚ 713) και, στον βαθμό που το AI σύστημα παρέχεται ως λογισμικό, σύμβασης άδειας χρήσης.

    Η υπαγωγή σε συγκεκριμένο τύπο δεν αποτελεί απλό ερμηνευτικό ζήτημα, αλλά ουσιαστικό καθώς από αυτό εξαρτάται το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο.

    Αδειοδότηση και Κυριότητα Αποτελεσμάτων ΤΝ («AI Outputs»)

    Οι όροι χρήσης των κυριότερων AI providers (λ.χ. OpenAI, Google, Anthropic κλπ) κατά κανόνα ορίζουν ότι η κυριότητα των αποτελεσμάτων (outputs) ανήκει στον χρήστη, με ταυτόχρονη παραχώρηση, από τον χρήστη στον provider, ευρείας υπο-άδειας («sub-license») για σκοπούς βελτίωσης του μοντέλου.

    Η παρακολούθηση αυτής της ρήτρας έχει ιδιαίτερη σημασία στις επιχειρηματικές (B2B) συμβάσεις.

    Τούτο διότι, εφόσον τα δεδομένα εισόδου (inputs) της επιχείρησης (πχ ερωτήματα, δεδομένα, έγγραφα κλπ) τροφοδοτούν την εκπαίδευση του μοντέλου, αυτά είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο αξίωσης τρίτου που διεκδικεί πνευματικά δικαιώματα επί του εκπαιδευτικού υλικού.

    Στο Ελληνικό δίκαιο, η πνευματική ιδιοκτησία ενός AI-generated κειμένου ή άλλου δημιουργήματος εξαρτάται από την ύπαρξη πρωτότυπης ανθρώπινης δημιουργικής συνεισφοράς, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2121/1993.

    Επομένως, αμιγώς AI-generated αποτελέσματα, χωρίς επεξεργασία ή καθοδήγηση που συνιστά πρωτότυπη επιλογή, δεν προστατεύονται υπέρ του χρήστη.

    Ωστόσο, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό προς ρύθμιση τόσο σε ελληνικό όσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο (βλ. αναλυτικά για την πνευματική ιδιοκτησία λογισμικού και για τη νομολογία του Αρείου Πάγου επί πνευματικής ιδιοκτησίας).

    Εμπιστευτικότητα Δεδομένων Εισόδου και Προστασία Δεδομένων

    Κάθε πληροφορία που εισάγεται ως εντολή («prompt») σε σύστημα AI (πχ στρατηγικά δεδομένα, νομικά κείμενα, οικονομικά στοιχεία) αποτελεί δυνητικά εμπορικό απόρρητο κατά την Οδηγία 2016/943/ΕΕ.

    Η αδιάκριτη χρήση δημόσιων AI εργαλείων χωρίς εταιρική συμφωνία (enterprise-tier agreement) δημιουργεί σοβαρά ζητήματα νομικής συμμόρφωσης για την επιχείρηση.

    Τούτο διότι, εφόσον τα δεδομένα εισόδου περιλαμβάνουν προσωπικά δεδομένα τρίτων, η διαβίβασή τους προς τον AI provider προϋποθέτει: (i) νόμιμη βάση επεξεργασίας κατά το άρθρο 6 GDPR, (ii) σύναψη σύμβασης επεξεργαστή (Data Processing Agreement, DPA) κατά το άρθρο 28 GDPR και (iii) έλεγχο του τόπου επεξεργασίας όταν ο διακομιστής (server) εδρεύει εκτός ΕΟΧ, καθώς διαβιβάσεις προς τρίτες χώρες ρυθμίζονται από τα άρθρα 44–49 GDPR.

    Αποζημίωση & Αποκλεισμός Ευθύνης

    Οι τυπικοί όροι χρήσης των AI providers περιλαμβάνουν ρήτρες αποποίησης εγγυήσεων («disclaimer of warranties») και περιορισμού ευθύνης («limitation of liability») που αναπαράγουν τις νομοθετικές προβλέψεις του αμερικανικού δικαίου.

    Σε πολλές περιπτώσεις, οι παραπάνω ρήτρες προσκρούουν στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ (αθέμιτες ρήτρες) και στο άρθρο 332 ΑΚ που απαγορεύει τον εκ των προτέρων αποκλεισμό ευθύνης.

    Ενδεικτικά, η απεριόριστη ρήτρα «no warranty» σε B2B σύμβαση, ελέγχεται ως προς τη νομιμότητα και καταχρηστικότητά της, ήτοι ως αντίθετη με τις γενικές αρχές του ελληνικού Αστικού Δικαίου.

    Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει η ρήτρα αποζημίωσης για ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας («IP indemnification»).

    Τούτο διότι, η επιχείρηση θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο AI provider αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον deployer σε περίπτωση που τα AI outputs αποτελέσουν αντικείμενο αξιώσεων τρίτων για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων. Η ρήτρα αυτή έχει ήδη υιοθετηθεί από ορισμένους providers (πχ Microsoft Copilot Copyright Commitment) αλλά με σημαντικές συμβατικές προϋποθέσεις που χρειάζεται να ελέγχονται στα πλαίσια της οριοθέτησης της ευθύνης (πχ API licensing).

    Αστική Ευθύνη Από Συστήματα ΤΝ
    Εξωσυμβατική Ευθύνη

    Η αδικοπρακτική ευθύνη, κατά το άρθρο 914 ΑΚ αλλά και την πάγια νομολογία (ενδεικτικά: ΑΠ 1261/2025), προϋποθέτει τα εξής:

    • α) παράνομη πράξη ή παράλειψη,
    • β) υπαιτιότητα,
    • γ) ζημία και
    • δ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ πράξης και ζημίας.

    Η εφαρμογή των παραπάνω σε ζημίες από AI δημιουργεί συγκεκριμένα ερμηνευτικά ζητήματα. Ειδικότερα:

    Ως προς το παράνομο της πράξης: Ζήτημα ανακύπτει εάν η έκδοση λανθασμένου ή παραπλανητικού αποτελέσματος ΤΝ αποτελεί παράνομη πράξη. Σύμφωνα με την AI Act, οι deployers υποχρεούνται να εξασφαλίζουν «επαρκή ανθρώπινη εποπτεία». Επομένως η μη εφαρμογή της εποπτείας αυτής μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια.

    Ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο: Τα deep learning μοντέλα λειτουργούν ως «μαύρα κουτιά» (black-box). Επομένως η πρόσβαση στους εσωτερικούς τους μηχανισμούς για αποδεικτικούς σκοπούς είναι πρακτικά αδύνατη και, κατά συνέπεια, το ίδιο αδύνατη είναι και η απόδειξη της υπαιτιότητας.

    Συμβατική Ευθύνη

    Κατά το άρθρο 330 ΑΚ, ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.

    Περαιτέρω, ο οφειλέτης απαλλάσσεται αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας. Κατά πάγια νομολογία, δε, ως ανωτέρα βία νοείται κάθε αντικειμενικά απρόβλεπτο και αναπότρεπτο γεγονός.

    Στην περίπτωση του AI deployer που παρέχει υπηρεσίες με ενσωματωμένη χρήση ΤΝ, η αστοχία του AI αποτελεί αστοχία του ίδιου και όχι τρίτου. Ο deployer επιλέγει, ενσωματώνει και ελέγχει το AI σύστημα, ασκώντας έλεγχο επί της σφαίρας εκτέλεσης της παροχής. Επομένως, η επίκληση αστοχίας του AI ως λόγος ανωτέρας βίας είναι, ερμηνευτικά, απαράδεκτη.

    Η Νέα Οδηγία 2024/2853/ΕΕ για την Ευθύνη Προϊόντων

    Η Οδηγία 2024/2853/ΕΕ, που εκδόθηκε τον Οκτώβριο 2024 και αντικαθιστά την Οδηγία 85/374/ΕΟΚ, εισάγει ρητά το λογισμικό και τα συστήματα ΤΝ στην έννοια του «προϊόντος», λύνοντας, με τον τρόπο αυτό, την αμφισβήτηση περί υπαγωγής του λογισμικού στο ευρωπαϊκό καθεστώς ευθύνης παραγωγού.

    Οι κρίσιμες καινοτομίες που αφορούν ειδικά τα AI συστήματα, αφορούν:

    Αντιστροφή βάρους απόδειξης

    Σε περίπτωση όπου ο ζημιωθείς αποδείξει ότι η πρόσβαση στα τεχνικά στοιχεία λειτουργίας του συστήματος είναι αδύνατη ή δυσανάλογα δυσχερής, τεκμαίρεται η ύπαρξη ελαττώματος. Η ρύθμιση αυτή αντιμετωπίζει άμεσα το πρόβλημα του «μαύρου κουτιού».

    Ευθύνης για ενημερώσεις/αναβαθμίσεις (updates)

    Εφόσον λογισμικό ή AI μοντέλο τροποποιείται μετά τη διάθεσή του, το ελάττωμα που προέκυψε λόγω της τροποποίησης, αποδίδεται στον κάτοχο του ελέγχου του συστήματος.

    Διεύρυνση υποκείμενων ευθύνης

    Έχει προβλεφθεί ότι ευθύνεται και ο deployer όταν τροποποιεί το σύστημα ή όταν θέτει αυτό σε κυκλοφορία με τη δική του επωνυμία.

    GDPR Και Αυτοματοποιημένη Λήψη Αποφάσεων

    Το άρθρο 22 GDPR παρέχει στα φυσικά πρόσωπα το δικαίωμα να μην υπόκεινται σε αποφάσεις που βασίζονται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία.

    Η παραπάνω διάταξη δεν αφορά αποκλειστικά μεγάλες εταιρείες αλλά, αντίθετα, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής οποιαδήποτε επιχείρηση χρησιμοποιεί AI σύστημα (πχ για αξιολόγηση αιτήσεων εργαζομένων, αυτοματοποιημένη τιμολόγηση κλπ).

    Εξαιρέσεις, σύμφωνα και με τις Κατευθυντήριες Γραμμές EDPB για αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων, επιτρέπονται:

    • όταν η αυτοματοποιημένη απόφαση είναι αναγκαία για σύμβαση,
    • όταν βασίζεται σε ρητή συγκατάθεση και
    • όταν επιτρέπεται από εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο.

    Ωστόσο, και στις παραπάνω περιπτώσεις απαιτείται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για ανθρώπινη επανεξέταση και να παρέχει στο υποκείμενο τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος της αντίρρησης.

    Η AI Act ενισχύει τις απαιτήσεις διαφάνειας, υποχρεώνοντας τους deployers να ενημερώνουν ρητά τα φυσικά πρόσωπα για τη χρήση αυτοματοποιημένου συστήματος και τους τρόπους ανθρώπινης εποπτείας. Η συγκεκριμένη ρύθμιση απλώς συμπληρώνει τις υποχρεώσεις ενημέρωσης των άρθρων 13 και 14 GDPR.

    Πνευματικά Δικαιώματα Και Αποτελέσματα ΤΝ

    Κατά την κρατούσα ευρωπαϊκή ερμηνεία, η νομική προστασία βάσει πνευματικής ιδιοκτησίας (Οδηγία 2001/29/ΕΚ) προϋποθέτει δημιούργημα που αποτελεί πρωτότυπη πνευματική δημιουργία του ανθρώπου – δημιουργού.

    Τα παραπάνω προκύπτουν από την νομολογία του ΔΕΕ (C-5/08, Infopaq International A/S κατά Danske Dagblades Forening), η οποία τονίζει τον ανθρώπινο χαρακτήρα της δημιουργίας ως αναγκαία προϋπόθεση.

    Επομένως, αμιγώς AI-generated προϊόν (κείμενο, έργο ή εικόνα), χωρίς καθοριστική ανθρώπινη επιλογή κατά τη διαδικασία δημιουργίας, ΔΕΝ θεμελιώνει προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας.

    Ο αντίστροφος κίνδυνος (δλδ η παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων τρίτων μέσω AI outputs) αντιμετωπίζεται αντιστοίχως. Δεδομένου ότι τα AI μοντέλα εκπαιδεύτηκαν σε τεράστια δεδομένα πνευματικώς προστατευόμενου υλικού, η νομιμότητα της εκπαίδευσης αυτής αποτελεί ήδη αντικείμενο εκκρεμών νομικών ερίδων παγκοσμίως.

    Σημειωτέον ότι η Οδηγία 2019/790/ΕΕ, εισάγει εξαίρεση για εξόρυξη κειμένου και δεδομένων (text and data mining, TDM), αλλά με δυνατότητα εξαίρεσης (opt-out) από τους κατόχους δικαιωμάτων.

    Επομένως, για εταιρείες και επιχειρήσεις, τούτο σημαίνει ότι η αξιοποίηση AI-generated outputs μπορεί να εγείρει «κρυφές» αξιώσεις τρίτων, οι οποίες είναι πρακτικά αδύνατον να εντοπιστούν εκ των προτέρων.

    Πρακτικές Επισημάνσεις & Checklist
    Για Επιχειρήσεις – Χρήστες AI (Deployers)

    Συμβατικός έλεγχος: Πριν από κάθε χρήση AI εργαλείου, πρέπει να μελετηθούν οι όροι παροχής υπηρεσίας ως προς την κυριότητα των outputs, την εμπιστευτικότητα αυτών, τα DPA κατά GDPR και τα IP indemnification.

    AI Inventory: Πρέπει να υπάρχει πλήρης καταγραφή AI συστημάτων της επιχείρησης και, μάλιστα, να κατηγοριοποιηθούν αυτά βάσει κινδύνου AI Act.

    Ανθρώπινη εποπτεία: Εταιρείες και επιχειρήσεις οφείλουν να διαμορφώσουν εσωτερική πολιτική επανεξέτασης AI outputs πριν από κρίσιμες αποφάσεις, κυρίως στα πεδία πρόσληψης, πιστοδότησης, νομικής ή φορολογικής ανάλυσης και εφαρμογής.

    Άρθρο 22 GDPR: Πριν τη αξιοποίηση AI εφαρμογών για αποφάσεις που αφορούν φυσικά πρόσωπα, πρέπει να προηγηθεί έλεγχος για την υπαγωγή στο άρθρο 22, ως επίσης και ποια τυχόν εξαίρεση εφαρμόζεται, καθώς και αν έχει παρασχεθεί η απαιτούμενη ενημέρωση.

    Τεκμηρίωση: Βέλτιστη πρακτική αποτελεί η διατήρηση αρχείου των AI-generated αποτελεσμάτων που αξιοποιήθηκαν για επιχειρηματικές αποφάσεις.

    Για AI Providers και Startups

    Τεχνική τεκμηρίωση: Συνίσταται η κατάρτιση λεπτομερούς τεκμηρίωσης τόσο του ίδιου του μοντέλου, όσο και των δεδομένων εκπαίδευσης και των περιορισμών αυτού, πριν από τη διάθεσή του.

    Ορισμός σκοπού χρήσης «(intended use»): Οι όροι χρήσης της υπηρεσίας πρέπει να ορίζουν ρητά το σκοπό της χρήσης αυτή. Η χρήση εκτός σκοπού μεταθέτει την ευθύνη στον deployer κατά το άρθρο 25 AI Act και, επομένως, καλύπτει νομικά τον Provider.

    Αποζημιώσεις IP B2B: Οι εμπορικές συμβάσεις οφείλουν να προβλέπουν το ποιος φέρει το κόστος αξιώσεων πνευματικής ιδιοκτησίας τρίτων, που προκλήθηκαν από outputs του μοντέλου.

    Νέα PLD compliance: Έλεγχος αν το μοντέλο που χρησιμοποιείται εμπίπτει στην Οδηγία 2024/2853 και ποιες υποχρεώσεις τυχόν αντιστρέφουν το βάρος απόδειξης.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη στην Επιχείρηση.

    Η Αναβίωση Εταιρείας Μετά Τη Λύση & Τη Διαγραφή Από Το ΓΕΜΗ

    Η αναβίωση μιας εταιρείας, μετά τη λύση και τη διαγραφή της από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), έρχεται ως εξαίρεση στον τυπικό κανόνα όπου η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης και η διαγραφή της εταιρείας από το ΓΕΜΗ, σηματοδοτούν τυπικά την παύση της νομικής προσωπικότητας του νομικού προσώπου.

    Η Νομική Φύση Της Εκκαθάρισης Και Η Συνέχιση Της Νομικής Προσωπικότητας

    Σύμφωνα με το άρθρο 72 ΑΚ, μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, τελεί αυτοδικαίως σε εκκαθάριση και «ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει». Η διάταξη αυτή καθιερώνει τη συνέχιση της νομικής προσωπικότητας για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, ανεξαρτήτως της τυπικής λύσης της εταιρείας.

    Η εκκαθάριση αποσκοπεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας, την εξόφληση των υποχρεώσεων και τη διανομή του υπολοίπου στους εταίρους ή μετόχους. Κατά το στάδιο αυτό, η εταιρεία διατηρεί την επωνυμία της, στην οποία προστίθενται οι λέξεις «υπό εκκαθάριση», και εκπροσωπείται αποκλειστικά από τους εκκαθαριστές.

    Η περάτωση της εκκαθάρισης επέρχεται με τη σύνταξη του τελικού ισολογισμού, τη λογοδοσία των εκκαθαριστών και την καταχώριση της διαγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. Η καταχώριση αυτή έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν δεν επέρχεται πραγματική περάτωση της εταιρείας. Ωστόσο, ακόμη και μετά τη διαγραφή, η νομολογία έχει δεχθεί ότι η νομική προσωπικότητα δεν παύει οριστικά εάν διαπιστωθούν εκκρεμότητες.

    Η Δυνατότητα Αναβίωσης Μετά Τη Διαγραφή & Η Θέση Της Νομολογίας

    Η αναβίωση της εταιρείας αποτελεί θεσμό που αναγνωρίζεται τόσο από τη νομολογία όσο και από τη διοικητική πρακτική.

    Ο Άρειος Πάγος έχει διαμορφώσει πάγια νομολογία στο ζήτημα αυτό, η οποία επιβεβαιώνει ότι η διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ. δεν συνεπάγεται αυτοδίκαια την παύση της νομικής προσωπικότητας, εφόσον υφίστανται “εκκρεμότητες“.

    Ειδικότερα, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΑΠ (ενδεικτικά: 1123/2025, 682/2023, 866/2021, 748/2017, 224/2016 κλπ) ισχύουν τα εξής:

    «Η λύση του νομικού προσώπου της εταιρίας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, διότι και μετά τη λύση της, η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης. Εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το Δικαστήριο.

    Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρίας από τους εκκαθαριστές.
    Το στάδιο της εκκαθάρισης της εταιρίας δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και, εάν, μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον εκκαθαριστή (ΑΠ 748/2017, 224/2016).

    Κατά το στάδιο δε αυτό φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί της σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή».

    Η παραπάνω νομολογία εφαρμόζεται σταθερά και από κατώτερα δικαστήρια (ΜονΕφΠειρ 24/2024, ΠΠρΓιαννιτσών 7/2025, ΜΠρΗλείας 347/2023 κλπ).

    Επιμέρους Ζητήματα

    Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι τα ανωτέρω ισχύουν ακόμα και όταν επήλθε ήδη τυπική λήξη της εκκαθάρισης της εταιρείας, που επέρχεται με τη λογοδοσία των εκκαθαριστών και τη δημοσίευση του ισολογισμού της εκκαθάρισης Η ατελής δε δημοσιότητα, που ισχύει αναφορικά με την εκκαθάριση, δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα, καθώς η προστασία των συναλλασσομένων και η ολοκλήρωση των εκκρεμών υποθέσεων υπερτερούν των τυπικών διατυπώσεων.

    Ειδικότερα, κατά την έναρξη και την περάτωση της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές συντάσσουν ισολογισμό. Μετά την περάτωση της εκκαθάρισης η εταιρεία διαγράφεται από το Γ.Ε.Μ.Η. Η καταχώριση της διαγραφής στο Γ.Ε.Μ.Η. έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της ομόρρυθμης εταιρείας.

    Αν, όμως, διαπιστωθεί, ότι η εταιρεία είχε και άλλες εκκρεμότητες, όπως απαίτηση ή χρέος, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί στο Γ.Ε.Μ.Η. Λόγω δε του σχετικά συστατικού χαρακτήρα της διαγραφής, δεν θίγεται η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, εάν η εκκαθάριση δεν έχει πράγματι περατωθεί. Αντίθετα, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές.

    Έχει επίσης κριθεί ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρείας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση (ΑΠ 216/2012, ΑΠ 693/2008).

    Εξάλλου, σύμφωνα με τη πάγια νομολογία του ΣτΕ, η δίκη που άρχισε από την αιτούσα κατά τον χρόνο που τελούσε υπό εκκαθάριση, νομίμως συνεχίζεται από την ίδια μετά την αναβίωσή της (πρβλ. ΣτΕ 2927/2016 και 121/2013).

    Τέλος, η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους από κοινού ή τον εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων και σε περίπτωση διαφωνίας από το δικαστήριο (ΑΠ 1417/2012, 206/2010).

    Η Θέση Της Διοίκησης

    Παράλληλα με τη νομολογία, η Φορολογική Διοίκηση έχει ρυθμίσει τη διαδικασία αναβίωσης μέσω της Εγκυκλίου Α.1157/2024 της ΑΑΔΕ.

    Ειδικότερα, το άρθρο 5 της παραπάνω Εγκυκλίου προβλέπει ότι:

    «Στην περίπτωση νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων που έχουν υποχρέωση εγγραφής στο ΓΕΜΗ, εφόσον από τους συστημικούς ελέγχους επαληθεύεται η ύπαρξη φορολογικών υποχρεώσεων ή ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων ή άλλων ενδείξεων επιχειρηματικής δραστηριότητας σε χρόνο μεταγενέστερο της διαγραφής τους από το Γ.Ε.ΜΗ. και αναγόμενος από την 23/11/2016 και μετά, η διαδικασία διακοπής δεν ολοκληρώνεται, η εταιρεία τίθεται σε ειδική κατάσταση επιχείρησης στο Φορολογικό Μητρώο και ο φορολογούμενος ενημερώνεται με μήνυμα να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την ολοκλήρωση του σταδίου της εκκαθάρισης.»

    Επομένως, με την ως άνω αναγνωρίζεται ρητά η δυνατότητα αναβίωσης της εταιρείας, ακόμη και μετά τη διαγραφή της από το Γ.Ε.ΜΗ., εφόσον διαπιστωθούν εκκρεμότητες.

    Εξάλλου, η φορολογική διοίκηση, μέσω συστημικών ελέγχων, δύναται να εντοπίζει τέτοιες περιπτώσεις και να θέτει την εταιρεία σε «ειδική κατάσταση επιχείρησης», εξαναγκάζοντας, εν τοις πράγμασι, την επανέναρξη των εργασιών εκκαθάρισης.

    Τέλος, η ως άνω Εγκύκλιος προβλέπει επίσης ότι μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών εκκαθάρισης και την εκ νέου διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ., η διαδικασία της διακοπής ολοκληρώνεται με την υποβολή νέου αιτήματος προς τη Φορολογική Διοίκηση, οπότε προσδιορίζεται και ο τελικός χρόνος διακοπής των εργασιών.

    Προϋποθέσεις Αναβίωσης Και Πεδίο Εφαρμογής

    Η αναβίωση της εταιρείας δεν αποτελεί αυτοδίκαιη συνέπεια της διαπίστωσης εκκρεμοτήτων, αλλά απαιτεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις:

    Εκκρεμότητες

    Οποιαδήποτε εκκρεμής δίκη, απαίτηση ή χρέος απαιτεί την επανέναρξη της εκκαθάρισης, ακόμη και αν η εταιρεία έχει διαγραφεί από το Γ.Ε.ΜΗ. Η ύπαρξη εκκρεμούς δίκης αποτελεί τον πλέον συνηθισμένο λόγο αναβίωσης, καθώς η έκδοση οριστικής απόφασης απαιτεί ενεργή νομική προσωπικότητα του διαδίκου. Η νομολογία έχει κρίνει ότι το στάδιο της εκκαθάρισης δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις της εταιρείας.

    Εκπροσώπηση

    Οι εκκαθαριστές εξακολουθούν να είναι οι μόνοι αρμόδιοι για την εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας, τη διενέργεια πράξεων και την παραλαβή κοινοποιήσεων. Ακόμη και μετά τη διαγραφή, οι εκκαθαριστές διατηρούν την ιδιότητά τους και την εξουσία να ενεργούν για λογαριασμό της εταιρείας, εφόσον αυτή αναβιώσει. Κατά το στάδιο της αναβίωσης, ο φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί τις σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή.

    Σκοπός

    Η διαδικασία αναβίωσης έχει περιορισμένο σκοπό, ήτοι τη συνέχιση εκκρεμών υποθέσεων ή την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης. Δεν νοείται πραγματική περάτωση της εκκαθάρισης αν υφίστανται εκκρεμότητες, ανεξαρτήτως της τυπικής διαγραφής από το Γ.Ε.ΜΗ. Η αναβίωση δεν συνεπάγεται επαναλειτουργία της εταιρείας ως ενεργού εμπορικής επιχείρησης, αλλά αποκλειστικά την ολοκλήρωση των εκκρεμών εργασιών εκκαθάρισης.

    Φορολογικές υποχρεώσεις

    Σε περίπτωση φορολογικών ελέγχων μετά τη διαγραφή, οι εκκαθαριστές είναι αρμόδιοι να χειριστούν τις σχετικές διαδικασίες, ακόμα και μετά το τυπικό πέρας της εκκαθάρισης.

    Επίδραση Στις Εκκρεμείς Δίκες

    Για τη σχέση μεταξύ διαγραφής της εταιρείας και εκκρεμών δικών, ισχύουν τα εξής:

    Διακοπή της δίκης

    Σύμφωνα με το άρθρο 286 ΚΠολΔ, η δίκη διακόπτεται όταν, πριν από την οριστική συζήτηση, επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο του διαδίκου που επηρεάζει την ικανότητά του για δικαστική παράσταση. Η λύση μιας εταιρείας αποτελεί τέτοια μεταβολή, καθώς επηρεάζει την ικανότητά της να παρίσταται στο δικαστήριο. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρεία θεωρείται ότι υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, οπότε η δίκη δεν διακόπτεται αυτοδικαίως όσο αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη.

    Μη οριστικές αποφάσεις

    Αν εκδοθεί μη οριστική απόφαση (π.χ. για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή συμπλήρωση αποδείξεων), η υπόθεση παραμένει εκκρεμής. Σε περίπτωση που η εταιρεία έχει ήδη λυθεί και διαγραφεί, δεν μπορεί να επανέλθει η υπόθεση χωρίς να υπάρχει νομικό πρόσωπο. Η αναβίωση της εταιρείας καθίσταται εν προκειμένω αναγκαία για τη συνέχιση της δίκης.

    Συνέχιση από τον εκκαθαριστή

    Ο εκκαθαριστής μπορεί να συνεχίσει εκκρεμή δίκη στο όνομα της εταιρείας. Αν η δίκη έχει διακοπεί λόγω λύσης, μπορεί να προβεί σε δήλωση επανάληψης (290 ΚΠολΔ) ή να αποδεχθεί την πρόσκληση του αντιδίκου για αναγκαστική επανάληψη (291 ΚΠολΔ). Οι πράξεις που έγιναν πριν τη διακοπή παραμένουν έγκυρες, ενώ οι πράξεις μετά τη διακοπή είναι άκυρες, εκτός αν έγιναν από τον εκκαθαριστή υπέρ της εταιρείας (289 ΚΠολΔ).

    Κατάθεση Προτάσεων πριν τη διαγραφή

    Εάν η εταιρεία έχει καταθέσει Προτάσεις σε εκκρεμή δίκη πριν την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, η διαδικασία που προηγήθηκε είναι απολύτως νόμιμη, καθώς κατά τον χρόνο των δικονομικών πράξεων η εταιρεία είχε ακόμη νομική προσωπικότητα.

    Η λύση και η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης μετά την κατάθεση Προτάσεων, αλλά πριν την έκδοση οριστικής απόφασης, δεν καθιστά τη διαδικασία της δίκης άκυρη, ούτε επιφέρει αυτοδικαίως ανυπαρξία της εκκρεμούς αγωγής.

    Η Διαδικασία Αναβίωσης

    Η αναβίωση της εταιρείας που έχει διαγραφεί από το Γ.Ε.ΜΗ. ακολουθεί συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία πλέον ρυθμίζεται και από τη φορολογική νομοθεσία:

    1. Αίτηση επανεγγραφής – Υποβάλλεται αίτηση στο Γ.Ε.ΜΗ. για επανεγγραφή της επιχείρησης με σκοπό την αναβίωση και τη θέση της σε εκκαθάριση.
    2. Θέση σε εκκαθάριση – Η εταιρεία επαναφέρεται στο στάδιο της εκκαθάρισης, με τους ίδιους ή νέους εκκαθαριστές, ενώ η εκπροσώπηση αναλαμβάνεται εκ νέου από αυτούς.
    3. Συνέχιση δικών – Μετά την αναβίωση, ο εκκαθαριστής επαναλαμβάνει τη δίκη στο όνομα της εταιρείας, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης.
    4. Ισολογισμός – Συντάσσεται ισολογισμός λήξης εκκαθάρισης, ο οποίος αποτελεί ισολογισμό έναρξης του αναβιώσαντος νομικού προσώπου. Μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών εκκαθάρισης και την εκ νέου διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ., ολοκληρώνεται και η φορολογική διαδικασία διακοπής εργασιών.

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα σχετικά με την αναβίωση εταιρείας μετά την λύση και εκκαθάριση.

    Άκυρες και Ακυρώσιμες Δικαιοπραξίες (Συμβάσεις)

    Δικαιοπραξίες

    Από τη νομική θεωρία των δικαιοπραξιών, γνωστά είδη ελαττωματικότητας και παθογένειας μιας σύμβασης είναι, με τη διαβάθμιση σοβαρότητας του ελαττώματος:

    • η ανυποστασία, δηλ. η μη ύπαρξη στο νομικό κόσμο,
    • η ακυρότητα, δηλ. η κατάρτιση της σύμβασης, πλην όμως με ελάττωμα του κύρους της, συνήθως στο περιεχόμενό της (άρθρ. 174 , 178 ΑΚ), το οποίο ελάττωμα την καθιστά κατά πλάσμα δικαίου ανύπαρκτη (άρθρ. 180 ΑΚ),
    • η ακυρωσία, δηλ. η σύμβαση που ενέχει κάποιο ελάττωμα, παράγει όμως τα αποτελέσματά της μέχρι την ακύρωσή της από το δικαστήριο, οπότε και εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη (άρθρ. 184 ΑΚ).

    Τέλος, υφίσταται και η ανενέργεια της σύμβασης: πρόκειται για μια υποστατή και έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία όμως δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της για ορισμένο λόγο (π.χ. δεν έχει καταχωρηθεί σε βιβλίο ή ηλεκτρονικό μέσο δημόσιας πίστης).

    Η Άκυρη Δικαιοπραξία
    Έννοια και Χαρακτηριστικά

    Σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ, «η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε». Η διάταξη αυτή αποτελεί την κορωνίδα της ρύθμισης της ακυρότητας και εκφράζει την ουσία της: η άκυρη δικαιοπραξία είναι ανύπαρκτη στο νομικό κόσμο, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις.

    Εξάλλου, η ακυρότητα αποτελεί ελάττωμα του κύρους της δικαιοπραξίας, συνήθως στο περιεχόμενό της, το οποίο την καθιστά κατά πλάσμα δικαίου ανύπαρκτη. Το ελάττωμα αυτό είναι τόσο σοβαρό που το δίκαιο δεν αναγνωρίζει καμία νομική υπόσταση στη δικαιοπραξία.

    Αιτίες Ακυρότητας

    Ο Αστικός Κώδικας προβλέπει δύο κύριες περιπτώσεις ακυρότητας: την αντίθεση προς απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) και την αντίθεση προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ).

    Αντίθεση προς Απαγορευτική Διάταξη Νόμου (Άρθρο 174 ΑΚ)

    Σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, «δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη». Η διάταξη αυτή αποτελεί περιορισμό στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ).

    Η εφαρμογή του άρθρου 174 ΑΚ προϋποθέτει: α) δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, και β) μη αποκλεισμό της ακυρότητας ως συνέπειας της απαγόρευσης. Εάν από το σκοπό της απαγορευτικής διάταξης προκύπτει άλλη συνέπεια (π.χ. ποινή, αποζημίωση), το άρθρο 174 δεν εφαρμόζεται.

    Επίσης, ο παραβιαζόμενος κανόνας πρέπει να είναι δημοσίας τάξεως, σύμφωνα με το άρθρο 3 ΑΚ, ήτοι να μην μπορεί να αποκλεισθεί η εφαρμογή του από την ιδιωτική βούληση. Εάν η εφαρμογή του κανόνα δύναται να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών, δεν προκαλείται ακυρότητα.

    Τέλος, η ακυρότητα κατά το άρθρο 174 ΑΚ είναι απόλυτη, δηλαδή δεν προϋποθέτει τη γνώση ή την πρόθεση παραβίασής της και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον προτείνονται και αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν.

    Αντίθεση προς τα Χρηστά Ήθη (Άρθρο 178 ΑΚ)

    Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, «δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα.

    Η αντίθεση στα χρηστά ήθη κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ενόψει του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν, και όχι μεμονωμένα με τη λήψη υπόψη του αιτίου που την προκάλεσε ή του σκοπού που επιδιώκεται μ’ αυτήν (ΑΠ 1522/2000).

    Τέλος σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ έχει εφαρμογή και στη διάταξη τελευταίας βούλησης, η οποία, όπως κάθε δικαιοπραξία, είναι άκυρη αν το περιεχόμενό της αντιβαίνει στα χρηστά ήθη .

    Η Αισχροκερδής Δικαιοπραξία

    Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 178, 179 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι για το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και κατά συνέπεια ως άκυρης, λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη, απαιτείται η συνδρομή δύο προϋποθέσεων: αφενός η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων που κατά το χρόνο συνομολογήσεώς τους βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, και αφετέρου η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου (ΑΠ 538/2021).

    Στην έννοια της εκμεταλλεύσεως περιέχεται αναγκαίως και το στοιχείο της γνώσεως των ανωτέρω καταστάσεων. Θεωρούνται ως απειρία η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα, ως κουφότητα η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ως ανάγκη νοείται και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική.

    Η Ακυρώσιμη Δικαιοπραξία
    Έννοια και Χαρακτηριστικά

    Σύμφωνα με το άρθρο 184 ΑΚ, «η ακυρώσιμη δικαιοπραξία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα που τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε».

    Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία ενέχει κάποιο ελάττωμα, παράγει όμως τα αποτελέσματά της μέχρι την ακύρωσή της από το δικαστήριο, οπότε και εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη. Η θεραπεία του ελαττώματος είναι δυνατή και η δικαιοπραξία μπορεί να επικυρωθεί.

    Αιτίες Ακυρωσίας

    Οι κύριες περιπτώσεις ακυρωσίας προβλέπονται στα άρθρα 140-155 ΑΚ και αφορούν ελαττώματα της δικαιοπρακτικής βούλησης: την πλάνη, την απάτη και την απειλή.

    Πλάνη (Άρθρα 140-143 ΑΚ)

    Η πλάνη αποτελεί εσφαλμένη αντίληψη των πραγματικών περιστατικών. Σύμφωνα με το άρθρο 140 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση πλάνης ως προς τα στοιχεία της είναι ακυρώσιμη». Η πλάνη πρέπει να αφορά τα στοιχεία της σύμβασης και όχι απλώς τα κίνητρα ή τους λόγους που οδήγησαν στη σύναψή της.

    Το άρθρο 141 ΑΚ ορίζει ότι «δεν είναι ακυρώσιμη η δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση πλάνης ως προς το νομικό χαρακτήρα της περιουσιακής παροχής». Η διάταξη αυτή αποτελεί εξαίρεση από την αρχή του άρθρου 140, καθώς η άγνοια του νόμου δεν συγχωρείται.

    Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 142 ΑΚ, «η πλάνη ως προς το πρόσωπο με το οποίο έγινε η δικαιοπραξία δεν είναι λόγος ακυρότητας, εκτός αν η προσωπική σχέση θεωρήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ως ουσιώδης».

    Απάτη (Άρθρα 147-149 ΑΚ)

    Η απάτη αποτελεί σκόπιμη παραπλάνηση του ενός συμβαλλομένου από τον άλλο. Σύμφωνα με το άρθρο 147 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση απάτης είναι ακυρώσιμη». Η απάτη απαιτεί: α) σκόπιμη παραπλάνηση, β) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ παραπλάνησης και δήλωσης βούλησης, και γ) ζημία του απατηθέντος.

    Το άρθρο 148 ΑΚ ορίζει ότι «απάτη συνιστά και η σιωπή, όταν παραλείπεται η γνωστοποίηση περιστατικών που κατά το νόμο ή τη συναλλακτική ηθική όφειλε να γνωστοποιήσει το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη». Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει την απάτη δια παραλείψεως.

    Απειλή (Άρθρα 150-153 ΑΚ)

    Σύμφωνα με το άρθρο 150 ΑΚ, «δικαιοπραξία που έγινε υπό την επίδραση απειλής είναι ακυρώσιμη». Η απειλή πρέπει να είναι παράνομη, να αφορά επικείμενο και σοβαρό κίνδυνο, και να ασκείται με σκοπό να εκφοβισθεί ο απειλούμενος και να τον υποχρεώσει να συνάψει τη δικαιοπραξία.

    Το άρθρο 151 ΑΚ ορίζει ότι «δεν είναι παράνομη η απειλή που ασκείται για την επιδίωξη δικαιώματος με δικαστικά μέσα». Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να απειλήσει με δικαστική επιδίωξη των δικαιωμάτων του.

    Διακρίσεις και Συγκριτική Ανάλυση
    Διαφορές Άκυρης και Ακυρώσιμης Δικαιοπραξίας

    Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ άκυρης και ακυρώσιμης δικαιοπραξίας έγκειται στη φύση του ελαττώματος και στις έννομες συνέπειες:

    ΧαρακτηριστικόΆκυρη ΔικαιοπραξίαΑκυρώσιμη Δικαιοπραξία
    Νομική υπόστασηΑνύπαρκτη (σαν να μην έγινε)Υπαρκτή μέχρι την ακύρωση
    Έννομα αποτελέσματαΚανέναΠαράγονται μέχρι την ακύρωση
    ΠροσβολήΑπό οποιονδήποτε με έννομο συμφέρονΑπό συγκεκριμένα πρόσωπα
    ΠροθεσμίαΑπρόθεσμαΥπόκειται σε προθεσμία
    Λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτωςΝαιΌχι
    ΘεραπείαΑδύνατηΔυνατή (επικύρωση)
    Διαφορές Απόλυτης και Σχετικής Ακυρότητας

    Η ακυρότητα μπορεί να είναι απόλυτη ή σχετική. Η απόλυτη ακυρότητα μπορεί να προβληθεί οποτεδήποτε και από οποιονδήποτε προβάλλει ότι έχει έννομο συμφέρον, δεν υπόκειται σε προθεσμία και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

    Αντίθετα, η σχετική ακυρότητα μπορεί να προβληθεί μόνο από συγκεκριμένα πρόσωπα (π.χ. το θιγόμενο μέρος) και υπόκειται συνήθως σε προθεσμία. Η ακυρωσία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση σχετικής ακυρότητας.

    Διαφορές Άκυρης και Ανυπόστατης Δικαιοπραξίας

    Η ανυποστασία αφορά την πλήρη απουσία στοιχείων που συγκροτούν τη δικαιοπραξία (π.χ. απουσία βούλησης, απουσία περιεχομένου). Η ανυπόστατη δικαιοπραξία δεν υφίσταται καν στο νομικό κόσμο, ενώ η άκυρη δικαιοπραξία έχει καταρτισθεί αλλά δεν παράγει έννομα αποτελέσματα λόγω του ελαττώματός της.

    Η Ανενέργεια της Δικαιοπραξίας

    Όπως προαναφέρθηκε, υφίσταται και η ανενέργεια της δικαιοπραξίας. Πρόκειται για μια υποστατή και έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία όμως δεν αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της για ορισμένο λόγο (π.χ. δεν έχει καταχωρηθεί σε βιβλίο ή ηλεκτρονικό μέσο δημόσιας πίστης).

    Η ανενέργεια διαφέρει από την ακυρότητα και την ακυρωσία καθώς η δικαιοπραξία είναι έγκυρη και υποστατή, απλώς δεν παράγει ακόμη τα έννομα αποτελέσματά της. Με την άρση του λόγου ανενέργειας (π.χ. με την καταχώρηση), η δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρως τα αποτελέσματά της.

    Έννομες Συνέπειες
    Συνέπειες της Ακυρότητας

    Η άκυρη δικαιοπραξία δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Τα μέρη μπορούν να αξιώσουν την επιστροφή των παροχών βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904-913 ΑΚ). Η αναζήτηση είναι δυνατή με την αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την αγωγή βάσει του άρθρου 181 ΑΚ.

    Περαιτέρω, η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί με οποιονδήποτε τρόπο (αγωγή, ένσταση κ.λπ.) και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον υποβληθούν σ’ αυτό όλα τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν.

    Συνέπειες της Ακυρωσίας

    Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι την ακύρωσή της. Μετά την ακύρωση, εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη. Η ακύρωση γίνεται με αγωγή ή άλλη δικαστική διαδικασία και υπόκειται σε προθεσμία.

    Τέλος, η δικαιοπραξία μπορεί να επικυρωθεί από το θιγόμενο μέρος, οπότε θεραπεύεται το ελάττωμα. Η επικύρωση μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή (π.χ. με την εκπλήρωση της δικαιοπραξίας).

    Το Δικηγορικό μας Γραφείο, για περισσότερα από 15 χρόνια εξειδικεύεται στο Εταιρικό και Εμπορικό Δίκαιο. Επικοινωνήστε μαζί μας για σας καθοδηγήσουμε και να σας συμβουλεύσουμε σε κάθε θέμα άκυρων ή ακυρώσιμων συμβάσεων.